Συγγραφέας:Κωνσταντινόπουλος, Χρήστος Γ.
 
Τίτλος:Η μαθητεία στις κομπανίες των χτιστών της Πελοποννήσου
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:14
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:1987
 
Σελίδες:136
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Μαθητεία και εργασία
 
Τοπική κάλυψη:Πελοπόννησος
 
Περίληψη:Αντικείμενο του βιβλίου είναι το παραδοσιακό σύστημα μαθητείας στις πλανόδιες κομπανίες των χτιστών της Πελοποννήσου. Ειδικότερα με τη μελέτη αυτή επιχειρείται αφενός να επισημανθεί η κοινωνική και γεωγραφική προέλευση των μαθητευομένων και αφετέρου να καθοριστεί ο μηχανισμός εκμάθησης της τέχνης του χτίστη και οι συνέπειες που ο μηχανισμός αυτός είχε στη διαμόρφωση της προσωπικότητας των μαθητευομένων.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 6.81 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 71-90 από: 146
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/71.gif&w=600&h=91514. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

Δ'

Η ΜΑΘΗΤΕΙΑ

Τις απαραίτητες γνώσεις για την άσκηση ενός βιοτεχνικού - εμπορικού επαγγέλματος, τόσο κατά την αρχαιότητα όσο και κατά τον Μεσαίωνα και τη νεότερη εποχή, αποκτούσε κανείς με τη μακροχρόνια θητεία κοντά στο μάστορη - τεχνίτη, μέσα ή έξω από την επαγγελματική οργάνωση, και όχι σε ειδική επαγγελματική σχολή1. Με το πατροπαράδοτο αυτό σύστημα μαθητείας, το οποίο

1. Η ανάπτυξη της τεχνολογίας κατά τη βιομηχανική επανάσταση και οι ανάγκες του ανερχόμενου καπιταλισμού σε ειδικευμένο προσωπικό οδήγησαν στην οργάνωση της τεχνικοεπαγγελματικής εκπαίδευσης και την ίδρυση σχολών τεχνικής και επαγγελματικής κατάρτισης. Στην Ελλάδα, στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, η μαθητεία στα επαγγέλματα γινόταν θεσμοθετημένα στα πλαίσια των συντεχνιών. Κατά τον ιστορικό Γκόρντον (βλ. πρόχειρα Σεραφείμ Μάξιμου, Η αυγή του ελληνικού καπιταλισμού, γ' έκδ., σ. 24) "η μαθητεία στα επαγγέλματα ήτανε παραμελημένη και συνοδευότανε από έλλειψη καταμερισμού στην εργασία". Η σοβαρότερη προσπάθεια που έγινε, κατά την περίοδο αυτή, για την επαγγελματική εκπαίδευση ήταν η ίδρυση ελάχιστων ναυτικών σχολών (Α. Ι. Τζαμτζής, "Ναυτικοί, καράβια, λιμάνια" στο Λεύκωμα Ελληνική Εμπορική Ναυτιλία, σ. 60, όπου και η σχετική βιβλιογραφία). Τις πρώτες επαγγελματικές σχολές ίδρυσε στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος o Καποδίστριας (Χρ. Κωνσταντινόπουλος, Η επαγγελματική εκπαίδευση στην περίοδο 1828 - 1831, Αθήνα 21984). Σύντομο διάγραμμα της ιστορίας του Θεσμού της τεχνικοεπαγγελματικής εκπαίδευσης στην Ελλάδα μας δίνουν ο Ντάντης - Λάζαρος Δουκάκης και η Μαρία Κ. Βεργέτη: "Ιστορικό του θεσμού της τεχνικής και επαγγελματικής εκπαίδευσης στην Ελλάδα" στο π. Σύγχρονη Εκπαίδευση, τχ. 25 (1985), σ. 39 κε. και 26 (1986), σ. 34 κε.

Σελ. 71
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/72.gif&w=600&h=915 14. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

72  Η ΜΑΘΗΤΕΙΑ ΣΤΙΣ ΚΟΜΠΑΝΙΕΣ

επιβιώνει σε μερικά επαγγέλματα ώς τις μέρες μας, διαιωνιζόταν η αποθησαυρισμένη επαγγελματική πείρα από γενιά σε γενιά1. στις περιπτώσεις που η εμπειρία έλειπε και άλλος τρόπος για την εκμάθηση της τέχνης δεν υπήρχε, οι άνθρωποι, υπό την πίεση της ανάγκης, αυτοσχεδίαζαν. Χαρακτηριστικά από την άποψη αυτή είναι όσα γράφει ο Γ, Δ. Κριεζής2 για την κατασκευή των πρώτων καϊκιών στην Ύδρα:

«Αλλ' επειδή η ανάγκη είναι μήτηρ των εφευρέσεων, o τότε Σακελλάριος, ως νοημονέστερος των άλλων, επεχείρησε το 1657, χωρίς να γνωρίζη την ναυπηγικήν, την κατασκευήν πλοίου, το οποίον μετά πολλούς κόπους κατεσκεύασεν, αλλά πάντη ασύμμετρον και άσχημον. Εις δε την κατασκευήν αυτού μετεχειρίσθη τρία μόνον εργαλεία, τον πρίονα, τον πέλεκυν και τον τρυπάνι, αντί δε των σιδηρών ήλων μετεχειρίσθη ξυλίνους και αντί εξαρτίων κλήματα της αμπέλου συμπεπλεγμένα».

Κάπως έτσι, με αυτοσχεδιασμούς δηλαδή, πρέπει να έμαθαν την τέχνη του οικοδόμου και οι πρώτοι χτίστες που βγήκαν από τα αρχαιότερα μαστοροχώρια της Πελοποννήσου (Βαρβάρα, Λαγκάδια). Στην αρχή καταπιάνονταν με απλές κατασκευές (μάντρες.

1. Για τη μαθητεία κατά την αρχαιότητα: Χρ. Τούσης, «Η σύμβασις μαθητείας εν αρχαία Αιγύπτω», ΕΕΔ, τ. 13 (1954), σ. 4 - 9' Ξενοφ. Θωμαΐδης, «Σύμβαση μαθητείας στην ελληνική αρχαιότητα», ΕΕΔ, τ. 45, τχ. 21 (1986), σ. 865 - 877. Κατά τον Μεσαίωνα: Χρ. Τούσης, «Η σύμβασις μαθητείας κατά τον μεσαίωνα», στο ίδιο, τ. 18, τχ. 2 (1959), σ. 65 - 73· Γενεβιέβη Μήτσου - Talon, «Οι κανονισμοί των συντεχνιών στο μεσαιωνικό Παρίσι», στο ίδιο, τ. 45, τχ. 14 - 15 (1986), σ. 561 - 572. Στη βενετοκρατουμένη Κρήτη: Ιω. Κισκίρα, Η σύμβασις μαθητείας εν τη βενετοκρατούμενη Κρήτη μετ' ανεκδότων εγγράφων εκ του Archivio di Stato της Βενετίας, Αθήνα 1968. Κατά τη σύγχρονη εποχή: Κ. Δ. Μαρκόπουλος, «Η σύμβασις μαθητείας», ΕΕΔ, τ. 35, τχ. 2 (1976), σ. 49 - 54. Στα παραπάνω και η σχετική με το θέμα βιβλιογραφία, ελληνική και ξένη.

2. Ιστορία της νήσου Ύδρας προ της επαναστάσεως του 1821, Πάτρα 1860, σ. 18.

Σελ. 72
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/73.gif&w=600&h=915 14. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

Η ΜΑΘΗΤΕΙΑ  73

πεζούλες, καλύβια κλπ.). Με το πέρασμα του χρόνου εδάμασαν τα δομικά υλικά, δοκίμασαν νέους τρόπους στο χτίσιμο, πήραν, ενδεχομένως, και κάποιες τεχνικές γνώσεις από ξένους τεχνίτες, κοντά στους οποίους θα δούλεψαν, απέκτησαν με ένα λόγο εμπειρία που τους επέτρεπε να αναλαμβάνουν δυσκολότερες κατασκευές. Την πείρα και τις γνώσεις τους τις μεταβίβαζαν στα παιδιά τους, που από μικρά τα έπαιρναν στη δουλειά1 και αυτά στους απογόνους τους. Το επάγγελμα, έτσι, έγινε, κατά την περίοδο που άρχισαν να αναπτύσσονται οι κομπανίες, οικογενειακό. Χωρίς την επαγγελματική αυτή διαδοχή και τη μεταβίβαση της αποθησαυρισμένης οικοδομικής πείρας από γενιά σε γενιά, ούτε μαστοροοικογένειες θα μπορούσαν να υπάρξουν ούτε οικοδομική παράδοση θα ήταν δυνατόν να δημιουργηθεί στα γνωστά μαστοροχώρια.

Η ζήτηση ειδικευμένου εργατικού δυναμικού, στον τομέα των οικοδομικών κατασκευών, η έλλειψη ευκαιριών απασχόλησης στις ορεινές περιοχές, η κάποια οικονομική διαφοροποίηση των χτιστών από τους απλούς καλλιεργητές της γης και τους τσοπάνηδες, ήταν οι λόγοι που ώθησαν και κατοίκους άλλων χωριών, γειτονικών στα μαστοροχώρια, να μάθουν την τέχνη του χτίστη, που στα δικά τους μέρη αποτελούσε μια σίγουρη λύση του βιοποριστικού τους προβλήματος. Έτσι άρχισαν σιγά σιγά να ακολουθούν τις μαστόρικες κομπανίες ως μαστορόπουλα. Οι μαθητευόμενοι, επομένως, στα μαστορικά μπουλούκια της Πελοποννήσου προέρχονταν είτε από το χωριό των χτιστών είτε από άλλα χωριά, κυρίως γειτονικά. Τα παιδιά που ήταν συγγενείς ή απλώς συμπατριώτες των μαστόρων, οι γορτύνιοι χτίστες τα ονόμαζαν, όπως είπαμε, (μ)παρτιλήδες, αυτά δε που κατάγονταν από ξένα

1. «Σαν πατάγαμε τα εννιά, μας παίρνανε οι γονείς κοντά στην τέχνη» (Θ. Τρουπής, ό.π., σ. 12). Βλ. επίσης Αγγελική Χατζημιχάλη, «Μορφές από τη σωματειακή οργάνωση των Ελλήνων στην Οθωμανική αυτοκρατορία. Οι συντεχνίες - τα ισνάφια» στο L'Hellénisme Contemporain (1453 - 1953), Αθήνα 1953, σ. 290: «Οι μαστόροι βγάζανε τους γιους τους μαστόρους και οι καλφάδες μάθαιναν στα παιδιά τους την ίδια τέχνη».

Σελ. 73
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/74.gif&w=600&h=915 14. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

74 Η ΜΑΘΗΤΕΙΑ ΣΤΙΣ ΚΟΜΠΑΝΙΕΣ

χωριά ψυχογιούς1. Τα πρώτα μαστοροχώρια, και ως τέτοια θεωρώ την Αγία Βαρβάρα και τα Λαγκάδια, με την πλούσια οικοδομική τους παράδοση υπήρξαν για τα παιδιά των παραπάνω χωριών τεχνικοεπαγγελματικά σχολεία στα οποία αυτά διδάχτηκαν την οικοδομική τέχνη. Χαρακτηριστικές, για τον τρόπο με τον οποίο μάθαιναν το επάγγελμα του χτίστη τα παιδιά αυτά, είναι οι πληροφορίες που μας δίνει ο πρωτομάστορας Δημ. Μουστόγιαννης, από το Περδικονέρι (Κατσουλιά) της Γορτυνίας, ο οποίος από 13 χρονών ακολούθησε τις κομπανίες των λαγκαδινών μαστόρων ως μαστορόπουλο:

«Τα χρόνια εκείνα εργάστηκα με Λαγκαδινούς, διότι μαστόροι από την Κατσουλιά υπήρχαν καμιά τριανταριά, οι οποίοι δεν εγνώριζαν καλά την τέχνη αυτή, και συνεργαζόμαστε με Λαγκαδινούς. Εμείς οι νεότεροι, από τη μεγάλη αγανάκτηση αποκτήσαμε την επιμονή και υπομονή και εμάθαμε την τέχνη και αρχίσαμε να κάνουμε συνεργεία δικά μας, μπουλούκια τα ελέγαμε τότε. Ταξιδεύαμε με τα ζώα, γαϊδούρια και άνθρωποι, ώς τη Μονεμβασία της Λακωνίας, Πύλο, Γύθειο, Αργολιδοκορινθία, Καλαβρυτοχώρια, σε όλα τα χωριά της Πελοποννήσου, ωσότου φτάναμε μέχρι τη θάλασσα. Εκεί σταματούσαμε με τα ζώα, όπου προ ολίγων ετών τα εγκαταλείψαμε και ασχοληθήκαμε με δημόσιες και ιδιωτικές εργασίες με παραδοτέα τα υλικά».

1. Τέτοια διάκριση δεν φαίνεται να υπήρχε στους κλουκινοχωρίτες μαστόρους, οι οποίοι ονόμαζαν γενικά τους μαθητευομένους μαστορόπουλα ή υπερέτες. Η διάκριση έχει σημασία κυρίως για την αμοιβή των μαθητευομένων, για την οποία θα γίνει λόγος πιο κάτω. Υπηρέτης ονομαζόταν και στα Επτάνησα το μαστορόπουλο (Λεων. Ζώης, Αι εν Ζακύνθω συντεχνίαι. Ζάκυνθος 1893, σ. 24). Άλλες κοινές ονομασίες των μαστορόπουλων στην Πελοπόννησο ήταν παιδιά και μαθητούδια. Τους όρους τσιράκι και κάλφας σπάνια χρησιμοποιούσαν στις μαστορικές κομπανίες της Πελοποννήσου. Για τις ονομασίες των μαστορόπουλων σε άλλες περιοχές της Ελλάδας βλ. Γ. Παπαγεωργίου, ό.π., σ. 20.

Σελ. 74
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/75.gif&w=600&h=91514. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

Η ΜΑΘΗΤΕΙΑ 75

Ο τρόπος με τον οποίο προσλαμβάνονταν οι ψυχογιοί ονομαζόταν ρόγιασμα1. Το ρόγιασμα δηλαδή ήταν η σύμβαση με την οποία οι υπηρεσίες του ανήλικου παιδιού εκμισθώνονταν από τον πατέρα, τη χήρα μάνα ή άλλον κηδεμόνα του σε ένα μάστορη με αντάλλαγμα την εκμάθηση της τέχνης και κάποια μικρή αμοιβή2. Στα νεότερα χρόνια o γορτύνιος μάστορης ήταν υποχρεωμένος επίσης να αγοράσει για τον ψυχογιό ένα κοστούμι ντρίλινο και ένα ζευγάρι αρβανίτικα τσαρούχια. Δεν έχει - εξακριβωθεί αν το τελευταίο ίσχυε και στους κλουκινοχωρίτες μαστόρους. Το ρόγιασμα, επομένως, ήταν σύμβαση μαθητείας, στην οποία όμως προείχε η παροχή εργασίας του μαθητευομένου και όχι η εκμάθηση της τέχνης, Η έννοια της δεν διέφερε από την έννοια της σύμβασης εργασίας3, Η μορφή της άμισθης σύμβασης μαθητείας είναι άγνωστη στα μπουλούκια της Πελοποννήσου.

Μισθωτής των υπηρεσιών του ψυχογιού δεν ήταν το μπουλούκι, αλλά ο μάστορης που τον είχε προσλάβει, συνεπώς αυτός

1. Ρόγα (η) = μισθός' ρόγιασμα=μίσθωση, από το λατιν. roga/rogare.

2. Συνήθως οι συμβάσεις του είδους αυτού ήταν προφορικές. Ο Αθ. Θ. Φωτόπουλος αναφερόμενος στα μπουλούκια των κλουκινοχωριτών χτιστών (ό.π., σ. 23 - 24) γράφει ότι τα "μαστορόπουλα ήταν μαθητευόμενοι τεχνίται ηλικίας 12 - 20 ετών (...). Συνήθως αι πτωχαί χήραι διά ν' ανακουφίζωνται από πιεστικά οικονομικά βάρη ερόγιαζαν ή συμβάζανε τ' ανήλικα τέκνα των εις τους μαστόρους. Ο μάστορης που αναλάμβανε να πάρη μαζί του κάποιο μαστορόπουλο έδιδεν εις τους γονείς αυτού έγγραφον υπόσχεσιν ότι θα φροντίζη διά την τροφήν, την ενδυμασίαν και την εν γένει διαβίωσιν του. Πολλοί μαστόροι προσελάμβανον μαστορόπουλα κατά προτίμησιν - εκ συγγενικών των οικογενειών". Και κατά τις πληροφορίες που έχει συγκεντρώσει ο Χαρ. Γ. Γκούτος (ό.π., σ. 90 σημ.). Οι συμβάσεις μαθητείας ήταν προφορικές. Εξαίρεση αποτελούσαν οι βενετοκρατούμενες περιοχές, στις οποίες οι συμβάσεις μαθητείας ήταν, τις περισσότερες φορές, γραπτές.

3. Βλ. και Χαρ. Γ. Γκούτου, ό.π., σ. 93. Χαρακτήρα συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας έχει σήμερα και η σύμβαση μαθητείας που συνάπτεται μεταξύ των μαθητών των Σχολών Μαθητείας του ΟΑΕΔ και των διαφόρων εργοδοτών, στις επιχειρήσεις των οποίων ασκούνται πρακτικά οι μαθητές αυτοί (Χρ. Γ. Κωνσταντινόπουλος, Κοινωνική Αγωγή, Αθήνα 1984, σ. 103).

Σελ. 75
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/76.gif&w=600&h=91514. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

76 Η ΜΑΘΗΤΕΙΑ ΣΤΙΣ ΚΟΜΠΑΝΙΕΣ

ήταν υπεύθυνος και για την πληρωμή του. Οι ψυχογιοί δεν συμμετείχαν αλλά υπολογίζονταν στη διανομή των κερδών ως μπαρτιλήδες. Τα μερδικά τους όμως τα έπαιρναν οι χτίστες που τους είχαν προσλάβει. Στους ψυχογιούς έδιναν το ποσό που είχαν συμφωνήσει κατά τη σύναψη της σύμβασης μαθητείας και το οποίο ήταν πάντοτε μικρότερο από το ποσό που θα κέρδιζαν οι ψυχογιοί ως μπαρτιλήδες. Με τον τρόπο αυτό οι μαστόροι εκμεταλλεύονταν άγρια τους ψυχογιούς.

Μαθητευόμενοι ήταν και οι μπαρτιλήδες1, αλλά αυτοί δεν πληρώνονταν

1. Ο Χαρ. Γ. Γκούτος πιστεύει (ό.π , σ. 182) ότι τα μαστορόπουλα της κατηγορίας αυτής δεν ήταν "εταίροι" αλλά "μισθωτοί των εταίρων", που όμως "συμμετείχαν στα κέρδη". Τη γνώμη του στηρίζει αφενός στο "γενικά παραδεκτό γεγονός ότι τουλάχιστον οι κάτω των 15 ετών οικοδόμοι, δεν μετείχαν στις αποφάσεις της εταιρίας" και αφετέρου "στο γεγονός ότι και το μίσθωμα των φορτηγών ζώων υπολογιζόταν πολλές φορές ως μερίδιο, δηλαδή με το σύστημα της συμμετοχής στα κέρδη της μισθώτριας εταιρίας". Οι μαθητευόμενοι βέβαια δεν συμμετείχαν στις "αποφάσεις της εταιρίας", αν και προσωπικά δεν αποκλείω τέτοια συμμετοχή των πάνω από 15 ετών μαθητευομένων. Το ότι οι ανήλικοι τελούσαν σε "αυστηρή υποταγή προς τους μάστορες" δεν σημαίνει ότι δεν μπορούσαν να συνεταιριστούν, αν πιστέψουμε τον Δρόσο Δροσινό, που μας βεβαιώνει στις "Σημειώσεις" του (1847) ότι στα Αμπελάκια "συνεταιρίσθηκαν" και "παιδιά". (Βλ. πρόχειρα Γιάννη Κορδάτου, Τ' Αμπελάκια κι ο μύθος για το συνεταιρισμό τους, Αθήνα 1955, σ. 139). Τα ζώα των χτιστών και των μαθητευομένων δεν ήταν μισθωμένα αλλά αποτελούσαν συνεταιριστική εισφορά. Μπορούσε δηλαδή να συμμετάσχει κανείς στην κομπανία είτε με την εργασία του μόνο είτε με την εργασία του και ένα ή δύο ζώα, πράγμα όχι ασυνήθιστο στους συνεταιρισμούς της υπαίθρου (Διεθνές Γραφείο Εργασίας, Ο Σονεργατισμός, μετάφρ. Ν. Πολύζου, Αθήνα 1975, σ. 51, σημ. 1). Η αμοιβή της εργασίας με το σύστημα της συμμετοχής στα κέρδη και στις ζημιές ήταν μια πρακτική "παλαιοτάτη και γενικής εφαρμογής εν τη Μεσογείω" (Ι Π. Μανιατόπουλος, Το ναυτικόν δίκαιον της Ύδρας, 1757 - 1821, Αθήνα 1939, σ. 73 - 74, σημ. 7). Στην Ελλάδα το σύστημα αυτό εφαρμόστηκε στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, κυρίως στα Αμπελάκια και τους ναυτικούς συνεταιρισμούς της Ύδρας και των Σπετσών, αλλά το ζήτημα αν στα Αμπελάκια λειτούργησε συνεταιρισμός ή εμπορική εταιρεία είναι ακόμα αμφιλεγόμενο για την επιστημονική έρευνα. Στην περίπτωση των Αμπελακίων εξάλλου πίσω από τη συμμετοχή

Σελ. 76
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/77.gif&w=600&h=915 14. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

Η ΜΑΘΗΤΕΙΑ  77

με μισθό (ρόγα)1, όπως οι ψυχογιοί και οι κοντότατοι, αλλά συμμετείχαν ισότιμα με τα άλλα μέλη του μπουλουκιού στη διανομή των κερδών, με - τη διαφορά ότι, αντί να παίρνουν ολόκληρο μερδικό, όπως οι χτίστες και ο πρωτομάστορας, έπαιρναν μισό2. Έχουμε συνεπώς α) μαθητευομένους που αμείβονται αναλογικώς (ποσοστό συμμετοχής στα κέρδη) και β) μαθητευομένους μισθωτούς (ρογιασμένους).

Η διάρκεια της μαθητείας στα πλανόδια μπουλούκια των μαστόρων δεν ήταν καθορισμένη. Συνήθως για να γίνει ένα μαστορόπουλο

των εργατών στα κέρδη «κρύβεται η έλλειψη κεφαλαίων» (Σπ Ι, Ασδραχάς, Ελληνική κοινωνία και οικονομία, σ. 147 - 148). στις συνεργατικές εταιρείες των χτιστών όμως δεν εξυπηρετείται κανένα κεφάλαιο και δεν καταβάλλονται μεροκάματα στους μπαρτιλήδες. «Συμμετοχή στα κέρδη της επιχείρησης» σήμερα σημαίνει κυρίως ότι οι μισθωτοί παίρνουν, πέρα από το ημερομίσθιο τους, και ένα μέρος από τα κέρδη (Δ.Γ.Ε., Μισθοί και ημερομίσθια, μετάφρ. Αγνής Ρουσοπούλου, Αθήνα 1975, σ. 76). Ο «συνεταιρισμός» δεν είναι μόνο νομική έννοια αλλά και οικονομική και κοινωνική. «Συνεταιρισμός» και «μισθωτός» εξάλλου είναι όροι με κάποια πολιτικοκοινωνική φόρτιση. Μερικοί τις ποικίλες ενώσεις της προκαπιταλιστικής περιόδου δεν τις Θεωρούν συνεταιρισμούς αλλά απλές μορφές συνεργασίας ή, στην περίπτωση των Αμπελακίων και των ναυτικών συνεταιρισμών, «προδρόμους του συνεργατικού κινήματος» (Παρμενίων Σ. Αβδελίδης, Ο συνεταιρισμός στις συνθήκες τον καπιταλισμού, Αθήνα 1978, σ. 25, 28). Με όλα αυτά θέλω να πω, χωρίς να παραγνωρίζω τη συμβολή του Γκούτου στη διερεύνηση του Θέματος, ότι δεν είναι πάντοτε ευχερής η υπαγωγή των συνεργατικών εταιρειών του παρελθόντος σε σύγχρονα νομικά καλούπια. Οι ποικίλες συσσωματώσεις, συνεργατισμοί, συντροφιές κλπ. της προκαπιταλιστικής περιόδου θα προκαλούν για πολύν καιρό ακόμα διχογνωμίες και προβληματισμούς.

1. Ο Χαρ. Γ. Γκούτος γράφει (ό.π., σ. 87) ότι ο «άγαμος ανήλικος οικοδόμος που παρείχε την εργασία στον πατέρα του δεν εδικαιούτο μισθό από τον πατέρα του», δηλαδή επρόκειτο για οικογενειακή σχέση Πρέπει να διευκρινιστεί ότι αυτό ίσχυε μόνο στην περίπτωση που ένας πατέρας δούλευε μόνο με τα παιδιά του. Δεν συνέβαινε στις κομπανίες των χτιστών που αποτελούνταν από συγγενείς, συμπατριώτες των χτιστών, και ξένους.

2. Και στις κομπανίες των κλουκινοχωριτών μαστόρων το μαστορόπουλο έπαιρνε μισό μερδικό (Αθ. Θ. Φωτοπούλου, ό.π., σ. 25).

Σελ. 77
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/78.gif&w=600&h=91514. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

78  Η ΜΑΘΗΤΕΙΑ ΣΤΙΣ ΚΟΜΠΑΝΙΕΣ

χτίστης έπρεπε να μαθητεύσει 8 - 10 χρόνια. Για τα παιδιά όμως των μαστόρων και κυρίως των πρωτομαστόρων η μαθητεία διαρκούσε λιγότερο χρόνο1.

Δυο ήταν τα στάδια της μαθητείας. Το πρώτο άρχιζε με την είσοδο του νέου στο επάγγελμα, που γινόταν από την ηλικία των 10 - 12 χρόνων, καμιά φορά και από την ηλικία των 8 - 9 χρόνων2. Στο στάδιο αυτό οι μαθητευόμενοι κουβαλούσαν με τα ζώα πέτρες, χώμα, άμμο, νερό και ό,τι άλλο χρειάζονταν οι χτίστες για το χτίσιμο. Είχαν επίσης τη φροντίδα των ζώων (βόσκημα, πότισμα, φύλαγμα κλπ.) και έκαναν όλες τις υπηρετικές δουλειές που απαιτούσε η ομαδική συμβίωση (μαγείρεμα, πλύσιμο, ψώνια)3.

Το δεύτερο στάδιο μαθητείας άρχιζε με την προαγωγή του μαστορόπουλου σε βοηθό, τον οποίο οι γορτύνιοι χτίστες ονόμαζαν

1. στις συντεχνίες ο ελάχιστος χρόνος μαθητείας ήταν πέντε χρόνια (α' και β' στάδιο), στην πραγματικότητα όμως η μαθητεία διαρκούσε ώς 7 - 8 χρόνια (Γ. Παπαγεωργίου, Η μαθητεία στα επαγγέλματα, σ. 42 - 43, 78 - 79).

2. Από την ίδια ηλικία πήγαιναν στα μπουλούκια των χτιστών και τα. παιδιά στην Ήπειρο και τη δυτική Μακεδονία Βλ. σχετικά: Αλ. Μαμμόπουλου. Λαϊκή αρχιτεκτονική., ηπειρώτες μαστόροι και γεφύρια, Αθήνα 1973, σ. 7' Κ. Παπαθανάση -Μουσιοπούλου, "Η συντεχνία των δουλγέρηδων φορέας παραδοσιακής τέχνης και φυτώριο συνδικαλισμού". Πρακτικά Γ' Συμποσίου Λαογραφίας του Βορειοελλαδικού χώρου (1979), σ. 543· Σ. Τζιούφα, το Δίλοφο Βοΐου, Θεσσαλονίκη 1977, σ. 76· Αρμολόι, τχ. 1 (1976), σ.

9 - 10· Βικτωρίας Δ. Νικήτα, "Εκμάθηση και αυθεντία στους μαστόρους της Δυτικής Μακεδονίας. Οι "παρέες" σε τρεις γενεές", ανάτυπο από τα Πρακτικά του Διεθνούς Συμποσίου για την ιστορικότητα της παιδικής ηλικίας και νεότητας, Αθήνα 1986, σ. 409. Πρβλ. και Γ. Κοτζιούλα:

Τον πήραν τον Κολιό τον πήραν οι μαστόροι παιδί απ' το σκολειό να μάθει πηλοφόρι.

3. Για τις δουλειές των μαθητευομένων στους χτίστες της Ηπείρου και δυτικής Μακεδονίας: Ν. Κ. Μουτσόπουλος, ό.π , σ 358' Α. Μαμμόπουλος ό π., σ. 12.

Σελ. 78
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/79.gif&w=600&h=91514. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

Η ΜΑΘΗΤΕΙΑ  79

τριότη και οι κλουκινοχωρίτες λασπολόγο. Δεν ήταν καθορισμένο το χρονικό διάστημα που έπρεπε να διανύσει ο μαθητευόμενος στο πρώτο στάδιο για να περάσει στο δεύτερο. Τα έξυπνα παιδιά, που ενδιαφέρονταν για την τέχνη, μπορούμε να πούμε ότι. μέσα σε 4 - 5 χρόνια γίνονταν βοηθοί. Τα παιδιά μάλιστα των πρωτομαστόρων μπορούσαν καμιά φορά να γίνουν χτίστες χωρίς να διανύσουν το δεύτερο στάδιο μαθητείας. "Δεν έγινα τριότης, ομολογεί ένας χτίστης, γιατί είχα τον πατέρα μου πρωτομάστορα. Έγινα μονοκοπανιά μάστορης το 1915, 15 χρονώνε"1. Ο τριότης λασπολόγος ήταν o άμεσος βοηθός των μαστόρων. Έφτιαχνε τη λάσπη και τροφοδοτούσε με αυτή τους χτίστες στις σκαλωσιές. Συντόνιζε επίσης τη δουλειά των μαστορόπουλων. Πότε πότε o τριότης χρησιμοποιούνταν και ως μεσομάστορης, έχτιζε δηλαδή από την εσωτερική πλευρά του τοίχου.

Μαστορόπουλα και τριότες - λασπολόγοι ήταν υποχρεωμένοι να υπακούουν χωρίς αντιρρήσεις στις εντολές των μαστόρων και του πρωτομάστορα. Ήταν ελεύθεροι όμως να αποχωρήσουν από το μπουλούκι όποτε ήθελαν και να πάνε σε άλλο μπουλούκι να δουλέψουν. Δεν συναντούμε δηλαδή στις κομπανίες των χτιστών της Πελοποννήσου τους περιορισμούς που έθεταν οι συντεχνιακοί κανονισμοί για τους μαθητευομένους2. Πανηγυρική αναγόρευση του μαστορόπουλου σε βοηθό (τριότη - λασπολόγο) δεν γινόταν στις κομπανίες των χτιστών. Αν κάποιος θα συμμετείχε στο μπουλούκι ως βοηθός ή ως μαστορόπουλο κανονιζόταν κατά τη συγκρότηση του μπουλουκιού. Κατά τη διάρκεια εκτέλεσης του έργου δεν γίνονταν προαγωγές μαστορόπουλων σε βοηθούς, αν και οι -

1. Εφ. Νέα Γορτυνία (29 Ιουνίου 1974). Για να γίνει κανείς τριότης έπρεπε να είναι τουλάχιστον 15 χρονών. Μέλος του Συνδέσμου Λαγκαδινών Κτιστών, που ιδρύθηκε το 1934, γινόταν o "επαγγελλόμενος τον κτίστην από της ηλικίας των 15 ετών και άνω". Βλ. το Καταστατικόν τον Συνδέσμου Λαγκαδινών κτιστών, Αθήνα 1934, άρθρο 4.

2. Βλ. κυρίως Γ. Παπαγεωργίου, Η μαθητεία στα επαγγέλματα, σ. 67 - 70, 95 - 97.

Σελ. 79
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/80.gif&w=600&h=91514. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

80 Η ΜΑΘΗΤΕΙΑ ΣΤΙΣ ΚΟΜΠΑΝΙΕΣ

μαστόροι μπορούσαν σιωπηρώς να αναθέτουν σε κάποιο έξυπνο και έμπειρο μαστορόπουλο εργασίες βοηθού. Μια τέτοια ανάθεση σήμαινε αναγνώριση ικανοτήτων και προσγραφόταν οπωσδήποτε στο ενεργητικό του μαστορόπουλου, Στην επόμενη συγκρότηση του μπουλουκιού θα είχε κάθε δικαίωμα να ζητήσει να συμμετάσχει στο μπουλούκι με την ιδιότητα του βοηθού.

Διδασκαλία, βέβαια, θεωρητική ή πρακτική, για την εκμάθηση της τέχνης, δεν γινόταν στους μαθητευομένους. Η τέχνη, μου υπογραμμίζουν παλιοί μαστόροι, "δεν χαρίζεται αλλά κλέβεται", πράγμα που σημαίνει ότι η εκμάθηση του επαγγέλματος ήταν ζήτημα ευφυΐας, αντίληψης, παρατηρητικότητας, ενδιαφέροντος και σκληρής εργασίας. Όσοι ενδιαφέρονταν να μάθουν πραγματικά την τέχνη, παρακολουθούσαν με προσοχή τις μεθόδους που χρησιμοποιούσαν οι μαστόροι στο χτίσιμο, στην εξόρυξη της πέτρας ή στο πελέκημα των γωνιόλιθων και προσπαθούσαν να τις κάμουν χτήμα τους. Συχνά προσφέρονταν να ξεκουράσουν, δήθεν, τον μάστορη: "Άσ' το, μπάρμπα, να το φτιάξω εγώ"1. Πολλές φορές και οι ίδιοι οι μαστόροι, που είχαν κουραστεί, καλούσαν τα μαστορόπουλα να συνεχίσουν ένα έργο (δευτερεύον οπωσδήποτε) που είχαν αυτοί αρχίσει: "Ελάτε να το τελειώσετε, για να μαθαίνετε". Όταν οι μαστόροι αποσύρονταν για ανάπαυση, έτρεχαν οι μαθητευόμενοι, έπαιρναν τα καλέμια, τα βελόνια και τους ματρακάδες και προσπαθούσαν να πελεκήσουν και να λειάνουν κάποιο αγκωνάρι. Οι παραστατικές διηγήσεις των βετεράνων της τέχνης, για κάποια τεχνικά προβλήματα που αντιμετώπισαν κάποτε και για τον τρόπο που τα έλυσαν, οι συμβουλές τους για τη σημασία

1. Το ίδιο ακριβώς συνέβαινε και στους μαθητευομένους της δυτικής Μακεδονίας (Βλ. Βικτωρίας Δ. Νικήτα, "Εκμάθηση και αυθεντία στους μαστόρους της Δυτικής Μακεδονίας", ό.π., σ. 409. Και σε άλλα επαγγέλματα οι μαθητευόμενοι "κλεφτά κι αρπαχτά" μάθαιναν την τέχνη (βλ. για τους χαλκωματάδες, Στέλιου Παπαδόπουλου, Η χαλκοτεχνία στον ελληνικό χώρο (1900 - 1975) κατά τις προφορικές μαρτυρίες των χαλκουργών, Ναύπλιο 1982, σ 94 - 102).

Σελ. 80
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/81.gif&w=600&h=91514. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

Η ΜΑΘΗΤΕΙΑ  81

των υλικών στην οικοδομική, οι οδηγίες τους για τον τρόπο που έβγαινε η πέτρα από το νταμάρι, για τη μέθοδο που έπρεπε κανείς να ακολουθήσει στο πελέκημα και στη λείανση των γωνιόλιθων, όλα αυτά συντελούσαν στην εμπέδωση γνώσεων, στην απόκτηση πολύτιμης εμπειρίας και τελικά στην κατοχή των τεχνικών του επαγγέλματος από τους μαθητευομένους. Οι διηγήσεις επίσης για τους παλιούς διάσημους πρωτομαστόρους, που "σου φτιάχναν ακόμα και αγγέλους", και για τους οποίους έχουν να λένε ακόμα στα χωριά και στις πόλεις του Μοριά, δημιουργούσαν στους ανήλικους μαθητευομένους ένα πρότυπο για μίμηση.

Κατά τη διάρκεια της μαθητείας τους οι ανήλικοι δεν μάθαιναν μόνο την τέχνη αυτή καθεαυτή. Μάθαιναν ακόμα πως να διαπραγματεύονται την ανάληψη ενός έργου, πως να πετυχαίνουν υψηλότερες τιμές για την παροχή της εργασίας τους και πως να εξασφαλίζουν καλύτερες συνθήκες εργασίας και διαβίωσης. Παρακολουθούσαν επίσης τις μικροαπάτες που διέπρατταν οι μαστόροι σε βάρος των εργοδοτών1 και συμμετείχαν στα τεχνάσματα που χρησιμοποιούσαν οι ίδιοι για να πετυχαίνουν ολιγόλεπτη διακοπή της εργασίας και κεράσματα από την "κυρά". Δυο τέτοια τεχνάσματα, τα οποία χρησιμοποιούσαν οι γορτύνιοι χτίστες, ήταν η ορκωμοσία τον τριότη και το μανικάρωμα του μαστορόπουλου.

Στην πρώτη περίπτωση υποτίθεται ότι γινόταν προαγωγή μαστορόπουλου σε βοηθό - τριότη. Οι μαστόροι και τα μαστορόπουλα σταματούσαν τη δουλειά και ο υποψήφιος τριότης ανέβαινε στον τοίχο κι έδινε τον ακόλουθο όρκο: "Σας τάζω πως θ' ακώ τις προσταγές των μαστόρων και του λιθαρά. Τα ζα θα τά 'χω σαν τα μάτια μου, θα πασκίζω να φορτώνονται ούλα ίσια με τη δύναμη τους. Δε θα μαρτυρήσω μηδέ μια λέξη από τη γλώσσα μας κι όντας τρανήνω και γενώ μάστορης, στ' αχνάρι του πρωτομάστορα θα πατήσω". Ωσότου "αποσώσει τα λόγια τούτα το παιδί, οι μαστόροι κρατούνε σταυρωμένα τα σφυρόμυστρα με σκοπό

1. Για τις οποίες βλ. Παραδοσιακούς χτίστες της Πελοποννήσου, σ. 57 - 58.

Σελ. 81
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/82.gif&w=600&h=91514. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

82 Η ΜΑΘΗΤΕΙΑ ΣΤΙΣ ΚΟΜΠΑΝΙΕΣ

να δώκουνε ζουμί στο μυστήριο τάχατες. Στερνά από τον όρκο, η κυρά καταφθάνει με το μεζέ και το πιοτό για να πιούνε, παιδιά και μαστόροι, και να ευχηθούνε το νέο μάστορη, Ο ορκισμένος χαιρετάει πρώτα: στις προσταγές σας, λέει στους μαστόρους κι εκείνοι τ' απολογιούνται: σιδεροκέφαλος, ατσαλόμπρατσος"1.

Το μανικάρωμα γινόταν στα πρωτόπειρα μαστορόπουλα. Όταν δηλαδή ένα μαστορόπουλο έπιανε για πρώτη φορά δουλειά, του έβαζαν την ποδιά και του 'λεγαν: "Μανικαρώνεται ο δούλος του Θεού (τάδε)". Αμέσως μετά του εύχονταν καλορίζικος, ατσαλόμπρατσος, και πρωτομάστορας ! Και εδώ είχαμε ολιγόλεπτη διακοπή της εργασίας και κεράσματα από την κυρά,

Η ορκωμοσία του τριότη ήταν ένα τέχνασμα για ολιγόλεπτη διακοπή της εργασίας και για να φέρνει η νοικοκυρά μεζέδες και πιοτά, και όχι, όπως γράφει o Χαρ. Γκουτος2, προαγωγή μαθητευομένου σε κάλφα. Τους ίδιους σκοπούς εξυπηρετούσε και το μανικάρωμα του μαστορόπουλου. Πιθανώς τα τεχνάσματα αυτά να υποδηλώνουν κάποιο τελετουργικό στοιχείο που με την πάροδο του χρόνου αδρανοποιήθηκε και έγινε απλό τέχνασμα.

Όλα αυτά, που αποτελούσαν μυστικά του επαγγέλματος, τα μάθαιναν κατά τη διάρκεια της μαθητείας τους και τα μεταβίβαζαν με τον ίδιο τρόπο στους διαδόχους τους στο επάγγελμα. Έτσι, η αναπαραγωγή των προτύπων και των συμπεριφορών συνεχιζόταν από γενιά σε γενιά.

Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, άμισθους μαθητευομένους δεν συναντούμε στις κομπανίες των μοραϊτών χτιστών. Ο μαθητευόμενος (μπαρτιλής ή ψυχογιός) πληρωνόταν πάντοτε για την παροχή της εργασίας του. Διαφορά υπήρχε μόνο στον τρόπο και στο ύψος της αμοιβής τους. Στους γορτύνιους χτίστες, οι μπαρτιλήδες, ο πρωτομάστορας, οι μαστόροι και οι τριότες (λασπιτζήδες ή λασπολόγοι) συμμετείχαν στη διανομή του προϊόντος της

1. Θ, Τρουπής, Άνθρωποι της σκαλωσιάς, σ. 12.

2. Ό.π., σ. 81.

Σελ. 82
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/83.gif&w=600&h=91514. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

Η ΜΑΘΗΤΕΙΑ  83

συλλογικής εργασίας1, ενώ οι ψυχογιοί και οι κοντότατοι αμείβονταν με μισθό. Προϊόν προς διανομή ήταν ό,τι απέμενε μετά την αφαίρεση των εξόδων της ομάδας και ενός μέρους για τη χρήση των εργαλείων2. Ο πρωτομάστορας και οι μαστόροι, ανεξάρτητα από την ειδικότητα που είχε ο καθένας3, έπαιρναν ένα μερίδιο ή μερδικό και τα μαστορόπουλα (οι μπαρτιλήδες) το μισό*. Οι ιδιοκτήτες των ζώων έπαιρναν και μισό μερδικό για καθένα από αυτά, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη αν ήταν μουλάρια ή γαιδούρια5.

Κάποια σύγχυση υπάρχει γύρω από το ύψος της αμοιβής του τριότη. Σύμφωνα με μια άποψη 6, ο τριότης έπαιρνε "κατά εν τρίτον ολιγώτερον του ποσού των μαστόρων, εξ ου και τριότης εκαλείτο

1. Οι χτίστες πληρώνονταν με χρήμα ή με είδος ή και με τα δύο, ανάλογα με τις δυνατότητες των εργοδοτών ή τις γενικότερες οικονομικές συνθήκες που επικρατούσαν σε μια ορισμένη εποχή (αποκλεισμοί, πόλεμοι) ή σε συγκεκριμένο τόπο (πόλη, χωριό).

2. Ιδιοκτήτης των εργαλείων (λοστάρια, βαριές, κασμάδες, χτενιές, ματρακάδες, πικούνια κλπ.) ήταν συνήθως ο πρωτομάστορας. Μπορούσε όμως και να είναι και άλλος χτίστης. Πολλές φορές τα νοίκιαζαν από ειδικά καταστήματα. Οι μαστόροι είχαν στην κυριότητα τους "το σφυρί και το μυστρί τους".

3. Διαφοροποίηση του ημερομισθίου, ανάλογα με την ειδικότητα, γινόταν στην περίπτωση που οι μαστόροι ήταν μισθωτοί ενός εργολάβου.

4. Και στους βουρμπιανίτες χτίστες, καθώς προκύπτει από συμφωνητικά εργασίας, το μαστορόπουλο έπαιρνε μισό μερδικό (ημερομίσθιο) (Ν. Κ. Μουτσόπουλος, ό.π., σ. 368). Βλ. όμως και Αρμολόι, τχ. 1 (1976), σ. 13: "τότε με το μήνα τάπαιρναν τα παιδιά".

5. Κατά τον Γ. Γκατζουγιάννη (Το χωριό Ζ έρμα (Πλαγιά) Κόνιτσας, σ. 58) οι κονιτσιώτες χτίστες, αφού πλήρωναν τους μαθητευομένους και αφαιρούσαν τα γενικά έξοδα της παρέας, μοιράζονταν το υπόλοιπο "σύμφωνα με τα μεροκάματα που είχε ο καθένας". Μερδικό έβγαινε και στα ζώα, αλλά δεν αναφέρεται το ύψος. Στο Αρμολόι (ό.π , σ. 11), γράφεται ότι το υπόλοιπο "θα μοιραστούν σε ίσα μερίδια μάστορες και ζώα". Βλ. και Αρμολόι, τχ. 8 - 9, σ. 39.

6. Γ. Ν. Αικατερινίδης, "Η συνθηματική γλώσσα των κτιστών του Ρεκουνίου (Λευκοχωρίου) Γορτυνίας", Γορτυνιακά, Α' (1972), σ. 110.

Σελ. 83
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/84.gif&w=600&h=91514. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

84 Η ΜΑΘΗΤΕΙΑ ΣΤΙΣ ΚΟΜΠΑΝΙΕΣ

έπαιρνε δηλαδή τα 2/3 του μαστορικού μερδικού 1, άποψη που είχα δεχτεί και εγώ παλιότερα3. Σύμφωνα με άλλες πληροφορίες ο τριότης έπαιρνε τα 3/4 του μαστορικού μερδικού3.

Μια παρατήρηση του Χαρ. Γ. Γκούτου 4 με έκαμε να ερευνήσω το θέμα από την αρχή. στις 15 - 16 Αυγούστου 1986 συζήτησα το πρόβλημα αυτό δημόσια στην πλατεία Λαγκαδίων με παλιούς λαγκαδινούς μαστόρους (Χρ. Γαρδίκας, Π. Μιχόπουλος, Γ, Μουρούτσος, Ι. Κολλινιάτης5, Κουρόγιαννης κ.ά.). Άλλοι υποστήριζαν ότι ο τριότης έπαιρνε τα 2/3 και άλλοι τα 3/4. Όλοι όμως μου τόνισαν ότι το ακριβές ύψος της αμοιβής του τριότη δεν ήταν ποτέ καθορισμένο εκ των προτέρων. Τα πόσα θα έπαιρνε αυτός ήταν "ζήτημα συμφωνίας". Ένα ήταν βέβαιο: ότι ο τριότης έπαιρνε "κάτι παραπάνω από τα παιδιά" και ότι το "κάτι" αυτό οριζόταν κατά τη συγκρότηση του μπουλουκιού από 1625%6. To ποσοστό αυτό υπολογιζόταν επί του μισού μεριδίου που έπαιρνε το μαστορόπουλο.

1. Πάνος Σινόπουλος, "Η ζωή των λαγκαδινών οικοδόμων", εφ. Ηχώ των Λαγκαδίων, (1 Δεκεμβρίου 1961).

2. Οι Λαγκαδινοί μαστόροι, Αθήνα 1970, σ. 15.

3. Χρ. Γ. Κωνσταντινόπουλος, Οι παραδοσιακοί χτίστες της Πελοποννήσου, σ. 52. Την ίδια πληροφορία μου έδωσε τον Ιούλιο του 1986 και ο Ν. Μουτζούρης, συντάκτης του Ιστορικού Λεξικού της Ακαδημίας Αθηνών. Σε ερώτηση μου, από που έχει την πληροφορία, μου απάντησε: "από έρευνα που έχω κάνει στα Λαγκάδια". Βλ. και Β. Ιερείδη, Λαγκάδια, το μαστοροχώρι του Μοριά, Αθήνα 1977, σ. 23.

4. Ό.π., σ. 185, σημ. 30.

5. Κολλινιάτης ονομάζεται διότι κατάγεται από τις Κολλίνες της Αρκαδίας, απ' όπου τον είχαν πάρει ως μαστορόπουλο (ψυχογιό) οι λαγκαδινοι μαστόροι. Όταν έγινε μάστορης παντρεύτηκε στα Λαγκάδια ("ήρθε σώγαμπρος").

6. Ποιο ακριβώς ποσοστό θα έπαιρνε ο τριότης εξαρτιόταν βέβαια από την τεχνική του κατάρτιση, αλλά και, κυρίως, από τη συγγένεια που είχε αυτός με τους μαστόρους. Αν λ.χ. ήταν γιος του πρωτομάστορα, το ποσοστό έφτανε και ώς 25%, αν ήταν γιος κάποιου μάστορη, το ποσοστό έφτανε το 18 - 20%· το 16 - 18% δινόταν σε αυτούς που δεν είχαν συγγένεια με τους μαστόρους.

Σελ. 84
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/85.gif&w=600&h=91514. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

Η ΜΑΘΗΤΕΙΑ  85

Ας δούμε τώρα αναλυτικότερα πως διαμορφωνόταν στην πράξη η αμοιβή του τριότη. Ας υποθέσουμε ότι το μαστορικό μερίδιο ανερχόταν σε 1.200 δραχμές. Τα 2/3 των 1.200 δρχ. είναι 800 δρχ. και τα 3/4 900. Ο τρόπος αυτός υπολογισμού είναι απλός αλλά εσφαλμένος, διότι το πρώτο ζητούμενο στην περίπτωση είναι το μαστορικό μερίδιο επί του οποίου θα υπολογιστεί το μερίδιο του τριότη. Πώς όμως διαμορφωνόταν το μαστορικό μερίδιο; Ας δούμε ένα παράδειγμα: Έστω ότι ένα μπουλούκι, που αποτελείται από 1 μάστορη, 1 τριότη, 1 μαστορόπουλο, και 1 ζώο, κερδίζει από κάποιο έργο 3,000 δρχ. Τα μερδικά στο μπουλούκι είναι 22/3 ή 23/ - ,· Στην πρώτη περίπτωση το μαστορικό μερίδιο είναι 1.125 δρχ., το μερίδιο του μαστορόπουλου 562,5, το μερίδιο του ζώου 562,5 και το μερίδιο του τριότη 750 (3.ΟΟ0: 22/3)· 2τη δεύτερη περίπτωση οι αναλογίες είναι 1.Ο91, 545,5, 545,5 και 818 (3.00Ο: 23/4). Αν ο υπολογισμός γίνει με 20% επί του μισού μεριδίου, η αναλογία διαμορφώνεται καταρχήν ως εξής: 1.200 δρχ. το μερίδιο του μάστορη, 600 του μαστορόπουλου, 600 του τριότη και 600 του ζώου. Ο τριότης όμως πρέπει να πάρει 20% επιπλέον από τα μαστορόπουλα, δηλαδή 120 δραχμές, οι οποίες θα αφαιρεθούν αναλογικά από τα τρία άλλα μερίδια, οπότε τα ποσοστά διαμορφώνονται οριστικά ως εξής: 1.200-60=1.140, 600 - 30=570,600 - 30=570 και 600+120=7201.

Με αυτόν τον τελευταίο τρόπο υπολόγιζαν οι γορτύνιοι χτίστες την αμοιβή του τριότη. Τα 2/3 ή τα 3/4, το 1/3 "ολιγώτερον του ποσού των μαστόρων" αναφέρονται για να εννοήσει ο τρίτος γενικά τί περίπου έπαιρνε ο τριότης και όχι για να αποδοθεί το πραγματικό ύψος της αμοιβής του. Δεν ήταν εξάλλου δυνατόν οι αγράμματοι μαστόροι να έκαναν πολύπλοκες αριθμητικές πράξεις με κλάσματα για να βρουν το ακριβές ποσό που θα έπαιρνε ο τριότης. Μου φαίνεται ότι η αναφορά στα 2/3 ή τα

1. Εσφαλμένος είναι ο υπολογισμός για τη διανομή των κερδών του μπουλουκιού, που κάνει ο Χαρ. Γ. Γκούτος (ό.π., σ. 187).

Σελ. 85
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/86.gif&w=600&h=91514. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

86  Η ΜΑΘΗΤΕΙΑ ΣΤΙΣ ΚΟΜΠΑΝΙΕΣ

3/4 κλπ. είναι λόγιο κατασκεύασμα 1. Και η ονομασία τριότης: 2 Δεν σχετίζεται, νομίζω, με τον τρόπο αμοιβής του. Το πιθανότερο είναι ότι ονομάστηκε έτσι γιατί έπρεπε να δουλέψει τρία χρόνια ως μαστορόπουλο ή να παραμείνει τρία χρόνια βοηθός.

Οι μαθητευόμενοι, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, πληρώνονταν πάντοτε για την εργασία τους. Πολλές φορές όμως οι μαστόροι είτε δεν τους πλήρωναν σύμφωνα με την ειδικότητα την οποία de facto ασκούσαν, είτε τους μείωναν την αμοιβή για ζημιές που έκαναν. Του τριότη λ.χ., όταν τον απασχολούσαν περιστασιακά ως μεσομάστορη, δεν του αναγνώριζαν δικαίωμα συμμετοχής στα κέρδη με την ειδικότητα του τεχνίτη (μάστορη). Αυτός, παρ' ότι στις περιπτώσεις αυτές παρείχε ειδικευμένη εργασία, παρέμενε

1. Όταν πρωτομίλησα στον μπαρμπα - Χρήστο Γαρδίκα για τα 2/3 ή τα 3/4 με αποπήρε: "Τι είναι αυτά που τσαμπούνας; ποιός τα λέει αυτά;"

2. Το τριότης προέρχεται βέβαια από το τρία. Από το Αρχείο του Ιστορικού Λεξικού της Ακαδημίας Αθηνών έχουμε τις ακόλουθες σημασίες της λέξης: Αιτωλία: τριότικο = τριών ετών (χφ. 341, σ. 16), τριώτς, "διότι ευχαριστείτο να παίζη την τριώταν", το γνωστόν παίγνιον (χφ. 368, σ. 401), τριώτ'κου, χαρακτηρισμός της ηλικίας του μουλαριού (χφ. 341, σ. 27). Θεσσαλία: τριότσα = αυτή που γεννάει τρίδυμα (χφ. 1035, σ. 114), τριότ'ς (ο), ή τριότα (η) = παιγνίδι που παίζεται από δύο παίχτες με πιόνια (χφ. 1002, σ. 145), τριώτα (η) = προβατίνα που γέννησε για τρίτη φορά (χφ. 1031, σ. 188). Εύβοια: τριότης, από το τρία+έτος (χφ 768, σ. 7). Κρήτη: τριώτης η τριώχτης (Σέλινον) = τριών ετών κριός ή τράγος, και φράση: "μουδέ τριώτης πετεινός, μουδέ τριώτης δούλος" (X. Κρητ. Ξανθουδίδου 7), τριώτης = υπηρέτης "διατελών επί τρία έτη εις την υπηρεσίαν". Ήπειρος: η τριώτα = τριών χρόνων (χφ. 1021, σ. 422). Θράκη (Σουφλί): τριωτ'ς = τριωτης, παιγνίδι (χφ. 733, σ. 59). Πελοπόννησος (Πάτρα): το γνωστό παιγνίδι (Γ. Ντελόπουλος). Για την Ήπειρο βλ. και Π. Αραβαντινού, Ηπειρωτικόν γλωσσάριον, Αθήνα 1909, σ. 91: τριέτικο = τριετές, μόνον επί ζώου" Ευαγγέλου Μπόγκα, Γλωσσικά ιδιώματα της Ηπείρου, Ιωάννινα 1964, τ. Α', σ. 393: τριωτ'κου = τριων ετών ζώο. Τριότικο λέγεται επίσης στη Μεσσηνία το τριετές άλογο (η πληροφορία από τον Βασ. Παναγιωτόπουλο), τριότα στη Λευκάδα το γνωστό παιγνίδι τρίλιζα (η πληροφορία από τον Τριαντ. Σκλαβενίτη). Τριότα επισης ονομάζεται στη Γλανιτσιά της Γορτυνίας και τα γύρω χωριά το γνωστό παιγνίδι.

Σελ. 86
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/87.gif&w=600&h=915 14. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

Η ΜΑΘΗΤΕΙΑ  87

τριότης και αμείβονταν ως τριότης. To ίδιο συνέβαινε και όταν απασχολούσαν μαστορόπουλα ως τριότες. Η συλλογιστική των μαστόρων ήταν ότι η περιστασιακή άσκηση από τους μαθητευομένους ανώτερης ειδικότητας, από εκείνη την οποία είχαν στην κομπανία, αποτελούσε την τελευταία φάση του κάθε σταδίου μαθητείας, και συνεπώς η αμοιβή έπρεπε να είναι αυτή που είχε οριστεί για τους μαθητευομένους. Αν η παροχή ειδικευμένης εργασίας δεν γινόταν περιστασιακά αλλά συστηματικά (διαρκούσε δηλαδή όσο και το ταξίδι ή το συγκεκριμένο έργο), δεν επρόκειτο βέβαια για μαθητεία αλλά για εκμετάλλευση της εργασίας των μαθητευομένων και σαφή παραβίαση των όρων της αρχικής συμφωνίας.

Άλλοτε πάλι οι μαστόροι κρατούσαν από το μερδικό ή το ημερομίσθιο των μαστορόπουλων ένα ποσό για ζημιές που αυτά προξένησαν στο μπουλούκι. Κάτι τέτοιο μπορούσε να συμβεί όταν τα μαστορόπουλα άφηναν, από αμέλεια, τα ζώα να καταστρέψουν αγροτοκαλλιέργειες —οπότε οι μαστόροι υποχρεώνονταν σε αποζημίωση των ιδιόκτητων— ή όταν τραυμάτιζαν σοβαρά κάποιο ζώο. «Θα λογαριαστούμε στο σάϊσμα»1 ή «θα πέσει πρωτοπαπαδάκης» ήταν οι συνηθισμένες φράσεις2 με τις οποίες οι γορτύνιοι μαστόροι απειλούσαν τα μαστορόπουλα όταν αυτά διέπρατταν κάποιο παράπτωμα που έβλαπτε τα συμφέροντα της ομάδας. Με τις φράσεις αυτές εννοούσαν ότι κατά τη διανομή του κοινού προϊόντος (εκκαθάριση του λογαριασμού), που γινόταν συνήθως πάνω σε ένα απλωμένο σάισμα, θα τους μείωναν το μερδικό3. Τέτοιες οικονομικές κυρώσεις σπάνια επιβάλλονταν στους μπαρτιλήδες

1. Υφαντό από γιδόμαλλο.

2. Οι κατσουλιώτες (περδικονερίτες) μαστόροι χρησιμοποιούσαν και τη φράση «θα πέσει μαυρομύτα»· μαυρομύτα = μολύβι.

3. Η φράση «θα πέσει πρωτοπαπαδάκης» χρησιμοποιείται από το 1922 και σχετίζεται με το όνομα του τότε υπουργού των Οικονομικών Πρωτοπαπαδάκη, που έκαμε τη γνωστή στη δημοσιονομική μας ιστορία διχοτόμηση του νομίσματος

Σελ. 87
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/88.gif&w=600&h=91514. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

88  Η ΜΑΘΗΤΕΙΑ ΣΤΙΣ ΚΟΜΠΑΝΙΕΣ

και μόνο σε περιπτώσεις σοβαρών παραπτωμάτων, Στους ψυχογιούς όμως, με την παραμικρή αφορμή ή με κατηγορίες ανύπαρκτες ή αόριστες (π.χ. δεν δούλεψαν όσο έπρεπε), οι μαστόροι επέβαλλαν οικονομικές κυρώσεις. Τούτο το έκαναν, ομολογούν παλιοί μαστόροι, "για να τρώνε τα λεφτά των παιδιώνε"1.

Οι ανήλικοι μαθητευόμενοι αποτελούσαν πάντοτε και σε όλες τις χώρες φτηνή εργατική δύναμη. Με το πρόσχημα ότι δεν ήξεραν καλά το επάγγελμα, την τέχνη, πράγμα βέβαια που ήταν αλήθεια, είτε δεν αμείβονταν καθόλου από τους εργοδότες τους, είτε πληρώνονταν με απελπιστικά χαμηλό ημερομίσθιο ακόμα και. στις περιπτώσεις όπου το είδος της εργασίας που παρείχαν δεν δικαιολογούσε δραστική μείωση του ημερομισθίου2. Η αθρόα μάλιστα απασχόληση ανηλίκων κατά τις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα, είχε ως αποτέλεσμα αφενός την εξαθλίωση τους και αφετέρου τη συμπίεση του εργατικού ημερομισθίου3. Οι εργατικοί νόμοι

1. Τα ίδια γίνονταν και στους ηπειρώτες μαστόρους. Γνωστή σε αυτούς η φράση "τρεις πενήντα, ενενήντα, πάρε και δέκα παραπάνω επειδή δούλεψες πολύ" (Αρμολόι, τχ 1 (1976), σ. 10). "Δεν φτάνει που τυραννιόμουν στη δουλειά", διηγείται ένας ηπειρώτης μάστορης (ό.π., σ. 32), "αν τους έκανα και το παραμικρό, με χτυπούσαν (...) Το αποτέλεσμα απ' όλη αυτή τη δουλειά ήταν να δουλιέψω 6 - 7 μήνες και να μην μου δώσουν ούτε δεκάρα. Και αυτές τις διακόσιες δραχμές το μήνα που είχε συμφωνήσει (ο πρωτομάστορας) με τη μάνα μου, μου τις έφαγαν".

2. Εντούτοις ούτε η εργασία των παιδιών ούτε η εργασία των γυναικών, έχει μελετηθεί ιδιαίτερα (Πρβλ. και Jοsé Gentil da Silva στα Πρακτικά τον Διεθνούς Συμποσίου: Ιστορικότητα της παιδικής ηλικίας και της νεότητας (1984), τ. Α', Αθήνα 1986, σ. 68). Ο ίδιος ερευνητής παραθέτει αξιόλογη βιβλιογραφία για την παιδική εργασία (σ. 361, 362).

3. Στυγνή ήταν ιδιαίτερα η εκμετάλλευση των ανηλίκων στην Αγγλία κατά τις τέσσερις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα. Για τις συνθήκες εργασίας στέγασης και διατροφής των ανηλίκων, που εργάζονταν κατά την περίοδο αυτή 14 - 16 ώρες την ημέρα, βλ. Φρ. Ένγκελς, Η κατάσταση της εργατικής τάξης στην Αγγλία, μετάφρ. Λευτέρη Αποστόλου, Μέρος Α', Αθήνα 2 1985, σ. 74 κε., Μέρος Β', Αθήνα 1975, σ. 30 - 33, 42, 54 - 55,58 κε., 65-66, 156, 160 κε., 186 - 188.

Σελ. 88
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/89.gif&w=600&h=915 14. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

Η ΜΑΘΗΤΕΙΑ  89

της εποχής δεν εφαρμόζονταν, με αποτέλεσμα οι ανήλικοι να βρίσκονται κυριολεκτικά στο έλεος του εργοδότη1.

Στην Ελλάδα οι πρώτοι νομοθετικοί περιορισμοί στην εργασία των ανηλίκων τέθηκαν κυρίως με τον ν. ΔΚΘ' (4029) του 19122. Σύμφωνα με το νόμο αυτόν απαγορευόταν η απασχόληση παιδιών3, που δεν είχαν συμπληρώσει το 12ο έτος της ηλικίας τους4, σε βιομηχανικές και οικοδομικές επιχειρήσεις. Παιδιά όμως που είχαν συμπληρώσει το 10ο έτος της ηλικίας τους μπορούσαν να απασχολούνται σε επιχειρήσεις των γονιών τους, υπό τον όρο ότι δεν γινόταν χρήση μηχανικής ενέργειας και ήταν ανεμπόδιστη η φοίτηση τους στα σχολεία στοιχειώδους εκπαίδευσης. Το ημερήσιο ωράριο εργασίας ορίστηκε για όσους μεν δεν είχαν υπερβεί το 14ο έτος της ηλικίας τους σε 6 ώρες, για όσους δε είχαν υπερβεί το 14ο όχι όμως και το 18ο, σε 10 ώρες5. Απαγορεύτηκε επίσης η απασχόληση ανηλίκων κάτω των 16 ετών αν δεν είχαν

1. Για την παιδική εργασία πριν και μετά τη βιομηχανική επανάσταση βλ. Jean Sardain, Enfants trouvés enfants ouvriés 17e - 19e siècles, Παρίσι 1982.

2. ΦΕΚ, 46, τ. A' της 7 Φεβρουαρίου 1912. Για τις μορφές εργασίας στην ελληνική βιομηχανία - βιοτεχνία κατά την περίοδο 1909 - 1936 βλ. Μιχ. Ρηγίνου, «Μορφές παιδικής εργασίας στην ελληνική βιομηχανία - βιοτεχνια1909 - 1936», στα Πρακτικά του Διεθνούς Συμποσίου για την Ιστορικότητα της παιδικής ηλικίας και της νεότητας (1984), Αθήνα 1986, σ. 417 - 428. Για το νομικό προστατευτικό πλαίσιο των ανηλίκων στις ευρωπαϊκές χώρες και στην Ελλάδα βλ. Γιάννη Δ. Ληξουριώτη, Κοινωνικές και νομικές αντιλήψεις για το παιδί, Αθήνα - Γιάννινα 1986, σ. 363 κε.

3. Σύμφωνα με το άρθρο 3 του από 14 Αυγούστου 1913 β.δ., «περί εκτελέσεως του περί εργασίας γυναικών και ανηλίκων ΔΚΘ' νόμου» κλπ. (ΦΕΚ, 165, τ. A' της 26 Αυγούστου 1913) ως «παιδία αδιακρίτως φύλου νοούνται τα άγοντα ηλικίαν 12 - 14 ετών, νεαρά πρόσωπα τα ηλικίας 14 - 18 ετών».

4 Με το νόμο 2271 του 1920, άρθρο 2 (ΦΕΚ, 145, τ. A' της 1 Ιουλίου 1920) ως κατώτατο όριο ηλικίας για εργασία στις επιχειρήσεις αυτές ορίστηκε το 14ο.

5. Με το β.δ. της 3 Ιανουαρίου 1929 οι ώρες αυτές μειώθηκαν σε 8. Με το διάταγμα αυτό επεκτάθηκε το οκτάωρο, που εθιμικά εφαρμοζόταν από το 1925, σε όλους τους οικοδόμους (Χαρ. Γκούτος, ό.π., σ 122).

Σελ. 89
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/90.gif&w=600&h=91514. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

90  Η ΜΑΘΗΤΕΙΑ ΣΤΙΣ ΚΟΜΠΑΝΙΕΣ

εφοδιαστεί με βιβλιάρια εργασίας και πιστοποιητικά υγείας. Δεν επιτρεπόταν επίσης η απασχόληση των ανηλίκων αυτών κατά τις Κυριακές, την 25η Μαρτίου, τη Δευτέρα του Πάσχα και την 25 Δεκεμβρίου1. Τέλος, με άλλα νομοθετήματα της περιόδου 19091980, θεσπίστηκαν διατάξεις για την ασφάλεια και την υγιεινή

- των εργαζομένων, την αποζημίωση για όσους πάθαιναν εργατικά ατυχήματα, την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, την κοινωνική τους ασφάλιση κλπ2.

Οι προστατευτικές διατάξεις για τους ανήλικους μαθητευομένους, όμως, ελάχιστα εφαρμόστηκαν, και μόνο στις πόλεις, όπως αποδεικνύεται από τις εκθέσεις του προσωπικού της Επιθεώρησης Εργασίας. Σε μια τέτοια έκθεση του έτους 19213 αναφέρεται ότι εκατοντάδες ανήλικοι απασχολούνταν παράνομα, ότι δεν είχαν εφοδιαστεί όλοι με βιβλιάρια εργασίας, ότι οι ιατρικές πιστοποιήσεις ήταν εικονικές και ότι το εξάωρο "ουδέποτε εφηρμόσθη". Ακόμα το 1932 4 διαπιστώνονται παραβάσεις των περί βιβλιαρίων εργασίας διατάξεων 5.

Στις μη αστικές περιοχές, όπου κυρίως δούλευαν οι κομπανίες των μαστόρων, είναι βέβαιο ότι η εργατική νομοθεσία σπανιότατα εφαρμοζόταν6. Τα βιβλιάρια εργασίας και τα πιστοποιητικά

1. Βλ. ειδικότερα τις διατάξεις των άρθρων 9 επ. του από 14 Αυγούστου 1913 β.δ. (ΦΕΚ, 165, τ. Α' της 26 Αυγούστου 1913).

2. Ειδικά για τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας που διέπουν τους ανήλικους εργαζομένους βλ. Υπουργείου Εργασίας, Συλλογή - Κωδικοποίηση εργατικής νομοθεσίας, Αθήνα 1981, τ. Α', σ. 163,300, 363, 372, 379, 388389, 390 - 396, 445, 478, 513, 538, 613, 617, 623, 663, τ Β', σ. 783,815.

3. Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας, Εκθέσεις του προσωπικού Επιθεωρήσεως Εργασίας επί της εφαρμογής των εργατικών νόμων, έτ. 1921, Αθήνα 1923, σ. 12 - 14.

4. Βλ. Έκθεση του 1932, Αθήνα 1935, σ. 7.

5. Για τις παραβάσεις της εργατικής νομοθεσίας, βλ και Χαρ. Γ Γκούτου, ό.π., σ. 80, 85, 87.

6. Δίωξη μαστόρων για απασχόληση των ηλικίας 13 ετών παιδιών τους αναφέρεται το 1937 στο Καναλάκι Καρδίτσας (Χαρ. Γ. Γκούτος, ό π , σ. 86, σημ. 63).

Σελ. 90
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Η μαθητεία στις κομπανίες των χτιστών της Πελοποννήσου
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 71
    14. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

    Δ'

    Η ΜΑΘΗΤΕΙΑ

    Τις απαραίτητες γνώσεις για την άσκηση ενός βιοτεχνικού - εμπορικού επαγγέλματος, τόσο κατά την αρχαιότητα όσο και κατά τον Μεσαίωνα και τη νεότερη εποχή, αποκτούσε κανείς με τη μακροχρόνια θητεία κοντά στο μάστορη - τεχνίτη, μέσα ή έξω από την επαγγελματική οργάνωση, και όχι σε ειδική επαγγελματική σχολή1. Με το πατροπαράδοτο αυτό σύστημα μαθητείας, το οποίο

    1. Η ανάπτυξη της τεχνολογίας κατά τη βιομηχανική επανάσταση και οι ανάγκες του ανερχόμενου καπιταλισμού σε ειδικευμένο προσωπικό οδήγησαν στην οργάνωση της τεχνικοεπαγγελματικής εκπαίδευσης και την ίδρυση σχολών τεχνικής και επαγγελματικής κατάρτισης. Στην Ελλάδα, στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, η μαθητεία στα επαγγέλματα γινόταν θεσμοθετημένα στα πλαίσια των συντεχνιών. Κατά τον ιστορικό Γκόρντον (βλ. πρόχειρα Σεραφείμ Μάξιμου, Η αυγή του ελληνικού καπιταλισμού, γ' έκδ., σ. 24) "η μαθητεία στα επαγγέλματα ήτανε παραμελημένη και συνοδευότανε από έλλειψη καταμερισμού στην εργασία". Η σοβαρότερη προσπάθεια που έγινε, κατά την περίοδο αυτή, για την επαγγελματική εκπαίδευση ήταν η ίδρυση ελάχιστων ναυτικών σχολών (Α. Ι. Τζαμτζής, "Ναυτικοί, καράβια, λιμάνια" στο Λεύκωμα Ελληνική Εμπορική Ναυτιλία, σ. 60, όπου και η σχετική βιβλιογραφία). Τις πρώτες επαγγελματικές σχολές ίδρυσε στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος o Καποδίστριας (Χρ. Κωνσταντινόπουλος, Η επαγγελματική εκπαίδευση στην περίοδο 1828 - 1831, Αθήνα 21984). Σύντομο διάγραμμα της ιστορίας του Θεσμού της τεχνικοεπαγγελματικής εκπαίδευσης στην Ελλάδα μας δίνουν ο Ντάντης - Λάζαρος Δουκάκης και η Μαρία Κ. Βεργέτη: "Ιστορικό του θεσμού της τεχνικής και επαγγελματικής εκπαίδευσης στην Ελλάδα" στο π. Σύγχρονη Εκπαίδευση, τχ. 25 (1985), σ. 39 κε. και 26 (1986), σ. 34 κε.