Συγγραφέας:Κωνσταντινόπουλος, Χρήστος Γ.
 
Τίτλος:Η μαθητεία στις κομπανίες των χτιστών της Πελοποννήσου
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:14
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:1987
 
Σελίδες:136
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Μαθητεία και εργασία
 
Τοπική κάλυψη:Πελοπόννησος
 
Περίληψη:Αντικείμενο του βιβλίου είναι το παραδοσιακό σύστημα μαθητείας στις πλανόδιες κομπανίες των χτιστών της Πελοποννήσου. Ειδικότερα με τη μελέτη αυτή επιχειρείται αφενός να επισημανθεί η κοινωνική και γεωγραφική προέλευση των μαθητευομένων και αφετέρου να καθοριστεί ο μηχανισμός εκμάθησης της τέχνης του χτίστη και οι συνέπειες που ο μηχανισμός αυτός είχε στη διαμόρφωση της προσωπικότητας των μαθητευομένων.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 6.81 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 3-22 από: 146
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/3.gif&w=600&h=915 14. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

Η ΜΑΘΗΤΕΙΑ ΣΤΙΣ ΚΟΜΠΑΝΙΕΣ ΤΩΝ ΧΤΙΣΤΩΝ ΤΗΣ ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΥ 

Σελ. 3
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/4.gif&w=600&h=915 14. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΙΣΤΟΡΙΚΟΥ ΑΡΧΕΙΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΝΕΟΛΑΙΑΣ 

ΣΠΥΡΟΣ I. ΑΣΔΡΑΧΑΣ, ΓΙΑΝΝΗΣ ΓΙΑΝΝΟΥΛΟΠΟΥΛΟΣ ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΗΛΙΟΥ, ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΣ Ε. ΣΚΛΑΒΕΝΤΙΤΗΣ

ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΝΕΑΣ ΓΕΝΙΑΣ Πανεπιστημίου 25, Γ' όροφος, τηλ. 32 38 025

Σελ. 4
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/5.gif&w=600&h=915 14. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

ΧΡΗΣΤΟΣ Γ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΠΟΥΛΟΣ 

Η ΜΑΘΗΤΕΙΑ ΣΤΙΣ ΚΟΜΠΑΝΙΕΣ

ΤΩΝ ΧΤΙΣΤΩΝ ΤΗΣ ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΥ

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΝΕΟΛΑΙΑΣ

ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΝΕΑΣ ΓΕΝΙΑΣ

ΑΘΗΝΑ 1987

Σελ. 5
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/6.gif&w=600&h=915 14. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Σελ. 6
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/7.gif&w=600&h=915 14. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

ΠΡΟΛΟΓΟΣ 

Με τον όρο Μαθητεία εννοούμε αφενός τη χρονική διάρκεια που απαιτείται για την εκμάθηση ενός βιοτεχνικού - εμπορικού επαγγέλματος και αφετέρου το σύστημα με το οποίο συντελείται η εκμάθηση αυτή. Το σύστημα αυτό μπορεί να είναι παραδοσιακό ή σύγχρονο. Με το πρώτο οι γνώσεις, οι μέθοδοι και οι τεχνικές που χρειάζονται για την άσκηση ενός βιοτεχνικού - εμπορικού επαγγέλματος μεταβιβάζονται αποκλειστικά με εμπειρικό τρόπο και με τη μακρόχρονη επαγγελματική άσκηση τον μαθητευομένου στους τόπους εργασίας. Με το δεύτερο η επαγγελματική κατάρτιση του μαθητευομένου ολοκληρώνεται με τη θεωρητική διδασκαλία, που γίνεται σε τεχνικοεπαγγελματικά σχολεία, και την πρακτική άσκηση, που γίνεται σε ειδικά εργαστήρια ή στους τόπους της εργασίας. Το παραδοσιακό σύστημα μαθητείας, με το οποίο διαιωνιζόταν η αποθησαυρισμένη επαγγελματική πείρα και αναπαράγονταν τα επαγγέλματα, είναι πανάρχαιο και επιβιώνει ως τις μέρες μας. Η ανάπτυξη της τεχνολογίας κατά τη Βιομηχανική Επανάσταση και οι ανάγκες του ανερχόμενου καπιταλισμού οδήγησαν στο σύγχρονο ή επιστημονικό σύστημα μαθητείας.

Η μελέτη των παραδοσιακών συστημάτων μαθητείας ήταν παραμελημένη ως τα τελευταία χρόνια. Οι περισσότεροι από τους παλιότερους ερευνητές δεν μας έδωσαν ολοκληρωμένες επιστημονικές μελέτες για τα παραδοσιακά επαγγέλματα. Περιορίστηκαν κυρίως σε γενικές περιγραφές και σε αναζήτηση γραφικών και ανεκδοτολογικών στοιχείων. Μια εξήγηση του φαινομένου είναι ότι οι λαογράφοι και οι ιστορικοί τον περασμένου αιώνα και των αρχών τον παρόντος έδιναν προτεραιότητα στη μελέτη των μνημείων

Σελ. 7
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/8.gif&w=600&h=91514. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

8 Η ΜΑΘΗΤΕΙΑ ΣΤΙΣ ΚΟΜΠΑΝΙΕΣ

του λόγου και στην ανίχνευση των καταβολών τους στην Αρχαιότητα ή το Βυζάντιο. Σκοπός τους κυρίως ήταν να επιβεβαιώσουν τη συνεχεία τον Ελληνισμού και να προσδιορίσουν τα στοιχεία ταυτότητας του. Και σε αυτόν βοηθούσε περισσότερο η μελέτη του πνευματικού πολιτισμού και λιγότερο ή καθόλου η μελέτη του υλικού. Ο τρόπος αυτός θεώρησης των πραγμάτων και των φαινομένων έχει σήμερα σχεδόν ανατραπεί. Ένα πλήθος επιστημόνων έχει στρέψει το ερευνητικό ενδιαφέρον του σε θέματα που άλλοτε ήταν παραμελημένα και υποβαθμισμένα (συντεχνιακοί θεσμοί, πλανόδιοι τεχνίτες, παιδική και γυναικεία εργασία κλπ.), καθώς και στους μηχανισμούς αναπαραγωγής τον υλικού βίου. Στα πλαίσια του ερευνητικού αυτού ενδιαφέροντος, που αντιστοιχεί βέβαια σε μια γενικότερη αντίληψη για το ρόλο που παίζει το υλικοτεχνικό υπόβαθρο στην ιστορική εξέλιξη, μελετώνται και τα παραδοσιακά συστήματα μαθητείας. Συστήματα τα οποία μας βοηθούν να κατανοήσουμε και να ερμηνεύσουμε τις συμπεριφορές μιάς κοινωνικής κατηγορίας -των μαθητευομένων- σε συγκεκριμένα χρονικά και γεωγραφικά πλαίσια, και να αντλήσουμε, ενδεχομένως, απαντήσεις στα προβλήματα της σύγχρονης νεολαίας.

Η παρούσα εργασία, που εκπονήθηκε στα πλαίσια τον ερευνητικού προγράμματος του Ιστορικού Αρχείου Ελληνικής Νεολαίας, ασχολείται με το παραδοσιακό σύστημα μαθητείας στις πλανόδιες κομπανίες των χτιστών της Πελοποννήσου, δεν καλύπτεί δηλαδή παρά μόνο μια επαγγελματική ειδικότητα και μια γεωγραφική περιοχή. Ειδικότερα με τη μελέτη αυτή επιχειρείται αφενός να επισημανθεί η κοινωνική και γεωγραφική προέλευση των μαθητευομένων και αφετέρου να καθοριστεί ο μηχανισμός εκμάθησης της τέχνης του χτίστη και οι συνέπειες που ο μηχανισμός αυτός είχε στη διαμόρφωση της προσωπικότητας των μαθητευομένων.

Δεν είναι εύκολο να συλλάβει κανείς διαχρονικά και με ακρίβεια τη λειτουργία του συστήματος μαθητείας στα πλανόδια μπουλούκια των χτιστών. Ό,τι γνωρίζουμε για τις κομπανίες των μαστόρων προέρχονται κυρίως από τις αφηγήσεις μαστόρων που ανήκουν

Σελ. 8
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/9.gif&w=600&h=915 14. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

ΠΡΟΛΟΓΟΣ  9

σε νεότερες γενιές, πράγμα που σημαίνει ότι ως ένα βαθμό μας διαφεύγει ο ακριβής τρόπος οργάνωσης των μπουλουκιών σε παλαιότερες εποχές. Η μελέτη, συνεπώς, του συστήματος μαθητείας στις κομπανίες των χτιστών της Πελοποννήσου, που επιχειρείται στην εργασία αυτή, στηρίζεται σε νεότερα στοιχεία και κυρίως σε μαρτυρίες που υπάρχουν για τους κυριότερους χτίστες της Χερσονήσου, δηλαδή τους Γορτύνιους και τους Κλουκινοχωρίτες.

Για τη διερεύνηση του θέματος χρησιμοποίησα την υπάρχουσα για τους παραδοσιακούς χτίστες βιβλιογραφία, κυρίως της Πελοποννήσου, και πραγματοποίησα τρία ταξίδια στα μαστοροχώρια του Μοριά. Το υλικό που συγκεντρώθηκε διαρθρώθηκε σε έξι κεφάλαια. Στο πρώτο δίνονται οι ιστορικές ειδήσεις για τα μαστοροχώρια της Πελοποννήσου. Στο δεύτερο γίνεται αναφορά στο κοινωνικοοικονομικό πλαίσιο των απομονωμένων ορεινών οικισμών και ειδικότερα των μαστοροχωριών. Εξετάζονται οι φυσικοί, κοινωνικοί και οικονομικοί παράγοντες που προσδιορίζουν τη γένεση και εξέλιξη των επαγγελμάτων στους οικισμούς αυτούς και αιτιολογούνται οι επαγγελματικές επιλογές των κατοίκων τους. Αναφέρεται, ειδικότερα, γιατί στις περιοχές των μαστοροχωριών διαμορφώθηκαν και άκμασαν ορισμένα επαγγέλματα και γιατί οι νέοι, στα χωριά αυτά, επέλεγαν ως επαγγελματική διέξοδο το επάγγελμα του χτίστη. Στο τρίτο κεφάλαιο μελετάται ο επαγγελματικός σχηματισμός των χτιστών της Πελοποννήσου. Περιγράφονται η δομή της κομπανίας, οι ομοιότητες της με τις συντεχνίες και οι διαφορές της από αυτές, ο καταμερισμός της εργασίας, οι ειδικότητες. Ειδικότερα εξετάζεται η θέση των μαθητευομένων στην κομπανία, οι συμπεριφορές που διαμόρφωναν αυτοί μέσα ή έξω από την κομπανία, η εξάρτηση και ο συλλογικός καταναγκασμός των μαθητευομένων. Στο τέταρτο κεφάλαιο αναλύεται το σύστημα μαθητείας που επικρατούσε στα πλανόδια μπουλούκια (συγκεκριμένος τρόπος εκμάθησης του επαγγέλματος, στάδια μαθητείας, τρόπος προαγωγής από το ένα στάδιο στο άλλο, τρόπος αμοιβής των μαθητευομένων, υποχρεώσεις και δικαιώματα αυτών κλπ.). Αναφέρονται και εδώ οι διαφορές από τις συντεχνίες και

Σελ. 9
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/10.gif&w=600&h=915 14. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

γίνεται αναφορά στη νομοθεσία προστασίας των ανήλικων μαθητευομένων. Στο πέμπτο κεφάλαιο περιγράφονται οι συνθήκες εργασίας και διαβίωσης των χτιστών και κυρίως των μαθητευομένων. Έμφαση δόθηκε στα χρονικά όρια εργασίας, στους όρους διατροφής και διαμονής τους και τις συνέπειες που είχαν οι κακές συνθήκες εργασίας και διαβίωσης στη βιολογική και πνευματική ανάπτυξη των ανήλικων εργαζομένων. Τέλος στο έκτο κεφάλαιο διερευνώνται οι παράγοντες που οδήγησαν στην παρακμή των πλανόδιων μπουλουκιών των χτιστών, προσδιορίζονται οι παράγοντες αυτοί χρονικά και τυπικά, και επισημαίνονται οι νέες επαγγελματικές επιλογές των νέων στα μαστοροχώρια.

Αισθάνομαι την υποχρέωση να εκφράσω τις ευχαριστίες μου και από εδώ στα μέλη της Επιτροπής του Ιστορικού Αρχείου Ελληνικής Νεολαίας, ιδιαίτερα δε στον καθηγητή κ. Σπύρο Ι. Ασδραχά, για τις πολύτιμες και ουσιαστικές υποδείξεις που μου έκαμαν.

Χ.Γ.Κ

Σελ. 10
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/11.gif&w=600&h=91514. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

ΒΡΑΧΥΓΡΑΦΙΕΣ

ΔΙΕΕ = Δελτίον Ιστορικής Εθνολογικής Εταιρείας

ΕΑΙΕΔ = Επετηρίς Αρχείου Ιστορίας Ελληνικού Δικαίου

ΕΕΔ = Επιθεώρησις Εργατικού Δικαίου

ΕΕΣΜ = Επετηρίς Εταιρείας Στερεοελλαδικών Μελετών

ΕΜΠ = Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο

ΕΣΥΕ = Εθνική Στατιστική Υπηρεσία Ελλάδος

ΚΕΕΛ = Κέντρο Ερεύνης Ελληνικής Λαογραφίας

ΟΑΕΔ = Οργανισμός Απασχολήσεως Εργατικού Δυναμικού

ΤΕΕ = Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος ΦΕΚ = Φύλλο Εφημερίδος Κυβερνήσεως

Σελ. 11
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/12.gif&w=600&h=915 14. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Σελ. 12
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/13.gif&w=600&h=915 14. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

A'

ΤΑ ΜΑΣΤΟΡΟΧΩΡΙΑ 

Τα απλά σπίτια στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, «και αργότερα όχι σπάνια», τα έχτιζαν συνήθως οι ίδιοι οι ιδιοκτήτες τους με τη βοήθεια των γειτόνων τους και κάποιων ντόπιων μαστόρων με περιορισμένες ικανότητες1. Τις εκκλησίες, όμως, τα αρχοντικά, τα γεφύρια και άλλα σημαντικά έργα τα έχτιζαν ειδικευμένοι τεχνίτες, που δεν ήταν πάντοτε ντόπιοι. Η κάλυψη μάλιστα των οικοδομικών αναγκών ευρύτερων περιοχών, και ιδιαίτερα η εκτέλεση σημαντικών οικοδομικών έργων, δεν απαιτούσαν μόνο εξειδικευμένες γνώσεις αλλά και οργάνωση ειδικών οικοδομικών συνεργείων. Τα συνεργεία επέτρεπαν καταμερισμό της εργασίας και συνεπώς γρήγορη αποπεράτωση των έργων. Τα συνεργεία αυτά, που αποτελούσαν «πλανόδια οργανωμένη σε συντροφιές με εσωτερική ιεράρχηση εργατική δύναμη»2, δεν είναι άλλα από τις γνωστές κομπανίες ή μπουλούκια των λαϊκών οικοδόμων, που από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας ώς το πρόσφατο παρελθόν κάλυπταν τις στεγαστικές ανάγκες, κυρίως της υπαίθρου. Δεν είναι εύκολο να προσδιορίσουμε χρονικά την εμφάνιση των επαγγελματικών αυτών ομάδων. Ειδικευμένοι οικοδόμοι, βέβαια, που έχτιζαν

1. Βλ. Χαρ. Μπούρα στο Ελληνική Παραδοσιακή Αρχιτεκτονική, τ. Α' (1982), σ. 25 - 26 και Αργύρη Πετρονώτη, στο ίδιο, τ. Δ', Πελοπόννησος, Α' (1986), σ. 239 - 240.

2. Σπύρος Ι. Ασδραχάς, «Το κοινωνικοοικονομικό πλαίσιο της παραδοσιακής αρχιτεκτονικής. Οι οικονομικές συνθήκες». Ελληνική Παραδοσιακή Αρχιτεκτονική, τ. Α', σ. 16.

Σελ. 13
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/14.gif&w=600&h=915 14. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

εκκλησίες, μοναστήρια, τζαμιά, οχυρωματικά έργα, γεφύρια, παλάτια και άλλα σημαντικά οικοδομικά έργα υπήρχαν πάντα, κυρίως στα αστικά κέντρα. Η σε ευρεία έκταση όμως άσκηση του οικοδομικού επαγγέλματος με τη μορφή των πλανόδιων μπουλουκιών προϋποθέτει αυξημένη ζήτηση ειδικευμένων οικοδόμων σε ευρύτερες γεωγραφικές περιοχές και αδυναμία του συστήματος να καλύψει τις ανάγκες αυτές με ντόπιο εργατικό δυναμικό. Τέτοια ζήτηση δεν μπορούσε να υπάρξει σε περιόδους γενικής φτώχειας και εξαθλίωσης, Η εμφάνιση, επομένως, των πλανόδιων οικοδομικών συνεργείων συναρτάται με την απαρχή της οικονομικής ανάπτυξης του ελλαδικού χώρου, πράγμα που σημαίνει ότι τα συνεργεία αυτά είναι δημιούργημα κυρίως των τριών τελευταίων αιώνων.

Τόπος προέλευσης των πλανόδιων μαστορικών κομπανιών ήταν ορισμένα χωριά της ηπειρωτικής ή νησιωτικής Ελλάδας, κοινό χαρακτηριστικό των οποίων ήταν η αδυναμία τους να εξασφαλίσουν τους αναγκαίους πόρους για τη συντήρηση των κατοίκων τους. Τα χωριά αυτά ονομάστηκαν μαστοροχώρια. Ο όρος προϋποθέτει τη συστηματική και κατά το σύστημα των μπουλουκιών άσκηση της οικοδομικής από την πλειονότητα των κατοίκων ενός χωριού ή, τουλάχιστον, τη συστηματική άσκηση της τέχνης αυτής από ένα μεγάλο μέρος των κατοίκων του ως κύριου ή και αποκλειστικού βιοποριστικού επαγγέλματος, Μαστοροχώρι επομένως δεν μπορεί να χαρακτηριστεί το χωριό που διαθέτει ορισμένους τεχνίτες για τη θεραπεία των τοπικών οικοδομικών αναγκών. Στο μαστοροχώρι δεν έχουμε απλώς τεχνίτες της οικοδομικής αλλά οργανωμένες ομάδες χτιστών (κομπανίες - μπουλούκια - παρέες) που ασκούν το επάγγελμα του οικοδόμου σε ευρύτατες γεωγραφικές περιοχές.

Στον μοραΐτικο χώρο, μαστοροχώρια με την παραπάνω έννοια εντοπίζονται στα νεότερα χρόνια (από το τελευταίο τέταρτο του 18ου αιώνα) στις περιοχές της Γορτυνίας και των Καλαβρύτων. Χτίστες επίσης, με σημαντική μάλιστα συμβολή στη διαμόρφωση της τοπικής αρχιτεκτονικής, συναντούμε στην Κυνουρία (από

Σελ. 14
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/15.gif&w=600&h=915 14. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

τις πρώτες δεκαετίες του 18ου αιώνα) και στη Μάνη, καθώς και. στην επαρχία Επιδαύρου Λιμηράς (κατά τους 19ο και 20ό αιώνες). Οργανωμένα μπουλούκια χτιστών συναντούμε ακόμα και στην ορεινή Κορινθία (περιοχή Φενεού) κατά τη διάρκεια του Αγώνα της Ανεξαρτησίας. Οι πληροφορίες αυτές μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η γένεση και ανάπτυξη των πλανόδιων μαστορικών κομπανιών στην Πελοπόννησο τοποθετείται χρονικά στις πρώτες δεκαετίες του 18ou αιώνα, Συνεργεία, βέβαια, ντόπιων οικοδόμων για την κατασκευή έργων για λατρευτικούς ή πολεμικούς σκοπούς ή για τη διακίνηση ανθρώπων και αγαθών, καθώς και για την κάλυψη στεγαστικών αναγκών, υπήρχαν και εδώ από πολύ παλιά. Κατά τις διαπιστώσεις της K. Π. Θεοδωρακάκου - Βαρελιδου1 «η οχυρωματική αρχιτεκτονική στη Μάνη δημιουργήθηκε από Έλληνες τεχνίτες χωρίς την άμεση καθοδήγηση των ξένων κατακτητών. Εμφανίζεται σα συνέχεια της βυζαντινής παραδόσεως. Ο πρόγονος των πύργων της Μάνης θα πρέπει να αναζητηθεί στους πύργους του Μυστρά και γενικά στη βυζαντινή φρουριακή αρχιτεκτονική»2. Είναι γνωστό επίσης ότι κατά το δεύτερο μισό του 15ου αιώνα εγκαταστάθηκαν στην Κωνσταντινούπολη τεχνίτες από την Πελοπόννησο3, Μερικοί από αυτούς θα ήταν, πιστεύω, χτίστες. Αλλά και κατά τον επόμενο αιώνα μοραΐτες οικοδόμοι μετείχαν (1553 - 1558) στην κατασκευή του Sülemaniye (τζαμιού) στην Κωνσταντινούπολη4. Κατά τον καθηγητή Δ, Ι. Πάλλα5, το καθολικό της

1. Κάστρο Γρηγοράκηδων εις Αγερανό Μάνης, Αθήνα 1974, σ. 4.

2. Για τις σχέσεις Μάνης - Μυστρά στον τομέα της αρχιτεκτονικής και οικοδομικής βλ. και Η. Megaw, «Byzantine Architecture in Mani», Annual of the Brit. School at Athens, τ. 3( 1932 - 1933), σ. 161' Ανάργυρος Γ. Κουτσιλιέρης, Μανιάτικα μελετήματα, Αθήνα 1978, σ. 186.

3. O. L. Barkan, «Οι μορφές οργάνωσης της αγροτικής εργασίας στην Οθωμανική αυτοκρατορία το ιέ' και ιστ' αιώνα», μετάφρ. Σπύρου Ι, Ασδραχά, στον τόμο Η οικονομική δομή των Βαλκανικών χωρών, 1979, σ. 51.

4. 0. L. Barkan, «L'organisation du travail dans le chantier d'unfr grande mosquée à Istanbul au XVIe siècle», Annales E.S.C., 1962, σ. 1106.

5. «Μια ανώνυμη εκκλησία του Ακροκορίνθου και η Φανερωμένη της Σαλαμίνας», Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά (1959), σ. 48.

Σελ. 15
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/16.gif&w=600&h=915 14. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

μονής Φανερωμένης στη Σαλαμίνα χτίστηκε στο τέλος του 17ου αιώνα από «συντροφιά χτιστών αρκετά επιδέξιων που είχαν ορμηθεί από την Πελοπόννησο και που πριν εργαστούν στη Σαλαμίνα είχαν προηγουμένως εργαστεί στον Ακροκόρινθο κάτω από βενετική καθοδήγηση»1.

Τις πρώτες πληροφορίες για χτίστες από την Κυνουρία αντλούμε από επιγραφικά μνημεία της περιοχής. Οι πύργοι του Μερικά και του Γεωργίου Σαραντάρη στον Πραστό χτίστηκαν το 1722 - 1723 από τον πρωτομάστορα Λέο Τανεσή2. Πραστιώτες ήταν επίσης ο «μαΐστορ Κώστας του Γκιώνη», που το 1734 «κατέστρωσε το έδαφος της αγίας μονής Αγίου Νικολάου Καρέας»3 και οι πρωτομάστοροι Κωστάκης Καρτζιώτης (1732)4 και Στάθης του Χρόνη (1744)5. Αλλά και στα νεότερα χρόνια συναντούμε κυνουριάτες χτίστες 6 κυρίως στον Κοσμά 7 και στον Τυρό 8.

1. Στην Πελοπόννησο εργάστηκαν βέβαια κατά καιρούς και χτίστες από τα νησιά, την Ιταλία και, στα νεότερα χρόνια, από τη Μακεδονία και την Ήπειρο (βλ. τη σχετική βιβλιογραφία στου Χρήστου Κωνσταντινόπουλου, Οι παραδοσιακοί χτίστες της Πελοποννήσου, Αθήνα 1983, σ. 15 κε.).

2. Ν. Α. Βέης, «Το Παρθενών - Παρθενός και τ' ανάλογα του», Νουμάς, έτ. Γ', αρ. 141, 27 Μαρτίου 1905, σ. 2 - 5· Γ. Θ. Παπαγεωργίου, Η ιστορία του Πραστού, Αθήνα 1970, σ. 107· Θάνος Βαγενάς, «Ο Τσάκωνας αγωνιστής. Γιαννάκης Σαραντάρης κι' οι ανέκδοτες ιστορικές σημειώσεις του». Χρονικά των Τσακώνων, Γ' (1969), σ. 110' Τάσος Αθ. Γριτσόπουλος, «Χριστιανικά μνημεία Πραστού», Πελοποννησιακά, IB' (1977), σ. 185.

3. Μιχαήλ Δέφφνερ, Λεξικόν της Τσακωνικής διαλέκτου, Αθήνα 1923, σ. 169· Τάσος Αθ. Γριτσόπουλος, «Μονή Αγίου Νικολάου Καρυάς, Κυνουρίας», Μνημοσύνη, Ε' (1969), σ. 312.

4. Γιάννης Καψαμπέλης, «Ο παλαιότερος Πραστός», Χρονικά των Τσακώνων, Α' (1956), σ. 12· Τάσος Αθ. Γριτσόπουλος, «Χριστιανικά μνημεία Πραστού», Πελοποννησιακά, ΪΒ' (1977), σ. 175.

5. Τάσος Αθ. Γριτσόπουλος, ό.π., σ. 207.

6. Θανάσης Π. Κωστάκης, «Τσακώνικη αρχιτεκτονική». Λαογραφία, ΙΘ' (1960 - 1961), σ. 274, υποσημ. 19: «Οι χτίστες συνήθως ντόπιοι».

7. Στάθης Δ. Σταθάκης, «H κοσμίτικη αρχιτεκτονική». Χρονικά του Κοσμά Κυνουρίας, Αθήνα 1971, σ. 54.

8. Βλ. το σχετικό υλικό που έχει συγκεντρωθεί σε τόμους στο Υπουργείο

Σελ. 16
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/17.gif&w=600&h=915 14. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

Από το Καστρί επίσης έβγαιναν καλοί πελεκάνοι και μαρμαράδες 1 που η δράση τους επεκτεινόταν και στα χωριά Βούρβουρα, Καστάνιτσα, Πλατανάκι, Γεράκι 2. Κυνουριάτης ήταν και ο «τέκτων Φαρμασώνης εκ Τανίας» που το 1885 έχτισε την εκκλησία «Κοίμησις της Θεοτόκου» στον Βρονταμά της Λακωνίας3. Γενικά οι κυνουριάτες, και κυρίως οι τσάκωνες, χτίστες «άπλωναν τη δράση τους και προς τις άλλες πλευρές του Πάρνωνα, δηλ. δυτικά προς τη Λακωνία, και νότια στην επαρχία Επιδαύρου Λιμηράς. Εκεί υπάρχει η μνήμη, ότι οι "Τσακώνοι" μαστόροι, όπως τους λένε, χτίζανε στα παλιότερα χρόνια πολύ πριν παρουσιαστούν οι Λαγκαδινοί χτιστάδες»4. Σε πολλά χωριά της νοτιοανατολικής Λακωνίας (Δαιμονιά, Κουλέντια, Φουτια, Αγ. Ιωάννης, Πέρπενη, Συκιά, Γεράκι, Ρηχιά κ.ά.) υπήρχαν και αξιόλογοι ντόπιοι χτίστες5. Έρχονταν επίσης Σπετσιώτες, Υδραίοι και Λαγκαδινοί, Τους τελευταίους, που στην περιοχή του Ζάρακα τους έλεγαν τσούσηδες, τους θεωρούσαν γενικά εξαίρετους τεχνίτες6.

Εσωτερικών με τον τίτλο Μελέτη εντοπισμού και απογραφής αξιόλογων οικισμών ή τμημάτων τούτων (1975).

1. Αργύρης Πετρονώτης, «Τα τοπικά οικοδομικά εργαστήρια της νεοελληνικής παραδοσιακής αρχιτεκτονικής στην Πελοπόννησο», Αρμολόι, τχ. 10 (1980), σ. 59.

2. Μελέτη εντοπισμού και απογραφής κλπ., ό.π.

3. Μανόλης Δρεπανιάς, Βρονταμάς Λακωνίας, Αθήνα 1981, σ. 103, όπου δημοσιεύεται σχετική επιγραφή.

4. Αργύρης Πετρονώτης, ό.π., σ. 58 - 59.

5. Αργύρης Πετρονώτης, ό.π., σ. 58. Μελέτη εντοπισμού και απογραφής κλπ., ό.π.

6. Ελένη Αλεξάκη, στο Ελληνική Παραδοσιακή Αρχιτεκτονική, τ. Δ', Πελοπόννησος, Α' (1986), σ. 142. Κιούσης στα Κρεκόνικα (τη συνθηματική γλώσσα των λαγκαδινών χτιστών) σημαίνει μάστορης. Οι Βαρβαρίτες με τη λέξη αυτή ονόμαζαν τον υλοτόμο που ερχόταν στην Πελοπόννησο από τη Ρούμελη και την Ήπειρο. Στον Πόρο όμως κιούσηδες (τσούσηδες) ονόμαζαν τους βαρβαρίτες χτίστες. «Στα μέρη των Πατρών τσούσηδες έλεγαν αυτούς που έρχονταν από τη Δωρίδα, ίσως και την Αιτωλοακαρνανία», γράφει ο Αργ. Πετρονώτης (Αρμολόι, τχ. 10 (1980), σ. 60). Ο ίδιος υποστηρίζει (ό.π., σ. 60) ότι η «έρευνα τελικά έδειξε ότι οι "τσούσηδες" ήταν δασοκόποι

Σελ. 17
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/18.gif&w=600&h=915 14. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

Χτίστες έβγαζε και η Μάνη, κυρίως η δυτική. Ανάμεσα τους ξεχώριζαν οι πετροφάοι, «σπουδαίοι μαστόροι στο σκάλισμα της πέτρας»1. Ονομαστοί για την τέχνη τους πετροφάοι υπήρξαν οι Ιωάννης Κισκύρας, από τη Λαγκάδα της Μεσσηνιακής Μάνης (1820 - 1904/5) και o Καλοπόθος Λιμπέρης, από την Κίττα, «κτίστης άριστος και γλύπτης»2,

Οι μανιάτες μαστόροι, που διακρίνονταν για την καλλιτεχνική τους ευαισθησία, δεν ήταν οργανωμένοι σε κομπανίες και δεν ταξίδευαν για δουλειά έξω από τη Μάνη3, για το λόγο αυτό δεν είναι γνωστοί στα άλλα μέρη της Πελοποννήσου, Η συμβολή τους στη διαμόρφωση της παραδοσιακής μας αρχιτεκτονικής περιορίζεται στο χώρο της Μάνης.

Μαστόρους, οργανωμένους μάλιστα σε κομπανίες, ανέδειξαν και μερικά χωριά της ορεινής Κορινθίας (Καλύβια, Φονιά, Βίλια, Γκούρα, Ταρσός κ.ά,). Για πρώτη φορά συναντούμε μαστόρικα μπουλούκια από την περιοχή αυτή στα χρόνια της Εθνεγερσίας4.

και "σκιζάδες" και ότι έρχονταν από τη Β. Ελλάδα». Είχαν και συνθηματική γλώσσα. Βλ. και Μανόλη Τριανταφυλλίδη, Απαντά, τ. Β', Θεσσαλονίκη 1963, σ. 306.

1. Αργύρης Πετρονώτης, ό.π., σ. 58. Για τους όρους πετροφάος, πετρολόος βλ. Κυριάκου Κάσση, Λαογραφία της Μέσα Μάνης, τ. A' (1980), σ. 217.

2. Ιωάννης Ιωάννου, «Τα λιθανάγλυφα της οικίας Ιωάννου Σ. Κισκήρα εις χωρίον Λαγκάδα Μάνης» (ανακοίνωση στο B' Διεθνές Συνέδριο Πελοποννησιακών Σπουδών, βλ. Περιλήψεις ανακοινώσεων, Αθήνα 1980, σ. 88' Μιχάλης Κασίσης, «Οι πετροφάοι της Μάνης και η προσφορά τους στη μανιάτικη λαϊκή αρχιτεκτονική», Λακωνικοί Σπουδαί, E' (198O), σ. 381 - 382· Αργύρης Πετρονώτης, «Μανιάτες μαστόροι», Λακωνικαί Σπουδαί, Ε' (1980), σ. 181 - 182.

3. Υπάρχουν και εξαιρέσεις· το 1923, με πληροφορεί ο λαγκαδινός πρωτομάστορας Χρήστος Γαρδίκας, μανιάτες μαστόροι δούλεψαν στην Καλαμάτα. Ένας άλλος χτίστης από την Κίττα εργάστηκε και στο Πεταλίδι της Μεσσηνίας (Αργ. Πετρονώτης, ό.π., σ. 180).

4. Χρ. Γ. Κωνσταντινόπουλος, Οι παραδοσιακοί χτίστες της Πελοποννήσου, Αθήνα 1983, σ. 39, 140 - 143.

Σελ. 18
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/19.gif&w=600&h=91514. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

Με βάση τα παραπάνω στοιχεία, μπορεί κανείς να συμπεράνει ότι στην Κυνουρία και την ανατολική Λακωνία, από τη μια και την άλλη πλευρά του Πάρνωνα δηλαδή, απαντούν από πολύ παλιά ντόπιοι χτίστες. Δεν υπάρχει όμως το αναγκαίο ιστορικό και λαογραφικό υλικό για να προσδιορίσουμε με ακρίβεια τα χρονικά και γεωγραφικά πλαίσια της δράσης τους, καθώς και τον τρόπο οργάνωσης της δουλειάς τους. Οι πρωτομαστόροι που συναντήσαμε σε επιγραφικά μνημεία του Πραστού και μια ισχνή παράδοση που λέει ότι της "Κυράς το γιοφύρι" το έχτισαν οι "Τσακώνοι"1 είναι δύο σοβαρές ενδείξεις για να υποθέσουμε ότι οι Κυνουριάτες άσκησαν το επάγγελμα του χτίστη, προτού κυριαρχήσουν στο Μοριά οι κλουκινοχωρίτες και οι λαγκαδινοί μαστόροι, και ότι ανέπτυξαν οικοδομική δραστηριότητα πολύ πέρα από τα όρια της Κυνουρίας και της ανατολικής Λακωνίας. Άγνωστα επίσης παραμένουν και τα χρονικά και γεωγραφικά όρια δράσης των χτιστών της ορεινής Κορινθίας, μολονότι στην περίπτωση τους έχουμε ένα πρόσθετο στοιχείο (η οργάνωση τους σε κομπανίες) που μας υποβάλει την ιδέα ότι σε παλαιότερους καιρούς αυτοί θα ανέπτυσσαν οικοδομική δραστηριότητα σε ευρύτερα γεωγραφικά πλαίσια.

Οι κυριότερες εστίες παραδοσιακών χτιστών στην Πελοπόννησο εντοπίζονται, όπως ήδη αναφέρθηκε, σε μερικά χωριά της Γορτυνίας και των Καλαβρύτων. Οι πρώτες γραπτές πληροφορίες για χτίστες από τα χωριά αυτά είναι του τέλους του 18ου αιώνα. Είναι βέβαιο όμως, όπως θα δούμε πιο κάτω, ότι οικοδομική παράδοση στις παραπάνω περιοχές δημιουργήθηκε πολύ πιο μπροστά από την εποχή αυτή,

To κατεξοχήν μαστοροχώρι της Πελοποννήσου ήταν τα Λαγκάδια, χωριό της ορεινής Γορτυνίας χτισμένο αμφιθεατρικά σε ένα από τα βορειοδυτικά αντερείσματα του Μαινάλου και σε υψόμετρο

1. Χρ. Γ. Κωνσταντινόπουλος, Το χωριό μου Γλανιτσιά - Μυγδαλιά (Αρκαδίας), Αθήνα 1965, σ. 79.

Σελ. 19
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/20.gif&w=600&h=91514. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

που αρχίζει από τα 500 μ.1 και φτάνει τα 1000 μ.2. Από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας ώς τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο οι περισσότεροι κάτοικοι του χωριού αυτού ασκούσαν συστηματικά το επάγγελμα του χτίστη. "Έκπαλαι", έγραφε το 1901 ο Ν. A. Βέης3, "οι Λαγκαδινοί μετέρχονται το επάγγελμα του κτίστου". Κατά τον Φωτάκο4, τα κυριότερα επαγγέλματα των Λαγκαδινών ήταν του χτίστη και του μυλωνά5. Ένας παλιός τοπικός λόγιος μας πληροφορεί, το 1874, ότι "πάντες σχεδόν οι κάτοικοι του Δήμου τούτου μετέρχονται το επάγγελμα του οικοδόμου"6, Στη Γορτυνία μάλιστα, όταν ήθελαν να χτίσουν σπίτι, έλεγαν: "Θα φέρουμε τους Λαγκαδινούς". Δεν πρόσθεταν ποτέ τη λέξη μαστόρους, γιατί στη συνείδηση τους οι λέξεις μάστορης και Λαγκαδινός ήταν ταυτόσημες7. Την οικοδομική παράδοση και

1. Άγιοι Απόστολοι ή Κάτου Μαχαλάς

2. Αγιατριάδα ή Απάνου Μαχαλάς. Στο ύψος των 800 μ. περίπου τέμνεται από τον δημόσιο δρόμο Τριπόλεως - Πυργου. Στο δρόμο αυτόν υπάρχουν και τα περισσότερα καταστήματα και κάθε Κυριακή, από το πρωί ώς το μεσημέρι, λειτουργούσε αγορά (παζάρι). Σήμερα το παζάρι αυτό λειτουργεί υποτυπωδώς.

3. "Αρκαδικά χωρικά περιπαίγματα", π. Αρμονία (1901), σ. 140.

4. "Ανέκδοτα, μύθοι, παροιμίαι", π. Έβδομος, τ. Γ' (1886), σ. 114.

5. Ενδεικτικό για τη σημασία που έδιναν οι Λαγκαδινοί στα επαγγέλματα αυτά είναι το ακόλουθο ανέκδοτο που διασώζει ο Φωτάκος (ό π., σ. 114). Κάποτε, στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, μια Λαγκαδινιά γέννησε σερνικό παιδί και, κατά τη συνήθεια που επικρατούσε, δύο γειτόνισσες πήγαν να της ευχηθούν να ζήσει το παιδί της. "Να σου ζήσει και να γίνει ένας καλός χτίστης", ευχήθηκε η πρώτη. "Να σου ζήσει και να το δεις έναν καλό μυλωνά" πρόσθεσε η δεύτερη. Και η λεχώνα: "Ας ζήσει το παιδί μου κι ας γίνει και παπάς".

6. Ιερώνυμος Βογιατζής, "Περί της ονομασίας των δήμων της επαρχίας Γόρτυνος και εμβλημάτων των δημοτικών σφραγίδων", π. Βύρων (1874), σ. 363.

7. Οι κάτοικοι των γειτονικών στα Λαγκάδια χωριών ονομάζουν τους Λαγκαδινούς λασποκοίληδες, λασπίτες, σφυριά, καλιγοσφύρια. Οι τρεις πρώτοι χαρακτηρισμοί είναι παρμένοι από το επάγγελμα που ασκούσαν οι Λαγκαδινοί, ο τέταρτος υποδηλώνει την πονηριά και την εξυπνάδα των Λαγκαδινών

Σελ. 20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/21.gif&w=600&h=915 14. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

τη φήμη των λαγκαδινών χτιστών υπογραμμίζουν επίσης τα πολυάριθμα ανέκδοτα και πειράγματα που λέγονταν γι' αυτούς σε ολόκληρη την Πελοπόννησο. Το πιο χαρακτηριστικό είναι εκείνο που λέει ότι οι «Λαγκαδινοι με τα γαϊδούρια τους έχτισαν τον κόσμο !»1.

Από πότε ακριβώς οι Λαγκαδινοί άρχισαν να ασκούν το επάγγελμα του χτίστη δεν είναι γνωστό. Το χωριό χτίστηκε, σύμφωνα με την πιθανότερη εκδοχή, κατά το τέλος του 16ου ή τις αρχές του 17ου αιώνα σε μέρος ορεινό, άγονο και δύσβατο2. Όσοι δεν μπορούσαν να ζήσουν στον τόπο αυτό από τη γεωργική και κτηνοτροφική παραγωγή, αναγκάστηκαν να αναζητήσουν συμπληρωματικούς πόρους σε άλλες απασχολήσεις. Το φυσικό περιβάλλον, όπως θα δούμε αναλυτικότερα πιο κάτω, ώθησε τους Λαγκαδινούς στην άσκηση της οικοδομικής τέχνης3.

Αν πράγματι τα Λαγκάδια χτίστηκαν κατά την παραπάνω περίοδο, μπορούμε να θεωρήσουμε ότι ο 18ος αιώνας είναι η εποχή κατά την οποία οι κάτοικοι του χωριού στρέφονται οριστικά προς το επάγγελμα του χτίστη, Στο τέλος του 17ου αιώνα και στις αρχές του 18ου δεν φαίνεται να υπήρχαν μεγάλα συνεργεία μοραϊτών χτιστών. Σημαντικά οικοδομικά έργα της εποχής αυτής

(Χρ. Γ Κωνσταντινόπουλος, «Το πείραγμα και η σάτιρα στη Γορτυνία», εφ. Αρκαδικά (Αθήνα), φ. 106, 20 Οκτωβρίου 1964).

1. Το ίδιο λέγεται για τους Βαρβαρίτες των Καλαβρύτων, τους Πιρσογιανίτες της Ηπείρου, τους Ζουπανιώτες της Δ. Μακεδονίας, τους Ανδριώτες, τους Αναφιώτες και τους Τηνιακούς (βλ τη σχετική βιβλιογραφία στου Χρ. Γ Κωνσταντινόπουλου, Οι παραδοσιακοί χτίστες της Πελοποννήσου, σ. 77, 129, σημ. 307 - 312). Το ανέκδοτο δείχνει τη φήμη που είχαν παλιάτερα οι χτίστες ορισμένων περιοχών και φανερώνει την αλληλεπίδραση των επαγγελματικών ομάδων των χτιστών.

2. Βλ. τις απόψεις για το χτίσιμο των Λαγκαδίων και τη σχετική με το θέμα βιβλιογραφία στου Χρ. Γ. Κωνσταντινόπουλου, Οι παραδοσιακοί χτίστες της Πελοποννήσου, σ. 20 κε.

3. Είναι δηλαδή αυτοδίδακτοι και συνεπώς δεν κατάγονται, όπως γράφτηκε, από ηπειρώτες μαστόρους (Πάνος Σινόπουλος, «Η κτίσις των Λαγκαδίων», εφ. Ηχώ των Λαγκαδίων, 6 Νοεμβρίου 1961, σ 3).

Σελ. 21
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/22.gif&w=600&h=91514. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

δεν χτίζονται από μοραΐτες μαστόρους αλλά από ηπειρώτες και αθηναίους. Έτσι το νέο καθολικό της Μονής Φιλοσόφου χτίζεται το 1691 από βορειοηπειρώτες χτίστες1 και τα οχυρωματικά έργα των Βενετών στη Μεθώνη και την Κορώνη κατασκευάζονται στα χρόνια 1700 - 1703 από ρουμελιώτες (= ηπειρώτες) και αθηναίους μαστόρους2. Οι πληροφορίες αυτές αποτελούν σοβαρές ενδείξεις για την ανυπαρξία, κατά την περίοδο αυτή, πελοποννησιακών μπουλουκιών, ικανών να αναλαμβάνουν μεγάλα οικοδομικά έργα, Η οριστική μεταστροφή των Λαγκαδινών στην άσκηση της οικοδομικής τέχνης θα συντελεστεί βαθμιαία και πάντως όχι πριν από το δεύτερο μισό του 18ου αιώνα, Στην τελευταία εικοσαετία του αιώνα αυτού οι λαγκαδινοί χτίστες κάνουν αισθητή την παρουσία τους σε ολόκληρη τη χερσόνησο. Στο συμπέρασμα αυτό καταλήγει κανείς, αν λάβει υπόψη του τις πληροφορίες που δίνει ένας ανώνυμος λαγκαδινός λόγιος του περασμένου αιώνα για τον διάσημο λαγκαδινό πρωτομάστορα Αντώνιο Ρηγόπουλο.

Ο πρωτομάστορας αυτός, που μας είναι γνωστός και από μια επιγραφή του 18083, χαρακτηρίζεται από τον ανώνυμο λαγκαδινό "λόγιο"4 αριστοτέχνης λαϊκός αρχιτέκτονας που "αυτοσχεδίως ανοικοδόμησε τους μεγαλοπρεπείς της εποχής εκείνης ναούς και προπύργια και το μέγα ειδωλείον των Οθωμανών εις Ναύπλιον, όπου και προνόμιον εις αυτόν εχορηγήθη". Το "μέγα ειδωλείον των Οθωμανών" δεν είναι άλλο από το μεγάλο τζαμί του Ναυπλίου, του Αγά Πασά λεγόμενο, που το 1825 χρησιμοποιήθήκε

1. Τάσος Αθ. Γριτσόπουλος, Μονή Φιλοσόφου, Αθήνα 1960, σ. 34 - 35.

2. Κ. Δ. Μέρτζιος, "Ειδήσεις περί της Στερεάς Ελλάδος εκ των αρχείων της Βενετίας (1690 - 1736)", Επετηρίς Εταιρείας Στερεοελλαδικών Μελετών, τ. Β' (1969 - 1970), σ. 412 - 413, 417 - 418.

3. Σώζεται στο υπέρθυρο μιας εξωτερικής πόρτας του ναού του Τιμίου Προδρόμου Λαγκαδίων και έχει ως εξής, κατά την ανάγνωση του Ηλία Γιαννικόπουλου (Ηχώ των Λαγκαδίων, 17 Δεκεμβρίου 1973): "Επιστασία Αντωνίου Ρηγόπουλου, πρωτομάστορα, χειρ δε Ευστάθιου Θεοδώρου, 1808".

4. Ηχώ των Λαγκαδίων (1 Δεκεμβρίου I960).

Σελ. 22
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Η μαθητεία στις κομπανίες των χτιστών της Πελοποννήσου
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 3
    14. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

    Η ΜΑΘΗΤΕΙΑ ΣΤΙΣ ΚΟΜΠΑΝΙΕΣ ΤΩΝ ΧΤΙΣΤΩΝ ΤΗΣ ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΥ