Συγγραφέας:Κωνσταντινόπουλος, Χρήστος Γ.
 
Τίτλος:Η μαθητεία στις κομπανίες των χτιστών της Πελοποννήσου
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:14
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:1987
 
Σελίδες:136
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Μαθητεία και εργασία
 
Τοπική κάλυψη:Πελοπόννησος
 
Περίληψη:Αντικείμενο του βιβλίου είναι το παραδοσιακό σύστημα μαθητείας στις πλανόδιες κομπανίες των χτιστών της Πελοποννήσου. Ειδικότερα με τη μελέτη αυτή επιχειρείται αφενός να επισημανθεί η κοινωνική και γεωγραφική προέλευση των μαθητευομένων και αφετέρου να καθοριστεί ο μηχανισμός εκμάθησης της τέχνης του χτίστη και οι συνέπειες που ο μηχανισμός αυτός είχε στη διαμόρφωση της προσωπικότητας των μαθητευομένων.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 6.81 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 33-52 από: 146
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/33.gif&w=600&h=91514. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

B'

Η ΜΑΣΤΟΡΙΑ ΩΣ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗ ΔΙΕΞΟΔΟΣ ΤΩΝ ΝΕΩΝ 

Τα μαστοροχώρια που αναφέρθηκαν στο προηγούμενο κεφάλαιο είναι χτισμένα μακριά από τα εμπορικά, βιοτεχνικά, συγκοινωνιακά και πολιτισμικά κέντρα. Οι οικονομικές και πολιτισμικές εξελίξεις που συντελούνται στα κέντρα αυτά ελάχιστα επηρεάζουν τις παραδοσιακές κοινωνικές και οικονομικές δομές των ορεινών οικισμών. Ακόμα και τα κεφαλοχώρια των ορεινών περιοχών, τα οποία διαφοροποιούνται οικονομικά και πολιτισμικά από τους γύρω μικρότερους οικισμούς, δεν μπορούν να συγκριθούν με τα ανεπτυγμένα παραλιακά κέντρα:

Κατακαημένη Ανδρίτσαινα που 'σαι στα κορφοβούνια αν ήσουνα στη θάλασσα θε ν' άξιζες μιλιούνια.

Η ανυπαρξία οδικού δικτύου, που θα εξασφάλιζε την επικοινωνία των ορεινών οικισμών με τα παραλιακά κέντρα, ή αλλιώς η παμπάλαιη "διχοτομία του ελληνικού χώρου σε παράλιες περιοχές και ενδοχώρα, που θα παραταθεί, κατά κάποιον τρόπο ως τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα"1, έχει ως συνέπεια την απομόνωση των ορεινών οικισμών στις παρυφές των εξελίξεων και στη διαμόρφωση συνθηκών αυτάρκειας. Τα πρότυπα ζωής και οι τεχνικές της παραγωγής αναπαράγονται εδώ ομοιόμορφα

1. Β. Παναγιωτόπουλος, Πληθυσμός και οικισμοί της Πελοποννήσου, 13ος - 18ος αιώνας, Αθήνα 1985, σ 185.

Σελ. 33
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/34.gif&w=600&h=91514. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

για ολοκλήρους αιώνες 1. Οι γεωγραφικές συνθήκες καθορίζουν, κυριαρχικά σχεδόν, το είδος της απασχόλησης των πληθυσμών και τις μεθόδους αναπαραγωγής του υλικού βίου. Οι αλλεπάλληλες βουνοσειρές, οι βαθιές χαράδρες και το πετρώδες έδαφος περιορίζουν στο ελάχιστο τον καλλιεργήσιμο χώρο και τα λιβάδια. Το λιγοστό χώμα που υπάρχει στις πλαγιές των βουνών, στις "πλευρές" και τις "κωλοσάρες" συγκρατείται με αναλημματικούς τοίχους (πεζούλες). Για να επεκτείνουν τον καλλιεργήσιμο χώρο καίνε τα δάση, κόβουν τα δέντρα και ξεριζώνουν τους θάμνους2. Είναι φανερό ότι η παραγωγή στις περιοχές αυτές είναι πάντα οριακή.

Από την άλλη πλευρά, η συγκέντρωση της γης στα χέρια των γαιοκτημόνων, η αύξηση του πληθυσμού3, και κατά συνέπεια η μείωση του κατά κεφαλήν αγροτικού κλήρου, η καταχρέωση των καλλιεργητών στους γαιοκτήμονες, η δυσβάστακτη φορολογία -φαινόμενα που χαρακτηρίζουν την κοινωνία των περιοχών αυτών από τον 16ο αιώνα περίπου ώς και την Επανάσταση του 1821- καταδικάζουν τις μεγάλες μάζες των χωρικών σε μόνιμη φτώχεια και υποσιτισμό4. Δεν είναι λίγες οι οικογένειες που

1 Η ανάπτυξη ορισμένων ορεινών περιοχών (Ζαγοροχώρια της Ηπείρου λ χ.) δεν θεωρούνται παρά "προνομιούχες νησίδες" στην τουρκοκρατούμενη ύπαιθρο (Β. Καραποστόλης, Οικονομικές μεταμορφώσεις της αγροτικής Ελλάδας, Αθήνα 1981, σ. 24)

2. Τα τοπωνύμια Καψαλιά, Άνοιγμα, Ανοιξιές προδίδουν τέτοιες επεμβάσεις στο δάσος. Για τα ανοίγματα στο δάσος βλ και Δημ Λουκόπουλου, Γεωργικά της Ρούμελης, Αθήνα 1938, σ. 130 - 131.

3 Εξαιτίας του λεγόμενου "εποικισμού του ορεινού χώρου" για τον οποίο κυρίως βλ. Α Ε Βακαλόπουλου, Ιστορία τον νέον Ελληνισμού, τ Β1, Θεσσαλονίκη 1964, σ 91 επ.' Κωστή Μοσκώφ, Η Εθνική και κοινωνική συνείδηση στην Ελλάδα (1830 - 1909), Θεσσαλονίκη 1972, σ. 75 κε. Κατά τον 18ο αιώνα σημειώνεται αύξηση του πληθυσμού στον ορεινό πελοποννησιακό χώρο, "με επακόλουθο τη δημιουργία νέων οικισμών και τη διόγκωση των παλιών" (Βασ. Παναγιωτόπουλος, ό.π , σ 207. Πρβλ. ίδιον στην Ιστορία τον Ελληνικού έθνους, τ. ΙΑ', σ. 157).

4. Ιδιαίτερα για τη Γορτυνία βλ. τη μελέτη του Στάθη Ν Τσοτσορού. Οικονομικοί και κοινωνικοί μηχανισμοί στον ορεινό χώρο. Γορτυνία (1715 - 1821), Αθήνα 1986.

Σελ. 34
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/35.gif&w=600&h=91514. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

δεν πραγματοποιούν, κατά την περίοδο αυτή, ούτε το αναγκαίο πλεόνασμα για την εκπλήρωση των φορολογικών τους υποχρεώσεων. Για να πληρώσουν τους φόρους δανείζονται από τους γαιοκτήμονες με υψηλό επιτόκιο και με υποθήκευση των κτημάτων τους. Η αδυναμία τους να αποδώσουν το κεφάλαιο και τον τόκο έχει ως συνέπεια την απώλεια της ιδιοκτησίας τους. Μερικοί, που δεν αντέχουν τη βαριά φορολογία, εγκαταλείπουν τα χωριά τους και αναζητούν καλύτερη τύχη σε άλλους τόπους. Και αυτοί όμως χάνουν τις ιδιοκτησίες τους, διότι οι κοινότητες πωλούν τα χτήματα των φυγάδων για να πληρώσουν τους φόρους που αναλογούν σε αυτούς1.

Και κατά τον 19ο αιώνα οι συνθήκες διαβίωσης των χωρικών των ορεινών επαρχιών Γορτυνίας και Καλαβρύτων δεν θα βελτιωθούν αισθητά. Η μεγαλύτερη έκταση της γης θα παραμείνει στα παλιά τζάκια. Ένα τμήμα των "εθνικών γαιών" θα καταπατηθεί από τους παλιούς προκρίτους και τους ισχυρούς της κάθε

1. Γενικά για τα θέματα αυτά βλ. Σπ Ι. Ασδραχά, Μηχανισμοί της αγροτικής οικονομίας στην Τουρκοκρατία, (ιε' - ιστ' αιώνας), Αθήνα 1978, σ 228 - 229· του ίδιου. Ελληνική κοινωνία και οικονομία (ιη και ιθ' αιώνες), Αθήνα 1982, σ. 11, 129 κε. Μαρτυρίες για τις περιοχές Γορτυνίας και Καλαβρύτων: Αρχείον του στρατηγού Ανδρέου Λόντου, τ. A', σ. 136, 209, 210' Τάσος Αθ. Γριτσόπουλος, "Πωλητήρια και άλλα έγγραφα της παρά την Δημητσάναν μονής του Φιλοσόφου", Επετηρίς Αρχείου Ιστορίας Ελληνικού Δικαίου της Ακαδημίας Αθηνών, Γ' (195ο), σ. 146, 147, 148 - 149, 152 - 153 - του ίδιου. Μονή Φιλοσόφου, Αθήνα 1960, σ. 110, 210, σημ. 21· του ίδιου, "Δικαιοπρακτικά έγγραφα μονής Προδρόμου", Γορτυνιακά, Α' (1972), σ. 174· Χρ Γ. Κωνσταντινόπουλος, "Ανέκδοτα γορτυνιακά έγγραφα"", Γορτυνιακά, A' (1972), σ. 71 - 73· του ίδιου, "Η εξέλιξη της γαιοκτησίας στο Χαμάκου Καλαβρύτων κατά την περίοδο 1739 - 1819", Καλαβρυτινή Επετηρίς, τ. &' (1977), σ. 20 κε ' Αθ. Θ Φωτόπουλος, "Συμβολαί εις την ιστορίαν της εν Πελοποννήσω γαιοκτησίας κατά την Β' Τουρκοκρατίαν", Πρακτικά Β' Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών, τ. Γ' (1981 - 1982), σ. 174 - 175· του ίδιου. Ιστορικά και λαογραφικά της ανατολικής περιοχής Αιγιαλείας και Καλαβρύτων, τ. A', σ. 109 - 111· Β. J. Slot, "Η Ηλεία εις τις ολλανδικές πηγές". Πρακτικά του Α' Συνεδρίου Ηλειακών Σπουδών, Αθήνα 1980, σ 367 - 368

Σελ. 35
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/36.gif&w=600&h=915 14. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

περιοχής1, ένα άλλο θα δοθεί υπό μορφή ανταμοιβής στους καπεταναίους, οι οποίοι αναδεικνύονται πλέον σε ισχυρούς τοπάρχες που θα συνεχίσουν την εκμετάλλευση των χωρικών2. Το προνομιούχο αυτό στρώμα μαζί με την παλιά τάξη των κοτζαμπάσηδων έχει τη δυνατότητα να μορφώνει τα παιδιά του και συνεπώς να επανδρώνει τον κρατικό μηχανισμό. Ένα πλέγμα γαιοκτημόνων, μεγάλων και μεσαίων, κομματαρχών, πολιτευτών και δημόσιων υπαλλήλων νέμεται την εξουσία κατά τον 19ο αιώνα. Η τοκογλυφία, οι πελατειακές σχέσεις, οι δικαστικές διώξεις για αγροτικά χρέη, η ζωοκλοπή και οι «σταυρωτήδες» (χωροφύλακες) είναι συνηθισμένα φαινόμενα στις περιοχές αυτές ακόμα και ώς τις παραμονές του δεύτερου παγκόσμιου πολέμου,

Είναι φανερό ότι οι τόποι αυτοί δεν μπορούν να θρέψουν ολόκληρο τον πληθυσμό τους με το εισόδημα που έδινε ο πρωτογενής τομέας. Ένα μέρος του πληθυσμού ήταν αναγκασμένο να ζητήσει τα μέσα για τη συντήρηση του σε άλλες απασχολήσεις. Ούτε στο εμπόριο, ούτε στα γράμματα, όμως, μπορούσαν εύκολα να επιδοθούν οι κάτοικοι των ορεινών αυτών οικισμών. Ως τρίτη λύση παρέμενε η μετανάστευση.

Το εμπόριο προϋποθέτει εμπορευματική παραγωγή, συσσώρευση κεφαλαίου, λειτουργία αγοράς. Αλλά η παραγωγή στις πιο πάνω περιοχές μόλις επαρκούσε για αυτοκατανάλωση και η μόνη αγορά που λειτουργούσε ήταν το βδομαδιάτικο παζάρι στα κεφαλοχώρια3, όπου οι αγρότες πουλούσαν τα προϊόντα τους και αγόραζαν είδη πρώτης ανάγκης και εργαλεία για τη δουλειά τους 4.

1. «Με την άλυσσον έπαιρναν οι καπεταναίοι τη γη» ομολογούν οι χωρικοί στο Μοναστηράκι της Γορτυνίας (Στ. Ν. Τσοτσορός, όπ., σ. 271).

2. «Ο λαός», γράφει ο Στ. Ν. Τσοτσορός (ό.π., σ. 271), «θα συνεχίσει να αποδίδει στα νέα αφεντικά τους καρπούς. (...) Μόνιμα πεινασμένος και εξαθλιωμένος, συνεχίζει τη ζωή που έκανε το 18ο αιώνα, υποχρεωμένος να "προσκυνά δουλικά μαζί με τη φαμελιά του" τον νέο αφέντη του».

3. Για τα παζάρια γενικά βλ. Δημ. Λουκόπουλο, στο π. Νεοελληνικά Γράμματα, έτ. Α', αρ. 25 (29 Σεπτεμβρίου 1935).

4. Τις κοινωνικές και οικονομικές διαστάσεις ενός τέτοιου παζαριού μας

Σελ. 36
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/37.gif&w=600&h=915 14. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

Μεγάλη εμπορική δραστηριότητα συνεπώς δεν μπορούσε να αναπτυχθεί στις περιοχές αυτές. Υπήρχαν βέβαια λίγοι μεταπράτες που αγόραζαν τα προϊόντα των χωρικών και πουλούσαν σε αυτούς αγαθά των αστικών κέντρων και των πεδινών περιοχών1. Μόνον όσοι αποδημούσαν σε ανεπτυγμένα κέντρα είχαν πιθανότητες να αναδειχθούν στο εμπόριο.

Η πενιχρή εκπαίδευση, εξάλλου, που παρεχόταν την εποχή της Τουρκοκρατίας, ελάχιστα βοηθούσε στην επαγγελματική σταδιοδρομία των νέων. Όσοι κατόρθωναν να τελειώσουν μια από τις ελάχιστες σχολές της εποχής προορίζονταν για τα εκκλησιαστικά κυρίως αξιώματα2. Η εκπαίδευση βελτιώθηκε και επεκτάθηκε βέβαια μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους, αλλά και κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα δεν σημειώνεται σημαντική στροφή των νέων προς την παιδεία. Μόνον ένα μικρό ποσοστό νέων ακολουθεί γυμνασιακή μόρφωση και ακόμα μικρότερο είναι το ποσοστό που φτάνει στο πανεπιστήμιο3. Η φτώχεια, η

δίνει ο Βασίλης Γιαννακού Τόγιας, Καστρίτικα (της Κυνουρίας), τ. Α', Αθήνα 1986, σ. 127 κε.

1. Από τις πεδινές περιοχές έφερναν προϊόντα που δεν παράγονταν στα ορεινά χωριά (πορτοκάλια, καρπούζια, λεμόνια, λάδι κλπ.). Ήταν τόσο σπάνια τα προϊόντα αυτά στα ορεινά χωριά που τα θεωρούσαν ως είδη πολυτελείας και καμιά φορά ως φάρμακα, «γιατρικά», όπως λ.χ. το καρπούζι στο Καστρί της Κυνουρίας (βλ. B. Γ. Τόγια, ό.π., σ. 144 - 145). Στο χώρο της Αρκαδίας στην εμπορία λαδιού είχαν επιδοθεί οι Ζιγοβιστινοί, γι'αυτό και λαδάδες ονομάζονταν. Βλ. σχετικά και Κωνσταντίνου Χρ. Σταυροπούλου, Ιστορία του Ζυγοβιστίου, Αθήνα 1973 (ανατύπωση από την έκδ. του 1905), σ. 11 - 12.

2. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Δημητσάνας, της οποίας η περίφημη σχολή στάθηκε πραγματικό φυτώριο αρχιερέων. Βλ. γι' αυτή Τάσου Αθ. Γριτσόπουλου, Σχολή Δημητσάνης, Αθήνα 1962.

3. Το ποσοστό των αγραμμάτων στη χώρα μας κατά τον 190 αιώνα και τις πρώτες δεκαετίες του 20ού ήταν υψηλό. Κατά τα έτη 1879, 1907, και 1920 το ποσοστό αυτό, κατά φύλο, είχε ως εξής:

Έτη 1879 1907 1920

Άντρες 69,20 50,20 43,8ΐ

Γυναίκες 92,96 82,55 72,62

(Κ. Τσουκαλάς, Εξάρτηση και αναπαραγωγή. Ο κοινωνικός ρόλος των εκπαιδευτικών μηχανισμών στην Ελλάδα, 1830 - 1922, 31982, σ. 393).

Σελ. 37
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/38.gif&w=600&h=91514. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

αμάθεια, αλλά και η προτεραιότητα που δίνεται στα άμεσα βιοτικά προβλήματα κρατούν τους νέους των ορεινών κοινοτήτων μακριά από τα κέντρα μορφώσεως. Οι δυνατότητες, εξάλλου, που παρέχει η εκπαίδευση για επαγγελματική σταδιοδρομία είναι συνυφασμένες με τη γενικότερη ανάπτυξη της οικονομίας και κυρίως με τη δημιουργία θέσεων απασχόλησης στους δευτερογενής και τριτογενής τομείς. Μαζική μεταστροφή των νέων προς την εκπαίδευση, με στόχο την κατάληψη θέσεων στο Δημόσιο, στις τράπεζες και γενικά στις δημόσιες επιχειρήσεις, δεν θα σημειωθεί πριν από τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο.

Διέξοδος στο βιοποριστικό πρόβλημα, που αντιμετωπίζουν οι κάτοικοι των ορεινών περιοχών, δημιουργείται, κατά το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα, και με την ανάπτυξη του εμπορίου, της βιομηχανίας και των πόλεων. Κατά την περίοδο αυτή το ρεύμα της μετακίνησης αγροτικών πληθυσμών προς τις πεδινές περιοχές και τα αστικά κέντρα παρασύρει και ανήλικους των ορεινών κοινοτήτων, τους οποίους οι γονείς στέλνουν στα κέντρα αυτά, και κυρίως στην Αθήνα, για να κερδίζουν το ψωμί τους και να ενισχύουν και το εισόδημα της οικογενείας που μένει στο χωριό. Οι γονείς δηλαδή ή άλλοι κηδεμόνες εκμίσθωναν τις υπηρεσίες των παιδιών στις εύπορες οικογένειες, σε διάφορους "μαστόρους" και σε επιχειρηματίες της Αθήνας έναντι ενός ελάχιστου ετήσιου ποσού, που εισέπρατταν οι γονείς ή οι κηδεμόνες1. Τα παιδιά αυτά δούλευαν για ένα κομμάτι ψωμί, από το πρωί ως το βράδυ, ως λούστροι, εφημεριδοπώλες, υπηρέτες, ράφτες, υποδηματοποιοί, ξυλουργοί, οψοκομιστές, χτίστες, σιδηρουργοί, γαλατάδες κλπ.2,

Σύμφωνα με τις πληροφορίες που υπάρχουν, τα περισσότερα από τα παιδιά που κατάγονταν από την Πελοπόννησο, προέρχονταν

1. Μίσθωση υπηρέτριας για 10 χρόνια αναφέρεται στην Καρδίτσα το 1952 (Βλ. το σχετικό συμβόλαιο στην εφ. Απογευματινή της 31 Αυγούστου 1986, σ. 14).

2. Κ. Α. Βοβολίνης, Το χρονικόν του "Παρνασσού", Αθήνα 1951, σ. 170 - 171 και 118, 212 - Αρκαδική Επετηρίς, 1 (1903), σ. 53.

Σελ. 38
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/39.gif&w=600&h=912 14. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

5. Ο σκληρός αγώνας για την επιβίωση συνεχίζεται από τους νέους των μαστοροχωριών και στους τόπους στους οποίους μετανάστευσαν. Εδώ τα λαγκαδινόπουλα Γ. Μιχ. Αντωνόπουλος και Βαγγέλης Γ Κατσιούφης στην Ελευσίνα το 1941.

Σελ. 39
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/40.gif&w=600&h=91514. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

από τα ορεινά χωριά της Αρκαδίας και της Κορινθίας, Οι συνθήκες εργασίας και διαβίωσης τους ήταν άθλιες. Έμεναν σε υγρά και ανήλια υπόγεια, σε πατάρια εστιατορίων, σε διάφορες κάσες, στα κάρα ή στα παγκάκια της Ομόνοιας, Τα ονόμαζαν "μάγκες ή αλάνια του Ρολογιού", επειδή πολλά έμεναν στην περιοχή γύρω από τους Αέρηδες (Ωρολόγιον του Κυρρήστου), στην αρχή της οδού Αιόλου1. Πολλά από αυτά σώθηκαν κυριολεκτικά από τη στυγνή εκμετάλλευση, την αλητεία και την ηθική εξαχρείωση χάρη στη νυχτερινή Σχολή Απόρων Παίδων του "Παρνασσού", στην οποία φοιτούσαν. Ο Αριστοτέλης Κουρτίδης, ειδικός κοσμήτορας της Σχολής το 1922, μας δίνει μια ζωηρή εικόνα των συνθηκών διαβίωσης και εργασίας των παιδιών αυτών2:

"Εκ των δύο επαρχιών της Πελοποννήσου, της Κορινθίας και της Γορτυνίας, απεστέλλοντο εκ μικράς ηλικίας εις Αθήνας παιδία προς βιοπορισμόν. Αλλά συμπατριώται αυτών εκμεταλλευταί, οι διαβόητοι μάστοροι, εκμισθούντες διά συμβολαίου παρά των πτωχών γονέων αυτά αντί ευτελούς τιμήματος, το οποίον προκατέβαλλον, καθίσταντο απόλυτοι αυτών δέσποτα!, και τύραννοι. Το προϊόν της εργασίας των οι μικροί ατυχείς βιοπαλεσταί, στιλβωταί υποδημάτων, οψοκομισταί, ή εφημεριδοπώλαι ώφειλαν να παραδίδουν την εσπέραν εις τον "μάστορην". Και αλλοίμονον αν ήτο ανεπαρκές ! Τα δυστυχή παιδία υβρίζοντο βαναύσως, εδέροντο ανηλεώς, αφήνοντο νηστικά. Οι σωματέμποροι εφέροντο μετά θηριώδους αστοργίας και σκληρότητος προς τους μικρούς συντοπίτας των, Άρτον επρομηθεύοντο από το "μπαγιατοπάζαρον'', το χείριστον εν Αθήναις είδος, το λεγόμενον χαρτζίσιο, προσφάγιον δε τακτικόν τοις παρέθετον σάπιες εληές. Την νύκτα συνεσσώρευαν τα παιδία, το εν επί του άλλου ασφυκτικώς, εις υπόγεια, υγρά, ανήλια, πλήρη λάσπης".

1. K. Α. Βοβολίνης, ό.π., σ. 74.

2. K. Α. Βοβολίνης, ό.π., σ. 326 - βλ. και 146.

Σελ. 40
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/41.gif&w=600&h=91514. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

Με τα μελανότερα χρώματα περιγράφει τις συνθήκες εργασίας και διαβίωσης των ανηλίκων αυτών και. o Ι. Κονδυλάκης στο μυθιστόρημα του Οι Άθλιοι των Αθηνών 1. Τα παιδιά αυτά, ηλικίας 8 - 16 χρόνων, έμεναν 10 - 15 μαζί σε υπόγεια, υγρά και σκοτεινά, δωμάτια. To βράδυ έτρωγαν λίγη κουραμάνα και 5 - 10 ελιές ή ταραμά ή ρέγγα και τουλουμοτύρι. Ο "μάστορης" ήταν για τα παιδιά αυτά "ον πανίσχυρον, απόλυτος κύριος αυτών, συγκεντρών εις χείρας του όλην την δύναμιν του νόμου και. της εξουσίας". Με το παραμικρό οι "μάστοροι έδερναν και κακομεταχειρίζονταν τα παιδιά, κυρίως αυτά που έφερναν το βράδυ λίγα χρήματα ή τολμούσαν να γραφούν στη Σχολή του Παρνασσού"; την οποία οι "μάστοροι" κατηγορούσαν ως τόπο διαφθοράς2.

Το 1890 είχαν γραφτεί στη Σχολή Απόρων Παίδων του "Παρνασσού" 1,044 εργαζόμενοι μαθητές. Από αυτούς οι 179 κατάγονταν από την επαρχία Μεγαλοπόλεως, 89 από την ορεινή Κορινθία, 13 από τη Γορτυνία, 8 από την Κυνουρία, 3 από τα Καλάβρυτα και 43 από την Τρίπολη. Από αυτούς 11 ήταν κάτω των 5 ετών, 185 από 5 - 10, 608 από 10 - 15, 209 από 15 - 20 κλπ. Το 1900 - 1901 είχαν γραφτεί 1,979 μαθητές από τους οποίους οι 580 κατάγονταν από την επαρχία Μεγαλοπόλεως. Το 1925 - 1926 οι εργαζόμενοι μαθητές της Σχολής ανέρχονται σε 1,316, Από αυτούς 160 είναι από την Πελοπόννησο (οι 80 από την Αρκαδία)3.

Εντύπωση προκαλεί ο μεγάλος αριθμός των παιδιών που κατάγονται από την περιοχή Μεγαλοπόλεως. Το φαινόμενο εξηγείται από τη μεγάλη φτώχεια, που καταδυνάστευε τον πληθυσμό της επαρχίας αυτής γύρω στο τέλος του 19ου αιώνα* και ανάγκαζε

1. Αθήνα 1980, σ. 204 κε.

2. Αντίθετα οι συντεχνίες της Αθήνας επέτρεπαν στους μαθητευομένους να φοιτούν στη Σχολή (βλ. "Rapports sur l'activité des organisations privées helléniques". Premier Congrès balcanique de la protection de l'enfance, Athènes, 5 - 9 Απριλίου 1936, σ, 40 - 42.

3. Κ. A. Βοβολίνης, ό.π., σ. 170,256, 337.

4. "Μικροδανεισταί και μικροτοκογλύφοι απομυζώσι το πολύτιμον αυτών (των χωρικών) υστέρημα δανείζοντες από 16 - 80%, αι δε ετήσιαι δόσεις

Σελ. 41
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/42.gif&w=600&h=91514. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

τον εξαθλιωμένο χωρικό "να ρογιάζη τα τέκνα του εις σωματεμπόρους, αδιαφορών αν εκ τούτου θα γείνωσι και ταύτα χείρονα εαυτού". Ήδη το 1903 μόνο οι λούστροι της Αθήνας, που κατάγονται από τη Μεγαλόπολη, έχουν φτάσει τους 5001.

Τα παιδιά αυτά χαρακτηρίζονται2 "αυτάρκη, λιτά, ενθουσιώδη, ζωηρότατα, φιλομαθή", χαρακτηρισμοί βέβαια που ισχύουν και για τα παιδιά από τις άλλες ορεινές περιοχές. Μαθημένα στη στέρηση, τέκνα περισσότερο της "ανάγκης" και λιγότερο της "οργής", γνώριζαν ότι για να επιβιώσουν έπρεπε να παλέψουν σκληρά. Η φτώχεια τα έκανε λιτοδίαιτα, η ανασφάλεια τα υποχρέωνε σε αποταμίευση, η εργατικότητα, η τιμιότητα και η πειθαρχία τα καθιστούσε περιζήτητα στην αγορά εργασίας3. Μέ τέτοια προσόντα μερικά αναδείχθηκαν ακόμα και μεγάλοι έμποροι, επιχειρηματίες,

του τιμήματος των αγόνων κατασταθεισών εθνικών γαιών και φυτειών, εκβιαζόμεναι υπό των δημοσίων εισπρακτόρων, παραλύουσι τέλεον το ηρειπωμένον οικονομικόν των οικοδόμημα" (Αρκαδική Επετηρίς, 1 (1903), σ. 54).

1. Αρκαδική Επετηρίς, 1 (1903), σ. 54. Κεντρικός ήρωας στο μυθιστόρημα του Ι. Κονδυλάκη είναι ένας λούστρος (o Τάσος) από τη Μεγαλόπολη, που είχε ρογιαστεί σε έναν "μάστορη" από τη Δημητσάνα (Ι. Κονδυλάκης, ό.π., σ. 205, 213, 221). Σχετικό με τη φτώχεια των ορεινών οικισμών και τον αγώνα για την επιβίωση των ανηλίκων στην Αθήνα είναι και το αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα του Γ. Τσάκαλου, Δραπέτης της φτώχειας (1 1951, 2 1953, Αθήνα).

2. Αρκαδική Επετηρίς, ό.π., σ. 53.

3. Βλ. όσα γράφει για τους Αρκάδες που απασχολούνταν στα έργα των ΣΠΑΠ, ο Εμ. Ρεπούλης στην Αρκαδική Επετηρίδα 1 (1903), σ. 30: "Άνδρες και γυναίκες ειργάζοντο ακαταπόνητοι. Εκατοντάδες κορασίων έκαμαν τότε την προίκα των. Άφιναν τα ημερομίσθια των εις χείρας της Εταιρίας, και όταν ετελείωσαν τα έργα, απεκόμισαν άλλη 500, άλλη 700, άλλη 100Ο δραχμάς! Εσύμφερε δε μάλλον εις την Εταιρίαν η πληρωμή ημερομισθίου 3 και 4 δραχμών εις Αρκάδα παρά 2 μόνον εις άλλον άλλοθεν από γείτονα μέρη εργάτην! Και επροτιμώντο. Εργασία, πειθαρχία, φιλοτιμία. Δίαιτα δε λιτωτάτη. Οι πλείστοι είχον μαζύ και τας οικογενείας των. Μία γυναίκα εις την καλύβην διά την περίθαλψιν των μικρών και τας ανάγκας των άλλων, και οι άλλοι πάντες και πάσαι εις τας εργασίας του Σιδηροδρόμου. Καυγάς μεταξύ των ουδείς. Αντιπειθαρχικόν προς την Εταιρίαν κρούσμα ούτε κατά διάνοιαν".

Σελ. 42
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/43.gif&w=600&h=91514. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

βιομήχανοι. Πολλά όμως θέρισε η φυματίωση και οι άλλες ασθένειες.

Μια άλλη λύση στο βιοποριστικό πρόβλημα των ορεινών πληθυσμών ήταν η εργασία που παρείχε μέρος των πληθυσμών αυτών στα πεδινά μέρη της Πελοποννήσου (Μεσσηνία, Ηλεία, Αιγιαλεία, Κορινθία). Πολλοί δηλαδή από τους κατοίκους της Γορτυνίας, της Κυνουρίας, της Μεγαλόπολης και των Καλαβρύτων κατέβαιναν στους εύφορους αυτούς τόπους και απασχολούνταν εποχιακά στο σκάψιμο των αμπελιών και σταφιδαμπελιών, στον τρύγο, στη συλλογή του ελαιοκάρπου και των σύκων ή στο άνοιγμα χαντακιών1. Πολλοί μάλιστα Κλουκινοχωρίτες, που δεν "διέθετον ούτε τον απαραίτητον διά την επιβ'ιωσιν των σιτον" έφταναν ως αγρεργάτες ώς τον θεσσαλικό κάμπο 2.

Κάποτε και η ζητιανιά αποτελούσε βιοποριστική διέξοδο για τους εξαθλιωμένους αγρότες των ορεινών οικισμών3. Στην αρχή

1. Οι ειδικευμένοι στο άνοιγμα χαντακιών ονομάζονταν στα χρόνια της Τουρκοκρατίας και "τσάκωνες" Χανδακοποιός, δηλαδή "τσάκωνας", ήταν και o πρωτοκλέφτης του Μοριά Ζαχαριάς Μπαρμπιτσιωτης. Για την τεκμηρίωση της γνώμης αυτής βλ. Χρ. Γ. Κωνσταντινόπουλου, "Γύρω στη σημασία των λέξεων "Τσακωνιά" και "Τσάκωνας''", ανάτυπο από τα Χρονικά των Τσακώνων, τ. Γ' (1969), σ 72 - 75. Για τη δουλειά των "χαντακολόων" στη Ρούμελη βλ. Δημ. Λουκόπουλου, Γεωργικά της Ρούμελης, σ. 142 -145.

2. Αθ. Θ. Φωτόπουλος, "Συμβολαί εις την ιστορίαν της εν Πελοποννήσω γαιοκτησίας κατά την β' Τουρκοκρατίαν", Πρακτικά Β' Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών, Αθήνα 1981 - 1982, σ. 168.

3. Για τους επαίτες των Κραβάρων της Ρούμελης βλ. κυρίως Βλ. Μαστροκώστα, "Τα Μπουλιάρικα", π. Στερεοελλαδική Εστία, 4 (1960), σ. 240 - 247· Θανάση Παπαθανασόπουλου, Οι Μπουλιαραίοι και τα Μπουλιάρικα, Αθήνα 1969· Χαρ. Δ. Χαραλαμπόπουλου, Ναυπακτιακά Μελετήματα, Αθήνα 1980, σ. 468 κε. Στους επαίτες των Κραβάρων αναφέρεται και o Ζητιάνος του Ανδρέα Καρκαβίτσα. Για τους επαίτες του Ρεκουνίου της Γορτυνίας βλ. Χρ. Γ. Κωνσταντινόπουλου, Οι παραδοσιακοί χτίστες, σ. 30 κε., όπου και η σχετική βιβλιογραφία. Για τους επαίτες των Κλουκινοχωρίων βλ. Αθ. Θ. Φωτόπουλου, ό.π., σ. 168 - 169· του ίδιου. Ιστορικά και λαογραφικά κλπ., σ 4, 81, 109, 335 - 336.

Σελ. 43
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/44.gif&w=600&h=91514. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

φαίνεται πως η επαιτεία ήταν λύση έσχατης ανάγκης, σιγά σιγά όμως σε μερικά χωριά εξελίχθηκε σε προσοδοφόρο επάγγελμα. Η ηθική καταδίκη της επαιτείας από την κοινωνία δεν εμπόδισε ένα μέρος των κατοίκων των χωριών αυτών να επιλέξουν ως μέσο για την επιβίωση τους τη ζητιανιά1.

Από όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω, μπορεί να συμπεράνει κανείς ότι οι περισσότεροι κάτοικοι των απομονωμένων ορεινών οικισμών αναγκάζονταν, πέρα από την κύρια απασχόληση τους στη γεωργία ή την κτηνοτροφία, να απασχολούνται και σε άλλο επάγγελμα ή άλλη εργασία, με σκοπό τη συμπλήρωση του οικογενειακού τους εισοδήματος. Η δεύτερη αυτή απασχόληση, στο βαθμό που απέδιδε περισσότερα από ό,τι η αγροτική οικογενειακή εκμετάλλευση, εξελισσόταν σε κύρια ή και σε αποκλειστική απασχόληση2. Στις δοσμένες κοινωνικοοικονομικές συνθήκες μια δεύτερη απασχόληση, που μπορούσε να υποκαταστήσει την κύρια απασχόληση, ήταν κυρίως η άσκηση ενός κοινωνικά χρήσιμου πραχτικού επαγγέλματος. Η ειδίκευση σε ένα τέτοιο επάγγελμα απάλλασσε τους φτωχούς3 των δύσβατων και ελάχιστα παραγωγικών αυτών τόπων από την οικονομική εξαθλίωση και την ηθική κατάπτωση.

1. Όπως άλλους, σε παραθαλάσσια μέρη ή σε νησιά, δεν τους εμπόδισε να ασκήσουν την πειρατεία. Κατά τη διάρκεια της Κατοχής (1941 - 1944) και πολλοί άλλοι, που δεν είχαν ποτέ ζητιανέψει ώς τότε, αναγκάστηκαν, για να μη πεθάνουν από την πείνα, να πάρουν το δρόμο της επαιτείας. Βλ. περίπτωση Ηπειρωτών στο Αρμολόι, τχ. 10 (1980), σ. 46 κε.

2. Βλ. και Αντώνη Μωυσίδη, "Εξωαγροτική απασχόληση στην ελληνική γεωργία", π. Επιθεώρηση Αγροτικών Μελετών, τ. 1, τχ. 2 (Νοέμβριος 1985), σ. 71 κε.

3. Αυτοί ήταν που ειδικεύονταν στα πραχτικά επαγγέλματα και σε αυτούς αναφέρομαι εδώ. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι ήταν και οι μόνοι που ανέπτυσσαν εξωαγροτική δραστηριότητα. Και μεγάλοι γαιοκτήμονες, όπως λ.χ. οι κοτζαμπάσηδες του Μοριά, επιδίδονταν σε εξωαγροτικές δραστηριότητες (εμπόριο κλπ.). Αλλά ο σκοπός της εξωαγροτικής απασχόλησης των δύο αυτών ομάδων είναι διαφορετικός. "Ο συνδυασμός της γεωργίας με άλλες απασχολήσεις", έγραφε o Λένιν, αναλύοντας τα προβλήματα της γεωργίας στην προεπαναστατική Ρωσία (Το αγροτικό ζήτημα και οι "κριτικοί" τον Μαρξ, Αθήνα 1975, σ. 97), "έχει διαφορετική και αντίθετη σημασία

Σελ. 44
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/45.gif&w=600&h=91514. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

Δεν είναι τυχαίο ότι η κατεξοχήν ορεινή και άγονη Ήπειρος είναι η κοιτίδα των περισσότερων παραδοσιακών επαγγελμάτων1. Η ειδίκευση σε τέτοια τεχνικά - βιοτεχνικά επαγγέλματα ήταν και για ένα μέρος του πληθυσμού των ορεινών περιοχών της Πελοποννήσου η πιο πρόσφορη λύση για την αντιμετώπιση του βιοποριστικού τους προβλήματος. Στην Αρκαδία, που είναι το πιο ορεινό κομμάτι της χερσονήσου, συναντούμε τους αγιοπετρίτες καρβουνιάρηδες 2, τους καστανιτσιώτες ασβεστάδες 3, τους δυρραχίτες μυλωνάδες 4, τους κοσμίτες γιωργατζάδες (= χτενάδες) 5. Στη Γορτυνία ειδικότερα έχουμε τους Στεμνιτσιώτες που επεξεργάζονται τα μέταλλα (χρυσικούς, ασημιτζήδες, καζαντζήδες, καλαντζήδες, καμπανάδες, μπρουντζάδες κ.ά.)6, τους Δημητσανίτες που

στις διάφορες ομάδες γεωργών. Για τους μικρούς σημαίνει προλεταριοποίηση, ελάττωση της ανεξαρτησίας του γεωργού, γιατί εδώ συνδυάζονται με τη γεωργία απασχολήσεις όπως είναι η μισθωτή εργασία, τα μικροεπαγγέλματα, το μικρεμπόριο κλπ. Για τους μεγάλους σημαίνει ή το δυνάμωμα της πολιτικής σημασίας της μεγάλης γαιοκτησίας μέσω της κρατικής, στρατιωτικής υπηρεσίας, ή συνδυασμός της γεωργίας με τη δασική οικονομία και τη βιομηχανική επεξεργασία αγροτικών προϊόντων".

1. Κ. Φαλτάιτς, Οι πλανόδιοι ηπειρώται τεχνίται, Αθήνα 1928· του ίδιου, "Λατόμοι, ταλιαδόροι, βαγενάδες", π. Ελληνικά Γράμματα, τ. Γ' (1928), σ. 183 κε.

2. Θάνος Βαγενάς, Χρονικά Αγιοπετριτών, τ. A' (1974), σ. 125 - 128

3. Καλ. Καλλούτσης, Κυνουριακά (1930), σ. 149.

4. Θεόδωρος K. Μαυροειδής, Ιστορία τον Δυρραχίου και της περιφερείας του, Αθήνα 1983, σ. 11, 46, 96 - 97.

5. Δημ. Γ. Τσολομήτης, Οι κοσμίτες "γιωργατζάδες" και τα "Γιωργατζαίικα", Αθήνα 1984, όπου και η παλαιότερη βιβλιογραφία.

6. Αντί άλλων Νάσιος Συναδινός, Οι τεχνίτες της Στεμνίτσας, Αθήνα 1979. Οι μουντζούρες από τα κάρβουνα και οι καπνιές από την επεξεργασία των μετάλλων έκαναν τους Αγιοπετρίτες και τους Στεμνιτσιώτες να μοιάζουν, σύμφωνα με το τοπικό πείραγμα, με τους Αράπηδες της Τριπολιτσάς:

Αγιοπετρίτης. Στεμιτσιώτης

Τριπολιτσιώτης Αράπης

πρώτα - δεύτερα ξαδέρφια. (Ν. A. Βέης, "Αρκαδικά χωρικά περιπαίγματα". Αρμονία, 2 (1902), σ. 95).

Σελ. 45
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/46.gif&w=600&h=91514. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

έχουν ειδικευτεί κυρίως στην κατασκευή του μπαρουτιού 1, τους Μαγουλιανίτες, Πυργακιώτες, Γαρζενικιώτες, Βυτινιώτες κ.ά. που είναι υλοτόμοι, βαρελάδες και κανατάδες, τους Ζατουνίτες και. Δημητσανίτες που ασκούν και το επάγγελμα του βυρσοδέψη κλπ2, Στην Αχαΐα, και κυρίως στα χωριά του πρώην Δήμου Νωνάκριδος (Σόλος, Μεσορούγι, Περιστέρα, Αγια Βαρβάρα), οι κάτοικοι. ασκούν τις τέχνες του υλοτόμου, του βαρελά, του κανατά, και, κυρίως του χτίστη3. Στην οικοδομική τέχνη ειδικεύτηκαν, όπως ήδη αναφέρθηκε, και πολλοί κάτοικοι της ορεινής Κορινθίας, της Κυνουρίας και της Γορτυνίας. Το επάγγελμα όμως του χτίστη ασκήθηκε ιδιαίτερα από τους Λαγκαδινούς και τους Αγιοβαρβαρίτες,

Το φυσικό περιβάλλον φαίνεται πως έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην επιλογή του επαγγέλματος του χτίστη από τους κατοίκους των δύο κυριότερων μαστοροχωριών της Πελοποννήσου. Χαρακτηριστικά είναι όσα γράφει ένας ανώνυμος λαγκαδινός λόγιος του περασμένου αιώνα 4 για τους λόγους που ανάγκασαν τους Λαγκαδινούς να ειδικευτούν στην τέχνη του οικοδόμου:

"Το δε κάταντες του τόπου5 εφ ου ωκοδόμητο η πόλις, το κλινουσόν προς το μεσημβρινόν μέρος, το δεχόμενον τας ηλιακάς ακτίνας εν πλήρει μεσημβρία, καθωδήγησε τους ενοικούντας να επεξεργασθώσι την οικοδομήν (...), διότι διά να ισοπεδώσουν οι κάτοικοι του τόπου και αυτό το κάθισμα των εχρειάζετο αναστήλωσις διά λίθων, διά δε

1 Γ. Καρβελάς, Ιστορία της Δημητσάνης, τ. A', Αθήνα 1972, σ. 191 - 195, 241 - 242.

2 Γενικά για τα επαγγέλματα που ασκούσαν οι Γορτύνιοι, από τον 18ο αιώνα κυρίως και μετά, βλ. Στάθη Ν. Τσοτσορού, όπ., σ. 101 - 110.

3. Βλ... πιο πάνω τη σχετική βιβλιογραφία.

4. Βασ. Ι. Τσαφαράς, "Τα Λαγκάδια κατά εν παλαιόν χειρόγραφον", εφ. Ηχώ των Λαγκαδίων, φ. 20 (1 Δεκεμβρίου I960).

5. Το έδαφος στο οποίο έχουν χτιστεί τα Λαγκάδια παρουσιάζει μέση κλίση 45%.

Σελ. 46
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/47.gif&w=600&h=91514. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

τα κηπεύματα, αμπελώνας και καλύβας εχρειάζοντο ολοκλήρους μάνδρας. Εκ ταύτης της απολύτου ανάγκης έμαθον το εύρυθμον των λίθων και απεκατεστάθησαν προϊόντος του χρόνου κάτοχοι της τέχνης και επιστήμονες των οικοδομών".

"Απεκαταστάθησαν (...) κάτοχοι της τέχνης (...)". Οι πρώτοι κάτοικοι του χωριού δηλαδή που έπρεπε για βιοποριστικούς λόγους να συμπληρώσουν το από τη γεωργία και την κτηνοτροφία πενιχρό εισόδημα τους, επέλεξαν ως εξωαγροτική τους απασχόληση την άσκηση του επαγγέλματος του οικοδόμου. Ήταν μια τέχνη που την έμαθαν χτίζοντας τα σπίτια τους, τις μάντρες τους, τις πεζούλες στους κήπους και στα χωράφια τους. Καλλιέργησαν την τέχνη αυτή και, με το πατροπαράδοτο σύστημα μαθητείας, τη μεταβίβασαν στους απογόνους τους. Έτσι σιγά σιγά δημιουργήθηκε οικοδομική παράδοση στα Λαγκάδια. Ανάλογη πρέπει να ήταν η γέννηση και η εξέλιξη του επαγγέλματος αυτού και στα Κλουκινοχώρια. Τα άλλα μαστοροχώρια της Γορτυνίας εμφανίστηκαν αργότερα. Οι χτίστες των χωριών αυτών διδάχτηκαν, όπως αναφέρθηκε, την οικοδομική κοντά στους Λαγκαδινούς. Υποθέτω ότι και οι μαστόροι της ορεινής Κορινθίας διδάχτηκαν την τέχνη του οικοδόμου από τους Κλουκινοχωρίτες.

Το επάγγελμα του χτίστη ήταν στην αρχή μια περιστασιακή εξωαγροτική απασχόληση που προσπόριζε στους φτωχούς αγρότες των παραπάνω χωριών συμπληρωματικό εισόδημα. Με την πάροδο του χρόνου όμως, το επάγγελμα αυτό αποδείχτηκε για την πλειονότητα των Λαγκαδινών και των Βαρβαριτών πιο προσοδοφόρο από τις γεωργικές και κτηνοτροφικές ενασχολήσεις, και εξελίχτηκε σε κύριο -και για μερικούς σε αποκλειστικό- βιοποριστικό επάγγελμα. Κάτι τέτοιο διαφαίνεται τουλάχιστον από έγγραφα της εποχής, του Αγώνα της Ανεξαρτησίας. Στις 26 Μαρτίου 1823 ζητούν από την "Υπερτάτην Διοίκησιν", οι μαστόροι που δούλευαν στα οχυρωματικά έργα των Μεγάλων Δερβενίων, "να λάβη συμπάθειαν να μας προμηθεύση κάθε μάστορα δύο κοιλά

Σελ. 47
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/48.gif&w=600&h=91514. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

γέννημα, διά να αφήσωμεν καν εις τας δυστυχείς φαμελίας μας, αι οποίαι λιμώττουσι και υστερούνται. Είναι πληροφορημένη η Υπέρτατη Διοίκησις οποίαν πετρώδη και άγονον γην κατοικούμεν". Μια άλλη κομπανία μαστόρων, που έφτιαξε τα οχυρωματικά έργα στα Δερβένια του Λεονταρίου, ζητά από την Κυβέρνηση στις 9 Σεπτεμβρίου 1826 να της πληρώσει τα μεροκάματα που της οφείλει, "διότι είναι γνωστόν εις πάντα όπου εις την πατρίδα μας μήτε εισοδήματα έχομεν, μήτε εσπείρομεν, μήτε άλλον πόρον έχομεν διά να ζήσωμεν, εκτός εάν δεν δουλεύσωμεν με τα ίδια χέρια μας"1, Σε έγγραφο επίσης του 18302 αναφέρεται ότι οι κάτοικοι της Αγίας Βαρβάρας είναι "χειροτεχνικοί εργολάβοι και μη γεωργικοί"3.

Η ζήτηση ειδικευμένο" εργατικού δυναμικού στον τομέα των οικοδομικών κατασκευών, που αρχίζει σταδιακά από το δεύτερο μισό του 18ου αιώνα και κορυφώνεται κατά τον 19ο, δημιουργεί

1. Χρ. Γ. Κωνσταντινόπουλος, Οι παραδοσιακοί χτίστες της Πελοποννήσου, β. 149, 163.

2. Αθ. Θ. Φωτόπουλος, "Συμβολή εις την ιστορίαν της ληστείας κατά την Καποδιστριακήν περίοδον", Πελοποννησιακά, ΙΑ' (1978) (Πρακτικά του Α' Τοπικού Συνεδρίου Κορινθιακών Ερευνών), σ. 221.

3. Τα στοιχεία που αναφέρονται πιο πάνω δεν μπορούν βέβαια να οδηγήσουν σε γενικεύσεις, σχετικά με τα εισοδήματα του εργατικού δυναμικού που απασχολιόταν στις οικοδομικές εργασίες την εποχή του Αγώνα της Ανεξαρτησίας. Δείχνουν όμως ότι ένα τμήμα του εργατικού αυτού δυναμικού αμειβόταν με τακτικό ημερομίσθιο και ότι δεν είχε άλλα εισοδήματα και συνεπώς δυνατότητες αποταμίευσης. Το μεροκάματο δηλαδή στις περιπτώσεις αυτές λειτουργεί αποκλειστικά ως μέσο για την αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης. Αν κρίνουμε μάλιστα από το πλήθος των αναγκαστικών πωλήσεων έναντι χρεών λαγκαδινών μαστόρων, που πραγματοποιούνται κατά την τελευταία εικοσαετία του 19ου αιώνα, πρέπει να υποθέσουμε ότι η τέτοια λειτουργία του εργατικού ημερομισθίου, στον συγκεκριμένο κλάδο, ίσχυσε ως το τέλος του 19ου αιώνα, ίσως και αργότερα. (Για τη λειτουργία του εργατικού μισθού κατά τον 19ο αιώνα βλ. Σπύρου Ι. Ασδραχά, Ελληνική κοινωνία και οικονομία, ιη' και iff αιώνες, σ 27 - 28. Για τις αναγκαστικές πωλήσεις έναντι χρεών λαγκαδινών μαστόρων βλ. Στάθη Ν. Τσοτσορού, Οικονομικοί και κοινωνικοί μηχανισμοί κλπ., σ 276, σημ. 6).

Σελ. 48
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/49.gif&w=600&h=91514. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

τις πλανόδιες μαστορικές κομπανίες, οι οποίες εξασφαλίζουν στους κατοίκους των μαστοροχωριών μια σταθερή, κύρια ή δευτερεύουσα, απασχόληση, πράγμα που έχει ως αποτέλεσμα την επίλυση ώς ένα βαθμό του οικονομικού προβλήματος στα χωριά αυτά και την αποφυγή της μετανάστευσης. Σε μια εποχή που η ιδανική επαγγελματική αποκατάσταση για έναν νέο συνοψίζεται στη λαϊκή ρήση

μάθε τέχνη κι άστηνε.

κι αν πεινάσεις πιάστηνε

ήταν φυσικό το επάγγελμα του χτίστη να προσελκύει τους νέους και να αποτελεί γι' αυτούς βασική επαγγελματική επιλογή.

Εδώ δεν χρειαζόταν να γίνει ειδική πληροφόρηση για τα πλεονεκτήματα του επαγγέλματος. Οι γονείς πρώτα απ' όλα καθιστούσαν, από πολύ νωρίς, σαφές στα παιδιά τους ότι ο δρόμος για νά απαλλαγούν από τη φτώχεια -στις δεδομένες κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες- οδηγεί στη μαστοριά1. Εξάλλου το "να πάει το παιδί κοντά στους μαστόρους" είχε ευεργετικά αποτελέσματα για την ίδια την οικογένεια: Πρώτα απ' όλα μειώνονταν κατά ένα τα άτομα που σιτίζονταν στο σπίτι και άρα μειώνονταν οι δαπάνες διατροφής της οικογένειας. 'Υστέρα το παιδί και ως μαθητευόμενος (μαστορόπουλο) ενίσχυε τον οικογενειακό προϋπολογισμό με ένα ποσό που, όσο μικρό κι αν ήταν, δεν μπορούσε να αγνοηθεί στα χρόνια του αγώνα για την επιβίωση. Και φυσικά ήταν προτιμότερο οι γονείς να στέλνουν τα παιδιά τους στη μαστοριά παρά να τα "ρογιάζουν" στα διάφορα "αφεντικά" των αστικών κέντρων2,

Η παρουσία επίσης των ίδιων των χτιστών αποτελούσε την

1. Στην Ήπειρο "σαν γίνη το αγόρι δέκα χρονών, ο γονιός του δίνει ένα άλογο, ένα ψωμί στο ταγάρι για εφτά μέρες, του δίνει ακόμα ένα φούσκο (μπάτσο) λέγοντας: Σύρε κερατά να βγάλης το ψωμί σου" (Αλέξ. Μαμμόπουλος, Λαϊκή αρχιτεκτονική,, ηπειρώτες μαστόροι και γεφύρια, Αθήνα 1973, σ. 7).

2. Κατά τον Γ. Παπαγεωργίου (Η μαθητεία στα επαγγέλματα, Αθήνα 1986, σ. 34) "Οι περισσότεροι γονείς οδηγούσαν τα παιδιά τους στη συντεχνία

Σελ. 49
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/50.gif&w=600&h=91514. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

καλύτερη πηγή πληροφόρησης και την πιο αξιόπιστη μαρτυρία για το επάγγελμα: Οι μαστόροι ήταν από τους λίγους ανθρώπους των μαστοροχωριών που διέθεταν χρήμα (τόσο δυσεύρετο στους κακοτράχαλους ορεινούς οικισμούς), που δεν πεινούσαν ποτέ οι οικογένειες τους, ή τουλάχιστον πεινούσαν λιγότερο από τις άλλες, που είχαν ταξιδέψει σε μακρινούς τόπους και είχαν γνωρίσει πολλά, που ήταν "κοσμογυρισμένοι". Παρά τη βασανιστική ζωή που έκαναν στα ξένα, στα χωριά τους επέστρεφαν περήφανοι και καταξιωμένοι στη συνείδηση των συμπατριωτών τους. Όλα αυτά υπογράμμιζαν την οικονομική και πολιτιστική διαφοροποίηση των χτιστών από αυτούς που έμεναν στο χωριό, που ήταν "αταξίδευτοι", και δημιουργούσαν τις ψυχολογικές παραστάσεις που διαμόρφωναν, και τελικά επέβαλλαν, ένα πρότυπο επιθυμίας, πόθου και λαχτάρας για τη μαστορική ζωή. Οι αφηγήσεις των χτιστών για τα πολύμηνα ταξίδια τους, τους ξένους τόπους, τις περιπέτειες και τα παθήματα τους κέντριζαν τη φαντασία των νέων, που βιάζονταν να ακολουθήσουν τις μαστορικές κομπανίες για να ζήσουν από κοντά όλα όσα είχαν ακούσει:

"Θά 'μαστέ ελεύθεροι από σάκκες, χαρτιά, κουδούνια και θα γιομίζαμε λεφτά. Θα πηγαίναμε αντάμα στο βουνό να βοσκήσουμε τα ζα, θα κουβαλάγαμε πέτρες με τα γαϊδούρια, θα τρώγαμε μπόλικο φαΐ και ψωμί κι οι κυράδες θα μας είχανε σαν χαϊδεμένα παιδιά τους. Θα βλέπαμε πλούσιες πολιτείες και τόπους, τραίνα γιομάτα κόσμο και προφαντά1. Θα προβάλλαμε μπροστά στις μανάδες μας καινούργιες αλλαξιές, πορτοφόλια γιομάτα γαζέτες και δώρα. Μια ευτυχισμένη ζωή άνοιγε μπροστά μας (,,.)"2.

για να διευκολύνουν τη δική τους προβληματική οικονομική θέση, χωρίς να εξασφαλίζουν, έστω και τα πιο υποτυπώδη εχέγγυα των απαραίτητων συνθηκών εργασίας και διαβίωσης τους".

1. Σπάνια φρούτα και φαγώσιμα στα ορεινά.

2. Χρ. Γ. Νικήτας - Στρατολάτης, Νοσταλγοί, ηθογραφικό μυθιστόρημα,, β' έκδ., σ. 61 - 62.

Σελ. 50
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/51.gif&w=600&h=915 14. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

«Μια ζωή ευτυχισμένη (...)». Είναι μια συνειρμική σκέψη που απορρέει από τη σύγκριση της ζωής που έκαναν στο χωριό τους με τη ζωή που φαντάζονταν ότι· θα κάνουν κοντά στα μαστόρικα μπουλούκια. Τη ζωή στο χωριό την ήξεραν καλά. Ελάχιστος καλλιεργήσιμος χώρος, ελάχιστη παραγωγή. Όσο και να καλλιεργήσει κανείς τον πετρώδη τόπο, δεν πρόκειται να αυξήσει την παραγωγή του. Για τους πιο φτωχούς, το γέννημα (σιτάρ., ή κριθάρι) τέλειωνε τις περισσότερες φορές τον Μάρτιο ή τον Απρίλιο. Το διάστημα που μεσολαβούσε ως τον Ιούλιο, οπότε θα θέριζαν και θα αλώνιζαν, το κάλυπταν με «δανεικό». Υπήρχαν οικογένειες, κυρίως ορφανεμένες από πατέρα, που μερικές μέρες του χρόνου έμεναν νηστικές, γιατί τους έλειπε και το κομμάτι το ψωμί. Το φάσμα της πείνας, παντοτινός σύντροφος τους, τις ανάγκαζε να υποθηκεύουν τον ελάχιστο γεωργικό κλήρο που είχαν, με όλες τις δυσμενείς συνέπειες που συνεπαγόταν η υποθήκευση του κυριότερου περιουσιακού στοιχείου που διέθεταν1.

Την ωμή αυτή πραγματικότητα τη βίωναν καθημερινά τα παιδιά στα μαστοροχώρια της Γορτυνίας και των Καλαβρύτων, και ήταν φυσικό να προβληματίζονται από μικρά για την επαγγελματική τους σταδιοδρομία. Από δέκα χρονών συνειδητοποιούσαν άτι η μόνη διέξοδος από την ανέχεια και την ανασφάλεια ήταν η δουλειά κοντά στους χτίστες, η αγιαδουλειά, όπως έλεγαν τη μαστοριά οι Λαγκαδινοί2. Η άλλη λύση, με δεδομένη την

1. Το ίδιο γινόταν και στην Πιρσόγιανη της Ηπείρου, βλ. Αρμολόι, τχ. 1 (1976), σ. 8 - 9.

2. Ένα τέτοιο παιδί —9 χρονών— μας περιγράφει στο βιβλίο του Νοσταλγοί (ό.π., σ. 32 - 38) o λαγκαδινός λογοτέχνης Χρήστος Γ. Νικήτας - Στρατολάτης, που «έφαγε», όπως λέει ο ίδιος, «τη φτώχεια με το κουτάλι». Είναι από τα ωραιότερα διηγήματα (πραγματική ιστορία δοσμένη με λογοτεχνική μορφή) που μας έχει δώσει ο συγγραφέας. Πρόκειται για ένα παιδί, ορφανό από πατέρα, με μάνα και έναν αδελφό. Φτώχεια στο σπίτι και υποθηκευμένο χωράφι. Κάποτε ο Αντρίκος (είναι ο αδελφός του συγγραφέα και το όνομα είναι πραγματικό) αποφασίζει να πάει μαστορόπουλο. Παρά τις αντιρρήσεις της, η μάνα του το εμπιστεύεται στον πρωτομάστορα Πανάγο.

Σελ. 51
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/52.gif&w=600&h=91514. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

έλλειψη εναλλακτικών ευκαιριών απασχόλησης, ήταν να μείνουν στο χωριό με σύντροφο τους τη μιζέρια, την ανασφάλεια και τον υποσιτισμό.

Στο πρώτο ταξίδι ο Αντρίκος έστειλε κιόλας την πρώτη του επιταγή κι ανακούφισε τη φτώχεια μάνα και τον μικρότερο αδελφό του. Στο ίδιο ταξίδι κατόρθωσε με τις οικονομίες του και αγόρασε και ένα μικρό γάιδαρο κι έτσι o Αντρίκος έπαιρνε ολόκληρο μερδικό τώρα (μισό αυτός και μισό για το γαϊδαράκο του). Στο δεύτερο ταξίδι κατόρθωσε -10 χρονών παιδί- και ξεχρέωσε το υποθηκευμένο χωράφι της οικογένειας. Ήταν μικρός ο Αντρικός, γι' αυτό τον έλεγαν Σβόμπιρα, αλλά έγινε προστάτης οικογένειας. Ο λαγκαδινός δικηγόρος και ποιητής Ηλ. Β. Γιαννικόπουλος έχει γράψει γι' αυτόν "Το τραγούδι του Σβόμπιρα" (Ηχώ των Λαγκαδίων, 10 Απριλίου 1965) Μεταφέρω μερικούς στίχους:

Τα ματωμένα μην τηράτε πόδια,

τα ροζιασμένα χέρια,

το κούτελο μου με του πόνου τις ρυτίδες.

της πρώτης αντρείας μου τις αχτίδες·

την καρδιά μου νιώστε·

και της θέλησης τους ήλιους μην αρνιόστε,

που της φτώχειας ξεσχίζουν τα σκοτάδια.

Η σκληρή βιοπάλη όμως υπέσκαψε την υγεία του Σβόμπιρα και δεν άργησε νά 'ρθει το τέλος. Ξεψύχησε στη "Σωτηρία" στο άνθος της νιότης του (Χρ. Γ. Νικήτας - Στρατολάτης, Αγια Χώματα, ηθογραφικά διηγήματα, σ. 15).

Σελ. 52
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Η μαθητεία στις κομπανίες των χτιστών της Πελοποννήσου
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 33
    14. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

    B'

    Η ΜΑΣΤΟΡΙΑ ΩΣ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗ ΔΙΕΞΟΔΟΣ ΤΩΝ ΝΕΩΝ 

    Τα μαστοροχώρια που αναφέρθηκαν στο προηγούμενο κεφάλαιο είναι χτισμένα μακριά από τα εμπορικά, βιοτεχνικά, συγκοινωνιακά και πολιτισμικά κέντρα. Οι οικονομικές και πολιτισμικές εξελίξεις που συντελούνται στα κέντρα αυτά ελάχιστα επηρεάζουν τις παραδοσιακές κοινωνικές και οικονομικές δομές των ορεινών οικισμών. Ακόμα και τα κεφαλοχώρια των ορεινών περιοχών, τα οποία διαφοροποιούνται οικονομικά και πολιτισμικά από τους γύρω μικρότερους οικισμούς, δεν μπορούν να συγκριθούν με τα ανεπτυγμένα παραλιακά κέντρα:

    Κατακαημένη Ανδρίτσαινα που 'σαι στα κορφοβούνια αν ήσουνα στη θάλασσα θε ν' άξιζες μιλιούνια.

    Η ανυπαρξία οδικού δικτύου, που θα εξασφάλιζε την επικοινωνία των ορεινών οικισμών με τα παραλιακά κέντρα, ή αλλιώς η παμπάλαιη "διχοτομία του ελληνικού χώρου σε παράλιες περιοχές και ενδοχώρα, που θα παραταθεί, κατά κάποιον τρόπο ως τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα"1, έχει ως συνέπεια την απομόνωση των ορεινών οικισμών στις παρυφές των εξελίξεων και στη διαμόρφωση συνθηκών αυτάρκειας. Τα πρότυπα ζωής και οι τεχνικές της παραγωγής αναπαράγονται εδώ ομοιόμορφα

    1. Β. Παναγιωτόπουλος, Πληθυσμός και οικισμοί της Πελοποννήσου, 13ος - 18ος αιώνας, Αθήνα 1985, σ 185.