Συγγραφέας:Παπαγεωργίου, Γιώργος
 
Τίτλος:Η μαθητεία στα επαγγέλματα (16ος-20ός αι.)
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:3
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:1986
 
Σελίδες:192
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Μαθητεία και εργασία
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα
 
Χρονική κάλυψη:16ος-20ός αι.
 
Περίληψη:Η παρούσα μελέτη, βασισμένη σε γνωστές αλλά και άγνωστες αρχειακές πηγές, προσπαθεί να αποκρυπτογραφήσει τους μηχανισμούς που διέπουν τα παραδοσιακά συστήματα μαθητείας και να αναζητήσει τους τρόπους προσαρμογής της παιδικής και νεανικής ηλικίας σε αυτά.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 6.69 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 75-94 από: 194
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/3/gif/75.gif&w=600&h=915 3. Παπαγεωργίου, Μαθητεία στα επαγγέλματα

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄

ΚΑΛΦΑΣ - B' ΣΤΑΔΙΟ ΜΑΘΗΤΕΙΑΣ

Σελ. 75
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/3/gif/76.gif&w=600&h=915 3. Παπαγεωργίου, Μαθητεία στα επαγγέλματα

ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Σελ. 76
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/3/gif/77.gif&w=600&h=9153. Παπαγεωργίου, Μαθητεία στα επαγγέλματα

Στο δεύτερο και τελευταίο στάδιο της μαθητείας ο ασκούμενος στην τέχνη ή το επάγγελμα πρόσφερε πιο ουσιαστικές υπηρεσίες στον μάστορά του, ενώ παράλληλα βελτίωνε κατά πολύ τη θέση του από άποψη επαγγελματική και κοινωνική, όσο κι αν θεωρούνταν ανεπίσημο ακόμη μέλος της συντεχνίας, Το γεγονός αυτό θωράκιζε τον κάλφα με περισσότερη καρτερία και αποφασιστικότητα και παράλληλα του έδινε νέο κουράγιο για να συνεχίσει και να ολοκληρώσει την επίπονη προσπάθεια, που είχε αρχίσει από το πρώτο στάδιο της μαθητείας και σύντομα πια θα τον οδηγούσε στην επαγγελματική του αποκατάσταση.

1. Διάρκεια καλφικής υπηρεσίας - Ηλικία

Και στο στάδιο αυτό οι μαθητευόμενοι ήταν υποχρεωμένοι και μετά την προαγωγή τους από τσιράκια σε βοηθούς να δουλεύουν στους ίδιους μάστορες κάτω από παραπλήσιες συνθήκες που γνώρισαν ως παραγιοί1. Η μη διαφοροποίηση της συμπεριφοράς από μέρους των μαστόρων, αν και είχαν να κάνουν με πιο ώριμο και πιο ειδικευμένο προσωπικό, πρέπει ν' αποδοθεί στο γεγονός ότι

——————————————

1. Ενδεικτικό είναι το γεγονός ότι πολλοί καλφάδες κι όταν ακόμη αναγορεύονταν μάστορες, εξακολουθούσαν να παραμένουν γνωστοί για πολύ καιρό στο ευρύτερο κοινό, συντεχνιακό και πελατειακό, με το όνομα ή το επίθετο του μάστορά τους και όχι με το πατρικό τους επώνυμο. Αρκετά χαρακτηριστικά παραδείγματα διασώζονται και στους φορολογικούς καταλόγους των γιαννιώτικων συντεχνιών (1812-1819), οπού παρατηρούμε ότι ο νέος μάστορας, συμμετέχοντας για πρώτη φορά στις φορολογικές υποχρεώσεις του βαροσιού αναφέρεται συνήθως ως εξής: "κολιός ποτέ κάλφας τόλι· Γεώργιος κάλφας Ρέκα· Πάνος κάλφας Γκαβομάντζιου". Αυτό εξακολουθεί για αρκετά χρόνια μέχρι να τους συναντήσουμε με τα επίθετά τους: "Νικόλαος Διαμαντής, Γεώργιος Μπεσδούνος και Πάνος Χρυσοβιτσινός".

Σελ. 77
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/3/gif/78.gif&w=600&h=9153. Παπαγεωργίου, Μαθητεία στα επαγγέλματα

από το σημείο αυτό και μετά έβλεπαν τους βοηθούς τους μόνο σαν ανταγωνιστές στο επάγγελμα.

Η διάρκεια της καλφικής μαθητείας, όπως και προηγούμενα στο στάδιο του τσιρακιού, δεν ήταν νομικά κατοχυρωμένη και όλα εξαρτιόνταν από τις τοπικές συντεχνιακές συνήθειες, με βάση τις οποίες γίνονταν οι συμφωνίες ανάμεσα στους μάστορες και τους καλφάδες. Μόνο σε λίγες γεωγραφικές περιφέρειες, όπου οι επιδράσεις των δυτικών συντεχνιακών και διοικητικών συστημάτων είχαν αφήσει ανεξίτηλα τα σημάδια τους, ο κάλφας συνέχιζε να γνωρίζει και στη φάση αυτή τα ευεργετικά αποτελέσματα της νομικής προστασίας1. Μάλιστα στις περιοχές αυτές τις πιο πολλές φορές τα σχετικά συμβόλαια αναφέρονταν από την αρχή συνολικά και στα δύο στάδια μαθητείας2.

Πρέπει να τονίσουμε εδώ ότι η σύμβαση μαθητείας, τόσο στις τουρκοκρατούμενες όσο και στις βενετοκρατούμενες ελληνικές περιοχές, καταρτιζόταν στο στάδιο αυτό τις περισσότερες φορές από τους ίδιους τους μαθητευόμενους, αφού τώρα είχαν πια ενηλικιωθεί3.

Είναι κοινά αποδεκτό ότι ο συνηθισμένος χρόνος μαθητείας του κάλφα ήταν δύο έτη. Παρατηρείται βέβαια μια διαφοροποίηση κατά τόπους, αλλά σε καμμία περίπτωση η καλφική μαθητεία δεν ήταν κάτω από δύο χρόνια, ιδίως για τους καλφάδες με εξω-επαγγελματική προέλευση.

Αν δεχθούμε λοιπόν ότι η πρωτοβάθμια συντεχνιακή μαθητεία

——————————————

1. Βλ. παράρτημα, αριθ. εγγρ. 3.

2. Βλ. Κων. Μέρτζιος, "Σταχυολογήμαιτα", ό.π., σ. 14-16.

3. Σύμφωνα με το οθωμανικό δίκαιο, όσοι είχαν περάσει το 15ο έτος της ηλικίας τους θεωρούνταν ενήλικοι και ικανοί για την κατάρτιση σύμβασης. Βλ. Δ. Νικολαΐδης, Οθωμανικοί κώδικες, Κωνσταντινούπολις 1889, σ. 557. Επίσης κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις, όπως η εξασφάλιση της σιωπηρής αδείας των γονέων ή κηδεμόνων, περιορισμένα ικανοί για τη σύναψη σύμβασης ήταν και όσοι μαθητευόμενοι είχαν συμπληρώσει το 12ο ως το 15ο έτος της ηλικίας τους και είχαν ανεπτυγμένη κρίση. Βλ. Οθωμανικό Αστικό Κώδικα, 971, 972, 943 και 944.

Σελ. 78
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/3/gif/79.gif&w=600&h=9153. Παπαγεωργίου, Μαθητεία στα επαγγέλματα

ξεκινούσε σε ηλικία 9-12 χρονών και τελείωνε στα 12-15 η άρχιζε στα 12-14 και έφθανε ως τα 15-17 και υπολογίσουμε κατά μέσο όρο 2-3 χρόνια το στάδιο της καλφικής υπηρεσίας, πλησιάζουμε τα 17-19, ηλικία που θεωρείται η απαρχή της αντρικής ωριμότητας,

Όπως και στο προηγούμενο στάδιο, έτσι κι εδώ ο συναγωνισμός της αγοράς ανάγκαζε τους μάστορες να επιμηκύνουν τον χρόνο της υποχρεωτικής επαγγελματικής παρακολούθησης των καλφάδων, στα μεγαλύτερα δυνατά πλαίσια, γιατί διαφορετικά έχαναν την τόσο πολύτιμη γι' αυτούς εργατική δύναμη, την οποία θα εκμεταλλεύονταν οι άλλοι συνάδελφοι τους, αν τυχόν κρατούσαν τους βοηθούς τους μεγαλύτερο χρονικό διάστημα κοντά τους, Έτσι έχουμε παραδείγματα, οπού μερικοί καλφάδες ξεπέρασαν κατά πολύ τα κανονικά όρια της δευτεροβάθμιας μαθητείας και παρέμειναν στο στάδιο αυτό στάσιμοι γι' αρκετά χρόνια ή για πάντα, επιβεβαιώνοντας τον κανόνα ότι σε μια συντεχνία μαθήτευαν αρκετοί, γίνονταν καλφάδες λιγοστοί και προωθούνταν για μάστορες ελάχιστοι.

Κάθε μάστορας όφειλε να γνωστοποιεί στη συντεχνία, και ειδικότερα στον πρωτομάστορα, τη "στοίχιση" του κάλφα: "και όσοι καλφάδες στοιχούν οι μαστόροι τους να δίνουν την είδησιν τον κατά καιρόν πρωτομάστορην και όλοι το στέργουν"1. Στην εφαρμογή της διάταξης αυτής οι συντεχνίες φαίνονται ιδιαίτερα ευαίσθητες, επειδή προφανώς ενδιαφέρονται καίρια για τον δομικού χαρακτήρα έλεγχο των προαγωγών. Για το λόγο αυτό, όταν διαπιστώνεται η παράβαση, επιρρίπτονται ευθύνες τόσο στον μάστορα όσο και στον κάλφα: "και όσοι μαστόροι δεν δίνουν την είδησιν εις τον πρωτομάστορην στοιχώντας τον κάλφαν τους να παιδεύωνται δίδοντες εις το κουτί από είκοσι πέντε γρόσια και αυτή η συμφωνία να ακολουθήται"2. Ανάλογη παιδεία 

——————————————

1. Βλ. Μ. Αποστολίδης, "Τα αρχεία του εν Φιλιππουπόλει εσναφίου των αμπατζήδων", ΑΘΛΓΘ 7 (1940-41), σ. 36.

2. Βλ. Μ. Αποστολίδης, ό.π., σ. 36.

Σελ. 79
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/3/gif/80.gif&w=600&h=9153. Παπαγεωργίου, Μαθητεία στα επαγγέλματα

προβλέπεται και για τον κάλφα, ο οποίος θα αδιαφορήσει για την ενημέρωση της συντεχνίας: "κάθε κάλφας όπου ήθελε στιχηθή με την είδησιν των μαϊστόρων να πέρνη την ρώγαν του σωστήν, εκείνος δε οπού ήθελε στοιχηθή άνευ ειδήσεως των πρωτομαϊστόρων να χάνη την ρώγαν του"1.

Κρίνουμε ακόμη σκόπιμο ν' αναφέρουμε ότι σε μερικές περιοχές, όπως στη Φιλιππούπολη και στην Κοζάνη, ο κάθε κάλφας που στιχιέται, είναι υποχρεωμένος να προσφέρει ένα χρηματικό δώρο, "μπουναμά", στη συντεχνία του2. Ειδικότερα μάλιστα στη συντεχνία των τουφεκτζήδων, χαλκιάδων, καλαϊτζήδων και αλμπάνηδων της Κοζάνης ο κάλφας οφείλει να δώσει για τη "στοίχισή" του, εκτός από την καθορισμένη χρηματική εισφορά στο ρουφέτι του, και κάποιο χρηματικό ποσό, έστω και μικρό, στο μάστορα που τον προσλαμβάνει3.

2. Είδος, χρόνος και συνθήκες εργασίας

Όπως αναφέραμε και παραπάνω, ο κάλφας πρόσφερε ουσιαστικές υπηρεσίες στον μάστορά του. Ας δούμε όμως πιο αναλυτικά τη δουλειά του κάλφα σε μερικές συντεχνίες,

Στη συντεχνία των ταμπάκηδων οι καλφάδες πραγματοποιούσαν το μεγαλύτερο μέρος της εργασίας τους στην ύπαιθρο και ειδικότερα μέσα στο νερό, με αποτέλεσμα η δουλειά αυτή να γίνεται ένα διαρκές βασανιστήριο, που ύστερα από λίγα χρόνια τους καταντούσε σωματικά ερείπια. Με τη μεγαλύτερη παγωνιά, με το δυνατότερο ξεροβόρι ήταν πάντοτε βυθισμένοι σχεδόν μέχρι τη μέση στο νερό, σκύβοντας πάνω από τα ξύλινα καβαλλέτα και ξύνοντας τα τομάρια, έχοντας για στοιχειώδη προφύλαξη τις 

——————————————

1. Βλ. Μ. Καλινδέρης, Αι συντεχνίαι της Κοζάνης, σ. 28.

2. Βλ. M. Αποστολίδης, "Τα αρχεία του εν Φιλιππουπόλει εσναφίου των αμπατζήδων", ΑΘΛΓΘ 7 (1940-41), σ. 42.

3. "Όταν ο κάλφας στιχιέται να δίδη εις το ρουφέτι του άσπρα 15: και ο μάστορας ο λαμβαν(ω)ν αύτ(ον) άσπρα 12". Βλ. M. Καλινδέρης, ό.π., σ. 36.

Σελ. 80
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/3/gif/81.gif&w=600&h=9153. Παπαγεωργίου, Μαθητεία στα επαγγέλματα

μακριές πέτσινες μπότες τους, Στη συνέχεια μετέφεραν δυο-δυο στα εργαστήρια τα πετσιά περασμένα σε μακριά ξύλα, καμπουριασμένοι από το βάρος τους, αφού τα μεγαλύτερα απ' αυτά έφταναν τις 200 οκάδες1.

Στα γουναράδικα εργαστήρια οι καλφάδες κατεργάζονταν τις γούνες. Αφού πρώτα τις έριχναν σε καδιά γεμάτα πίτουρα για να μαλακώνουν, στη συνέχεια τις χτένιζαν με ειδικά χτένια. Μετά τις έκοβαν και τις έρραβαν ή επέβλεπαν στο ράψιμό τους. Στο κόψιμο ειδικά των γουναρικών, όταν δεν το έκαμε ο μάστορας2, έδειχναν μεγάλη προσοχή για να μην πάει ούτε το παραμικρό κομμάτι χαμένο και για να έχει η γούνα το ίδιο πάχος παντού3.

Οι συρμακέσηδες εμπιστεύονταν στους καλφάδες τους, ύστερα από μεγάλη εξάσκηση, το κέντημα των χρυσονημάτων πάνω στα γεμίσματα, Όπως μας πληροφορεί η Χατζημιχάλη4, ο συρμακέσης κάλφας σχημάτιζε, γυρνώντας τις χρυσοκλωστές πάνω στα σηκώματα, διάφορες ρίζες, δένοντάς τες με την κρυφή ή το κρυφό5. Ο τερζής έδινε τα κομμάτια του υφάσματος που είχε κόψει

——————————————

1. Βλ. εφημ. Ήπειρος, φ. 7837 (15 Φεβρουαρίου 1935).

2. Πάντα ο μάστορας, για λόγους οικονομίας, τεμάχιζε την πρώτη ύλη και έκανε όλη την προπαρασκευαστική εργασία (σχέδια), επειδή η πείρα του τον βοηθούσε να περιορίζει σημαντικά την άσκοπη σπατάλη (βλ. Αγγ. Χατζημιχάλη, "Τα χρυσοκλαβαρικά-συρματέινα, συρμακέσικα. κεντήματα", Melanges offerts à Octave et Melpo Merlier, τ. 2, Athènes 1956, σ. 487. Πβ. και Ευαγγελή Ντάτση, Η χαλκοτεχνία στα Γιάννινα, Η συγχρονική της διάσταση στις παραμονές τον πολέμου του 1940, Διδακτορική διατριβή, πολυγραφημένο, σ. 12.

3. Βλ. Αγγ. Χατζημιχάλη, "Το ισνάφι των γουναράδων", Συνεταιριστής, αριθ. 104-106 (1955), σ. 86.

4. Βλ. Αγγ. Χατζημιχάλη, "Τα χρυσοκλαβαρικά-συρματέινα, συρμακέσικα κεντήματα", ό.π., σ. 492.

5. Η κρυφή ή το κρυφό ήταν ένας από τους δύο τρόπους, που το υλικό (μετάξινα νήματα, χρυσονήματα και σύρματα) στερεωνόταν έτσι, ώστε να περνά το ύφασμα και να δείχνει πως συνεχίζεται το χρυσάφι ή το μάλαμα και στην ανάποδη του κεντιδιού. Ο δεύτερος τρόπος ήταν το καβαλίκι ή καρφωτό.

6

Σελ. 81
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/3/gif/82.gif&w=600&h=9153. Παπαγεωργίου, Μαθητεία στα επαγγέλματα

ο ίδιος στον κάλφα του, για να τα καρφοκολλήσει και ύστερα άρχιζε το ράψιμο1.

Στη συντεχνία των κοντουράδων ο κάλφας έπαιρνε τα φόντια2 από τον μάστορα και τα μόντερνε στα καλαπόδια ή καλούπια. Έπειτα έβαζε τις σόλες από πάνω και τα παράδινε στο τσιράκι για να τα καρφώσει ή να τα γαζώσει. Ξαναπαίρνοντάς τα έκαμε τα τακούνια τους και τα ξελούριζε3 και τα ξανάδινε στο μικρό για να τα γυαλίσει4.

Στη συντεχνία των γεμενετζήδων5 η κύρια απασχόληση του κάλφα ήταν το ράψιμο των γεμενιών, που του έδινε ο μάστορας, με κλωστές κερωμένες, κρατώντας στα χέρια του το σουβλί με το οποίο τρυπούσε τα πετσιά6.

Στη συντεχνία των τσαρουχάδων οι καλφάδες ξεκινούσαν με την κατασκευή των "φωτικιών", των βαφτισιάρικων δηλ. τσαρουχιών που προορίζονταν για μικρά παιδιά, ηλικίας 1-6 χρονών7. Στη συνέχεια, αφού περνούσε αρκετός καιρός, οι μάστορες τους άφηναν να δουλεύουν σ' όλα τα νούμερα των τσαρουχιών.

——————————————

1. Βλ. Δημ. Λουκόπουλος, Πώς υφαίνουν και ντύνονται οι Αιτωλοί, εν Αθήναις 1927, σ. 125.

2. φόντι = το επάνω μέρος του υποδήματος, που αποτελείται από μαλακό δέρμα και φόδρα.

3. ξελουρίζω = κόβω τις άκρες που προεξέχουν από τη σόλα του παπουτσιού, ώστε η τελευταία να προσλάβει το κατάλληλο σχήμα.

4. Βλ. Πολ. Παπαχριστοδούλου, "Τα εσνάφια των γεμενετζήδων, καβάφηδων, κοντουράδων στις Σαράντα Εκκλησιές", ΑΘΛΓΘ 11 (1944-45), σ. 168.

5. γεμενετζής = κατασκευαστής ή πωλητής τσαρουχιών ή χοντροπάπουτζων (τουρκ. yemenici).

6. Βλ. Πολ. Παπαχριστοδούλου, ό.π., σ. 167.

7. Σύμφωνα με τον Κωνσταντίνο Φαλτάιτς ("Από το παπούτσι του ριγολέττου στο τσαρούχι του τσολιά". Μπουκέτο 4, 1929, σ. 48) τα βαφτισιάρικα τσαρούχια τα έκανε δώρο ο νουνός στο βαφτιστικό του και αποτελούσαν το πρώτο υπόδημα του βρέφους μετά τη βάπτιση. Συνήθως είχαν χρώμα άσπρο με φούντα γαλάζια και άσπρη πανύψηλη μύτη που υπενθύμιζε έντονα τα μεσαιωνικά παπούτσια. Η ονομασία τους αυτή συνηθιζόταν κυρίως στην Ήπειρο και τη Στερεά Ελλάδα.

Σελ. 82
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/3/gif/83.gif&w=600&h=9153. Παπαγεωργίου, Μαθητεία στα επαγγέλματα

Στις εμπορικές συντεχνίες, ενώ στο προηγούμενο στάδιο οι μαθητευόμενοι προορίζονταν για καθαρά υπηρετικές δουλειές, ξεσκονίζοντας ή τακτοποιώντας τα εμπορεύματα και πηγαίνοντας τα στα σπίτια των αγοραστών, σαν βοηθοί έπαυαν να είναι πια άβουλα πρόσωπα και πληροφορούσαν τους πελάτες για τις τιμές των ειδών, συζητούσαν και αστειεύονταν μαζί τους και συχνά τους παραπονιόνταν για το δασμολόγιο και το συνάλλαγμα. Ακόμη πραγματοποιούσαν τους διάφορους λογαριασμούς με μεγάλη ευχέρεια και σπάνια υπέπιπταν σε κάποιο λογιστικό λάθος, το όποίο, σύμφωνα με τις μαρτυρίες, ήταν πάντα προς όφελος του καταστήματος. Μάλιστα αυτό το μειονέκτημα στη λογιστική αποτελούσε αξιόλογο συστατικό για τον κάλφα και τελικά μετατρεπόταν σε πλεονέκτημα που λάμβανε σοβαρά υπόψη ο προϊστάμενός του μάστορας1.

Τέλος, σε αρκετές συντεχνίες ο μάστορας έπαιρνε μαζί του στα εμπορικά πανηγύρια τον κάλφα του, όπου δινόταν η ευκαιρία στον τελευταίο ν' αποδείξει και στην πράξη το εμπορικό του ταλέντο και το επιχειρηματικό πνεύμα του.

Από τα πιο ενδεικτικά παραδείγματα των περιπτώσεων αυτών είναι εκείνο του Ζώη Καπλάνη, τον οποίο ο γιαννιώτης μεγαλέμπορος γουναρικών Παναγιώτης Χατζηνίκος έστελνε συχνά ως εκπρόσωπο του εμπορικού του οίκου στα άφθονα εμπορικά πανηγύρια, που γίνονταν τότε γύρω από τα Γιάννενα, για να εμπορεύεται τις γούνες του. Τα προσόντα και οι ικανότητες του Καπλάνη στη δοκιμασία αυτή έπαιξαν αναμφισβήτητα ευεργετικό ρόλο στην άμεση προώθησή του στην ανώτερη επαγγελματική βαθμίδα, αφού ο Χατζηνίκος, συνεκτιμώντας τα με την υπόλοιπη ζηλευτή δραστηριότητα του στο εργαστήρι, τον έκαμε, σχετικά γρήγορα, με τα "κρατούντα" στις συντεχνίες, από βοηθό συνέταιρο και τον πήρε μαζί του στη Ρουμανία, όπου διατηρούσε ένα δεύτερο σπουδαίο εμπορικό οίκο γουναρικών2.

——————————————

1. Βλ. Εβδομάς (30 Ιουνίου 1880), σ. 2.

2. Βλ. Αν. Γούδας, Βίοι Παράλληλοι, τ. Γ΄, σ. 84. Πβ. και Γιάννης

Σελ. 83
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/3/gif/84.gif&w=600&h=9153. Παπαγεωργίου, Μαθητεία στα επαγγέλματα

Το ωράριο εργασίας του κάλφα καθοριζόταν, όπως είναι φυσικό, από τους μάστορες. Ποίκιλλε ακόμη από συντεχνία σε συντεχνία και από τόπο σε τόπο. Γενικότερα όμως η διάρκεια της ημερήσιας εργασίας του κάλφα, σύμφωνα με τις σχετικές μαρτυρίες, υπερκάλυπτε τα φυσιολογικά όρια της ανθρώπινης αντοχής σ' αυτή την ηλικία και έφθανε στην υπερβολή, γεγονός που προξένησε εντύπωση στους περιηγητές της εποχής. Υπήρχαν και στο στάδιο αυτό διάφορα εποχιακά διαστήματα, όπως οι σαρακοστές των Χριστουγέννων και της Λαμπρής, που ο χρόνος εργασίας παρατεινόταν για αρκετές νυκτερινές ώρες στις περισσότερες από τις βιοτεχνικές συντεχνίες. Η ερμηνεία είναι απλή. Την εποχή αυτή, που ευρύτερα μπορούμε να την αποκαλέσουμε χειμωνιάτικη, επέστρεφαν στον τόπο τους αρκετοί τεχνίτες, που το επάγγελμά τους επέτρεπε μόνο τη θερινή εργασία, όπως κτίστες, κεραμιδοποιοί, πλανόδιοι βιοτέχνες και έμποροι και άλλοι εποχιακοί εργάτες και με την ευκαιρία αυτή έσπευδαν να ντυθούν και να "ποδεθούν".

Ακόμη, τα Χριστούγεννα και το Πάσχα έπρεπε να υπάρχει ετοιμοπαράδοτο εμπόρευμα και για ένα άλλο λόγο. Τις "χρονιάρικες" αυτές μέρες οι γονείς αγόραζαν παπούτσια και ρούχα για τα παιδιά τους. Μάλιστα τη Λαμπρή τα "σχολιαρούδια" εφοδιάζονταν μ' ένα καινούργιο ζευγάρι παπούτσια για την ημέρα των σχολικών εξετάσεων1. Τέλος, σε μερικές συντεχνίες, όπως των καζαντζήδων, αρκετά νυχτέρια πραγματοποιούνταν το καλοκαίρι για να έχουν ετοιμοπαράδοτα τα ρακοκάζανα την εποχή του τρύγου2. Το ίδιο παρατηρείται και με την συντεχνία των ξυλουργών, γιατί την εποχή αυτή γίνονταν οι περισσότεροι γάμοι και οι παραγγελίες για ντουλάπες, καναπέδες, τραπέζια, καρέκλες και κορνίζες δίνονταν λίγο πριν την τέλεση τους3.

——————————————

Λυμπερόπουλος, "Παναγιώτης Ν. Χατζηνίκου-Κονιτζιότης (o ευεργέτης)", Η.Η. 3 (1981), σ. 280-285.

1. Βλ. Πολ. Παπαχριστοδουλου, ό.π., σ. 169.

2. Βλ. Ευαγγελή Ντάτση, Η χαλκοτεχνία στα Γιάννινα, σ. 128.

3. Βλ. Λουκής Ακρίτας, "Ο ήσκιος τ' αφεντικού", Ν.Ε. ΙΣΤ' (1934), σ. 846.

Σελ. 84
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/3/gif/85.gif&w=600&h=9153. Παπαγεωργίου, Μαθητεία στα επαγγέλματα

Στα Γιάννενα η προειδοποίηση για την έναρξη και τη λήξη των νυχτεριών τόσο από τους μάστορες όσο και από τους καλφάδες γινόταν με συμβολικό τρόπο. Πιο συγκεκριμένα, όταν πλησίαζε η περίοδος της ατέλειωτης νυκτερινής εργασίας, ο μάστορας τοποθετούσε στους μπάγκους των καλφάδων ένα ροδάκινο, ενδεικτικό σημάδι για την παράταση του νυκτερινού ωραρίου. Ως ανταπόδοση, οι καλφάδες έβαζαν στα μαστορικά τραπέζια ένα ανοιξιάτικο φρούτο, υπενθυμίζοντας στους συντεχνίτες τους, ότι έπρεπε να δοθεί σύντομα τέλος σ' αυτά τα αλλεπάλληλα και καταθλιπτικά ξενύχτια1.

Παρόλο όμως που η εργασία των καλφάδων ήταν απεριόριστη και αδιάκοπη, πουθενά δεν υπάρχει η παραμικρή ένδειξη για επιπλέον αμοιβή των υπερωριών αυτών. Άλλωστε ο όρος ήταν άγνωστος στο λεξιλόγιο της εποχής εκείνης.

Αλλά και οι συνθήκες εργασίας και διαβίωσης ελάχιστα διάφεραν από το προηγούμενο στάδιο μαθητείας, αφού και τώρα πάλι οι μάστορες τις διαμόρφωναν. Τα ίδια εργαστήρια, χαμηλά, σκοτεινά, υγρά και ρυπαρά, κτίσματα της Τουρκοκρατίας, συνέθεταν ένα αποπνικτικό και ανθυγιεινό περιβάλλον2, το οποίο σε συνάρτηση με την κακή διατροφή και την υπερβολική εργασία, είχε συχνά άσχημες επιπτώσεις στην υγεία των καλφάδων, όπως άλλωστε και των τσιρακιών, με αποτέλεσμα να παρουσιάζεται υψηλός δείκτης ασθενειών και στην επαγγελματική αυτή βαθμίδα.

Ο παρακάτω πίνακας μας δίνει μια αποκαλυπτική εικόνα της νοσηρότητας και την θνησιμότητας των μαθητευόμενων τσιρακιών και καλφάδων στις συντεχνίες της Κωνσταντινούπολης (1839-1857).

——————————————

1. Βλ. Κ. Φωτόπουλος, "Τα ισνάφια των παπ' τσήδων και κονταρτζήδων", ό.π., σ 74-75.

2. Σύμφωνα με τις προφορικές μαρτυρίες, πολλά εργαστήρια ήταν ανοικτά για να βλέπουν οι πελάτες το εμπόρευμα. Έτσι το χειμώνα έμπαινε το κρύο ή οι σπίθες από το χιόνι, με αποτέλεσμα να κοκαλιάζουν τα χέρια τους από το κρύο και να μη μπορούν να πιάσουν τα εργαλεία για να δουλέψουν. Την κατάσταση έκανε πιο απελπιστική η απουσία στοιχειώδους θέρμανσης με μαγκάλι ή σόμπα αργότερα.

Σελ. 85
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/3/gif/86.gif&w=600&h=9153. Παπαγεωργίου, Μαθητεία στα επαγγέλματα
   

Ασθένειες  

Εισήλθαν Εξήλθαν

Πέθαναν

%

Ευλογιά  

620 470

150

24,19

Δυσεντερία 

396 233

163

41,16

Υδρωπικίαση 

50 12

38

76,00

Χολέρα  

223 105

118

52,91

Τέτανος 

15 5

10

66,66

Διαλείποντες

   

Πυρετοί 

458  

Πηγή: A. Γ. Πασπάτης, Υπόμνημα περί του Γραικικού Νοσοκομείου των Επτά Πύργων, εν Αθήναις 1862

 

3. Αμοιβές

Η υποχρέωση, αλλά και η συνήθεια να παραμένει ο μαθητευόμενος και μετά την προαγωγή του σε κάλφα κοντά στον μάστορά του, συντηρούσε το προηγούμενο κλίμα εκμετάλλευσης και περιόριζε στο ελάχιστο τις δυνατότητές του, με τα δεδομένα μηδενικά περιθώρια επιλογής του εργοδότη του. Έτσι και ως βοηθός συνέχιζε να εργάζεται κάτω από απαράδεκτο καθεστώς αμοιβής, δωρεάν σχεδόν ή με πενιχρές αποδοχές.

Γενικά υπήρχαν δύο μορφές αμοιβών για τους καλφάδες:

α) πληρωμή σε χρόνο

β) πληρωμή με το κομμάτι.

Η πρώτη, πιο συνηθισμένη, παρουσίαζε τις παρακάτω διαβαθμίσεις: ημερήσια, εβδομαδιαία, μηνιαία, εξαμηνιαία και ετήσια. Στην εξαμηνιαία συμφωνία, ο χρόνος άρχιζε να προσμετράται από την ημέρα του Αγίου Γεωργίου (23 Απριλίου) και έφθανε μέχρι του Αγίου Δημητρίου (26 Οκτωβρίου) ή αντίστροφα· στην ετήσια ο χρόνος υπολογιζόταν συνήθως από "Αγιώργη σε Αγιώργη" και σπανιότερα από "Αϊδημήτρη σε Αϊδημήτρη"1. Πιο

——————————————

1. Βλ. Μ. Καλινδέρης, Ο βίος της κοινότητος Βλάτσης επί Τουρκοκρατίας, Θεσσαλονίκη 1982, σ. 462. Πβ. και Στ. Παπαδόπουλος, Η χαλκοτεχνία στον ελληνικό χώρο, σ. 113.

Σελ. 86
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/3/gif/87.gif&w=600&h=9153. Παπαγεωργίου, Μαθητεία στα επαγγέλματα

συχνά όμως συμφωνούνταν οι ημερήσιες πληρωμές.

Το μεργιάτικο διέφερε από μάστορα σε μάστορα, αλλά και από συντεχνία σε συντεχνία1. Χωρίς αμφιβολία οι καλφάδες που δούλευαν στις συντεχνίες των χαλκουργών, των τσαρουχάδων και των άλλων παπουτζήδων είχαν πιο μικρό ημερομίσθιο από τους ομοιόβαθμούς τους στις συντεχνίες των τζαρτζήδων, των γουναράδων και χρυσοχόων. Σύμφωνα με τον Μ. Καλινδέρη, το συνηθισμένο μεροκάματο ενός κάλφα παπουτζή στην Κοζάνη στα τέλη του 19ου αιώνα απέφερε 15 οθωμανικές λίρες, ή και παραπάνω, το χρόνο2. Στα Γιάννενα, την ίδια εποχή, το ημερομίσθιο ενός βοηθού στις συντεχνίες που ασχολούνταν με την υπόδηση του ανθρώπου (ψιλοπαπουτζήδων, κοντουράδων, τσαρουχάδων και σαράτζηδων), κυμαινόταν ανάλογα με την ικανότητα και την επιδεξιότητα του, από 5-7 πιάστρα3, δηλ. περίπου 15 οθωμανικές λίρες το χρόνο,

Για την αγοραστική αξία του ημερομισθίου ενός κάλφα ο παρακάτω πίνακας είναι αρκετά ενδεικτικός.

——————————————

1. Ο Traian Stoianovich στην εργασία του, "Αγρότες και γαιοκτήμονες των Βαλκανίων και οθωμανικό κράτος: Οικογενειακή οικονομία, οικονομία αγοράς και εκσυγχρονισμός", στον τόμο Εκσυγχρονισμός και βιομηχανική επανάσταση στα Βαλκάνια τον 19ο αι., Αθήνα 1980, σ. 173, μας πληροφορεί ότι οι λιγότερο καλοπληρωμένοι τεχνίτες ήταν οι χαλκουργοί και οι κατασκευαστές σάκκων από κατσικόδερμα, αμειβόμενοι μόνο με 5 ως 6 πιάστρα την ημέρα, ενώ αντίθετα οι ειδικευμένοι σειρητοποιοί κέρδιζαν ημερήσια σχεδόν 20 πιάστρα.

2. Οι καλφάδες αυτοί ονομάζονταν στην Κοζάνη μεργιαχτζήδες. Βλ. Μ. Καλινδέρης, ό.π., σ 462.

3. Βλ. έκθεση του αυστριακού πρόξενου στα Γιάννενα Cajetan Zagorski προς το Υπουργείο Εμπορίου της χώρας του, στο Nachrichten über Industrie, Wien 1874, σ 342.

Σελ. 87
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/3/gif/88.gif&w=600&h=9153. Παπαγεωργίου, Μαθητεία στα επαγγέλματα

Ισοτιμία του μεροκάματου ενός κάλφα με τα κυριότερα είδη διατροφής στα μέσα του 19ου αιώνα στα Γιάννενα1

Είδος οκά

δράμια

Είδος

οκά

δράμια

Βοδινό κρέας

2

160

Καλαμπόκι

5

-

Πρόβειο "

2

-

Κριθάρι

4

320

Χοιρινό "

3

-

Αλεύρι κοινό

3

-

Ψάρι

1

-

τυρί

1

120

Λάδι

-

290

Βούτυρο

-

20Ο

Σιτάρι

3

-

Μέλι

1

080

Ακόμη, κατά την Αγγελική Χατζημιχάλη, αρκετοί καλφάδες έπαιρναν, εκτός από το μεργιάτικο, και το χρονιάτικο: δύο λίρες κατ' αποκοπή και δύο ζευγάρια παπούτσια. Μερικοί μάλιστα φτασμένοι καλφάδες ζητούσαν και μια επιπλέον αμοιβή, τη "διάβα", που ο μάστορας ήταν υποχρεωμένος να την παραχωρήσει, όταν τελείωναν κάποια δουλειά2.

Τόσο οι καλφάδες που δούλευαν με ημερομίσθιο όσο και εκείνοι που εργάζονταν με βδομαδιάτικο, πληρώνονταν από τους μάστορες κάθε Σαββατόβραδο η την Παρασκευή το βράδυ. Αυτό συνέφερε και τα δύο μέρη, γιατί και για τον μάστορα "δεν μαζεύονταν πολλά λεφτά" και ο κάλφας "είχε στην τσέπη του χρήματα κάθε βδομάδα".

Το σύστημα της ετήσιας αμοιβής συνηθίζεται περισσότερο στις συντεχνίες των κτιστάδων: "1872 Σεπτεμβρίου 10, εγώ ο Γληγόρ Κάλφας (μάστορας) εστοίχησα ένα κάλφα διά γρ. 600, ένα

——————————————

1. Ο πίνακας αυτός βασίστηκε σε προξενικές εκθέσεις των Υπουργείων Εξωτερικών της Αγγλίας (F.O., 78/1766, f. 240v-241r) και της Γαλλίας (AMAE, Correspondance Commerciale, Γιάννενα 10, 1846-1862, f. 335v-336V). Nα προσθέσουμε εδώ ότι το μεροκάματο του κάλφα στην περιοχή αυτή είναι από τα πιο ψηλά της Δ. Ελλάδας. Βλ. παρακάτω, σ. 92.

2. Βλ. Αγγ. Χατζημιχάλη, "Μορφές από τη σωματειακή οργάνωση των Ελλήνων", ό.π., σ. 290.

Σελ. 88
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/3/gif/89.gif&w=600&h=9153. Παπαγεωργίου, Μαθητεία στα επαγγέλματα

ζευγάρι πουτούρες1 και ένα φέσι τον χρόνον έχει από μένα τον Γρηγόρ Κάλφα"2.

Η αμοιβή με το κομμάτι στην ουσία δεν διαφέρει και πολύ με την πληρωμή σε διάρκεια χρόνου, αφού το σύστημα αυτό δεν ήταν τίποτε άλλο, παρά μια παραλλαγμένη μορφή του μεροκάματου. Όπως στο τελευταίο, η ωριαία δουλειά δεν πληρώνεται ανάλογα με την αξία που ο εργάτης δημιουργεί σ' αυτό το χρονικό διάστημα, έτσι και η αμοιβή με το κομμάτι δεν είναι πληρωμή του έργου που έκανε ο εργάτης για να φτιάσει το δοσμένο κομμάτι εμπόρευμα. Στην πληρωμή με το κομμάτι, γράφει ο Μαρξ, η αξία του εμπορεύματος δεν μετριέται με τον ενσωματωμένο μέσα της εργατικό χρόνο, μα αντίθετα η δουλειά, που ξόδεψε ο εργάτης,, υπολογίζεται με τον αριθμό των κομματιών που παράγει3.

Το είδος αυτό της αμοιβής4, που άρχισε να παρουσιάζεται

——————————————

1. ποτούρα ή ποτούρι = μάλλινη περισκελίδα πιο στενή από τη βράκα. (τουρκ. potur).

2. Βλ. Μ. Αποστολίδης, "Τα αρχεία του εν Φιλιππουπόλει εσναφίου τεκτόνων", ΑΘΛΓΘ 1 (1934-35), σ. 126.

3. Καρλ Μαρξ, Το κεφάλαιο, τ. Α΄, βιβλίο πρώτο, μεταφρ. Παναγιώτη Μαυρομμάτη, εκδ. "Σύγχρονη Εποχή", Αθήνα 1978, σ. 571.

4. O Α. Γ. Πασπάτης, στο Υπόμνημα περί του Γραικικού Νοσοκομείου, σ. 259, αναφέρει χαρακτηριστικά τα εξής: "πολλοί ράπται εργάζονται διά τους κεφαλαιούχους τεχνίτας εντός των οικιών των. Άλλοι είναι έμμισθοι προς τόσην τιμήν το φόρεμα". Πβ. και Κ. Φωτόπουλος, "Τα ισνάφια των παπ' τσήδων και κονταρτζήδων", σ. 74. Το ίδιο παρατηρείται και στη συντεχνία των ταμπάκηδων στα Γιάννενα" "υπάρχει δε και μία μερίς εργατών οι οποίοι εργάζονται κατ' αποκοπήν, αναλαμβάνοντες δηλαδή την κατεργασίαν ωρισμένης ποσότητος δερμάτων με την ανάλογη αμοιβή". Στην ίδια πόλη η εργασία στο σπίτι κατά τις μεγάλες χειμερινές νύκτες των καλφάδων, που πληρώνονταν με το κομμάτι, ονομαζόταν κάμπαλον. Βλ. Ευάγγ. Μπόγκας, Τουρκικές λέξεις σε παλιότερα ελληνικά κείμενα, Αθήνα 1958, σ. 27. Ακόμη o Ηλίας Δρίζης στη μελέτη του, Ιστορία του χωρίου Πλαισίου, πρώην Πλεσιβίτσας (της επαρχίας Θυάμιδος Φιλιατών), Αθήνα 1981, σ. 110-111, μας πληροφορεί ότι στο τσαρουχάδικο εργαστήρι του Παν. Δακούκη στις Φιλιάτες εργάστηκαν, από το β' μισό του 19ου αι. και μετά, αρκετοί καλφάδες με το κομμάτι.

Σελ. 89
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/3/gif/90.gif&w=600&h=9153. Παπαγεωργίου, Μαθητεία στα επαγγέλματα

πιο συχνά μετά τα μέσα του 19ου αιώνα και πρέπει να συνδέεται άμεσα με την ανάπτυξη των καπιταλιστικών σχέσεων στην περιοχή και την παρακμή των συντεχνιών1, έφερνε τους καλφάδες σε μειονεκτική θέση, αφού, με το σύστημα αυτό, το ύψος της πληρωμής εξαρτάται αποκλειστικά πλέον από την επιδεξιότητα, τη γρηγοράδα και τη δεξιοτεχνία του κάλφα. Επιπλέον, η χρηματική αξία του κομματιού προσδιοριζόταν από τον μάστορα. Ανάλογα λοιπόν με την ποσότητα του προϊόντος, που θα παρουσίαζε ένας πολύ ικανός και επιδέξιος κάλφας-πρότυπο, οι μάστορες απαιτούσαν και από τους άλλους βοηθούς παρόμοια ποσότητα με την ίδια αμοιβή. Αυτό όμως σήμαινε ότι οι περισσότεροι καλφάδες, που παρουσίαζαν περιορισμένες επαγγελματικές ικανότητες και ασθενική δύναμη, πάρα πολύ δύσκολα μπορούσαν να παράγουν το ίδιο έργο, σε παραπλήσια χρονικά πλαίσια.

Έτσι, οι καλφάδες με τα μειωμένα σωματικά, πνευματικά και επαγγελματικά προσόντα επιμήκυναν υποχρεωτικά το χρόνο εργασίας, για να είναι σε θέση να παράγουν περισσότερο εμπόρευμα (κομμάτια) ή να συμπληρώσουν τον αριθμό της ποσότητας μέσα στα τακτά όρια, που τους είχαν καθορίσει οι μάστορες τους. Όμως η αύξηση των εργάσιμων ωρών σήμαινε ταυτόχρονα και την πτώση της τιμής της εργασίας. Παράλληλα δυνάμωνε τον ανταγωνισμό των καλφάδων με αρνητικές επιδράσεις στο ύψος της αμοιβής του κομματιού.

Η πληρωμή με το κομμάτι είχε και άλλα μειονεκτήματα, το κυριότερο από τα οποία ήταν ότι, λίγο πριν λογαριαστεί με τον κάλφα, ο μάστορας έκανε έλεγχο, όχι μόνο στην ποσότητα αλλά και στην ποιότητα του εμπορεύματος, και μπορούσε εύκολα να

——————————————

1. Αναφέρουμε εδώ δύο ενδεικτικά παραδείγματα του φαινομένου αυτού. Σύμφωνα με την Αγγ. Χατζημιχάλη ("Ραπτάδες-χρυσορράπτες και καποτάδες", ό.π., σ. 469-470) o σερρακιώτης στην καταγωγή Κώστας Μπίτζιος διατηρούσε στα Γιάννενα, γύρω στα I860, στο καποτάδικο εργαστήρι του 40 καλφάδες. Την ίδια περίπου εποχή επίσης, από μαρτυρία του Δημ. Χασιώτη (Διατριβαί και Υπομνήματα περί Ηπείρου, Αθήνησιν 1887, σ. 29) βλέπουμε ότι κάθε γιαννιώτικο εργαστήρι απασχολούσε 40-50 εργάτες.

Σελ. 90
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/3/gif/91.gif&w=600&h=9153. Παπαγεωργίου, Μαθητεία στα επαγγέλματα

περικόψει το συνολικό χρηματικό ποσό που δικαιούνταν ο πρώτος.

To σύστημα αυτό δουλειάς είχε όμως κι ένα μειονέκτημα για τον μάστορα. Ο κάλφας ανέπτυσσε τον αυτοέλεγχο και αισθανόταν αυτόνομος, ανεξάρτητος και αδέσμευτος, χρονικά και τοπικά, από το εργαστήρι του συντεχνίτη, αφού εργαζόμενος στο σπίτι του, είχε τη δυνατότητα να δουλεύει παράλληλα και για κάποιο άλλο βιοτέχνη η έμπορο. Μ' αυτό τον τρόπο όμως δημιουργούνταν συνθήκες παράνομης εργασίας, εναντίον της οποίας αγωνίζονταν οι μάστορες, που συνήθως απέφευγαν τη μορφή αυτή δουλειάς για να προστατεύουν τα δικαιώματα του συντεχνιακού μονοπωλίου.

Παράλληλα με τα παραπάνω δύο είδη αμοιβών, οι μάστορες πολλές φορές υποχρεώνονταν η δέχονταν να τρέφουν και να ντύνουν τους βοηθούς τους, αρκεί τα έξοδα που απαιτούσαν αυτές οι υποχρεώσεις να εκπίπτουν από τις αποδοχές των καλφάδων. Η συμφωνία αυτή τις περισσότερες φορές συνέφερε τον μάστορα, γιατί είχε την ευχέρεια ν' αγοράζει τα πιο φτηνά ρούχα, να προσφέρει ανθυγιεινό σπίτι και άσχημη διατροφή στον κάλφα, όλα βέβαια σε κόστος κατά πολύ χαμηλότερο από τα συμφωνημένα.

Πέρα όμως απ' όλα αυτά, οι αμοιβές των καλφάδων, είτε αυτοί εργάζονταν με ημερομίσθιο, είτε με το κομμάτι, έρχονταν σε πλήρη αντίθεση με το σημαντικό σε αξία και μέγεθος έργο που πρόσφεραν στους μάστορες τους. Οι πενιχρές τους αποδοχές ήταν ο κυριότερος ανασταλτικός παράγοντας στην ομαλή και αυτοδύναμη εξέλιξη τους, επειδή οι περισσότεροι απ' αυτούς δεν είχαν την παραμικρή δυνατότητα αποταμίευσης. Κατά συνέπεια αδυνατούσαν να συγκεντρώσουν ένα χρηματικό ποσό, "σερμαγιέ"1, για να εξοπλίσουν το μελλοντικό εργαστήρι τους με εργαλεία και εμπόρευμα, πράγμα που αποτελούσε, σύμφωνα με τους όρους του φερμανιού του σουλτάνου Μουσταφά του Γ΄, τη δεύτερη βασική προϋπόθεση για την επαγγελματική τους καθιέρωση μετά την απόκτηση του μαστορικού αξιώματος2.

——————————————

1. σερμαγιά = χρηματικό κεφάλαιο (τουρκ. sermaye)

2. Βλ. παράρτημα, αριθ. εγγρ. 1.

Σελ. 91
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/3/gif/92.gif&w=600&h=9153. Παπαγεωργίου, Μαθητεία στα επαγγέλματα

Οι ισχνές αποδοχές των καλφάδων, που εργάζονταν στις τουρκοκρατούμενες περιοχές, αποδυναμώνονταν ακόμη πιο πολύ με την αφαίρεση των ποσών που προορίζονταν για την εκπλήρωση των φορολογικών τους υποχρεώσεων1. Επιπλέον, στις ίδιες περιοχές, οι εργάσιμες μέρες του κάλφα περιορίζονταν σημαντικά με την τήρηση των θρησκευτικών αργιών και κυρίως με τη συμμετοχή του στις αγγαρείες, τις άμισθες δηλαδή εργασίες που πρόσφεραν για την εκτέλεση διαφόρων δημοσίων έργων, υπηρεσιών και εκδουλεύσεων του κατακτητή.

Χαρακτηριστική, για τις δυσμενείς επιπτώσεις του θεσμού των αγγαρειών πάνω στους χριστιανούς ραγιάδες γενικότερα, είναι η άποψη που εξέφραζε, τον Ιούνιο 1842, ο Γάλλος πρόξενος στα Γιάννενα Eugène Poujade σε επιστολή του προς τον υπουργό των Εξωτερικών της Γαλλίας Guizot: Cet impôt a toujours été un de ceux que les Rayas ont le plus redoutés dans toute la Tourquie, mais surtout dans la Grèce occidentale où le louage du travail journalier το ημεροκάματον a toujours été comparativement cher2.

Αλλά και στο νεοσύστατο Ελληνικό Κράτος οι καλφάδες δεν ήταν παντελώς απαλλαγμένοι από φορολογικές επιβαρύνσεις. Έτσι βλέπουμε ότι, σύμφωνα με τον Νόμο περί του φόρου των επιτηδευμάτων, που επικυρώθηκε από τον Όθωνα στις 4/16 Νοεμβρίου 1837, όλοι οι βοηθοί που εργάζονταν σε βιοτεχνικά και εμπορικά εργαστήρια υποχρεώνονταν να πληρώνουν στο εξής το 1/4 εκείνου

——————————————

1. Ο κυριότερος φόρος ήταν ο κεφαλικός, γνωστός και ως χαράτσι. Αργότερα, μετά τις μεταρρυθμίσεις του 1856 (Hatt-i-Humayun), βλέπουμε ότι οι καλφάδες υπόκεινταν στο στρατιωτικό φόρο, γνωστό και με τα ονόματα iane-i-askeriye, nizamiye, imdatiye και bedelat. Βλ. Κων. Βακαλόπουλος, "Χριστιανικές συνοικίες, συντεχνίες και επαγγέλματα της Θεσσαλονίκης στα μέσα του 19ου αιώνα". Μακεδονικά 18 (1978), σ. 112, 119, 121, 123, 134, όπου ανάμεσα στους φοροϋπόχρεους, εκτός από τους μάστορες, περιλαμβάνονται και καλφάδες.

2. Βλ. την επιστολή του πρόξενου, με ημερ. 11 Ιουνίου 1842, στο AMAE, Janina, vol. 9 (1839-1845), f. 98r.

Σελ. 92
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/3/gif/93.gif&w=600&h=9153. Παπαγεωργίου, Μαθητεία στα επαγγέλματα

του φόρου που οι προϊστάμενοί τους βιοτέχνες και έμποροι κατέβαλλαν. Από τη φορολογία αυτή εξαιρούνταν οι γιοι των εμπόρων και των βιοτεχνών που εργάζονταν κοντά στους γονείς τους, οι μαθητευόμενοι που δεν είχαν τελειώσει τον τρίτο χρόνο της μαθητείας τους και οι υπηρέτες που εργάζονταν στα βιοτεχνικά και εμπορικά εργαστήρια, με μηνιαίες αποδοχές κάτω από 20 δραχμές.

Η κατάσταση ήταν ακόμη πιο απελπιστική για τους οικογενειάρχες καλφάδες, οι οποίοι υπερίσχυαν αριθμητικά των ανύπαντρων ("μπεκιάρηδων")1 συναδέλφων τους, για τον παρακάτω λόγο. Την εποχή εκείνη ήταν πολύ συνηθισμένο, "επιδημικό" θα λέγαμε, το φαινόμενο να παντρεύονται οι περισσότεροι νέοι, ανεξάρτητα από το επάγγελμα που ακολουθούσαν, σε πολύ μικρή ηλικία2. Η πραγματικότητα αυτή, που οφειλόταν σε διάφορους λόγους, δεν επέτρεπε στο εργατικό δυναμικό της επαγγελματικής αυτής βαθμίδας να φέρει και να συντηρήσει την οικογένειά του στην πόλη, ούτε ν' αναλάβει τα έξοδα διαβίωσης των οικογενειακών τους μελών στο χωριό, εκτός από σπάνιες περιπτώσεις. Η επιβίωση των οικογενειών τους εξαρτιόταν κυρίως από την περιουσία των καλφάδων στον τόπο καταγωγής τους, αν υπήρχε, και από την αγροτική ή οικιακή βιοτεχνική παραγωγή των γυναικών τους εκεί. Το καθεστώς αυτό, "η οικογένεια στο χωριό, ο κάλφας στην πόλη", αποτελεί κανόνα που πολύ δύσκολα παραβιάζεται.

——————————————

1. Οι νέοι ανύπαντροι μαθητευόμενοι ή μπεκιάρηδες είχαν σχηματίσει στις μεγάλες βαλκανικές πόλεις τις δικές τους οργανώσεις από τον 17ο κιόλας αιώνα, που βέβαια δεν μπορούν να ταυτιστούν με τις συντεχνίες. Τα μέλη των ταϊφάδων αυτών, που ένωναν την ανύπαντρη νεολαία ενός επαγγέλματος ή συναφών επαγγελμάτων, έκαναν μάλλον μια συλλογική ζωή σε κοινά σπίτια, γνωστά ως bekar-odalari, "πανδοχεία-χάνια" ή δωμάτια των μπεκιάρηδων, όπου και περνούσαν ένα μεγάλο μέρος του ελεύθερου χρόνου τους. Βλ. Zija Shkodra, "Les esnaf ou corporations dans la vie urbaine balkanique des XVII-XVIII siècles", Studia Albanica, 12 (1975), τεύχ. 2, σ. 67.

2. Για το φαινόμενο αυτό, από λαογραφική σκοπιά, βλ. Γ. Θανάτσης, Αρραβώνες και γάμοι μικρής ηλικίας, Αθήνα 1983.

Σελ. 93
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/3/gif/94.gif&w=600&h=9153. Παπαγεωργίου, Μαθητεία στα επαγγέλματα

Αλλά και στην περίπτωση που ο κάλφας διαθέτει κάποιο χρηματικό εισόδημα, στο στάδιο αυτό δεν μπορεί να το μετατρέψει σε εμπορικό κεφάλαιο.

Στο καταστατικό της συντεχνίας των αμπατζήδων της Φιλιππούπολης αναγράφεται μια σχετική ρήτρα, σύμφωνα με την οποία, ούτε ο κάλφας μπορεί ν' αγοράσει το παραμικρό για τον εαυτό του, ούτε ο μάστορας για λογαριασμό του βοηθού του: "όπού να μην έχη την άδειαν ο κάλφας εκείνος, όποιος και αν είναι, διά να ψωνίζη ούτε το παραμικρόν πράγμα διά λογαριασμόν του, ούτε ο μαΐστωρ του ή άλλος μαΐστωρ να ψωνίση πράγμα διά λογαριασμόν του κάλφα, αλλά να δέχεται τα άσπρα του κάλφα με διάφορον"1. Όπως πολύ εύστοχα ερμηνεύεται από τον Σπ. Ασδραχά, αυτή η απαγόρευση δεν σημαίνει τίποτε άλλο παρά ότι ο εργάτης δεν μπορεί να παράγει ως απλός εμπορευματικός παραγωγός, αφού ο ρόλος αυτός ανήκει αποκλειστικά στον μάστορα. Από το άλλο μέρος ο κάλφας δεν μπορεί, να διαθέσει το χρήμα του στο εσωτερικό της συντεχνιακής παραγωγής παρά με τη μορφή του έντοκου δανείου2.

Παραπλήσιες είναι και οι παράμετροι μιας άλλης εξίσου ενδιαφέρουσας ρήτρας στο ίδιο καταστατικό, όπου απαγορεύεται στον συντεχνίτη να συνεταιριστεί με κάλφα είτε φανερά είτε κρυφά. Από τον κανόνα εξαιρείται ο συνεταιρισμός ενός μάστορα με το γιο άλλου συναδέλφου, με την προϋπόθεση όμως ότι δεν θα έχει αντίρρηση η συντεχνία: "όποιος μαΐστωρ θέλει να γείνη σύντροφος, να συντροφιάζη μόνον με άλλον μαΐστορα του ισναφίου του· με κάλφαν όμως [..,] δεν έχει ποτέ την άδειαν διά να συντροφιάζη ούτε εις το φανερόν ούτε κρυφίως, πάρεξ αν είναι μαΐστορος υιός και τούτο να γίνεται με άδειαν και του ισναφίου"3.

——————————————

1. Μ. Αποστολίδης, "Δύο έγγραφα εκ Φιλιππουπόλεως", Θρακικά 2 (1929), σ. 330.

2. Σπ. Ασδραχας, "Οι συντεχνίες στην Τουρκοκρατία: οι οικονομικές λειτουργίες", στο Ζητήματα Ιστορίας, εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα 1983, σ. 100.

3. Μ. Αποστολίδης, "Δύο έγγραφα εκ Φιλιππουπόλεως", ό.π., σ. 331.

Σελ. 94
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Η μαθητεία στα επαγγέλματα (16ος-20ός αι.)
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 75
    3. Παπαγεωργίου, Μαθητεία στα επαγγέλματα

    ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄

    ΚΑΛΦΑΣ - B' ΣΤΑΔΙΟ ΜΑΘΗΤΕΙΑΣ