Συγγραφέας:Παπαγεωργίου, Γιώργος
 
Τίτλος:Η μαθητεία στα επαγγέλματα (16ος-20ός αι.)
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:3
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:1986
 
Σελίδες:192
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Μαθητεία και εργασία
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα
 
Χρονική κάλυψη:16ος-20ός αι.
 
Περίληψη:Η παρούσα μελέτη, βασισμένη σε γνωστές αλλά και άγνωστες αρχειακές πηγές, προσπαθεί να αποκρυπτογραφήσει τους μηχανισμούς που διέπουν τα παραδοσιακά συστήματα μαθητείας και να αναζητήσει τους τρόπους προσαρμογής της παιδικής και νεανικής ηλικίας σε αυτά.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 6.69 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 65-84 από: 194
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/3/gif/65.gif&w=600&h=9153. Παπαγεωργίου, Μαθητεία στα επαγγέλματα

8. Ποινές - Εγκατάλειψη των μαστόρων

Ήταν παλιά συνήθεια, αλλά και επιβαλλόταν αργότερα, μετά την έκδοση αυτοκρατορικής διαταγής από τον σουλτάνο Μουσταφά τον Γ΄, το 1773 1, το μικρό μαστορόπουλο να υπακούει τυφλά στις εντολές του αφεντικού του και να προσφέρει όχι μόνο επαγγελματικές και οικιακές υπηρεσίες, αλλά και αγροτικές, σε περίπτωση που ο εργοδότης του είχε παράλληλα και κάποιο αγρόκτημα. Κάθε ανυπακοή, κάθε αυθάδεια και κάθε αυθαίρετη πράξη, εκτός από την άμεση τιμωρία, μπορούσε να στοιχίσει ακριβά στην επαγγελματική σταδιοδρομία του μαθητευόμενου,

Σύμφωνα με τα δεδομένα αυτά εναρμονίζεται και το σύστημα διαπαιδαγώγησης του τσιρακιού, που περιλάμβανε, ανάμεσα στα άλλα, και τις διάφορες τιμωρίες που του επέβαλλε ο μάστορας, όταν αυτό κατά τη γνώμη του απειθαρχούσε, Έτσι, αρκετές φορές για το παραμικρό επαγγελματικό λάθος, που μπορεί να οφειλόταν σε άγνοια ή στην αδυναμία του τσιρακιού εξαιτίας της μικρής του ηλικίας, ο εκπαιδευτής το χτυπούσε ή το έδερνε2. Το ίδιο συνέβαινε κι όταν το μικρό παιδί υπέπιπτε σε κάποιο παράπτωμα. Η πιο συνηθισμένη τιμωρία ήταν οι ραβδισμοί στις πατούσες των

——————————————

1. Βλ. παράρτημα, αριθμ. εγγρ. 1.

2. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του Παν. Σκουζέ όταν πηγαίνοντας στη Χαλκίδα ο πατέρας του τον βάζει να μαθητεύσει σ' ένα παπουτζή: "Οπού ο Διονύσιος Κάσταγλης, παπουτζής, μετά τόσες τυραννίες με εσήκωνεν από τα μεσάνυκτα να ράφτω και μίαν νυκτιάν με σήκωσεν τα μεσάνυκτα και μ' έδοσεν ένα πετζί να το πάγω να το μουσκέψω έξω του χωριού, όπου ήτον μια σύναξη του νερού πλησίον εις ένα πηγάδι. Εγώ επήρα το πετζί, επήγα το έβαλα εις το νερόν. Ήτον χειμώνας. Ετραβήχτηκα και ήβγα εις μιαν αχυρώνα βογδιών και ετζεί με πήρεν ο ύπνος. Αφ' επέρασαν τρεις ώρες σχεδόν και δεν έγύρισα, ήλθεν ο μάστορής μου ζητώντας με. Ήβρεν το πετζί, δεν με βρίσκει εμένα. Ήτον ακόμη νύχτα. Υποπτεύθη ότι έπεσα εις το πηγάδι, ως σκοτεινά. Κρεμάζει το φανάρι εις το πηγάδι να ιδεί αν είμαι πεσμένος. Προς την αυγήν έξύπνησα και γυρεύω το πετζί, αλλά το είχεν παρμένο. Πηγαινάμενος εις τον μάστοράν μου, μού έδοσεν ένα ξύλον τόσον! και έτζι επήγα εις τον Σιναΐτην" (Παναγής Σκουζές, Απομνημονεύματα, σ. 93-94).

5

Σελ. 65
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/3/gif/66.gif&w=600&h=9153. Παπαγεωργίου, Μαθητεία στα επαγγέλματα

ποδιών, γνωστή περισσότερο ως φάλαγγα: "και ξύλο όταν αυθαδίαζα ή όταν δεν έκαμνα το χρέος μου. Μερικές βολές με τον φάλαγγα εις τους πόδας"1. Στη συντεχνία μάλιστα των παντοπωλών της Μοσχόπολης ο ραβδισμός αυτός γινόταν δημόσια στο χώρο της αγοράς, σύμφωνα με το 8ο άρθρο του καταστατικού τους: "αν ευρεθή τινάς οπού να υβρίση τον μεγαλύτερόν του ή να ατιμάση τους τιμημένους ανθρώπους οπού περνούν διά της αγοράς, να δαρθή εις τον φάλα[γ]καν μέσα εις το παζάρι και έτζη να σωφρονισθή"2.

Στο είδος και το μέγεθος της ποινής οι μάστορες είχαν απόλυτη εξουσία και ελευθερία3, πράγμα που δυσκόλευε αφάνταστα τη θέση του μαθητευόμενου, αφού παράλληλα δεν είχε το δικαίωμα να διαμαρτυρηθεί και ν' αντιδράσει, "Εκείνη την εποχή ο τεχνίτης δεν σ' άνοιγε εύκολα τα μάτια [...] Αλλά όταν έβγαινε έξω, έπαιρνες ένα κομμάτι ή δεν μπορούσες να το φτιάξεις ή έκανες κάποια ζημιά σε πλάκωνε στο ξύλο, σκύβαμε το κεφάλι, δεν μπορούσαμε να κάνουμε αλλιώς"4.

——————————————

1. Σύμφωνα με τον Σκουζέ ο φάλαγγας: "ήτον ένα ξύλον από ένα μέτρον έως 6 ρούπια μακριός, με δύο τρύπες έως ένα ρούπι η μια από την άλλην· ένα σκοινί περασμένο, έχοντας δύο κόμβους εις τες άκρες να μην ξεπερνά. Αυτού έβαζαν τες πόδες και έστριφταν το ξύλον και έσφικον τα πόδια εις τους αστραγάλους από κάτω και ο διδάσκαλος έδερνεν". (Παν. Σκουζές, ό.π., σ. 91).

2. Βλ. Ν. Βέης, "Εκ του καταστίχου της συντεχνίας των παντοπωλών Μοσχοπόλεως", ό.π., σ. 527.

3. Η ποινή μπορεί ακόμη να είναι και χρηματική, όπως αφήνει να εννοηθεί το παρακάτω δίστιχο, από το στιχούργημα που τιτλοφορείται "το ραφτόπουλο".

"Σώπα, σώπα ραφτόπουλο και θα σε καταδώσω

και θα το πω στο μάστορη, λουφέ να μη σε δώση".

Βλ. Αναγνώστης Παρασκευόπουλος, "Τραγούδια Σωζοπολίτικα", Θρακικά 3 (1932), σ. 271. Πβ. και την παραλλαγή: τις λες μωρέ ραφτόπουλο, τι βάνεις με το νου σου,/ θε να το ειπώ του μάστορα ρόγα να μη σου δώσει / και να σου δίνει το ψωμί στου μαχαιριού τη μύτη. Ηπειρωτικά Δημοτικά Τραγούδια 1000-1958, εισαγ.-σχόλια-επιμ. Αθ. Γιάγκα, εκδ. Πύρρος, Αθήναι, σ. 294.

4. Βλ. Στ. Παπαδόπουλος, Η χαλχοτεχνία στον ελληνικό χώρο, σ. 98.

Σελ. 66
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/3/gif/67.gif&w=600&h=9153. Παπαγεωργίου, Μαθητεία στα επαγγέλματα

Πρέπει όμως να διευκρινιστεί ότι ο μάστορας μπορούσε να χτυπά το τσιράκι του όσο ήθελε, αρκεί να μην του αφήσει σημάδια, γιατί κάτι τέτοιο απαγορευόταν αυστηρά από το φιρμάνι του Μουσταφά του Γ΄.

Υπάρχουν ακόμη περιπτώσεις στις οποίες το τσιράκι τιμωρείται χωρίς να φταίει σε τίποτα. Σύμφωνα με πληροφορίες που αντλούμε από άρθρο, δημοσιευμένο στο Ελληνικό Ημερολόγιο του Μ, Βαϊάνου, οι πουλητάδες της Πόλης φόρτωναν με αρκετές ξυλιές τα τσιράκια τους όταν δεν πουλούσαν όλη την πραμάτεια τους1.

Κάτω από τις δύσκολες συνθήκες εργασίας, σε συνδυασμό με την άθλια διατροφή και διαβίωση αλλά και την απάνθρωπη συμπεριφορά των μαστόρων τους, αρκετοί μαθητευόμενοι αναγκάζονταν να τους εγκαταλείψουν αναζητώντας καλύτερες προοπτικές2. Συνήθως κατέφευγαν ή σε άλλους ομοτέχνους της ίδιας συντεχνίας ή σε εμπόρους, οι οποίοι τους δέχονταν με αρκετούς ενδοιασμούς, αφού τους κρατούσαν παράνομα.

Υπάρχουν βέβαια και σπάνιες περιπτώσεις κατά τις οποίες οι ίδιοι οι μάστορες έδιωχναν τα τσιράκια τους, όταν αυτό τους διευκόλυνε. Τότε, επειδή οι συντεχνίτες υποχρεώνονταν να τους καταβάλουν την ετήσια αμοιβή, μια και τους έδιωχναν πριν τον προβλεπόμενο από τη συμφωνία χρόνο, εξωθούσαν τα πράγματα σε τέτοιο βαθμό, ώστε οι μαθητευόμενοι να τους εγκαταλείψουν από μόνοι, τους πρόωρα. Με τον τρόπο αυτό όμως, οι όροι αντιστρέφονταν και οι μάστορες καρπώνονταν δωρεάν την εργασία για το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από την πρόσληψη του μαθητή μέχρι τη φυγή του.

——————————————

1. Βλ. Τατιάνα Σταύρου, "Αναμνήσεις από καιρούς περασμένους. Οι πουλητάδες της Πόλης", Ελληνικόν Ημερολόγιον "Ορίζοντες" Μάριου Βαϊάνου, 2 (1943), σ. 380.

2. Η Αγγελική Χατζημιχάλη στην εργασία της, "Μορφές από την σωματειακή οργάνωση των Ελλήνων", ό.π., σ. 290, υποστηρίζει ότι τα τσιράκια σπάνια αλλάζανε μάστορα, γιατί ανάμεσα στ' άλλα το θεωρούσαν και ντροπή.

Σελ. 67
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/3/gif/68.gif&w=600&h=9153. Παπαγεωργίου, Μαθητεία στα επαγγέλματα

Από τις πληροφορίες που έχουμε, βλέπουμε ότι ο μαθητευόμενος επιτρεπόταν να εγκαταλείψει τον εκπαιδευτή του μόνον όταν ο τελευταίος ήταν μέθυσος, τον κτυπούσε ή του συμπεριφερόταν "αποδεδειγμένα" απάνθρωπα. Αλλά παρ' όλα αυτά το τσιράκι αποδεσμευόταν τελικά από τον παλιό του μάστορα, αφού πρώτα συγκατένευαν οι γονείς του και στη συνέχεια του παραχωρούσε την άδεια ο πρωτομάστορας της συντεχνίας. Επειδή όμως ήταν πάρα πολύ δύσκολο να δικαιωθούν οι μαθητευόμενοι, εγκατέλειπαν τους μάστορες για να σωθούν. Τότε οι μάστορες απευθύνονταν στο διοικητικό συμβούλιο της συντεχνίας και κυρίως στον πρωτομάστορα, ο οποίος τους επέτρεπε να ξαναπάρουν τους "ένοχους" και να τους γυρίσουν πίσω στα εργαστήρια τους. Αν τυχόν κάποιος συντεχνίτης συναντούσε την επίμονη άρνηση του παιδιού, απευθυνόταν στους γονείς του και προσπαθούσε με τη μεσολάβησή τους να το ξαναφέρει κοντά του, για να μη χάσει τη φτηνή εργατική δύναμη που πρόσφερε τόσο στο μαγαζί όσο και στο σπίτι του.

Μια εικόνα της υποχρεωτικής αυτής επαναφοράς μας δίνει ο Μακρυγιάννης, όταν ως μαθητευόμενος εγκατέλειψε τον μάστορά του από τη Λειβαδιά και κατέφυγε στη Θήβα: "Σηκώθηκα και πήρα και άλλα παιδιά και πήγαμεν εις Φήβα. Η κακή τύχη και εκεί οι συγγενείς ήρθαν και μας πιάσανε και με φέραν πίσω εις την Λιβαδιά και εις τον ίδιον αφέντη"1. Στη βενετοκρατούμενη μάλιστα Κρήτη παρατηρούμε ότι σε όλα σχεδόν τα συμβόλαια μαθητείας, εμπορικής και βιοτεχνικής, οι γονείς εγγυώνται στον μάστορα την επαναφορά του γιου τους σε περίπτωση που ο τελευταίος τον εγκατέλειπε πρόωρα2.

Για να περιοριστεί η φυγή των μαθητών είχαν θεσπιστεί διάφορα μέτρα από τις συντεχνίες, που εμπόδιζαν το έσχατο αυτό όριο της άμυνάς τους. Από τα πιο σημαντικά ήταν: α) Η απαγόρευση της πρόσληψης τους από άλλο μάστορα, "Προσέτι αν ήθελε φύγη κανένας δούλος οπού είναι στιχιμένος χρονικώς, και πηγαίνη

——————————————

1. Βλ. Ιω. Μακρυγιάννης, Απομνημονεύματα, σ. 16.

2. Βλ. Ιω. Κίσκηρας, Η σύμβασις μαθητείας, σ. 9.

Σελ. 68
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/3/gif/69.gif&w=600&h=9153. Παπαγεωργίου, Μαθητεία στα επαγγέλματα

εις άλλον μάστορα να μην τον συμμαζώνη χωρίς να ερωτήση το μάστοράν του"1. Στην ίδια πρακτική εντάσσεται και η απαγορευτική διάταξη της συντεχνίας των αμπατζήδων της Φιλιππούπολης, σύμφωνα με την όποια δεν επιτρέπεται να "ξεμαυλά" ο ένας το τσιράκι του άλλου2. Έτσι, αν κάποιο συντεχνιακό μέλος δεχόταν παράνομα τον "φυγάδα" μαθητή, τιμωρούνταν από τη συντεχνία3. β) Η απώλεια του μισθού, της "ρόγας" του τσιρακιού για το χρονικό διάστημα που είχε προσφέρει υπηρεσίες στον προηγούμενο μάστορα του, ή κάποια άλλη "παιδεία"4.

Παρατηρούμε λοιπόν ότι οι διατάξεις αυτές απεικονίζουν τις σχέσεις υποτέλειας στην πόλη, οι οποίες, εκτός από μερικές λεπτομέρειες, δεν διαφέρουν στην ουσία από τις κοινωνικές σχέσεις της υπαίθρου. Όπως ο γεωργός ή δουλοπάροικος αδυνατούσε ν' αφήσει τη γη χωρίς την προσδιορισμένη εγγραφή άδεια του σπαχή ή του çiftlig-sahibi5, έτσι και το τσιράκι δεν μπορούσε να εγκαταλείψει το εργαστήρι του μάστορα του, αν δεν εξασφάλιζε προηγουμένως τη συγκατάθεση του, όσο κι αν ήταν δυσαρεστημένο από τη μεταχείριση του τελευταίου.

Διαφορετικά, έπρεπε να περιμένει να εξαντληθεί πρώτα 

——————————————

1. Βλ. Μ. Καλλινδέρης, Αι συντεχνίαι της Κοζάνης, σ. 47. Παρόμοια είναι και η ρήτρα στο συμφωνητικό των εσναφιών του Hadžioglu Pazardžik της Δοβρουτσάς: "υπόσχοντε αυτά τα εσνάφια ότι οπίου μαστόρου χορίς θελημά του ήθελεν αφίση ο ηπηρέτης του άλος από τους μαστόρους αυτών των εσναφιών να μην δεχθή αυτόν τον υπηρέτην". Βλ. Χαράλαμπος Παπαστάθης, "Συμφωνητικό εσναφιών του Hadžioglu Pazardžik της Δοβρουτσάς στα 1857", Μακεδονικά 16 (1976), σ. 314.

2. Βλ. M. Αποστολίδης, "Δύο έγγραφα εκ Φιλιππουπόλεως", Θρακικά 2 (1929), σ. 331.

3. Βλ. Κ. Γουναρόπουλος, "Κοζανικά", Πανδώρα KB' (1872), σ. 492. Πβ. και Αντ. Μανίκης, "Τα συνάφια της προεπαναστατικής Ύδρας", ό.π., σ. 191.

4. Βλ. Αντ. Λιγνός, Αρχείον Κοινότητος Ύδρας (1778-1832), τ. 6 (1818-1821). Πειραιεύς 1925, σ. 224. πβ. και Αντ. Μανίκης, ό.π., σ. 191.

5. Βλ. Απ. Βακαλόπουλος, Ιστορία τον Νέου Ελληνισμού, τ. B', Θεσσαλονίκη 1964, σ. 28.

Σελ. 69
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/3/gif/70.gif&w=600&h=9153. Παπαγεωργίου, Μαθητεία στα επαγγέλματα

ολόκληρη η προβλεπόμενη από τους συντεχνιακούς κανονισμούς προθεσμία και μετά να φύγει, πράγμα που πάλι απέβαινε εις βάρος του, αφού το χρονικό αυτό διάστημα δεν μπορούσε να προσμετρηθεί ως κανονικός χρόνος μαθητείας.

9. Πέρασμα στη βαθμίδα τον κάλφα

Οι υποχρεώσεις του μαθητευόμενου για τη μετάβαση του στην αμέσως επόμενη επαγγελματική βαθμίδα συνήθως δεν καθορίζονταν με σαφήνεια από τους συντεχνιακούς κανόνες. Έτσι, ήταν στη διάθεση του εκπαιδευτή να κρίνει και ν' αποφασίσει, πότε και κατά πόσο ήταν ικανός ο μαθητής του να μεταπηδήσει στο δεύτερο στάδιο της μαθητείας του.

Συνήθως όμως ο μάστορας ενεργούσε πάντα με κριτήρια που βασίζονταν αποκλειστικά σχεδόν στα ψυχικά χαρίσματα και τις αρετές του υποψήφιου και όχι τόσο στα επαγγελματικά του προσόντα. Αν δηλαδή κατά τη διάρκεια της εκπαίδευσης του το τσιράκι είχε επιδείξει υπακοή, σεβασμό, εχεμύθεια και γενικότερα καλή συμπεριφορά προς το πρόσωπο του, αποσπούσε ευκολότερα τη συγκατάνευση του συντεχνίτη για την προώθησή του στη βαθμίδα του κάλφα μέσα στα φυσιολογικά χρονικά όρια.

Η θέση των μαστόρων ισχυροποιήθηκε ακόμη περισσότερο με το αυτοκρατορικό διάταγμα, που εξέδωσε ο σουλτάνος Μουσταφά ο Γ΄ το 1773, σχετικά με τα συντεχνιακά ζητήματα. Ειδικότερα τα άρθρα αυτού του φερμανιού που αναφέρονταν στο τσιράκι έλεγαν χαρακτηριστικά τα εξής:

1. "Ο μαθητής-τσιράκι σ' έναν μάστορα, σ' οποιοδήποτε επάγγελμα, είναι υποχρεωμένος πριν απ' όλα να μάθει και να συνηθίσει στην υπακοή, σεμνότητα, καλοψυχία, σεβασμό, φρονιμάδα και στην καλή και ανεπίληπτη συμπεριφορά. Χωρίς αυτές τις αρετές και τα προσόντα το τσιράκι-μαθητής δεν μπορεί να εξελιχθεί μέχρι τη βαθμίδα του μάστορα και δεν μπορεί ν' ανοίξει μαγαζί ή εργαστήρι για λογαριασμό του".

2. "Το τσιράκι-μαθητής, εφ' όσον έχει αποκτήσει και κατέχει τις

Σελ. 70
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/3/gif/71.gif&w=600&h=9153. Παπαγεωργίου, Μαθητεία στα επαγγέλματα

παραπάνω αρετές και εφ' όσον ο αρμόδιος μάστορας διέκρινε και διαπίστωσε σ' αυτόν πλήρη ωριμότητα και δεξιότητα, ότι δηλαδή μπορεί μόνος του και χωρίς λάθη να διευθύνει το επάγγελμα, στο οποίο μυήθηκε και εργάστηκε, αναγορεύεται από τον μάστορά του "κάλφας""1.

Σύμφωνα λοιπόν με τα παραπάνω, όταν ο μάστορας ανακοίνωνε στη συντεχνία ότι ο εκπαιδευόμενος έχει τα απαραίτητα ψυχικά και επαγγελματικά εφόδια και συμπλήρωσε τον απαιτούμενο χρόνο μαθητείας, τότε ο τελευταίος περνούσε χωρίς διαγωνισμό στο επόμενο στάδιο της καλφικής μαθητείας, μόνο με τη διαβεβαίωση του εκπαιδευτή του. Μετά την αναγόρευση του σε κάλφα όλοι όσοι εργάζονταν στο ίδιο εργαστήρι ήταν υποχρεωμένοι να τον αποκαλούν με τη νέα επαγγελματική του ονομασία.

Ακόμη, πάντα κατά τη σουλτανική διαταγή του Μουσταφά του Γ΄, ο μάστορας έπρεπε στη διάρκεια της απονομής του καλφικού τίτλου να περάσει επίσημα, παρουσία μερικών παλιών καλφάδων και μαστόρων, στη μέση του μαθητή -κάλφα πια- την ιδιαίτερη ζώνη, που είχε στις άκρες της φούντες ή κρόσια, για να διακρίνεται από τα άλλα τσιράκια. Δυστυχώς όμως για το έθιμο αυτό δεν υπάρχουν άλλες μαρτυρίες εκτός από μια παρεμφερή, που αναφέρει ότι στις Σέρρες τα μέλη κάθε συντεχνίας διατηρούσαν σ' όλη τους τη ζωή τις ιδιαίτερες επαγγελματικές ενδυμασίες, που πρωτοφόρεσαν την ημέρα της προαγωγής τους από την τάξη των μαθητευόμενων στην αμέσως επόμενη, δηλ. των ημερομισθίων εργατών (καλφάδων)2.

Ακόμη σε πολλές περιοχές υπήρχε το έθιμο, όταν οι μαθητευόμενοι περνούσαν στην βαθμίδα των καλφάδων να φιλούν το χέρι του κεχαγιά της συντεχνίας. "Στις 22 Μαΐου 1662 φίλησαν το χέρι του κεχαγιά του Εσναφιού πατρός Γεωργίου 15-20 παιδιά

——————————————

1. Βλ. Παράρτημα, αριθ. εγγρ. 1.

2. Βλ. Gabriel Baer, "ΟΙ διοικητικές, οικονομικές και κοινωνικές λειτουργίες των τουρκικών συντεχνιών". Οικονομική δομή των βαλκανικών χωρών, Αθήνα 1979, σ. 588.

Σελ. 71
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/3/gif/72.gif&w=600&h=9153. Παπαγεωργίου, Μαθητεία στα επαγγέλματα

για να πάρουν την ευλογία του, γιατί προβιβάστηκαν από τσιράκια σε καλφάδες", σημειώνει ενθύμηση στον κώδικα της συντεχνίας των χρυσοχόων του Ελμπασάν1. To γεγονός αυτό νομίζουμε πως εντάσσεται στους κώδικες των ηθικοθρησκευτικών αντιλήψεων της εποχής, τις οποίες οι μάστορες προσπαθούσαν να εμφυτεύσουν στους μαθητευόμενους για να τους επιβάλλονται ευκολότερα2.

Η απόκτηση του τίτλου του κάλφα παρουσίαζε όμως, αρκετές φορές, σημαντικές δυσκολίες και σοβαρά εμπόδια.

Όπως τονίσαμε και παραπάνω, η θετική ή αρνητική στάση των μαστόρων έπαιζε σημαντικό, αν όχι αποφασιστικό, ρόλο στην ομαλή ή μη ανέλιξη των μαθητευόμενων, που προέρχονταν από εξω-συντεχνιακές οικογένειες. Έτσι, οι συντεχνίτες που ήθελαν να καθυστερούν το πέρασμα των μαθητών τους στην επόμενη βαθμίδα και να παρατείνουν την εκμετάλλευση τους, χρησιμοποιούσαν διάφορες μεθόδους. Μία απ' αυτές ήταν η απόκρυψη χρόνου εργασίας στο αρχικό στάδιο της πρόσληψης του, αφού δεν ενέγραφαν, όπως είχαν υποχρέωση, αμέσως τον μαθητευόμενο στη συντεχνία. Ένας άλλος τρόπος για ν' ανακόψουν την εξέλιξη του τσιρακιού ήταν η αναβολή της αναγόρευσης του υποψήφιου κάλφα για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, αν και είχε εκπνεύσει ο προβλεπόμενος από τη συντεχνία χρόνος της μαθητείας, με το αιτιολογικό ότι ο εκπαιδευόμενος ήταν ανέτοιμος ακόμη επαγγελματικά για το επόμενο στάδιο.

Η στάση αυτή των μαστόρων δεν ήταν παρά μια πρώτη μορφή αντίστασης στην προαγωγή των αυριανών ανταγωνιστών τους και ερμηνεύεται από τον διαρκή φόβο που διακατέχονταν πώς να μη διαταραχθεί η μονοπωλιακή τους θέση στο επάγγελμα. Ανεπιφύλακτα λοιπόν μπορεί κανείς να συμπεράνει ότι η πιο δύσκολη

——————————————

1. Βλ. Αλ. Μαμμόπουλος, Αγγ. Χατζημιχάλη, σ. 30. Πβ. και Ζ. Shkodra, Esnafet Squiptare, σ. 185, όπου υπάρχει και η φωτοτυπία της σχετικής σελίδας του κώδικα.

2. Σύμφωνα με τον H. Inalcik αυτοί οι κανονισμοί προέρχονταν από την ηθική της futuwwa του Μεσαίωνα. Βλ. Inalcik, "Ο σχηματισμός κεφαλαίου στην οθωμανική αυτοκρατορία", Οικονομική δομή, σ. 511.

Σελ. 72
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/3/gif/73.gif&w=600&h=9153. Παπαγεωργίου, Μαθητεία στα επαγγέλματα

Αντίγραφο από τον Κώδικα της συντεχνίας των χρυσοχόων του Ελμπασάν. Zija Shkodra, Esnafet Squiptare, Tiranë 1973, σ. 185.

Σελ. 73
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/3/gif/74.gif&w=600&h=9153. Παπαγεωργίου, Μαθητεία στα επαγγέλματα

περίοδος από τη συνολική διάρκεια μαθητείας, για τους μαθητευόμενους που προέρχονταν από εξω-επαγγελματικές οικογένειες, ήταν το πρώτο στάδιο.

Χαρακτηριστική είναι και η μαρτυρία του Γ. Βιζυηνού: "όλοι οι μαθηταί είμεθα αναπολλοτρίωτα κτήματα του μάστορα [...] εις το τυραννοκρατικόν αυτού βασίλειον"1.

Αντίθετα οι γιοι των μαστόρων, που απολάμβαναν προνόμια, τα οποία βέβαια δεν τους παραχωρούσαν πάντα οι συντεχνιακοί κανονισμοί αλλά οι ίδιοι οι γονείς τους, ήταν πολύ φυσικό να εξασφαλίζουν πλεονεκτήματα και προτεραιότητες από τους άλλους ομοιόβαθμούς τους, που δεν είχαν κάποιο συγγενικό δεσμό, κοντινό ή μακρινό, με τα συντεχνιακά μέλη,

Την πραγματικότητα αυτή προσδιορίζει αφοριστικά η μητέρα του Ανδρέα Συγγρού σε μια ύστατη προσπάθειά της να μεταπείσει το γιο της να μην ακολουθήσει το επάγγελμα του εμπόρου: "Περιωρίσθη λοιπόν την επιούσαν, όταν ήμεθα μόνοι να μοι υποδείξη τας δυσκολίας του εμπορικού σταδίου και μάλιστα κατ' αρχάς διά "παιδί" του οποίου οι γονείς δεν είναι έμποροι και εξ ανάγκης να υπηρετήση παρά ξένοις". Και αμέσως παρακάτω, επιβεβαιώνοντας τη γνώμη της μητέρας του, ο A. Συγγρός συμπληρώνει: "η εμπορική δε υπηρεσία τότε του αρχαρίου ήτο, ως εκ των υστέρων είδον, κυριολεκτικώς σκληρά"2.

Αλλά και οι υπόλοιπες μαρτυρίες που διασώζονται μας αποκαλύπτουν ότι τα μαστοροπαίδια που εξακολουθούν να ζουν στο οικογενειακό περιβάλλον επιβιώνουν πολύ πιο εύκολα, αφού δεν εξαρτώνται από τις αμοιβές των εκπαιδευτών τους, μυούνται πληρέστερα στην τεχνική της δουλειάς και βρίσκουν έτοιμο εργαστήρι και κεφάλαιο, όταν θα "βαφτιστούν" μάστορες.

——————————————

1. Βλ. Γ. Βιζυηνός, Το μόνον της ζωής του ταξίδιον. Άπαντα, έκδ. οίκος Χρ. Γιοβάννη, Αθήναι 1955, σ. 210.

2. Βλ. Ανδρέας Συγγρός, Απομνημονεύματα, τ. Α΄, εν Αθήναις 1908, σ. 80.

Σελ. 74
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/3/gif/75.gif&w=600&h=915 3. Παπαγεωργίου, Μαθητεία στα επαγγέλματα

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄

ΚΑΛΦΑΣ - B' ΣΤΑΔΙΟ ΜΑΘΗΤΕΙΑΣ

Σελ. 75
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/3/gif/76.gif&w=600&h=915 3. Παπαγεωργίου, Μαθητεία στα επαγγέλματα

ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Σελ. 76
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/3/gif/77.gif&w=600&h=9153. Παπαγεωργίου, Μαθητεία στα επαγγέλματα

Στο δεύτερο και τελευταίο στάδιο της μαθητείας ο ασκούμενος στην τέχνη ή το επάγγελμα πρόσφερε πιο ουσιαστικές υπηρεσίες στον μάστορά του, ενώ παράλληλα βελτίωνε κατά πολύ τη θέση του από άποψη επαγγελματική και κοινωνική, όσο κι αν θεωρούνταν ανεπίσημο ακόμη μέλος της συντεχνίας, Το γεγονός αυτό θωράκιζε τον κάλφα με περισσότερη καρτερία και αποφασιστικότητα και παράλληλα του έδινε νέο κουράγιο για να συνεχίσει και να ολοκληρώσει την επίπονη προσπάθεια, που είχε αρχίσει από το πρώτο στάδιο της μαθητείας και σύντομα πια θα τον οδηγούσε στην επαγγελματική του αποκατάσταση.

1. Διάρκεια καλφικής υπηρεσίας - Ηλικία

Και στο στάδιο αυτό οι μαθητευόμενοι ήταν υποχρεωμένοι και μετά την προαγωγή τους από τσιράκια σε βοηθούς να δουλεύουν στους ίδιους μάστορες κάτω από παραπλήσιες συνθήκες που γνώρισαν ως παραγιοί1. Η μη διαφοροποίηση της συμπεριφοράς από μέρους των μαστόρων, αν και είχαν να κάνουν με πιο ώριμο και πιο ειδικευμένο προσωπικό, πρέπει ν' αποδοθεί στο γεγονός ότι

——————————————

1. Ενδεικτικό είναι το γεγονός ότι πολλοί καλφάδες κι όταν ακόμη αναγορεύονταν μάστορες, εξακολουθούσαν να παραμένουν γνωστοί για πολύ καιρό στο ευρύτερο κοινό, συντεχνιακό και πελατειακό, με το όνομα ή το επίθετο του μάστορά τους και όχι με το πατρικό τους επώνυμο. Αρκετά χαρακτηριστικά παραδείγματα διασώζονται και στους φορολογικούς καταλόγους των γιαννιώτικων συντεχνιών (1812-1819), οπού παρατηρούμε ότι ο νέος μάστορας, συμμετέχοντας για πρώτη φορά στις φορολογικές υποχρεώσεις του βαροσιού αναφέρεται συνήθως ως εξής: "κολιός ποτέ κάλφας τόλι· Γεώργιος κάλφας Ρέκα· Πάνος κάλφας Γκαβομάντζιου". Αυτό εξακολουθεί για αρκετά χρόνια μέχρι να τους συναντήσουμε με τα επίθετά τους: "Νικόλαος Διαμαντής, Γεώργιος Μπεσδούνος και Πάνος Χρυσοβιτσινός".

Σελ. 77
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/3/gif/78.gif&w=600&h=9153. Παπαγεωργίου, Μαθητεία στα επαγγέλματα

από το σημείο αυτό και μετά έβλεπαν τους βοηθούς τους μόνο σαν ανταγωνιστές στο επάγγελμα.

Η διάρκεια της καλφικής μαθητείας, όπως και προηγούμενα στο στάδιο του τσιρακιού, δεν ήταν νομικά κατοχυρωμένη και όλα εξαρτιόνταν από τις τοπικές συντεχνιακές συνήθειες, με βάση τις οποίες γίνονταν οι συμφωνίες ανάμεσα στους μάστορες και τους καλφάδες. Μόνο σε λίγες γεωγραφικές περιφέρειες, όπου οι επιδράσεις των δυτικών συντεχνιακών και διοικητικών συστημάτων είχαν αφήσει ανεξίτηλα τα σημάδια τους, ο κάλφας συνέχιζε να γνωρίζει και στη φάση αυτή τα ευεργετικά αποτελέσματα της νομικής προστασίας1. Μάλιστα στις περιοχές αυτές τις πιο πολλές φορές τα σχετικά συμβόλαια αναφέρονταν από την αρχή συνολικά και στα δύο στάδια μαθητείας2.

Πρέπει να τονίσουμε εδώ ότι η σύμβαση μαθητείας, τόσο στις τουρκοκρατούμενες όσο και στις βενετοκρατούμενες ελληνικές περιοχές, καταρτιζόταν στο στάδιο αυτό τις περισσότερες φορές από τους ίδιους τους μαθητευόμενους, αφού τώρα είχαν πια ενηλικιωθεί3.

Είναι κοινά αποδεκτό ότι ο συνηθισμένος χρόνος μαθητείας του κάλφα ήταν δύο έτη. Παρατηρείται βέβαια μια διαφοροποίηση κατά τόπους, αλλά σε καμμία περίπτωση η καλφική μαθητεία δεν ήταν κάτω από δύο χρόνια, ιδίως για τους καλφάδες με εξω-επαγγελματική προέλευση.

Αν δεχθούμε λοιπόν ότι η πρωτοβάθμια συντεχνιακή μαθητεία

——————————————

1. Βλ. παράρτημα, αριθ. εγγρ. 3.

2. Βλ. Κων. Μέρτζιος, "Σταχυολογήμαιτα", ό.π., σ. 14-16.

3. Σύμφωνα με το οθωμανικό δίκαιο, όσοι είχαν περάσει το 15ο έτος της ηλικίας τους θεωρούνταν ενήλικοι και ικανοί για την κατάρτιση σύμβασης. Βλ. Δ. Νικολαΐδης, Οθωμανικοί κώδικες, Κωνσταντινούπολις 1889, σ. 557. Επίσης κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις, όπως η εξασφάλιση της σιωπηρής αδείας των γονέων ή κηδεμόνων, περιορισμένα ικανοί για τη σύναψη σύμβασης ήταν και όσοι μαθητευόμενοι είχαν συμπληρώσει το 12ο ως το 15ο έτος της ηλικίας τους και είχαν ανεπτυγμένη κρίση. Βλ. Οθωμανικό Αστικό Κώδικα, 971, 972, 943 και 944.

Σελ. 78
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/3/gif/79.gif&w=600&h=9153. Παπαγεωργίου, Μαθητεία στα επαγγέλματα

ξεκινούσε σε ηλικία 9-12 χρονών και τελείωνε στα 12-15 η άρχιζε στα 12-14 και έφθανε ως τα 15-17 και υπολογίσουμε κατά μέσο όρο 2-3 χρόνια το στάδιο της καλφικής υπηρεσίας, πλησιάζουμε τα 17-19, ηλικία που θεωρείται η απαρχή της αντρικής ωριμότητας,

Όπως και στο προηγούμενο στάδιο, έτσι κι εδώ ο συναγωνισμός της αγοράς ανάγκαζε τους μάστορες να επιμηκύνουν τον χρόνο της υποχρεωτικής επαγγελματικής παρακολούθησης των καλφάδων, στα μεγαλύτερα δυνατά πλαίσια, γιατί διαφορετικά έχαναν την τόσο πολύτιμη γι' αυτούς εργατική δύναμη, την οποία θα εκμεταλλεύονταν οι άλλοι συνάδελφοι τους, αν τυχόν κρατούσαν τους βοηθούς τους μεγαλύτερο χρονικό διάστημα κοντά τους, Έτσι έχουμε παραδείγματα, οπού μερικοί καλφάδες ξεπέρασαν κατά πολύ τα κανονικά όρια της δευτεροβάθμιας μαθητείας και παρέμειναν στο στάδιο αυτό στάσιμοι γι' αρκετά χρόνια ή για πάντα, επιβεβαιώνοντας τον κανόνα ότι σε μια συντεχνία μαθήτευαν αρκετοί, γίνονταν καλφάδες λιγοστοί και προωθούνταν για μάστορες ελάχιστοι.

Κάθε μάστορας όφειλε να γνωστοποιεί στη συντεχνία, και ειδικότερα στον πρωτομάστορα, τη "στοίχιση" του κάλφα: "και όσοι καλφάδες στοιχούν οι μαστόροι τους να δίνουν την είδησιν τον κατά καιρόν πρωτομάστορην και όλοι το στέργουν"1. Στην εφαρμογή της διάταξης αυτής οι συντεχνίες φαίνονται ιδιαίτερα ευαίσθητες, επειδή προφανώς ενδιαφέρονται καίρια για τον δομικού χαρακτήρα έλεγχο των προαγωγών. Για το λόγο αυτό, όταν διαπιστώνεται η παράβαση, επιρρίπτονται ευθύνες τόσο στον μάστορα όσο και στον κάλφα: "και όσοι μαστόροι δεν δίνουν την είδησιν εις τον πρωτομάστορην στοιχώντας τον κάλφαν τους να παιδεύωνται δίδοντες εις το κουτί από είκοσι πέντε γρόσια και αυτή η συμφωνία να ακολουθήται"2. Ανάλογη παιδεία 

——————————————

1. Βλ. Μ. Αποστολίδης, "Τα αρχεία του εν Φιλιππουπόλει εσναφίου των αμπατζήδων", ΑΘΛΓΘ 7 (1940-41), σ. 36.

2. Βλ. Μ. Αποστολίδης, ό.π., σ. 36.

Σελ. 79
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/3/gif/80.gif&w=600&h=9153. Παπαγεωργίου, Μαθητεία στα επαγγέλματα

προβλέπεται και για τον κάλφα, ο οποίος θα αδιαφορήσει για την ενημέρωση της συντεχνίας: "κάθε κάλφας όπου ήθελε στιχηθή με την είδησιν των μαϊστόρων να πέρνη την ρώγαν του σωστήν, εκείνος δε οπού ήθελε στοιχηθή άνευ ειδήσεως των πρωτομαϊστόρων να χάνη την ρώγαν του"1.

Κρίνουμε ακόμη σκόπιμο ν' αναφέρουμε ότι σε μερικές περιοχές, όπως στη Φιλιππούπολη και στην Κοζάνη, ο κάθε κάλφας που στιχιέται, είναι υποχρεωμένος να προσφέρει ένα χρηματικό δώρο, "μπουναμά", στη συντεχνία του2. Ειδικότερα μάλιστα στη συντεχνία των τουφεκτζήδων, χαλκιάδων, καλαϊτζήδων και αλμπάνηδων της Κοζάνης ο κάλφας οφείλει να δώσει για τη "στοίχισή" του, εκτός από την καθορισμένη χρηματική εισφορά στο ρουφέτι του, και κάποιο χρηματικό ποσό, έστω και μικρό, στο μάστορα που τον προσλαμβάνει3.

2. Είδος, χρόνος και συνθήκες εργασίας

Όπως αναφέραμε και παραπάνω, ο κάλφας πρόσφερε ουσιαστικές υπηρεσίες στον μάστορά του. Ας δούμε όμως πιο αναλυτικά τη δουλειά του κάλφα σε μερικές συντεχνίες,

Στη συντεχνία των ταμπάκηδων οι καλφάδες πραγματοποιούσαν το μεγαλύτερο μέρος της εργασίας τους στην ύπαιθρο και ειδικότερα μέσα στο νερό, με αποτέλεσμα η δουλειά αυτή να γίνεται ένα διαρκές βασανιστήριο, που ύστερα από λίγα χρόνια τους καταντούσε σωματικά ερείπια. Με τη μεγαλύτερη παγωνιά, με το δυνατότερο ξεροβόρι ήταν πάντοτε βυθισμένοι σχεδόν μέχρι τη μέση στο νερό, σκύβοντας πάνω από τα ξύλινα καβαλλέτα και ξύνοντας τα τομάρια, έχοντας για στοιχειώδη προφύλαξη τις 

——————————————

1. Βλ. Μ. Καλινδέρης, Αι συντεχνίαι της Κοζάνης, σ. 28.

2. Βλ. M. Αποστολίδης, "Τα αρχεία του εν Φιλιππουπόλει εσναφίου των αμπατζήδων", ΑΘΛΓΘ 7 (1940-41), σ. 42.

3. "Όταν ο κάλφας στιχιέται να δίδη εις το ρουφέτι του άσπρα 15: και ο μάστορας ο λαμβαν(ω)ν αύτ(ον) άσπρα 12". Βλ. M. Καλινδέρης, ό.π., σ. 36.

Σελ. 80
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/3/gif/81.gif&w=600&h=9153. Παπαγεωργίου, Μαθητεία στα επαγγέλματα

μακριές πέτσινες μπότες τους, Στη συνέχεια μετέφεραν δυο-δυο στα εργαστήρια τα πετσιά περασμένα σε μακριά ξύλα, καμπουριασμένοι από το βάρος τους, αφού τα μεγαλύτερα απ' αυτά έφταναν τις 200 οκάδες1.

Στα γουναράδικα εργαστήρια οι καλφάδες κατεργάζονταν τις γούνες. Αφού πρώτα τις έριχναν σε καδιά γεμάτα πίτουρα για να μαλακώνουν, στη συνέχεια τις χτένιζαν με ειδικά χτένια. Μετά τις έκοβαν και τις έρραβαν ή επέβλεπαν στο ράψιμό τους. Στο κόψιμο ειδικά των γουναρικών, όταν δεν το έκαμε ο μάστορας2, έδειχναν μεγάλη προσοχή για να μην πάει ούτε το παραμικρό κομμάτι χαμένο και για να έχει η γούνα το ίδιο πάχος παντού3.

Οι συρμακέσηδες εμπιστεύονταν στους καλφάδες τους, ύστερα από μεγάλη εξάσκηση, το κέντημα των χρυσονημάτων πάνω στα γεμίσματα, Όπως μας πληροφορεί η Χατζημιχάλη4, ο συρμακέσης κάλφας σχημάτιζε, γυρνώντας τις χρυσοκλωστές πάνω στα σηκώματα, διάφορες ρίζες, δένοντάς τες με την κρυφή ή το κρυφό5. Ο τερζής έδινε τα κομμάτια του υφάσματος που είχε κόψει

——————————————

1. Βλ. εφημ. Ήπειρος, φ. 7837 (15 Φεβρουαρίου 1935).

2. Πάντα ο μάστορας, για λόγους οικονομίας, τεμάχιζε την πρώτη ύλη και έκανε όλη την προπαρασκευαστική εργασία (σχέδια), επειδή η πείρα του τον βοηθούσε να περιορίζει σημαντικά την άσκοπη σπατάλη (βλ. Αγγ. Χατζημιχάλη, "Τα χρυσοκλαβαρικά-συρματέινα, συρμακέσικα. κεντήματα", Melanges offerts à Octave et Melpo Merlier, τ. 2, Athènes 1956, σ. 487. Πβ. και Ευαγγελή Ντάτση, Η χαλκοτεχνία στα Γιάννινα, Η συγχρονική της διάσταση στις παραμονές τον πολέμου του 1940, Διδακτορική διατριβή, πολυγραφημένο, σ. 12.

3. Βλ. Αγγ. Χατζημιχάλη, "Το ισνάφι των γουναράδων", Συνεταιριστής, αριθ. 104-106 (1955), σ. 86.

4. Βλ. Αγγ. Χατζημιχάλη, "Τα χρυσοκλαβαρικά-συρματέινα, συρμακέσικα κεντήματα", ό.π., σ. 492.

5. Η κρυφή ή το κρυφό ήταν ένας από τους δύο τρόπους, που το υλικό (μετάξινα νήματα, χρυσονήματα και σύρματα) στερεωνόταν έτσι, ώστε να περνά το ύφασμα και να δείχνει πως συνεχίζεται το χρυσάφι ή το μάλαμα και στην ανάποδη του κεντιδιού. Ο δεύτερος τρόπος ήταν το καβαλίκι ή καρφωτό.

6

Σελ. 81
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/3/gif/82.gif&w=600&h=9153. Παπαγεωργίου, Μαθητεία στα επαγγέλματα

ο ίδιος στον κάλφα του, για να τα καρφοκολλήσει και ύστερα άρχιζε το ράψιμο1.

Στη συντεχνία των κοντουράδων ο κάλφας έπαιρνε τα φόντια2 από τον μάστορα και τα μόντερνε στα καλαπόδια ή καλούπια. Έπειτα έβαζε τις σόλες από πάνω και τα παράδινε στο τσιράκι για να τα καρφώσει ή να τα γαζώσει. Ξαναπαίρνοντάς τα έκαμε τα τακούνια τους και τα ξελούριζε3 και τα ξανάδινε στο μικρό για να τα γυαλίσει4.

Στη συντεχνία των γεμενετζήδων5 η κύρια απασχόληση του κάλφα ήταν το ράψιμο των γεμενιών, που του έδινε ο μάστορας, με κλωστές κερωμένες, κρατώντας στα χέρια του το σουβλί με το οποίο τρυπούσε τα πετσιά6.

Στη συντεχνία των τσαρουχάδων οι καλφάδες ξεκινούσαν με την κατασκευή των "φωτικιών", των βαφτισιάρικων δηλ. τσαρουχιών που προορίζονταν για μικρά παιδιά, ηλικίας 1-6 χρονών7. Στη συνέχεια, αφού περνούσε αρκετός καιρός, οι μάστορες τους άφηναν να δουλεύουν σ' όλα τα νούμερα των τσαρουχιών.

——————————————

1. Βλ. Δημ. Λουκόπουλος, Πώς υφαίνουν και ντύνονται οι Αιτωλοί, εν Αθήναις 1927, σ. 125.

2. φόντι = το επάνω μέρος του υποδήματος, που αποτελείται από μαλακό δέρμα και φόδρα.

3. ξελουρίζω = κόβω τις άκρες που προεξέχουν από τη σόλα του παπουτσιού, ώστε η τελευταία να προσλάβει το κατάλληλο σχήμα.

4. Βλ. Πολ. Παπαχριστοδούλου, "Τα εσνάφια των γεμενετζήδων, καβάφηδων, κοντουράδων στις Σαράντα Εκκλησιές", ΑΘΛΓΘ 11 (1944-45), σ. 168.

5. γεμενετζής = κατασκευαστής ή πωλητής τσαρουχιών ή χοντροπάπουτζων (τουρκ. yemenici).

6. Βλ. Πολ. Παπαχριστοδούλου, ό.π., σ. 167.

7. Σύμφωνα με τον Κωνσταντίνο Φαλτάιτς ("Από το παπούτσι του ριγολέττου στο τσαρούχι του τσολιά". Μπουκέτο 4, 1929, σ. 48) τα βαφτισιάρικα τσαρούχια τα έκανε δώρο ο νουνός στο βαφτιστικό του και αποτελούσαν το πρώτο υπόδημα του βρέφους μετά τη βάπτιση. Συνήθως είχαν χρώμα άσπρο με φούντα γαλάζια και άσπρη πανύψηλη μύτη που υπενθύμιζε έντονα τα μεσαιωνικά παπούτσια. Η ονομασία τους αυτή συνηθιζόταν κυρίως στην Ήπειρο και τη Στερεά Ελλάδα.

Σελ. 82
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/3/gif/83.gif&w=600&h=9153. Παπαγεωργίου, Μαθητεία στα επαγγέλματα

Στις εμπορικές συντεχνίες, ενώ στο προηγούμενο στάδιο οι μαθητευόμενοι προορίζονταν για καθαρά υπηρετικές δουλειές, ξεσκονίζοντας ή τακτοποιώντας τα εμπορεύματα και πηγαίνοντας τα στα σπίτια των αγοραστών, σαν βοηθοί έπαυαν να είναι πια άβουλα πρόσωπα και πληροφορούσαν τους πελάτες για τις τιμές των ειδών, συζητούσαν και αστειεύονταν μαζί τους και συχνά τους παραπονιόνταν για το δασμολόγιο και το συνάλλαγμα. Ακόμη πραγματοποιούσαν τους διάφορους λογαριασμούς με μεγάλη ευχέρεια και σπάνια υπέπιπταν σε κάποιο λογιστικό λάθος, το όποίο, σύμφωνα με τις μαρτυρίες, ήταν πάντα προς όφελος του καταστήματος. Μάλιστα αυτό το μειονέκτημα στη λογιστική αποτελούσε αξιόλογο συστατικό για τον κάλφα και τελικά μετατρεπόταν σε πλεονέκτημα που λάμβανε σοβαρά υπόψη ο προϊστάμενός του μάστορας1.

Τέλος, σε αρκετές συντεχνίες ο μάστορας έπαιρνε μαζί του στα εμπορικά πανηγύρια τον κάλφα του, όπου δινόταν η ευκαιρία στον τελευταίο ν' αποδείξει και στην πράξη το εμπορικό του ταλέντο και το επιχειρηματικό πνεύμα του.

Από τα πιο ενδεικτικά παραδείγματα των περιπτώσεων αυτών είναι εκείνο του Ζώη Καπλάνη, τον οποίο ο γιαννιώτης μεγαλέμπορος γουναρικών Παναγιώτης Χατζηνίκος έστελνε συχνά ως εκπρόσωπο του εμπορικού του οίκου στα άφθονα εμπορικά πανηγύρια, που γίνονταν τότε γύρω από τα Γιάννενα, για να εμπορεύεται τις γούνες του. Τα προσόντα και οι ικανότητες του Καπλάνη στη δοκιμασία αυτή έπαιξαν αναμφισβήτητα ευεργετικό ρόλο στην άμεση προώθησή του στην ανώτερη επαγγελματική βαθμίδα, αφού ο Χατζηνίκος, συνεκτιμώντας τα με την υπόλοιπη ζηλευτή δραστηριότητα του στο εργαστήρι, τον έκαμε, σχετικά γρήγορα, με τα "κρατούντα" στις συντεχνίες, από βοηθό συνέταιρο και τον πήρε μαζί του στη Ρουμανία, όπου διατηρούσε ένα δεύτερο σπουδαίο εμπορικό οίκο γουναρικών2.

——————————————

1. Βλ. Εβδομάς (30 Ιουνίου 1880), σ. 2.

2. Βλ. Αν. Γούδας, Βίοι Παράλληλοι, τ. Γ΄, σ. 84. Πβ. και Γιάννης

Σελ. 83
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/3/gif/84.gif&w=600&h=9153. Παπαγεωργίου, Μαθητεία στα επαγγέλματα

Το ωράριο εργασίας του κάλφα καθοριζόταν, όπως είναι φυσικό, από τους μάστορες. Ποίκιλλε ακόμη από συντεχνία σε συντεχνία και από τόπο σε τόπο. Γενικότερα όμως η διάρκεια της ημερήσιας εργασίας του κάλφα, σύμφωνα με τις σχετικές μαρτυρίες, υπερκάλυπτε τα φυσιολογικά όρια της ανθρώπινης αντοχής σ' αυτή την ηλικία και έφθανε στην υπερβολή, γεγονός που προξένησε εντύπωση στους περιηγητές της εποχής. Υπήρχαν και στο στάδιο αυτό διάφορα εποχιακά διαστήματα, όπως οι σαρακοστές των Χριστουγέννων και της Λαμπρής, που ο χρόνος εργασίας παρατεινόταν για αρκετές νυκτερινές ώρες στις περισσότερες από τις βιοτεχνικές συντεχνίες. Η ερμηνεία είναι απλή. Την εποχή αυτή, που ευρύτερα μπορούμε να την αποκαλέσουμε χειμωνιάτικη, επέστρεφαν στον τόπο τους αρκετοί τεχνίτες, που το επάγγελμά τους επέτρεπε μόνο τη θερινή εργασία, όπως κτίστες, κεραμιδοποιοί, πλανόδιοι βιοτέχνες και έμποροι και άλλοι εποχιακοί εργάτες και με την ευκαιρία αυτή έσπευδαν να ντυθούν και να "ποδεθούν".

Ακόμη, τα Χριστούγεννα και το Πάσχα έπρεπε να υπάρχει ετοιμοπαράδοτο εμπόρευμα και για ένα άλλο λόγο. Τις "χρονιάρικες" αυτές μέρες οι γονείς αγόραζαν παπούτσια και ρούχα για τα παιδιά τους. Μάλιστα τη Λαμπρή τα "σχολιαρούδια" εφοδιάζονταν μ' ένα καινούργιο ζευγάρι παπούτσια για την ημέρα των σχολικών εξετάσεων1. Τέλος, σε μερικές συντεχνίες, όπως των καζαντζήδων, αρκετά νυχτέρια πραγματοποιούνταν το καλοκαίρι για να έχουν ετοιμοπαράδοτα τα ρακοκάζανα την εποχή του τρύγου2. Το ίδιο παρατηρείται και με την συντεχνία των ξυλουργών, γιατί την εποχή αυτή γίνονταν οι περισσότεροι γάμοι και οι παραγγελίες για ντουλάπες, καναπέδες, τραπέζια, καρέκλες και κορνίζες δίνονταν λίγο πριν την τέλεση τους3.

——————————————

Λυμπερόπουλος, "Παναγιώτης Ν. Χατζηνίκου-Κονιτζιότης (o ευεργέτης)", Η.Η. 3 (1981), σ. 280-285.

1. Βλ. Πολ. Παπαχριστοδουλου, ό.π., σ. 169.

2. Βλ. Ευαγγελή Ντάτση, Η χαλκοτεχνία στα Γιάννινα, σ. 128.

3. Βλ. Λουκής Ακρίτας, "Ο ήσκιος τ' αφεντικού", Ν.Ε. ΙΣΤ' (1934), σ. 846.

Σελ. 84
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Η μαθητεία στα επαγγέλματα (16ος-20ός αι.)
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 65
    3. Παπαγεωργίου, Μαθητεία στα επαγγέλματα

    8. Ποινές - Εγκατάλειψη των μαστόρων

    Ήταν παλιά συνήθεια, αλλά και επιβαλλόταν αργότερα, μετά την έκδοση αυτοκρατορικής διαταγής από τον σουλτάνο Μουσταφά τον Γ΄, το 1773 1, το μικρό μαστορόπουλο να υπακούει τυφλά στις εντολές του αφεντικού του και να προσφέρει όχι μόνο επαγγελματικές και οικιακές υπηρεσίες, αλλά και αγροτικές, σε περίπτωση που ο εργοδότης του είχε παράλληλα και κάποιο αγρόκτημα. Κάθε ανυπακοή, κάθε αυθάδεια και κάθε αυθαίρετη πράξη, εκτός από την άμεση τιμωρία, μπορούσε να στοιχίσει ακριβά στην επαγγελματική σταδιοδρομία του μαθητευόμενου,

    Σύμφωνα με τα δεδομένα αυτά εναρμονίζεται και το σύστημα διαπαιδαγώγησης του τσιρακιού, που περιλάμβανε, ανάμεσα στα άλλα, και τις διάφορες τιμωρίες που του επέβαλλε ο μάστορας, όταν αυτό κατά τη γνώμη του απειθαρχούσε, Έτσι, αρκετές φορές για το παραμικρό επαγγελματικό λάθος, που μπορεί να οφειλόταν σε άγνοια ή στην αδυναμία του τσιρακιού εξαιτίας της μικρής του ηλικίας, ο εκπαιδευτής το χτυπούσε ή το έδερνε2. Το ίδιο συνέβαινε κι όταν το μικρό παιδί υπέπιπτε σε κάποιο παράπτωμα. Η πιο συνηθισμένη τιμωρία ήταν οι ραβδισμοί στις πατούσες των

    ——————————————

    1. Βλ. παράρτημα, αριθμ. εγγρ. 1.

    2. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του Παν. Σκουζέ όταν πηγαίνοντας στη Χαλκίδα ο πατέρας του τον βάζει να μαθητεύσει σ' ένα παπουτζή: "Οπού ο Διονύσιος Κάσταγλης, παπουτζής, μετά τόσες τυραννίες με εσήκωνεν από τα μεσάνυκτα να ράφτω και μίαν νυκτιάν με σήκωσεν τα μεσάνυκτα και μ' έδοσεν ένα πετζί να το πάγω να το μουσκέψω έξω του χωριού, όπου ήτον μια σύναξη του νερού πλησίον εις ένα πηγάδι. Εγώ επήρα το πετζί, επήγα το έβαλα εις το νερόν. Ήτον χειμώνας. Ετραβήχτηκα και ήβγα εις μιαν αχυρώνα βογδιών και ετζεί με πήρεν ο ύπνος. Αφ' επέρασαν τρεις ώρες σχεδόν και δεν έγύρισα, ήλθεν ο μάστορής μου ζητώντας με. Ήβρεν το πετζί, δεν με βρίσκει εμένα. Ήτον ακόμη νύχτα. Υποπτεύθη ότι έπεσα εις το πηγάδι, ως σκοτεινά. Κρεμάζει το φανάρι εις το πηγάδι να ιδεί αν είμαι πεσμένος. Προς την αυγήν έξύπνησα και γυρεύω το πετζί, αλλά το είχεν παρμένο. Πηγαινάμενος εις τον μάστοράν μου, μού έδοσεν ένα ξύλον τόσον! και έτζι επήγα εις τον Σιναΐτην" (Παναγής Σκουζές, Απομνημονεύματα, σ. 93-94).

    5