Συγγραφέας:Κωνσταντινόπουλος, Χρήστος Γ.
 
Τίτλος:Η μαθητεία στις κομπανίες των χτιστών της Πελοποννήσου
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:14
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:1987
 
Σελίδες:136
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Μαθητεία και εργασία
 
Τοπική κάλυψη:Πελοπόννησος
 
Περίληψη:Αντικείμενο του βιβλίου είναι το παραδοσιακό σύστημα μαθητείας στις πλανόδιες κομπανίες των χτιστών της Πελοποννήσου. Ειδικότερα με τη μελέτη αυτή επιχειρείται αφενός να επισημανθεί η κοινωνική και γεωγραφική προέλευση των μαθητευομένων και αφετέρου να καθοριστεί ο μηχανισμός εκμάθησης της τέχνης του χτίστη και οι συνέπειες που ο μηχανισμός αυτός είχε στη διαμόρφωση της προσωπικότητας των μαθητευομένων.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 6.81 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 13-32 από: 146
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/13.gif&w=600&h=915 14. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

A'

ΤΑ ΜΑΣΤΟΡΟΧΩΡΙΑ 

Τα απλά σπίτια στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, «και αργότερα όχι σπάνια», τα έχτιζαν συνήθως οι ίδιοι οι ιδιοκτήτες τους με τη βοήθεια των γειτόνων τους και κάποιων ντόπιων μαστόρων με περιορισμένες ικανότητες1. Τις εκκλησίες, όμως, τα αρχοντικά, τα γεφύρια και άλλα σημαντικά έργα τα έχτιζαν ειδικευμένοι τεχνίτες, που δεν ήταν πάντοτε ντόπιοι. Η κάλυψη μάλιστα των οικοδομικών αναγκών ευρύτερων περιοχών, και ιδιαίτερα η εκτέλεση σημαντικών οικοδομικών έργων, δεν απαιτούσαν μόνο εξειδικευμένες γνώσεις αλλά και οργάνωση ειδικών οικοδομικών συνεργείων. Τα συνεργεία επέτρεπαν καταμερισμό της εργασίας και συνεπώς γρήγορη αποπεράτωση των έργων. Τα συνεργεία αυτά, που αποτελούσαν «πλανόδια οργανωμένη σε συντροφιές με εσωτερική ιεράρχηση εργατική δύναμη»2, δεν είναι άλλα από τις γνωστές κομπανίες ή μπουλούκια των λαϊκών οικοδόμων, που από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας ώς το πρόσφατο παρελθόν κάλυπταν τις στεγαστικές ανάγκες, κυρίως της υπαίθρου. Δεν είναι εύκολο να προσδιορίσουμε χρονικά την εμφάνιση των επαγγελματικών αυτών ομάδων. Ειδικευμένοι οικοδόμοι, βέβαια, που έχτιζαν

1. Βλ. Χαρ. Μπούρα στο Ελληνική Παραδοσιακή Αρχιτεκτονική, τ. Α' (1982), σ. 25 - 26 και Αργύρη Πετρονώτη, στο ίδιο, τ. Δ', Πελοπόννησος, Α' (1986), σ. 239 - 240.

2. Σπύρος Ι. Ασδραχάς, «Το κοινωνικοοικονομικό πλαίσιο της παραδοσιακής αρχιτεκτονικής. Οι οικονομικές συνθήκες». Ελληνική Παραδοσιακή Αρχιτεκτονική, τ. Α', σ. 16.

Σελ. 13
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/14.gif&w=600&h=915 14. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

εκκλησίες, μοναστήρια, τζαμιά, οχυρωματικά έργα, γεφύρια, παλάτια και άλλα σημαντικά οικοδομικά έργα υπήρχαν πάντα, κυρίως στα αστικά κέντρα. Η σε ευρεία έκταση όμως άσκηση του οικοδομικού επαγγέλματος με τη μορφή των πλανόδιων μπουλουκιών προϋποθέτει αυξημένη ζήτηση ειδικευμένων οικοδόμων σε ευρύτερες γεωγραφικές περιοχές και αδυναμία του συστήματος να καλύψει τις ανάγκες αυτές με ντόπιο εργατικό δυναμικό. Τέτοια ζήτηση δεν μπορούσε να υπάρξει σε περιόδους γενικής φτώχειας και εξαθλίωσης, Η εμφάνιση, επομένως, των πλανόδιων οικοδομικών συνεργείων συναρτάται με την απαρχή της οικονομικής ανάπτυξης του ελλαδικού χώρου, πράγμα που σημαίνει ότι τα συνεργεία αυτά είναι δημιούργημα κυρίως των τριών τελευταίων αιώνων.

Τόπος προέλευσης των πλανόδιων μαστορικών κομπανιών ήταν ορισμένα χωριά της ηπειρωτικής ή νησιωτικής Ελλάδας, κοινό χαρακτηριστικό των οποίων ήταν η αδυναμία τους να εξασφαλίσουν τους αναγκαίους πόρους για τη συντήρηση των κατοίκων τους. Τα χωριά αυτά ονομάστηκαν μαστοροχώρια. Ο όρος προϋποθέτει τη συστηματική και κατά το σύστημα των μπουλουκιών άσκηση της οικοδομικής από την πλειονότητα των κατοίκων ενός χωριού ή, τουλάχιστον, τη συστηματική άσκηση της τέχνης αυτής από ένα μεγάλο μέρος των κατοίκων του ως κύριου ή και αποκλειστικού βιοποριστικού επαγγέλματος, Μαστοροχώρι επομένως δεν μπορεί να χαρακτηριστεί το χωριό που διαθέτει ορισμένους τεχνίτες για τη θεραπεία των τοπικών οικοδομικών αναγκών. Στο μαστοροχώρι δεν έχουμε απλώς τεχνίτες της οικοδομικής αλλά οργανωμένες ομάδες χτιστών (κομπανίες - μπουλούκια - παρέες) που ασκούν το επάγγελμα του οικοδόμου σε ευρύτατες γεωγραφικές περιοχές.

Στον μοραΐτικο χώρο, μαστοροχώρια με την παραπάνω έννοια εντοπίζονται στα νεότερα χρόνια (από το τελευταίο τέταρτο του 18ου αιώνα) στις περιοχές της Γορτυνίας και των Καλαβρύτων. Χτίστες επίσης, με σημαντική μάλιστα συμβολή στη διαμόρφωση της τοπικής αρχιτεκτονικής, συναντούμε στην Κυνουρία (από

Σελ. 14
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/15.gif&w=600&h=915 14. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

τις πρώτες δεκαετίες του 18ου αιώνα) και στη Μάνη, καθώς και. στην επαρχία Επιδαύρου Λιμηράς (κατά τους 19ο και 20ό αιώνες). Οργανωμένα μπουλούκια χτιστών συναντούμε ακόμα και στην ορεινή Κορινθία (περιοχή Φενεού) κατά τη διάρκεια του Αγώνα της Ανεξαρτησίας. Οι πληροφορίες αυτές μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η γένεση και ανάπτυξη των πλανόδιων μαστορικών κομπανιών στην Πελοπόννησο τοποθετείται χρονικά στις πρώτες δεκαετίες του 18ou αιώνα, Συνεργεία, βέβαια, ντόπιων οικοδόμων για την κατασκευή έργων για λατρευτικούς ή πολεμικούς σκοπούς ή για τη διακίνηση ανθρώπων και αγαθών, καθώς και για την κάλυψη στεγαστικών αναγκών, υπήρχαν και εδώ από πολύ παλιά. Κατά τις διαπιστώσεις της K. Π. Θεοδωρακάκου - Βαρελιδου1 «η οχυρωματική αρχιτεκτονική στη Μάνη δημιουργήθηκε από Έλληνες τεχνίτες χωρίς την άμεση καθοδήγηση των ξένων κατακτητών. Εμφανίζεται σα συνέχεια της βυζαντινής παραδόσεως. Ο πρόγονος των πύργων της Μάνης θα πρέπει να αναζητηθεί στους πύργους του Μυστρά και γενικά στη βυζαντινή φρουριακή αρχιτεκτονική»2. Είναι γνωστό επίσης ότι κατά το δεύτερο μισό του 15ου αιώνα εγκαταστάθηκαν στην Κωνσταντινούπολη τεχνίτες από την Πελοπόννησο3, Μερικοί από αυτούς θα ήταν, πιστεύω, χτίστες. Αλλά και κατά τον επόμενο αιώνα μοραΐτες οικοδόμοι μετείχαν (1553 - 1558) στην κατασκευή του Sülemaniye (τζαμιού) στην Κωνσταντινούπολη4. Κατά τον καθηγητή Δ, Ι. Πάλλα5, το καθολικό της

1. Κάστρο Γρηγοράκηδων εις Αγερανό Μάνης, Αθήνα 1974, σ. 4.

2. Για τις σχέσεις Μάνης - Μυστρά στον τομέα της αρχιτεκτονικής και οικοδομικής βλ. και Η. Megaw, «Byzantine Architecture in Mani», Annual of the Brit. School at Athens, τ. 3( 1932 - 1933), σ. 161' Ανάργυρος Γ. Κουτσιλιέρης, Μανιάτικα μελετήματα, Αθήνα 1978, σ. 186.

3. O. L. Barkan, «Οι μορφές οργάνωσης της αγροτικής εργασίας στην Οθωμανική αυτοκρατορία το ιέ' και ιστ' αιώνα», μετάφρ. Σπύρου Ι, Ασδραχά, στον τόμο Η οικονομική δομή των Βαλκανικών χωρών, 1979, σ. 51.

4. 0. L. Barkan, «L'organisation du travail dans le chantier d'unfr grande mosquée à Istanbul au XVIe siècle», Annales E.S.C., 1962, σ. 1106.

5. «Μια ανώνυμη εκκλησία του Ακροκορίνθου και η Φανερωμένη της Σαλαμίνας», Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά (1959), σ. 48.

Σελ. 15
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/16.gif&w=600&h=915 14. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

μονής Φανερωμένης στη Σαλαμίνα χτίστηκε στο τέλος του 17ου αιώνα από «συντροφιά χτιστών αρκετά επιδέξιων που είχαν ορμηθεί από την Πελοπόννησο και που πριν εργαστούν στη Σαλαμίνα είχαν προηγουμένως εργαστεί στον Ακροκόρινθο κάτω από βενετική καθοδήγηση»1.

Τις πρώτες πληροφορίες για χτίστες από την Κυνουρία αντλούμε από επιγραφικά μνημεία της περιοχής. Οι πύργοι του Μερικά και του Γεωργίου Σαραντάρη στον Πραστό χτίστηκαν το 1722 - 1723 από τον πρωτομάστορα Λέο Τανεσή2. Πραστιώτες ήταν επίσης ο «μαΐστορ Κώστας του Γκιώνη», που το 1734 «κατέστρωσε το έδαφος της αγίας μονής Αγίου Νικολάου Καρέας»3 και οι πρωτομάστοροι Κωστάκης Καρτζιώτης (1732)4 και Στάθης του Χρόνη (1744)5. Αλλά και στα νεότερα χρόνια συναντούμε κυνουριάτες χτίστες 6 κυρίως στον Κοσμά 7 και στον Τυρό 8.

1. Στην Πελοπόννησο εργάστηκαν βέβαια κατά καιρούς και χτίστες από τα νησιά, την Ιταλία και, στα νεότερα χρόνια, από τη Μακεδονία και την Ήπειρο (βλ. τη σχετική βιβλιογραφία στου Χρήστου Κωνσταντινόπουλου, Οι παραδοσιακοί χτίστες της Πελοποννήσου, Αθήνα 1983, σ. 15 κε.).

2. Ν. Α. Βέης, «Το Παρθενών - Παρθενός και τ' ανάλογα του», Νουμάς, έτ. Γ', αρ. 141, 27 Μαρτίου 1905, σ. 2 - 5· Γ. Θ. Παπαγεωργίου, Η ιστορία του Πραστού, Αθήνα 1970, σ. 107· Θάνος Βαγενάς, «Ο Τσάκωνας αγωνιστής. Γιαννάκης Σαραντάρης κι' οι ανέκδοτες ιστορικές σημειώσεις του». Χρονικά των Τσακώνων, Γ' (1969), σ. 110' Τάσος Αθ. Γριτσόπουλος, «Χριστιανικά μνημεία Πραστού», Πελοποννησιακά, IB' (1977), σ. 185.

3. Μιχαήλ Δέφφνερ, Λεξικόν της Τσακωνικής διαλέκτου, Αθήνα 1923, σ. 169· Τάσος Αθ. Γριτσόπουλος, «Μονή Αγίου Νικολάου Καρυάς, Κυνουρίας», Μνημοσύνη, Ε' (1969), σ. 312.

4. Γιάννης Καψαμπέλης, «Ο παλαιότερος Πραστός», Χρονικά των Τσακώνων, Α' (1956), σ. 12· Τάσος Αθ. Γριτσόπουλος, «Χριστιανικά μνημεία Πραστού», Πελοποννησιακά, ΪΒ' (1977), σ. 175.

5. Τάσος Αθ. Γριτσόπουλος, ό.π., σ. 207.

6. Θανάσης Π. Κωστάκης, «Τσακώνικη αρχιτεκτονική». Λαογραφία, ΙΘ' (1960 - 1961), σ. 274, υποσημ. 19: «Οι χτίστες συνήθως ντόπιοι».

7. Στάθης Δ. Σταθάκης, «H κοσμίτικη αρχιτεκτονική». Χρονικά του Κοσμά Κυνουρίας, Αθήνα 1971, σ. 54.

8. Βλ. το σχετικό υλικό που έχει συγκεντρωθεί σε τόμους στο Υπουργείο

Σελ. 16
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/17.gif&w=600&h=915 14. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

Από το Καστρί επίσης έβγαιναν καλοί πελεκάνοι και μαρμαράδες 1 που η δράση τους επεκτεινόταν και στα χωριά Βούρβουρα, Καστάνιτσα, Πλατανάκι, Γεράκι 2. Κυνουριάτης ήταν και ο «τέκτων Φαρμασώνης εκ Τανίας» που το 1885 έχτισε την εκκλησία «Κοίμησις της Θεοτόκου» στον Βρονταμά της Λακωνίας3. Γενικά οι κυνουριάτες, και κυρίως οι τσάκωνες, χτίστες «άπλωναν τη δράση τους και προς τις άλλες πλευρές του Πάρνωνα, δηλ. δυτικά προς τη Λακωνία, και νότια στην επαρχία Επιδαύρου Λιμηράς. Εκεί υπάρχει η μνήμη, ότι οι "Τσακώνοι" μαστόροι, όπως τους λένε, χτίζανε στα παλιότερα χρόνια πολύ πριν παρουσιαστούν οι Λαγκαδινοί χτιστάδες»4. Σε πολλά χωριά της νοτιοανατολικής Λακωνίας (Δαιμονιά, Κουλέντια, Φουτια, Αγ. Ιωάννης, Πέρπενη, Συκιά, Γεράκι, Ρηχιά κ.ά.) υπήρχαν και αξιόλογοι ντόπιοι χτίστες5. Έρχονταν επίσης Σπετσιώτες, Υδραίοι και Λαγκαδινοί, Τους τελευταίους, που στην περιοχή του Ζάρακα τους έλεγαν τσούσηδες, τους θεωρούσαν γενικά εξαίρετους τεχνίτες6.

Εσωτερικών με τον τίτλο Μελέτη εντοπισμού και απογραφής αξιόλογων οικισμών ή τμημάτων τούτων (1975).

1. Αργύρης Πετρονώτης, «Τα τοπικά οικοδομικά εργαστήρια της νεοελληνικής παραδοσιακής αρχιτεκτονικής στην Πελοπόννησο», Αρμολόι, τχ. 10 (1980), σ. 59.

2. Μελέτη εντοπισμού και απογραφής κλπ., ό.π.

3. Μανόλης Δρεπανιάς, Βρονταμάς Λακωνίας, Αθήνα 1981, σ. 103, όπου δημοσιεύεται σχετική επιγραφή.

4. Αργύρης Πετρονώτης, ό.π., σ. 58 - 59.

5. Αργύρης Πετρονώτης, ό.π., σ. 58. Μελέτη εντοπισμού και απογραφής κλπ., ό.π.

6. Ελένη Αλεξάκη, στο Ελληνική Παραδοσιακή Αρχιτεκτονική, τ. Δ', Πελοπόννησος, Α' (1986), σ. 142. Κιούσης στα Κρεκόνικα (τη συνθηματική γλώσσα των λαγκαδινών χτιστών) σημαίνει μάστορης. Οι Βαρβαρίτες με τη λέξη αυτή ονόμαζαν τον υλοτόμο που ερχόταν στην Πελοπόννησο από τη Ρούμελη και την Ήπειρο. Στον Πόρο όμως κιούσηδες (τσούσηδες) ονόμαζαν τους βαρβαρίτες χτίστες. «Στα μέρη των Πατρών τσούσηδες έλεγαν αυτούς που έρχονταν από τη Δωρίδα, ίσως και την Αιτωλοακαρνανία», γράφει ο Αργ. Πετρονώτης (Αρμολόι, τχ. 10 (1980), σ. 60). Ο ίδιος υποστηρίζει (ό.π., σ. 60) ότι η «έρευνα τελικά έδειξε ότι οι "τσούσηδες" ήταν δασοκόποι

Σελ. 17
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/18.gif&w=600&h=915 14. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

Χτίστες έβγαζε και η Μάνη, κυρίως η δυτική. Ανάμεσα τους ξεχώριζαν οι πετροφάοι, «σπουδαίοι μαστόροι στο σκάλισμα της πέτρας»1. Ονομαστοί για την τέχνη τους πετροφάοι υπήρξαν οι Ιωάννης Κισκύρας, από τη Λαγκάδα της Μεσσηνιακής Μάνης (1820 - 1904/5) και o Καλοπόθος Λιμπέρης, από την Κίττα, «κτίστης άριστος και γλύπτης»2,

Οι μανιάτες μαστόροι, που διακρίνονταν για την καλλιτεχνική τους ευαισθησία, δεν ήταν οργανωμένοι σε κομπανίες και δεν ταξίδευαν για δουλειά έξω από τη Μάνη3, για το λόγο αυτό δεν είναι γνωστοί στα άλλα μέρη της Πελοποννήσου, Η συμβολή τους στη διαμόρφωση της παραδοσιακής μας αρχιτεκτονικής περιορίζεται στο χώρο της Μάνης.

Μαστόρους, οργανωμένους μάλιστα σε κομπανίες, ανέδειξαν και μερικά χωριά της ορεινής Κορινθίας (Καλύβια, Φονιά, Βίλια, Γκούρα, Ταρσός κ.ά,). Για πρώτη φορά συναντούμε μαστόρικα μπουλούκια από την περιοχή αυτή στα χρόνια της Εθνεγερσίας4.

και "σκιζάδες" και ότι έρχονταν από τη Β. Ελλάδα». Είχαν και συνθηματική γλώσσα. Βλ. και Μανόλη Τριανταφυλλίδη, Απαντά, τ. Β', Θεσσαλονίκη 1963, σ. 306.

1. Αργύρης Πετρονώτης, ό.π., σ. 58. Για τους όρους πετροφάος, πετρολόος βλ. Κυριάκου Κάσση, Λαογραφία της Μέσα Μάνης, τ. A' (1980), σ. 217.

2. Ιωάννης Ιωάννου, «Τα λιθανάγλυφα της οικίας Ιωάννου Σ. Κισκήρα εις χωρίον Λαγκάδα Μάνης» (ανακοίνωση στο B' Διεθνές Συνέδριο Πελοποννησιακών Σπουδών, βλ. Περιλήψεις ανακοινώσεων, Αθήνα 1980, σ. 88' Μιχάλης Κασίσης, «Οι πετροφάοι της Μάνης και η προσφορά τους στη μανιάτικη λαϊκή αρχιτεκτονική», Λακωνικοί Σπουδαί, E' (198O), σ. 381 - 382· Αργύρης Πετρονώτης, «Μανιάτες μαστόροι», Λακωνικαί Σπουδαί, Ε' (1980), σ. 181 - 182.

3. Υπάρχουν και εξαιρέσεις· το 1923, με πληροφορεί ο λαγκαδινός πρωτομάστορας Χρήστος Γαρδίκας, μανιάτες μαστόροι δούλεψαν στην Καλαμάτα. Ένας άλλος χτίστης από την Κίττα εργάστηκε και στο Πεταλίδι της Μεσσηνίας (Αργ. Πετρονώτης, ό.π., σ. 180).

4. Χρ. Γ. Κωνσταντινόπουλος, Οι παραδοσιακοί χτίστες της Πελοποννήσου, Αθήνα 1983, σ. 39, 140 - 143.

Σελ. 18
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/19.gif&w=600&h=91514. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

Με βάση τα παραπάνω στοιχεία, μπορεί κανείς να συμπεράνει ότι στην Κυνουρία και την ανατολική Λακωνία, από τη μια και την άλλη πλευρά του Πάρνωνα δηλαδή, απαντούν από πολύ παλιά ντόπιοι χτίστες. Δεν υπάρχει όμως το αναγκαίο ιστορικό και λαογραφικό υλικό για να προσδιορίσουμε με ακρίβεια τα χρονικά και γεωγραφικά πλαίσια της δράσης τους, καθώς και τον τρόπο οργάνωσης της δουλειάς τους. Οι πρωτομαστόροι που συναντήσαμε σε επιγραφικά μνημεία του Πραστού και μια ισχνή παράδοση που λέει ότι της "Κυράς το γιοφύρι" το έχτισαν οι "Τσακώνοι"1 είναι δύο σοβαρές ενδείξεις για να υποθέσουμε ότι οι Κυνουριάτες άσκησαν το επάγγελμα του χτίστη, προτού κυριαρχήσουν στο Μοριά οι κλουκινοχωρίτες και οι λαγκαδινοί μαστόροι, και ότι ανέπτυξαν οικοδομική δραστηριότητα πολύ πέρα από τα όρια της Κυνουρίας και της ανατολικής Λακωνίας. Άγνωστα επίσης παραμένουν και τα χρονικά και γεωγραφικά όρια δράσης των χτιστών της ορεινής Κορινθίας, μολονότι στην περίπτωση τους έχουμε ένα πρόσθετο στοιχείο (η οργάνωση τους σε κομπανίες) που μας υποβάλει την ιδέα ότι σε παλαιότερους καιρούς αυτοί θα ανέπτυσσαν οικοδομική δραστηριότητα σε ευρύτερα γεωγραφικά πλαίσια.

Οι κυριότερες εστίες παραδοσιακών χτιστών στην Πελοπόννησο εντοπίζονται, όπως ήδη αναφέρθηκε, σε μερικά χωριά της Γορτυνίας και των Καλαβρύτων. Οι πρώτες γραπτές πληροφορίες για χτίστες από τα χωριά αυτά είναι του τέλους του 18ου αιώνα. Είναι βέβαιο όμως, όπως θα δούμε πιο κάτω, ότι οικοδομική παράδοση στις παραπάνω περιοχές δημιουργήθηκε πολύ πιο μπροστά από την εποχή αυτή,

To κατεξοχήν μαστοροχώρι της Πελοποννήσου ήταν τα Λαγκάδια, χωριό της ορεινής Γορτυνίας χτισμένο αμφιθεατρικά σε ένα από τα βορειοδυτικά αντερείσματα του Μαινάλου και σε υψόμετρο

1. Χρ. Γ. Κωνσταντινόπουλος, Το χωριό μου Γλανιτσιά - Μυγδαλιά (Αρκαδίας), Αθήνα 1965, σ. 79.

Σελ. 19
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/20.gif&w=600&h=91514. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

που αρχίζει από τα 500 μ.1 και φτάνει τα 1000 μ.2. Από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας ώς τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο οι περισσότεροι κάτοικοι του χωριού αυτού ασκούσαν συστηματικά το επάγγελμα του χτίστη. "Έκπαλαι", έγραφε το 1901 ο Ν. A. Βέης3, "οι Λαγκαδινοί μετέρχονται το επάγγελμα του κτίστου". Κατά τον Φωτάκο4, τα κυριότερα επαγγέλματα των Λαγκαδινών ήταν του χτίστη και του μυλωνά5. Ένας παλιός τοπικός λόγιος μας πληροφορεί, το 1874, ότι "πάντες σχεδόν οι κάτοικοι του Δήμου τούτου μετέρχονται το επάγγελμα του οικοδόμου"6, Στη Γορτυνία μάλιστα, όταν ήθελαν να χτίσουν σπίτι, έλεγαν: "Θα φέρουμε τους Λαγκαδινούς". Δεν πρόσθεταν ποτέ τη λέξη μαστόρους, γιατί στη συνείδηση τους οι λέξεις μάστορης και Λαγκαδινός ήταν ταυτόσημες7. Την οικοδομική παράδοση και

1. Άγιοι Απόστολοι ή Κάτου Μαχαλάς

2. Αγιατριάδα ή Απάνου Μαχαλάς. Στο ύψος των 800 μ. περίπου τέμνεται από τον δημόσιο δρόμο Τριπόλεως - Πυργου. Στο δρόμο αυτόν υπάρχουν και τα περισσότερα καταστήματα και κάθε Κυριακή, από το πρωί ώς το μεσημέρι, λειτουργούσε αγορά (παζάρι). Σήμερα το παζάρι αυτό λειτουργεί υποτυπωδώς.

3. "Αρκαδικά χωρικά περιπαίγματα", π. Αρμονία (1901), σ. 140.

4. "Ανέκδοτα, μύθοι, παροιμίαι", π. Έβδομος, τ. Γ' (1886), σ. 114.

5. Ενδεικτικό για τη σημασία που έδιναν οι Λαγκαδινοί στα επαγγέλματα αυτά είναι το ακόλουθο ανέκδοτο που διασώζει ο Φωτάκος (ό π., σ. 114). Κάποτε, στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, μια Λαγκαδινιά γέννησε σερνικό παιδί και, κατά τη συνήθεια που επικρατούσε, δύο γειτόνισσες πήγαν να της ευχηθούν να ζήσει το παιδί της. "Να σου ζήσει και να γίνει ένας καλός χτίστης", ευχήθηκε η πρώτη. "Να σου ζήσει και να το δεις έναν καλό μυλωνά" πρόσθεσε η δεύτερη. Και η λεχώνα: "Ας ζήσει το παιδί μου κι ας γίνει και παπάς".

6. Ιερώνυμος Βογιατζής, "Περί της ονομασίας των δήμων της επαρχίας Γόρτυνος και εμβλημάτων των δημοτικών σφραγίδων", π. Βύρων (1874), σ. 363.

7. Οι κάτοικοι των γειτονικών στα Λαγκάδια χωριών ονομάζουν τους Λαγκαδινούς λασποκοίληδες, λασπίτες, σφυριά, καλιγοσφύρια. Οι τρεις πρώτοι χαρακτηρισμοί είναι παρμένοι από το επάγγελμα που ασκούσαν οι Λαγκαδινοί, ο τέταρτος υποδηλώνει την πονηριά και την εξυπνάδα των Λαγκαδινών

Σελ. 20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/21.gif&w=600&h=915 14. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

τη φήμη των λαγκαδινών χτιστών υπογραμμίζουν επίσης τα πολυάριθμα ανέκδοτα και πειράγματα που λέγονταν γι' αυτούς σε ολόκληρη την Πελοπόννησο. Το πιο χαρακτηριστικό είναι εκείνο που λέει ότι οι «Λαγκαδινοι με τα γαϊδούρια τους έχτισαν τον κόσμο !»1.

Από πότε ακριβώς οι Λαγκαδινοί άρχισαν να ασκούν το επάγγελμα του χτίστη δεν είναι γνωστό. Το χωριό χτίστηκε, σύμφωνα με την πιθανότερη εκδοχή, κατά το τέλος του 16ου ή τις αρχές του 17ου αιώνα σε μέρος ορεινό, άγονο και δύσβατο2. Όσοι δεν μπορούσαν να ζήσουν στον τόπο αυτό από τη γεωργική και κτηνοτροφική παραγωγή, αναγκάστηκαν να αναζητήσουν συμπληρωματικούς πόρους σε άλλες απασχολήσεις. Το φυσικό περιβάλλον, όπως θα δούμε αναλυτικότερα πιο κάτω, ώθησε τους Λαγκαδινούς στην άσκηση της οικοδομικής τέχνης3.

Αν πράγματι τα Λαγκάδια χτίστηκαν κατά την παραπάνω περίοδο, μπορούμε να θεωρήσουμε ότι ο 18ος αιώνας είναι η εποχή κατά την οποία οι κάτοικοι του χωριού στρέφονται οριστικά προς το επάγγελμα του χτίστη, Στο τέλος του 17ου αιώνα και στις αρχές του 18ου δεν φαίνεται να υπήρχαν μεγάλα συνεργεία μοραϊτών χτιστών. Σημαντικά οικοδομικά έργα της εποχής αυτής

(Χρ. Γ Κωνσταντινόπουλος, «Το πείραγμα και η σάτιρα στη Γορτυνία», εφ. Αρκαδικά (Αθήνα), φ. 106, 20 Οκτωβρίου 1964).

1. Το ίδιο λέγεται για τους Βαρβαρίτες των Καλαβρύτων, τους Πιρσογιανίτες της Ηπείρου, τους Ζουπανιώτες της Δ. Μακεδονίας, τους Ανδριώτες, τους Αναφιώτες και τους Τηνιακούς (βλ τη σχετική βιβλιογραφία στου Χρ. Γ Κωνσταντινόπουλου, Οι παραδοσιακοί χτίστες της Πελοποννήσου, σ. 77, 129, σημ. 307 - 312). Το ανέκδοτο δείχνει τη φήμη που είχαν παλιάτερα οι χτίστες ορισμένων περιοχών και φανερώνει την αλληλεπίδραση των επαγγελματικών ομάδων των χτιστών.

2. Βλ. τις απόψεις για το χτίσιμο των Λαγκαδίων και τη σχετική με το θέμα βιβλιογραφία στου Χρ. Γ. Κωνσταντινόπουλου, Οι παραδοσιακοί χτίστες της Πελοποννήσου, σ. 20 κε.

3. Είναι δηλαδή αυτοδίδακτοι και συνεπώς δεν κατάγονται, όπως γράφτηκε, από ηπειρώτες μαστόρους (Πάνος Σινόπουλος, «Η κτίσις των Λαγκαδίων», εφ. Ηχώ των Λαγκαδίων, 6 Νοεμβρίου 1961, σ 3).

Σελ. 21
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/22.gif&w=600&h=91514. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

δεν χτίζονται από μοραΐτες μαστόρους αλλά από ηπειρώτες και αθηναίους. Έτσι το νέο καθολικό της Μονής Φιλοσόφου χτίζεται το 1691 από βορειοηπειρώτες χτίστες1 και τα οχυρωματικά έργα των Βενετών στη Μεθώνη και την Κορώνη κατασκευάζονται στα χρόνια 1700 - 1703 από ρουμελιώτες (= ηπειρώτες) και αθηναίους μαστόρους2. Οι πληροφορίες αυτές αποτελούν σοβαρές ενδείξεις για την ανυπαρξία, κατά την περίοδο αυτή, πελοποννησιακών μπουλουκιών, ικανών να αναλαμβάνουν μεγάλα οικοδομικά έργα, Η οριστική μεταστροφή των Λαγκαδινών στην άσκηση της οικοδομικής τέχνης θα συντελεστεί βαθμιαία και πάντως όχι πριν από το δεύτερο μισό του 18ου αιώνα, Στην τελευταία εικοσαετία του αιώνα αυτού οι λαγκαδινοί χτίστες κάνουν αισθητή την παρουσία τους σε ολόκληρη τη χερσόνησο. Στο συμπέρασμα αυτό καταλήγει κανείς, αν λάβει υπόψη του τις πληροφορίες που δίνει ένας ανώνυμος λαγκαδινός λόγιος του περασμένου αιώνα για τον διάσημο λαγκαδινό πρωτομάστορα Αντώνιο Ρηγόπουλο.

Ο πρωτομάστορας αυτός, που μας είναι γνωστός και από μια επιγραφή του 18083, χαρακτηρίζεται από τον ανώνυμο λαγκαδινό "λόγιο"4 αριστοτέχνης λαϊκός αρχιτέκτονας που "αυτοσχεδίως ανοικοδόμησε τους μεγαλοπρεπείς της εποχής εκείνης ναούς και προπύργια και το μέγα ειδωλείον των Οθωμανών εις Ναύπλιον, όπου και προνόμιον εις αυτόν εχορηγήθη". Το "μέγα ειδωλείον των Οθωμανών" δεν είναι άλλο από το μεγάλο τζαμί του Ναυπλίου, του Αγά Πασά λεγόμενο, που το 1825 χρησιμοποιήθήκε

1. Τάσος Αθ. Γριτσόπουλος, Μονή Φιλοσόφου, Αθήνα 1960, σ. 34 - 35.

2. Κ. Δ. Μέρτζιος, "Ειδήσεις περί της Στερεάς Ελλάδος εκ των αρχείων της Βενετίας (1690 - 1736)", Επετηρίς Εταιρείας Στερεοελλαδικών Μελετών, τ. Β' (1969 - 1970), σ. 412 - 413, 417 - 418.

3. Σώζεται στο υπέρθυρο μιας εξωτερικής πόρτας του ναού του Τιμίου Προδρόμου Λαγκαδίων και έχει ως εξής, κατά την ανάγνωση του Ηλία Γιαννικόπουλου (Ηχώ των Λαγκαδίων, 17 Δεκεμβρίου 1973): "Επιστασία Αντωνίου Ρηγόπουλου, πρωτομάστορα, χειρ δε Ευστάθιου Θεοδώρου, 1808".

4. Ηχώ των Λαγκαδίων (1 Δεκεμβρίου I960).

Σελ. 22
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/23.gif&w=600&h=91514. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

για τη στέγαση του Βουλευτικού1. Η Σέμνη Καρούζου γράφει2 ότι "η όλη τοιχοδομία του ερμηνεύεται μόνον αν το χρονολογήσωμεν στα τέλη του 18ου ή στις αρχές του 19ου αιώνα (...). Ίσως κάποτε αρχειακές αναζητήσεις να φωτίσουν το πρόβλημα του αρχιτέκτονα, αν ήταν Τούρκος ή Έλληνας, καθώς και τη χρονολόγηση του". Με τα στοιχεία που προσκομίζονται εδώ, λύνεται, νομίζω, το πρόβλημα της εθνικότητας του αρχιτέκτονα. Η οικοδόμηση του τζαμιού θα πρέπει να έγινε την τελευταία εικοσαετία του 18ου αιώνα3.

Ο Αντώνιος Ρηγόπουλος, που τόσα αξιόλογα έργα είχε στο ενεργητικό του, δεν μπορεί να αποτελεί μεμονωμένο φαινόμενο. Η ανάδειξη του ως φημισμένου λαϊκού αρχιτέκτονα σε ολόκληρη την Πελοπόννησο προϋποθέτει μακρόχρονη θητεία στο επάγγελμα, έμπειρους συνεργάτες, οικοδομική παράδοση στον γενέθλιο τόπο. Σύγχρονος εξάλλου του Ρηγόπουλου λαγκαδινός πρωτομάστορας και ταυτόχρονα οργανοπαίκτης ήταν και ο Λιάς Δεληγιάννης, που στο τέλος του 18ου αιώνα μετοίκησε στα Μέγαρα της Αττικής4.

Ο οριστικός προσανατολισμός των Λαγκαδινών προς το επάγγελμα του χτίστη κατά το δεύτερο μισό του 18ου αιώνα συναρτάται βέβαια με τη γενικότερη οικονομική άνοδο που σημειώνεται κατά την περίοδο 1770 - 1820 περίπου. Είναι η εποχή που

1. Κ. Κ. Σπηλιωτάκης, "Τα εν Ναυπλίω κτίρια του Βουλευτικού και του Εκτελεστικού (1824 - 1826)", ΔΙΕΕ, Ιούνιος 1973, σ 60 - 63.

2 Το Ναύπλιο, Αθήνα: 1979, σ. 58 - 59

3 Σύμφωνα με μια γενική πληροφορία οι Τούρκοι ανέθεταν στους λαγκαδινούς μαστόρους "την κατασκευήν γεφυρών και οχύρωσιν φρουρίων και άλλα τεχνικά έργα, ως δείκνυται εκ περισωθέντων τούρκικων εγγράφων της εν Τριπόλει ανωτάτης της Πελοποννήσου αρχής" (Ν. A. Βέης, "Αρκαδικά χωρικά περιπαίγματα". Αρμονία (1902), σ. 140). Ότι οι Τούρκοι χρησιμοποιούσαν τους λαγκαδινούς χτίστες σε δημόσια έργα προκύπτει και από τον "Απολογισμό των εσόδων και εξόδων της Γορτυνίας" (1819 - 1820), που δημοσιεύτηκε το 1907 από τον Τάκη Κανδηλώρο, (Αρκαδική επετηρίς, 2 (1907), σ. 319

4. Φοίβος Ανωγειανάκης, "Το γενεαλογικό δέντρο ενός λαϊκού μουσικού". Λαογραφία, KE' (1974), σ 93 κε

Σελ. 23
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/24.gif&w=600&h=91514. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

χτίζονται τα αρχοντικά της Ύδρας, των Σπετσών και του Πραστού1. Από το σύνολο των απασχολουμένων μαστόρων στα νησιά του Αργοσαρωνικού και στην Πελοπόννησο κατά την περίοδο αυτή, ένα 10% περίπου είναι Ιταλοί 2.

Κατά τον 19ο αιώνα και τις αρχές του 20ού οι λαγκαδινοί χτίστες κυριαρχούν σε ολόκληρο τον μοραΐτικο χώρο - Πλήθος ειδήσεις για επώνυμους μαστόρους και πρωτομαστόρους της περιόδου αυτής αντλούμε από επιγραφικά μνημεία, σημειώματα κωδίκων, έγγραφα δημόσια ή ιδιωτικά και την προφορική παράδοση3. Χιλιάδες οικοδομικά έργα που χτίστηκαν την εποχή αυτή στην Πελοπόννησο φέρουν τη σφραγίδα της τέχνης των λαγκαδινών μαστόρων. Ένας καλός παρατηρητής4 σημειώνει το 1890 πως οι λαϊκοί αυτοί δημιουργοί "ου μόνον σχεδόν απάσας τας εν Πελοποννήσω οικίας των χωρίων προ πάντων έκτισαν και κτίζουσι, αλλά και πολλών μεγάλων δημοσίων έργων, ιδίως γεφυρών, την εκτέλεσιν ανέλαβον και επιτυχέστατα επεράτωσαν"5.

Με τέτοια λαμπρή παράδοση και φήμη, οι λαγκαδινοί μαστόροι ήταν φυσικό να επισκιάσουν κάθε άλλη ομάδα χτιστών και

1. Χαρακτηριστικό για την οικονομική ευμάρεια του Πραστού είναι το λαϊκό δίστιχο:

Η πόλη βγάζει τ' άσπρα

κι ο Πραστός τα κάνει πάστρα.

(Καλ. Καλλούτσης, Κυνουριακά, Αθήνα 1930, σ. 182 - 183).

2 Γλαύκος Μαρκόπουλος, Η λαϊκή μας αρχιτεκτονική, Αθήνα 1945, σ. 37 - 39, 47, 52 - 53.

3. Χρ. Γ. Κωνσταντινόπουλος, Οι παραδοσιακοί χτίστες της Πελοποννήσου, σ 25 κε.

4. Χρ. Π. Κορύλλος, Πεζοπορία από Πατρών εις Τρίπολιν, Πάτρα 1890, σ. 47.

5. Για τη συμβολή των λαγκαδινών μαστόρων στη διαμόρφωση της παραδοσιακής αρχιτεκτονικής στο Μοριά βλ. και τη Μελέτη εντοπισμού και απογραφής αξιόλογων οικισμών ή τμημάτων τούτων (1975), που υπάρχει στο Υπουργείο Εσωτερικών.

Σελ. 24
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/25.gif&w=600&h=915 14. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

να επιβληθούν στην κοινή συνείδηση ως οι κατεξοχήν μαστόροι του Μοριά. Σε αυτό συνετέλεσε κυρίως η έλλειψη ισχυρών ανταγωνιστών. Την εποχή που κυριαρχούσαν στην Πελοπόννησο οι λαγκαδινοί μαστόροι, εξακολουθούσαν να έρχονται σε αυτή μπουλούκια ηπειρωτών και μακεδόνων χτιστών. Αλλά οι Λαγκαδινοί και περισσότεροι ήταν και πιο κοντά στους τόπους της δουλειάς βρίσκονταν. Οι όροι επομένως του ανταγωνισμού ήταν άνισοι. Μονάχα μοραΐτες χτίστες θα μπορούσαν να ανταγωνιστούν τους λαγκαδινούς.

Τέτοιοι ανταγωνιστές ήταν οι Κλουκινοχωρίτες, για τους οποίους θα γίνει λόγος πιο κάτω, και οι χτίστες που έβγαιναν από τα γορτυνιακά χωριά Σέρβου1, Ρεκούνι (Λευκοχώρι)2, Μπουγιάτι (Λυσσαρέα)3, Βρετεμπούγα (Δόξα)4, Βυζίτσι5, Ζουλάτικα (Αετορράχη)6, Ψάρι7 και Κατσουλιά (Περδικονέρι)8, Ta χωριά αυτά βρίσκονται στον ίδιο με τα Λαγκάδια γεωγραφικό χώρο και το κυριότερο κοινό χαρακτηριστικό τους ήταν η φτώχεια των κατοίκων τους. Την τέχνη του χτίστη οι κάτοικοι των χωριών αυτών διδάχτηκαν από τους λαγκαδινούς μαστόρους τους οποίους ακολουθούσαν από παιδιά ως μαστορόπουλα (ψυχογιοί). 'Υστερα από 8 - 10 χρόνων συνήθως μαθητεία γίνονταν χτίστες και οργάνωναν δικά τους μπουλούκια.

Οι Σερβαίοι και οι Μπουγιαταίοι φαίνεται πως ήταν οι πρώτοι που ακολούθησαν τις λαγκαδινές κομπανίες, οι Σερβαίοι μάλιστα

1. Χρ. Γ Κωνσταντινόπουλος, Οι λαγκαδινοί μαστόροι, Αθήνα 1970, σ. 11 - 12

2. Γ. Ν. Αικατερινίδης, «Η συνθηματική γλώσσα των κτιστών του Ρεκουνίου (Λευκοχωρίου) Γορτυνίας», Γορτυνιακά, Α' (1972), σ. 106 - 123.

3. Αρκαδικόν Ημερολόγιον, Τριπολις 1937, σ. 143' Λεύκωμα της Γορτυνίας, Αθήνα 1937, σ. 104.

4. Λεύκωμα της Γορτυνίας, σ. 211.

5. Ν. Ι. Φλούδας, Βυζικιώτικα, τ. A', Αθήνα 1961, σ. 112;

6. Λεύκωμα της Γορτυνίας, σ. 97.

7. Ο.π., σ. 109.

8. Χρ. Γ. Κωνσταντινόπουλος, ό.π., σ. 11 - 12.

Σελ. 25
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/26.gif&w=600&h=91514. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

άρχισαν να ασκούν την οικοδομική τέχνη, σύμφωνα με τις ενδείξεις που υπάρχουν1, από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Οι Κατσουλαίοι άρχισαν να ασκούν το επάγγελμα του χτίστη από το τελευταίο τέταρτο περίπου του περασμένου αιώνα και ήταν οι τελευταίοι που το εγκατέλειψαν. Ακόμα και στη δεκαετία του '60 συναντούμε κομπανίες χτιστών από το χωριό αυτό. Χαρακτηριστικό δε για την επαγγελματική ενασχόληση των κατοίκων του χωριού αυτού είναι ο ακόλουθος διάλογος, που ακούγεται σε χωριά της Γορτυνίας:

- Από πού είσαι;

- Από την Κατσουλιά.

- Παρ' τα σφυρόμυστρά σου και πάμε για δουλειά.

Χτίστες από το Ρεκούνι συναντούμε από τον περασμένο αιώνα 2, Συστηματικά όμως οι Ρεκουνιώτες άρχισαν να ασχολούνται με την οικοδομική τέχνη από τις αρχές του αιώνα μας. Οι περισσότεροι κάτοικοι του χωριού αυτού ασκούσαν από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας ως κύριο σχεδόν βιοποριστικό επάγγελμα τη μπολιαριά, δηλαδή την επαιτεία3. Από τις αρχές του αιώνα μας όμως οι Ρεκουνιώτες, υπό την επίδραση της παιδείας και γενικά

1. Χρ, Γ Κωνσταντινόπουλος, Οι παραδοσιακοί χτίστες της Πελοποννήσου, σ. 29, 108, σημ. 1ο7.

2. Το 1866 αναφέρεται ο ρεκουνιώτης πρωτομάστορας Φίλιππας Παπαθεοδώρου, που έχτισε το δημοτικό σχολείο του χωριού του. Το ναό όμως του Αγιου Δημητρίου στο ίδιο χωριό έχτισαν το 1849 οι Λαγκαδινοί Απ. Μπαριάμης και Αθ. Κυριακόπουλος (ό.π., σ. 30).

3. Τη σχετική βιβλιογραφία βλ. στους Παραδοσιακούς χτίστες της Πελοποννήσου, σ. 108 - 109, σημ. 113 - 119. Μπολιάρης και Μπολιαριά από το βυζαντινό εμβολάριος = εκείνος που συχνάζει στους εμβόλους, δηλαδή στις στοές (τουρκ. μπεζεστένια) των πόλεων (Φαίδων Κουκουλές, Βυζαντινών βίος και πολιτισμός, τ. Β' Ι, Αθήνα 1948, σ. 92, 94, 95). Στην Πελοπόννησο αντί των όρων μπολιαριά και μπολιάρης χρησιμοποιούνται κυρίως οι όροι διακονιά και διακονιάρης.

Σελ. 26
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/27.gif&w=600&h=91514. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

του πολιτισμού, άρχισαν να εγκαταλείπουν το επάγγελμα του επαίτη. Μερικοί ασχολήθηκαν συστηματικότερα με τη γεωργία και την κτηνοτροφία, άλλοι προσανατολίστηκαν στο επάγγελμα του χτίστη. Στην αρχή ακολουθούσαν τους Λαγκαδινούς, αργότερα σχημάτιζαν δικές τους κομπανίες. Οι Ρεκουνιώτες, καθώς και οι Σερβαίοι και οι Κατσουλαίοι, μιλούσαν την ίδια με τους Λαγκαδινούς συνθηματική γλώσσα1, γενικά δε ως πρότυπο για την οργάνωση της δουλειάς τους είχαν τις κομπανίες των Λαγκαδινών στις οποίες είχαν μαθητεύσει,

Χτίστες συναντούμε και από τη Δημητσάνα, Στεμνίτσα, Ζιγοβίστι. Μοναστηράκι και άλλα χωριά2. Τόσο όμως γι' αυτούς όσο και για τους χτίστες των χωριών Βρετεμπούγα, Βυζίτσι, Ζουλάτικα και Ψάρι δεν υπάρχουν για την ώρα περισσότερες πληροφορίες και επομένως δεν μπορούν να διατυπωθούν γενικότερα συμπεράσματα για τον τρόπο οργάνωσης της δουλειάς τους.

Οι πιο σημαντικοί ανταγωνιστές των Λαγκαδινών ήταν, ώς την τελευταία περίπου εικοσαετία του 19ου αιώνα, οι καλαβρυτινοί μαστόροι. Ο όρος αυτός, που απαντά στη δημοτική ποίηση αλλά και στον καθημερινό λόγο, δεν προσδιορίζει με σαφήνεια και πληρότητα τον γεωγραφικό χώρο καταγωγής των χτιστών αυτών. Πρέπει, να διευκρινιστεί ότι δεν πρόκειται για μαστόρους της ιστορικής κωμόπολης της Αχαΐας, αλλά για τους χτίστες που κατάγονταν από τις Κλουκίνες.

Κλουκίνες ή Κλουκινοχώρια ονομάζονταν περιληπτικά, στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, τα χωριά του πρώην δήμου Νωνάκριδος (Αγία Βαρβάρα, Σόλος, Περιστέρα, Μεσορούγι, Χαλκιάνικα κ.ά.)3. Είναι, χτισμένα στις πλαγιές του Χελμού, δεξιά και

1. Οι παραδοσιακοί χτίστες της Πελοποννήσου, σ. 62 κε

2. Ο.π., σ. 31 - 32.

3. Τα παραπάνω χωριά, καθώς και το τοπωνύμιο Κλουκίνες απαντούν στην απογραφή Grimani (1700) (Βλ. Βασίλη ΙΙαναγιωτόπουλου, Πληθυσμός και οικισμοί της Πελοποννήσου, 13ος - 18ος αιώνας, Αθήνα 1985, σ. 268 - 270). Ο Κωνσταντίνος Οικονόμος ο εξ Οικονόμων παράγει τη λ. από το Λουκίναι

Σελ. 27
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/28.gif&w=600&h=91514. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

αριστερά του Κράθη ποταμού (ποτάμι της Ακράτας). Αριστερά βρίσκεται η Περιστέρα (υψόμ. 1060), Σόλος (υψόμ. 1050), και το Μεσορούγι (υψόμ. 1020), Δεξιά είναι η Αγία Βαρβάρα (υψόμ. 1100) και τα Χαλκιάνικα (υψόμ. 1020). Οι κάτοικοι τους για να συμπληρώσουν το πενιχρό εισόδημα τους από τη γεωργία και την κτηνοτροφία ασκούσαν τα επαγγέλματα του υλοτόμου, του βαρελοποιού, του κανατά, κυρίως όμως του χτίστη1. Ο Αθ. Θ, Φωτόπουλος γράφει2 ότι οι Κλουκινοχωρίτες "ηναγκάζοντο να αναζητούν πόρους δρώντες και εργαζόμενοι μακράν των εστιών των (μοναχοί, ζητιάνοι, μαστόροι)".

Από πότε οι Κλουκινοχωρίτες άρχισαν να ασκούν το επάγγελμα του οικοδόμου δεν είναι εξακριβωμένο. Δεν είναι επίσης γνωστό αν έμαθαν την τέχνη τους από ξένους χτίστες ή αν είναι αυτοδίδακτοι.

Γραπτές μαρτυρίες για μαστόρους από την περιοχή των Κλουκινών έχουμε από το τέλος του 18ου αιώνα3. Το 1798 αναφέρεται ο "μαστρο - Αθανάσιος Αγιοβαρβαρίτης" και το 1815 ο "μαστρο -

ή Λυκίναι, ο Παναγ. Αντωνιάδης από το Κυλλήνη και ο Κ. Γ. Παπαχρυσάνθου από το σλαβ. kljnc' = κλειδί αλλά και πηγή. Κατά τον A. Θαβώρη η λ. παράγεται από το σλαβ. glog - glokina = λευκάγκαθα. Βλ. για τα παραπάνω Αθ. Θ. Φωτοπούλου, Ιστορικά και Λαογραφικά της ανατολικής περιοχής Αιγιαλείας και Καλαβρύτων, Αθήνα 1982, τ. Β', σ. 273 - 275.

1. Χρ. Κορύλλος, Χωρογραφία της Ελλάδος. Α' Νομός Αχαΐας, Αθήνα 1903, σ. 153' Γ. Παπανδρέου, Ιστορία των Καλαβρύτων, σ. 263' του ίδιου, Καλαβρυτινή Επετηρίς, σ. 301. Οι Περιστεριώτες κυρίως έφτιαχναν σκαφίδια, κουτάλια, βαρέλια, πλαστήρια. Στο Μεσορούγι έφτιαχναν αργαλειούς, στη Ζαρούχλα γκλίτσες, αδράχτια, ρόκες, καυκές (Αθ. Θ. Φωτόπουλος, ό.π.. σ 19).

2. Ο.π, σ. 21.

3. Το καθολικό της μονής Καταφυγίων στα Χαλκιάνικα χτίστηκε, σύμφωνα με την κτητορική επιγραφή που δημοσίευσε ο Αθ. Θ. Φωτόπουλος, (ό.π., τ. Α', σ. 144) το 1638. Ο Αργύρης Πετρονώτης, κρίνοντας από τεχνικά και μορφολογικά στοιχεία, πιστεύει ότι "έχει χαρακτηριστικά κατασκευής από τους Βαρβαρίτες" (βλ. Ελληνική Παραδοσιακή Αρχιτεκτονική, τ. Δ', Πελοπόννησος, Α', σ. 240).

Σελ. 28
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/29.gif&w=600&h=915 14. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

Γιώργης Σολιώτης εκ Καζά Καλαβρύτου»1. Σολιώτες ήταν οι μαστόροι που έχτισαν το 1806 την εκκλησία (Άγιος Γεώργιος) του χωριού τους 2, καθώς και το αρχοντικό των Δασαίων στα Άνω Τρίκαλα Κορινθίας 3, Μνεία μαστόρων από τα Χαλκιάνικα γίνεται σε γράμμα του Σωτήρη Θεοχαρόπουλου προς τον Ανδρέα Λόντο (11 Οκτωβρίου 1820) 4. Χτίστες από τα Κλουκινοχωρια συναντούμε επίσης στα χρόνια του Αγώνα της Ανεξαρτησίας 5. Από επιγραφή του 1836, που σώζεται στο ναό του Τιμίου Σταυρού στον Πύργο της Ακράτας 6, μαθαίνουμε τα ονόματα δύο μαστόρων από το Αγρίδι7. Τη συστηματική άσκηση του επαγγέλματος του οικοδόμου από τους Κλουκινοχωρίτες έχουν επισημάνει οι Leake8, o Peytier9 και ο Διονύσιος Πύρος ο Θετταλός. «Οι περισσότεροι κάτοικοι των χωρίων τούτων», γράφει ο τελευταίος10, «είναι τέκτονες και κτίσται οικιών και ναών, οι οποίοι χαλώντες με τους λοστούς των τας αρχαιότητας των σοφών προγόνων μας κτίζουν νεωστί τα εδικά των κακόκτιστα και άσχημα κτίσματα».

1. Ιωάννα Γιανναροπούλου, «Ποικίλα σημειώματα εκ γορτυνιακών κωδίκων», Γορτυνιακά, A' (1972), σ. 361, 372.

2. Χρ. Γ. Κωνσταντινόπουλος, Οι παραδοσιακοί χτίστες, σ. 33" Αθ. Θ. Φωτόπουλος, ό.π., τ. Α', σ. 139.

3. Σταύρος Κουτίβας, Ιστορικά τον Ξυλοκάστρου, τ. Α', Αθήνα 1963, σ. 263' Χρ. Γ. Κωνσταντινόπουλος, ό.π., σ. 33.

4. Αρχείον του στρατηγού Ανδρέου Λόντου, τ. Α', σ. 113 - 114.

5. Χρ. Γ. Κωνσταντινόπουλος, ό.π., σ. 34.

6. Αθ. Θ. Φωτόπουλος, ό.π., τ. Β', σ. 28.

7. Χτίστες έβγαιναν και από το Πλανητέρου (Χρ. Γ. Κωνσταντινόπουλος, ό.π., σ. 112, σημ. 145) και από τα Νεζερά (Κ. Θ. Κυριακόπουλος «Σύμμεικτα αρχαιολογικά - ιστορικά - λαογραφικά χωριών της επαρχίας Καλαβρύτων», π. Παγκαλαβρυτινόν Βήμα, τχ. 3 (1981), σ. 18) και Μ. Χρυσάφη, «Η Κοίμησις της Θεοτόκου στα Τρίκαλα Κορινθίας» στο Εκκλησίες μετά την άλωση, τ. 2, Αθήνα 1982, σ. 250.

8. Travels in the Marea, τ. 3, Λονδίνο 1830, σ. 159 - 160.

9. «Mémoire sur la Grèce», Ο Ερανιστής, Θ' (1971), σ. 151. 10. Αθ. Θ. Φωτόπουλος, «Διονυσίου Πύρρου του Θετταλού Περιήγησις της Ελλάδος. Αχαϊκά», Επετηρίς των Καλαβρύτων (1976), σ. 115.

Σελ. 29
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/30.gif&w=600&h=91514. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

Το κυριότερο μαστοροχώρι των Κλουκινών ήταν η Αγία Βαρβάρα (ή απλώς Βαρβάρα)1, Οι Βαρβαρίτες είναι οι μόνοι από τους Κλουκινοχωρίτες που διατηρούν ακόμα κάτι από την παλιά τους οικοδομική παράδοση. Είναι επίσης οι μόνοι που τσιτακίζουν και χρησιμοποιούν συνθηματικό γλωσσάριο (τα Μπαραμπάτικα). Επιγραφικά μνημεία με ονόματα μαστόρων από το χωριό αυτό δεν έχουν διασωθεί ή δεν έχουν επισημανθεί. Μόνο σε επιγραφή του 1880, που επισημάνθηκε σε σπίτι του χωριού Βελά Αιγιαλείας και δημοσιεύτηκε από τον Βασίλη Χριστόπουλο2, αναφέρονται τα ονοματεπώνυμα τριών χτιστών (δυο βαρβαριτών και ενός ραχοβίτη) 3.

Μολονότι οι πρώτες γραπτές ειδήσεις για καλαβρυτινούς (= κλουκινοχωρίτες) μαστόρους είναι του τέλους του 18ου αιώνα, οι Κλουκινοχωρίτες πρέπει να είχαν αναπτύξει οικοδομική δραστηριότητα, σε παμπελοποννησιακή κλίμακα, πολύ πριν από την εποχή αυτή. Στο συμπέρασμα αυτό καταλήγει κανείς, αν λάβει υπόψη του μερικά δημοτικά τραγούδια, στα οποία γίνεται ρητή αναφορά στους "καλαβρυτινους μαστόρους, τους μαρμαροχτιστάδες", Στο γνωστό λ,χ, τραγούδι των χαραμήδων4, ο καπετάνιος - ληστής, που σκοτώνει τον πραματευτή αδελφό του και ύστερα

1. Υπάρχει και ειδική μελέτη για το χωριό (Τέτης Θ. Ράλλη, Η Αγία Βαρβάρα Καλαβρύτων και οι μαστόροι της, Αθήνα 1984), η οποία όμως δεν προσθέτει τίποτα στην έρευνα σε ό,τι αφορά τους χτίστες, αφού όσα αναφέρει γι' αυτούς αποτελούν αντιγραφή, και μάλιστα αδέξια, των γραμμένων από τον Φωτόπουλο και μένα.

2. Βλ. Ελληνική Παραδοσιακή Αρχιτεκτονική, τ. Δ', Πελοπόννησος, Α' (1986), σ. 39.

3. Ονόματα νεότερων πρωτομαστόρων από το χωριό αυτό δημοσίευσα το 1983 (Οι παραδοσιακοί χτίστες, σ. 34 - 35).

4. Η πρώτη δημοσίευση, όσο ξέρω, περιλαμβάνεται στη συλλογή του Σπ. Ζαμπέλιου (Άσματα δημοτικά, Κέρκυρα 1852, σ. 173 - 174). Για τις παραλλαγές: N. Γ. Πολίτης, Εκλογαί, έκδ. ε', σ. 87, 294· Απόστολος Μελαχρινός, Δημοτικά τραγούδια, Αθήνα 1946, σ. 135 - 137· Ακαδημίας Αθηνών, Ελληνικά δημοτικά τραγούδια, Αθήνα 1962, σ. 385 - 387 (Δημ. Πετρόπουλος)· Γιώργος Ιωάννου, Παραλογές, Αθήνα, σ. 97 - 99.

Σελ. 30
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/31.gif&w=600&h=91514. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

αυτοκτονεί, τους καλαβρυτινούς μαστόρους καλεί να του φτιάξουν τον τάφο:

Μαστόροι καλαβρυτινοί, πετροπελεκητάδες,

να πελεκήστε μάρμαρα, να φτιάστ' ενα κιβούρι.

Σε άλλο πάλι δημοτικό τραγούδι 1, η κόρη που προαισθάνεται το θάνατο της, παραγγέλλει στον γραμματικό της να γράψει στους καλαβρυτινούς μαστόρους να της φτιάξουν τον τάφο:

Γραμματικέ μου γλήγορε και κοσμοξακουσμένε, πιάσε και γράψε νια γραφή σε τρεις μεριές καημένη και στείλ' τη στα Καλάβρυτα που V οι παλιοί μαστόροι. "Μαστόροι Καλαβρυτινοί και μαρμαροχτιστάδες για πελεκάτε μάρμαρο, της κόρης το κιβούρι".

Καλαβρυτινούς θέλει ο ανώνυμος τραγουδιστής και τους μαστόρους οι οποίοι έφτιαχναν το γεφύρι του Ίρη (= Ευρώτα)2:

Μαστόροι καλαβρυτινοί και μαρμαροχτιστάοες

μαστόροι μην παιδεύεστε και αδικοτυραννιέστε,

αν δε στεριώστε άνθρωπο γεφύρι δε στεριώνει,

του πρώτου γιου του μάστορη, του γιου του τη γυναίκα.

Και στο τραγούδι του νιόγαμπρου3, που δεν πρόφτασε να χαρεί τη ζωή, καλαβρυτινοί είναι οι χτίστες που καλούνται να κατασκευάσουν το "κιβούρι". Επίσης, μνεία των καλαβρυτινών μαστόρων γίνεται και σε τραγούδι που αναφέρεται στον στρατηγό Δημ. Τσώκρη 4.

Οι αναφορές στους καλαβρυτινούς μαστόρους σημαίνουν ότι σε

1. Φαίδων Κουκούλες, Οινουντιακά κλπ., Χανιά 1908, σ. 104 - 105' Εασ. Ι. Τσαφαράς, Λαογραφικά Γορτυνίας, Αθήνα 1963, σ. 169' Κώστας Μαρινης, "Μοραΐτικα τραγούδια", Φιλολογική Πρωτοχρονιά (1963), σ. 301' Πάνος Παπαρρηγόπουλος, Λαογραφικά Καλαβρύτων, Αθήνα 21979, σ. 82 - 84.

2. Π. Μαλεβός, τχ. 12 (Μάρτιος 1922), σ. 6.

3. Βλ. πρόχειρα Κώστα Μαρίνη, ό.π., σ. 301.

4. Ιωάννης Ερν. Ζεγκίνης, Το Άργος διά μέσου των αιώνων, Πύργος 1968, σ. 322 - 324.

Σελ. 31
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/32.gif&w=600&h=91514. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

- κάποια χρονική περίοδο οι καλαβρυτινοί χτίστες θεωρούνταν εξαίρετοι τεχνίτες, γνωστοί και έξω από την Πελοπόννησο. O όρος "μαρμαροχτιστάδες" όμως δεν υποδηλώνει, κατά τη γνώμη μου, την ποιοτική διαφοροποίηση των καλαβρυτινών από τους άλλους χτίστες. Ο ανώνυμος τραγουδιστής με τη χρησιμοποίηση του όρου αυτού θέλει απλώς να δείξει ότι αναφέρεται στους πιο γνωστούς τεχνίτες της εποχής του. Τα τραγούδια βέβαια έχουν καταγραφεί κατά τον 19ο αιώνα. Κατά την περίοδο αυτή όμως ακμάζουν, όπως αναφέρθηκε, οι λαγκαδινοί μαστόροι και όχι οι καλαβρυτινοί. Γι' αυτό και σε νεότερα τραγούδια, ως μαρμαροχτιστάδες αναφέρονται οι λαγκαδινοί χτίστες1. Επομένως τα τραγούδια που αναφέρονται στους Καλαβρυτινούς πρέπει να είναι παλιότερα. Αν ο συλλογισμός είναι σωστός, μπορούμε να πούμε ότι οι Κλουκινοχωρίτες επιδόθηκαν στην άσκηση του οικοδομικού επαγγέλματος πριν από τους Λαγκαδινούς. Ίσως στο μέλλον αρχειακές πηγές, επιγραφικά μνημεία ή μορφολογικά - τεχνικά στοιχεία δώσουν οριστική απάντηση στο πρόβλημα.

Από τη σύντομη αυτή αναδρομή συνάγεται ότι, με βάση τα ιστορικά, λαογραφικά και επιγραφικά μνημεία που διασώθηκαν, μαστοροχώρια, με τη σημασία που δώσαμε στον όρο αυτό, ήταν στη μεν Γορτυνία τα Λαγκάδια, του Σέρβου, το Ρεκούνι και η Κατσουλιά, στα δε Κλουκινοχώρια η Αγία Βαρβάρα, ο Σόλος, το Μεσορούγι και η Περιστέρα, Μαστόροι, όπως αναφέρθηκε, έβγαιναν και από άλλα χωριά των παραπάνω περιοχών. Η έρευνα όμως γι' αυτά δεν έχει προσκομίσει αρκετά στοιχεία που να αιτιολογούν την κατάταξη τους στα μαστοροχώρια. Το ίδιο ισχύει και για τα χωριά της Κυνουρίας, μια και δεν έχουμε συναντήσει κομπανίες χτιστών από τα χωριά αυτά. Νομίζω όμως ότι τα χωριά της ορεινής Κορινθίας, που ανέδειξαν μαστόρους οργανωμένους σε μπουλούκια, μπορούν να χαρακτηριστούν μαστοροχώρια.

1. Χρ. Γ. Κωνσταντινόπουλος, Οι λαγκαδινοί μαστόροι, σ. 11, π. Ηλειακά, κγ' (1967), σ. 687· Στάικος Γ. Πανταζής, "Τα έθιμα για τους πεθαμένους στα φιγαλικά χωριά". Ολυμπιακά χρονικά, τ. Δ' (1973), σ. 126' Κώστας Μαρίνης, ό.π., σ. 301" Πάνος Παπαρρηγόπουλος, ό.π., σ. 84.

Σελ. 32
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Η μαθητεία στις κομπανίες των χτιστών της Πελοποννήσου
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 13
    14. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

    A'

    ΤΑ ΜΑΣΤΟΡΟΧΩΡΙΑ 

    Τα απλά σπίτια στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, «και αργότερα όχι σπάνια», τα έχτιζαν συνήθως οι ίδιοι οι ιδιοκτήτες τους με τη βοήθεια των γειτόνων τους και κάποιων ντόπιων μαστόρων με περιορισμένες ικανότητες1. Τις εκκλησίες, όμως, τα αρχοντικά, τα γεφύρια και άλλα σημαντικά έργα τα έχτιζαν ειδικευμένοι τεχνίτες, που δεν ήταν πάντοτε ντόπιοι. Η κάλυψη μάλιστα των οικοδομικών αναγκών ευρύτερων περιοχών, και ιδιαίτερα η εκτέλεση σημαντικών οικοδομικών έργων, δεν απαιτούσαν μόνο εξειδικευμένες γνώσεις αλλά και οργάνωση ειδικών οικοδομικών συνεργείων. Τα συνεργεία επέτρεπαν καταμερισμό της εργασίας και συνεπώς γρήγορη αποπεράτωση των έργων. Τα συνεργεία αυτά, που αποτελούσαν «πλανόδια οργανωμένη σε συντροφιές με εσωτερική ιεράρχηση εργατική δύναμη»2, δεν είναι άλλα από τις γνωστές κομπανίες ή μπουλούκια των λαϊκών οικοδόμων, που από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας ώς το πρόσφατο παρελθόν κάλυπταν τις στεγαστικές ανάγκες, κυρίως της υπαίθρου. Δεν είναι εύκολο να προσδιορίσουμε χρονικά την εμφάνιση των επαγγελματικών αυτών ομάδων. Ειδικευμένοι οικοδόμοι, βέβαια, που έχτιζαν

    1. Βλ. Χαρ. Μπούρα στο Ελληνική Παραδοσιακή Αρχιτεκτονική, τ. Α' (1982), σ. 25 - 26 και Αργύρη Πετρονώτη, στο ίδιο, τ. Δ', Πελοπόννησος, Α' (1986), σ. 239 - 240.

    2. Σπύρος Ι. Ασδραχάς, «Το κοινωνικοοικονομικό πλαίσιο της παραδοσιακής αρχιτεκτονικής. Οι οικονομικές συνθήκες». Ελληνική Παραδοσιακή Αρχιτεκτονική, τ. Α', σ. 16.