Συγγραφέας:Κωνσταντινόπουλος, Χρήστος Γ.
 
Τίτλος:Η μαθητεία στις κομπανίες των χτιστών της Πελοποννήσου
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:14
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:1987
 
Σελίδες:136
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Μαθητεία και εργασία
 
Τοπική κάλυψη:Πελοπόννησος
 
Περίληψη:Αντικείμενο του βιβλίου είναι το παραδοσιακό σύστημα μαθητείας στις πλανόδιες κομπανίες των χτιστών της Πελοποννήσου. Ειδικότερα με τη μελέτη αυτή επιχειρείται αφενός να επισημανθεί η κοινωνική και γεωγραφική προέλευση των μαθητευομένων και αφετέρου να καθοριστεί ο μηχανισμός εκμάθησης της τέχνης του χτίστη και οι συνέπειες που ο μηχανισμός αυτός είχε στη διαμόρφωση της προσωπικότητας των μαθητευομένων.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 6.81 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 20-39 από: 146
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/20.gif&w=600&h=91514. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

που αρχίζει από τα 500 μ.1 και φτάνει τα 1000 μ.2. Από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας ώς τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο οι περισσότεροι κάτοικοι του χωριού αυτού ασκούσαν συστηματικά το επάγγελμα του χτίστη. "Έκπαλαι", έγραφε το 1901 ο Ν. A. Βέης3, "οι Λαγκαδινοί μετέρχονται το επάγγελμα του κτίστου". Κατά τον Φωτάκο4, τα κυριότερα επαγγέλματα των Λαγκαδινών ήταν του χτίστη και του μυλωνά5. Ένας παλιός τοπικός λόγιος μας πληροφορεί, το 1874, ότι "πάντες σχεδόν οι κάτοικοι του Δήμου τούτου μετέρχονται το επάγγελμα του οικοδόμου"6, Στη Γορτυνία μάλιστα, όταν ήθελαν να χτίσουν σπίτι, έλεγαν: "Θα φέρουμε τους Λαγκαδινούς". Δεν πρόσθεταν ποτέ τη λέξη μαστόρους, γιατί στη συνείδηση τους οι λέξεις μάστορης και Λαγκαδινός ήταν ταυτόσημες7. Την οικοδομική παράδοση και

1. Άγιοι Απόστολοι ή Κάτου Μαχαλάς

2. Αγιατριάδα ή Απάνου Μαχαλάς. Στο ύψος των 800 μ. περίπου τέμνεται από τον δημόσιο δρόμο Τριπόλεως - Πυργου. Στο δρόμο αυτόν υπάρχουν και τα περισσότερα καταστήματα και κάθε Κυριακή, από το πρωί ώς το μεσημέρι, λειτουργούσε αγορά (παζάρι). Σήμερα το παζάρι αυτό λειτουργεί υποτυπωδώς.

3. "Αρκαδικά χωρικά περιπαίγματα", π. Αρμονία (1901), σ. 140.

4. "Ανέκδοτα, μύθοι, παροιμίαι", π. Έβδομος, τ. Γ' (1886), σ. 114.

5. Ενδεικτικό για τη σημασία που έδιναν οι Λαγκαδινοί στα επαγγέλματα αυτά είναι το ακόλουθο ανέκδοτο που διασώζει ο Φωτάκος (ό π., σ. 114). Κάποτε, στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, μια Λαγκαδινιά γέννησε σερνικό παιδί και, κατά τη συνήθεια που επικρατούσε, δύο γειτόνισσες πήγαν να της ευχηθούν να ζήσει το παιδί της. "Να σου ζήσει και να γίνει ένας καλός χτίστης", ευχήθηκε η πρώτη. "Να σου ζήσει και να το δεις έναν καλό μυλωνά" πρόσθεσε η δεύτερη. Και η λεχώνα: "Ας ζήσει το παιδί μου κι ας γίνει και παπάς".

6. Ιερώνυμος Βογιατζής, "Περί της ονομασίας των δήμων της επαρχίας Γόρτυνος και εμβλημάτων των δημοτικών σφραγίδων", π. Βύρων (1874), σ. 363.

7. Οι κάτοικοι των γειτονικών στα Λαγκάδια χωριών ονομάζουν τους Λαγκαδινούς λασποκοίληδες, λασπίτες, σφυριά, καλιγοσφύρια. Οι τρεις πρώτοι χαρακτηρισμοί είναι παρμένοι από το επάγγελμα που ασκούσαν οι Λαγκαδινοί, ο τέταρτος υποδηλώνει την πονηριά και την εξυπνάδα των Λαγκαδινών

Σελ. 20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/21.gif&w=600&h=915 14. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

τη φήμη των λαγκαδινών χτιστών υπογραμμίζουν επίσης τα πολυάριθμα ανέκδοτα και πειράγματα που λέγονταν γι' αυτούς σε ολόκληρη την Πελοπόννησο. Το πιο χαρακτηριστικό είναι εκείνο που λέει ότι οι «Λαγκαδινοι με τα γαϊδούρια τους έχτισαν τον κόσμο !»1.

Από πότε ακριβώς οι Λαγκαδινοί άρχισαν να ασκούν το επάγγελμα του χτίστη δεν είναι γνωστό. Το χωριό χτίστηκε, σύμφωνα με την πιθανότερη εκδοχή, κατά το τέλος του 16ου ή τις αρχές του 17ου αιώνα σε μέρος ορεινό, άγονο και δύσβατο2. Όσοι δεν μπορούσαν να ζήσουν στον τόπο αυτό από τη γεωργική και κτηνοτροφική παραγωγή, αναγκάστηκαν να αναζητήσουν συμπληρωματικούς πόρους σε άλλες απασχολήσεις. Το φυσικό περιβάλλον, όπως θα δούμε αναλυτικότερα πιο κάτω, ώθησε τους Λαγκαδινούς στην άσκηση της οικοδομικής τέχνης3.

Αν πράγματι τα Λαγκάδια χτίστηκαν κατά την παραπάνω περίοδο, μπορούμε να θεωρήσουμε ότι ο 18ος αιώνας είναι η εποχή κατά την οποία οι κάτοικοι του χωριού στρέφονται οριστικά προς το επάγγελμα του χτίστη, Στο τέλος του 17ου αιώνα και στις αρχές του 18ου δεν φαίνεται να υπήρχαν μεγάλα συνεργεία μοραϊτών χτιστών. Σημαντικά οικοδομικά έργα της εποχής αυτής

(Χρ. Γ Κωνσταντινόπουλος, «Το πείραγμα και η σάτιρα στη Γορτυνία», εφ. Αρκαδικά (Αθήνα), φ. 106, 20 Οκτωβρίου 1964).

1. Το ίδιο λέγεται για τους Βαρβαρίτες των Καλαβρύτων, τους Πιρσογιανίτες της Ηπείρου, τους Ζουπανιώτες της Δ. Μακεδονίας, τους Ανδριώτες, τους Αναφιώτες και τους Τηνιακούς (βλ τη σχετική βιβλιογραφία στου Χρ. Γ Κωνσταντινόπουλου, Οι παραδοσιακοί χτίστες της Πελοποννήσου, σ. 77, 129, σημ. 307 - 312). Το ανέκδοτο δείχνει τη φήμη που είχαν παλιάτερα οι χτίστες ορισμένων περιοχών και φανερώνει την αλληλεπίδραση των επαγγελματικών ομάδων των χτιστών.

2. Βλ. τις απόψεις για το χτίσιμο των Λαγκαδίων και τη σχετική με το θέμα βιβλιογραφία στου Χρ. Γ. Κωνσταντινόπουλου, Οι παραδοσιακοί χτίστες της Πελοποννήσου, σ. 20 κε.

3. Είναι δηλαδή αυτοδίδακτοι και συνεπώς δεν κατάγονται, όπως γράφτηκε, από ηπειρώτες μαστόρους (Πάνος Σινόπουλος, «Η κτίσις των Λαγκαδίων», εφ. Ηχώ των Λαγκαδίων, 6 Νοεμβρίου 1961, σ 3).

Σελ. 21
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/22.gif&w=600&h=91514. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

δεν χτίζονται από μοραΐτες μαστόρους αλλά από ηπειρώτες και αθηναίους. Έτσι το νέο καθολικό της Μονής Φιλοσόφου χτίζεται το 1691 από βορειοηπειρώτες χτίστες1 και τα οχυρωματικά έργα των Βενετών στη Μεθώνη και την Κορώνη κατασκευάζονται στα χρόνια 1700 - 1703 από ρουμελιώτες (= ηπειρώτες) και αθηναίους μαστόρους2. Οι πληροφορίες αυτές αποτελούν σοβαρές ενδείξεις για την ανυπαρξία, κατά την περίοδο αυτή, πελοποννησιακών μπουλουκιών, ικανών να αναλαμβάνουν μεγάλα οικοδομικά έργα, Η οριστική μεταστροφή των Λαγκαδινών στην άσκηση της οικοδομικής τέχνης θα συντελεστεί βαθμιαία και πάντως όχι πριν από το δεύτερο μισό του 18ου αιώνα, Στην τελευταία εικοσαετία του αιώνα αυτού οι λαγκαδινοί χτίστες κάνουν αισθητή την παρουσία τους σε ολόκληρη τη χερσόνησο. Στο συμπέρασμα αυτό καταλήγει κανείς, αν λάβει υπόψη του τις πληροφορίες που δίνει ένας ανώνυμος λαγκαδινός λόγιος του περασμένου αιώνα για τον διάσημο λαγκαδινό πρωτομάστορα Αντώνιο Ρηγόπουλο.

Ο πρωτομάστορας αυτός, που μας είναι γνωστός και από μια επιγραφή του 18083, χαρακτηρίζεται από τον ανώνυμο λαγκαδινό "λόγιο"4 αριστοτέχνης λαϊκός αρχιτέκτονας που "αυτοσχεδίως ανοικοδόμησε τους μεγαλοπρεπείς της εποχής εκείνης ναούς και προπύργια και το μέγα ειδωλείον των Οθωμανών εις Ναύπλιον, όπου και προνόμιον εις αυτόν εχορηγήθη". Το "μέγα ειδωλείον των Οθωμανών" δεν είναι άλλο από το μεγάλο τζαμί του Ναυπλίου, του Αγά Πασά λεγόμενο, που το 1825 χρησιμοποιήθήκε

1. Τάσος Αθ. Γριτσόπουλος, Μονή Φιλοσόφου, Αθήνα 1960, σ. 34 - 35.

2. Κ. Δ. Μέρτζιος, "Ειδήσεις περί της Στερεάς Ελλάδος εκ των αρχείων της Βενετίας (1690 - 1736)", Επετηρίς Εταιρείας Στερεοελλαδικών Μελετών, τ. Β' (1969 - 1970), σ. 412 - 413, 417 - 418.

3. Σώζεται στο υπέρθυρο μιας εξωτερικής πόρτας του ναού του Τιμίου Προδρόμου Λαγκαδίων και έχει ως εξής, κατά την ανάγνωση του Ηλία Γιαννικόπουλου (Ηχώ των Λαγκαδίων, 17 Δεκεμβρίου 1973): "Επιστασία Αντωνίου Ρηγόπουλου, πρωτομάστορα, χειρ δε Ευστάθιου Θεοδώρου, 1808".

4. Ηχώ των Λαγκαδίων (1 Δεκεμβρίου I960).

Σελ. 22
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/23.gif&w=600&h=91514. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

για τη στέγαση του Βουλευτικού1. Η Σέμνη Καρούζου γράφει2 ότι "η όλη τοιχοδομία του ερμηνεύεται μόνον αν το χρονολογήσωμεν στα τέλη του 18ου ή στις αρχές του 19ου αιώνα (...). Ίσως κάποτε αρχειακές αναζητήσεις να φωτίσουν το πρόβλημα του αρχιτέκτονα, αν ήταν Τούρκος ή Έλληνας, καθώς και τη χρονολόγηση του". Με τα στοιχεία που προσκομίζονται εδώ, λύνεται, νομίζω, το πρόβλημα της εθνικότητας του αρχιτέκτονα. Η οικοδόμηση του τζαμιού θα πρέπει να έγινε την τελευταία εικοσαετία του 18ου αιώνα3.

Ο Αντώνιος Ρηγόπουλος, που τόσα αξιόλογα έργα είχε στο ενεργητικό του, δεν μπορεί να αποτελεί μεμονωμένο φαινόμενο. Η ανάδειξη του ως φημισμένου λαϊκού αρχιτέκτονα σε ολόκληρη την Πελοπόννησο προϋποθέτει μακρόχρονη θητεία στο επάγγελμα, έμπειρους συνεργάτες, οικοδομική παράδοση στον γενέθλιο τόπο. Σύγχρονος εξάλλου του Ρηγόπουλου λαγκαδινός πρωτομάστορας και ταυτόχρονα οργανοπαίκτης ήταν και ο Λιάς Δεληγιάννης, που στο τέλος του 18ου αιώνα μετοίκησε στα Μέγαρα της Αττικής4.

Ο οριστικός προσανατολισμός των Λαγκαδινών προς το επάγγελμα του χτίστη κατά το δεύτερο μισό του 18ου αιώνα συναρτάται βέβαια με τη γενικότερη οικονομική άνοδο που σημειώνεται κατά την περίοδο 1770 - 1820 περίπου. Είναι η εποχή που

1. Κ. Κ. Σπηλιωτάκης, "Τα εν Ναυπλίω κτίρια του Βουλευτικού και του Εκτελεστικού (1824 - 1826)", ΔΙΕΕ, Ιούνιος 1973, σ 60 - 63.

2 Το Ναύπλιο, Αθήνα: 1979, σ. 58 - 59

3 Σύμφωνα με μια γενική πληροφορία οι Τούρκοι ανέθεταν στους λαγκαδινούς μαστόρους "την κατασκευήν γεφυρών και οχύρωσιν φρουρίων και άλλα τεχνικά έργα, ως δείκνυται εκ περισωθέντων τούρκικων εγγράφων της εν Τριπόλει ανωτάτης της Πελοποννήσου αρχής" (Ν. A. Βέης, "Αρκαδικά χωρικά περιπαίγματα". Αρμονία (1902), σ. 140). Ότι οι Τούρκοι χρησιμοποιούσαν τους λαγκαδινούς χτίστες σε δημόσια έργα προκύπτει και από τον "Απολογισμό των εσόδων και εξόδων της Γορτυνίας" (1819 - 1820), που δημοσιεύτηκε το 1907 από τον Τάκη Κανδηλώρο, (Αρκαδική επετηρίς, 2 (1907), σ. 319

4. Φοίβος Ανωγειανάκης, "Το γενεαλογικό δέντρο ενός λαϊκού μουσικού". Λαογραφία, KE' (1974), σ 93 κε

Σελ. 23
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/24.gif&w=600&h=91514. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

χτίζονται τα αρχοντικά της Ύδρας, των Σπετσών και του Πραστού1. Από το σύνολο των απασχολουμένων μαστόρων στα νησιά του Αργοσαρωνικού και στην Πελοπόννησο κατά την περίοδο αυτή, ένα 10% περίπου είναι Ιταλοί 2.

Κατά τον 19ο αιώνα και τις αρχές του 20ού οι λαγκαδινοί χτίστες κυριαρχούν σε ολόκληρο τον μοραΐτικο χώρο - Πλήθος ειδήσεις για επώνυμους μαστόρους και πρωτομαστόρους της περιόδου αυτής αντλούμε από επιγραφικά μνημεία, σημειώματα κωδίκων, έγγραφα δημόσια ή ιδιωτικά και την προφορική παράδοση3. Χιλιάδες οικοδομικά έργα που χτίστηκαν την εποχή αυτή στην Πελοπόννησο φέρουν τη σφραγίδα της τέχνης των λαγκαδινών μαστόρων. Ένας καλός παρατηρητής4 σημειώνει το 1890 πως οι λαϊκοί αυτοί δημιουργοί "ου μόνον σχεδόν απάσας τας εν Πελοποννήσω οικίας των χωρίων προ πάντων έκτισαν και κτίζουσι, αλλά και πολλών μεγάλων δημοσίων έργων, ιδίως γεφυρών, την εκτέλεσιν ανέλαβον και επιτυχέστατα επεράτωσαν"5.

Με τέτοια λαμπρή παράδοση και φήμη, οι λαγκαδινοί μαστόροι ήταν φυσικό να επισκιάσουν κάθε άλλη ομάδα χτιστών και

1. Χαρακτηριστικό για την οικονομική ευμάρεια του Πραστού είναι το λαϊκό δίστιχο:

Η πόλη βγάζει τ' άσπρα

κι ο Πραστός τα κάνει πάστρα.

(Καλ. Καλλούτσης, Κυνουριακά, Αθήνα 1930, σ. 182 - 183).

2 Γλαύκος Μαρκόπουλος, Η λαϊκή μας αρχιτεκτονική, Αθήνα 1945, σ. 37 - 39, 47, 52 - 53.

3. Χρ. Γ. Κωνσταντινόπουλος, Οι παραδοσιακοί χτίστες της Πελοποννήσου, σ 25 κε.

4. Χρ. Π. Κορύλλος, Πεζοπορία από Πατρών εις Τρίπολιν, Πάτρα 1890, σ. 47.

5. Για τη συμβολή των λαγκαδινών μαστόρων στη διαμόρφωση της παραδοσιακής αρχιτεκτονικής στο Μοριά βλ. και τη Μελέτη εντοπισμού και απογραφής αξιόλογων οικισμών ή τμημάτων τούτων (1975), που υπάρχει στο Υπουργείο Εσωτερικών.

Σελ. 24
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/25.gif&w=600&h=915 14. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

να επιβληθούν στην κοινή συνείδηση ως οι κατεξοχήν μαστόροι του Μοριά. Σε αυτό συνετέλεσε κυρίως η έλλειψη ισχυρών ανταγωνιστών. Την εποχή που κυριαρχούσαν στην Πελοπόννησο οι λαγκαδινοί μαστόροι, εξακολουθούσαν να έρχονται σε αυτή μπουλούκια ηπειρωτών και μακεδόνων χτιστών. Αλλά οι Λαγκαδινοί και περισσότεροι ήταν και πιο κοντά στους τόπους της δουλειάς βρίσκονταν. Οι όροι επομένως του ανταγωνισμού ήταν άνισοι. Μονάχα μοραΐτες χτίστες θα μπορούσαν να ανταγωνιστούν τους λαγκαδινούς.

Τέτοιοι ανταγωνιστές ήταν οι Κλουκινοχωρίτες, για τους οποίους θα γίνει λόγος πιο κάτω, και οι χτίστες που έβγαιναν από τα γορτυνιακά χωριά Σέρβου1, Ρεκούνι (Λευκοχώρι)2, Μπουγιάτι (Λυσσαρέα)3, Βρετεμπούγα (Δόξα)4, Βυζίτσι5, Ζουλάτικα (Αετορράχη)6, Ψάρι7 και Κατσουλιά (Περδικονέρι)8, Ta χωριά αυτά βρίσκονται στον ίδιο με τα Λαγκάδια γεωγραφικό χώρο και το κυριότερο κοινό χαρακτηριστικό τους ήταν η φτώχεια των κατοίκων τους. Την τέχνη του χτίστη οι κάτοικοι των χωριών αυτών διδάχτηκαν από τους λαγκαδινούς μαστόρους τους οποίους ακολουθούσαν από παιδιά ως μαστορόπουλα (ψυχογιοί). 'Υστερα από 8 - 10 χρόνων συνήθως μαθητεία γίνονταν χτίστες και οργάνωναν δικά τους μπουλούκια.

Οι Σερβαίοι και οι Μπουγιαταίοι φαίνεται πως ήταν οι πρώτοι που ακολούθησαν τις λαγκαδινές κομπανίες, οι Σερβαίοι μάλιστα

1. Χρ. Γ Κωνσταντινόπουλος, Οι λαγκαδινοί μαστόροι, Αθήνα 1970, σ. 11 - 12

2. Γ. Ν. Αικατερινίδης, «Η συνθηματική γλώσσα των κτιστών του Ρεκουνίου (Λευκοχωρίου) Γορτυνίας», Γορτυνιακά, Α' (1972), σ. 106 - 123.

3. Αρκαδικόν Ημερολόγιον, Τριπολις 1937, σ. 143' Λεύκωμα της Γορτυνίας, Αθήνα 1937, σ. 104.

4. Λεύκωμα της Γορτυνίας, σ. 211.

5. Ν. Ι. Φλούδας, Βυζικιώτικα, τ. A', Αθήνα 1961, σ. 112;

6. Λεύκωμα της Γορτυνίας, σ. 97.

7. Ο.π., σ. 109.

8. Χρ. Γ. Κωνσταντινόπουλος, ό.π., σ. 11 - 12.

Σελ. 25
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/26.gif&w=600&h=91514. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

άρχισαν να ασκούν την οικοδομική τέχνη, σύμφωνα με τις ενδείξεις που υπάρχουν1, από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Οι Κατσουλαίοι άρχισαν να ασκούν το επάγγελμα του χτίστη από το τελευταίο τέταρτο περίπου του περασμένου αιώνα και ήταν οι τελευταίοι που το εγκατέλειψαν. Ακόμα και στη δεκαετία του '60 συναντούμε κομπανίες χτιστών από το χωριό αυτό. Χαρακτηριστικό δε για την επαγγελματική ενασχόληση των κατοίκων του χωριού αυτού είναι ο ακόλουθος διάλογος, που ακούγεται σε χωριά της Γορτυνίας:

- Από πού είσαι;

- Από την Κατσουλιά.

- Παρ' τα σφυρόμυστρά σου και πάμε για δουλειά.

Χτίστες από το Ρεκούνι συναντούμε από τον περασμένο αιώνα 2, Συστηματικά όμως οι Ρεκουνιώτες άρχισαν να ασχολούνται με την οικοδομική τέχνη από τις αρχές του αιώνα μας. Οι περισσότεροι κάτοικοι του χωριού αυτού ασκούσαν από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας ως κύριο σχεδόν βιοποριστικό επάγγελμα τη μπολιαριά, δηλαδή την επαιτεία3. Από τις αρχές του αιώνα μας όμως οι Ρεκουνιώτες, υπό την επίδραση της παιδείας και γενικά

1. Χρ, Γ Κωνσταντινόπουλος, Οι παραδοσιακοί χτίστες της Πελοποννήσου, σ. 29, 108, σημ. 1ο7.

2. Το 1866 αναφέρεται ο ρεκουνιώτης πρωτομάστορας Φίλιππας Παπαθεοδώρου, που έχτισε το δημοτικό σχολείο του χωριού του. Το ναό όμως του Αγιου Δημητρίου στο ίδιο χωριό έχτισαν το 1849 οι Λαγκαδινοί Απ. Μπαριάμης και Αθ. Κυριακόπουλος (ό.π., σ. 30).

3. Τη σχετική βιβλιογραφία βλ. στους Παραδοσιακούς χτίστες της Πελοποννήσου, σ. 108 - 109, σημ. 113 - 119. Μπολιάρης και Μπολιαριά από το βυζαντινό εμβολάριος = εκείνος που συχνάζει στους εμβόλους, δηλαδή στις στοές (τουρκ. μπεζεστένια) των πόλεων (Φαίδων Κουκουλές, Βυζαντινών βίος και πολιτισμός, τ. Β' Ι, Αθήνα 1948, σ. 92, 94, 95). Στην Πελοπόννησο αντί των όρων μπολιαριά και μπολιάρης χρησιμοποιούνται κυρίως οι όροι διακονιά και διακονιάρης.

Σελ. 26
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/27.gif&w=600&h=91514. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

του πολιτισμού, άρχισαν να εγκαταλείπουν το επάγγελμα του επαίτη. Μερικοί ασχολήθηκαν συστηματικότερα με τη γεωργία και την κτηνοτροφία, άλλοι προσανατολίστηκαν στο επάγγελμα του χτίστη. Στην αρχή ακολουθούσαν τους Λαγκαδινούς, αργότερα σχημάτιζαν δικές τους κομπανίες. Οι Ρεκουνιώτες, καθώς και οι Σερβαίοι και οι Κατσουλαίοι, μιλούσαν την ίδια με τους Λαγκαδινούς συνθηματική γλώσσα1, γενικά δε ως πρότυπο για την οργάνωση της δουλειάς τους είχαν τις κομπανίες των Λαγκαδινών στις οποίες είχαν μαθητεύσει,

Χτίστες συναντούμε και από τη Δημητσάνα, Στεμνίτσα, Ζιγοβίστι. Μοναστηράκι και άλλα χωριά2. Τόσο όμως γι' αυτούς όσο και για τους χτίστες των χωριών Βρετεμπούγα, Βυζίτσι, Ζουλάτικα και Ψάρι δεν υπάρχουν για την ώρα περισσότερες πληροφορίες και επομένως δεν μπορούν να διατυπωθούν γενικότερα συμπεράσματα για τον τρόπο οργάνωσης της δουλειάς τους.

Οι πιο σημαντικοί ανταγωνιστές των Λαγκαδινών ήταν, ώς την τελευταία περίπου εικοσαετία του 19ου αιώνα, οι καλαβρυτινοί μαστόροι. Ο όρος αυτός, που απαντά στη δημοτική ποίηση αλλά και στον καθημερινό λόγο, δεν προσδιορίζει με σαφήνεια και πληρότητα τον γεωγραφικό χώρο καταγωγής των χτιστών αυτών. Πρέπει, να διευκρινιστεί ότι δεν πρόκειται για μαστόρους της ιστορικής κωμόπολης της Αχαΐας, αλλά για τους χτίστες που κατάγονταν από τις Κλουκίνες.

Κλουκίνες ή Κλουκινοχώρια ονομάζονταν περιληπτικά, στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, τα χωριά του πρώην δήμου Νωνάκριδος (Αγία Βαρβάρα, Σόλος, Περιστέρα, Μεσορούγι, Χαλκιάνικα κ.ά.)3. Είναι, χτισμένα στις πλαγιές του Χελμού, δεξιά και

1. Οι παραδοσιακοί χτίστες της Πελοποννήσου, σ. 62 κε

2. Ο.π., σ. 31 - 32.

3. Τα παραπάνω χωριά, καθώς και το τοπωνύμιο Κλουκίνες απαντούν στην απογραφή Grimani (1700) (Βλ. Βασίλη ΙΙαναγιωτόπουλου, Πληθυσμός και οικισμοί της Πελοποννήσου, 13ος - 18ος αιώνας, Αθήνα 1985, σ. 268 - 270). Ο Κωνσταντίνος Οικονόμος ο εξ Οικονόμων παράγει τη λ. από το Λουκίναι

Σελ. 27
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/28.gif&w=600&h=91514. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

αριστερά του Κράθη ποταμού (ποτάμι της Ακράτας). Αριστερά βρίσκεται η Περιστέρα (υψόμ. 1060), Σόλος (υψόμ. 1050), και το Μεσορούγι (υψόμ. 1020), Δεξιά είναι η Αγία Βαρβάρα (υψόμ. 1100) και τα Χαλκιάνικα (υψόμ. 1020). Οι κάτοικοι τους για να συμπληρώσουν το πενιχρό εισόδημα τους από τη γεωργία και την κτηνοτροφία ασκούσαν τα επαγγέλματα του υλοτόμου, του βαρελοποιού, του κανατά, κυρίως όμως του χτίστη1. Ο Αθ. Θ, Φωτόπουλος γράφει2 ότι οι Κλουκινοχωρίτες "ηναγκάζοντο να αναζητούν πόρους δρώντες και εργαζόμενοι μακράν των εστιών των (μοναχοί, ζητιάνοι, μαστόροι)".

Από πότε οι Κλουκινοχωρίτες άρχισαν να ασκούν το επάγγελμα του οικοδόμου δεν είναι εξακριβωμένο. Δεν είναι επίσης γνωστό αν έμαθαν την τέχνη τους από ξένους χτίστες ή αν είναι αυτοδίδακτοι.

Γραπτές μαρτυρίες για μαστόρους από την περιοχή των Κλουκινών έχουμε από το τέλος του 18ου αιώνα3. Το 1798 αναφέρεται ο "μαστρο - Αθανάσιος Αγιοβαρβαρίτης" και το 1815 ο "μαστρο -

ή Λυκίναι, ο Παναγ. Αντωνιάδης από το Κυλλήνη και ο Κ. Γ. Παπαχρυσάνθου από το σλαβ. kljnc' = κλειδί αλλά και πηγή. Κατά τον A. Θαβώρη η λ. παράγεται από το σλαβ. glog - glokina = λευκάγκαθα. Βλ. για τα παραπάνω Αθ. Θ. Φωτοπούλου, Ιστορικά και Λαογραφικά της ανατολικής περιοχής Αιγιαλείας και Καλαβρύτων, Αθήνα 1982, τ. Β', σ. 273 - 275.

1. Χρ. Κορύλλος, Χωρογραφία της Ελλάδος. Α' Νομός Αχαΐας, Αθήνα 1903, σ. 153' Γ. Παπανδρέου, Ιστορία των Καλαβρύτων, σ. 263' του ίδιου, Καλαβρυτινή Επετηρίς, σ. 301. Οι Περιστεριώτες κυρίως έφτιαχναν σκαφίδια, κουτάλια, βαρέλια, πλαστήρια. Στο Μεσορούγι έφτιαχναν αργαλειούς, στη Ζαρούχλα γκλίτσες, αδράχτια, ρόκες, καυκές (Αθ. Θ. Φωτόπουλος, ό.π.. σ 19).

2. Ο.π, σ. 21.

3. Το καθολικό της μονής Καταφυγίων στα Χαλκιάνικα χτίστηκε, σύμφωνα με την κτητορική επιγραφή που δημοσίευσε ο Αθ. Θ. Φωτόπουλος, (ό.π., τ. Α', σ. 144) το 1638. Ο Αργύρης Πετρονώτης, κρίνοντας από τεχνικά και μορφολογικά στοιχεία, πιστεύει ότι "έχει χαρακτηριστικά κατασκευής από τους Βαρβαρίτες" (βλ. Ελληνική Παραδοσιακή Αρχιτεκτονική, τ. Δ', Πελοπόννησος, Α', σ. 240).

Σελ. 28
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/29.gif&w=600&h=915 14. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

Γιώργης Σολιώτης εκ Καζά Καλαβρύτου»1. Σολιώτες ήταν οι μαστόροι που έχτισαν το 1806 την εκκλησία (Άγιος Γεώργιος) του χωριού τους 2, καθώς και το αρχοντικό των Δασαίων στα Άνω Τρίκαλα Κορινθίας 3, Μνεία μαστόρων από τα Χαλκιάνικα γίνεται σε γράμμα του Σωτήρη Θεοχαρόπουλου προς τον Ανδρέα Λόντο (11 Οκτωβρίου 1820) 4. Χτίστες από τα Κλουκινοχωρια συναντούμε επίσης στα χρόνια του Αγώνα της Ανεξαρτησίας 5. Από επιγραφή του 1836, που σώζεται στο ναό του Τιμίου Σταυρού στον Πύργο της Ακράτας 6, μαθαίνουμε τα ονόματα δύο μαστόρων από το Αγρίδι7. Τη συστηματική άσκηση του επαγγέλματος του οικοδόμου από τους Κλουκινοχωρίτες έχουν επισημάνει οι Leake8, o Peytier9 και ο Διονύσιος Πύρος ο Θετταλός. «Οι περισσότεροι κάτοικοι των χωρίων τούτων», γράφει ο τελευταίος10, «είναι τέκτονες και κτίσται οικιών και ναών, οι οποίοι χαλώντες με τους λοστούς των τας αρχαιότητας των σοφών προγόνων μας κτίζουν νεωστί τα εδικά των κακόκτιστα και άσχημα κτίσματα».

1. Ιωάννα Γιανναροπούλου, «Ποικίλα σημειώματα εκ γορτυνιακών κωδίκων», Γορτυνιακά, A' (1972), σ. 361, 372.

2. Χρ. Γ. Κωνσταντινόπουλος, Οι παραδοσιακοί χτίστες, σ. 33" Αθ. Θ. Φωτόπουλος, ό.π., τ. Α', σ. 139.

3. Σταύρος Κουτίβας, Ιστορικά τον Ξυλοκάστρου, τ. Α', Αθήνα 1963, σ. 263' Χρ. Γ. Κωνσταντινόπουλος, ό.π., σ. 33.

4. Αρχείον του στρατηγού Ανδρέου Λόντου, τ. Α', σ. 113 - 114.

5. Χρ. Γ. Κωνσταντινόπουλος, ό.π., σ. 34.

6. Αθ. Θ. Φωτόπουλος, ό.π., τ. Β', σ. 28.

7. Χτίστες έβγαιναν και από το Πλανητέρου (Χρ. Γ. Κωνσταντινόπουλος, ό.π., σ. 112, σημ. 145) και από τα Νεζερά (Κ. Θ. Κυριακόπουλος «Σύμμεικτα αρχαιολογικά - ιστορικά - λαογραφικά χωριών της επαρχίας Καλαβρύτων», π. Παγκαλαβρυτινόν Βήμα, τχ. 3 (1981), σ. 18) και Μ. Χρυσάφη, «Η Κοίμησις της Θεοτόκου στα Τρίκαλα Κορινθίας» στο Εκκλησίες μετά την άλωση, τ. 2, Αθήνα 1982, σ. 250.

8. Travels in the Marea, τ. 3, Λονδίνο 1830, σ. 159 - 160.

9. «Mémoire sur la Grèce», Ο Ερανιστής, Θ' (1971), σ. 151. 10. Αθ. Θ. Φωτόπουλος, «Διονυσίου Πύρρου του Θετταλού Περιήγησις της Ελλάδος. Αχαϊκά», Επετηρίς των Καλαβρύτων (1976), σ. 115.

Σελ. 29
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/30.gif&w=600&h=91514. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

Το κυριότερο μαστοροχώρι των Κλουκινών ήταν η Αγία Βαρβάρα (ή απλώς Βαρβάρα)1, Οι Βαρβαρίτες είναι οι μόνοι από τους Κλουκινοχωρίτες που διατηρούν ακόμα κάτι από την παλιά τους οικοδομική παράδοση. Είναι επίσης οι μόνοι που τσιτακίζουν και χρησιμοποιούν συνθηματικό γλωσσάριο (τα Μπαραμπάτικα). Επιγραφικά μνημεία με ονόματα μαστόρων από το χωριό αυτό δεν έχουν διασωθεί ή δεν έχουν επισημανθεί. Μόνο σε επιγραφή του 1880, που επισημάνθηκε σε σπίτι του χωριού Βελά Αιγιαλείας και δημοσιεύτηκε από τον Βασίλη Χριστόπουλο2, αναφέρονται τα ονοματεπώνυμα τριών χτιστών (δυο βαρβαριτών και ενός ραχοβίτη) 3.

Μολονότι οι πρώτες γραπτές ειδήσεις για καλαβρυτινούς (= κλουκινοχωρίτες) μαστόρους είναι του τέλους του 18ου αιώνα, οι Κλουκινοχωρίτες πρέπει να είχαν αναπτύξει οικοδομική δραστηριότητα, σε παμπελοποννησιακή κλίμακα, πολύ πριν από την εποχή αυτή. Στο συμπέρασμα αυτό καταλήγει κανείς, αν λάβει υπόψη του μερικά δημοτικά τραγούδια, στα οποία γίνεται ρητή αναφορά στους "καλαβρυτινους μαστόρους, τους μαρμαροχτιστάδες", Στο γνωστό λ,χ, τραγούδι των χαραμήδων4, ο καπετάνιος - ληστής, που σκοτώνει τον πραματευτή αδελφό του και ύστερα

1. Υπάρχει και ειδική μελέτη για το χωριό (Τέτης Θ. Ράλλη, Η Αγία Βαρβάρα Καλαβρύτων και οι μαστόροι της, Αθήνα 1984), η οποία όμως δεν προσθέτει τίποτα στην έρευνα σε ό,τι αφορά τους χτίστες, αφού όσα αναφέρει γι' αυτούς αποτελούν αντιγραφή, και μάλιστα αδέξια, των γραμμένων από τον Φωτόπουλο και μένα.

2. Βλ. Ελληνική Παραδοσιακή Αρχιτεκτονική, τ. Δ', Πελοπόννησος, Α' (1986), σ. 39.

3. Ονόματα νεότερων πρωτομαστόρων από το χωριό αυτό δημοσίευσα το 1983 (Οι παραδοσιακοί χτίστες, σ. 34 - 35).

4. Η πρώτη δημοσίευση, όσο ξέρω, περιλαμβάνεται στη συλλογή του Σπ. Ζαμπέλιου (Άσματα δημοτικά, Κέρκυρα 1852, σ. 173 - 174). Για τις παραλλαγές: N. Γ. Πολίτης, Εκλογαί, έκδ. ε', σ. 87, 294· Απόστολος Μελαχρινός, Δημοτικά τραγούδια, Αθήνα 1946, σ. 135 - 137· Ακαδημίας Αθηνών, Ελληνικά δημοτικά τραγούδια, Αθήνα 1962, σ. 385 - 387 (Δημ. Πετρόπουλος)· Γιώργος Ιωάννου, Παραλογές, Αθήνα, σ. 97 - 99.

Σελ. 30
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/31.gif&w=600&h=91514. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

αυτοκτονεί, τους καλαβρυτινούς μαστόρους καλεί να του φτιάξουν τον τάφο:

Μαστόροι καλαβρυτινοί, πετροπελεκητάδες,

να πελεκήστε μάρμαρα, να φτιάστ' ενα κιβούρι.

Σε άλλο πάλι δημοτικό τραγούδι 1, η κόρη που προαισθάνεται το θάνατο της, παραγγέλλει στον γραμματικό της να γράψει στους καλαβρυτινούς μαστόρους να της φτιάξουν τον τάφο:

Γραμματικέ μου γλήγορε και κοσμοξακουσμένε, πιάσε και γράψε νια γραφή σε τρεις μεριές καημένη και στείλ' τη στα Καλάβρυτα που V οι παλιοί μαστόροι. "Μαστόροι Καλαβρυτινοί και μαρμαροχτιστάδες για πελεκάτε μάρμαρο, της κόρης το κιβούρι".

Καλαβρυτινούς θέλει ο ανώνυμος τραγουδιστής και τους μαστόρους οι οποίοι έφτιαχναν το γεφύρι του Ίρη (= Ευρώτα)2:

Μαστόροι καλαβρυτινοί και μαρμαροχτιστάοες

μαστόροι μην παιδεύεστε και αδικοτυραννιέστε,

αν δε στεριώστε άνθρωπο γεφύρι δε στεριώνει,

του πρώτου γιου του μάστορη, του γιου του τη γυναίκα.

Και στο τραγούδι του νιόγαμπρου3, που δεν πρόφτασε να χαρεί τη ζωή, καλαβρυτινοί είναι οι χτίστες που καλούνται να κατασκευάσουν το "κιβούρι". Επίσης, μνεία των καλαβρυτινών μαστόρων γίνεται και σε τραγούδι που αναφέρεται στον στρατηγό Δημ. Τσώκρη 4.

Οι αναφορές στους καλαβρυτινούς μαστόρους σημαίνουν ότι σε

1. Φαίδων Κουκούλες, Οινουντιακά κλπ., Χανιά 1908, σ. 104 - 105' Εασ. Ι. Τσαφαράς, Λαογραφικά Γορτυνίας, Αθήνα 1963, σ. 169' Κώστας Μαρινης, "Μοραΐτικα τραγούδια", Φιλολογική Πρωτοχρονιά (1963), σ. 301' Πάνος Παπαρρηγόπουλος, Λαογραφικά Καλαβρύτων, Αθήνα 21979, σ. 82 - 84.

2. Π. Μαλεβός, τχ. 12 (Μάρτιος 1922), σ. 6.

3. Βλ. πρόχειρα Κώστα Μαρίνη, ό.π., σ. 301.

4. Ιωάννης Ερν. Ζεγκίνης, Το Άργος διά μέσου των αιώνων, Πύργος 1968, σ. 322 - 324.

Σελ. 31
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/32.gif&w=600&h=91514. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

- κάποια χρονική περίοδο οι καλαβρυτινοί χτίστες θεωρούνταν εξαίρετοι τεχνίτες, γνωστοί και έξω από την Πελοπόννησο. O όρος "μαρμαροχτιστάδες" όμως δεν υποδηλώνει, κατά τη γνώμη μου, την ποιοτική διαφοροποίηση των καλαβρυτινών από τους άλλους χτίστες. Ο ανώνυμος τραγουδιστής με τη χρησιμοποίηση του όρου αυτού θέλει απλώς να δείξει ότι αναφέρεται στους πιο γνωστούς τεχνίτες της εποχής του. Τα τραγούδια βέβαια έχουν καταγραφεί κατά τον 19ο αιώνα. Κατά την περίοδο αυτή όμως ακμάζουν, όπως αναφέρθηκε, οι λαγκαδινοί μαστόροι και όχι οι καλαβρυτινοί. Γι' αυτό και σε νεότερα τραγούδια, ως μαρμαροχτιστάδες αναφέρονται οι λαγκαδινοί χτίστες1. Επομένως τα τραγούδια που αναφέρονται στους Καλαβρυτινούς πρέπει να είναι παλιότερα. Αν ο συλλογισμός είναι σωστός, μπορούμε να πούμε ότι οι Κλουκινοχωρίτες επιδόθηκαν στην άσκηση του οικοδομικού επαγγέλματος πριν από τους Λαγκαδινούς. Ίσως στο μέλλον αρχειακές πηγές, επιγραφικά μνημεία ή μορφολογικά - τεχνικά στοιχεία δώσουν οριστική απάντηση στο πρόβλημα.

Από τη σύντομη αυτή αναδρομή συνάγεται ότι, με βάση τα ιστορικά, λαογραφικά και επιγραφικά μνημεία που διασώθηκαν, μαστοροχώρια, με τη σημασία που δώσαμε στον όρο αυτό, ήταν στη μεν Γορτυνία τα Λαγκάδια, του Σέρβου, το Ρεκούνι και η Κατσουλιά, στα δε Κλουκινοχώρια η Αγία Βαρβάρα, ο Σόλος, το Μεσορούγι και η Περιστέρα, Μαστόροι, όπως αναφέρθηκε, έβγαιναν και από άλλα χωριά των παραπάνω περιοχών. Η έρευνα όμως γι' αυτά δεν έχει προσκομίσει αρκετά στοιχεία που να αιτιολογούν την κατάταξη τους στα μαστοροχώρια. Το ίδιο ισχύει και για τα χωριά της Κυνουρίας, μια και δεν έχουμε συναντήσει κομπανίες χτιστών από τα χωριά αυτά. Νομίζω όμως ότι τα χωριά της ορεινής Κορινθίας, που ανέδειξαν μαστόρους οργανωμένους σε μπουλούκια, μπορούν να χαρακτηριστούν μαστοροχώρια.

1. Χρ. Γ. Κωνσταντινόπουλος, Οι λαγκαδινοί μαστόροι, σ. 11, π. Ηλειακά, κγ' (1967), σ. 687· Στάικος Γ. Πανταζής, "Τα έθιμα για τους πεθαμένους στα φιγαλικά χωριά". Ολυμπιακά χρονικά, τ. Δ' (1973), σ. 126' Κώστας Μαρίνης, ό.π., σ. 301" Πάνος Παπαρρηγόπουλος, ό.π., σ. 84.

Σελ. 32
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/33.gif&w=600&h=91514. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

B'

Η ΜΑΣΤΟΡΙΑ ΩΣ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗ ΔΙΕΞΟΔΟΣ ΤΩΝ ΝΕΩΝ 

Τα μαστοροχώρια που αναφέρθηκαν στο προηγούμενο κεφάλαιο είναι χτισμένα μακριά από τα εμπορικά, βιοτεχνικά, συγκοινωνιακά και πολιτισμικά κέντρα. Οι οικονομικές και πολιτισμικές εξελίξεις που συντελούνται στα κέντρα αυτά ελάχιστα επηρεάζουν τις παραδοσιακές κοινωνικές και οικονομικές δομές των ορεινών οικισμών. Ακόμα και τα κεφαλοχώρια των ορεινών περιοχών, τα οποία διαφοροποιούνται οικονομικά και πολιτισμικά από τους γύρω μικρότερους οικισμούς, δεν μπορούν να συγκριθούν με τα ανεπτυγμένα παραλιακά κέντρα:

Κατακαημένη Ανδρίτσαινα που 'σαι στα κορφοβούνια αν ήσουνα στη θάλασσα θε ν' άξιζες μιλιούνια.

Η ανυπαρξία οδικού δικτύου, που θα εξασφάλιζε την επικοινωνία των ορεινών οικισμών με τα παραλιακά κέντρα, ή αλλιώς η παμπάλαιη "διχοτομία του ελληνικού χώρου σε παράλιες περιοχές και ενδοχώρα, που θα παραταθεί, κατά κάποιον τρόπο ως τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα"1, έχει ως συνέπεια την απομόνωση των ορεινών οικισμών στις παρυφές των εξελίξεων και στη διαμόρφωση συνθηκών αυτάρκειας. Τα πρότυπα ζωής και οι τεχνικές της παραγωγής αναπαράγονται εδώ ομοιόμορφα

1. Β. Παναγιωτόπουλος, Πληθυσμός και οικισμοί της Πελοποννήσου, 13ος - 18ος αιώνας, Αθήνα 1985, σ 185.

Σελ. 33
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/34.gif&w=600&h=91514. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

για ολοκλήρους αιώνες 1. Οι γεωγραφικές συνθήκες καθορίζουν, κυριαρχικά σχεδόν, το είδος της απασχόλησης των πληθυσμών και τις μεθόδους αναπαραγωγής του υλικού βίου. Οι αλλεπάλληλες βουνοσειρές, οι βαθιές χαράδρες και το πετρώδες έδαφος περιορίζουν στο ελάχιστο τον καλλιεργήσιμο χώρο και τα λιβάδια. Το λιγοστό χώμα που υπάρχει στις πλαγιές των βουνών, στις "πλευρές" και τις "κωλοσάρες" συγκρατείται με αναλημματικούς τοίχους (πεζούλες). Για να επεκτείνουν τον καλλιεργήσιμο χώρο καίνε τα δάση, κόβουν τα δέντρα και ξεριζώνουν τους θάμνους2. Είναι φανερό ότι η παραγωγή στις περιοχές αυτές είναι πάντα οριακή.

Από την άλλη πλευρά, η συγκέντρωση της γης στα χέρια των γαιοκτημόνων, η αύξηση του πληθυσμού3, και κατά συνέπεια η μείωση του κατά κεφαλήν αγροτικού κλήρου, η καταχρέωση των καλλιεργητών στους γαιοκτήμονες, η δυσβάστακτη φορολογία -φαινόμενα που χαρακτηρίζουν την κοινωνία των περιοχών αυτών από τον 16ο αιώνα περίπου ώς και την Επανάσταση του 1821- καταδικάζουν τις μεγάλες μάζες των χωρικών σε μόνιμη φτώχεια και υποσιτισμό4. Δεν είναι λίγες οι οικογένειες που

1 Η ανάπτυξη ορισμένων ορεινών περιοχών (Ζαγοροχώρια της Ηπείρου λ χ.) δεν θεωρούνται παρά "προνομιούχες νησίδες" στην τουρκοκρατούμενη ύπαιθρο (Β. Καραποστόλης, Οικονομικές μεταμορφώσεις της αγροτικής Ελλάδας, Αθήνα 1981, σ. 24)

2. Τα τοπωνύμια Καψαλιά, Άνοιγμα, Ανοιξιές προδίδουν τέτοιες επεμβάσεις στο δάσος. Για τα ανοίγματα στο δάσος βλ και Δημ Λουκόπουλου, Γεωργικά της Ρούμελης, Αθήνα 1938, σ. 130 - 131.

3 Εξαιτίας του λεγόμενου "εποικισμού του ορεινού χώρου" για τον οποίο κυρίως βλ. Α Ε Βακαλόπουλου, Ιστορία τον νέον Ελληνισμού, τ Β1, Θεσσαλονίκη 1964, σ 91 επ.' Κωστή Μοσκώφ, Η Εθνική και κοινωνική συνείδηση στην Ελλάδα (1830 - 1909), Θεσσαλονίκη 1972, σ. 75 κε. Κατά τον 18ο αιώνα σημειώνεται αύξηση του πληθυσμού στον ορεινό πελοποννησιακό χώρο, "με επακόλουθο τη δημιουργία νέων οικισμών και τη διόγκωση των παλιών" (Βασ. Παναγιωτόπουλος, ό.π , σ 207. Πρβλ. ίδιον στην Ιστορία τον Ελληνικού έθνους, τ. ΙΑ', σ. 157).

4. Ιδιαίτερα για τη Γορτυνία βλ. τη μελέτη του Στάθη Ν Τσοτσορού. Οικονομικοί και κοινωνικοί μηχανισμοί στον ορεινό χώρο. Γορτυνία (1715 - 1821), Αθήνα 1986.

Σελ. 34
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/35.gif&w=600&h=91514. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

δεν πραγματοποιούν, κατά την περίοδο αυτή, ούτε το αναγκαίο πλεόνασμα για την εκπλήρωση των φορολογικών τους υποχρεώσεων. Για να πληρώσουν τους φόρους δανείζονται από τους γαιοκτήμονες με υψηλό επιτόκιο και με υποθήκευση των κτημάτων τους. Η αδυναμία τους να αποδώσουν το κεφάλαιο και τον τόκο έχει ως συνέπεια την απώλεια της ιδιοκτησίας τους. Μερικοί, που δεν αντέχουν τη βαριά φορολογία, εγκαταλείπουν τα χωριά τους και αναζητούν καλύτερη τύχη σε άλλους τόπους. Και αυτοί όμως χάνουν τις ιδιοκτησίες τους, διότι οι κοινότητες πωλούν τα χτήματα των φυγάδων για να πληρώσουν τους φόρους που αναλογούν σε αυτούς1.

Και κατά τον 19ο αιώνα οι συνθήκες διαβίωσης των χωρικών των ορεινών επαρχιών Γορτυνίας και Καλαβρύτων δεν θα βελτιωθούν αισθητά. Η μεγαλύτερη έκταση της γης θα παραμείνει στα παλιά τζάκια. Ένα τμήμα των "εθνικών γαιών" θα καταπατηθεί από τους παλιούς προκρίτους και τους ισχυρούς της κάθε

1. Γενικά για τα θέματα αυτά βλ. Σπ Ι. Ασδραχά, Μηχανισμοί της αγροτικής οικονομίας στην Τουρκοκρατία, (ιε' - ιστ' αιώνας), Αθήνα 1978, σ 228 - 229· του ίδιου. Ελληνική κοινωνία και οικονομία (ιη και ιθ' αιώνες), Αθήνα 1982, σ. 11, 129 κε. Μαρτυρίες για τις περιοχές Γορτυνίας και Καλαβρύτων: Αρχείον του στρατηγού Ανδρέου Λόντου, τ. A', σ. 136, 209, 210' Τάσος Αθ. Γριτσόπουλος, "Πωλητήρια και άλλα έγγραφα της παρά την Δημητσάναν μονής του Φιλοσόφου", Επετηρίς Αρχείου Ιστορίας Ελληνικού Δικαίου της Ακαδημίας Αθηνών, Γ' (195ο), σ. 146, 147, 148 - 149, 152 - 153 - του ίδιου. Μονή Φιλοσόφου, Αθήνα 1960, σ. 110, 210, σημ. 21· του ίδιου, "Δικαιοπρακτικά έγγραφα μονής Προδρόμου", Γορτυνιακά, Α' (1972), σ. 174· Χρ Γ. Κωνσταντινόπουλος, "Ανέκδοτα γορτυνιακά έγγραφα"", Γορτυνιακά, A' (1972), σ. 71 - 73· του ίδιου, "Η εξέλιξη της γαιοκτησίας στο Χαμάκου Καλαβρύτων κατά την περίοδο 1739 - 1819", Καλαβρυτινή Επετηρίς, τ. &' (1977), σ. 20 κε ' Αθ. Θ Φωτόπουλος, "Συμβολαί εις την ιστορίαν της εν Πελοποννήσω γαιοκτησίας κατά την Β' Τουρκοκρατίαν", Πρακτικά Β' Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών, τ. Γ' (1981 - 1982), σ. 174 - 175· του ίδιου. Ιστορικά και λαογραφικά της ανατολικής περιοχής Αιγιαλείας και Καλαβρύτων, τ. A', σ. 109 - 111· Β. J. Slot, "Η Ηλεία εις τις ολλανδικές πηγές". Πρακτικά του Α' Συνεδρίου Ηλειακών Σπουδών, Αθήνα 1980, σ 367 - 368

Σελ. 35
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/36.gif&w=600&h=915 14. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

περιοχής1, ένα άλλο θα δοθεί υπό μορφή ανταμοιβής στους καπεταναίους, οι οποίοι αναδεικνύονται πλέον σε ισχυρούς τοπάρχες που θα συνεχίσουν την εκμετάλλευση των χωρικών2. Το προνομιούχο αυτό στρώμα μαζί με την παλιά τάξη των κοτζαμπάσηδων έχει τη δυνατότητα να μορφώνει τα παιδιά του και συνεπώς να επανδρώνει τον κρατικό μηχανισμό. Ένα πλέγμα γαιοκτημόνων, μεγάλων και μεσαίων, κομματαρχών, πολιτευτών και δημόσιων υπαλλήλων νέμεται την εξουσία κατά τον 19ο αιώνα. Η τοκογλυφία, οι πελατειακές σχέσεις, οι δικαστικές διώξεις για αγροτικά χρέη, η ζωοκλοπή και οι «σταυρωτήδες» (χωροφύλακες) είναι συνηθισμένα φαινόμενα στις περιοχές αυτές ακόμα και ώς τις παραμονές του δεύτερου παγκόσμιου πολέμου,

Είναι φανερό ότι οι τόποι αυτοί δεν μπορούν να θρέψουν ολόκληρο τον πληθυσμό τους με το εισόδημα που έδινε ο πρωτογενής τομέας. Ένα μέρος του πληθυσμού ήταν αναγκασμένο να ζητήσει τα μέσα για τη συντήρηση του σε άλλες απασχολήσεις. Ούτε στο εμπόριο, ούτε στα γράμματα, όμως, μπορούσαν εύκολα να επιδοθούν οι κάτοικοι των ορεινών αυτών οικισμών. Ως τρίτη λύση παρέμενε η μετανάστευση.

Το εμπόριο προϋποθέτει εμπορευματική παραγωγή, συσσώρευση κεφαλαίου, λειτουργία αγοράς. Αλλά η παραγωγή στις πιο πάνω περιοχές μόλις επαρκούσε για αυτοκατανάλωση και η μόνη αγορά που λειτουργούσε ήταν το βδομαδιάτικο παζάρι στα κεφαλοχώρια3, όπου οι αγρότες πουλούσαν τα προϊόντα τους και αγόραζαν είδη πρώτης ανάγκης και εργαλεία για τη δουλειά τους 4.

1. «Με την άλυσσον έπαιρναν οι καπεταναίοι τη γη» ομολογούν οι χωρικοί στο Μοναστηράκι της Γορτυνίας (Στ. Ν. Τσοτσορός, όπ., σ. 271).

2. «Ο λαός», γράφει ο Στ. Ν. Τσοτσορός (ό.π., σ. 271), «θα συνεχίσει να αποδίδει στα νέα αφεντικά τους καρπούς. (...) Μόνιμα πεινασμένος και εξαθλιωμένος, συνεχίζει τη ζωή που έκανε το 18ο αιώνα, υποχρεωμένος να "προσκυνά δουλικά μαζί με τη φαμελιά του" τον νέο αφέντη του».

3. Για τα παζάρια γενικά βλ. Δημ. Λουκόπουλο, στο π. Νεοελληνικά Γράμματα, έτ. Α', αρ. 25 (29 Σεπτεμβρίου 1935).

4. Τις κοινωνικές και οικονομικές διαστάσεις ενός τέτοιου παζαριού μας

Σελ. 36
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/37.gif&w=600&h=915 14. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

Μεγάλη εμπορική δραστηριότητα συνεπώς δεν μπορούσε να αναπτυχθεί στις περιοχές αυτές. Υπήρχαν βέβαια λίγοι μεταπράτες που αγόραζαν τα προϊόντα των χωρικών και πουλούσαν σε αυτούς αγαθά των αστικών κέντρων και των πεδινών περιοχών1. Μόνον όσοι αποδημούσαν σε ανεπτυγμένα κέντρα είχαν πιθανότητες να αναδειχθούν στο εμπόριο.

Η πενιχρή εκπαίδευση, εξάλλου, που παρεχόταν την εποχή της Τουρκοκρατίας, ελάχιστα βοηθούσε στην επαγγελματική σταδιοδρομία των νέων. Όσοι κατόρθωναν να τελειώσουν μια από τις ελάχιστες σχολές της εποχής προορίζονταν για τα εκκλησιαστικά κυρίως αξιώματα2. Η εκπαίδευση βελτιώθηκε και επεκτάθηκε βέβαια μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους, αλλά και κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα δεν σημειώνεται σημαντική στροφή των νέων προς την παιδεία. Μόνον ένα μικρό ποσοστό νέων ακολουθεί γυμνασιακή μόρφωση και ακόμα μικρότερο είναι το ποσοστό που φτάνει στο πανεπιστήμιο3. Η φτώχεια, η

δίνει ο Βασίλης Γιαννακού Τόγιας, Καστρίτικα (της Κυνουρίας), τ. Α', Αθήνα 1986, σ. 127 κε.

1. Από τις πεδινές περιοχές έφερναν προϊόντα που δεν παράγονταν στα ορεινά χωριά (πορτοκάλια, καρπούζια, λεμόνια, λάδι κλπ.). Ήταν τόσο σπάνια τα προϊόντα αυτά στα ορεινά χωριά που τα θεωρούσαν ως είδη πολυτελείας και καμιά φορά ως φάρμακα, «γιατρικά», όπως λ.χ. το καρπούζι στο Καστρί της Κυνουρίας (βλ. B. Γ. Τόγια, ό.π., σ. 144 - 145). Στο χώρο της Αρκαδίας στην εμπορία λαδιού είχαν επιδοθεί οι Ζιγοβιστινοί, γι'αυτό και λαδάδες ονομάζονταν. Βλ. σχετικά και Κωνσταντίνου Χρ. Σταυροπούλου, Ιστορία του Ζυγοβιστίου, Αθήνα 1973 (ανατύπωση από την έκδ. του 1905), σ. 11 - 12.

2. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Δημητσάνας, της οποίας η περίφημη σχολή στάθηκε πραγματικό φυτώριο αρχιερέων. Βλ. γι' αυτή Τάσου Αθ. Γριτσόπουλου, Σχολή Δημητσάνης, Αθήνα 1962.

3. Το ποσοστό των αγραμμάτων στη χώρα μας κατά τον 190 αιώνα και τις πρώτες δεκαετίες του 20ού ήταν υψηλό. Κατά τα έτη 1879, 1907, και 1920 το ποσοστό αυτό, κατά φύλο, είχε ως εξής:

Έτη 1879 1907 1920

Άντρες 69,20 50,20 43,8ΐ

Γυναίκες 92,96 82,55 72,62

(Κ. Τσουκαλάς, Εξάρτηση και αναπαραγωγή. Ο κοινωνικός ρόλος των εκπαιδευτικών μηχανισμών στην Ελλάδα, 1830 - 1922, 31982, σ. 393).

Σελ. 37
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/38.gif&w=600&h=91514. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

αμάθεια, αλλά και η προτεραιότητα που δίνεται στα άμεσα βιοτικά προβλήματα κρατούν τους νέους των ορεινών κοινοτήτων μακριά από τα κέντρα μορφώσεως. Οι δυνατότητες, εξάλλου, που παρέχει η εκπαίδευση για επαγγελματική σταδιοδρομία είναι συνυφασμένες με τη γενικότερη ανάπτυξη της οικονομίας και κυρίως με τη δημιουργία θέσεων απασχόλησης στους δευτερογενής και τριτογενής τομείς. Μαζική μεταστροφή των νέων προς την εκπαίδευση, με στόχο την κατάληψη θέσεων στο Δημόσιο, στις τράπεζες και γενικά στις δημόσιες επιχειρήσεις, δεν θα σημειωθεί πριν από τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο.

Διέξοδος στο βιοποριστικό πρόβλημα, που αντιμετωπίζουν οι κάτοικοι των ορεινών περιοχών, δημιουργείται, κατά το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα, και με την ανάπτυξη του εμπορίου, της βιομηχανίας και των πόλεων. Κατά την περίοδο αυτή το ρεύμα της μετακίνησης αγροτικών πληθυσμών προς τις πεδινές περιοχές και τα αστικά κέντρα παρασύρει και ανήλικους των ορεινών κοινοτήτων, τους οποίους οι γονείς στέλνουν στα κέντρα αυτά, και κυρίως στην Αθήνα, για να κερδίζουν το ψωμί τους και να ενισχύουν και το εισόδημα της οικογενείας που μένει στο χωριό. Οι γονείς δηλαδή ή άλλοι κηδεμόνες εκμίσθωναν τις υπηρεσίες των παιδιών στις εύπορες οικογένειες, σε διάφορους "μαστόρους" και σε επιχειρηματίες της Αθήνας έναντι ενός ελάχιστου ετήσιου ποσού, που εισέπρατταν οι γονείς ή οι κηδεμόνες1. Τα παιδιά αυτά δούλευαν για ένα κομμάτι ψωμί, από το πρωί ως το βράδυ, ως λούστροι, εφημεριδοπώλες, υπηρέτες, ράφτες, υποδηματοποιοί, ξυλουργοί, οψοκομιστές, χτίστες, σιδηρουργοί, γαλατάδες κλπ.2,

Σύμφωνα με τις πληροφορίες που υπάρχουν, τα περισσότερα από τα παιδιά που κατάγονταν από την Πελοπόννησο, προέρχονταν

1. Μίσθωση υπηρέτριας για 10 χρόνια αναφέρεται στην Καρδίτσα το 1952 (Βλ. το σχετικό συμβόλαιο στην εφ. Απογευματινή της 31 Αυγούστου 1986, σ. 14).

2. Κ. Α. Βοβολίνης, Το χρονικόν του "Παρνασσού", Αθήνα 1951, σ. 170 - 171 και 118, 212 - Αρκαδική Επετηρίς, 1 (1903), σ. 53.

Σελ. 38
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/39.gif&w=600&h=912 14. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

5. Ο σκληρός αγώνας για την επιβίωση συνεχίζεται από τους νέους των μαστοροχωριών και στους τόπους στους οποίους μετανάστευσαν. Εδώ τα λαγκαδινόπουλα Γ. Μιχ. Αντωνόπουλος και Βαγγέλης Γ Κατσιούφης στην Ελευσίνα το 1941.

Σελ. 39
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Η μαθητεία στις κομπανίες των χτιστών της Πελοποννήσου
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 20
    14. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

    που αρχίζει από τα 500 μ.1 και φτάνει τα 1000 μ.2. Από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας ώς τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο οι περισσότεροι κάτοικοι του χωριού αυτού ασκούσαν συστηματικά το επάγγελμα του χτίστη. "Έκπαλαι", έγραφε το 1901 ο Ν. A. Βέης3, "οι Λαγκαδινοί μετέρχονται το επάγγελμα του κτίστου". Κατά τον Φωτάκο4, τα κυριότερα επαγγέλματα των Λαγκαδινών ήταν του χτίστη και του μυλωνά5. Ένας παλιός τοπικός λόγιος μας πληροφορεί, το 1874, ότι "πάντες σχεδόν οι κάτοικοι του Δήμου τούτου μετέρχονται το επάγγελμα του οικοδόμου"6, Στη Γορτυνία μάλιστα, όταν ήθελαν να χτίσουν σπίτι, έλεγαν: "Θα φέρουμε τους Λαγκαδινούς". Δεν πρόσθεταν ποτέ τη λέξη μαστόρους, γιατί στη συνείδηση τους οι λέξεις μάστορης και Λαγκαδινός ήταν ταυτόσημες7. Την οικοδομική παράδοση και

    1. Άγιοι Απόστολοι ή Κάτου Μαχαλάς

    2. Αγιατριάδα ή Απάνου Μαχαλάς. Στο ύψος των 800 μ. περίπου τέμνεται από τον δημόσιο δρόμο Τριπόλεως - Πυργου. Στο δρόμο αυτόν υπάρχουν και τα περισσότερα καταστήματα και κάθε Κυριακή, από το πρωί ώς το μεσημέρι, λειτουργούσε αγορά (παζάρι). Σήμερα το παζάρι αυτό λειτουργεί υποτυπωδώς.

    3. "Αρκαδικά χωρικά περιπαίγματα", π. Αρμονία (1901), σ. 140.

    4. "Ανέκδοτα, μύθοι, παροιμίαι", π. Έβδομος, τ. Γ' (1886), σ. 114.

    5. Ενδεικτικό για τη σημασία που έδιναν οι Λαγκαδινοί στα επαγγέλματα αυτά είναι το ακόλουθο ανέκδοτο που διασώζει ο Φωτάκος (ό π., σ. 114). Κάποτε, στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, μια Λαγκαδινιά γέννησε σερνικό παιδί και, κατά τη συνήθεια που επικρατούσε, δύο γειτόνισσες πήγαν να της ευχηθούν να ζήσει το παιδί της. "Να σου ζήσει και να γίνει ένας καλός χτίστης", ευχήθηκε η πρώτη. "Να σου ζήσει και να το δεις έναν καλό μυλωνά" πρόσθεσε η δεύτερη. Και η λεχώνα: "Ας ζήσει το παιδί μου κι ας γίνει και παπάς".

    6. Ιερώνυμος Βογιατζής, "Περί της ονομασίας των δήμων της επαρχίας Γόρτυνος και εμβλημάτων των δημοτικών σφραγίδων", π. Βύρων (1874), σ. 363.

    7. Οι κάτοικοι των γειτονικών στα Λαγκάδια χωριών ονομάζουν τους Λαγκαδινούς λασποκοίληδες, λασπίτες, σφυριά, καλιγοσφύρια. Οι τρεις πρώτοι χαρακτηρισμοί είναι παρμένοι από το επάγγελμα που ασκούσαν οι Λαγκαδινοί, ο τέταρτος υποδηλώνει την πονηριά και την εξυπνάδα των Λαγκαδινών