Συγγραφέας:Κωνσταντινόπουλος, Χρήστος Γ.
 
Τίτλος:Η μαθητεία στις κομπανίες των χτιστών της Πελοποννήσου
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:14
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:1987
 
Σελίδες:136
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Μαθητεία και εργασία
 
Τοπική κάλυψη:Πελοπόννησος
 
Περίληψη:Αντικείμενο του βιβλίου είναι το παραδοσιακό σύστημα μαθητείας στις πλανόδιες κομπανίες των χτιστών της Πελοποννήσου. Ειδικότερα με τη μελέτη αυτή επιχειρείται αφενός να επισημανθεί η κοινωνική και γεωγραφική προέλευση των μαθητευομένων και αφετέρου να καθοριστεί ο μηχανισμός εκμάθησης της τέχνης του χτίστη και οι συνέπειες που ο μηχανισμός αυτός είχε στη διαμόρφωση της προσωπικότητας των μαθητευομένων.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 6.81 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 49-68 από: 146
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/49.gif&w=600&h=91514. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

τις πλανόδιες μαστορικές κομπανίες, οι οποίες εξασφαλίζουν στους κατοίκους των μαστοροχωριών μια σταθερή, κύρια ή δευτερεύουσα, απασχόληση, πράγμα που έχει ως αποτέλεσμα την επίλυση ώς ένα βαθμό του οικονομικού προβλήματος στα χωριά αυτά και την αποφυγή της μετανάστευσης. Σε μια εποχή που η ιδανική επαγγελματική αποκατάσταση για έναν νέο συνοψίζεται στη λαϊκή ρήση

μάθε τέχνη κι άστηνε.

κι αν πεινάσεις πιάστηνε

ήταν φυσικό το επάγγελμα του χτίστη να προσελκύει τους νέους και να αποτελεί γι' αυτούς βασική επαγγελματική επιλογή.

Εδώ δεν χρειαζόταν να γίνει ειδική πληροφόρηση για τα πλεονεκτήματα του επαγγέλματος. Οι γονείς πρώτα απ' όλα καθιστούσαν, από πολύ νωρίς, σαφές στα παιδιά τους ότι ο δρόμος για νά απαλλαγούν από τη φτώχεια -στις δεδομένες κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες- οδηγεί στη μαστοριά1. Εξάλλου το "να πάει το παιδί κοντά στους μαστόρους" είχε ευεργετικά αποτελέσματα για την ίδια την οικογένεια: Πρώτα απ' όλα μειώνονταν κατά ένα τα άτομα που σιτίζονταν στο σπίτι και άρα μειώνονταν οι δαπάνες διατροφής της οικογένειας. 'Υστέρα το παιδί και ως μαθητευόμενος (μαστορόπουλο) ενίσχυε τον οικογενειακό προϋπολογισμό με ένα ποσό που, όσο μικρό κι αν ήταν, δεν μπορούσε να αγνοηθεί στα χρόνια του αγώνα για την επιβίωση. Και φυσικά ήταν προτιμότερο οι γονείς να στέλνουν τα παιδιά τους στη μαστοριά παρά να τα "ρογιάζουν" στα διάφορα "αφεντικά" των αστικών κέντρων2,

Η παρουσία επίσης των ίδιων των χτιστών αποτελούσε την

1. Στην Ήπειρο "σαν γίνη το αγόρι δέκα χρονών, ο γονιός του δίνει ένα άλογο, ένα ψωμί στο ταγάρι για εφτά μέρες, του δίνει ακόμα ένα φούσκο (μπάτσο) λέγοντας: Σύρε κερατά να βγάλης το ψωμί σου" (Αλέξ. Μαμμόπουλος, Λαϊκή αρχιτεκτονική,, ηπειρώτες μαστόροι και γεφύρια, Αθήνα 1973, σ. 7).

2. Κατά τον Γ. Παπαγεωργίου (Η μαθητεία στα επαγγέλματα, Αθήνα 1986, σ. 34) "Οι περισσότεροι γονείς οδηγούσαν τα παιδιά τους στη συντεχνία

Σελ. 49
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/50.gif&w=600&h=91514. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

καλύτερη πηγή πληροφόρησης και την πιο αξιόπιστη μαρτυρία για το επάγγελμα: Οι μαστόροι ήταν από τους λίγους ανθρώπους των μαστοροχωριών που διέθεταν χρήμα (τόσο δυσεύρετο στους κακοτράχαλους ορεινούς οικισμούς), που δεν πεινούσαν ποτέ οι οικογένειες τους, ή τουλάχιστον πεινούσαν λιγότερο από τις άλλες, που είχαν ταξιδέψει σε μακρινούς τόπους και είχαν γνωρίσει πολλά, που ήταν "κοσμογυρισμένοι". Παρά τη βασανιστική ζωή που έκαναν στα ξένα, στα χωριά τους επέστρεφαν περήφανοι και καταξιωμένοι στη συνείδηση των συμπατριωτών τους. Όλα αυτά υπογράμμιζαν την οικονομική και πολιτιστική διαφοροποίηση των χτιστών από αυτούς που έμεναν στο χωριό, που ήταν "αταξίδευτοι", και δημιουργούσαν τις ψυχολογικές παραστάσεις που διαμόρφωναν, και τελικά επέβαλλαν, ένα πρότυπο επιθυμίας, πόθου και λαχτάρας για τη μαστορική ζωή. Οι αφηγήσεις των χτιστών για τα πολύμηνα ταξίδια τους, τους ξένους τόπους, τις περιπέτειες και τα παθήματα τους κέντριζαν τη φαντασία των νέων, που βιάζονταν να ακολουθήσουν τις μαστορικές κομπανίες για να ζήσουν από κοντά όλα όσα είχαν ακούσει:

"Θά 'μαστέ ελεύθεροι από σάκκες, χαρτιά, κουδούνια και θα γιομίζαμε λεφτά. Θα πηγαίναμε αντάμα στο βουνό να βοσκήσουμε τα ζα, θα κουβαλάγαμε πέτρες με τα γαϊδούρια, θα τρώγαμε μπόλικο φαΐ και ψωμί κι οι κυράδες θα μας είχανε σαν χαϊδεμένα παιδιά τους. Θα βλέπαμε πλούσιες πολιτείες και τόπους, τραίνα γιομάτα κόσμο και προφαντά1. Θα προβάλλαμε μπροστά στις μανάδες μας καινούργιες αλλαξιές, πορτοφόλια γιομάτα γαζέτες και δώρα. Μια ευτυχισμένη ζωή άνοιγε μπροστά μας (,,.)"2.

για να διευκολύνουν τη δική τους προβληματική οικονομική θέση, χωρίς να εξασφαλίζουν, έστω και τα πιο υποτυπώδη εχέγγυα των απαραίτητων συνθηκών εργασίας και διαβίωσης τους".

1. Σπάνια φρούτα και φαγώσιμα στα ορεινά.

2. Χρ. Γ. Νικήτας - Στρατολάτης, Νοσταλγοί, ηθογραφικό μυθιστόρημα,, β' έκδ., σ. 61 - 62.

Σελ. 50
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/51.gif&w=600&h=915 14. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

«Μια ζωή ευτυχισμένη (...)». Είναι μια συνειρμική σκέψη που απορρέει από τη σύγκριση της ζωής που έκαναν στο χωριό τους με τη ζωή που φαντάζονταν ότι· θα κάνουν κοντά στα μαστόρικα μπουλούκια. Τη ζωή στο χωριό την ήξεραν καλά. Ελάχιστος καλλιεργήσιμος χώρος, ελάχιστη παραγωγή. Όσο και να καλλιεργήσει κανείς τον πετρώδη τόπο, δεν πρόκειται να αυξήσει την παραγωγή του. Για τους πιο φτωχούς, το γέννημα (σιτάρ., ή κριθάρι) τέλειωνε τις περισσότερες φορές τον Μάρτιο ή τον Απρίλιο. Το διάστημα που μεσολαβούσε ως τον Ιούλιο, οπότε θα θέριζαν και θα αλώνιζαν, το κάλυπταν με «δανεικό». Υπήρχαν οικογένειες, κυρίως ορφανεμένες από πατέρα, που μερικές μέρες του χρόνου έμεναν νηστικές, γιατί τους έλειπε και το κομμάτι το ψωμί. Το φάσμα της πείνας, παντοτινός σύντροφος τους, τις ανάγκαζε να υποθηκεύουν τον ελάχιστο γεωργικό κλήρο που είχαν, με όλες τις δυσμενείς συνέπειες που συνεπαγόταν η υποθήκευση του κυριότερου περιουσιακού στοιχείου που διέθεταν1.

Την ωμή αυτή πραγματικότητα τη βίωναν καθημερινά τα παιδιά στα μαστοροχώρια της Γορτυνίας και των Καλαβρύτων, και ήταν φυσικό να προβληματίζονται από μικρά για την επαγγελματική τους σταδιοδρομία. Από δέκα χρονών συνειδητοποιούσαν άτι η μόνη διέξοδος από την ανέχεια και την ανασφάλεια ήταν η δουλειά κοντά στους χτίστες, η αγιαδουλειά, όπως έλεγαν τη μαστοριά οι Λαγκαδινοί2. Η άλλη λύση, με δεδομένη την

1. Το ίδιο γινόταν και στην Πιρσόγιανη της Ηπείρου, βλ. Αρμολόι, τχ. 1 (1976), σ. 8 - 9.

2. Ένα τέτοιο παιδί —9 χρονών— μας περιγράφει στο βιβλίο του Νοσταλγοί (ό.π., σ. 32 - 38) o λαγκαδινός λογοτέχνης Χρήστος Γ. Νικήτας - Στρατολάτης, που «έφαγε», όπως λέει ο ίδιος, «τη φτώχεια με το κουτάλι». Είναι από τα ωραιότερα διηγήματα (πραγματική ιστορία δοσμένη με λογοτεχνική μορφή) που μας έχει δώσει ο συγγραφέας. Πρόκειται για ένα παιδί, ορφανό από πατέρα, με μάνα και έναν αδελφό. Φτώχεια στο σπίτι και υποθηκευμένο χωράφι. Κάποτε ο Αντρίκος (είναι ο αδελφός του συγγραφέα και το όνομα είναι πραγματικό) αποφασίζει να πάει μαστορόπουλο. Παρά τις αντιρρήσεις της, η μάνα του το εμπιστεύεται στον πρωτομάστορα Πανάγο.

Σελ. 51
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/52.gif&w=600&h=91514. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

έλλειψη εναλλακτικών ευκαιριών απασχόλησης, ήταν να μείνουν στο χωριό με σύντροφο τους τη μιζέρια, την ανασφάλεια και τον υποσιτισμό.

Στο πρώτο ταξίδι ο Αντρίκος έστειλε κιόλας την πρώτη του επιταγή κι ανακούφισε τη φτώχεια μάνα και τον μικρότερο αδελφό του. Στο ίδιο ταξίδι κατόρθωσε με τις οικονομίες του και αγόρασε και ένα μικρό γάιδαρο κι έτσι o Αντρίκος έπαιρνε ολόκληρο μερδικό τώρα (μισό αυτός και μισό για το γαϊδαράκο του). Στο δεύτερο ταξίδι κατόρθωσε -10 χρονών παιδί- και ξεχρέωσε το υποθηκευμένο χωράφι της οικογένειας. Ήταν μικρός ο Αντρικός, γι' αυτό τον έλεγαν Σβόμπιρα, αλλά έγινε προστάτης οικογένειας. Ο λαγκαδινός δικηγόρος και ποιητής Ηλ. Β. Γιαννικόπουλος έχει γράψει γι' αυτόν "Το τραγούδι του Σβόμπιρα" (Ηχώ των Λαγκαδίων, 10 Απριλίου 1965) Μεταφέρω μερικούς στίχους:

Τα ματωμένα μην τηράτε πόδια,

τα ροζιασμένα χέρια,

το κούτελο μου με του πόνου τις ρυτίδες.

της πρώτης αντρείας μου τις αχτίδες·

την καρδιά μου νιώστε·

και της θέλησης τους ήλιους μην αρνιόστε,

που της φτώχειας ξεσχίζουν τα σκοτάδια.

Η σκληρή βιοπάλη όμως υπέσκαψε την υγεία του Σβόμπιρα και δεν άργησε νά 'ρθει το τέλος. Ξεψύχησε στη "Σωτηρία" στο άνθος της νιότης του (Χρ. Γ. Νικήτας - Στρατολάτης, Αγια Χώματα, ηθογραφικά διηγήματα, σ. 15).

Σελ. 52
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/53.gif&w=600&h=915 14. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

Γ΄

Η ΚΟΜΠΑΝΙΑ ΚΑΙ Η ΘΕΣΗ ΤΩΝ ΜΑΘΗΤΕΥΟΜΕΝΩΝ ΣΕ ΑΥΤΉ

Την επαγγελματική οργάνωση των παραδοσιακών χτιστών της Πελοποννήσου αποτελούσε η κομπανία (compagnie) ή μπουλούκι (bolük). Την ίδια μορφή επαγγελματικής οργάνωσης είχαν και οι πλανόδιοι χτίστες της Μακεδονίας και της Ηπείρου. Τα μπουλούκια, γράφει η Αγγελική Χατζημιχάλη1, «ήταν συνεργατισμοί για τη δουλιά, συνάφια της δουλιάς, όπως τα λέγανε, ή μια φαμίλια για δουλιά, δηλαδή μικρότερες ή μεγαλύτερες ομάδες από τεχνίτες - συντρόφους, που άλλοι απ' αυτούς είχαν την ίδια ειδικότητα και άλλοι συναφή επαγγέλματα». Συνεπώς οι κομπανίες των πλανόδιων χτιστών δεν ήταν συντεχνίες, υπό τη νομική και οικονομική σημασία του όρου, μολονότι τα συμφέροντα των μελών τους ήταν κοινά και συναντούμε σε αυτές ορισμένα χαρακτηριστικά των συντεχνιών2. Πιο κάτω θα γίνει ειδικότερος λόγος για τις διαφορές ανάμεσα στις συντεχνίες και τις πλανόδιες κομπανίες των χτιστών. Εδώ σημειώνω απλώς ότι οι συντεχνίες ήταν «χαρακτηριστικό γνώρισμα των αστικών πληθυσμκών συγκεντρώσεων» και ότι η εργασία που παρεχόταν στα πλαίσια των συντεχνιακών

1. «Οι συντεχνίες - τα συνάφια», Επετηρίς Ανωτάτης Σχολής Βιομηχανικών Σπουδών, 2 (1949 - 1950), σ. 186

2. Τη σχετική με τις συντεχνίες βιβλιογραφία βλ στο βιβλίο του Γιώργου Παπαγεωργίου, Οι συντεχνίες στα Γιάννενα κατά τον 19ο και τις αρχές του 20ού αιώνα, Ιωάννινα 1982.

Σελ. 53
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/54.gif&w=600&h=915 14. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

 οργανώσεων ήταν θεσμοθετημένη, ενώ τα μπουλούκια των μαστόρων ήταν χαρακτηριστικό γνώρισμα της υπαίθρου και η εργασία που παρεχόταν στα πλαίσια των επαγγελματικών αυτών σχηματισμών ήταν εργασία «έξω από τις συντεχνιακές συσσωματώσεις». Οι συντεχνίες, εξάλλου, με μια σειρά περιορισμών που επιβάλλουν στα μέλη τους αποβλέπουν στην εξάλειψη του συναγωνισμού στο χώρο κυρίους της βιοτεχνικής παραγωγής, ενώ οι μαστόρικες κομπανίες αναπτύσσουν ελεύθερα τη δραστηριότητα τους στα χωριά και δεν υπόκεινται ούτε στον έλεγχο της κρατικής εξουσίας ούτε σε θεσμοθετημένους κανόνες1.

Η συγκρότηση του μπουλουκιού γινόταν στο χωριό των μαστόρων από τους ενδιαφερόμενους να ταξιδέψουν για δουλειά. Την πρωτοβουλία για τη συγκρότηση της κομπανίας και τον τόπο προορισμού της έπαιρναν συνήθως κάποιοι παλιοί και. έμπειροι χτίστες ή, συνηθέστερα, ένας πρωτομάστορας2, Η αριθμητική σύνθεση της κομπανίας εξαρτιόταν από το μέγεθος του έργου που αναλάμβανε αυτή. Συνήθως μια πλήρης κομπανία., ικανή να αναλάβει μεγάλα οικοδομικά έργα, περιλάμβανε 10 - 12 μαστόρους, 8 - 10 μαστορόπουλα και γύρω στα 10 - 15 ζώα. Σπάνια τα μέλη της κομπανίας υπερέβαιναν τα 25 άτομα.

Η εσωτερική οργάνωση και ιεραρχία των μπουλουκιών ήταν όμοια, ή περίπου όμοια, με εκείνη των συντεχνιών. Στην κορυφή της ιεραρχικής πυραμίδας βρισκόταν o πρωτομάστορας. Ακολουθούσαν οι μαστόροι (= τεχνίτες), οι τριότες (βοηθοί των μαστόρων) και τα μαστορόπουλα (μαθητευόμενοι). Τριότης ονομαζόταν o βοηθός των μαστόρων μόνο στους γορτύνιους χτίστες. Οι Κλουκινοχωρίτες τον ονόμαζαν λασπολόγο. Το τελευταίο σκαλοπάτι

1. Βλ. σχετικά Σπύρου Ι. Ασδραχά, Ζητήματα ιστορίας, Αθήνα 1983, σ. 97 - 98 και Vassilis Panayotopoulos, «Artisanat: Organisation du travail et marché aux Balkans, XVe - XIXe s.« στο Actes du Ile Colloque international d'histoire, τ. II, Athènes 1985, σ. 253 κε.

2. Θ. Τρουπής, Άνθρωποι της σκαλωσιάς, Λάρισα 1959, σ. 16. Για τη συγκρότηση παρέας από τους τεχνίτες της Στεμνίτσας βλ. Νάσιου Συναδινου, ό.π., σ. 37.

Σελ. 54
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/55.gif&w=600&h=393 14. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

1. Η κομπανία των Γιαννικοπουλαίων στις σκαλωσιές κάποιου οικοδομήματος (Καλάβρυτα 1953).

Σελ. 55
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/56.gif&w=600&h=91514. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

της ιεραρχίας αποτελούσαν τα μαστορόπουλα 1. Περιστασιακά μέλη στα μπουλούκια των γορτύνιων χτιστών ήταν οι κοντότατοι, τα πρόσωπα δηλαδή που προσλαμβάνονταν στο μπουλούκι ως μισθωτοί είτε για ορισμένο χρονικό διάστημα είτε για την εκτέλεση ενός συγκεκριμένου έργου. Δεν συμμετείχαν στη διανομή των κερδών.

Για να αναγνωριστεί κάποιος ως πρωτομάστορας, να γίνει δηλαδή αποδεκτός ως αρχηγός, έπρεπε να έχει ορισμένες ικανότητες και γνώσεις, απαραίτητες για την επιτυχία του έργου που αναλάμβανε η κομπανία. Η ηλικία, η πείρα της δουλειάς, ο σεβασμός που ενέπνεε στους νεότερους ένας βετεράνος της τέχνης, γενικά η φήμη, το κύρος, η κοινωνικότητα, η πνευματική ευστροφία κατά τις συναλλαγές με τους εργοδότες, ήταν μερικές από τις προϋποθέσεις που έπρεπε να συγκεντρώνει εκείνος που φιλοδοξούσε να οργανώσει μαστορικό μπουλούκι. Κάποτε και άτομο νεαράς ηλικίας, που διακρινόταν όμως για την εξυπνάδα του και τις ικανότητες του στις συναλλαγές με τους εργοδότες, μπορούσε να γίνει πρωτομάστορας, Ο Δημήτρης Μουστογιάννης (Μοραϊτίνης) από την Κατσουλιά (Περδικονέρι) της Γορτυνίας έγινε πρωτομάστορας, όπως με πληροφόρησε ο ίδιος, σε ηλικία 19 ετών.

Με την ιδιότητα του αρχηγού της κομπανίας, ο πρωτομάστορας μεριμνούσε για την εξεύρεση εργασίας, διαπραγματευόταν με τους εργοδότες και υπέγραφε, συνήθως μόνος και για λογαριασμό "των συντρόφων", τις σχετικές συμβάσεις, συντόνιζε τις ενέργειες των μελών του συνεργείου κατά την εκτέλεση των έργων και γενικά εκπροσωπούσε την ομάδα προς τους τρίτους2. Εννοείται πως όλες αυτές τις αρμοδιότητες ασκούσε ο πρωτομάστορας

1. Η αντίστοιχη ορολογία στις συντεχνίες ήταν μάστορης, κάλφας, τσιράκι.

2. Για όλα αυτά οι μοραΐτες χτίστες αποκαλούσαν τον πρωτομάστορα στη συνθηματική τους γλώσσα "μάνα". Οι Μακεδόνες τον έλεγαν "τρανό" ή "κάσα" (επειδή κρατούσε το ταμείο της ομάδας). Βλ. Κλεάνθη Νάστου, "Τα εσνάφια των Κουδαραίων", π. Μακεδονική Ζωή, τχ. 135 (1977), σ. 17.

Σελ. 56
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/57.gif&w=600&h=915 14. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

ύστερα από συνεννόηση με τους άλλους μαστόρους ή με σιωπηρή συναίνεσή τους, μέσα στα πλαίσια πάντα των εργασιακών σχέσεων που είχαν διαμορφωθεί εθιμικά στις συνεργατικές εταιρείες των χτιστών1. Οι μαστόροι, οι βοηθοί και τα μαστορόπουλα σέβονταν τον πρωτομάστορα και εκτελούσαν τις εντολές του, όταν αυτές δεν αντιστρατεύονταν το κοινό συμφέρον. Ανάμεσα στα μέλη της ομάδας, δηλαδή, επικρατούσε πνεύμα συνεργασίας και συντροφικότητας, γι' αυτό και καμιά σοβαρή απόφαση δεν μπορούσε να πάρει ο πρωτομάστορας χωρίς να συμβουλευτεί τους χτίστες2.

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι οι εξουσίες του πρωτομάστορα στα παραδοσιακά μπουλούκια που λειτουργούσαν με βάση τις αρχές του συνεργατισμού ήταν περιορισμένες. Δεν είχε λ.χ. δικαίωμα ο πρωτομάστορας να επιβάλει πρόστιμο για την παρεκτροπή ενός μάστορη. Στην περίπτωση ειδικά των γορτύνιων χτιστών, όταν ένας μάστορης δεν έκανε καλά τη δουλειά του, κατά την αντίληψη του πρωτομάστορα, μπορούσε ο τελευταίος είτε να τον διώξει από το μπουλούκι3 είτε να τον υποβιβάσει οικονομικά. Το τελευταίο ήταν σπάνιο και συνέβαινε στην ακόλουθη περίπτωση

1. Γενικά για τις αρμοδιότητες του πρωτομάστορα στις κομπανίες των χτιστών της Χερσαίας Ελλάδας βλ. Χαρίλαου Γ. Γκούτου, Εργασιακές σχέσεις των οικοδόμων στη Χερσαία Ελλάδα μετά το 1 - 800, Αθήνα 1985, όπου και η σχετική βιβλιογραφία.

2. Βλ και Αθ. Θ. Φωτόπουλου, Ιστορικά και λαογραφικά της ανατολικής περιοχής Αιγιαλείας και Καλαβρύτων, σ. 23: Ο πρωτομάστορας «δεν ηδύνατο ν' αγνοή τας γνώμας ή τα συμφέροντα των».

3. Αναφέρεται ότι o λαγκαδινός πρωτομάστορας Δ. Κολοκούσης, που το 1874 έχτιζε το ναό της Αγίας Τριάδας στην Ποδογορά της Γορτυνίας, «τόσο αυστηρός ήταν στην εργασία του, ώστε έδιωξε τον αδελφό του από τεχνίτη (...) γιατί κάποια πέτρα δεν είχε καλά τοποθετήσει και δε δεχόταν να την αντικαταστήσει» (Ασημάκης Μήκος, Πουρνάρια (Ποδογορά) Γορτυνίας, 1974, σ. 54). Και στη Θράκη ο πρωτομάστορας «εδικαιούτο να παρατηρή τους ατέχνως και ακόμψως εργαζόμενους» (E. Βουραζέλη - Μαρινάκου, Αι εν Θράκη συντεχνίαι των Ελλήνων κατά την Τουρκοκρατίαν, Θεσσαλονίκη 1950, σ. 104).

Σελ. 57
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/58.gif&w=600&h=915 14. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

Κατά τη συγκρότηση του μπουλουκιού ήταν ενδεχόμενο να παρουσιαστεί κάποιος και να ισχυριστεί ότι είναι μάστορας (= τεχνίτης)· έμπαινε συνεπώς στο μπουλούκι με την ιδιότητα αυτή. Όταν όμως στην πράξη δεν ήξερε να χτίσει, o πρωτομάστορας ανέτρεπε μονομερώς τους όρους της συμφωνίας, λέγοντας του: «μάστορης με το γαϊδούρι σου». Αυτό σήμαινε πως μπορούσε να παραμείνει στο μπουλούκι με τον όρο ότι σε αυτόν και το ζώο του θα «έβγαινε» ένα μερδικό, και όχι ενάμισι, όπως θα ήταν το σωστό αν παρέμενε ισχυρή η αρχική συμφωνία. Το δικαίωμα να επιβάλει πρόστιμο (να μειώνει το μερδικό) στα μαστορόπουλα, το είχε ο πρωτομάστορας, αν τα μαστορόπουλα τεμπέλιαζαν ή κακομεταχειρίζονταν τα ζώα. Το μέτρο αυτό εφαρμοζόταν στην κατηγορία των μαθητευομένων που ήταν μισθωτοί (ψυχογιοί) και όχι στα μέλη της συνεργατικής των χτιστών (μπαρτιλήδες)1. Για να εφαρμοστεί στους μπαρτιλήδες έπρεπε να αποφασίσουν όλα τα μέλη του μπουλουκιού. Κάτι τέτοιο όμως ήταν πολύ δύσκολο να γίνει, γιατί οι μπαρτιλήδες ήταν συγγενείς των μαστόρων.

Τα παραδείγματα που αναφέρθηκαν πιο πάνω (διώξιμο του απείθαρχου, υποβιβασμός του ανίκανου, πρόστιμο στους μαθητευομένους) δεν υποδηλώνουν ανεξέλεγκτη εξουσία του πρωτομάστορα. Και στις τρεις περιπτώσεις ο πρωτομάστορας άσκησε εξουσία ως εκπρόσωπος της ομάδας και με τη σιωπηρή έγκριση των άλλων μαστόρων. Η συνεργατική εταιρεία των μαστόρων στηριζόταν στην ανάλογα με τις δυνάμεις και την ειδικότητα του κάθε μέλους παροχή εργασίας. Όποιο μέλος δεν παρείχε την εργασία που κατά την εκτίμηση «αγαθού ανδρός» όφειλε να προσφέρει, ζημίωνε ολόκληρη την ομάδα2. Ο απείθαρχος μάστορης,

1. Βλ. για τους ψυχογιούς και τους μπαρτιλήδες πιο κάτω, κεφ. Δ'

2. Βλ και για τους μαστόρους της Ηπείρου: Γ. Γκατζουγιάννης, Το Χωριό Ζέρμα (Πλαγιά) Κόνιτσας Ηπείρου, Αθήνα 1982, σ. 58: «Ο κάθε τεχνίτης διέθετε τις δυνάμεις και την πείρα του στο έπακρο. Τεμπέληδες δεν είχαν θέση στην παρέα. Αν παρουσιαζόταν τέτοια περίπτωση, ο πρωτομάστορας συγκαλούσε συνέλευση και παίρνονταν μέτρα μέχρί διώξιμο από την

Σελ. 58
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/59.gif&w=600&h=915 14. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

εκτός του ότι κλόνιζε τις αρχές της πειθαρχίας, του σεβασμού και της συντροφικής συνεργασίας, εξέθετε με τις κακοτεχνίες του την ομάδα και προς τα έξω.

Κατά την Αγγελική Χατζημιχάλη1, ο πρωτομάστορας «ήταν και εργολάβος και εργοδότης και συνεταίρος»2. Η άποψη αυτή, έτσι γενικά διατυπωμένη, δεν τεμκηριώνεται με τα στοιχεία που έχουμε στη διάθεση μας. Εργολάβος και εργοδότης είναι το πρόσωπο που αναλαμβάνει για λογαριασμό του την εκτέλεση ενός έργου, μισθώνοντας την εργασία των άλλων. Το παραδοσιακό μπουλούκι, για το οποίο γίνεται λόγος εδώ, λειτουργούσε πάνω σε συνεταιριστική βάση. O πρωτομάστορας οργάνωνε το μπουλούκι, το οδηγούσε στους τόπους της δουλειάς, διαχειριζόταν τα οικονομικά του και το αντιπροσώπευε προς τα έξω, αλλά από την εκτέλεση ενός έργου δεν προσδοκούσε μεγαλύτερη αμοιβή απ' ό,τι ο απλός μάστορης. Από την άποψη αυτή δηλαδή το αξίωμά του

παρέα. Σπάνιζαν όμως τέτοιες περιπτώσεις». Τα παραπάνω έρχονται σε αντίθεση με όσα γράφονται στο Αρμολόι (τχ. 1, 1976, σ. 10) για την «απεριόριστη δύναμη που είχε ο πρωτομάστορας» να χαρακτηρίζει τους άλλους μαστόρους σε «μαστόρους για τοίχο και σε παρακεντέδες», για το «φόβο που ανάγκαζε τους μαστόρους να σκύβουν το κεφάλι τους στις ανεξέλεγκτες πρωτοβουλίες του» και για τις συμφωνίες που υπήρχαν μεταξύ πρωτομαστόρων, να μη δέχονται δηλαδή στα μπουλούκια τους μαστόρους διωγμένους από άλλα μπουλούκια. Όλα αυτά μου φαίνονται υπερβολικά και αντίθετα στις βασικές αρχές του συνεργατισμού. Τέτοιοι περιορισμοί μόνο στα μέλη των συντεχνιών μπορούσαν να τεθούν και όχι στα μέλη των πλανόδιων μπουλουκιών. «Υπερεξουσίες» και «αυθαιρεσίες» του «πρωτομάστορα» θα μπορούσαν να αιτιολογηθούν αν αυτός ήταν εργοδότης - εργολάβος (βλ. και Χαρ. Γ. Γκούτου, Εργασιακές σχέσεις των οικοδόμων στη Χερσαία Ελλάδα μετά το 1800, σ. 179). Δεν πρέπει επίσης να συγχέουμε τις αρμοδιότητες - εξουσίες του πρωτομάστορα με τις κάποιες μικροαπάτες που διέπραττε αυτός σε βάρος των άλλων μελών του οικοδομικού συνεργείου με σκοπό να κερδίσει περισσότερα.

1. Ό.π., σ. 195.

2. Τη γνώμη αυτή αποδέχεται και ο Ν. Κ. Μουτσόπουλος («Κουδαραίοι, μακεδόνες και ηπειρώτες μαΐστορες» στον τόμο Πρώτοι έλληνες τεχνικοί επιστήμονες περιόδου απελευθερώσεως, Αθήνα 1976, σ. 356

Σελ. 59
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/60.gif&w=600&h=91514. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

ήταν τιμητικό και ο ίδιος θεωρούνταν primus inter pares (πρώτος μεταξύ ίσων)1, ήταν δηλαδή συνεταίρος και ποτέ εργοδότης. Αυτό δεν σημαίνει ότι κατά την περίοδο που κυριαρχούσαν στην ύπαιθρο οι κομπανίες των χτιστών δεν υπήρχαν άτομα -συνήθως τέως πρωτομαστόροι- που μίσθωναν την εργασία των χτιστών και εκτελούσαν οικοδομικά έργα. Αλλά τα άτομα αυτά δεν μπορούν να χαρακτηριστούν πρωτομαστόροι με την έννοια που είδαμε πιο πάνω. Ήταν εργολάβοι μεν έναντι των κυρίων των έργων, εργοδότες δε έναντι των μαστόρων μισθωτών2. Θα πρέπει συνεπώς σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση να εξετάζουμε αν ο πρωτομάστορας αναλάμβανε την εκτέλεση οικοδομικών έργων ως εργολάβος - επιχειρηματίας ή αν συμβαλλόταν με τους κυρίους των έργων απλώς ως εκπρόσωπος της ομάδας. Στη δεύτερη περίπτωση πρόκειται για τη συνηθέστερη μορφή κομπανίας χτιστών, η οποία λειτουργούσε πάνω σε συνεταιριστική βάση3.

Ο καταμερισμός της εργασίας ρυθμιζόταν από τον πρωτομάστορα, ανάλογα με την ειδικότητα που είχε το κάθε μέλος της ομάδας. Τα μαστορόπουλα κουβαλούσαν τις πέτρες, το χώμα, το νερό και την άμμο. Οι τριότες έφτιαχναν συνήθως τη λάσπη και

1. Και στους μαστόρους της Δυτικής Μακεδονίας "ο πρωτομάστορας -συνήθως- δεν είχε, εκτός από τον τίτλο του, κανένα οικονομικό ή άλλο προνόμιο. Μα ο κάθε λόγος και η κάθε εντολή του ήταν Νόμος για όλους και ο σεβασμός και η υπακοή στο πρόσωπο του απεριόριστη" (Κλεάνθης Νάστος, "Τα εσνάφια των Κουδαραίων", π Μακεδονική Ζωή, τχ. 135 (1977), σ. 16.

2 Τέτοιοι εργολάβοι ήταν ο Ανδρέας Ανδρικόπουλος, που το 1890 κατασκεύασε το υδραγωγείο της μονής Γοργοεπηκόου Τσιπιανών (Αθ. Φ. Παπαγιάννης, Μαντινειακά μοναστήρια, Αθήνα 1977, σ. 276 - 278) και της "Κυράς το Γιοφύρι" στις αρχές του αιώνα μας (Παραδοσιακοί χτίστες, σ. 27), και ο Ελευθέριος Αρβανιτάκης που το 1823 επισκεύασε το φρούριο του Ναυπλίου. Ότι ο Αρβανιτάκης ήταν εργοδότης των μαστόρων - μισθωτών που απασχολούσε προκύπτει και από τα διαφορετικά μεροκάματα που έδινε στους μισθωτούς του (Οι παραδοσιακοί χτίστες, σ. 154 - 155).

3. Λεπτομερέστερα ερευνά το ρόλο του πρωτομάστορα στα συνεργεία των χτιστών της Χερσαίας Ελλάδας ο Χαρ. Γ. Γκούτος (ό.π., σ 176 κε.).

Σελ. 60
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/61.gif&w=600&h=915 14. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

εφοδίαζαν με αυτή τους χτίστες. Επιβλέπανε ακόμα τα μαστορόπουλα. Γενικά ήταν οι άμεσοι βοηθοί των μαστόρων. «O τριότης» γράφει ένας μάστορης1 «ήταν o επιλοχίας του μπουλουκιού», Οι μαστόροι, οι τεχνίτες δηλαδή, ήταν εκείνοι που έχτιζαν. Δούλευαν κατά ζεύγη, ένας στην εξωτερική πλευρά του τοίχου και ένας στην εσωτερική. Ο πρώτος, έμπειρος και παλιός χτίστης, ονομαζόταν φατσαδόρος, ο δεύτερος, νέος και άπειρος, μεσομάστορης. Υπήρχε επίσης ένας πελεκάνος κι ένας νταμαρτζής ή λιθαράς. Ο πελεκάνος λάξευε τα αγκωνάρια, τα υπέρθυρα, τις παραστάδες (θυρώματα) κλπ. στις περιπτώσεις που ολόκληροι τοίχοι χτίζονταν με λαξευτή πέτρα, οι πελεκάνοι ήταν περισσότεροι. Η δουλειά του πελεκάνου απαιτούσε πολύχρονη πείρα της οικοδομικής τέχνης και κάποια καλλιτεχνική ευαισθησία. Γι' αυτό την ειδικότητα του πελεκάνου ασκούσε, πολλές φορές ο πρωτομάστορας. Ο πρωτομάστορας επίσης γώνιαζε (σχεδίαζε) το οικοδόμημα σ' ένα χαρτί ή και στο έδαφος, σκάλιζε στα αγκωνάρια λουλούδια, σταυρούς, πουλιά, επιγραφές και άλλα παρόμοια διακοσμητικά ή αποτρεπτικά σύμβολα. Ο ίδιος, ή και άλλος έμπειρος τεχνίτης, έφτιαχνε επίσης το άκαρπο (τοίχο με κλίση), τις αποτμήσεις στις γωνίες (φάλτσο, φαλτσογωνιές) και άλλες δύσκολες κατασκευές,

Μετά την επιστροφή στο χωριό και την οριστική εκκαθάριση του λογαριασμού (διανομή του προϊόντος της συλλογικής εργασίας), η κομπανία διαλυόταν. Το κάθε μέλος της ήταν πλέον ελεύθερο να κανονίσει αν και πότε θα συμμετάσχει σε νέο μπουλούκι. Οι κομπανίες των πλανόδιων χτιστών δηλαδή ήταν ομάδες δουλειάς, τεχνικά συνεργεία, συνεργατικές εταιρείες, των οποίων η διάρκεια ήταν προσωρινή. Επομένως τα μπουλούκια των πλανόδιων χτιστών δεν αποτελούσαν συντεχνίες με τη νομική και οικονομική σημασία του όρου, μολονότι συναντούμε σε αυτά ορισμένα χαρακτηριστικά της συντεχνιακής συσσωμάτωσης.

Η εσωτερική οργάνωση και η ιεραρχική τάξη ήταν ίδιες, ή

1. Εφ. Νέα Γορτυνία (6 Μαρτίου 1973).

Σελ. 61
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/62.gif&w=600&h=915 14. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

περίπου ίδιες, τόσο στις συντεχνίες όσο και στις κομπανίες (πρωτομάστορας - μάστορης - κάλφας (τριότης, λασπολόγος) - μαθητευόμενος). Η λειτουργία όμως των συντεχνιών διεπόταν, συνήθως, από γραπτές καταστατικές διατάξεις, οι οποίες όριζαν τη διαδικασία εισόδου και εξόδου των μελών σε αυτή, τη διάρκεια της μαθητείας, τον τρόπο αμοιβής των μαθητευομένων, καθώς και την επαγγελματική τους προαγωγή. Εξάλλου οι συντεχνίες, πέρα από την προαγωγή των επαγγελματικών συμφερόντων των μελών τους, είχαν και άλλες ευρύτερες αρμοδιότητες (διοικητικές, οικονομικές, δικαστικές, πολιτικές, θρησκευτικές κ.ά.). Για το λόγο αυτόν οι συντεχνίες υπόκεινταν στον έλεγχο και την εποπτεία του κράτους1. Αντίθετα, στις κομπανίες τα πάντα ρυθμίζονταν από το έθιμο, τη συνήθεια και τις ειδικότερες συμφωνίες που γίνονταν κατά τη συγκρότηση των μπουλουκιών στο χωριό. Καμιά διατύπωση δεν χρειαζόταν για να αποκτήσει ή να αποβάλει κάποιος την ιδιότητα του μέλους του μπουλουκιού. Με ποια ιδιότητα θα συμμετείχε στο μπουλούκι εξαρτιόταν από τις γνώσεις που είχε. Οι επαγγελματικές ομάδες του είδους αυτού δεν υπόκεινταν στον έλεγχο του κράτους2.

1. Βλ. για τα παραπάνω: Γ. Παπαγεωργίου, Οι συντεχνίες στα Γιάννενα κατά τον 19ο και τις αρχές του 20ού αιώνα, σ. 142 - 159 και 188 - 196· Χαρ. Γ. Γκούτου, ό.π., σ. 78 κε., 203 - 209 - G. Baer, «Οι διοικητικές, οικονομικές και κοινωνικές λειτουργίες των τουρκικών συντεχνιών», στον τόμο Η δομή των βαλκανικών χωρών στα χρόνια της οθωμανικής κυριαρχίας, εισαγωγή - επιμέλεια κειμένων Σπύρου Ασδραχά, Αθήνα 1979, σ. 580 - 587· Γ. Κοντογιώργη, Κοινωνική δυναμική και πολιτική αυτοδιοίκηση. Οι ελληνικές κοινότητες επί Τουρκοκρατίας, Αθήνα 1982, σ. 159 κε. Στα παραπάνω και η σχετική βιβλιογραφία.

2. Σύμφωνα με το νόμο ΔΚΘ'/1912 οι κάτω των 12 ετών (κατά το νόμο 2271/1920 οι κάτω των 14) δεν μπορούσαν να απασχοληθούν σε οικοδομικές εργασίες αν δεν ήταν εφοδιασμένοι με βιβλιάριο εργασίας και πιστοποιητικό υγείας. Γενικά, παρατηρεί o Χαρ. Γ. Γκούτος (ό.π., σ. 80), στις περιοχές που δεν υπήρχαν συντεχνίες «οποιοσδήποτε μπορούσε να γίνει μάστορας, κάλφας ή μαθητευόμενος οικοδόμος, γιατί η απόκτηση των ιδιοτήτων αυτών δεν ελεγχόταν από τις συντεχνίες, οι δε σχετικοί νομοθετικοί

Σελ. 62
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/63.gif&w=600&h=915 14. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

Στη βάση της ιεραρχικής πυραμίδας των μαστορικών μπουλουκιών βρίσκονταν, όπως αναφέρθηκε, τα μαστορόπουλα. Πρόκειται για τα παιδιά που ακολουθούσαν τις κομπανίες με σκοπό να μάθουν το επάγγελμα του χτίστη. Ήταν συνήθως παιδιά, ανίψια, γενικά συγγενείς ή συμπατριώτες των μαστόρων. Αλλά και από ξένα χωριά έρχονταν στα μπουλούκια μαθητευόμενοι. Τους τελευταίους οι γορτύνιοι χτίστες ονόμαζαν ψυχογιούς. Οι Κλουκινοχωρίτες ονόμαζαν γενικά τα μαστορόπουλα υπερέτες. Ο τρόπος με τον οποίο προσλαμβάνονταν οι ψυχογιοί ονομαζόταν ρόγιασμα, για το οποίο θα γίνει λόγος πιο κάτω. Τα μαστορόπουλα που δεν ήταν ψυχογιοί ονομάζονταν στους γορτύνιους χτίστες (μ)παρτιλήδες (αυτά που δούλευαν για πάρτη τους ή αυτά που δούλευαν με μερίδιο)1,

Τα μαστορόπουλα, που αποτελούσαν την ανειδίκευτη εργατική δύναμη του μπουλουκιου, ήταν υποχρεωμένα να εκτελούν κάθε εργασία που δεν απαιτούσε ειδικές τεχνικές γνώσεις, επιπλέον δε και κάθε υπηρετική δουλειά που σχετιζόταν με την ομαδική συμβίωση (πλύσιμο, μαγείρεμα, θελήματα). Το είδος της εργασίας που εκτελούσαν, το νεαρό της ηλικίας τους, η μικρή αμοιβή που προσδοκούσαν και η ανάγκη να μάθουν οπωσδήποτε την τέχνη του χτίστη ήταν οι παράγοντες που προσδιόριζαν τη γενική συμπεριφορά τους στην ομάδα στην οποία είχαν ενταχθεί. Ο

περιορισμοί που θεσπίστηκαν μετά το 1912 για τους ανηλίκους ετηρούντο σπάνια και μόνο κατά τα έτη 1937 - 1941 ετηρήθησαν οι διατάξεις μερικών σ.σ.ε.».

1. Πάρτη = μερίδιο, μερίδα, μέρος, πλευρά. Από το ιταλ. parte (βλ. Βρασίδα Καπετανάκη, Το Λεξικόν της πιάτσας, Αθήνα 21962, σ. 110' Π. E. Σεγδίτσα, Οι κοινοί ναυτικοί μας όροι και αϊ ρωμανικοί γλώσσαι, χ.χ.ε., σ. 83. Με τη σημασία του μεριδίου συναντούμε τη λέξη σε έγγραφο του 1740 (Νάξος) και του 1795 (Ύδρα). Βλ. Δημ. Σ. Γκίνη, Περίγραμμα ιστορίας τον μεταβυζαντινού δικαίου, Αθήνα 1966, σ. 183, αριθμ. 345' Π. Λ. Παπαγαρυφάλλου, Η διάρθρωση της αγροτικής οικονομίας και των θαλασσίων μεταφορών στην Ελλάδα πριν και μετά την Επανάσταση του '21, Αθήνα 1977, σ. 56.

Σελ. 63
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/64.gif&w=600&h=394 14. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

2. Μια άλλη φωτογραφία της ίδιας κομπανίας, Καλάβρυτα (195;).

Σελ. 64
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/65.gif&w=600&h=915 14. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

ρόλος του υπάκουου, υποταγμένου και πειθαρχικού ατόμου, του εκτελεστικού οργάνου δηλαδή, απέρρεε άμεσα από την ιδιότητα τους ως μαθητευομένων και ήταν προκαθορισμένος στις επαγγελματικές ομάδες του είδους αυτού. Πρωτοβουλίες που δεν συμβιβάζονταν με τις έννοιες αυτές δεν ήταν ανεκτές από την αυθεντία του μαστορικού κατεστημένου και δεν μπορούσαν συνεπώς να αναπτυχθούν1.

Τα μαστορόπουλα δούλευαν σκληρά και ξεκουράζονταν σπάνια, έτρωγαν λίγο και υπόκεινταν σε κάθε είδος προσβολές και ταπεινώσεις, πράγμα που είχε δυσμενείς συνέπειες για τη σωματική και πνευματική τους ανάπτυξη και γενικά για τη διάπλαση του χαρακτήρα και της προσωπικότητας τους. Άπλυτα, ψειριασμένα2, πεινασμένα και τσακισμένα από την κούραση έδιναν την εντύπωση «παρακατιανών» ανθρώπων3. Είναι γνωστό, εξάλλου, σε όσους έχουν κάμει έρευνα «επί του πεδίου», ότι o πολύς κόσμος είχε παλαιότερα υποτιμητική γνώμη για τους χτίστες*, γνώμη που

1. Ακόμα και νιόβγαλτος μάστορης δεν επιτρεπόταν να αντιμιλήσει ή να υποδείξει κάτι νέο, πάνω στην τέχνη, στον παλιό μάστορη. Κάποτε ένας νέος χτίστης, γράφει ο Θ. Τρουπής (ό.π., σ. 23 - 25) θέλησε να πει και τη δική του κουβέντα πάνω στα τερτίπια της τέχνης. Αλλά ο βετεράνος του επαγγέλματος τον αποπήρε άγρια: «Ρε συ κόλεθρο, τι θες να πουλήσεις; Χτεσινέ! (...). Για τήραμε να με ιδείς, άσπρισε το τσουλούφι μου απάνω στη μαρκαλημένη τέχνη. Και συ μόρχεσαι να μου δείξεις τ' αμπέλια, γουρνοψολή. Άηντε να δασκαλέψεις κάναν όμοιό σου (...). Εμένα δεν μου χρειάζονται δασκαλέματα από σας. Σας γεννήσαμε, δεν μας γεννήσατε (...). Έτσι μ' ορμηνέψανε οι τρανήτεροι που άρπαζα κι' έκλευα κι' έδενα την ορμήνεια τους. Είχα σέβα στον τρανήτερο. .». Και ο νέος μάστορης «θα ξεσούρει σγουφτός κι' αμίλητος σα χουγιασμένο ζαγάρι με την νουρά στ' ασκέλια μπήγοντας τις γροθιές του στις τσέπες του παντελονιού του».

2 «Ξυόσανται τα παλιόπαιδα, τό 'να με τ' άλλο, στον τόπο της φαγούρας ίσαμε που ματώνανε τα πετσιά τους» (Θ. Τρουπής, ό.π., σ. 14).

3. Βλ... και Αρμολόι, τχ. 1 (1976), σ 9: «μάστορας σήμαινε παρακατιανός».

4. Οι περισσότεροι από τους παλιότερους ερευνητές είτε δεν έδωσαν σημασία στα μαστορικά μπουλούκια, είτε ο φακός της έρευνάς τους αναζητούσε σε αυτά μόνο το γραφικό και ανεκδοτολογικό στοιχείο Ακόμα και λόγιοι

Σελ. 65
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/66.gif&w=600&h=91514. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

αντανακλάται και στα μαστορικά ανέκδοτα1. Οι συνθήκες αυτές μέσα στις οποίες ανδρώνονταν οι μαθητευόμενοι, διαμόρφωναν γι' αυτούς, όπως ήταν φυσικό, και ανάλογες στάσεις και συμπεριφορές απέναντι και στην ομάδα των χτιστών και στην κοινωνία.

Μέσα στην ομάδα των χτιστών η συμπεριφορά τους υπαγορευόταν από την ανάγκη της εκμάθησης της τέχνης του χτίστη και της επιβίωσης. Για να πετύχουν τον στόχο αυτόν έπρεπε να ακολουθούν τα πρότυπα που είχαν διαμορφωθεί από την ανάγκη, το έθιμο, τη συνήθεια και τον πατροπαράδοτο τρόπο ζωής των χτιστών. Ο σεβασμός και η πειθαρχία στους βετεράνους της τέχνης, η εργατικότητα και η αποταμίευση, ήταν από τις βασικές αρχές της μαστορικής ζωής, τις οποίες μάθαιναν οι μαθητευόμενοι στις κομπανίες. Η σκληρή συμπεριφορά των μαστόρων προς τους ανήλικους μαθητευομένους (συνεχείς παρατηρήσεις και ταπεινώσεις, τιμωρίες με οικονομικές συνέπειες κλπ.) δεν υπαγορευόταν, τις περισσότερες φορές, από κακότητα, αλλά από μια

που κατάγονταν από μαστοροχώρια δεν καταδέχονταν να καταπιαστούν με τους χτίστες των χωριών τους, τους ανθρώπους δηλαδή που δημιούργησαν κάποιες υλικές και πολιτιστικές αξίες. Κάπως αργά η έρευνα άρχισε να μελετάει τη ζωή και τη δράση των λαϊκών οικοδόμων. Σε αυτό συνετέλεσε και η αντίληψη που καταξιώνει τη χειρωνακτική εργασία στη συνείδηση του λαού, αντίληψη που διαμορφώθηκε στα πλαίσια των προοδευτικών ιδεών. 1. Ένας Μανιάτης λχ. παρομοίαζε τους μαστόρους με θηρία, επειδή έτρωγαν πολύ, και απειλούσε το παιδί του που έκλαιγε με τη φράση: "Σους, γιαμά σε πετάουσι όξω και σε τρωουσι τα θερία!" (Χφ 2268, σ. 921 του Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών, συλλογή Χρ. Π. Κορύλλου). Σέ ένα χωριό της Αργολίδας, όπου οι Κλουκινοχωρίτες έχτιζαν ένα σπίτι, έτυχε να πεθάνει, κατά τη διάρκεια εκτέλεσης του έργου, ο ιδιοκτήτης του σπιτιού Απαρηγόρητη η χήρα του έλεγε και ξανάλεγε: "Θεέ μου, γιατί πήρες τον άνδρα μου και δεν έπαιρνες κανένα ματσιονάκι (μαστορόπουλο) !" (Αθ. Θ. Φωτόπουλος, ό.π , σ. 30). Στην Ήπειρο πάλι, σε ένα χωριό στο οποίο δούλευαν χτίστες, η κόρη πληροφορεί τη μάνα ότι από τον κουβά ήπιε νερό και το γομάρι. Εκείνη της απαντάει ότι δεν πειράζει, το νερό είναι καθαρό για τους ανθρώπους. Όταν όμως της λέει ότι από τον ίδιο κουβά ήπιε νερό κι ένας χτίστης, προστάζει την κόρη της:

"χύστο γρήγορα!" (Αρμολόι, τχ. 1 (1976), σ. 1ο).

Σελ. 66
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/67.gif&w=600&h=915 14. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

εδραία πεποίθηση ότι αυτός είναι o σωστός τρόπος για την επαγγελματική κατάρτιση των νέων. Με τον τρόπο αυτό δεν μπορούσε παρά να αναπαράγεται το πρότυπο του καλού χτίστη, πρότυπο που είχαν διδαχτεί οι μαστόροι από τους πατεράδες τους. «Θα περάσεις από το τεζάχι1 για να γίνεις μάστορης», έλεγαν οι Κλουκινοχωρίτες στα μαστορόπουλα, υπογραμμίζοντας με τη φράση αυτή τη σκληρή ζωή, τις στερήσεις και τις ταπεινώσεις που συνεπαγόταν η πολύχρονη μαθητεία για τα μαστορόπουλα.

Η στάση των μαθητευομένων απέναντι στην κοινωνία προσδιοριζόταν από τη γενικότερη στάση που κρατούσε στον κοινωνικό περίγυρο η ομάδα των μαστόρων. Ολόκληρη η ομάδα λειτουργούσε στους ξένους τόπους ως ένα κοινωνικό υποσύνολο, σχεδόν περιθωριακό, με τους δικούς του τρόπους, τις δικές του νοοτροπίες και πρακτικές. Εξάλλου ένας από τους λόγους για τους οποίους χρησιμοποιούσαν στους τόπους της δουλειάς τους συνθηματικά γλωσσάρια ήταν για να «πολεμήσουν την κοινωνία προς την οποία βρίσκονται με τα ιδιαίτερα συμφέροντα τους σε αντίθεση και εχθρότητα»2. Απαραίτητη προϋπόθεση για να μπορέσει η ομάδα να λειτουργήσει αυτόνομα, σε εποχές μάλιστα γενικής ανασφάλειας και έλλειψης κρατικής παρέμβασης στις εργασιακές σχέσεις, ήταν η μεταξύ των μελών της σύμπνοια. στις σχέσεις τους με τους δύστροπους και κακοπληρωτές εργοδότες οι χτίστες είχαν ως αρχή το λαϊκό «από κακό χρεοφειλέτη και σακκί άχερα», που σημαίνει ότι δεν ήταν ποτέ επιθετικοί, αλλά πάντοτε συμβιβαστικοί και υποχωρητικοί. Προσπαθούσαν να διεκδικούν το δίκαιο τους με τρόπους όσο το δυνατόν ανώδυνους. Και. οι μικροαπάτες που διέπρατταν σε βάρος των κυρίων των έργων, ή τα διάφορα τεχνάσματα που χρησιμοποιούσαν για να εξασφαλίζουν κατά τη διάρκεια

1. Από το τουρκ. tezgâh - μπουφές του καφετζή (N ΙΙ Ανδριώτης, ό.π , σ. 251).

2. Μανόλης Τριανταφυλλίδης, «Τα Ντόρτικα της Ευρυτανίας», Λαογραφία, 7 (1923), σ. 243. Βλ. και Ν. Γ. Κοντοσοπούλου, «Δύο συνθηματικά γλωσσάρια από το χωρίον Διακόπι Δωρίδας, Αθηνά, 65 (1961), σ. 210

Σελ. 67
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/68.gif&w=600&h=915 14. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

εκτέλεσης των έργων, καλή τροφή και πιοτό1, εντάσσονται στη γενικότερη τακτική που ακολουθούσαν, απέναντι στους δύστροπους εργοδότες, για να κερδίζουν από αυτούς όσο το δυνατόν περισσότερα. Για τις μικροαπάτες και τα τεχνάσματα αυτά χρησιμοποιούσαν, για ευνόητους λόγους, τα «παιδιά», δηλαδή τους μαθητευομένους, όπως θα δούμε λεπτομερέστερα στον οικείο χώρο. Όλα αυτά δείχνουν ότι οι μαθητευόμενοι αποτελούσαν μια υποομάδα της κομπανίας απόλυτα εξαρτημένη από το μαστορικό κατεστημένο. Η κομπανία για τους ανηλίκους δεν ήταν μόνο επαγγελματικό σχολείο ή πρότυπο συλλογικής διαβίωσης και υπευθυνότητας, αλλά και παράγοντας που επηρέαζε τη διαμόρφωση της προσωπικότητάς τους. Ο συλλογικός καταναγκασμός που ασκούνταν πάνω στους μαθητευομένους προσδιόριζε ώς ένα βαθμό και τη γενικότερη ιδεολογική τους συγκρότηση, σύμφωνα με την οποία ολόκληρη η κοινωνία είναι δομημένη όπως η ομάδα τους. Κάθε πρόοδος συνεπώς μέσα στην κοινωνία συναρτάται αναγκαστικά με το πέρασμα από τέτοιες σκληρές δοκιμασίες. Η αντίληψη αυτή οδηγεί σε μια παθητικότητα απέναντι στα κοινωνικά φαινόμενα, στην ανοχή, την υποταγή και, στην καλύτερη περίπτωση, στο συμβιβασμό. Δεν υπάρχουν περιθώρια για αμφισβήτηση οποιουδήποτε κατεστημένου. Πολύ αργότερα και ειδικότερα με την εμφάνιση και την ανάπτυξη του εργατικού κινήματος θα αποχτήσουν οι οικοδόμοι ταξική συνείδηση και θα γίνουν φορείς ταξικών αγώνων και συγκρούσεων. Θα προηγηθεί βέβαια η παρακμή των παραδοσιακών μπουλουκιών, η συγκέντρωση των αγροτικών πληθυσμών στις πόλεις, η εμπορευματοποίηση της κατοικίας.

1. Για τις μικροαπάτες και τα τεχνάσματα: Χρ. Γ. Κωνσταντινόπουλος, Οι παραδοσιακοί χτίστες της Πελοποννήσου, σ. 56 - 58.

Σελ. 68
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Η μαθητεία στις κομπανίες των χτιστών της Πελοποννήσου
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 49
    14. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

    τις πλανόδιες μαστορικές κομπανίες, οι οποίες εξασφαλίζουν στους κατοίκους των μαστοροχωριών μια σταθερή, κύρια ή δευτερεύουσα, απασχόληση, πράγμα που έχει ως αποτέλεσμα την επίλυση ώς ένα βαθμό του οικονομικού προβλήματος στα χωριά αυτά και την αποφυγή της μετανάστευσης. Σε μια εποχή που η ιδανική επαγγελματική αποκατάσταση για έναν νέο συνοψίζεται στη λαϊκή ρήση

    μάθε τέχνη κι άστηνε.

    κι αν πεινάσεις πιάστηνε

    ήταν φυσικό το επάγγελμα του χτίστη να προσελκύει τους νέους και να αποτελεί γι' αυτούς βασική επαγγελματική επιλογή.

    Εδώ δεν χρειαζόταν να γίνει ειδική πληροφόρηση για τα πλεονεκτήματα του επαγγέλματος. Οι γονείς πρώτα απ' όλα καθιστούσαν, από πολύ νωρίς, σαφές στα παιδιά τους ότι ο δρόμος για νά απαλλαγούν από τη φτώχεια -στις δεδομένες κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες- οδηγεί στη μαστοριά1. Εξάλλου το "να πάει το παιδί κοντά στους μαστόρους" είχε ευεργετικά αποτελέσματα για την ίδια την οικογένεια: Πρώτα απ' όλα μειώνονταν κατά ένα τα άτομα που σιτίζονταν στο σπίτι και άρα μειώνονταν οι δαπάνες διατροφής της οικογένειας. 'Υστέρα το παιδί και ως μαθητευόμενος (μαστορόπουλο) ενίσχυε τον οικογενειακό προϋπολογισμό με ένα ποσό που, όσο μικρό κι αν ήταν, δεν μπορούσε να αγνοηθεί στα χρόνια του αγώνα για την επιβίωση. Και φυσικά ήταν προτιμότερο οι γονείς να στέλνουν τα παιδιά τους στη μαστοριά παρά να τα "ρογιάζουν" στα διάφορα "αφεντικά" των αστικών κέντρων2,

    Η παρουσία επίσης των ίδιων των χτιστών αποτελούσε την

    1. Στην Ήπειρο "σαν γίνη το αγόρι δέκα χρονών, ο γονιός του δίνει ένα άλογο, ένα ψωμί στο ταγάρι για εφτά μέρες, του δίνει ακόμα ένα φούσκο (μπάτσο) λέγοντας: Σύρε κερατά να βγάλης το ψωμί σου" (Αλέξ. Μαμμόπουλος, Λαϊκή αρχιτεκτονική,, ηπειρώτες μαστόροι και γεφύρια, Αθήνα 1973, σ. 7).

    2. Κατά τον Γ. Παπαγεωργίου (Η μαθητεία στα επαγγέλματα, Αθήνα 1986, σ. 34) "Οι περισσότεροι γονείς οδηγούσαν τα παιδιά τους στη συντεχνία