Συγγραφέας:Παπαγεωργίου, Γιώργος
 
Τίτλος:Η μαθητεία στα επαγγέλματα (16ος-20ός αι.)
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:3
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:1986
 
Σελίδες:192
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Μαθητεία και εργασία
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα
 
Χρονική κάλυψη:16ος-20ός αι.
 
Περίληψη:Η παρούσα μελέτη, βασισμένη σε γνωστές αλλά και άγνωστες αρχειακές πηγές, προσπαθεί να αποκρυπτογραφήσει τους μηχανισμούς που διέπουν τα παραδοσιακά συστήματα μαθητείας και να αναζητήσει τους τρόπους προσαρμογής της παιδικής και νεανικής ηλικίας σε αυτά.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 6.69 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 56-75 από: 194
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/3/gif/56.gif&w=600&h=9153. Παπαγεωργίου, Μαθητεία στα επαγγέλματα

απαγόρευση της συνομιλίας έκανε ακόμη πιο πολύ καταθλιπτικό και μαρτυρικό το εξουθενωτικό ωράριο εργασίας των τσιρακιών.

Την αδιάκοπη εργασία, χωρίς την παραμικρή χαλάρωση, επισημαίνει και ο Γ. Βιζυηνός, όταν δωδεκαετής μαθητεύει στο "κακοδαιμονέστατον εσνάφι των ραπτών", καταδικασμένος να κάθεται "σταυροποδητός και εσκυμμένος από πρωίας μέχρι βαθυτάτης νυκτός". Εύγλωττο είναι το κείμενο που ακολουθεί: "Προ πάντων ήρχισα ν' απεχθάνωμαι τον μάστορήν μου μικρόσωμον, καχεκτικόν γερόντιον, το οποίον [,,.] δεν έπαυε επιτηρών με ύπερθεν των μεγάλων και στρογγυλών αυτού διόπτρων μη τυχόν εκτείνω ολίγον τον μαργωμένον πόδα ή ορθώσω επί μικρόν την κατάκοπον σπονδυλικήν μου στήλην"1.

Αυτή η υπερβολική εργασία, σε συνδυασμό με τις μικρές ή ανύπαρκτες αμοιβές και τις άθλιες συνθήκες διατροφής και διαβίωσης, που θα γνωρίσουμε αμέσως παρακάτω, επηρέαζε αφάνταστα τη σωματική τους διάπλαση και έκανε τους περισσότερους μαθητευόμενους καχεκτικούς, ασθενικούς και αρκετές φορές τους οδηγούσε στο θάνατο.

6. Αμοιβές

Οι αμοιβές των μαθητευόμενων είναι ενδεικτικές του κλίματος της εκμετάλλευσης. Το τσιράκι, παρ' ότι εργάζεται ακατάπαυστα, ακόμη και τις αργίες, δεν θεωρείται ότι προσφέρει, αλλ' ότι παίρνει. Αυτό αποτελεί κοινό τόπο τόσο για τους, γονείς και τα παιδιά τους όσο και για τους μάστορες.

Συνήθως τον πρώτο καιρό οι μαθητευόμενοι εργάζονταν χωρίς καμιά χρηματική αποζημίωση. Με το πέρασμα όμως του χρόνου

——————————————

μηδέ φλυαρήτε και λέγετε λόγια άκαιρα και αργά διατί όχι μόνον έχετε να δώσετε απολογίαν εν ημέρα κρίσεως διά τας αργολογίας όπου κάμνετε [...] αλλά και προς τούτοις καμίαν προκοπήν δεν λαμβάνετε εις την τέχνην σας". Βλ. Νικόδημος Αγιορείτης, Χρηστοήθεια, Ενετίησιν 1803, σ. 20.

1. Βλ. Γ. Βιζυηνός, Το μόνον της ζωής του ταξίδιον, Άπαντα, εκδ. οίκος Χρ. Γιοβάνη, Αθήναι 1955, σ. 207.

Σελ. 56
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/3/gif/57.gif&w=600&h=9153. Παπαγεωργίου, Μαθητεία στα επαγγέλματα

έπαιρναν κάποιο μισθό, "ρόγα"1, στην αρχή πολύ μικρό, που αύξαινε προοδευτικά2. Παρ' όλα αυτά οι αποδοχές τους εξακολουθούσαν να είναι στο σύνολό τους πενιχρές. Οι ελάχιστες διαφοροποιήσεις που παρατηρούνται ανάμεσα στις συντεχνίες δεν αλλοιώνουν τον κανόνα.

Αλλά και στην ίδια τη συντεχνία μπορεί να διαφέρει η ετήσια "στοίχιση" ή το "ρόγιασμα" του τσιρακιού από μάστορα σε μάστορα, χωρίς αυτό να σημαίνει, πέρα από μια ευνοϊκότερη μεταχείριση, ότι ο "προνομιούχος" μαθητευόμενος αποσπούσε ικανοποιητικά χρηματικά ωφέλη.

Στα αρχεία της συντεχνίας των φιλιππουπολιτών τεκτόνων καταχωρίζονται πάμπολλα τέτοια παραδείγματα: "1852 Ιανουαρίου 31, Τενεκέογλου Θουδωρής στοίχησι τσιράκι διά χρονικήν γρ. 210 - Ιανουαρίου 18, στοίχησι τσιράκι Παναγιώτης Τζερναμέλκα διά χρονικήν γρ. 215 - 1815 τη Μαΐου 8, στοίχησι μάστουρ Σταύρη Κιουλαφλής μαθητή διά χρόνον γρ. 120 - 1852 Αυγούστου 24 στοίχησι μάστουρ-Γεώργις Τασούλους μαθητή διά χρονικήν γρ. 200 - 1852 Σεπτεμβρίου 25, Γάνους Δουμουστζής στοίχησι. του Κατζούολου διά χρονικήν διά γρόσια 250 - 1852 Οκτωβρίου πρώτης, στοίχησι Ναούνης τσιράκι διά χρονικήν διά γρόσια 130 - Οκτωβρίου 26 στοίχησι τσιράκι Χρήστου Τσαούσης διά χρονικήν διά γρ. 155"3.

——————————————

1. ρόγα και ρογιάζω = μισθός και μισθώνω (λατιν. erogo). Βλ. και το δημοτικό τραγούδι: "Εγώ είμαι έν' ορφανό παιδί, κι έχω και χήρα μάνα / Μ' ερρόγιασεν η μάνα μου σ' ενός Αρμένη χέρια". Πβ. και την παραλλαγή: "Εγώ 'μαι τ' ορφανό παιδί, πόχω τη χήρα μάνα,/που πήγε και μ' αρόγιασε σ' έναν κακό αφέντη".

2. Βλ. Αγγ. Χατζημιχάλη, "Μορφές από την σωματειακή οργάνωση των Ελλήνων στην Οθωμανική αυτοκρατορία. Οι συντεχνίες-Τα ισνάφια", L'Hellénisme Contemporain (1453-1953). Η πεντακοσιοστή επέτειος από της αλώσεως της Κωνσταντινουπόλεως, Αθήνα 1953, σ. 290. Πβ. και Π. Παπαχριστοδούλου, "Τα εσνάφια και η οικονομική και πνευματική άνθιση του Ελληνισμού", ΑΘΛΓΘ 16 (1951), σ. 59.

3. Βλ. Μ. Αποστολίδης, "Τα αρχεία του εν Φιλιππουπόλει εσναφίου τεκτόνων", ό.π., σ. 119-120.

Σελ. 57
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/3/gif/58.gif&w=600&h=9153. Παπαγεωργίου, Μαθητεία στα επαγγέλματα

Στην ίδια δεκαετία του 19ου αιώνα (1858) ανακαλύπτουμε ότι στα Γιάννενα το μεροκάματο ενός τσιρακιού, που εργάζεται κοντά σε κτιστάδες, κυμαίνεται από 2-4 γρόσια1. Αν επιχειρήσουμε μια σύγκριση στα ποσά με τα οποία αμείβονταν οι μαθητευόμενοι στις δύο αυτές περιοχές, αφού πρώτα μετατρέψουμε τις ετήσιες αποδοχές των πρώτων σε ημερήσιες, θα διαπιστώσουμε ότι το ημερομίσθιο των δεύτερων είναι πιο αυξημένο2.

Εκείνο όμως που έχει ιδιαίτερη σημασία είναι πως το "μεροδούλι" των μαστορόπουλων, ανεξάρτητα από τόπο και χρόνο, φαίνεται ισοδύναμο η και μικρότερο από την ημερήσια αποζημίωση των ζώων, που χρησιμοποιούνται από τους κτίστες για τη μεταφορά οικοδομικών υλικών3.

Αλλά και στις άλλες συντεχνίες οι μαθητευόμενοι έχουν παραπλήσιες αποδοχές, Σύμφωνα με τον Π. Αραβαντινό, το 1851 στα Γιάννενα "οι εν ταις βαναυσουργείαις παίδες λαμβάνουν 

——————————————

1. Βλ. "Κατάστιχον των εξόδων της οικοδομής της ιεράς εκκλησίας της κοιμήσεως της υπεραγίας Θεοτόκου του Αρχιμανδρείου επιστατούντων των κυρίων Ιωάννου Φώτου, Νικολάου Γιαννοπούλου, Αναστασίου Παναγιώτου, Σπυρίδων Ιωσήφ και αρχιερατεύοντος του αγίου Ιωαννίνων και Βελάς κυρίου Παρθενίου αωνη: 1858, Απριλ.. 7: Ιωάννινα", φ. 18v-19r, 21r και 22r.

2. Το συμπέρασμα βέβαια θα ήταν πιο πειστικό, αν γνωρίζαμε ότι οι καιρικές συνθήκες εκείνης της χρόνιας επέτρεψαν στους μαθητάδες-κτίστες των Γιαννίνων να εργαστούν τις 200 μέρες, που πήραμε ως μέσο όρο για τους αντίστοιχους μαθητές της Φιλιππούπολης και πως οι αποδοχές τους παρέμειναν στα ίδια επίπεδα ολόκληρο το εργάσιμο έτος.

3. Η αντιστοιχία μεροκάματου τσιρακιών-ζώων παρατηρείται και στα μπουλούκια των μαστόρων της Κόνιτσας. Βλ Νικ. Μουτσόπουλος, Κουδαραίοι Μακεδόνες και Ηπειρώτες μαΐστορες, Ανάτυπον εκ του Λευκώματος του Τ.Ε.Ε , Αθήναι 1976, σ. 368, όπου στο σχετικό συμφωνητικό, υπογραμμένο από τον ιδιοκτήτη και τον μάστορα Νικόλαο Γεωργίου, από τη Βούρμπγιανη της Κόνιτσας, σημειώνονται τα εξής: "ο ειρημένος Νικόλαος υποχρεούται να έχη έξ έως δέκα συντρόφους τεχνίτας καλούς και παιδία όσα χρειάζονται καθώς και ζώα διά τα οποία θέλει πληρώνεται όσο και τα παιδιά". To ίδιο φαινόμενο παρατηρείται και στην Πελοπόννησο. Βλ. Χρ. Κωνσταντινόπουλος, Οι παραδοσιακοί χτίστες της Πελοποννήσου, Αθήνα 1983, σ. 52.

Σελ. 58
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/3/gif/59.gif&w=600&h=9153. Παπαγεωργίου, Μαθητεία στα επαγγέλματα

ημερούσιον" από 2-5 γρόσια"1. Επίσης στην εποχή του Κριμαϊκού πολέμου στην Αχρίδα το μεροκάματο ενός τσιρακιού κυμαίνεται από 60 παράδες μέχρι 2 γρόσια2. Πηγαίνοντας αρκετά χρόνια πίσω θα δούμε ότι στην Ύδρα το 1819 η ημερήσια πληρωμή για τα παιδιά που μαθητεύουν στη συντεχνία των καλαφατών είναι 60 παράδες (1,5 γρόσι)3.

Για ν' αντιληφθούμε όμως την αξία του πενιχρού ημερομισθίου του τσιρακιού πρέπει να υπολογίσουμε ποια ήταν η αγοραστική του δύναμη σε βασικά είδη διατροφής της εποχής εκείνης. Επιχειρώντας λοιπόν τη σύγκριση με τις τιμές του καιρού, θα καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι με τις ήμερήσιες αποδοχές του μαθητευόμενου θα μπορούσε κανείς ν' αγοράσει μια οκά και ογδόντα δράμια βοδινού κρέατος ή μια οκά πρόβειου ή 200 δράμια ψάρια ή δύο οκάδες σιτάρι ή τρεις οκάδες καλαμπόκι ή 240 δράμια τυριού ή 120 δράμια βουτύρου ή 160 δράμια λαδιού.

Εκτός από την υποτυπώδη αμοιβή τους οι παραγιοί σε μερικά επαγγέλματα είχαν και το φιλοδώρημα τους. Σχετικά αναφέρεται ότι οι μαθητευόμενοι στις θρακικές συντεχνίες των αμπατζήδων φιλοδωρούνται με κάποιο μικρό ποσό, συνήθως ένα γρόσι, από τον πελάτη τους, που οι κάτοικοι της περιοχής ονόμαζαν τσιράκ-παρασί4. Αλλά και στις συντεχνίες των μπαρμπέρηδων τύχαινε, πού και πού, οι μικροί ν' αποσπούν από μερικούς ευκατάστατους πελάτες, μετά την ανάλογη περιποίησή τους, ένα ασήμαντο νόμισμα.

Ακόμη στα Γιάννενα τα μαστορόπουλα, όπως άλλωστε και οι καλφάδες και οι ίδιοι οι κτίστες, έπαιρναν κάθε Σάββατο μια

——————————————

1. Βλ. Π. Αραβαντινός, Χρονογραφία της Ηπείρου, τ. Β΄, εν Αθήναις 1856, σ. 255, σημ. 2.

2. Βλ. "Ohrid i Ohridsko niz istoriata", Institut za nacionalna istorija, Βιβλίο Β΄, Skopia 1978, σ. 122.

3. Βλ. Αντ. Μανιίκης, "Τα συνάφια της προεπαναστατικής Ύδρας", ό.π., σ 192.

4. Βλ. Β. Ν. Δεληγιάννης, "Το αμπατζηλίκι στη Θράκη", ΑΘΛΓΘ 2 (1935-36), σ 67-68.

Σελ. 59
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/3/gif/60.gif&w=600&h=9153. Παπαγεωργίου, Μαθητεία στα επαγγέλματα

επιπλέον χρηματική αποζημίωση, ισοδύναμη ή και μεγαλύτερη από το μεροκάματό τους, η οποία καταγράφεται στα σχετικά έγγραφα ως "σαβατιάτικο"1.

Τέλος, πρέπει να επισημάνουμε το ενδιαφέρον έθιμο σύμφωνα με το οποίο οι μάστορες, τόσο στις βιοτεχνικές όσο και στις εμπορικές και τις άλλες επαγγελματικές συσσωματώσεις, έδιναν περιοδικά στα τσιράκια τους, υπό μορφή δώρου, ένα ευτελές χρηματικό ποσό για τα έξοδα του κουρέα, τα λεγόμενα "ξυριστικά"2. Δίνοντας μια πρώτη ερμηνεία στο γεγονός νομίζουμε ότι οι μάστορες προέβαιναν στη χειρονομία αυτή επειδή απαιτούσαν μέσα στα πλαίσια της γενικότερης συντεχνιακής πειθαρχίας, οι μαθητευόμενοι να παρουσιάζονται "ευπρεπείς" και καθαροί τόσο για λόγους υγιεινής όσο και καλαισθησίας.

7. Διατροφή και διαβίωση

α) Διατροφή

Από τα στοιχεία που έχουμε στη διάθεσή μας εύκολα διαφαίνεται ότι οι μαθητευόμενοι υποσιτίζονταν, αφού η καθημερινή τους τροφή και ανεπαρκής ποσοτικά αλλά και ποιοτικά κάκιστη ήταν. Δεν θα ήταν υπερβολή, αν υποστηρίζαμε ότι η σίτισή τους, με μηδαμινή προσφορά θρεπτικών υλών για τον ανθρώπινο οργανισμό, μόλις εξασφάλιζε τη διατήρησή τους στη ζωή.

Σύμφωνα με τις πηγές, την "παντοτεινή" τους τροφή αποτελούσε το καλαμποκίσιο ψωμί ή το μαύρο, μίγμα σιταριού, κριθαριού και καλαμποκιού, που συνοδευόταν συνήθως με κρεμμύδια και πράσσα ωμά και σπάνια με τυρί3. Σε δεύτερη μοίρα 

——————————————

1. Βλ. Κώδικας Αρχιμανδρειού, ό.π., φ. 18r-v.

2. Βλ. Αναστ.. Γούδας, Βίοι Παράλληλοι, τ. Γ΄, εν Αθήναις 1870, σ. 85. Πβ. και Παναγής Σκουζές, Απομνημονεύματα, σ. 91.

3. Βλ. A. Γ. Πασπάτης, Υπόμνημα περί του Γραικικού Νοσοκομείου, σ. 236 και 238.

Σελ. 60
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/3/gif/61.gif&w=600&h=9153. Παπαγεωργίου, Μαθητεία στα επαγγέλματα

ακολουθούσαν τα όσπρια, τα λαχανικά -κι αργότερα οι πατάτες- μαγειρεμένα με ελάχιστο λάδι αλλά άφθονο ξύδι και πιπέρι. Χαρακτηριστική είναι η φράση-απάντηση από την συνθηματική γλώσσα των κτιστών της Ηπείρου στην ερώτηση ποιο είναι το συνηθισμένο τους φαγητό: "Μαντεύουμι μανό, μίχου, κούκκ'ς, νιροπούλια κιτς πιρσσότιρις dénis πρασνάδια και φουσκοκίλια" (τρώμε ψωμί, κρέας, κουκκιά, ψάρια και τις περισσότερες ημέρες λάχανα και φασόλια)1.

Όμως το κρέας ανήκε στα σπάνια είδη διατροφής για τα τσιράκια και, όταν κάποτε είχαν την τύχη να το γευθούν, οι προσφερόμενες μερίδες ήταν πάντα ελλιπείς.

Να πώς μας περιγράφει τη διατροφή του ο μετσοβίτης ευεργέτης Μιχαήλ Τοσίτσας, όταν μαθήτευε σ' ένα γουναρά της Θεσσαλονίκης στις αρχές του 19ου αιώνα: "Ούτω μεταβάς περί τα τέλη του 1801 εις Θεσσαλονίκην, εμβήκα εις τεχνίτην τινά, ονομαζόμενον Καραστογιάννην, άνθρωπον έχοντα κατάστημα με μαθητάς και τον οποίον είχε σύντροφον ο πατήρ μου. Αν και υπέφερον πολλά ένεκα της απλότητος του άνθρωπου τούτου, διότι ούτος εσυνείθιζε να ζη λιτώτατα, ως εσυνείθιζον να ζώσι τότε όλοι οι εν Θεσσαλονίκη, και ως το μόνον άφθονον εις ημάς ήτον ο άρτος, ενίοτε δε ετρώγαμεν 12 άνθρωποι μίαν οκάν κρέατος, και διά να αποχορτάσωμεν μας έδιδεν απ' ολίγον τυρόν, όταν δε έλειπε και τούτο, μας έδιδεν έν αυγόν εις δύο ανθρώπους και δι' εμέ ήτο δύσκολον τούτο, ως συνειθισμένον όντα εις τον πατέρα μου άλλως, μολοντούτο δεν ετόλμων να φανερώσω ταύτα"2.

Σε ανάλογη η και μειονεκτικότερη θέση βρίσκονται οι μαθητευόμενοι, όταν το συμβόλαιο μαθητείας δεν δεσμεύει τον μάστορα για την παροχή της καθημερινής τους τροφής. Τα παιδιά αυτά είναι αναγκασμένα ν' αναλαμβάνουν μόνα τους τη φροντίδα του φαγητού, που ήταν πάντοτε λιτό και απέριττο, μια και οι αμοιβές τους

——————————————

1. Βλ. Χρίστος Σούλης, "Τα κουδαρίτικα των Χουλιαροχωρίων της Ηπείρου", Η.Χ. 5 (1930), σ. 168.

2. Βλ. Αν. Γούδας, Βίοι Παράλληλοι, τ. Δ΄, σ. 151.

Σελ. 61
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/3/gif/62.gif&w=600&h=9153. Παπαγεωργίου, Μαθητεία στα επαγγέλματα

δύσκολα κάλυπταν τις ισχνές, αλλά απαραίτητες δαπάνες, για την παρασκευή του φτωχικού τους γεύματος. Μοναδική ελπίδα για να γεμίσουν κάπως το στομάχι τους ήταν το φίλεμα από τις γυναίκες των μαστόρων, όταν τα πρωινά περνούσαν τις ώρες τους στο σπίτι του μάστορα, προσφέροντας κι εκεί υπηρεσίες: "Μόλις καμίαν βολάν μού εφίλεβον οι μαΐστρες μου λίγα τζίτζιφα ή ολίγα ξυλοκέρατα"1.

Πρέπει ακόμη να προσθέσουμε εδώ ότι μόνο οι μάστορες μπορούσαν να παίρνουν στο μαγαζί πρόχειρο πρόγευμα. Για τους καλφάδες και ιδίως τα τσιράκια απαγορευόταν το φαγητό ενδιάμεσα, πριν τη μεσημεριάτικη διακοπή: "Μόλις έβλεπε o μάστορας ότι πηγαίνουμε να τσιμπήσουμε καμιά ελιά με ψωμί έβγαινε από την έξω μεριά του εργαστηριού όπου ήταν τα παπούτσια κρεμασμένα και τα ξεσκόνιζε. Πέφτανε οι σκόνες πάνω μας, πού να βάλουμε μπουκιά στο στόμα μας"2.

Βέβαια οφείλουμε να ομολογήσουμε ότι και η τροφή όλων των άλλων μελών της συντεχνιακής κλίμακας (καλφάδων, μαστόρων) δεν διέφερε ουσιαστικά. Όμως στην παιδική ηλικία η ανεπαρκής και πολλές φορές ακατάλληλη σε σύνθεση διατροφή καταβάλλει γρηγορότερα τον ανθρώπινο οργανισμό και τον οδηγεί πιο εύκολα σε νοσηρές καταστάσεις, απ' ό,τι τον ενήλικο,

β) Διαβίωση

Αλλά και για τις συνθήκες διαμονής τα συμπεράσματα είναι απογοητευτικά. Πιο συγκεκριμένα, τα παιδιά που έρχονταν από τα χωριά για να μαθητεύσουν σε κάποιο επάγγελμα διέμεναν ή στο σπίτι ή στο εργαστήρι του μάστορα που τα προσλάμβανε3.

——————————————

1. Βλ. Παναγ. Σκουζές, Απομνημονεύματα, σ. 90. Πβ. και Κων. Φωτόπουλος, "Τα ισνάφια των παπ'τσήδων και κονταρτζηδων", ό.π., σ. 74.

2. Την πληροφορία αυτή μας έδωσε ο παπουτζής Δημήτριος Φιλίδης από τα Γιάννενα.

3. Σπάνιες είναι οι περιπτώσεις, όπου τα τσιράκια διέμεναν στα χάνια, και για να εξοικονομήσουν το αντίτιμο του ενοικίου, αναγκάζονταν να πλένουν τα πιάτα στο μαγειρείο του χανιτζή.

Σελ. 62
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/3/gif/63.gif&w=600&h=9153. Παπαγεωργίου, Μαθητεία στα επαγγέλματα

Στην πρώτη περίπτωση παραχωρούνταν στους μαθητευόμενους κάποιο δωμάτιο, μικρό, σκοτεινό και πνιγηρό, στο οποίο κατέλυαν όλοι μαζί, "κακήν κακώς", υγιείς και ασθενείς. Στη δεύτερη περίπτωση τα υπερώα των εργαστηρίων αποτελούσαν ταυτόχρονα και τον τόπο εργασίας και τον τόπο διαμονής των τσιρακιών. Αναμφισβήτητα η θέση των παιδιών αυτών ήταν πιο δυσμενής, επειδή τόσο τα ίδια τα εργαστήρια όσο και οι περιοχές που τα φιλοξενούσαν δεν τηρούσαν ούτε τους πιο στοιχειώδεις κανόνες υγιεινής,

Όπως είναι λίγο-πολύ γνωστό, οι αγορές, τα παζάρια, αποτελούσαν βέβαια την εποχή εκείνη τις πιο ενδιαφέρουσες και αξιοθέατες συνοικίες των πόλεων, κυρίως για την αφθονία, την ποικιλία και την κομψότητα των εμπορευμάτων, αλλά παράλληλα αποδεικνύονταν και σαν οι πιο ανθυγιεινές και ακατάλληλες περιοχές, όχι μόνο για διαμονή αλλά και για εργασία.

Από τα περιηγητικά κείμενα διαπιστώνουμε πως όλοι σχεδόν οι ξένοι επισκέπτες συγκλίνουν στην άποψη ότι ο χώρος της αγοράς, δρόμοι και καταστήματα, είναι το πιο σκοτεινό, ρυπαρό, πνιγηρό και δύσοσμο σημείο της πόλης1. Κι αυτό γιατί οι δρόμοι-σοκάκια ήταν πολύ στενοί, ανήλιοι, ακάθαρτοι, χωρίς αποχετευτικό σύστημα και τα εργαστήρια, αν και τα περισσότερα είχαν συνήθως ξύλινη κατασκευή2, δεν έπαυαν παρ' όλα αυτά να είναι

——————————————

1. Ο F. Pouqueville στο Voyage dans la Grèce, τ. 1, Paris 1820, σ. 118, ονομάζει το γιαννιώτικο παζάρι, που ως γνωστό ήταν μια από τις καλύτερες αγορές του ΝΔ τμήματος της βαλκανικής χερσονήσου, βορβορώδες με δρόμους σκολιούς. Παρόμοιες είναι οι εντυπώσεις που απεκόμισε o Άγγλος περιηγητής Henry Holland, Travels in the Ionian Isles, Albania, Thessaly, Macedonia, etc. during the years 1812 and 1813, (sec. edition), τ. Α΄, London 1819, σ. 190-191. Αλλά και στα τέλη του 19ου αιώνα η γιαννιώτικη αγορά παραμένει "σκοτεινή, έχουσα οδούς ρυπαράς, στενάς και κακώς εστρωμένας τινάς δε και αδιεξόδους". Βλ. Ιω. Λαμπρίδης, Ηπειρωτικά Μελετήματα, τχ. Α΄, σ. 26.

2. Σύμφωνα με τον Πασπάτη, (Υπόμνημα περί του Γραικικού Νοσοκομείου, σ. 5, σημ. 1), τα περισσότερα εργαστήρια της εποχής εκείνης ήταν

Σελ. 63
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/3/gif/64.gif&w=600&h=9153. Παπαγεωργίου, Μαθητεία στα επαγγέλματα

χαμηλά1, αποπνικτικά, υγρά και βρώμικα και πολλές φορές ετοιμόρροπα2.

Σε παρόμοια 'η και χειρότερη κατάσταση βρίσκονταν και οι "σοφίτες" των καταστημάτων, στα οποία διανυκτέρευαν τα τσιράκια. Μοναδική και πολύτιμη είναι η μαρτυρία που μας παρέχει ο Α. Γ. Πασπάτης σχετικά με το θέμα αυτό, επειδή με την ιδιότητα του γιατρού κατόρθωνε να εισχωρεί αρκετές φορές στα ενδότερα, "τα απόκρυφα" των χώρων αυτών, εξετάζοντας τους κατά καιρούς ασθενείς συντεχνίτες: "Τα υπερώα ταύτα συχνάκις αναμιμνήσκω εις τον αναγνώστην. Είναι καταλύματα σπανίως καθαριζόμενα, με καλύμματα και στρώματα απρόσιτα από την ρυπαρότητα και ζωύφια παντός είδους. Ταύτα σπανίως βλέπουν οι ξένοι. Ένεκα τούτου περιγράφω αυτά, διότι συχνά επεσκέφθην ασθενείς τεχνίτας, εδώ παρά των συνεταίρων και συγγενών νοσηλευομένους". Και συνεχίζει παρακάτω: "Τοιαύτα είναι τα μαθήματα της παραλλήλου μελέτης των εν Κωνσταντινουπόλει συντεχνιτών, συντείνοντα όχι μόνον προς φωτισμόν ημών αλλά και προς διδασκαλίαν αυτών, των οποίων ο βίος παρά της νοσεράς εργασίας και κακίστης τροφής συντεμνόμενος, δύναται διά πλειοτέρας φροντίδος να σώση απ' άωρον θάνατον τόσους χρηστούς και φιλοπόνους εργάτας"3.

——————————————

ξύλινα, γιατί επικρατούσε η αντίληψη ότι τα πέτρινα ήταν υγρά και κατά συνέπεια νοσηρά.

1. Στην Έδεσσα τα συντεχνιακά εργαστήρια κατά την Τουρκοκρατία ήταν τόσο χαμηλά ώστε χρειαζόταν μεγάλη προσοχή για ν' αποφύγει κανείς το χτύπημα του κεφαλιού στα ξύλα της οροφής. Βλ. Κ. Σταλίδης, Οι συντεχνίες και τα επαγγέλματα στην Έδεσσα την περίοδο της Τουρκοκρατίας, Έδεσσα 1974, σ. 33.

2. Βλ. Σκαρλάτος Βυζάντιος, Η Κωνσταντινούπολις, τ. Α΄, Αθήνησι 1851, σ. 3.

3. Βλ. Α. Γ. Πασπάτης, Υπόμνημα περί του Γραικικού Νοσοκομείου, σ. 196, 238-239.

Σελ. 64
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/3/gif/65.gif&w=600&h=9153. Παπαγεωργίου, Μαθητεία στα επαγγέλματα

8. Ποινές - Εγκατάλειψη των μαστόρων

Ήταν παλιά συνήθεια, αλλά και επιβαλλόταν αργότερα, μετά την έκδοση αυτοκρατορικής διαταγής από τον σουλτάνο Μουσταφά τον Γ΄, το 1773 1, το μικρό μαστορόπουλο να υπακούει τυφλά στις εντολές του αφεντικού του και να προσφέρει όχι μόνο επαγγελματικές και οικιακές υπηρεσίες, αλλά και αγροτικές, σε περίπτωση που ο εργοδότης του είχε παράλληλα και κάποιο αγρόκτημα. Κάθε ανυπακοή, κάθε αυθάδεια και κάθε αυθαίρετη πράξη, εκτός από την άμεση τιμωρία, μπορούσε να στοιχίσει ακριβά στην επαγγελματική σταδιοδρομία του μαθητευόμενου,

Σύμφωνα με τα δεδομένα αυτά εναρμονίζεται και το σύστημα διαπαιδαγώγησης του τσιρακιού, που περιλάμβανε, ανάμεσα στα άλλα, και τις διάφορες τιμωρίες που του επέβαλλε ο μάστορας, όταν αυτό κατά τη γνώμη του απειθαρχούσε, Έτσι, αρκετές φορές για το παραμικρό επαγγελματικό λάθος, που μπορεί να οφειλόταν σε άγνοια ή στην αδυναμία του τσιρακιού εξαιτίας της μικρής του ηλικίας, ο εκπαιδευτής το χτυπούσε ή το έδερνε2. Το ίδιο συνέβαινε κι όταν το μικρό παιδί υπέπιπτε σε κάποιο παράπτωμα. Η πιο συνηθισμένη τιμωρία ήταν οι ραβδισμοί στις πατούσες των

——————————————

1. Βλ. παράρτημα, αριθμ. εγγρ. 1.

2. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του Παν. Σκουζέ όταν πηγαίνοντας στη Χαλκίδα ο πατέρας του τον βάζει να μαθητεύσει σ' ένα παπουτζή: "Οπού ο Διονύσιος Κάσταγλης, παπουτζής, μετά τόσες τυραννίες με εσήκωνεν από τα μεσάνυκτα να ράφτω και μίαν νυκτιάν με σήκωσεν τα μεσάνυκτα και μ' έδοσεν ένα πετζί να το πάγω να το μουσκέψω έξω του χωριού, όπου ήτον μια σύναξη του νερού πλησίον εις ένα πηγάδι. Εγώ επήρα το πετζί, επήγα το έβαλα εις το νερόν. Ήτον χειμώνας. Ετραβήχτηκα και ήβγα εις μιαν αχυρώνα βογδιών και ετζεί με πήρεν ο ύπνος. Αφ' επέρασαν τρεις ώρες σχεδόν και δεν έγύρισα, ήλθεν ο μάστορής μου ζητώντας με. Ήβρεν το πετζί, δεν με βρίσκει εμένα. Ήτον ακόμη νύχτα. Υποπτεύθη ότι έπεσα εις το πηγάδι, ως σκοτεινά. Κρεμάζει το φανάρι εις το πηγάδι να ιδεί αν είμαι πεσμένος. Προς την αυγήν έξύπνησα και γυρεύω το πετζί, αλλά το είχεν παρμένο. Πηγαινάμενος εις τον μάστοράν μου, μού έδοσεν ένα ξύλον τόσον! και έτζι επήγα εις τον Σιναΐτην" (Παναγής Σκουζές, Απομνημονεύματα, σ. 93-94).

5

Σελ. 65
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/3/gif/66.gif&w=600&h=9153. Παπαγεωργίου, Μαθητεία στα επαγγέλματα

ποδιών, γνωστή περισσότερο ως φάλαγγα: "και ξύλο όταν αυθαδίαζα ή όταν δεν έκαμνα το χρέος μου. Μερικές βολές με τον φάλαγγα εις τους πόδας"1. Στη συντεχνία μάλιστα των παντοπωλών της Μοσχόπολης ο ραβδισμός αυτός γινόταν δημόσια στο χώρο της αγοράς, σύμφωνα με το 8ο άρθρο του καταστατικού τους: "αν ευρεθή τινάς οπού να υβρίση τον μεγαλύτερόν του ή να ατιμάση τους τιμημένους ανθρώπους οπού περνούν διά της αγοράς, να δαρθή εις τον φάλα[γ]καν μέσα εις το παζάρι και έτζη να σωφρονισθή"2.

Στο είδος και το μέγεθος της ποινής οι μάστορες είχαν απόλυτη εξουσία και ελευθερία3, πράγμα που δυσκόλευε αφάνταστα τη θέση του μαθητευόμενου, αφού παράλληλα δεν είχε το δικαίωμα να διαμαρτυρηθεί και ν' αντιδράσει, "Εκείνη την εποχή ο τεχνίτης δεν σ' άνοιγε εύκολα τα μάτια [...] Αλλά όταν έβγαινε έξω, έπαιρνες ένα κομμάτι ή δεν μπορούσες να το φτιάξεις ή έκανες κάποια ζημιά σε πλάκωνε στο ξύλο, σκύβαμε το κεφάλι, δεν μπορούσαμε να κάνουμε αλλιώς"4.

——————————————

1. Σύμφωνα με τον Σκουζέ ο φάλαγγας: "ήτον ένα ξύλον από ένα μέτρον έως 6 ρούπια μακριός, με δύο τρύπες έως ένα ρούπι η μια από την άλλην· ένα σκοινί περασμένο, έχοντας δύο κόμβους εις τες άκρες να μην ξεπερνά. Αυτού έβαζαν τες πόδες και έστριφταν το ξύλον και έσφικον τα πόδια εις τους αστραγάλους από κάτω και ο διδάσκαλος έδερνεν". (Παν. Σκουζές, ό.π., σ. 91).

2. Βλ. Ν. Βέης, "Εκ του καταστίχου της συντεχνίας των παντοπωλών Μοσχοπόλεως", ό.π., σ. 527.

3. Η ποινή μπορεί ακόμη να είναι και χρηματική, όπως αφήνει να εννοηθεί το παρακάτω δίστιχο, από το στιχούργημα που τιτλοφορείται "το ραφτόπουλο".

"Σώπα, σώπα ραφτόπουλο και θα σε καταδώσω

και θα το πω στο μάστορη, λουφέ να μη σε δώση".

Βλ. Αναγνώστης Παρασκευόπουλος, "Τραγούδια Σωζοπολίτικα", Θρακικά 3 (1932), σ. 271. Πβ. και την παραλλαγή: τις λες μωρέ ραφτόπουλο, τι βάνεις με το νου σου,/ θε να το ειπώ του μάστορα ρόγα να μη σου δώσει / και να σου δίνει το ψωμί στου μαχαιριού τη μύτη. Ηπειρωτικά Δημοτικά Τραγούδια 1000-1958, εισαγ.-σχόλια-επιμ. Αθ. Γιάγκα, εκδ. Πύρρος, Αθήναι, σ. 294.

4. Βλ. Στ. Παπαδόπουλος, Η χαλχοτεχνία στον ελληνικό χώρο, σ. 98.

Σελ. 66
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/3/gif/67.gif&w=600&h=9153. Παπαγεωργίου, Μαθητεία στα επαγγέλματα

Πρέπει όμως να διευκρινιστεί ότι ο μάστορας μπορούσε να χτυπά το τσιράκι του όσο ήθελε, αρκεί να μην του αφήσει σημάδια, γιατί κάτι τέτοιο απαγορευόταν αυστηρά από το φιρμάνι του Μουσταφά του Γ΄.

Υπάρχουν ακόμη περιπτώσεις στις οποίες το τσιράκι τιμωρείται χωρίς να φταίει σε τίποτα. Σύμφωνα με πληροφορίες που αντλούμε από άρθρο, δημοσιευμένο στο Ελληνικό Ημερολόγιο του Μ, Βαϊάνου, οι πουλητάδες της Πόλης φόρτωναν με αρκετές ξυλιές τα τσιράκια τους όταν δεν πουλούσαν όλη την πραμάτεια τους1.

Κάτω από τις δύσκολες συνθήκες εργασίας, σε συνδυασμό με την άθλια διατροφή και διαβίωση αλλά και την απάνθρωπη συμπεριφορά των μαστόρων τους, αρκετοί μαθητευόμενοι αναγκάζονταν να τους εγκαταλείψουν αναζητώντας καλύτερες προοπτικές2. Συνήθως κατέφευγαν ή σε άλλους ομοτέχνους της ίδιας συντεχνίας ή σε εμπόρους, οι οποίοι τους δέχονταν με αρκετούς ενδοιασμούς, αφού τους κρατούσαν παράνομα.

Υπάρχουν βέβαια και σπάνιες περιπτώσεις κατά τις οποίες οι ίδιοι οι μάστορες έδιωχναν τα τσιράκια τους, όταν αυτό τους διευκόλυνε. Τότε, επειδή οι συντεχνίτες υποχρεώνονταν να τους καταβάλουν την ετήσια αμοιβή, μια και τους έδιωχναν πριν τον προβλεπόμενο από τη συμφωνία χρόνο, εξωθούσαν τα πράγματα σε τέτοιο βαθμό, ώστε οι μαθητευόμενοι να τους εγκαταλείψουν από μόνοι, τους πρόωρα. Με τον τρόπο αυτό όμως, οι όροι αντιστρέφονταν και οι μάστορες καρπώνονταν δωρεάν την εργασία για το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από την πρόσληψη του μαθητή μέχρι τη φυγή του.

——————————————

1. Βλ. Τατιάνα Σταύρου, "Αναμνήσεις από καιρούς περασμένους. Οι πουλητάδες της Πόλης", Ελληνικόν Ημερολόγιον "Ορίζοντες" Μάριου Βαϊάνου, 2 (1943), σ. 380.

2. Η Αγγελική Χατζημιχάλη στην εργασία της, "Μορφές από την σωματειακή οργάνωση των Ελλήνων", ό.π., σ. 290, υποστηρίζει ότι τα τσιράκια σπάνια αλλάζανε μάστορα, γιατί ανάμεσα στ' άλλα το θεωρούσαν και ντροπή.

Σελ. 67
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/3/gif/68.gif&w=600&h=9153. Παπαγεωργίου, Μαθητεία στα επαγγέλματα

Από τις πληροφορίες που έχουμε, βλέπουμε ότι ο μαθητευόμενος επιτρεπόταν να εγκαταλείψει τον εκπαιδευτή του μόνον όταν ο τελευταίος ήταν μέθυσος, τον κτυπούσε ή του συμπεριφερόταν "αποδεδειγμένα" απάνθρωπα. Αλλά παρ' όλα αυτά το τσιράκι αποδεσμευόταν τελικά από τον παλιό του μάστορα, αφού πρώτα συγκατένευαν οι γονείς του και στη συνέχεια του παραχωρούσε την άδεια ο πρωτομάστορας της συντεχνίας. Επειδή όμως ήταν πάρα πολύ δύσκολο να δικαιωθούν οι μαθητευόμενοι, εγκατέλειπαν τους μάστορες για να σωθούν. Τότε οι μάστορες απευθύνονταν στο διοικητικό συμβούλιο της συντεχνίας και κυρίως στον πρωτομάστορα, ο οποίος τους επέτρεπε να ξαναπάρουν τους "ένοχους" και να τους γυρίσουν πίσω στα εργαστήρια τους. Αν τυχόν κάποιος συντεχνίτης συναντούσε την επίμονη άρνηση του παιδιού, απευθυνόταν στους γονείς του και προσπαθούσε με τη μεσολάβησή τους να το ξαναφέρει κοντά του, για να μη χάσει τη φτηνή εργατική δύναμη που πρόσφερε τόσο στο μαγαζί όσο και στο σπίτι του.

Μια εικόνα της υποχρεωτικής αυτής επαναφοράς μας δίνει ο Μακρυγιάννης, όταν ως μαθητευόμενος εγκατέλειψε τον μάστορά του από τη Λειβαδιά και κατέφυγε στη Θήβα: "Σηκώθηκα και πήρα και άλλα παιδιά και πήγαμεν εις Φήβα. Η κακή τύχη και εκεί οι συγγενείς ήρθαν και μας πιάσανε και με φέραν πίσω εις την Λιβαδιά και εις τον ίδιον αφέντη"1. Στη βενετοκρατούμενη μάλιστα Κρήτη παρατηρούμε ότι σε όλα σχεδόν τα συμβόλαια μαθητείας, εμπορικής και βιοτεχνικής, οι γονείς εγγυώνται στον μάστορα την επαναφορά του γιου τους σε περίπτωση που ο τελευταίος τον εγκατέλειπε πρόωρα2.

Για να περιοριστεί η φυγή των μαθητών είχαν θεσπιστεί διάφορα μέτρα από τις συντεχνίες, που εμπόδιζαν το έσχατο αυτό όριο της άμυνάς τους. Από τα πιο σημαντικά ήταν: α) Η απαγόρευση της πρόσληψης τους από άλλο μάστορα, "Προσέτι αν ήθελε φύγη κανένας δούλος οπού είναι στιχιμένος χρονικώς, και πηγαίνη

——————————————

1. Βλ. Ιω. Μακρυγιάννης, Απομνημονεύματα, σ. 16.

2. Βλ. Ιω. Κίσκηρας, Η σύμβασις μαθητείας, σ. 9.

Σελ. 68
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/3/gif/69.gif&w=600&h=9153. Παπαγεωργίου, Μαθητεία στα επαγγέλματα

εις άλλον μάστορα να μην τον συμμαζώνη χωρίς να ερωτήση το μάστοράν του"1. Στην ίδια πρακτική εντάσσεται και η απαγορευτική διάταξη της συντεχνίας των αμπατζήδων της Φιλιππούπολης, σύμφωνα με την όποια δεν επιτρέπεται να "ξεμαυλά" ο ένας το τσιράκι του άλλου2. Έτσι, αν κάποιο συντεχνιακό μέλος δεχόταν παράνομα τον "φυγάδα" μαθητή, τιμωρούνταν από τη συντεχνία3. β) Η απώλεια του μισθού, της "ρόγας" του τσιρακιού για το χρονικό διάστημα που είχε προσφέρει υπηρεσίες στον προηγούμενο μάστορα του, ή κάποια άλλη "παιδεία"4.

Παρατηρούμε λοιπόν ότι οι διατάξεις αυτές απεικονίζουν τις σχέσεις υποτέλειας στην πόλη, οι οποίες, εκτός από μερικές λεπτομέρειες, δεν διαφέρουν στην ουσία από τις κοινωνικές σχέσεις της υπαίθρου. Όπως ο γεωργός ή δουλοπάροικος αδυνατούσε ν' αφήσει τη γη χωρίς την προσδιορισμένη εγγραφή άδεια του σπαχή ή του çiftlig-sahibi5, έτσι και το τσιράκι δεν μπορούσε να εγκαταλείψει το εργαστήρι του μάστορα του, αν δεν εξασφάλιζε προηγουμένως τη συγκατάθεση του, όσο κι αν ήταν δυσαρεστημένο από τη μεταχείριση του τελευταίου.

Διαφορετικά, έπρεπε να περιμένει να εξαντληθεί πρώτα 

——————————————

1. Βλ. Μ. Καλλινδέρης, Αι συντεχνίαι της Κοζάνης, σ. 47. Παρόμοια είναι και η ρήτρα στο συμφωνητικό των εσναφιών του Hadžioglu Pazardžik της Δοβρουτσάς: "υπόσχοντε αυτά τα εσνάφια ότι οπίου μαστόρου χορίς θελημά του ήθελεν αφίση ο ηπηρέτης του άλος από τους μαστόρους αυτών των εσναφιών να μην δεχθή αυτόν τον υπηρέτην". Βλ. Χαράλαμπος Παπαστάθης, "Συμφωνητικό εσναφιών του Hadžioglu Pazardžik της Δοβρουτσάς στα 1857", Μακεδονικά 16 (1976), σ. 314.

2. Βλ. M. Αποστολίδης, "Δύο έγγραφα εκ Φιλιππουπόλεως", Θρακικά 2 (1929), σ. 331.

3. Βλ. Κ. Γουναρόπουλος, "Κοζανικά", Πανδώρα KB' (1872), σ. 492. Πβ. και Αντ. Μανίκης, "Τα συνάφια της προεπαναστατικής Ύδρας", ό.π., σ. 191.

4. Βλ. Αντ. Λιγνός, Αρχείον Κοινότητος Ύδρας (1778-1832), τ. 6 (1818-1821). Πειραιεύς 1925, σ. 224. πβ. και Αντ. Μανίκης, ό.π., σ. 191.

5. Βλ. Απ. Βακαλόπουλος, Ιστορία τον Νέου Ελληνισμού, τ. B', Θεσσαλονίκη 1964, σ. 28.

Σελ. 69
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/3/gif/70.gif&w=600&h=9153. Παπαγεωργίου, Μαθητεία στα επαγγέλματα

ολόκληρη η προβλεπόμενη από τους συντεχνιακούς κανονισμούς προθεσμία και μετά να φύγει, πράγμα που πάλι απέβαινε εις βάρος του, αφού το χρονικό αυτό διάστημα δεν μπορούσε να προσμετρηθεί ως κανονικός χρόνος μαθητείας.

9. Πέρασμα στη βαθμίδα τον κάλφα

Οι υποχρεώσεις του μαθητευόμενου για τη μετάβαση του στην αμέσως επόμενη επαγγελματική βαθμίδα συνήθως δεν καθορίζονταν με σαφήνεια από τους συντεχνιακούς κανόνες. Έτσι, ήταν στη διάθεση του εκπαιδευτή να κρίνει και ν' αποφασίσει, πότε και κατά πόσο ήταν ικανός ο μαθητής του να μεταπηδήσει στο δεύτερο στάδιο της μαθητείας του.

Συνήθως όμως ο μάστορας ενεργούσε πάντα με κριτήρια που βασίζονταν αποκλειστικά σχεδόν στα ψυχικά χαρίσματα και τις αρετές του υποψήφιου και όχι τόσο στα επαγγελματικά του προσόντα. Αν δηλαδή κατά τη διάρκεια της εκπαίδευσης του το τσιράκι είχε επιδείξει υπακοή, σεβασμό, εχεμύθεια και γενικότερα καλή συμπεριφορά προς το πρόσωπο του, αποσπούσε ευκολότερα τη συγκατάνευση του συντεχνίτη για την προώθησή του στη βαθμίδα του κάλφα μέσα στα φυσιολογικά χρονικά όρια.

Η θέση των μαστόρων ισχυροποιήθηκε ακόμη περισσότερο με το αυτοκρατορικό διάταγμα, που εξέδωσε ο σουλτάνος Μουσταφά ο Γ΄ το 1773, σχετικά με τα συντεχνιακά ζητήματα. Ειδικότερα τα άρθρα αυτού του φερμανιού που αναφέρονταν στο τσιράκι έλεγαν χαρακτηριστικά τα εξής:

1. "Ο μαθητής-τσιράκι σ' έναν μάστορα, σ' οποιοδήποτε επάγγελμα, είναι υποχρεωμένος πριν απ' όλα να μάθει και να συνηθίσει στην υπακοή, σεμνότητα, καλοψυχία, σεβασμό, φρονιμάδα και στην καλή και ανεπίληπτη συμπεριφορά. Χωρίς αυτές τις αρετές και τα προσόντα το τσιράκι-μαθητής δεν μπορεί να εξελιχθεί μέχρι τη βαθμίδα του μάστορα και δεν μπορεί ν' ανοίξει μαγαζί ή εργαστήρι για λογαριασμό του".

2. "Το τσιράκι-μαθητής, εφ' όσον έχει αποκτήσει και κατέχει τις

Σελ. 70
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/3/gif/71.gif&w=600&h=9153. Παπαγεωργίου, Μαθητεία στα επαγγέλματα

παραπάνω αρετές και εφ' όσον ο αρμόδιος μάστορας διέκρινε και διαπίστωσε σ' αυτόν πλήρη ωριμότητα και δεξιότητα, ότι δηλαδή μπορεί μόνος του και χωρίς λάθη να διευθύνει το επάγγελμα, στο οποίο μυήθηκε και εργάστηκε, αναγορεύεται από τον μάστορά του "κάλφας""1.

Σύμφωνα λοιπόν με τα παραπάνω, όταν ο μάστορας ανακοίνωνε στη συντεχνία ότι ο εκπαιδευόμενος έχει τα απαραίτητα ψυχικά και επαγγελματικά εφόδια και συμπλήρωσε τον απαιτούμενο χρόνο μαθητείας, τότε ο τελευταίος περνούσε χωρίς διαγωνισμό στο επόμενο στάδιο της καλφικής μαθητείας, μόνο με τη διαβεβαίωση του εκπαιδευτή του. Μετά την αναγόρευση του σε κάλφα όλοι όσοι εργάζονταν στο ίδιο εργαστήρι ήταν υποχρεωμένοι να τον αποκαλούν με τη νέα επαγγελματική του ονομασία.

Ακόμη, πάντα κατά τη σουλτανική διαταγή του Μουσταφά του Γ΄, ο μάστορας έπρεπε στη διάρκεια της απονομής του καλφικού τίτλου να περάσει επίσημα, παρουσία μερικών παλιών καλφάδων και μαστόρων, στη μέση του μαθητή -κάλφα πια- την ιδιαίτερη ζώνη, που είχε στις άκρες της φούντες ή κρόσια, για να διακρίνεται από τα άλλα τσιράκια. Δυστυχώς όμως για το έθιμο αυτό δεν υπάρχουν άλλες μαρτυρίες εκτός από μια παρεμφερή, που αναφέρει ότι στις Σέρρες τα μέλη κάθε συντεχνίας διατηρούσαν σ' όλη τους τη ζωή τις ιδιαίτερες επαγγελματικές ενδυμασίες, που πρωτοφόρεσαν την ημέρα της προαγωγής τους από την τάξη των μαθητευόμενων στην αμέσως επόμενη, δηλ. των ημερομισθίων εργατών (καλφάδων)2.

Ακόμη σε πολλές περιοχές υπήρχε το έθιμο, όταν οι μαθητευόμενοι περνούσαν στην βαθμίδα των καλφάδων να φιλούν το χέρι του κεχαγιά της συντεχνίας. "Στις 22 Μαΐου 1662 φίλησαν το χέρι του κεχαγιά του Εσναφιού πατρός Γεωργίου 15-20 παιδιά

——————————————

1. Βλ. Παράρτημα, αριθ. εγγρ. 1.

2. Βλ. Gabriel Baer, "ΟΙ διοικητικές, οικονομικές και κοινωνικές λειτουργίες των τουρκικών συντεχνιών". Οικονομική δομή των βαλκανικών χωρών, Αθήνα 1979, σ. 588.

Σελ. 71
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/3/gif/72.gif&w=600&h=9153. Παπαγεωργίου, Μαθητεία στα επαγγέλματα

για να πάρουν την ευλογία του, γιατί προβιβάστηκαν από τσιράκια σε καλφάδες", σημειώνει ενθύμηση στον κώδικα της συντεχνίας των χρυσοχόων του Ελμπασάν1. To γεγονός αυτό νομίζουμε πως εντάσσεται στους κώδικες των ηθικοθρησκευτικών αντιλήψεων της εποχής, τις οποίες οι μάστορες προσπαθούσαν να εμφυτεύσουν στους μαθητευόμενους για να τους επιβάλλονται ευκολότερα2.

Η απόκτηση του τίτλου του κάλφα παρουσίαζε όμως, αρκετές φορές, σημαντικές δυσκολίες και σοβαρά εμπόδια.

Όπως τονίσαμε και παραπάνω, η θετική ή αρνητική στάση των μαστόρων έπαιζε σημαντικό, αν όχι αποφασιστικό, ρόλο στην ομαλή ή μη ανέλιξη των μαθητευόμενων, που προέρχονταν από εξω-συντεχνιακές οικογένειες. Έτσι, οι συντεχνίτες που ήθελαν να καθυστερούν το πέρασμα των μαθητών τους στην επόμενη βαθμίδα και να παρατείνουν την εκμετάλλευση τους, χρησιμοποιούσαν διάφορες μεθόδους. Μία απ' αυτές ήταν η απόκρυψη χρόνου εργασίας στο αρχικό στάδιο της πρόσληψης του, αφού δεν ενέγραφαν, όπως είχαν υποχρέωση, αμέσως τον μαθητευόμενο στη συντεχνία. Ένας άλλος τρόπος για ν' ανακόψουν την εξέλιξη του τσιρακιού ήταν η αναβολή της αναγόρευσης του υποψήφιου κάλφα για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, αν και είχε εκπνεύσει ο προβλεπόμενος από τη συντεχνία χρόνος της μαθητείας, με το αιτιολογικό ότι ο εκπαιδευόμενος ήταν ανέτοιμος ακόμη επαγγελματικά για το επόμενο στάδιο.

Η στάση αυτή των μαστόρων δεν ήταν παρά μια πρώτη μορφή αντίστασης στην προαγωγή των αυριανών ανταγωνιστών τους και ερμηνεύεται από τον διαρκή φόβο που διακατέχονταν πώς να μη διαταραχθεί η μονοπωλιακή τους θέση στο επάγγελμα. Ανεπιφύλακτα λοιπόν μπορεί κανείς να συμπεράνει ότι η πιο δύσκολη

——————————————

1. Βλ. Αλ. Μαμμόπουλος, Αγγ. Χατζημιχάλη, σ. 30. Πβ. και Ζ. Shkodra, Esnafet Squiptare, σ. 185, όπου υπάρχει και η φωτοτυπία της σχετικής σελίδας του κώδικα.

2. Σύμφωνα με τον H. Inalcik αυτοί οι κανονισμοί προέρχονταν από την ηθική της futuwwa του Μεσαίωνα. Βλ. Inalcik, "Ο σχηματισμός κεφαλαίου στην οθωμανική αυτοκρατορία", Οικονομική δομή, σ. 511.

Σελ. 72
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/3/gif/73.gif&w=600&h=9153. Παπαγεωργίου, Μαθητεία στα επαγγέλματα

Αντίγραφο από τον Κώδικα της συντεχνίας των χρυσοχόων του Ελμπασάν. Zija Shkodra, Esnafet Squiptare, Tiranë 1973, σ. 185.

Σελ. 73
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/3/gif/74.gif&w=600&h=9153. Παπαγεωργίου, Μαθητεία στα επαγγέλματα

περίοδος από τη συνολική διάρκεια μαθητείας, για τους μαθητευόμενους που προέρχονταν από εξω-επαγγελματικές οικογένειες, ήταν το πρώτο στάδιο.

Χαρακτηριστική είναι και η μαρτυρία του Γ. Βιζυηνού: "όλοι οι μαθηταί είμεθα αναπολλοτρίωτα κτήματα του μάστορα [...] εις το τυραννοκρατικόν αυτού βασίλειον"1.

Αντίθετα οι γιοι των μαστόρων, που απολάμβαναν προνόμια, τα οποία βέβαια δεν τους παραχωρούσαν πάντα οι συντεχνιακοί κανονισμοί αλλά οι ίδιοι οι γονείς τους, ήταν πολύ φυσικό να εξασφαλίζουν πλεονεκτήματα και προτεραιότητες από τους άλλους ομοιόβαθμούς τους, που δεν είχαν κάποιο συγγενικό δεσμό, κοντινό ή μακρινό, με τα συντεχνιακά μέλη,

Την πραγματικότητα αυτή προσδιορίζει αφοριστικά η μητέρα του Ανδρέα Συγγρού σε μια ύστατη προσπάθειά της να μεταπείσει το γιο της να μην ακολουθήσει το επάγγελμα του εμπόρου: "Περιωρίσθη λοιπόν την επιούσαν, όταν ήμεθα μόνοι να μοι υποδείξη τας δυσκολίας του εμπορικού σταδίου και μάλιστα κατ' αρχάς διά "παιδί" του οποίου οι γονείς δεν είναι έμποροι και εξ ανάγκης να υπηρετήση παρά ξένοις". Και αμέσως παρακάτω, επιβεβαιώνοντας τη γνώμη της μητέρας του, ο A. Συγγρός συμπληρώνει: "η εμπορική δε υπηρεσία τότε του αρχαρίου ήτο, ως εκ των υστέρων είδον, κυριολεκτικώς σκληρά"2.

Αλλά και οι υπόλοιπες μαρτυρίες που διασώζονται μας αποκαλύπτουν ότι τα μαστοροπαίδια που εξακολουθούν να ζουν στο οικογενειακό περιβάλλον επιβιώνουν πολύ πιο εύκολα, αφού δεν εξαρτώνται από τις αμοιβές των εκπαιδευτών τους, μυούνται πληρέστερα στην τεχνική της δουλειάς και βρίσκουν έτοιμο εργαστήρι και κεφάλαιο, όταν θα "βαφτιστούν" μάστορες.

——————————————

1. Βλ. Γ. Βιζυηνός, Το μόνον της ζωής του ταξίδιον. Άπαντα, έκδ. οίκος Χρ. Γιοβάννη, Αθήναι 1955, σ. 210.

2. Βλ. Ανδρέας Συγγρός, Απομνημονεύματα, τ. Α΄, εν Αθήναις 1908, σ. 80.

Σελ. 74
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/3/gif/75.gif&w=600&h=915 3. Παπαγεωργίου, Μαθητεία στα επαγγέλματα

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄

ΚΑΛΦΑΣ - B' ΣΤΑΔΙΟ ΜΑΘΗΤΕΙΑΣ

Σελ. 75
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Η μαθητεία στα επαγγέλματα (16ος-20ός αι.)
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 56
    3. Παπαγεωργίου, Μαθητεία στα επαγγέλματα

    απαγόρευση της συνομιλίας έκανε ακόμη πιο πολύ καταθλιπτικό και μαρτυρικό το εξουθενωτικό ωράριο εργασίας των τσιρακιών.

    Την αδιάκοπη εργασία, χωρίς την παραμικρή χαλάρωση, επισημαίνει και ο Γ. Βιζυηνός, όταν δωδεκαετής μαθητεύει στο "κακοδαιμονέστατον εσνάφι των ραπτών", καταδικασμένος να κάθεται "σταυροποδητός και εσκυμμένος από πρωίας μέχρι βαθυτάτης νυκτός". Εύγλωττο είναι το κείμενο που ακολουθεί: "Προ πάντων ήρχισα ν' απεχθάνωμαι τον μάστορήν μου μικρόσωμον, καχεκτικόν γερόντιον, το οποίον [,,.] δεν έπαυε επιτηρών με ύπερθεν των μεγάλων και στρογγυλών αυτού διόπτρων μη τυχόν εκτείνω ολίγον τον μαργωμένον πόδα ή ορθώσω επί μικρόν την κατάκοπον σπονδυλικήν μου στήλην"1.

    Αυτή η υπερβολική εργασία, σε συνδυασμό με τις μικρές ή ανύπαρκτες αμοιβές και τις άθλιες συνθήκες διατροφής και διαβίωσης, που θα γνωρίσουμε αμέσως παρακάτω, επηρέαζε αφάνταστα τη σωματική τους διάπλαση και έκανε τους περισσότερους μαθητευόμενους καχεκτικούς, ασθενικούς και αρκετές φορές τους οδηγούσε στο θάνατο.

    6. Αμοιβές

    Οι αμοιβές των μαθητευόμενων είναι ενδεικτικές του κλίματος της εκμετάλλευσης. Το τσιράκι, παρ' ότι εργάζεται ακατάπαυστα, ακόμη και τις αργίες, δεν θεωρείται ότι προσφέρει, αλλ' ότι παίρνει. Αυτό αποτελεί κοινό τόπο τόσο για τους, γονείς και τα παιδιά τους όσο και για τους μάστορες.

    Συνήθως τον πρώτο καιρό οι μαθητευόμενοι εργάζονταν χωρίς καμιά χρηματική αποζημίωση. Με το πέρασμα όμως του χρόνου

    ——————————————

    μηδέ φλυαρήτε και λέγετε λόγια άκαιρα και αργά διατί όχι μόνον έχετε να δώσετε απολογίαν εν ημέρα κρίσεως διά τας αργολογίας όπου κάμνετε [...] αλλά και προς τούτοις καμίαν προκοπήν δεν λαμβάνετε εις την τέχνην σας". Βλ. Νικόδημος Αγιορείτης, Χρηστοήθεια, Ενετίησιν 1803, σ. 20.

    1. Βλ. Γ. Βιζυηνός, Το μόνον της ζωής του ταξίδιον, Άπαντα, εκδ. οίκος Χρ. Γιοβάνη, Αθήναι 1955, σ. 207.