Συγγραφέας:Κωνσταντινόπουλος, Χρήστος Γ.
 
Τίτλος:Η μαθητεία στις κομπανίες των χτιστών της Πελοποννήσου
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:14
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:1987
 
Σελίδες:136
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Μαθητεία και εργασία
 
Τοπική κάλυψη:Πελοπόννησος
 
Περίληψη:Αντικείμενο του βιβλίου είναι το παραδοσιακό σύστημα μαθητείας στις πλανόδιες κομπανίες των χτιστών της Πελοποννήσου. Ειδικότερα με τη μελέτη αυτή επιχειρείται αφενός να επισημανθεί η κοινωνική και γεωγραφική προέλευση των μαθητευομένων και αφετέρου να καθοριστεί ο μηχανισμός εκμάθησης της τέχνης του χτίστη και οι συνέπειες που ο μηχανισμός αυτός είχε στη διαμόρφωση της προσωπικότητας των μαθητευομένων.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 6.81 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 105-124 από: 146
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/105.gif&w=600&h=915 14. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

ΣΤ΄

Η ΠΑΡΑΚΜΗ ΤΩΝ ΠΛΑΝΟΔΙΩΝ ΚΟΜΠΑΝΙΩΝ

Οι πλανόδιες κομπανίες των χτιστών ικανοποιούσαν, όπως αναφέρθηκε, τις οικοδομικές ανάγκες ευρύτερων περιοχών. Η αδυναμία δηλαδή του συστήματος να καλύψει τις οικοδομικές ανάγκες των περιοχών αυτών με ντόπιο ειδικευμένο εργατικό δυναμικό συνετέλεσε στη γένεση και την ανάπτυξη των πλανόδιων μπουλουκιών1. Συνεπώς οι πλανόδιες επαγγελματικές ομάδες των χτιστών ήταν δημιούργημα συγκεκριμένων ιστορικών συνθηκών και ήταν φυσικό να εκλείψουν όταν οι συνθήκες αυτές άλλαξαν. Οι παράγοντες που οδήγησαν στην παρακμή του παραδοσιακού επαγγελματικού σχηματισμού των χτιστών συναρτώνται με τις γενικότερες οικονομικές αλλαγές που συντελούνται ως αποτέλεσμα της ανάπτυξης των μέσων επικοινωνίας, του εμπορίου και της βιομηχανίας. Η οικονομική ενοποίηση του ελλαδικού χώρου επιβάλλει ένα νέον καταμερισμό εργασίας που υπαγορεύει την επαγγελματική και γεωγραφική κινητικότητα μεγάλου μέρους του εργατικού δυναμικού της χώρας. Μετά την απελευθέρωση κυρίως, και στο βαθμό που στο νεοσύστατο κράτος εμπεδώνεται η ασφάλεια και δημιουργούνται πολλαπλές ευκαιρίες απασχόλησης, παρατηρείται

1. Σπύρος Ι. Ασδραχάς, «Το κοινωνικοοικονομικό πλαίσιο της παραδοσιακής αρχιτεκτονικής», στο Ελληνική Παραδοσιακή Αρχιτεκτονική, τ. Α', σ. 16.

Σελ. 105
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/106.gif&w=600&h=915 14. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

αργή αλλά σταθερή μετακίνηση αγροτικών μαζών προς τις πεδινές περιοχές και τα ημιαστικά ή αστικά κέντρα. Κυρίως η εσωτερική μετανάστευση ορεινών πληθυσμών προς τις πεδινές περιοχές, την οποία σε πολύ περιορισμένη κλίμακα συναντούμε και πριν από την Επανάσταση, θα αρχίσει σιγά σιγά από τη δεκαετία του 1840 και θα κορυφωθεί στο τέλος του 19ου αιώνα και στην πρώτη εικοσαετία του 20ού. Από την τρίτη δεκαετία του αιώνα μας, ιδιαίτερα μετά τον εμφύλιο πόλεμο, το ρεύμα της εσωτερικής μετανάστευσης κατευθύνεται, προς τα αστικά κέντρα.

Οι πρώτοι που μετακινούνται στα πεδινά μέρη είναι οι φτωχοί των απομονωμένων ορεινών οικισμών. Η εμπορευματική καλλιέργεια της σταφίδας, των σύκων, του καπνού και άλλων αγροτικών προϊόντων, στην οποία επιδίδονται οι ιδιοκτήτες γης, κυρίως μετά τη διανομή των εθνικών χτημάτων το 1871, προσφέρει, ευρύ πεδίο απασχόλησης αγροτικών μαζών στα πεδινά. Πολλοί από τους αγρεργάτες, λ.χ. της Γορτυνίας, που άλλοτε κατέβαιναν στα παραλιακά μέρη της Πελοποννήσου για τις εποχικές ;εργασίες (σκάψιμο, τρύγος, συλλογή ελαιοκάρπου), καθώς και πολλοί από τους τσοπάνηδες, της ίδιας επαρχίας, που κατέβαιναν στα πλούσια λιβάδια των κάμπων μόνο για χειμαδιό, έχουν ήδη εγκατασταθεί μόνιμα στα μέρη αυτά κατά το τέλος του 19ου αιώva1. Ολόκληρα χωριά της Ηλείας δημιουργήθηκαν κατά το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα από Γορτυνίους 2. Κατά την ίδια

1. Στάθης Ν. Τσοτσορός, ό.π , σ. 275. Βλ. ακόμα για τις μετακινήσεις των Γορτυνίων προς τα πεδινά μέρη Εμμ. Ρέπουλη στην Αρκαδικήν Επετηρίδα (1903), σ. 32 - 34· Παρ. N. Κοντοέ στο Γορτυνιακόν Ημερολόγιον, τχ. E' (1950), σ. 9 - 13' Θεόδ. Ξύδη στο Λεύκωμα της Γορτυνίας, Αθήνα 1937, σ. 275 - 277.

2. Αρ. Θεοδωρίδης, «Οι γορτύνιοι εν Ηλεία», Αρκαδική Επετηρίς (1903), σ. 38 - 39· Ν. Ι. Λάσκαρης, «Τα Λαστέικα και το Χάβαρι», Αρκαδική Επετηρίς (1907), σ. 294" Αδαμάντιος Ι. Καράμπελας, Η Λάστα και τα χωριά της, Αθήνα 1957, σ. 34, 38, 44 κε.' του ίδιου, Η ίδρυσις του χωρίου Χάβαρι, Αθήνα 1963' Βασ. Παναγιωτόπουλος, Πληθυσμός και οικισμοί της Πελοποννήσου, σ. 214.

Σελ. 106
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/107.gif&w=600&h=91514. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

περίοδο οι ορεινοί πληθυσμοί της Αχαΐας και της Κορινθίας εποικίζουν τα παράλια των ομώνυμων νόμων,

Το ρεύμα εσωτερικής μετανάστευσης προς τις πεδινές περιοχές της Πελοποννήσου ακολουθούν και πολλοί παραδοσιακοί χτίστες. Αντί να γυρίζουν από τόπο σε τόπο, κάτω από δυσμενείς, όπως είδαμε, συνθήκες προτιμούν να εγκατασταθούν μόνιμα στους κάμπους, όπου η άσκηση της τέχνης τους είναι ευκολότερη και οικονομικά αποδοτικότερη. Στη χειρότερη περίπτωση μπορούν να εγκαταλείψουν το επάγγελμα του χτίστη και να επιδοθούν στην καλλιέργεια της γόνιμης γης1. Ένας λαγκαδινός χτίστης μας εξηγεί με τον δικό του τρόπο τον λόγο για τον οποίο οι μαστόροι εγκαταλείπουν τα χωριά τους:

"Δουλεύω επτά μήνες το χρόνο και φέρνω σπίτι μου εκτός από εκείνα που στέλνω, δέκα χιλιάδες δραχμές, τις οποίες ξοδεύω τους πέντε μήνες που μένω άνεργος. Αν όμως κατοικούσα στη Μεσσένια (= Μεσσηνία) ή όπου αλλού, είχα συνέχεια δουλειά και στους πέντε μήνες έβγανα ογδόντα μεροκάματα, θα έβανα στην "μπάντα" τις δέκα χιλιάδες. Έτσι ύστερα από λίγα χρόνια θ' αποχτούσα ένα αξιόλογο κεφάλαιο, ενώ τώρα... Ακόμα, θα ήμουν μέσα

1. Καλαβρυτινοί χτίστες λ.χ. έχουν εγκατασταθεί στα χωριά της Λακεδαίμονας Άγιος Ιωάννης, Καλογωνιά, Κονιδίτσα, Περιβόλια, Αλευρού, Γεωργίτσι. Ολόκληρες συνοικίες σε μερικά από τα παραπάνω χωριά ονομάζονται και σήμερα Καλαβρυτινά ή Καλαβρυτιναίικα (Δ. Καλλιάνης, "Καλαβρυτινοί στη Λακεδαίμονα", π. Μοραιτικα, τχ. 1 (1957), σ. 28" πρβλ. του ίδιου στα Σπαρτιατικά Νέα (Απρίλιος 1962) και στη Λακωνική Δράσι (Ιούνιος 1979). Λαγκαδινοί χτίστες έχουν εγκατασταθεί στο Νησί της Μεσσηνίας (Παρ. Ν. Κοντοές, ό.π., σ. 13), στη Ζαχάρω της Ολυμπίας, στα Φιλιατρά (Ράλληδες και Σταματόπουλοι), στους Γαργαλιάνους (οι Μαλλιαραίοι κ.ά.), στον Πύργο Τριφυλίας (Γ. Μακρής), στη Χωρά και στο Μουζάκι (οι Πλαγαίοι). Ξακουστός λαγκαδινός πρωτομάστορας που εγκαταστάθηκε στο Βλαχόπουλο Μεσσηνίας υπήρξε ο Βασίλης Τσαούσης. Λαγκαδινοί έχουν εγκατασταθεί και σε χωριά της Ηλείας, της Αργολίδας και της Λακωνίας.

Σελ. 107
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/108.gif&w=600&h=91514. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

στη φαμελιά μου. Θα έτρωγα, θα πλενόμουνα και θα κοιμώμουνα όπως ήθελα"1.

Κάπως έτσι σκέπτονται και εκείνοι που φεύγουν για τις πόλεις, όπου η ζήτηση ειδικευμένης εργατικής δύναμης είναι αυξημένη εξαιτίας των στεγαστικών προβλημάτων που δημιουργεί η; αύξηση του πληθυσμού. Στις πόλεις οι συνθήκες εργασίας στις οικοδομικές κατασκευές είναι καλύτερες, υπάρχει σταθερό ωράριο εργασίας, αυστηρότερη εφαρμογή των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας, κοινωνική ασφάλιση. Οι μαστόροι δεν αναζητούν τα οικοδομικά υλικά στα νταμάρια, στους αμμότοπους και στα ασβεστοκάμινα, όπως συνέβαινε με τις κομπανίες, αλλά τα βρίσκουν φερμένα στους τόπους της δουλειάς. Δουλεύουν, όπως εξηγούν οι ίδιοι, με τα "υλικά παραδοτέα". Το τούβλο, το τσιμέντο και οι νέες τεχνικές μέθοδοι που χρησιμοποιούνται στις κατασκευές κάνουν πιο ξεκούραστη και πιο άνετη τη δουλειά του οικοδόμου. Ο μισθωτός οικοδόμος όμως έπαψε να ενδιαφέρεται για την τεχνική και αισθητική αρτιότητα του οικοδομήματος. Το στοιχείο της προσωπικής δημιουργίας που έδινε νόημα στην τέχνη και καταξίωνε τον τεχνίτη στη συνείδηση του λαού δεν υπάρχει πλέον. Ο δημιουργός, ο λαϊκός τεχνίτης, αποξενώθηκε από το δημιούργημα του. "Στην Αθήνα", θα μου πει ένας λαγκαδινός μάστορης2., "χάσαμε την τέχνη".

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι στο βαθμό που συντελείται, το πέρασμα από τη φυσική οικονομία στην εμπορευματική παραγωγή και αναπτύσσεται ο κοινωνικός καταμερισμός της εργασίας, παρακμάζουν και οι πλανόδιες μαστορικές κομπανίες. Η αυξημένη ζήτηση ειδικευμένου εργατικού δυναμικού στον οικοδομικό τομέα, που επέβαλε η ανάπτυξη των πόλεων και η κατασκευή έργων υποδομής, αντιμετωπίστηκε αφενός, και κυρίως, με την

1. Ηχώ των Λαγκαδίων (1 Απριλίου 1962).

2. Παν. Ι. Μιχόπουλος (12 Νοεμβρίου 1984, στα Λαγκάδια). Ο παλιός αυτός χτίστης 66 χρονών σήμερα, έχει δουλέψει στον Κοκκιναρά, στην Κυψέλη, στη γέφυρα της οδού Λυκούργου και αλλού.

Σελ. 108
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/109.gif&w=600&h=915 14. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

επαγγελματική αναπροσαρμογή ατόμων που μετακινήθηκαν από τις αγροτικές περιοχές, ιδίως τις ορεινές, και αφετέρου από τη μόνιμη εγκατάσταση παλιών μαστόρων στους τόπους της δουλειάς. Τις πλανόδιες κομπανίες των χτιστών, που λειτουργούσαν πάνω σε συνεταιριστική βάση, διαδέχτηκαν τεχνικά συνεργεία μισθωτών οικοδόμων. Η αναπαραγωγή του επαγγέλματος συνεχίζεται και σήμερα με τον πατροπαράδοτο τρόπο: ο νέος οικοδόμος μαθαίνει το επάγγελμα εμπειρικά πάνω στη δουλειά. Δεν υπάρχει οργανωμένη τεχνικοεπαγγελματική εκπαίδευση των οικοδόμων, αν εξαιρέσει κανείς τα ελάχιστα προγράμματα ταχύρυθμης εκπαίδευσης στα οικοδομικά επαγγέλματα που οργανώνει κατά καιρούς ο ΟΑΕΔ.

Η παρακμή των παραδοσιακών χτιστών της Πελοποννήσου δεν συντελέστηκε βέβαια από τη μια μέρα στην άλλη ούτε ταυτόχρονα σε όλες τις περιοχές. Η γρήγορη ή αργή εγκατάλειψη του πατροπαράδοτου επαγγέλματος από τους χτίστες των μαστοροχωριών καθορίστηκε κυρίως από τη γεωγραφική θέση των χωριών αυτών και τις οικονομικές ή άλλες επαφές που αυτά είχαν αναπτύξει με τις πεδινές περιοχές ή τα αστικά και εμπορικά κέντρα, Η γειτνίαση λ.χ. της Κυνουρίας με τη θάλασσα, η δυσκολία της επικοινωνίας με την υπόλοιπη Αρκαδία και τη Λακωνία εξαιτίας του Πάρνωνα, οι εμπορικές επαφές που η περιοχή αυτή είχε αναπτύξει από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας με την Ύδρα, τις Σπέτσες, το Ναύπλιο και το Άργος1, ήταν τα αίτια που ανάγκασαν τους χτίστες της περιοχής να προσανατολιστούν νωρίτερα από τους ομοτέχνους τους Κλουκινοχωρίτες και Λαγκαδινούς σε άλλα επαγγέλματα. Στην παρακμή των Κλουκινοχωριτών και των μαστόρων της ορεινής Κορινθίας καταλυτικό ρόλο έπαιξε η καλλιέργεια της σταφίδας στην παραλιακή ζώνη Κορινθίας - Αχαΐας. Οι Κλουκινοχωρίτες άρχισαν να εποικίζουν τον παραλιακό χώρο

1. Βασ. Κρεμμυδάς, «Όψεις της Τσακώνικης κοινωνίας (1704 - 1821)», Χρονικά των Τσακώνων, Γ' (1968), σ 18

Σελ. 109
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/110.gif&w=600&h=91514. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

της Αιγιαλείας κυρίως μετά την απελευθέρωση. Το ίδιο έκαναν και οι κάτοικοι των ορεινών χωριών της Κορινθίας, που σταδιακά άφηναν τα χωριά τους και κατέβαιναν στα πεδινά του ομώνυμου νομού1. Ήδη το 1890 οι περίφημοι "καλαβρυτινοί μαστόροι" έχουν χάσει την παλιά τους αίγλη2. Παντού κυριαρχούν οι. Λαγκαδινοί. Τα Κλουκινοχώρια ερημώνονται, "την μείζονα δε μείωσιν του πληθυσμού", γράφει ο Γ. Παπανδρέου3, "υπέστησαν οι τέως δήμοι Κερπινής και Φελλόης και Κραθίδος, μάλιστα δε πάντων ο της Νωνάκριδος, ης τα άλλοτε πολυάριθμα χωρία (...) νυν (1930) είναι σχεδόν έρημα (...). Η δ' άλλοτε πολύκροτος πανήγυρις των Καταφυγίων (Νωνάκριδος) η τελούμενη τη 31 Αυγούστου κατηργήθη προ ετών ερημωθέντος σχεδόν του τέως δήμου Νωνάκριδος"4.

Οι νέες οικονομικές συνθήκες, που διαμορφώνονται στα πεδινά και τα αστικά κέντρα, δεν επηρεάζουν κατά τον 19ο αιώνα τα Λαγκάδια, το κυριότερο δηλαδή μαστοροχώρι της Πελοποννήσου. Από τα στατιστικά στοιχεία προκύπτει ότι o πληθυσμός του χωριού αυτού αυξάνεται σταθερά ώς το τέλος του 19ου αιώνα5, κατά την ίδια δε χρονική περίοδο οι λαγκαδινοί μαστόροι φτάνουν στη μεγαλύτερη ακμή τους. Οι Λαγκαδινοί, παρατηρεί το 1890 o Χρ. Κορύλλος 6, "ελάχιστα εις την γεωργίαν ασχολούμενοι, επαγγέλλονται ιδίως τον κτίστην και περιέρχονται άπασαν την Πελοπόννησον. Μέχρι προ τινός είχον αντιζήλους τους Κλουκινιώτας

1. Μεταξούλα Χρυσάφη - Ζωγράφου, Ελληνική Παραδοσιακή Αρχιτεκτονική. Κορινθία, Αθήνα 1985, σ. 13 - 14.

2. Χρ. Π. Κορύλλος, Πεζοπορία από Πατρών εις Τρίπολιν, σ 47.

3. Ιστορία των Καλαβρύτων (1930), σ. 226, 227, 264 - πρβλ. και Ν. Α. Βέη, "Αρκαδικά χωρικά περιπαίγματα". Αρμονία (1902), σ. 140.

4. Οι κάτοικοι των Κλουκινών είχαν αρχίσει να κατεβαίνουν στα παραλιακά μέρη του Κορινθιακού από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας (Αθ. Θ. Φωτόπουλος, Ιστορικά και Λαογραφικά της ανατολικής περιοχής Αιγιαλείας και Καλαβρύτων, τ. Α' (1982), σ. 106 - 108, 323, 335.

5. Βλ. Διάγραμμα A'.

6. Ό π., σ. 47.

Σελ. 110
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/111.gif&w=600&h=91514. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

ιδίως δε τους κατοίκους του χωρίου Αγίας Βαρβάρας 1· αφ' ότου όμως οι Κλουκινιώται επεδόθησαν εις την καλλιέργειαν της σταφιδαμπέλου, έμεινεν το στάδιον ελεύθερον εις τους Λαγκαδινούς".

Σε μια εποχή δηλαδή που έχει αρχίσει η ερήμωση των ορεινών χωριών, τα Λαγκάδια "προάγονται εις ακμήν"2. Το φαινόμενο μπορεί να εξηγηθεί από τη γεωγραφική θέση του χωριού και το ρόλο που αυτό έπαιζε στην κοινωνική και οικονομική ζωή της γύρω περιοχής. Τα Λαγκάδια από τον περασμένο αιώνα ώς τα μέσα της δεκαετίας του 1950 περίπου δεν ήταν μόνο μαστοροχώρι αλλά και εμπορικό κέντρο της περιοχής. Κάθε Κυριακή στην πλατεία του χωριού λειτουργούσε αγορά, στην οποία οι γεωργοί και οι κτηνοτρόφοι των γειτονικών χωριών έρχονταν να πουλήσουν τα προϊόντα τους και να αγοράσουν ρούχα, τρόφιμα, γεωργικά εργαλεία κ.ά. Εδώ υπήρχε το "Μονοπώλιο" από όπου Λαγκαδινοί και ξένοι προμηθεύονταν αλάτι, σπίρτα, πετρέλαιο. Ο δημόσιος δρόμος Τριπόλεως - Πύργου, συντελεί στην ταχύτερη διακίνηση εμπορευμάτων, προσώπων και ιδεών. Στο χωριό λειτουργούν μύλοι, κηροπλαστικά εργαστήρια, εμπορικά καταστήματα, οινομαγειρεία ή οινοπαντοπωλεία, καφενεία, κρεοπωλεία, σαγματοποιεία κλπ. Οι δημόσιες αρχές (Ειρηνοδικείο, Σταθμός Χωροφυλακής, Δημόσιο Ταμείο, Ταχυδρομικό Γραφείο) απασχολούν μόνιμα έναν αριθμό δημόσιων υπαλλήλων, που με την αγοραστική τους δύναμη συμβάλλουν στην οικονομική άνθηση του χωριού. Γύρω στο 1890 σημειώνεται και κάποια πολιτιστική κίνηση. Δάσκαλοι, φοιτητές και άλλοι μορφωμένοι, ντόπιοι ή ξένοι, δίνουν θεατρικές παραστάσεις3. Όλα αυτά και το χρήμα που εισρέει από

1. Σχετικά με την παρακμή της Αγ. Βαρβάρας βλ. και Γ. Κανελλόπουλου, Ιστορία και Λαογραφία, των χωριών και οικισμών της Ανατολικής Αιγιαλείας - Καλαβρύτων, Αθήνα 1981, σ. 507 - Τέτης Θ. Ράλλη, Η Αγια Βαρβάρα κλπ., σ. 18 - 20.

2. Χρ. π. Κορύλλος, ό.π., σ. 53.

3. Θεατρικές παραστάσεις θα δοθούν και αργότερα (βλ. Μ. Μιχαλόπουλο

Σελ. 111
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/112.gif&w=600&h=915 14. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ Α'

Διακύμανση του πληθυσμού στο κυριότερο μαστοροχώρι των Καλαβρύτων (Αγ. Βαρβάρα) από το 1700 ως το 1981.

Σελ. 112
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/113.gif&w=600&h=915 14. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ Β'

Διακύμανση του πληθυσμού στο πρώτο μαστοροχώρι του Μοριά (Λαγκάδια) από το 1700 ώς το 1981.

Σελ. 113
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/114.gif&w=600&h=91514. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

τους χτίστες1 κρατούν τα Λαγκάδια σε ακμή ώς το τέλος του 19ου αιώνα. Η ακμή όμως αυτή περικλείει και τα σπέρματα της παρακμής.

Η ανάπτυξη της παιδείας πρώτα απ' όλα ανοίγει νέους δρόμους για την επαγγελματική αποκατάσταση των νέων του χωριού, Η μαστοριά, που άλλοτε ήταν η κυριότερη επαγγελματική διέξοδος για την πλειονότητα των νέων, από το τέλος του 19ου αιώνα και μετά αποτελεί απλώς επαγγελματική επιλογή για όσους δεν μπορούν να συνεχίσουν τις σπουδές τους πέρα από το δημοτικό σχολείο. Το όνειρο των νέων πλέον δεν είναι να γίνουν καλοί μαστόροι, αλλά να μάθουν γράμματα και να σταδιοδρομήσουν στον κρατικό μηχανισμό ή στις τράπεζες. Εκατοντάδες είναι οι Λαγκαδινοί που σπούδασαν και απαγκιστρώθηκαν από το πατροπαράδοτο επάγγελμα2. Έγιναν υπάλληλοι, δάσκαλοι, καθηγητές, δικηγόροι, μηχανικοί, δικαστές. Δεν είναι λίγοι εκείνοι που διακρίθηκαν στα ανώτερα αξιώματα της πολιτείας, των τραπεζών ή των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων3. Η προσπέλαση των

στην Ηχώ των Λαγκαδίων, φ. 7 (1 Νοεμβρίου 1959), 9 (1 Ιανουαρίου I960) και 11 (7 Μαρτίου I960).

1. "Χρυσωρυχείο του χωριού μας" ονομάζει κάποιος Λαγκαδινός τους χτίστες (Ηχώ των Λαγκαδίων, 1 Αυγούστου 1961)

2. Πάνος Κίντζιος, "Ιστορική εξέλιξις των Λαγκαδίων", Χρονικά του Μοριά, ~Β' (1953), σ. 22 - 26· Χρ. Π. Γαρδίκας, "Οι λαγκαδινοί μαστόροι στην ιστορική τους πορεία". Ηχώ των Λαγκαδίων (7 Φεβρουαρίου 1966)· Β. Ι. Τσαφαράς, Λαγκάδια, σ. 264 - 269· Αρκαδική Επετηρίς, A' (1903), σ. 9 - 10, Β' (1907), σ. 160 - Π. Γ. Πεφάνης, Τα Σχολεία των Λαγκαδίων, Αθήνα 1958, σ. 14ο κε.

3. Την παραδοσιακή απασχόληση των Λαγκαδινών στις οικοδομικές κατασκευές μας δίνει επιγραμματικά το ανέκδοτο που λέει ότι "αν ρίξεις πέτρα στην απάνου μεριά, θα βαρέσεις ή μάστορη ή γουρούνι". Όταν αργότερα από τα Λαγκάδια έβγαιναν και πολλοί δάσκαλοι, το παραπάνω ανέκδοτο προσαρμόστηκε κατάλληλα: "Αν ρίξεις πέτρα στην απάνου μεριά θα βαρέσεις ή μάστορη ή δάσκαλο". Στις ορεινές περιοχές το επάγγελμα του δημόσιου υπαλλήλου θεωρείται σπουδαίο. Κάποτε μια λαγκαδινιά γριά αποχαιρέτησε τον πρωθυπουργό Θ. Δεληγιάννη με την ευχή "στο καλό και νωματάρχης !"

Σελ. 114
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/115.gif&w=600&h=915 14. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

μορφωμένων Λαγκαδινών στις δημόσιες θέσεις διευκολύνεται σε μεγάλο βαθμό από τους πολιτικούς του χωριού τους, κυρίως τους Δεληγιανναίους1, Όσοι διορίζονται στο δημόσιο ή στις τράπεζες εκπατρίζονται αργά ή γρήγορα. Το ίδιο συμβαίνει και με τους ελεύθερους επαγγελματίες.

Από την πρώτη δεκαετία του αιώνα μας, και ακόμα πιο μπροστά, οι φτωχοί των ορεινών περιοχών της Αρκαδίας, όπως άλλωστε και ολόκληρης της Ελλάδας, ζητούν μια καλύτερη τύχη στα ξένα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, με τη γρήγορη ανάπτυξη της καπιταλιστικής τους οικονομίας, στάθηκαν μόνιμος μαγνήτης για τους φτωχούς Έλληνες, Το μεταναστευτικό ρεύμα προς τις Ηνωμένες Πολιτείες ακολούθησαν και πολλοί Λαγκαδινοί, κυρίως χτίστες. Η φήμη για σχετικά εύκολο και γρήγορο πλουτισμό τους οδήγησε στο δρόμο για τον Νέο Κόσμο. Ήδη το 1921 έχει δημιουργηθεί στις Ηνωμένες Πολιτείες «ανθούσα παροικία των Λαγκαδινών»2.

Η εσωτερική μετανάστευση (αστυφιλία) πλήττει επίσης τα Λαγκάδια. Πολλοί από τους χτίστες που δεν φεύγουν για το εξωτερικό μετακινούνται προς τα εύφορα πεδινά μέρη ή τα αστικά κέντρα. Η μετακίνηση αυτή των χτιστών και η απαγόρευση της απρογραμμάτιστης υλοτομίας από τα γύρω δάση 3 θεωρείται από

(Ηχώ των Λαγκαδίων, φ. 7 της 1 Νοεμβρίου 1959). Μόνιμη επιδίωξη των φτωχών οικογενειών στους ορεινούς οικισμούς ήταν, και είναι και σήμερα ακόμα, η σταδιοδρομία των παιδιών τους στον κρατικό μηχανισμό. Την επιδίωξη αυτή εκμεταλλεύονται οι πολιτικοί και οι κομματάρχες με αποτέλεσμα οι πελατειακές σχέσεις να αποτελούν μόνιμο φαινόμενο στις περιοχές αυτές.

1. Για τους πολιτικούς Δεληγιανναίους βλ. Β. Ι. Τσαφαρά, Λαγκάδια, σ. 263 κε.

2. Β. Ιερείδης, Λαγκάδια, το μαστοροχώρι του Μοριά, Αθήνα 1977, σ 16.

3. Απαγόρευση που είχε ως συνέπεια τη δυσκολία πορισμού καυσόξυλων και τη χειροτέρευση των συνθηκών διαβίωσης των κατοίκων κατά τους χειμερινούς μήνες.

Σελ. 115
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/116.gif&w=600&h=91514. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

κάποιον Λαγκαδινό ως ένα από τα αίτια παρακμής των Λαγκαδίων 1.

Οι Λαγκαδινοί καταφεύγουν κυρίως στην Αθήνα, την Πάτρα, την Τρίπολη, τον Πύργο, την Αμαλιάδα, το Αργός, τη Θεσσαλονίκη και σε άλλες πόλεις2. Ήδη το 1898 ιδρύεται ο Σύνδεσμος των εν Αθήναις Λαγκαδινών, υπολογίζεται δε ότι την εποχή αυτή στην Αθήνα και τον Πειραιά διαμένουν πάνω από 200 Λαγκαδινοί3. Η φυγή προς τις πόλεις θα κορυφωθεί μετά τον εμφύλιο πόλεμο, όπως δείχνουν και οι τελευταίες απογραφές του πληθυσμού. Στην περιοχή της Αττικής οι Λαγκαδινοί έχουν συγκεντρωθεί σε δύο κυρίως μέρη: στη Δάφνη της Αθήνας και στην Παραλία Ασπροπύργου. Η εγκατάσταση των Λαγκαδινών στην τελευταία αυτή περιοχή σχετίζεται με την ίδρυση του εργοστασίου τσιμέντων "Χάλυψ". Το εργοστάσιο αυτό ιδρύθηκε γύρω στα 1935 - 36 από τους αδελφούς Βαλτή, Λαγκαδινούς. Σε αυτό βρήκαν απασχόληση στην αρχή ελάχιστοι Λαγκαδινοί, σιγά σιγά όμως ήρθαν και άλλοι. Αγόρασαν οικόπεδα, έχτισαν σπίτια και έγιναν μόνιμοι κάτοικοι της περιοχής αυτής.

Έτσι από τα 150 - 200 μαστορικά μπουλούκια που έβγαιναν άλλοτε από το πρώτο μαστοροχώρι του Μοριά4, δεν έχουν απομείνει το 1966 παρά 41 χτίστες5. Τα Λαγκάδια ερημώνονται και πολλές γειτονιές που άλλοτε έσφυζαν από ζωή βρίσκονται σήμερα σε ερείπια6. Μετά το 1960 θα εγκαταλείψουν τον παραδοσιακό

1. Βλ. Π. Σινόπουλο στην Ηχώ των Λαγκαδίων, φ. 10 (1 Φεβρουαρίου I960).

2. Β. Ι. Τσαφαράς, ό.π., σ. 276.

3. Αρκαδική Επετηρίς, B' (1907), σ. 108.

4. Κατά τους υπολογισμούς του πρωτομάστορα Χρήστου Γαρδίκα.

5. Χρ. Γ. Κωνσταντινόπουλος, Οι παραδοσιακοί χτίστες, σ. 193 - 194 Δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια η διαπίστωση της Ιωάννας Μπενεχούτσου ("Σπίτια της Γορτυνίας" στο βιβλίο Το Ελληνικό λαϊκό σπίτι, Αθήνα 1961, έκδ. ΕΜΠ) ότι "το 1960 ακόμη οι Λαγκαδινοί είναι όλοι χτίστες".

6. "H ύπαρξις των ερειπίων τούτων", έγραφε ο Β. Ι. Τσαφαράς (Ηχώ των Λαγκαδίων, 5 Νοεμβρίου 1964 και 30 Σεπτεμβρίου 1965), "αποτελεί

Σελ. 116
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/117.gif&w=600&h=915 14. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

τρόπο εργασίας και το ίδιο το επάγγελμα και άλλοι γορτύνιοι χτίστες.

Σήμερα στα κυριότερα μαστοροχώρια του Μοριά μπορεί να συναντήσει κανείς ελάχιστους χτίστες. Η κομπανία ανήκει στην ιστορία. Οι μαστόροι, που στις κομπανίες ήταν συνεταίροι, έγιναν μισθωτοί εργάτες, οικοδόμοι, και αποτελούν ένα από τα δυναμικότερα στοιχεία της εργατικής τάξης.

μίαν ασχήμιαν, η οποία πρέπει να λείψη». Προτείνει στη συνέχεια να παραχωρηθούν τα ερείπια αυτά στο δήμο Λαγκαδίων για να γίνουν «ωραίοι δενδρόκηποι».

Σελ. 117
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/118.gif&w=600&h=915 14. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Σελ. 118
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/119.gif&w=600&h=915 14. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

ΕΠΙΛΟΓΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ

Αβδελίδης Παρμενίων Σ., Ο συνεταιρισμός στις συνθήκες τον καπιταλισμού, Αθήνα 1978.

Αικατερινίδης Γ. Ν., «H συνθηματική γλώσσα των κτιστών του Ρεκουνίου (Λευκοχωρίου) Γορτυνίας», Γορτυνιακά, τ. A' (1972), σ. 106 - 123.

Ακαδημία Αθηνών, Ελληνικά δημοτικά τραγούδια, Αθήνα 1962, σ. 385 - 387.

Αλεξάκη Ελένη, «Ζάρακας», Ελληνική Παραδοσιακή Αρχιτεκτονική, τ. Δ', Πελοπόννησος, Α', Αθήνα 1986, σ. 113 - 144.

— Αρκαδικόν Ημερολόγιον, Τρίπολη 1937.

— Αρκαδική Επετηρίς, τ. Α' (1903), τ. Β' (1907).

— Αρμολόι, τχ. 1 - 1ο (1976 - 1980).

Ανωγειανάκης Φοίβος, «Το γενεαλογικό δέντρο ενός λαϊκού μουσικού». Λαογραφία, τ. ΚΘ' (1974), σ. 93 - 113.

Αρχείον του στρατηγού Ανδρέου Λόντου, τ. Α' (1914), σ. 13, 113 - 114, 209. Ασδραχάς Σπ. Ι, Μηχανισμοί της αγροτικής οικονομίας στην Τουρκοκρατία (ιε - ιστ' αιώνας), Αθήνα 1978, σ. 228 - 229.

—— Ελληνική κοινωνία και οικονομία (ιη' και ιθ' αιώνες), Αθήνα 1983, σ. 11, 27, 28, 129 κε., 147 - 148.

—— «Το κοινωνικοοικονομικό πλαίσιο της αρχιτεκτονικής». Ελληνική Παραδοσιακή Αρχιτεκτονική, τ. Α' (1982), σ. 16.

—— Ζητήματα ιστορίας, Αθήνα 1983, σ. 97 - 98.

Βαγενάς Θάνος, «Ο Τσάκωνας αγωνιστής Γιαννάκης Σαραντάρης και οι ανέκδοτες ιστορικές σημειώσεις του», Χρονικά των Τσακώνων, τ. Γ' (1969), σ. 110.

—— Χρονικά Αγιοπετριτών, τ. Α' (1974), σ. 125 - 128.

Βακαλόπουλος Απ. Ε., Ιστορία του νέου Ελληνισμού, τ. Β1, Θεσσαλονίκη 1964, σ. 91.

Βέης Ν. Α., «Το Παρθενών - Παρθενός και τ' ανάλογά του», Νουμάς, έτ. Γ', φ. 141 (1905).

Σελ. 119
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/120.gif&w=600&h=915 14. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

Βέης Ν. Α., «Αρκαδικά χωρικά περιπαίγματα». Αρμονία (1902), σ. 93 - 95, 140 - 143.

Βετσόπουλος Β., Τα ήθη και έθιμα του χωρίον μου Πυρσόγιαννη Ηπείρου (1970), χφ. 3480 του ΚΕΕΛ.

Βοβολίνης Κ. Α., Το χρονικόν του «Παρνασσού», Αθήνα 1951. Βογιατζής Ιερώνυμος, «Περί της ονομασίας των δήμων της επαρχίας Γόρτυνος και εμβλημάτων των δημοτικών σφραγίδων», π. Βύρων (1874), σ. 363.

Βουραζέλη - Μαρινάκου Ε., Αι εν Θράκη συντεχνίαι των Ελλήνων κατά την Τουρκοκρατίαν, Θεσσαλονίκη 1950.

Baer G., «Οι διοικητικές, οικονομικές και κοινωνικές λειτουργίες των τουρκικών συντεχνιών», Η δομή των Βαλκανικών χωρών στα χρόνια της οθωμανικής κυριαρχίας (εισαγωγή - επιμέλεια κειμένων Σπ. Ι. Ασδραχά), Αθήνα 1979, σ. 577 - 596.

—— «Μονοπώλιο και περιοριστικές πρακτικές των τουρκικών συντεχνιών», ό.π., σ. 599 - 612.

Γιανναροπούλου Ιωάννα, «Ποικίλα σημειώματα εκ γορτυνιακών κωδίκων», Γορτυνιακά. τ. Α' (1972), σ. 361, 362, 372.

Γκατζουγιάννης Γρ., Το χωριό Ζέρμα (Πλαγιά) Κόνιτσας Ηπείρου, Αθήνα 1982.

Γκίνης Δ. Σ., Περίγραμμα ιστορίας τον μεταβυζαντινού δίκαιον, Αθήνα 1968.

Γκιόλιας Μάρκος Α., Το συντεχνιακό δίκαιο και η συνθηματική γλώσσα των καποραπτών της Ευρυτανίας, Αθήνα 1985.

Γκούτος Χαρίλαος Γ., Εργασιακές σχέσεις των οικοδόμων στη χερσαία Ελλάδα μετά το 1800, Αθήνα 1985.

Γορτυνιακόν Ημερολόγιον, τχ. Γ' (1948) και Ε' (1950).

Γριτσόπουλος Τάσος Αθ., «Πωλητήρια και άλλα έγγραφα της παρά την Δημητσάνα» μονής Φιλοσόφου», ΕΑΙΕΔ, τ. Γ' (1950), σ. 146, 148 - 149, 152 - 153.

—— Μονή Φιλοσόφου, Αθήνα I960, σ. 34 - 35, 110, 210.

—— «Δικαιοπρακτικά έγγραφα μονής Προδρόμου Γορτυνίας», Γορτυνιακά, τ. Α' (1972), σ. 174.

—— «Μονή Αγίου Νικολάου Καρυάς Κυνουρίας», Μνημοσύνη, τ. Β' (1969), σ. 312.

—.— «Χριστιανικά μνημεία Πραστού», Πελοποννησιακά, τ. IB' (1977), σ. 185.

Δέφφνερ Μιχαήλ, Λεξικόν της Τσακωνικής διαλέκτου, Αθήνα 1923, σ. 169.

Δρεπανιάς Μανόλης, Βρονταμάς Λακωνίας, Αθήνα 1981.

Σελ. 120
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/121.gif&w=600&h=91514. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

Ζαμπέλιος Σπ., Άσματα δημοτικά, Κέρκυρα 1852, σ, 173 - 174.

Ζεγκίνης Ιωαν. Ερν., Το Άργος διά μέσον των αιώνων, Πύργος 1968.

Ζώης Λεων., Αι εν Ζακύνθω συντεχνίαι, Ζάκυνθος 1893.

Θωμαΐδης Ξεν., "Σύμβαση μαθητείας στην ελληνική αρχαιότητα", ΕΕΔ, τ. 45 (1986), σ. 865 - 877.

Ιερείδης Βασίλης, Λαγκάδια, το μαστοροχώρι του Μοριά, Αθήνα 1977.

Ιωάννου Γ., Παραλογές, Αθήνα, σ. 97 - 99.

Καγιούλης Π. Αλ., Η Ιστορία της Λάστας, Αθήνα 1980.

Καλλιαβάς Α., Το οκτάωρον εις την θεωρίαν και την πράξιν, 1929.

Καλλούτσης Καλ., Κυνουριακά, Αθήνα 1930.

Κανελλόπουλος Γ., Ιστορία και λαογραφία των χωριών και οικισμών της Ανατολικής Αιγιαλείας - Καλαβρύτων, Αθήνα 1981.

Κανδηλώρος Τάκης, "Απολογισμός των εσόδων και εξόδων της Γορτυνίας επί Τουρκοκρατίας", Αρκαδική Επετηρίς, τ. Β' (1907), σ. 312 - 322.

Καράμπελας Αδαμάντιος, Η Λάστα και τα χωριά της, Αθήνα 1957.

-- Η ίδρυσις του χωρίον Χάβαρι, Αθήνα 1963.

Καραποστόλης Β., Οικονομικές μεταμορφώσεις της αγροτικής Ελλάδας, Αθήνα 1981.

Καρβελάς Γ., Ιστορία της Δημητσάνης, τ. Α', Αθήνα 1972.

Καρούζου Σέμνη, Το Ναύπλιο, Αθήνα 1979.

Capitaine Peytier, "Mémoire sur la Grèce", Ο Ερανιστής, τ. Θ' (1971), σ. 151.

Κάσσης Κυριάκος, Λαογραφία της Μέσα Μάνης, τ. Α' (1980).

Κάσσης Μιχάλης, "Οι πετροφάοι της Μάνης και η προσφορά τους στη μανιάτικη λαϊκή αρχιτεκτονική", Λακωνικαί Σπουδαί, τ. Ε' (1980), σ. 381 - 382.

Καψαμπέλης Γιάννης, "Ο παλαιότερος Πραστός", Χρονικά των Τσακώνων, τ. Α' (1956), σ. 12.

Κίντζιος Πάνος, "Ιστορική εξέλιξις των Λαγκαδίων", ανάτυπο από τα Χρονικά του Μοριά, τ. Β' (1953).

Κισκίρας Ι, Η σύμβασις μαθητείας εν τη βενετοκρατούμενη Κρήτη (μετ' ανεκδότων εγγράφων εκ τον Archivio di stato της Βενετίας), Αθήνα 1968.

Κονδυλάκης Ι, Οι Άθλιοι των Αθηνών, Αθήνα 1980.

Κοντογιώργης Γ., Κοινωνική δυναμική και πολιτική αυτοδιοίκηση Οι Ελληνικές κοινότητες επί Τουρκοκρατίας, Αθήνα 1982.

Σελ. 121
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/122.gif&w=600&h=91514. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

Κορδάτος Γιάννης, Τα Αμπελάκια κι ο μύθος για το συνεταιρισμό τους, Αθηνά 1955.

—— Ιστορία του ελληνικού εργατικού κινήματος, Αθήνα a1956.

Ί. Κορύλλος Χρ., Πεζοπορία από Πατρών εις Τρίπολιν, Πάτρα 1890.

—— Χωρογραφία της Ελλάδος. Α'. Νομός Αχαΐας, Αθήνα 1903.

Κουκουλές Φαίδων, Οινουντιακά, ή μελέτη περί της ιστορίας, των ηθών και εθίμων και του γλωσσικού ιδιώματος τον Δήμου Οινούντος της επαρχίας Λακεδαίμονος, Χανιά 1908, σ. 104 - 105.

Κουτίβας Σταύρος, Ιστορικά τον Ξυλοκάστρου, τ. Α', Αθήνα 1963.

Κρεμμυδάς Βασ., «Όψεις της τσακώνικης κοινωνίας, 1704 - 1821», Χρονικά των Τσακώνων, τ. Γ' (1969), σ. 17 - 31.

Κυριακόπουλος Κ. Θ., «Σύμμεικτα αρχαιολογικά - ιστορικά - λαογραφικά χωριών της επαρχίας Καλαβρύτων», π. Παγκαλαβρυτινόν Βήμα, τχ. 3 (1981), σ. 18.

Κωνσταντινόπουλος Χρήστος Γ., «Γύρω στη σημασία των λέξεων "Τσακωνιά" και "τσάκωνας"», Χρονικά των Τσακώνων, τ Γ' (1969), σ. 67 - 76.

—— «Ανέκδοτα γορτυνιακά έγγραφα», Γορτυνιακά, τ Α' (1972), σ. 70 - 90.

—— «Η εξέλιξη της γαιοκτησίας στο Χαμάκου Καλαβρύτων κατά την περίοδο 1739 - 1919», Επετηρίς των Καλαβρύτων, τ. Θ' (1977), σ. 3 - 22.

—— Οι λαγκαδινοί μαστόροι, Αθήνα 1970.

—— «Οι καλαβρυτινοί μαστόροι», Επετηρίς Καλαβρύτων (1972), σ 111 - 122.

—— Οι παραδοσιακοί χτίστες της Πελοποννήσου, Αθήνα 1983. Κωστάκης Θανάσης, «Τσακώνικη αρχιτεκτονική», Λαογραφία, τ. ΙΘ' (1960 - 61), σ. 264 - 324.

Λάσκαρης Ν., Η Αόστα και τα μνημεία της, Πύργος 1902 - 1936. Λεύκωμα Γορτυνίας, Αθήνα 1937, σ. 97, 104, 109, 211.

Ληξουριώτης Γιαν. Δ., Κοινωνικές και νομικές αντιλήψεις για το παιδί, Αθήνα - Γιάννινα 1986.

Λουκόπουλος Δ., Γεωργικά της Ρούμελης, Αθήνα 1938. Leake W. Μ., Travels in the Morea, σ. 3, Λονδίνο 1830, σ. 159 - 160.

Μαμμόπουλος Αλεξ., Λαϊκή αρχιτεκτονική, ηπειρώτες μαστόροι και γεφύρια, Αθήνα 1973.

Μαρκόπουλος Γλαύκος, Η λαϊκή μας αρχιτεκτονική, Αθήνα 1945.

Σελ. 122
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/123.gif&w=600&h=91514. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

Μαρκόπουλος Κ. Δ., "Η σύμβαση μαθητείας", ΕΕΔ, τ. 35, τχ. 2 (1976), σ. 49 - 54.

Μαστροκώστας Βλ., "Τα Μπουλιάρικα", π. Στερεοελλαδική Εστία, τχ. 4 (1960), σ. 240 - 247.

Μαυροειδής Θ. Κ., Ιστορία τον Δυρραχίου και της περιφερείας του, Αθήνα 1983.

Μελαχρινός Απ., Δημοτικά τραγούδια, Αθήνα 1946, σ. 135 - 137.

Μέρτζιος Κ. Δ., "Ειδήσεις περί της Στερεάς Ελλάδος εκ των αρχείων της Βενετίας (1690 - 1736)", ΕΕΣΜ, τ. Β' (1969 - 1970), σ. 412 - 413, 417418.

Μήκος Ασημάκης, Πουρνάρια (Ποδογορά) Γορτυνίας, 1974.

Μήτσου - Talon Γενεβιέβη, "Οι κανονισμοί των συντεχνιών στο μεσαιωνικό Παρίσι", ΕΕΔ, τ. 45, τχ. 14 - 15 (1986), σ. 561 - 572.

Μοσκώφ Κ., Η εθνική και κοινωνική συνείδηση (1830 - 1909), Θεσσαλονίκη 1972.

Μουτσόπουλος Ν. Κ., Η αρχιτεκτονική των εκκλησιών και των μοναστηριών της Γορτυνίας, Αθήνα 1956.

-- "Κουδαραίοι μακεδόνες και ηπειρώτες μαΐστορες" στο βιβλίο Πρώτοι Έλληνες τεχνικοί επιστήμονες περιόδου απελευθέρωσης, Αθήνα 1976, σ. 353 - 433.

Μπούρας Χαρ., "H αντιμετώπιση της παραδοσιακής αρχιτεκτονικής". Ελληνική Παραδοσιακή Αρχιτεκτονική, - τ. A' (1982), σ. 21 κε.

Μωυσίδης Αντ., "Εξωαγροτική απασχόληση στην Ελληνική Γεωργία", Επιθεώρηση Αγροτικών Μελετών, τ. 1, τχ. 2 (Νοέμβριος 1985), σ. 71 - 96.

Νάστος Κλεάνθης, "Τα εσνάφια των κουδαραίων", π. Μακεδονική Ζωή, τχ. 135 (1977), σ. 16 - 18.

Νικήτα Βικτωρία, "Εκμάθηση και αυθεντία στους μαστόρους της Δυτικής Μακεδονίας. Οι παρέες σε τρεις γενεές". Πρακτικά του Διεθνούς Συμποσίου: Ιστορικότητα της παιδικής ηλικίας και της νεότητας, Αθήνα 1986, σ. 407 - 416.

Νικήτας - Στρατολάτης Χρ. Γ., Νοσταλγοί, β' έκδ., Αθήνα (χ.χ.).

-- Αγια Χώματα, Αθήνα (χ.χ.).

-- "Οι Λαγκαδινοί μαστόροι κατά την επανάστασιν του 1821", Γορτυνιακόν Ημερολόγιον, τ. Γ' (1948), σ. 23 - 26.

Παναγιωτόπουλος Βασίλης, Πληθυσμός και οικισμοί της Πελοποννήσου, 13ος - 18ος αιώνας, Αθήνα 1985.

Σελ. 123
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/124.gif&w=600&h=915 14. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

Παπαγαρυφάλλου Π. Α., Η διάρθρωση της αγροτικής οικονομίας και των θαλασσίων μεταφορών στην Ελλάδα πριν και μετά την Επανάσταση του'21, Αθήνα 1977.

Παπαγεωργίου Γ., Οι συντεχνίες στα Γιάννενα κατά τον 19ο και τις αρχές του 20ού αιώνα, Ιωάννινα 1982.

—— Ή μαθητεία στα επαγγέλματα (16ος - 20ος αιώνας), Αθήνα 1986.

Παπαγεωργίου Γ. Θ., Η ιστορία του Πραστού, Αθήνα 1970.

Παπαγιάννης Αθ. Φ., Μαντινειακά μοναστήρια, Αθήνα 1977.

Παπαδόπουλος Στέλιος, Η χαλκοτεχνία στον ελληνικό χώρο (1900 - 1975) κατά τις προφορικές μαρτυρίες των χαλκουργών, Ναύπλιο 1982.

Παπαθανασίου - Μουσιοπούλου Κ., «H συντεχνία των δουλγέρηδων φορέας παραδοσιακής τέχνης και φυτώριον συνδικαλισμού», Πρακτικά Γ' Συμποσίου Λαογραφίας Βορειοελλαδικού χώρου, Θεσσαλονίκη 1978, σ. 539 - 566.

Παπαθανασόπουλος Θανάσης, Οι Μουλιαραίοι και τα Μπουλιάρικα, Αθήνα 1969.

Παπανδρέου Γ., Καλαβρυτινή Επετηρίς, Αθήνα 1906.

—— Ιστορία των Καλαβρύτων, χ.τ. και χρ. έκδ.

Παπαρρηγόπουλος Πάνος, Λαογραφικά Καλαβρύτων, Αθήνα 2 1979.

Πετρονώτης Αργύρης, «Μανιάτες μαστόροι». Λακωνικοί Σπουδαί, τ. Ε' (1980), σ. 168 - 187.

—— «Τα τοπικά οικοδομικά εργαστήρια της νεοελληνικής παραδοσιακής αρχιτεκτονικής», Αρμολόι, τχ. 10 (1980), σ. 53 - 62.

—— «Αρκαδία» στο Ελληνική Παραδοσιακή Αρχιτεκτονική, τ. Δ', Πελοπόννησος, τ. Α', Αθήνα 1986, σ. 180 - 244.

Πεφάνης Π. Γ., Τα σχολεία των Λαγκαδίων, Αθήνα 1958.

Πολίτης Ν. Γ., Εκλογαί, έκδ. ε', σ. 87, 294.

Ράλλη Τέτη 0., Η Αγία Βαρβάρα Καλαβρύτων και οι μαστόροι της, Αθήνα 1984.

Ρηγίνος Μιχάλης, «Μορφές παιδικής εργασίας στην ελληνική βιομηχανία-βιοτεχνία 1909 - 1936», Πρακτικά του Διεθνούς Συμποσίου: Ιστορικότητα της παιδικής ηλικίας και της νεότητας, Αθήνα 1986, σ. 417 - 423.

Σινόπουλος Π., «Λαγκαδινά ανέκδοτα», εφ. Ηχώ των Λαγκαδίων (10 Οκτωβρίου 1561).

—— «H ζωή των Λαγκαδινών οικοδόμων», ό.π. (1 Δεκεμβρίου 1961, 1 Φεβρουαρίου 1962, 1 Απριλίου 1962, 1 Ιουνίου 1962). —— «H κτίσις των Λαγκαδίων», ό.π. (6 Νοεμβρίου 1961).

Σελ. 124
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Η μαθητεία στις κομπανίες των χτιστών της Πελοποννήσου
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 105
    14. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

    ΣΤ΄

    Η ΠΑΡΑΚΜΗ ΤΩΝ ΠΛΑΝΟΔΙΩΝ ΚΟΜΠΑΝΙΩΝ

    Οι πλανόδιες κομπανίες των χτιστών ικανοποιούσαν, όπως αναφέρθηκε, τις οικοδομικές ανάγκες ευρύτερων περιοχών. Η αδυναμία δηλαδή του συστήματος να καλύψει τις οικοδομικές ανάγκες των περιοχών αυτών με ντόπιο ειδικευμένο εργατικό δυναμικό συνετέλεσε στη γένεση και την ανάπτυξη των πλανόδιων μπουλουκιών1. Συνεπώς οι πλανόδιες επαγγελματικές ομάδες των χτιστών ήταν δημιούργημα συγκεκριμένων ιστορικών συνθηκών και ήταν φυσικό να εκλείψουν όταν οι συνθήκες αυτές άλλαξαν. Οι παράγοντες που οδήγησαν στην παρακμή του παραδοσιακού επαγγελματικού σχηματισμού των χτιστών συναρτώνται με τις γενικότερες οικονομικές αλλαγές που συντελούνται ως αποτέλεσμα της ανάπτυξης των μέσων επικοινωνίας, του εμπορίου και της βιομηχανίας. Η οικονομική ενοποίηση του ελλαδικού χώρου επιβάλλει ένα νέον καταμερισμό εργασίας που υπαγορεύει την επαγγελματική και γεωγραφική κινητικότητα μεγάλου μέρους του εργατικού δυναμικού της χώρας. Μετά την απελευθέρωση κυρίως, και στο βαθμό που στο νεοσύστατο κράτος εμπεδώνεται η ασφάλεια και δημιουργούνται πολλαπλές ευκαιρίες απασχόλησης, παρατηρείται

    1. Σπύρος Ι. Ασδραχάς, «Το κοινωνικοοικονομικό πλαίσιο της παραδοσιακής αρχιτεκτονικής», στο Ελληνική Παραδοσιακή Αρχιτεκτονική, τ. Α', σ. 16.