Συγγραφέας:Παπαγεωργίου, Γιώργος
 
Τίτλος:Η μαθητεία στα επαγγέλματα (16ος-20ός αι.)
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:3
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:1986
 
Σελίδες:192
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Μαθητεία και εργασία
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα
 
Χρονική κάλυψη:16ος-20ός αι.
 
Περίληψη:Η παρούσα μελέτη, βασισμένη σε γνωστές αλλά και άγνωστες αρχειακές πηγές, προσπαθεί να αποκρυπτογραφήσει τους μηχανισμούς που διέπουν τα παραδοσιακά συστήματα μαθητείας και να αναζητήσει τους τρόπους προσαρμογής της παιδικής και νεανικής ηλικίας σε αυτά.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 6.69 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 44-63 από: 194
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/3/gif/44.gif&w=600&h=9153. Παπαγεωργίου, Μαθητεία στα επαγγέλματα

μαθητευόμενοι. Οι πρώτοι δηλαδή δεν πλήρωναν καθόλου ή διέθεταν πολύ ελάχιστα χρήματα για την εκπαίδευσή τους, μαθήτευαν κοντά στους δικούς τους ακριβώς τον αναγκαίο χρόνο ή και λιγότερο και το κυριότερο είχαν πιο ανθρώπινες συνθήκες διατροφής και διαβίωσης1.

Όπως είναι φυσικό, τα συντεχνιακά μέλη που είχαν γιους-μαθητές φρόντιζαν, όσο πιο γρήγορα γινόταν, να τους προωθήσουν, εξασφαλίζοντας την άμεση διαδοχή, ενώ τα παιδιά που προέρχονταν από εξω-επαγγελματικές οικογένειες, τα παρεμπόδιζαν συνεχώς και παραβίαζαν τις συμφωνημένες διάρκειες μαθητείας για την εξακολούθηση της παροχής δωρεάν εργασίας.

4. Είδος εργασίας

Κατά τη διάρκεια της "πρωτοβάθμιας" εκπαίδευσής τους οι μαθητευόμενοι ήταν υποχρεωμένοι να προσφέρουν στους συντεχνίτες υπηρεσίες, όχι μόνο επαγγελματικές στα εργαστήρια, αλλά και στα σπίτια τους καθαρά υπηρετικές. Αρκετές φορές μάλιστα, ο μάστορας ζητούσε επιτακτικά από το τσιράκι του πολλές και βαριές εκδουλεύσεις, που έρχονταν σε πλήρη αντίθεση με τις σωματικές και πνευματικές δυνατότητες της ηλικίας του. Ανάμεσα στα πολυπληθή και ποικίλα υπηρετικά καθήκοντα των τσιρακιών ξεχωρίζουν: το άναμμα της φωτιάς, το μαγείρεμα, το κουβάλημα ξύλων για θέρμανση, η μεταφορά του νερού από το πηγάδι η τη βρύση, το πλύσιμο πιάτων και ρούχων, το ζύμωμα του ψωμιού, το γυάλισμα των παπουτσιών του μάστορα και το ξεσκόνισμα των ρούχων του, η καθαριότητα του σπιτιού και η απασχόληση των μικρών παιδιών των αφεντικών τους,

Την παραπάνω πραγματικότητα μας αποδίδει με πολύ πειστικό

——————————————

1. Μπορούμε να υποστηρίξουμε εδώ ότι ειδικότερα οι γιοι των συντεχνιακών μελών δεν έπαιρναν μισθό, επειδή οι σχέσεις τους με τους γονείς τους χαρακτηρίζονταν από τα ισχύοντα δίκαια των εποχών ως οικογενειακές σχέσεις και όχι ως συμβάσεις εργασίας.

Σελ. 44
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/3/gif/45.gif&w=600&h=9153. Παπαγεωργίου, Μαθητεία στα επαγγέλματα

τρόπο ο Ιω. Μακρυγιάννης στα Απομνημονεύματά του, όταν μας εξιστορεί την παιδική του ηλικία: "Σηκωθήκαμεν όλη η φαμελιά και συγγενείς και πήγαμεν εις Λιβάδια [...] Εγώ έγινα ως εφτά χρονών. Με βάλαν να εργάζωμαι σε έναν εκατό παράδες τον χρόνον, τον άλλον χρόνον πέντε γρόσια. Αφού έκανα πολλές δουλειές, ήθελαν να κάνω κι' άλλες δουλειές ταπεινές του σπιτιού και να περιποιώμαι τα παιδιά. Τότε αυτό ήταν ο θάνατός μου. Δεν ήθελα να κάνω αυτό το έργον και μ' έδερναν και οι αφεντάδες και οι συγγενείς [...] και την ίδια 'πηρεσία ξακολουθούσα κάμποσον καιρόν. Τότε διά να γλιτώσω από αυτήν την 'πηρεσίαν, ότι η φιλοτιμία μου δεν μ' άφηνε ήσυχον ούτε μέρα ούτε νύχτα, άρχισα ξύλο, τρύπημα κεφάλια των παιδιών και της ίδιας μου μητέρας και έφευγα μέσα στις ράχες. και μ' αυτό βαρέθηκαν και με λευτέρωσαν, ότι αυτήνη η 'πηρεσία μ' είχε καταντήσει να χαθώ"1.

Παρόμοιες εμπειρίες βιώνει και ο Αθηναίος Παναγιώτης Σκουζές στο πρώτο στάδιο της μαθητείας του, όταν εργάζεται εντεκαετής σε πραγματευτάδικο εργαστήρι, που έχουν συνεταιρικά οι συμπολίτες του Αντρέας Πεφάνης, Ιωάννης Ζωγράφος και Σπύρος Λυμπέριος Παναγιωτάτζης: "Ήμουν εις χρέος", λέγει, "να παγαίνω εις τα τρία σπίτια να υπηρετώ των μαΐστρων μου -έτζι τότε έλεγον τους μαστόρους τα παιδιά: μαΐστρο και την γυναίκα του μαΐστρα. Έως το μεσημέρι υπηρετούσα εις τα σπίτια της μαΐστρας μου: νερό από την βρύση, σκούπισμα και άλλας υπηρεσίας και τα λοιπά [...] Εις όλα αυτά με μεταχειρίζονταν και με την αράδαν με έστελναν και εμάζευα και εληές από τα ελαιόδεντρα"2.

Αλλά κι αργότερα, όταν ο πατέρας του αναγκάζεται να εγκαταλείψει την Αθήνα, από την τυραννία του Χατζή-Αλή Χασεκή, και να καταφύγει μαζί του στην Χαλκίδα, τον βρίσκουμε να μαθητεύει

——————————————

1. Βλ. Ιω. Μακρυγιάννης, Απομνημονεύματα, σ. 16 .

2. Βλ. Παναγής Σκουζές, Απομνημονεύματα. Η τυραννία τον Χατζή-Αλή Χασεκή στην τουρκοκρατούμενη Αθήνα (1772-1796), επιμέλεια - σχόλια Θαν. Παπαδόπουλου, Αθήνα 1975, σ. 90,

Σελ. 45
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/3/gif/46.gif&w=600&h=9153. Παπαγεωργίου, Μαθητεία στα επαγγέλματα

αρχικά σ' ένα χριστιανό παπουτζή και μετέπειτα σ' ένα οθωμανό ομόλογό του κάτω από τις ίδιες συνθήκες: "Έτζι ο πατήρ μου [,.,] με επήρεν εις Χαλκίδαν. Με βάλλει εις έναν οθωμανόν παπουχτζήν Ουστά Μεγμέτην, διά να μάθω την τέχνην οπού είχα αρχίσει [...] Εις το αργαστήρι ολίγες ώρες εκαθόμουν [.,.] Ο Ουστά Μεγμέτης μάστοράς μου είχεν δύο παιδιά [...] Το μεγαλυτερον ο Αγμέτης ήτον σχεδόν 5 χρονών και ακόμης δεν ημπορούσεν να περιπατά. Ήμουν υποχρεωμένος να τον βαστώ και να τον κο(υ)βαλώ απάνω μου· να κάμνω υπηρεσίας εις το σπίτι, να κουβαλώ νερό και τα λοιπά του σπιτιού [...] Δούλαν δεν είχεν, ήμουν εις το χρέος να κάμνω όλας τας υπηρεσίας του σπιτιού [...] Εγώ ήμουν εις το οσπίτιόν του με την γυναίκαν του Αϊσέ και τα δύο μικρά παιδιά [...] να με βάνει η Κυρία να μαγειρεύω και τα λοιπά. Κάθε βράδυ να με παίρνει εις τα μέσα οσπίτια του χαρεμιού, να με βάνει να της τραγουδώ"1.

Συνεχίζοντας την απαρίθμηση των υπηρετικών καθηκόντων των τσιρακιών οφείλουμε να προσθέσουμε ακόμη ότι πολλές φορές τα ίδια έβγαιναν στην αγορά για ψώνια του σπιτιού2 και κυρίως

——————————————

1. Βλ. Παναγής Σκουζές, 8.71., σ. 98.

2. Βλ. Μακρυγιάννης, Απομνημονεύματα, σ. 19. Εδώ ο Μακρυγιάννης προσλαμβάνεται ως χουζμεκιάρης από τον Θανάση Λιδορίκη με παραπλήσια καθήκοντα, παρά την έντονη αντίδρασή του. Χαρακτηριστικός είναι ο διάλογος που ακολουθεί: «Τότε γυρεύει να μ' αφήση εις το σπίτι του εμένα· δεν ήθελα να κάτζω. Μου είπε: "θα κάτζης και με το στανιόν". Αυτό δεν μπορούσα να το αποφύγω, ότ' είχε την δύναμη. Έκατζα με συμφωνίες, ότι εγώ δούλος δεν κάθομαι. "Κάνω την 'πηρεσια του σπιτιού σου, όμως θα γνωριστώ και με τους κατοίκους να δανειστώ, να κάμω και εμπόριο, ότ' είμαι γυμνός, να ντυθώ (Αυτός ήταν φιλάργυρος, δεν μόδινε τίποτας). Πρώτη συμφωνία αυτήνη, του είπα, και δεύτερον τα ψώνια του σπιτιού σου, να βαστάη η γυναίκα σου τα χρήματα και τον λογαριασμό, ξέρει γράμματα. Και να μου δίνη να της ψωνίζω, να ζυάζη όταν φέρνω το ψώνιο και ό,τι κάνει να πλερώνη. Το ίδιον και εις τ' άλλα ψώνια, να μην λέτε ότι σας έκλεψα· ότι τώρα με βλέπετε γυμνόν και αύριον ντυμένον και θα λέτε ότ' είμαι κλέφτης''. Έκατζα μ' εκείνες τις συμφωνίες...». Πβ. και Αναστ. Γούδας, Βίοι Παράλληλοι τ. Γ΄, εν Αθήναις 1870, σ. 82.

Σελ. 46
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/3/gif/47.gif&w=600&h=9153. Παπαγεωργίου, Μαθητεία στα επαγγέλματα

της κουζίνας1 και μετέφεραν το μεσημεριανό φαγητό του μάστορα στο εργαστήρι2.

Αυτές τις οικιακές υπηρεσίες και όλες όσες προαναφέραμε ο παραγιός τις πρόσφερε μέχρι να έρθει κάποιος καινούργιος μαθητευόμενος που θα τον αντικαθιστούσε, οπότε άρχιζε ουσιαστικά να εισέρχεται στο καθαρά επαγγελματικό στάδιο, περνώντας τις περισσότερες ώρες του στο εργαστήρι του μάστορα. Αλλά και στο εργαστήρι ο μαθητευόμενος υποχρεωνόταν σε βοηθητικές κυρίως ασχολίες.

Έτσι οι κουρείς απαιτούσαν από τα τσιράκια τους να μένουν συνεχώς όρθια δίπλα τους για ν' ακονίζουν τα ξυράφια και ν' απομακρύνουν τις μύγες στη διάρκεια του καλοκαιριού. Οι βυρσοδέψες έστελναν τους μαθητευόμενους να μαζεύουν τα περιττώματα των σκύλων, τα οποία μαζί με την ασβέστη και τα βελανίδια αποτελούσαν τα αναγκαία υλικά για την επεξεργασία του δέρματος, Στη συντεχνία των παπουτζήδων η κύρια απασχόληση του παραγιού ήταν το σκούπισμα και το καθάρισμα του μαγαζιού, το μούσκεμα των σκεβρωμένων πετσιών και το κέρωμα των κλωστών ή των σπάγγων. Οι ίδιοι όφειλαν ακόμη να μαζεύουν από το έδαφος τις πεσμένες πρόκες και τα πεταλάκια και να τακτοποιούν τα εργαλεία των μαστόρων τους. Στη συντεχνία των τσαρουχάδων τα τσιράκια έκαναν τις οξιές, δηλ. τις άκρες από τα ράμματα, πολύ λεπτές, για να μπαίνουν εύκολα στο βελόνι του κάλφα ή του μάστορα. Οι καζάζηδες και ιμπρισιμάδες έβαζαν τα τσιράκια τους να πλένουν τα γαϊτάνια, τα συρίτια και τα κορδόνια ώστε να είναι έτοιμα για πλέξιμο ή κέντημα. Στη συντεχνία των 

——————————————

1. "εδώ περα μας χριάζηται καθ' αυτό δούλος [...] να τον εχο εις το μαγιργιώ και να σκοδάρη εις τα έξω και να παραστέκεται εις τον οντάν όταν ερθη κανένας φίλος [...] να λοιπόν τούτης λογής χαλνούνται οι δούλοι και από το μαγιργιώ να τους κάνουμε σιντρόφους τελιώνη η δουλιά". Βλ. Ηλία Παναγ. Γεωργίου, Νεώτερα στοιχεία περί της Ιστορίας και της συντροφίας των Αμπελακίων, Αθήναι 1950, σ. 23-24.

2. Βλ. Κων. Φωτόπουλος, "Τα ισνάφια των παπ'τσηδων και κονταρτζήδων", H.H. 1 (1979), σ. 74.

Σελ. 47
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/3/gif/48.gif&w=600&h=9153. Παπαγεωργίου, Μαθητεία στα επαγγέλματα

γουναράδων οι μαθητές διένεμαν αρχικά τις γούνες που ήταν έτοιμες για ράψιμο στο ειδικευμένο εργατικό προσωπικό, άνδρες και γυναίκες, και αργότερα τις συγκέντρωναν ραμμένες πια και σχεδόν ετοιμοπαράδοτες, πληρώνοντας ταυτόχρονα την αξία της εργασίας και κρατώντας παράλληλα το σχετικό λογαριασμό. Οι χαλκωματάδες, όπως και οι άλλοι βιοτέχνες, υποχρέωναν τα μικρά παιδιά ν' ανοίγουν το μαγαζί, αρκετές ώρες πριν ξημερώσει, για να το σκουπίσουν, να καθαρίσουν τα καζάνια, τις κατσαρόλες και τα άλλα σύνεργα της δουλειάς, ούτως ώστε, το πρωί που θα έρχονταν οι μάστορες στο εργαστήρι ν' αρχίζει η σφυρηλάτηση χωρίς καμιά χρονοτριβή. Στη συντεχνία των ξυλουργών τα τσιράκια κουβαλούσαν τα δοκάρια και τα ξεφλούδιζαν ή μετέφεραν τις καρέκλες και τα άλλα έπιπλα στο σπίτι του πελάτη, αν τύχαινε ο αγοραστής να είναι από την ίδια πόλη. Στη συντεχνία των κεραμιδάδων οι μαθητευόμενοι μετέφεραν το ειδικό χώμα και το άπλωναν στο αλώνι για να στεγνώσει, αφού πρώτα το καθάριζαν από τις πέτρες, το κοπάνιζαν και το κοσκίνιζαν. Στη συνέχεια το έβρεχαν για να το πατήσει ο ειδικός "λασπιάς" και την έτοιμη λάσπη κουβαλούσαν στον πάγκο του "καλουπατζή", ο οποίος έκοβε τα κεραμίδια.

Με παραπλήσια βοηθητικά καθήκοντα επωμίζονται και τ' αγόρια που μαθητεύουν σε συντεχνίες μη "στατικές". Τα τσιράκια, για παράδειγμα, των κτιστάδων υποχρεώνονταν να κουβαλούν πέτρες, χώμα, άμμο, και ασβέστη1, να βγάζουν και να βάζουν τα σαμάρια στα ζώα των μαστόρων τους, να τα ποτίζουν και να τα πηγαίνουν για βοσκή2.

Στη συντεχνία των αγωγιατών οι παραγιοί κατά τις μετακινήσεις

——————————————

1. Για την κύρια απασχόληση των παιδιών αυτών γενικά βλ. Α Πασπάτης, Υπόμνημα περί τον Γραικικού Νοσοκομείου, σ 235. Αλ. Μαμμόπουλος, Αγγελική Χατζημιχάλη και η Ηπειρωτική λαϊκή τέχνη, εν Αθήναις 1967, σ. 11-12. Κ. Παπαθανάση-Μουσιοπούλου, "Η συντεχνία των δουλγέρηδων", ό.π., σ. 543.

2. Το ίδιο φαινόμενο παρατηρείται και με τους μαθητευόμενους στις παρέες, κομπανίες η συντροφιές χτιστών. Βλ. Χρ. Κωνσταντινόπουλος, Οι παραδοσιακοί χτίστες της Πελοποννήσου, Αθήνα 1983, σ. 58.

Σελ. 48
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/3/gif/49.gif&w=600&h=9153. Παπαγεωργίου, Μαθητεία στα επαγγέλματα

Υπαίθριος κουρέας με το τσιράκι του.

(Täschner, Alt - Stamb. εικ. 21).

Βλ. και Ελένη Βουραζέλη-Μαρινάκου, Αι εν Θράκη συντεχνίαι των Ελλήνων κατά την Τουρκοκρατίαν, πίνακας ς'.

4

Σελ. 49
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/3/gif/50.gif&w=600&h=9153. Παπαγεωργίου, Μαθητεία στα επαγγέλματα

των καραβανιών ήταν υπεύθυνοι για την ομαλή πορεία των ζώων, Όπως είναι γνωστό, κάθε ζώο στο καραβάνι γνώριζε τη σειρά του και δεν άφηνε το άλλο, που ερχόταν από πίσω του, να του πάρει τη θέση. Αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, το μέχρι τότε προπορευόμενο ζώο κλωτσούσε και δάγκανε το ατίθασο με αποτέλεσμα να σταματούν όλα τα ζώα που ακολουθούσαν. Τότε επενέβαιναν οι παραγιοί και προσπαθούσαν να ηρεμήσουν τα ζώα, βάζοντας τα στην κανονική τους σειρά, για να συνεχιστεί το ταξίδι. Πρέπει ακόμη να υπογραμμίσουμε εδώ ότι στις μετακινήσεις αυτές, ενώ οι ταξιδιώτες και όλο το άλλο συντεχνιακό προσωπικό πήγαιναν καβάλα στα ζώα, οι μαθητευόμενοι διένυαν αυτές τις αποστάσεις συνήθως πεζοί, και κατά διαστήματα έφιπποι, αφού σε δύο τσιράκια αντιστοιχούσε ένα άλογο1.

Αλλά και στις εμπορικές συντεχνίες ο μαθητευόμενος γνώριζε παρόμοια μεταχείριση. Ανάμεσα στις σχετικές μαρτυρίες ξεχωρίζει το κείμενο που φιλοξένησε το περιοδικό Εβδομάς στα τέλη του 19ου αιώνα, όπου και διαφαίνονται με σαφήνεια και ακρίβεια οι υπηρεσίες που προδιαγράφει ο έμπορος στο τσιράκι του: "το πρωί, πολλά πρωί, θα παίρνη τα κλειδιά και θα πηγαίνη ν' ανοίγη το μαγαζί, το οποίον θα σαρώνη καλά. Έπειτα, αφού το αφεντικό ψωνίση θα φέρη τα οψώνια εις την οικίαν, όπου θα βοηθήση την οικοδέσποιναν εις οικιακάς και μαγειρικάς εργασίας, π.χ. θα σαρώση την αυλήν, θ' ανάψη φωτιά, θα φέρη νερόν, θα κόψη ξύλα, θα καθαρίση άλλοτε κρόμμυα, άλλοτε ρύζι, άλλοτ' άλλο τι, θα λικνίζη το μικρόν ή θα φέρη αυτό εις την αγκάλην. Αφού τελειώση τας εργασίας ταύτας, θα έρχεται πάλιν εις το μαγαζί, όπου θα ευρεθή πάντοτε εργασία τις, και όπου παιδεύεται και εις τα μυστήρια του εμπορίου.

——————————————

1. Ανώνυμος, Τα καραβάνια και τα χάνια. (Ο Ρόβας που τον αποθανάτισε η δημοτική Μούσα. Το θρυλικό άλογό του. Τα καραβάνια που πήγαιναν απ' τα Γιάννενα στο Βουκουρέστι. Τα καραβάνια της Βαλκανικής. Οι δούλοι και οι παραγιοί. Τα χάνια της Βαλκανικής. Τι απέγιναν οι Ηπειρώτες χανιτζήδες. Τα χάνια που κλείνουν).

Σελ. 50
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/3/gif/51.gif&w=600&h=9153. Παπαγεωργίου, Μαθητεία στα επαγγέλματα

Απέναντι των εργασιών τούτων αντιμισθίαν έχει το ψωμί του και κατοικίαν, και μετά έν έτος, εάν το αφεντικόν μένη εύχαριστημένον και η οικοδέσποινα δεν έχη βαρέα παράπονα, θα λαμβάνη και μισθόν τινά. Το έτος τούτο τω όντι, είναι έτος δοκιμασίας, και κατ' αυτό θα φανή περίπου αν έχη μέλλον ο μικρός υπηρέτης. Τρία τέσσερα έτη εξακολουθούσε η αμφίβιος αύτη υπηρεσία. Αλλά προϊόντος του χρόνου ο υπηρέτης προσκολλάται περισσότερον εις το εμπορικόν κατάστημα και αρχίζει να λέγηται υπάλληλος [...]

Κατ' αρχάς ήτο βωβόν όλως πρόσωπον εν τω καταστήματι· κατεβίβαζε τα εμπορεύματα από τα ράφια διά τους πελάτας, κατέβρεχε το πάτωμα, εξεσκόνιζε τα εμπορεύματα και εκόμιζεν αυτά εις τας οικίας"1.

Χαρακτηριστικό είναι επίσης και το απόσπασμα που δανειζόμαστε από την έκθεση του Γάλλου πρόξενου στα Γιάννενα Ε. Grasset, σχετικό με τα υπηρεσιακά καθήκοντα, που ανέθεταν οι γιαννιώτες έμποροι στα τσιράκια τους: ou bien encore, leurs mettent sur les bras une petite pacotille ils les envoient faire à leurs risques et périls dans la rue et aux portes des maisons l'apprentissage du commerce2·.

Παρατηρούμε λοιπόν ότι οι περισσότερες υπηρεσίες που αναθέτουν οι μάστορες στα τσιράκια τους βρίσκονται έξω από τον κύριο χώρο δουλειάς, το εργαστήρι, αλλά και οι λίγες, που διεξάγονται μέσα σ' αυτό, κάθε άλλο παρά έχουν άμεση σχέση με την επαγγελματική τους κατάρτιση.

Το γεγονός αυτό επισημαίνει ο ίδιος πρόξενος όταν αναφέρεται στην μαθητεία των νέων παιδιών και παρατηρεί ότι: Cette dure loi du travail imposée à l'enfance, labor improbus [...] n' a plus aujourd'hui qu' un résultat celui de priver les jeunes garçons de toute instruction3.

——————————————

1. Βλ. Βλασ. Σκορδέλης, ό.π., σ. 2.

2. Correspondance Politique des Consuls, Turquie-Janina 7 (1862- 1866), f. 274v.

3.ό.π., f. 275v.

Σελ. 51
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/3/gif/52.gif&w=600&h=9153. Παπαγεωργίου, Μαθητεία στα επαγγέλματα

Άλλωστε οι περισσότεροι μάστορες δεν έκρυβαν από τα τσιράκια τους ότι στο στάδιο αυτό ήταν άξια μονάχα για χοντροδουλειές, όλο "χωριατιά", παιδιά χωρίς γούστο1.

Είναι κοινή η παραδοχή ότι με την τακτική του αυτή ο μάστορας επεδίωκε να κρατεί τον μαθητευόμενο μακριά από τα μυστικά της τέχνης ή του επαγγέλματος. Και ως ένα μεγάλο βαθμό το κατόρθωνε, αφού οι μαθητευόμενοι στο λίγο χρόνο που τους έμενε, ανάμεσα στις υπηρεσιακές και υπηρετικές ασχολίες, προσπαθούσαν στα κλεφτά να μάθουν, έστω και αποσπασματικά, ν' αυτοδιδαχτούν τον τρόπο δουλειάς και να κατατοπιστούν σε στοιχειώδεις τομείς του επαγγέλματος που είχαν επιλέξει. Την επαγγελματική αυτοδιδαχή των μικρών παιδιών αποδίδει ανάγλυφα ο Αν. Γούδας, όταν αναφέρεται στο πρώτο στάδιο μαθητείας του μεγάλου Ηπειρώτη ευεργέτη Ζώη Καπλάνη2. Χαρακτηριστική είναι ακόμη και πληροφορία που μας παραδίδει ο τσαρουχάς Γεώργιος Πάικος: "Τότε μαθαίναμε μόνοι μας. Παίρναμε ένα κομμάτι πετσί, συνήθως τις ώρες που έλειπε τ' αφεντικό και ρίχναμε βελονιές να πάρουμε τον αέρα, φέρνοντας στο μυαλό μας πώς το έκαναν οι άλλοι που ήταν γρηγορότερα από μας. Βδομάδες, μήνες, χρόνια ολόκληρα αυτή η δουλειά κι από πάνω η αγωνία να μη σε πιάσει ο μάστορας".

Η αρνητική θέση του μάστορα, που αφαιρούσε σχεδόν κάθε δυνατότητα στο τσιράκι ν' αποκτήσει μια στοιχειώδη επαγγελματική κατάρτιση, σίγουρα απέβλεπε στην επιμήκυνση του χρόνου μαθητείας, στην παράταση της εκμετάλλευσης και στην καθυστέρηση της ολοκλήρωσης του αυριανού ανταγωνιστή. Για τη στάση αυτή μερικών μαστόρων μάς παραδίδεται μια αποκαλυπτικότατη

——————————————

1. Βλ. Λουκής Ακρίτας, "Ο ήσκιος τ' αφεντικού", Ν.Ε. ΙΣΤ' (1934), σ. 845.

2. "Ο δε χρηστότατος οικοδεσπότης (Χατζή Νίκος) διέταξε τον Καπλάνην να μην ασχολείται του λοιπού περί την βάναυσον υπηρεσίαν του μαγειρίου αλλά να οψωνίζη μόνον τα εν αυτώ αναγκαιούντα· τας δε λοιπάς ώρας να δαπανά εν τω εμπορικώ καταστήματι υπηρετών εν αυτώ και αυτοδιδασκόμενος". Βλ. Αν. Γούδας, Βίοι Παράλληλοι, τ. Γ', εν Αθήναις 1870, σ. 82.

Σελ. 52
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/3/gif/53.gif&w=600&h=9153. Παπαγεωργίου, Μαθητεία στα επαγγέλματα

μαρτυρία σε κείμενο που γράφτηκε στις αρχές του 19ου αιώνα. Πληροφοριοδότης είναι ο Δαμασκηνός ιερομόναχος Παπά Παναγιωτόπουλος από τη Δημητσάνα της Πελοποννήσου, που σχετικά με το θέμα αυτό αναφέρει χαρακτηριστικά τα εξής: "Ω αλοίμονον, ω δυστυχία ετότε, τόσον εις μερικούς Διδασκάλους, όσον και εις μερικούς τεχνίτας του κάθε ρουφετίου των τεχνών, οπού δεν φανερώνουν τας τέχνας των των πτωχών παιδιών, αλλά ζητούν να τους δουλεύουν πέντε χρόνια, χωρίς μισθόν· αλοίμονον εις εκείνους οπού εθελοκακούν και κρύπτουν το τάλαντον των πτωχών μαθητών"1.

5. Ώρες εργασίας

Η διάρκεια της ημερήσιας εργασίας δεν καθοριζόταν επίσημα από πουθενά, Όπως προκύπτει από τα σχετικά έγγραφα αλλά και από τις συγκλίνουσες μαρτυρίες των υπερήλικων σημερινών μαστόρων, το ωράριο των μαθητευομένων ξεπερνούσε κατά πολύ το οκτάωρο και πλησίαζε τις 12 και 14 ώρες. Οι ομόφωνες αυτές μαρτυρίες, γραπτές και προφορικές, αποτελούν ένα αδιάσειστο τεκμήριο του καταθλιπτικού ωραρίου των τσιρακιών και δεν μπορούν ν' αμφισβητηθούν ως υπερβολικές, έστω κι αν, σε μερικές περιπτώσεις, ενδέχεται να υπάρχει υπέρβαση της πραγματικότητας.

Οι κυριότερες αιτίες της πολύωρης αυτής εργασίας μπορούν ν' αναζητηθούν: α) στα περιορισμένα περιθώρια κέρδους των συντεχνιτών από τον έντονο συναγωνισμό της αγοράς, β) στον περιορισμένο αριθμό ημερών εργασίας εξαιτίας των πολλών θρησκευτικών αργιών και των συχνών αγγαρειών, γ) στις πελατειακές ανάγκες και δ) στις απεριόριστες δυνατότητες των μαστόρων να εκμεταλλεύονται κερδοσκοπικά τους μαθητευόμενους.

Υπάρχουν ακόμη μαρτυρίες που αναφέρουν 15 και 16 ώρες

——————————————

1. Βλ. Τόμος εκκλησιαστικός, ονομαζόμενος θησαυρός νέος, Ενετίησιν 1802, σ. ιδ'.

Σελ. 53
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/3/gif/54.gif&w=600&h=9153. Παπαγεωργίου, Μαθητεία στα επαγγέλματα

συνεχούς εργασίας1, με ολιγόλεπτη διακοπή για φαγητό το μεσημέρι2, ή και ακόμη περισσότερες3. Είναι η εποχή που η νυκτερινή εργασία συναγωνίζεται την ημερήσια.

Τα περισσότερα νυχτέρια γίνονταν στη διάρκεια του χειμώνα4, σε περιόδους αιχμής, όταν δηλ. θα επακολουθούσαν σύντομα εμπορικά πανηγύρια και σε περιπτώσεις που έπρεπε να παραδοθεί από τον μάστορα μεγάλη παραγγελία σε τακτό χρονικό διάστημα και οι απαιτούμενες επαγγελματικά χρονικές προθεσμίες ήταν πολύ περιορισμένες, Στην τρίτη περίπτωση τα νυχτέρια τις πιο πολλές φορές διαρκούν μέχρι το πρωί.

Μια ζωντανή εικόνα αυτού του νυχτεριού, μας δίνει το παρακάτω ομώνυμο στιχούργημα, στο γλωσσικό ιδίωμα του τόπου,

"Άιντε παιδιά μη λακαρντιά5, σας είπα ένα χόβι6

κάθε τσεράκι μουλουχτό να ράφτη και να κόβη.

——————————————

1. Βλ. Κ Φωτόπουλος, "Τα ισνάφια των παπ'τσήδων και κονταρτζήδων": H.H. 1 (1979), σ. 72

2. Πολλές φορές μάλιστα η ώρα του φαγητού γινόταν τις πρώτες απογευματινές ώρες. Χαρακτηριστική είναι η παρακάτω μαρτυρία. Κάποτε ένας μάστορας, που καθόταν συνέχεια πάνω από τα κεφάλια των τσιρακιών και των καλφάδων για να δουλεύουν γρήγορα και καλά, ποτέ δεν τους "σκόλναγε" στην ώρα τους για φαγητό.

Ένα μεσημέρι το μαστορόπουλο δεν βάσταξε και του λέει:

- Αφεντικό προφταίνω να πάω και να γυρίσω ως το μεσημέρι στο χωριό (μισή ώρα δρόμο).

- Σεριάνια θέλεις ωρέ Κίτσιο (τούπε το αφεντικό) μεσημέρι είναι τώρα.

- Τότε γιατί δεν τρώμε;

(Βλ. ΓΑΚ-ΑΓΒ, φάκ. 80: Επαγγέλματα - Συνάφια - Ρουφέτια).

3. Βλ. Ανώνυμος, Ελληνική Νομαρχία, έκδ. Γ΄, Αθήνα 1957, σ 143.

4. Βλ. Ν. Παπαχριστοδούλου, "Τα εσνάφια των γεμενετζήδων, καβάφηδων, κοντουράδων στις Σαράντα Εκκλησιές", ΑΘΛΓΘ 11 (1944-45), σ. 168-169 και 171.

5. λακιρντί = συζήτηση, φλυαρία (τουρκ. lâkirdl)

6. χόβι = φορά. Από το χους, μέτρο για τα υγρά των αρχαίων. Βλ. Φιλήντας, Γλωσσογνωσία και Γλωσσογραφία ελληνική, τ. Α΄, Αθήνα 1924, σ.8.

Σελ. 54
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/3/gif/55.gif&w=600&h=9153. Παπαγεωργίου, Μαθητεία στα επαγγέλματα

Κάμπλο1 σάς βάνω όλους σας θα δώσω και μπαχτσίσια

ως που να φέξη να ραφτούν αυτά τα μαϊμουδίσια.

Πρέπει οι πεχλέδες2 να γενούν ως αύριο μεράδια

και πρέπει να ξεσύρετε τα σκουνξ και τα κουνάβια.

Γιατί την Πέφτη το ταχιά θα φύγω για το Σιάμι3

βιαστήτε τώρα κι' όταν ερθώ σάς κάμω ένα ικράμι4.

Μαχαίρια γουναράδικα δουλεύουν στο τεζγιάκι

κόβουν την νούρκα5 και οι ραφιές φκιάνουνται με μεράκι.

Σουκιούτι6 μέσ' στο μαγαζί ούτε ένας λακαρντίζει

μόνο τη "Σιάνω του Νισλή"7 ο Μήτσος μουρμουρίζει.

Και ύστερα τ' αφεντικό καθώς μετράει πεχλέδες

το "Ταταρόπλα" τραγουδεί και τους "Ταμπαχανέδες"8.

Με το παραπάνω στιχούργημα επιβεβαιώνεται για άλλη μια φορά ότι τα τσιράκια, όπως και οι καλφάδες, κατά τη διάρκεια της εργασίας τους δεν έπρεπε να συνομιλούν μεταξύ τους. Ο περιορισμός αυτός βέβαια ισχύει γενικότερα για όλους τους μαθητευόμενους, άσχετα με το σε ποια συντεχνία ανήκουν και προφανώς επιβάλλεται από τους μαστόρους για ν' αποφεύγεται η σπατάλη χρόνου από μια ενδεχόμενη συζήτηση ανάμεσα τους9. Όμως η

——————————————

1. κάμπλο = νυχτερινή εργασία. Σύμφωνα με τον Ευαγγ. Μπόγκα, Τουρκικές λέξεις σε παλιότερα ελληνικά κείμενα, Αθήνα 1958, σ. 27, ο τύπος προέρχεται από το τουρκ. kabala.

2. πεχλέδες = τα πλευρά του δέρματος της αλεπούς (τουρκ. pehle).

3. Σιάμι = Δαμασκός (τουρκ. Şam).

4. ικράμι = δώρο, περιποίηση (τουρκ. ikram).

5. Είδος γούνας· το νούρκι ή νούρκα ή ενυδρίς είναι ζώο αμφίβιο. Βλ. Π. Χαρίσης, Αλληλοδιπλογραφία. ήτοι σύγγραμμα εμπορικόν επί της αλληλογραφίας του εμπορίου και των διπλογραφικών αυτών βιβλίων, Εν Βιέννη της Αυστρίας 1837, σ. 9.

6. σουκιούτι = ησυχία (τουρκ. Sükûnet).

7. Καστοριανό τραγούδι.

8. Το στιχούργημα αυτό προέρχεται από την "Καναγκιουρίσια Καστοριά", συλλογή ποιημάτων του Ι. Μπακάλη.

9. Τον περιορισμό αυτό παροτρύνουν και οι μοναχοί της εποχής: "όσοι δε άνδρες ή γυναίκες είσθε τεχνίται μη τραγουδήτε εκεί οπού δουλεύετε,

Σελ. 55
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/3/gif/56.gif&w=600&h=9153. Παπαγεωργίου, Μαθητεία στα επαγγέλματα

απαγόρευση της συνομιλίας έκανε ακόμη πιο πολύ καταθλιπτικό και μαρτυρικό το εξουθενωτικό ωράριο εργασίας των τσιρακιών.

Την αδιάκοπη εργασία, χωρίς την παραμικρή χαλάρωση, επισημαίνει και ο Γ. Βιζυηνός, όταν δωδεκαετής μαθητεύει στο "κακοδαιμονέστατον εσνάφι των ραπτών", καταδικασμένος να κάθεται "σταυροποδητός και εσκυμμένος από πρωίας μέχρι βαθυτάτης νυκτός". Εύγλωττο είναι το κείμενο που ακολουθεί: "Προ πάντων ήρχισα ν' απεχθάνωμαι τον μάστορήν μου μικρόσωμον, καχεκτικόν γερόντιον, το οποίον [,,.] δεν έπαυε επιτηρών με ύπερθεν των μεγάλων και στρογγυλών αυτού διόπτρων μη τυχόν εκτείνω ολίγον τον μαργωμένον πόδα ή ορθώσω επί μικρόν την κατάκοπον σπονδυλικήν μου στήλην"1.

Αυτή η υπερβολική εργασία, σε συνδυασμό με τις μικρές ή ανύπαρκτες αμοιβές και τις άθλιες συνθήκες διατροφής και διαβίωσης, που θα γνωρίσουμε αμέσως παρακάτω, επηρέαζε αφάνταστα τη σωματική τους διάπλαση και έκανε τους περισσότερους μαθητευόμενους καχεκτικούς, ασθενικούς και αρκετές φορές τους οδηγούσε στο θάνατο.

6. Αμοιβές

Οι αμοιβές των μαθητευόμενων είναι ενδεικτικές του κλίματος της εκμετάλλευσης. Το τσιράκι, παρ' ότι εργάζεται ακατάπαυστα, ακόμη και τις αργίες, δεν θεωρείται ότι προσφέρει, αλλ' ότι παίρνει. Αυτό αποτελεί κοινό τόπο τόσο για τους, γονείς και τα παιδιά τους όσο και για τους μάστορες.

Συνήθως τον πρώτο καιρό οι μαθητευόμενοι εργάζονταν χωρίς καμιά χρηματική αποζημίωση. Με το πέρασμα όμως του χρόνου

——————————————

μηδέ φλυαρήτε και λέγετε λόγια άκαιρα και αργά διατί όχι μόνον έχετε να δώσετε απολογίαν εν ημέρα κρίσεως διά τας αργολογίας όπου κάμνετε [...] αλλά και προς τούτοις καμίαν προκοπήν δεν λαμβάνετε εις την τέχνην σας". Βλ. Νικόδημος Αγιορείτης, Χρηστοήθεια, Ενετίησιν 1803, σ. 20.

1. Βλ. Γ. Βιζυηνός, Το μόνον της ζωής του ταξίδιον, Άπαντα, εκδ. οίκος Χρ. Γιοβάνη, Αθήναι 1955, σ. 207.

Σελ. 56
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/3/gif/57.gif&w=600&h=9153. Παπαγεωργίου, Μαθητεία στα επαγγέλματα

έπαιρναν κάποιο μισθό, "ρόγα"1, στην αρχή πολύ μικρό, που αύξαινε προοδευτικά2. Παρ' όλα αυτά οι αποδοχές τους εξακολουθούσαν να είναι στο σύνολό τους πενιχρές. Οι ελάχιστες διαφοροποιήσεις που παρατηρούνται ανάμεσα στις συντεχνίες δεν αλλοιώνουν τον κανόνα.

Αλλά και στην ίδια τη συντεχνία μπορεί να διαφέρει η ετήσια "στοίχιση" ή το "ρόγιασμα" του τσιρακιού από μάστορα σε μάστορα, χωρίς αυτό να σημαίνει, πέρα από μια ευνοϊκότερη μεταχείριση, ότι ο "προνομιούχος" μαθητευόμενος αποσπούσε ικανοποιητικά χρηματικά ωφέλη.

Στα αρχεία της συντεχνίας των φιλιππουπολιτών τεκτόνων καταχωρίζονται πάμπολλα τέτοια παραδείγματα: "1852 Ιανουαρίου 31, Τενεκέογλου Θουδωρής στοίχησι τσιράκι διά χρονικήν γρ. 210 - Ιανουαρίου 18, στοίχησι τσιράκι Παναγιώτης Τζερναμέλκα διά χρονικήν γρ. 215 - 1815 τη Μαΐου 8, στοίχησι μάστουρ Σταύρη Κιουλαφλής μαθητή διά χρόνον γρ. 120 - 1852 Αυγούστου 24 στοίχησι μάστουρ-Γεώργις Τασούλους μαθητή διά χρονικήν γρ. 200 - 1852 Σεπτεμβρίου 25, Γάνους Δουμουστζής στοίχησι. του Κατζούολου διά χρονικήν διά γρόσια 250 - 1852 Οκτωβρίου πρώτης, στοίχησι Ναούνης τσιράκι διά χρονικήν διά γρόσια 130 - Οκτωβρίου 26 στοίχησι τσιράκι Χρήστου Τσαούσης διά χρονικήν διά γρ. 155"3.

——————————————

1. ρόγα και ρογιάζω = μισθός και μισθώνω (λατιν. erogo). Βλ. και το δημοτικό τραγούδι: "Εγώ είμαι έν' ορφανό παιδί, κι έχω και χήρα μάνα / Μ' ερρόγιασεν η μάνα μου σ' ενός Αρμένη χέρια". Πβ. και την παραλλαγή: "Εγώ 'μαι τ' ορφανό παιδί, πόχω τη χήρα μάνα,/που πήγε και μ' αρόγιασε σ' έναν κακό αφέντη".

2. Βλ. Αγγ. Χατζημιχάλη, "Μορφές από την σωματειακή οργάνωση των Ελλήνων στην Οθωμανική αυτοκρατορία. Οι συντεχνίες-Τα ισνάφια", L'Hellénisme Contemporain (1453-1953). Η πεντακοσιοστή επέτειος από της αλώσεως της Κωνσταντινουπόλεως, Αθήνα 1953, σ. 290. Πβ. και Π. Παπαχριστοδούλου, "Τα εσνάφια και η οικονομική και πνευματική άνθιση του Ελληνισμού", ΑΘΛΓΘ 16 (1951), σ. 59.

3. Βλ. Μ. Αποστολίδης, "Τα αρχεία του εν Φιλιππουπόλει εσναφίου τεκτόνων", ό.π., σ. 119-120.

Σελ. 57
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/3/gif/58.gif&w=600&h=9153. Παπαγεωργίου, Μαθητεία στα επαγγέλματα

Στην ίδια δεκαετία του 19ου αιώνα (1858) ανακαλύπτουμε ότι στα Γιάννενα το μεροκάματο ενός τσιρακιού, που εργάζεται κοντά σε κτιστάδες, κυμαίνεται από 2-4 γρόσια1. Αν επιχειρήσουμε μια σύγκριση στα ποσά με τα οποία αμείβονταν οι μαθητευόμενοι στις δύο αυτές περιοχές, αφού πρώτα μετατρέψουμε τις ετήσιες αποδοχές των πρώτων σε ημερήσιες, θα διαπιστώσουμε ότι το ημερομίσθιο των δεύτερων είναι πιο αυξημένο2.

Εκείνο όμως που έχει ιδιαίτερη σημασία είναι πως το "μεροδούλι" των μαστορόπουλων, ανεξάρτητα από τόπο και χρόνο, φαίνεται ισοδύναμο η και μικρότερο από την ημερήσια αποζημίωση των ζώων, που χρησιμοποιούνται από τους κτίστες για τη μεταφορά οικοδομικών υλικών3.

Αλλά και στις άλλες συντεχνίες οι μαθητευόμενοι έχουν παραπλήσιες αποδοχές, Σύμφωνα με τον Π. Αραβαντινό, το 1851 στα Γιάννενα "οι εν ταις βαναυσουργείαις παίδες λαμβάνουν 

——————————————

1. Βλ. "Κατάστιχον των εξόδων της οικοδομής της ιεράς εκκλησίας της κοιμήσεως της υπεραγίας Θεοτόκου του Αρχιμανδρείου επιστατούντων των κυρίων Ιωάννου Φώτου, Νικολάου Γιαννοπούλου, Αναστασίου Παναγιώτου, Σπυρίδων Ιωσήφ και αρχιερατεύοντος του αγίου Ιωαννίνων και Βελάς κυρίου Παρθενίου αωνη: 1858, Απριλ.. 7: Ιωάννινα", φ. 18v-19r, 21r και 22r.

2. Το συμπέρασμα βέβαια θα ήταν πιο πειστικό, αν γνωρίζαμε ότι οι καιρικές συνθήκες εκείνης της χρόνιας επέτρεψαν στους μαθητάδες-κτίστες των Γιαννίνων να εργαστούν τις 200 μέρες, που πήραμε ως μέσο όρο για τους αντίστοιχους μαθητές της Φιλιππούπολης και πως οι αποδοχές τους παρέμειναν στα ίδια επίπεδα ολόκληρο το εργάσιμο έτος.

3. Η αντιστοιχία μεροκάματου τσιρακιών-ζώων παρατηρείται και στα μπουλούκια των μαστόρων της Κόνιτσας. Βλ Νικ. Μουτσόπουλος, Κουδαραίοι Μακεδόνες και Ηπειρώτες μαΐστορες, Ανάτυπον εκ του Λευκώματος του Τ.Ε.Ε , Αθήναι 1976, σ. 368, όπου στο σχετικό συμφωνητικό, υπογραμμένο από τον ιδιοκτήτη και τον μάστορα Νικόλαο Γεωργίου, από τη Βούρμπγιανη της Κόνιτσας, σημειώνονται τα εξής: "ο ειρημένος Νικόλαος υποχρεούται να έχη έξ έως δέκα συντρόφους τεχνίτας καλούς και παιδία όσα χρειάζονται καθώς και ζώα διά τα οποία θέλει πληρώνεται όσο και τα παιδιά". To ίδιο φαινόμενο παρατηρείται και στην Πελοπόννησο. Βλ. Χρ. Κωνσταντινόπουλος, Οι παραδοσιακοί χτίστες της Πελοποννήσου, Αθήνα 1983, σ. 52.

Σελ. 58
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/3/gif/59.gif&w=600&h=9153. Παπαγεωργίου, Μαθητεία στα επαγγέλματα

ημερούσιον" από 2-5 γρόσια"1. Επίσης στην εποχή του Κριμαϊκού πολέμου στην Αχρίδα το μεροκάματο ενός τσιρακιού κυμαίνεται από 60 παράδες μέχρι 2 γρόσια2. Πηγαίνοντας αρκετά χρόνια πίσω θα δούμε ότι στην Ύδρα το 1819 η ημερήσια πληρωμή για τα παιδιά που μαθητεύουν στη συντεχνία των καλαφατών είναι 60 παράδες (1,5 γρόσι)3.

Για ν' αντιληφθούμε όμως την αξία του πενιχρού ημερομισθίου του τσιρακιού πρέπει να υπολογίσουμε ποια ήταν η αγοραστική του δύναμη σε βασικά είδη διατροφής της εποχής εκείνης. Επιχειρώντας λοιπόν τη σύγκριση με τις τιμές του καιρού, θα καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι με τις ήμερήσιες αποδοχές του μαθητευόμενου θα μπορούσε κανείς ν' αγοράσει μια οκά και ογδόντα δράμια βοδινού κρέατος ή μια οκά πρόβειου ή 200 δράμια ψάρια ή δύο οκάδες σιτάρι ή τρεις οκάδες καλαμπόκι ή 240 δράμια τυριού ή 120 δράμια βουτύρου ή 160 δράμια λαδιού.

Εκτός από την υποτυπώδη αμοιβή τους οι παραγιοί σε μερικά επαγγέλματα είχαν και το φιλοδώρημα τους. Σχετικά αναφέρεται ότι οι μαθητευόμενοι στις θρακικές συντεχνίες των αμπατζήδων φιλοδωρούνται με κάποιο μικρό ποσό, συνήθως ένα γρόσι, από τον πελάτη τους, που οι κάτοικοι της περιοχής ονόμαζαν τσιράκ-παρασί4. Αλλά και στις συντεχνίες των μπαρμπέρηδων τύχαινε, πού και πού, οι μικροί ν' αποσπούν από μερικούς ευκατάστατους πελάτες, μετά την ανάλογη περιποίησή τους, ένα ασήμαντο νόμισμα.

Ακόμη στα Γιάννενα τα μαστορόπουλα, όπως άλλωστε και οι καλφάδες και οι ίδιοι οι κτίστες, έπαιρναν κάθε Σάββατο μια

——————————————

1. Βλ. Π. Αραβαντινός, Χρονογραφία της Ηπείρου, τ. Β΄, εν Αθήναις 1856, σ. 255, σημ. 2.

2. Βλ. "Ohrid i Ohridsko niz istoriata", Institut za nacionalna istorija, Βιβλίο Β΄, Skopia 1978, σ. 122.

3. Βλ. Αντ. Μανιίκης, "Τα συνάφια της προεπαναστατικής Ύδρας", ό.π., σ 192.

4. Βλ. Β. Ν. Δεληγιάννης, "Το αμπατζηλίκι στη Θράκη", ΑΘΛΓΘ 2 (1935-36), σ 67-68.

Σελ. 59
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/3/gif/60.gif&w=600&h=9153. Παπαγεωργίου, Μαθητεία στα επαγγέλματα

επιπλέον χρηματική αποζημίωση, ισοδύναμη ή και μεγαλύτερη από το μεροκάματό τους, η οποία καταγράφεται στα σχετικά έγγραφα ως "σαβατιάτικο"1.

Τέλος, πρέπει να επισημάνουμε το ενδιαφέρον έθιμο σύμφωνα με το οποίο οι μάστορες, τόσο στις βιοτεχνικές όσο και στις εμπορικές και τις άλλες επαγγελματικές συσσωματώσεις, έδιναν περιοδικά στα τσιράκια τους, υπό μορφή δώρου, ένα ευτελές χρηματικό ποσό για τα έξοδα του κουρέα, τα λεγόμενα "ξυριστικά"2. Δίνοντας μια πρώτη ερμηνεία στο γεγονός νομίζουμε ότι οι μάστορες προέβαιναν στη χειρονομία αυτή επειδή απαιτούσαν μέσα στα πλαίσια της γενικότερης συντεχνιακής πειθαρχίας, οι μαθητευόμενοι να παρουσιάζονται "ευπρεπείς" και καθαροί τόσο για λόγους υγιεινής όσο και καλαισθησίας.

7. Διατροφή και διαβίωση

α) Διατροφή

Από τα στοιχεία που έχουμε στη διάθεσή μας εύκολα διαφαίνεται ότι οι μαθητευόμενοι υποσιτίζονταν, αφού η καθημερινή τους τροφή και ανεπαρκής ποσοτικά αλλά και ποιοτικά κάκιστη ήταν. Δεν θα ήταν υπερβολή, αν υποστηρίζαμε ότι η σίτισή τους, με μηδαμινή προσφορά θρεπτικών υλών για τον ανθρώπινο οργανισμό, μόλις εξασφάλιζε τη διατήρησή τους στη ζωή.

Σύμφωνα με τις πηγές, την "παντοτεινή" τους τροφή αποτελούσε το καλαμποκίσιο ψωμί ή το μαύρο, μίγμα σιταριού, κριθαριού και καλαμποκιού, που συνοδευόταν συνήθως με κρεμμύδια και πράσσα ωμά και σπάνια με τυρί3. Σε δεύτερη μοίρα 

——————————————

1. Βλ. Κώδικας Αρχιμανδρειού, ό.π., φ. 18r-v.

2. Βλ. Αναστ.. Γούδας, Βίοι Παράλληλοι, τ. Γ΄, εν Αθήναις 1870, σ. 85. Πβ. και Παναγής Σκουζές, Απομνημονεύματα, σ. 91.

3. Βλ. A. Γ. Πασπάτης, Υπόμνημα περί του Γραικικού Νοσοκομείου, σ. 236 και 238.

Σελ. 60
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/3/gif/61.gif&w=600&h=9153. Παπαγεωργίου, Μαθητεία στα επαγγέλματα

ακολουθούσαν τα όσπρια, τα λαχανικά -κι αργότερα οι πατάτες- μαγειρεμένα με ελάχιστο λάδι αλλά άφθονο ξύδι και πιπέρι. Χαρακτηριστική είναι η φράση-απάντηση από την συνθηματική γλώσσα των κτιστών της Ηπείρου στην ερώτηση ποιο είναι το συνηθισμένο τους φαγητό: "Μαντεύουμι μανό, μίχου, κούκκ'ς, νιροπούλια κιτς πιρσσότιρις dénis πρασνάδια και φουσκοκίλια" (τρώμε ψωμί, κρέας, κουκκιά, ψάρια και τις περισσότερες ημέρες λάχανα και φασόλια)1.

Όμως το κρέας ανήκε στα σπάνια είδη διατροφής για τα τσιράκια και, όταν κάποτε είχαν την τύχη να το γευθούν, οι προσφερόμενες μερίδες ήταν πάντα ελλιπείς.

Να πώς μας περιγράφει τη διατροφή του ο μετσοβίτης ευεργέτης Μιχαήλ Τοσίτσας, όταν μαθήτευε σ' ένα γουναρά της Θεσσαλονίκης στις αρχές του 19ου αιώνα: "Ούτω μεταβάς περί τα τέλη του 1801 εις Θεσσαλονίκην, εμβήκα εις τεχνίτην τινά, ονομαζόμενον Καραστογιάννην, άνθρωπον έχοντα κατάστημα με μαθητάς και τον οποίον είχε σύντροφον ο πατήρ μου. Αν και υπέφερον πολλά ένεκα της απλότητος του άνθρωπου τούτου, διότι ούτος εσυνείθιζε να ζη λιτώτατα, ως εσυνείθιζον να ζώσι τότε όλοι οι εν Θεσσαλονίκη, και ως το μόνον άφθονον εις ημάς ήτον ο άρτος, ενίοτε δε ετρώγαμεν 12 άνθρωποι μίαν οκάν κρέατος, και διά να αποχορτάσωμεν μας έδιδεν απ' ολίγον τυρόν, όταν δε έλειπε και τούτο, μας έδιδεν έν αυγόν εις δύο ανθρώπους και δι' εμέ ήτο δύσκολον τούτο, ως συνειθισμένον όντα εις τον πατέρα μου άλλως, μολοντούτο δεν ετόλμων να φανερώσω ταύτα"2.

Σε ανάλογη η και μειονεκτικότερη θέση βρίσκονται οι μαθητευόμενοι, όταν το συμβόλαιο μαθητείας δεν δεσμεύει τον μάστορα για την παροχή της καθημερινής τους τροφής. Τα παιδιά αυτά είναι αναγκασμένα ν' αναλαμβάνουν μόνα τους τη φροντίδα του φαγητού, που ήταν πάντοτε λιτό και απέριττο, μια και οι αμοιβές τους

——————————————

1. Βλ. Χρίστος Σούλης, "Τα κουδαρίτικα των Χουλιαροχωρίων της Ηπείρου", Η.Χ. 5 (1930), σ. 168.

2. Βλ. Αν. Γούδας, Βίοι Παράλληλοι, τ. Δ΄, σ. 151.

Σελ. 61
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/3/gif/62.gif&w=600&h=9153. Παπαγεωργίου, Μαθητεία στα επαγγέλματα

δύσκολα κάλυπταν τις ισχνές, αλλά απαραίτητες δαπάνες, για την παρασκευή του φτωχικού τους γεύματος. Μοναδική ελπίδα για να γεμίσουν κάπως το στομάχι τους ήταν το φίλεμα από τις γυναίκες των μαστόρων, όταν τα πρωινά περνούσαν τις ώρες τους στο σπίτι του μάστορα, προσφέροντας κι εκεί υπηρεσίες: "Μόλις καμίαν βολάν μού εφίλεβον οι μαΐστρες μου λίγα τζίτζιφα ή ολίγα ξυλοκέρατα"1.

Πρέπει ακόμη να προσθέσουμε εδώ ότι μόνο οι μάστορες μπορούσαν να παίρνουν στο μαγαζί πρόχειρο πρόγευμα. Για τους καλφάδες και ιδίως τα τσιράκια απαγορευόταν το φαγητό ενδιάμεσα, πριν τη μεσημεριάτικη διακοπή: "Μόλις έβλεπε o μάστορας ότι πηγαίνουμε να τσιμπήσουμε καμιά ελιά με ψωμί έβγαινε από την έξω μεριά του εργαστηριού όπου ήταν τα παπούτσια κρεμασμένα και τα ξεσκόνιζε. Πέφτανε οι σκόνες πάνω μας, πού να βάλουμε μπουκιά στο στόμα μας"2.

Βέβαια οφείλουμε να ομολογήσουμε ότι και η τροφή όλων των άλλων μελών της συντεχνιακής κλίμακας (καλφάδων, μαστόρων) δεν διέφερε ουσιαστικά. Όμως στην παιδική ηλικία η ανεπαρκής και πολλές φορές ακατάλληλη σε σύνθεση διατροφή καταβάλλει γρηγορότερα τον ανθρώπινο οργανισμό και τον οδηγεί πιο εύκολα σε νοσηρές καταστάσεις, απ' ό,τι τον ενήλικο,

β) Διαβίωση

Αλλά και για τις συνθήκες διαμονής τα συμπεράσματα είναι απογοητευτικά. Πιο συγκεκριμένα, τα παιδιά που έρχονταν από τα χωριά για να μαθητεύσουν σε κάποιο επάγγελμα διέμεναν ή στο σπίτι ή στο εργαστήρι του μάστορα που τα προσλάμβανε3.

——————————————

1. Βλ. Παναγ. Σκουζές, Απομνημονεύματα, σ. 90. Πβ. και Κων. Φωτόπουλος, "Τα ισνάφια των παπ'τσήδων και κονταρτζηδων", ό.π., σ. 74.

2. Την πληροφορία αυτή μας έδωσε ο παπουτζής Δημήτριος Φιλίδης από τα Γιάννενα.

3. Σπάνιες είναι οι περιπτώσεις, όπου τα τσιράκια διέμεναν στα χάνια, και για να εξοικονομήσουν το αντίτιμο του ενοικίου, αναγκάζονταν να πλένουν τα πιάτα στο μαγειρείο του χανιτζή.

Σελ. 62
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/3/gif/63.gif&w=600&h=9153. Παπαγεωργίου, Μαθητεία στα επαγγέλματα

Στην πρώτη περίπτωση παραχωρούνταν στους μαθητευόμενους κάποιο δωμάτιο, μικρό, σκοτεινό και πνιγηρό, στο οποίο κατέλυαν όλοι μαζί, "κακήν κακώς", υγιείς και ασθενείς. Στη δεύτερη περίπτωση τα υπερώα των εργαστηρίων αποτελούσαν ταυτόχρονα και τον τόπο εργασίας και τον τόπο διαμονής των τσιρακιών. Αναμφισβήτητα η θέση των παιδιών αυτών ήταν πιο δυσμενής, επειδή τόσο τα ίδια τα εργαστήρια όσο και οι περιοχές που τα φιλοξενούσαν δεν τηρούσαν ούτε τους πιο στοιχειώδεις κανόνες υγιεινής,

Όπως είναι λίγο-πολύ γνωστό, οι αγορές, τα παζάρια, αποτελούσαν βέβαια την εποχή εκείνη τις πιο ενδιαφέρουσες και αξιοθέατες συνοικίες των πόλεων, κυρίως για την αφθονία, την ποικιλία και την κομψότητα των εμπορευμάτων, αλλά παράλληλα αποδεικνύονταν και σαν οι πιο ανθυγιεινές και ακατάλληλες περιοχές, όχι μόνο για διαμονή αλλά και για εργασία.

Από τα περιηγητικά κείμενα διαπιστώνουμε πως όλοι σχεδόν οι ξένοι επισκέπτες συγκλίνουν στην άποψη ότι ο χώρος της αγοράς, δρόμοι και καταστήματα, είναι το πιο σκοτεινό, ρυπαρό, πνιγηρό και δύσοσμο σημείο της πόλης1. Κι αυτό γιατί οι δρόμοι-σοκάκια ήταν πολύ στενοί, ανήλιοι, ακάθαρτοι, χωρίς αποχετευτικό σύστημα και τα εργαστήρια, αν και τα περισσότερα είχαν συνήθως ξύλινη κατασκευή2, δεν έπαυαν παρ' όλα αυτά να είναι

——————————————

1. Ο F. Pouqueville στο Voyage dans la Grèce, τ. 1, Paris 1820, σ. 118, ονομάζει το γιαννιώτικο παζάρι, που ως γνωστό ήταν μια από τις καλύτερες αγορές του ΝΔ τμήματος της βαλκανικής χερσονήσου, βορβορώδες με δρόμους σκολιούς. Παρόμοιες είναι οι εντυπώσεις που απεκόμισε o Άγγλος περιηγητής Henry Holland, Travels in the Ionian Isles, Albania, Thessaly, Macedonia, etc. during the years 1812 and 1813, (sec. edition), τ. Α΄, London 1819, σ. 190-191. Αλλά και στα τέλη του 19ου αιώνα η γιαννιώτικη αγορά παραμένει "σκοτεινή, έχουσα οδούς ρυπαράς, στενάς και κακώς εστρωμένας τινάς δε και αδιεξόδους". Βλ. Ιω. Λαμπρίδης, Ηπειρωτικά Μελετήματα, τχ. Α΄, σ. 26.

2. Σύμφωνα με τον Πασπάτη, (Υπόμνημα περί του Γραικικού Νοσοκομείου, σ. 5, σημ. 1), τα περισσότερα εργαστήρια της εποχής εκείνης ήταν

Σελ. 63
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Η μαθητεία στα επαγγέλματα (16ος-20ός αι.)
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 44
    3. Παπαγεωργίου, Μαθητεία στα επαγγέλματα

    μαθητευόμενοι. Οι πρώτοι δηλαδή δεν πλήρωναν καθόλου ή διέθεταν πολύ ελάχιστα χρήματα για την εκπαίδευσή τους, μαθήτευαν κοντά στους δικούς τους ακριβώς τον αναγκαίο χρόνο ή και λιγότερο και το κυριότερο είχαν πιο ανθρώπινες συνθήκες διατροφής και διαβίωσης1.

    Όπως είναι φυσικό, τα συντεχνιακά μέλη που είχαν γιους-μαθητές φρόντιζαν, όσο πιο γρήγορα γινόταν, να τους προωθήσουν, εξασφαλίζοντας την άμεση διαδοχή, ενώ τα παιδιά που προέρχονταν από εξω-επαγγελματικές οικογένειες, τα παρεμπόδιζαν συνεχώς και παραβίαζαν τις συμφωνημένες διάρκειες μαθητείας για την εξακολούθηση της παροχής δωρεάν εργασίας.

    4. Είδος εργασίας

    Κατά τη διάρκεια της "πρωτοβάθμιας" εκπαίδευσής τους οι μαθητευόμενοι ήταν υποχρεωμένοι να προσφέρουν στους συντεχνίτες υπηρεσίες, όχι μόνο επαγγελματικές στα εργαστήρια, αλλά και στα σπίτια τους καθαρά υπηρετικές. Αρκετές φορές μάλιστα, ο μάστορας ζητούσε επιτακτικά από το τσιράκι του πολλές και βαριές εκδουλεύσεις, που έρχονταν σε πλήρη αντίθεση με τις σωματικές και πνευματικές δυνατότητες της ηλικίας του. Ανάμεσα στα πολυπληθή και ποικίλα υπηρετικά καθήκοντα των τσιρακιών ξεχωρίζουν: το άναμμα της φωτιάς, το μαγείρεμα, το κουβάλημα ξύλων για θέρμανση, η μεταφορά του νερού από το πηγάδι η τη βρύση, το πλύσιμο πιάτων και ρούχων, το ζύμωμα του ψωμιού, το γυάλισμα των παπουτσιών του μάστορα και το ξεσκόνισμα των ρούχων του, η καθαριότητα του σπιτιού και η απασχόληση των μικρών παιδιών των αφεντικών τους,

    Την παραπάνω πραγματικότητα μας αποδίδει με πολύ πειστικό

    ——————————————

    1. Μπορούμε να υποστηρίξουμε εδώ ότι ειδικότερα οι γιοι των συντεχνιακών μελών δεν έπαιρναν μισθό, επειδή οι σχέσεις τους με τους γονείς τους χαρακτηρίζονταν από τα ισχύοντα δίκαια των εποχών ως οικογενειακές σχέσεις και όχι ως συμβάσεις εργασίας.