Συγγραφέας:Κωνσταντινόπουλος, Χρήστος Γ.
 
Τίτλος:Η μαθητεία στις κομπανίες των χτιστών της Πελοποννήσου
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:14
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:1987
 
Σελίδες:136
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Μαθητεία και εργασία
 
Τοπική κάλυψη:Πελοπόννησος
 
Περίληψη:Αντικείμενο του βιβλίου είναι το παραδοσιακό σύστημα μαθητείας στις πλανόδιες κομπανίες των χτιστών της Πελοποννήσου. Ειδικότερα με τη μελέτη αυτή επιχειρείται αφενός να επισημανθεί η κοινωνική και γεωγραφική προέλευση των μαθητευομένων και αφετέρου να καθοριστεί ο μηχανισμός εκμάθησης της τέχνης του χτίστη και οι συνέπειες που ο μηχανισμός αυτός είχε στη διαμόρφωση της προσωπικότητας των μαθητευομένων.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 6.81 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 82-101 από: 146
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/82.gif&w=600&h=91514. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

82 Η ΜΑΘΗΤΕΙΑ ΣΤΙΣ ΚΟΜΠΑΝΙΕΣ

να δώκουνε ζουμί στο μυστήριο τάχατες. Στερνά από τον όρκο, η κυρά καταφθάνει με το μεζέ και το πιοτό για να πιούνε, παιδιά και μαστόροι, και να ευχηθούνε το νέο μάστορη, Ο ορκισμένος χαιρετάει πρώτα: στις προσταγές σας, λέει στους μαστόρους κι εκείνοι τ' απολογιούνται: σιδεροκέφαλος, ατσαλόμπρατσος"1.

Το μανικάρωμα γινόταν στα πρωτόπειρα μαστορόπουλα. Όταν δηλαδή ένα μαστορόπουλο έπιανε για πρώτη φορά δουλειά, του έβαζαν την ποδιά και του 'λεγαν: "Μανικαρώνεται ο δούλος του Θεού (τάδε)". Αμέσως μετά του εύχονταν καλορίζικος, ατσαλόμπρατσος, και πρωτομάστορας ! Και εδώ είχαμε ολιγόλεπτη διακοπή της εργασίας και κεράσματα από την κυρά,

Η ορκωμοσία του τριότη ήταν ένα τέχνασμα για ολιγόλεπτη διακοπή της εργασίας και για να φέρνει η νοικοκυρά μεζέδες και πιοτά, και όχι, όπως γράφει o Χαρ. Γκουτος2, προαγωγή μαθητευομένου σε κάλφα. Τους ίδιους σκοπούς εξυπηρετούσε και το μανικάρωμα του μαστορόπουλου. Πιθανώς τα τεχνάσματα αυτά να υποδηλώνουν κάποιο τελετουργικό στοιχείο που με την πάροδο του χρόνου αδρανοποιήθηκε και έγινε απλό τέχνασμα.

Όλα αυτά, που αποτελούσαν μυστικά του επαγγέλματος, τα μάθαιναν κατά τη διάρκεια της μαθητείας τους και τα μεταβίβαζαν με τον ίδιο τρόπο στους διαδόχους τους στο επάγγελμα. Έτσι, η αναπαραγωγή των προτύπων και των συμπεριφορών συνεχιζόταν από γενιά σε γενιά.

Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, άμισθους μαθητευομένους δεν συναντούμε στις κομπανίες των μοραϊτών χτιστών. Ο μαθητευόμενος (μπαρτιλής ή ψυχογιός) πληρωνόταν πάντοτε για την παροχή της εργασίας του. Διαφορά υπήρχε μόνο στον τρόπο και στο ύψος της αμοιβής τους. Στους γορτύνιους χτίστες, οι μπαρτιλήδες, ο πρωτομάστορας, οι μαστόροι και οι τριότες (λασπιτζήδες ή λασπολόγοι) συμμετείχαν στη διανομή του προϊόντος της

1. Θ, Τρουπής, Άνθρωποι της σκαλωσιάς, σ. 12.

2. Ό.π., σ. 81.

Σελ. 82
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/83.gif&w=600&h=91514. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

Η ΜΑΘΗΤΕΙΑ  83

συλλογικής εργασίας1, ενώ οι ψυχογιοί και οι κοντότατοι αμείβονταν με μισθό. Προϊόν προς διανομή ήταν ό,τι απέμενε μετά την αφαίρεση των εξόδων της ομάδας και ενός μέρους για τη χρήση των εργαλείων2. Ο πρωτομάστορας και οι μαστόροι, ανεξάρτητα από την ειδικότητα που είχε ο καθένας3, έπαιρναν ένα μερίδιο ή μερδικό και τα μαστορόπουλα (οι μπαρτιλήδες) το μισό*. Οι ιδιοκτήτες των ζώων έπαιρναν και μισό μερδικό για καθένα από αυτά, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη αν ήταν μουλάρια ή γαιδούρια5.

Κάποια σύγχυση υπάρχει γύρω από το ύψος της αμοιβής του τριότη. Σύμφωνα με μια άποψη 6, ο τριότης έπαιρνε "κατά εν τρίτον ολιγώτερον του ποσού των μαστόρων, εξ ου και τριότης εκαλείτο

1. Οι χτίστες πληρώνονταν με χρήμα ή με είδος ή και με τα δύο, ανάλογα με τις δυνατότητες των εργοδοτών ή τις γενικότερες οικονομικές συνθήκες που επικρατούσαν σε μια ορισμένη εποχή (αποκλεισμοί, πόλεμοι) ή σε συγκεκριμένο τόπο (πόλη, χωριό).

2. Ιδιοκτήτης των εργαλείων (λοστάρια, βαριές, κασμάδες, χτενιές, ματρακάδες, πικούνια κλπ.) ήταν συνήθως ο πρωτομάστορας. Μπορούσε όμως και να είναι και άλλος χτίστης. Πολλές φορές τα νοίκιαζαν από ειδικά καταστήματα. Οι μαστόροι είχαν στην κυριότητα τους "το σφυρί και το μυστρί τους".

3. Διαφοροποίηση του ημερομισθίου, ανάλογα με την ειδικότητα, γινόταν στην περίπτωση που οι μαστόροι ήταν μισθωτοί ενός εργολάβου.

4. Και στους βουρμπιανίτες χτίστες, καθώς προκύπτει από συμφωνητικά εργασίας, το μαστορόπουλο έπαιρνε μισό μερδικό (ημερομίσθιο) (Ν. Κ. Μουτσόπουλος, ό.π., σ. 368). Βλ. όμως και Αρμολόι, τχ. 1 (1976), σ. 13: "τότε με το μήνα τάπαιρναν τα παιδιά".

5. Κατά τον Γ. Γκατζουγιάννη (Το χωριό Ζ έρμα (Πλαγιά) Κόνιτσας, σ. 58) οι κονιτσιώτες χτίστες, αφού πλήρωναν τους μαθητευομένους και αφαιρούσαν τα γενικά έξοδα της παρέας, μοιράζονταν το υπόλοιπο "σύμφωνα με τα μεροκάματα που είχε ο καθένας". Μερδικό έβγαινε και στα ζώα, αλλά δεν αναφέρεται το ύψος. Στο Αρμολόι (ό.π , σ. 11), γράφεται ότι το υπόλοιπο "θα μοιραστούν σε ίσα μερίδια μάστορες και ζώα". Βλ. και Αρμολόι, τχ. 8 - 9, σ. 39.

6. Γ. Ν. Αικατερινίδης, "Η συνθηματική γλώσσα των κτιστών του Ρεκουνίου (Λευκοχωρίου) Γορτυνίας", Γορτυνιακά, Α' (1972), σ. 110.

Σελ. 83
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/84.gif&w=600&h=91514. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

84 Η ΜΑΘΗΤΕΙΑ ΣΤΙΣ ΚΟΜΠΑΝΙΕΣ

έπαιρνε δηλαδή τα 2/3 του μαστορικού μερδικού 1, άποψη που είχα δεχτεί και εγώ παλιότερα3. Σύμφωνα με άλλες πληροφορίες ο τριότης έπαιρνε τα 3/4 του μαστορικού μερδικού3.

Μια παρατήρηση του Χαρ. Γ. Γκούτου 4 με έκαμε να ερευνήσω το θέμα από την αρχή. στις 15 - 16 Αυγούστου 1986 συζήτησα το πρόβλημα αυτό δημόσια στην πλατεία Λαγκαδίων με παλιούς λαγκαδινούς μαστόρους (Χρ. Γαρδίκας, Π. Μιχόπουλος, Γ, Μουρούτσος, Ι. Κολλινιάτης5, Κουρόγιαννης κ.ά.). Άλλοι υποστήριζαν ότι ο τριότης έπαιρνε τα 2/3 και άλλοι τα 3/4. Όλοι όμως μου τόνισαν ότι το ακριβές ύψος της αμοιβής του τριότη δεν ήταν ποτέ καθορισμένο εκ των προτέρων. Τα πόσα θα έπαιρνε αυτός ήταν "ζήτημα συμφωνίας". Ένα ήταν βέβαιο: ότι ο τριότης έπαιρνε "κάτι παραπάνω από τα παιδιά" και ότι το "κάτι" αυτό οριζόταν κατά τη συγκρότηση του μπουλουκιού από 1625%6. To ποσοστό αυτό υπολογιζόταν επί του μισού μεριδίου που έπαιρνε το μαστορόπουλο.

1. Πάνος Σινόπουλος, "Η ζωή των λαγκαδινών οικοδόμων", εφ. Ηχώ των Λαγκαδίων, (1 Δεκεμβρίου 1961).

2. Οι Λαγκαδινοί μαστόροι, Αθήνα 1970, σ. 15.

3. Χρ. Γ. Κωνσταντινόπουλος, Οι παραδοσιακοί χτίστες της Πελοποννήσου, σ. 52. Την ίδια πληροφορία μου έδωσε τον Ιούλιο του 1986 και ο Ν. Μουτζούρης, συντάκτης του Ιστορικού Λεξικού της Ακαδημίας Αθηνών. Σε ερώτηση μου, από που έχει την πληροφορία, μου απάντησε: "από έρευνα που έχω κάνει στα Λαγκάδια". Βλ. και Β. Ιερείδη, Λαγκάδια, το μαστοροχώρι του Μοριά, Αθήνα 1977, σ. 23.

4. Ό.π., σ. 185, σημ. 30.

5. Κολλινιάτης ονομάζεται διότι κατάγεται από τις Κολλίνες της Αρκαδίας, απ' όπου τον είχαν πάρει ως μαστορόπουλο (ψυχογιό) οι λαγκαδινοι μαστόροι. Όταν έγινε μάστορης παντρεύτηκε στα Λαγκάδια ("ήρθε σώγαμπρος").

6. Ποιο ακριβώς ποσοστό θα έπαιρνε ο τριότης εξαρτιόταν βέβαια από την τεχνική του κατάρτιση, αλλά και, κυρίως, από τη συγγένεια που είχε αυτός με τους μαστόρους. Αν λ.χ. ήταν γιος του πρωτομάστορα, το ποσοστό έφτανε και ώς 25%, αν ήταν γιος κάποιου μάστορη, το ποσοστό έφτανε το 18 - 20%· το 16 - 18% δινόταν σε αυτούς που δεν είχαν συγγένεια με τους μαστόρους.

Σελ. 84
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/85.gif&w=600&h=91514. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

Η ΜΑΘΗΤΕΙΑ  85

Ας δούμε τώρα αναλυτικότερα πως διαμορφωνόταν στην πράξη η αμοιβή του τριότη. Ας υποθέσουμε ότι το μαστορικό μερίδιο ανερχόταν σε 1.200 δραχμές. Τα 2/3 των 1.200 δρχ. είναι 800 δρχ. και τα 3/4 900. Ο τρόπος αυτός υπολογισμού είναι απλός αλλά εσφαλμένος, διότι το πρώτο ζητούμενο στην περίπτωση είναι το μαστορικό μερίδιο επί του οποίου θα υπολογιστεί το μερίδιο του τριότη. Πώς όμως διαμορφωνόταν το μαστορικό μερίδιο; Ας δούμε ένα παράδειγμα: Έστω ότι ένα μπουλούκι, που αποτελείται από 1 μάστορη, 1 τριότη, 1 μαστορόπουλο, και 1 ζώο, κερδίζει από κάποιο έργο 3,000 δρχ. Τα μερδικά στο μπουλούκι είναι 22/3 ή 23/ - ,· Στην πρώτη περίπτωση το μαστορικό μερίδιο είναι 1.125 δρχ., το μερίδιο του μαστορόπουλου 562,5, το μερίδιο του ζώου 562,5 και το μερίδιο του τριότη 750 (3.ΟΟ0: 22/3)· 2τη δεύτερη περίπτωση οι αναλογίες είναι 1.Ο91, 545,5, 545,5 και 818 (3.00Ο: 23/4). Αν ο υπολογισμός γίνει με 20% επί του μισού μεριδίου, η αναλογία διαμορφώνεται καταρχήν ως εξής: 1.200 δρχ. το μερίδιο του μάστορη, 600 του μαστορόπουλου, 600 του τριότη και 600 του ζώου. Ο τριότης όμως πρέπει να πάρει 20% επιπλέον από τα μαστορόπουλα, δηλαδή 120 δραχμές, οι οποίες θα αφαιρεθούν αναλογικά από τα τρία άλλα μερίδια, οπότε τα ποσοστά διαμορφώνονται οριστικά ως εξής: 1.200-60=1.140, 600 - 30=570,600 - 30=570 και 600+120=7201.

Με αυτόν τον τελευταίο τρόπο υπολόγιζαν οι γορτύνιοι χτίστες την αμοιβή του τριότη. Τα 2/3 ή τα 3/4, το 1/3 "ολιγώτερον του ποσού των μαστόρων" αναφέρονται για να εννοήσει ο τρίτος γενικά τί περίπου έπαιρνε ο τριότης και όχι για να αποδοθεί το πραγματικό ύψος της αμοιβής του. Δεν ήταν εξάλλου δυνατόν οι αγράμματοι μαστόροι να έκαναν πολύπλοκες αριθμητικές πράξεις με κλάσματα για να βρουν το ακριβές ποσό που θα έπαιρνε ο τριότης. Μου φαίνεται ότι η αναφορά στα 2/3 ή τα

1. Εσφαλμένος είναι ο υπολογισμός για τη διανομή των κερδών του μπουλουκιού, που κάνει ο Χαρ. Γ. Γκούτος (ό.π., σ. 187).

Σελ. 85
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/86.gif&w=600&h=91514. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

86  Η ΜΑΘΗΤΕΙΑ ΣΤΙΣ ΚΟΜΠΑΝΙΕΣ

3/4 κλπ. είναι λόγιο κατασκεύασμα 1. Και η ονομασία τριότης: 2 Δεν σχετίζεται, νομίζω, με τον τρόπο αμοιβής του. Το πιθανότερο είναι ότι ονομάστηκε έτσι γιατί έπρεπε να δουλέψει τρία χρόνια ως μαστορόπουλο ή να παραμείνει τρία χρόνια βοηθός.

Οι μαθητευόμενοι, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, πληρώνονταν πάντοτε για την εργασία τους. Πολλές φορές όμως οι μαστόροι είτε δεν τους πλήρωναν σύμφωνα με την ειδικότητα την οποία de facto ασκούσαν, είτε τους μείωναν την αμοιβή για ζημιές που έκαναν. Του τριότη λ.χ., όταν τον απασχολούσαν περιστασιακά ως μεσομάστορη, δεν του αναγνώριζαν δικαίωμα συμμετοχής στα κέρδη με την ειδικότητα του τεχνίτη (μάστορη). Αυτός, παρ' ότι στις περιπτώσεις αυτές παρείχε ειδικευμένη εργασία, παρέμενε

1. Όταν πρωτομίλησα στον μπαρμπα - Χρήστο Γαρδίκα για τα 2/3 ή τα 3/4 με αποπήρε: "Τι είναι αυτά που τσαμπούνας; ποιός τα λέει αυτά;"

2. Το τριότης προέρχεται βέβαια από το τρία. Από το Αρχείο του Ιστορικού Λεξικού της Ακαδημίας Αθηνών έχουμε τις ακόλουθες σημασίες της λέξης: Αιτωλία: τριότικο = τριών ετών (χφ. 341, σ. 16), τριώτς, "διότι ευχαριστείτο να παίζη την τριώταν", το γνωστόν παίγνιον (χφ. 368, σ. 401), τριώτ'κου, χαρακτηρισμός της ηλικίας του μουλαριού (χφ. 341, σ. 27). Θεσσαλία: τριότσα = αυτή που γεννάει τρίδυμα (χφ. 1035, σ. 114), τριότ'ς (ο), ή τριότα (η) = παιγνίδι που παίζεται από δύο παίχτες με πιόνια (χφ. 1002, σ. 145), τριώτα (η) = προβατίνα που γέννησε για τρίτη φορά (χφ. 1031, σ. 188). Εύβοια: τριότης, από το τρία+έτος (χφ 768, σ. 7). Κρήτη: τριώτης η τριώχτης (Σέλινον) = τριών ετών κριός ή τράγος, και φράση: "μουδέ τριώτης πετεινός, μουδέ τριώτης δούλος" (X. Κρητ. Ξανθουδίδου 7), τριώτης = υπηρέτης "διατελών επί τρία έτη εις την υπηρεσίαν". Ήπειρος: η τριώτα = τριών χρόνων (χφ. 1021, σ. 422). Θράκη (Σουφλί): τριωτ'ς = τριωτης, παιγνίδι (χφ. 733, σ. 59). Πελοπόννησος (Πάτρα): το γνωστό παιγνίδι (Γ. Ντελόπουλος). Για την Ήπειρο βλ. και Π. Αραβαντινού, Ηπειρωτικόν γλωσσάριον, Αθήνα 1909, σ. 91: τριέτικο = τριετές, μόνον επί ζώου" Ευαγγέλου Μπόγκα, Γλωσσικά ιδιώματα της Ηπείρου, Ιωάννινα 1964, τ. Α', σ. 393: τριωτ'κου = τριων ετών ζώο. Τριότικο λέγεται επίσης στη Μεσσηνία το τριετές άλογο (η πληροφορία από τον Βασ. Παναγιωτόπουλο), τριότα στη Λευκάδα το γνωστό παιγνίδι τρίλιζα (η πληροφορία από τον Τριαντ. Σκλαβενίτη). Τριότα επισης ονομάζεται στη Γλανιτσιά της Γορτυνίας και τα γύρω χωριά το γνωστό παιγνίδι.

Σελ. 86
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/87.gif&w=600&h=915 14. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

Η ΜΑΘΗΤΕΙΑ  87

τριότης και αμείβονταν ως τριότης. To ίδιο συνέβαινε και όταν απασχολούσαν μαστορόπουλα ως τριότες. Η συλλογιστική των μαστόρων ήταν ότι η περιστασιακή άσκηση από τους μαθητευομένους ανώτερης ειδικότητας, από εκείνη την οποία είχαν στην κομπανία, αποτελούσε την τελευταία φάση του κάθε σταδίου μαθητείας, και συνεπώς η αμοιβή έπρεπε να είναι αυτή που είχε οριστεί για τους μαθητευομένους. Αν η παροχή ειδικευμένης εργασίας δεν γινόταν περιστασιακά αλλά συστηματικά (διαρκούσε δηλαδή όσο και το ταξίδι ή το συγκεκριμένο έργο), δεν επρόκειτο βέβαια για μαθητεία αλλά για εκμετάλλευση της εργασίας των μαθητευομένων και σαφή παραβίαση των όρων της αρχικής συμφωνίας.

Άλλοτε πάλι οι μαστόροι κρατούσαν από το μερδικό ή το ημερομίσθιο των μαστορόπουλων ένα ποσό για ζημιές που αυτά προξένησαν στο μπουλούκι. Κάτι τέτοιο μπορούσε να συμβεί όταν τα μαστορόπουλα άφηναν, από αμέλεια, τα ζώα να καταστρέψουν αγροτοκαλλιέργειες —οπότε οι μαστόροι υποχρεώνονταν σε αποζημίωση των ιδιόκτητων— ή όταν τραυμάτιζαν σοβαρά κάποιο ζώο. «Θα λογαριαστούμε στο σάϊσμα»1 ή «θα πέσει πρωτοπαπαδάκης» ήταν οι συνηθισμένες φράσεις2 με τις οποίες οι γορτύνιοι μαστόροι απειλούσαν τα μαστορόπουλα όταν αυτά διέπρατταν κάποιο παράπτωμα που έβλαπτε τα συμφέροντα της ομάδας. Με τις φράσεις αυτές εννοούσαν ότι κατά τη διανομή του κοινού προϊόντος (εκκαθάριση του λογαριασμού), που γινόταν συνήθως πάνω σε ένα απλωμένο σάισμα, θα τους μείωναν το μερδικό3. Τέτοιες οικονομικές κυρώσεις σπάνια επιβάλλονταν στους μπαρτιλήδες

1. Υφαντό από γιδόμαλλο.

2. Οι κατσουλιώτες (περδικονερίτες) μαστόροι χρησιμοποιούσαν και τη φράση «θα πέσει μαυρομύτα»· μαυρομύτα = μολύβι.

3. Η φράση «θα πέσει πρωτοπαπαδάκης» χρησιμοποιείται από το 1922 και σχετίζεται με το όνομα του τότε υπουργού των Οικονομικών Πρωτοπαπαδάκη, που έκαμε τη γνωστή στη δημοσιονομική μας ιστορία διχοτόμηση του νομίσματος

Σελ. 87
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/88.gif&w=600&h=91514. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

88  Η ΜΑΘΗΤΕΙΑ ΣΤΙΣ ΚΟΜΠΑΝΙΕΣ

και μόνο σε περιπτώσεις σοβαρών παραπτωμάτων, Στους ψυχογιούς όμως, με την παραμικρή αφορμή ή με κατηγορίες ανύπαρκτες ή αόριστες (π.χ. δεν δούλεψαν όσο έπρεπε), οι μαστόροι επέβαλλαν οικονομικές κυρώσεις. Τούτο το έκαναν, ομολογούν παλιοί μαστόροι, "για να τρώνε τα λεφτά των παιδιώνε"1.

Οι ανήλικοι μαθητευόμενοι αποτελούσαν πάντοτε και σε όλες τις χώρες φτηνή εργατική δύναμη. Με το πρόσχημα ότι δεν ήξεραν καλά το επάγγελμα, την τέχνη, πράγμα βέβαια που ήταν αλήθεια, είτε δεν αμείβονταν καθόλου από τους εργοδότες τους, είτε πληρώνονταν με απελπιστικά χαμηλό ημερομίσθιο ακόμα και. στις περιπτώσεις όπου το είδος της εργασίας που παρείχαν δεν δικαιολογούσε δραστική μείωση του ημερομισθίου2. Η αθρόα μάλιστα απασχόληση ανηλίκων κατά τις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα, είχε ως αποτέλεσμα αφενός την εξαθλίωση τους και αφετέρου τη συμπίεση του εργατικού ημερομισθίου3. Οι εργατικοί νόμοι

1. Τα ίδια γίνονταν και στους ηπειρώτες μαστόρους. Γνωστή σε αυτούς η φράση "τρεις πενήντα, ενενήντα, πάρε και δέκα παραπάνω επειδή δούλεψες πολύ" (Αρμολόι, τχ 1 (1976), σ. 10). "Δεν φτάνει που τυραννιόμουν στη δουλειά", διηγείται ένας ηπειρώτης μάστορης (ό.π., σ. 32), "αν τους έκανα και το παραμικρό, με χτυπούσαν (...) Το αποτέλεσμα απ' όλη αυτή τη δουλειά ήταν να δουλιέψω 6 - 7 μήνες και να μην μου δώσουν ούτε δεκάρα. Και αυτές τις διακόσιες δραχμές το μήνα που είχε συμφωνήσει (ο πρωτομάστορας) με τη μάνα μου, μου τις έφαγαν".

2. Εντούτοις ούτε η εργασία των παιδιών ούτε η εργασία των γυναικών, έχει μελετηθεί ιδιαίτερα (Πρβλ. και Jοsé Gentil da Silva στα Πρακτικά τον Διεθνούς Συμποσίου: Ιστορικότητα της παιδικής ηλικίας και της νεότητας (1984), τ. Α', Αθήνα 1986, σ. 68). Ο ίδιος ερευνητής παραθέτει αξιόλογη βιβλιογραφία για την παιδική εργασία (σ. 361, 362).

3. Στυγνή ήταν ιδιαίτερα η εκμετάλλευση των ανηλίκων στην Αγγλία κατά τις τέσσερις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα. Για τις συνθήκες εργασίας στέγασης και διατροφής των ανηλίκων, που εργάζονταν κατά την περίοδο αυτή 14 - 16 ώρες την ημέρα, βλ. Φρ. Ένγκελς, Η κατάσταση της εργατικής τάξης στην Αγγλία, μετάφρ. Λευτέρη Αποστόλου, Μέρος Α', Αθήνα 2 1985, σ. 74 κε., Μέρος Β', Αθήνα 1975, σ. 30 - 33, 42, 54 - 55,58 κε., 65-66, 156, 160 κε., 186 - 188.

Σελ. 88
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/89.gif&w=600&h=915 14. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

Η ΜΑΘΗΤΕΙΑ  89

της εποχής δεν εφαρμόζονταν, με αποτέλεσμα οι ανήλικοι να βρίσκονται κυριολεκτικά στο έλεος του εργοδότη1.

Στην Ελλάδα οι πρώτοι νομοθετικοί περιορισμοί στην εργασία των ανηλίκων τέθηκαν κυρίως με τον ν. ΔΚΘ' (4029) του 19122. Σύμφωνα με το νόμο αυτόν απαγορευόταν η απασχόληση παιδιών3, που δεν είχαν συμπληρώσει το 12ο έτος της ηλικίας τους4, σε βιομηχανικές και οικοδομικές επιχειρήσεις. Παιδιά όμως που είχαν συμπληρώσει το 10ο έτος της ηλικίας τους μπορούσαν να απασχολούνται σε επιχειρήσεις των γονιών τους, υπό τον όρο ότι δεν γινόταν χρήση μηχανικής ενέργειας και ήταν ανεμπόδιστη η φοίτηση τους στα σχολεία στοιχειώδους εκπαίδευσης. Το ημερήσιο ωράριο εργασίας ορίστηκε για όσους μεν δεν είχαν υπερβεί το 14ο έτος της ηλικίας τους σε 6 ώρες, για όσους δε είχαν υπερβεί το 14ο όχι όμως και το 18ο, σε 10 ώρες5. Απαγορεύτηκε επίσης η απασχόληση ανηλίκων κάτω των 16 ετών αν δεν είχαν

1. Για την παιδική εργασία πριν και μετά τη βιομηχανική επανάσταση βλ. Jean Sardain, Enfants trouvés enfants ouvriés 17e - 19e siècles, Παρίσι 1982.

2. ΦΕΚ, 46, τ. A' της 7 Φεβρουαρίου 1912. Για τις μορφές εργασίας στην ελληνική βιομηχανία - βιοτεχνία κατά την περίοδο 1909 - 1936 βλ. Μιχ. Ρηγίνου, «Μορφές παιδικής εργασίας στην ελληνική βιομηχανία - βιοτεχνια1909 - 1936», στα Πρακτικά του Διεθνούς Συμποσίου για την Ιστορικότητα της παιδικής ηλικίας και της νεότητας (1984), Αθήνα 1986, σ. 417 - 428. Για το νομικό προστατευτικό πλαίσιο των ανηλίκων στις ευρωπαϊκές χώρες και στην Ελλάδα βλ. Γιάννη Δ. Ληξουριώτη, Κοινωνικές και νομικές αντιλήψεις για το παιδί, Αθήνα - Γιάννινα 1986, σ. 363 κε.

3. Σύμφωνα με το άρθρο 3 του από 14 Αυγούστου 1913 β.δ., «περί εκτελέσεως του περί εργασίας γυναικών και ανηλίκων ΔΚΘ' νόμου» κλπ. (ΦΕΚ, 165, τ. A' της 26 Αυγούστου 1913) ως «παιδία αδιακρίτως φύλου νοούνται τα άγοντα ηλικίαν 12 - 14 ετών, νεαρά πρόσωπα τα ηλικίας 14 - 18 ετών».

4 Με το νόμο 2271 του 1920, άρθρο 2 (ΦΕΚ, 145, τ. A' της 1 Ιουλίου 1920) ως κατώτατο όριο ηλικίας για εργασία στις επιχειρήσεις αυτές ορίστηκε το 14ο.

5. Με το β.δ. της 3 Ιανουαρίου 1929 οι ώρες αυτές μειώθηκαν σε 8. Με το διάταγμα αυτό επεκτάθηκε το οκτάωρο, που εθιμικά εφαρμοζόταν από το 1925, σε όλους τους οικοδόμους (Χαρ. Γκούτος, ό.π., σ 122).

Σελ. 89
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/90.gif&w=600&h=91514. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

90  Η ΜΑΘΗΤΕΙΑ ΣΤΙΣ ΚΟΜΠΑΝΙΕΣ

εφοδιαστεί με βιβλιάρια εργασίας και πιστοποιητικά υγείας. Δεν επιτρεπόταν επίσης η απασχόληση των ανηλίκων αυτών κατά τις Κυριακές, την 25η Μαρτίου, τη Δευτέρα του Πάσχα και την 25 Δεκεμβρίου1. Τέλος, με άλλα νομοθετήματα της περιόδου 19091980, θεσπίστηκαν διατάξεις για την ασφάλεια και την υγιεινή

- των εργαζομένων, την αποζημίωση για όσους πάθαιναν εργατικά ατυχήματα, την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, την κοινωνική τους ασφάλιση κλπ2.

Οι προστατευτικές διατάξεις για τους ανήλικους μαθητευομένους, όμως, ελάχιστα εφαρμόστηκαν, και μόνο στις πόλεις, όπως αποδεικνύεται από τις εκθέσεις του προσωπικού της Επιθεώρησης Εργασίας. Σε μια τέτοια έκθεση του έτους 19213 αναφέρεται ότι εκατοντάδες ανήλικοι απασχολούνταν παράνομα, ότι δεν είχαν εφοδιαστεί όλοι με βιβλιάρια εργασίας, ότι οι ιατρικές πιστοποιήσεις ήταν εικονικές και ότι το εξάωρο "ουδέποτε εφηρμόσθη". Ακόμα το 1932 4 διαπιστώνονται παραβάσεις των περί βιβλιαρίων εργασίας διατάξεων 5.

Στις μη αστικές περιοχές, όπου κυρίως δούλευαν οι κομπανίες των μαστόρων, είναι βέβαιο ότι η εργατική νομοθεσία σπανιότατα εφαρμοζόταν6. Τα βιβλιάρια εργασίας και τα πιστοποιητικά

1. Βλ. ειδικότερα τις διατάξεις των άρθρων 9 επ. του από 14 Αυγούστου 1913 β.δ. (ΦΕΚ, 165, τ. Α' της 26 Αυγούστου 1913).

2. Ειδικά για τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας που διέπουν τους ανήλικους εργαζομένους βλ. Υπουργείου Εργασίας, Συλλογή - Κωδικοποίηση εργατικής νομοθεσίας, Αθήνα 1981, τ. Α', σ. 163,300, 363, 372, 379, 388389, 390 - 396, 445, 478, 513, 538, 613, 617, 623, 663, τ Β', σ. 783,815.

3. Υπουργείον Εθνικής Οικονομίας, Εκθέσεις του προσωπικού Επιθεωρήσεως Εργασίας επί της εφαρμογής των εργατικών νόμων, έτ. 1921, Αθήνα 1923, σ. 12 - 14.

4. Βλ. Έκθεση του 1932, Αθήνα 1935, σ. 7.

5. Για τις παραβάσεις της εργατικής νομοθεσίας, βλ και Χαρ. Γ Γκούτου, ό.π., σ. 80, 85, 87.

6. Δίωξη μαστόρων για απασχόληση των ηλικίας 13 ετών παιδιών τους αναφέρεται το 1937 στο Καναλάκι Καρδίτσας (Χαρ. Γ. Γκούτος, ό π , σ. 86, σημ. 63).

Σελ. 90
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/91.gif&w=600&h=915 14. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

Η ΜΑΘΗΤΕΙΑ  91

υγείας ήταν άγνωστα και ποτέ δεν απασχόλησαν τα πλανόδια μπουλούκια των χτιστών. Οι ανήλικοι οικοδόμοι, γράφει o Χαρ. Γ. Γκούτος, «εργάζονταν και κατά τις Κυριακές και τις νόμιμες αργίες στις μη αστικές περιοχές, όπως συνέβαινε και πριν από το 1912 σχεδόν χωρίς εξαιρέσεις»1. Οι διατάξεις για τα χρονικά όρια εργασίας των μαθητευομένων, αλλά και των χτιστών γενικά, ήταν άγνωστες στα πλανόδια μπουλούκια2, τα οποία εργάζονταν, όπως θα δούμε πιο κάτω, από την ανατολή ώς τη δύση του ηλίου. Αλλά και οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, •που θεσπίστηκαν μετά το 1911 και υποχρέωναν τον εργοδότη να λάβει τα κατάλληλα μέτρα για την υγεία και την ασφάλεια των μισθωτών του ή για την καταβολή αποζημίωσης στην περίπτωση που αυτοί θα πάθαιναν εργατικό ατύχημα, σπάνια εφαρμόζονταν στις πλανόδιες κομπανίες των χτιστών.

1. Προφανώς εννοεί ότι οι μαθητευόμενοι δεν εργάζονταν στο οικοδομικό έργο, αλλά απασχολούνταν με το φύλαγμα και το βόσκημα των ζώων ή προσέφεραν άλλου είδους, μη οικοδομικές, εργασίες. Τα μαστορικά μπουλούκια της Πελοποννήσου δεν δούλευαν κατά τις Κυριακές και κατά τις νόμιμες αργίες.

2. O A Καλλιάβας γράφει (Το οκτάωρον εις την θεωρίαν και την πράξιν (1929), σ. 52) ότι το οκτάωρο εφαρμοζόταν χωρίς νόμο «εις τας οικοδομικάς εν γένει εργασίας, εφ' όσον το προσωπικόν αμείβεται με ημερομίσθιον, ενώ οσάκις εργάζεται με αμοιβήν κατ' αποκοπήν παραμένει και πλέον του 8ωρου». Όλα αυτά βέβαια στα αστικά κέντρα. Στην ύπαιθρο το 1931 οι παραβάσεις των διατάξεων περί οκταώρου ήταν συνεχείς, κατά τις διαπιστώσεις του Σώματος Επιθεωρήσεως Εργασίας (Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας, Έκθεσις κλπ., Αθήνα 1934, σ 55).

Σελ. 91
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/92.gif&w=600&h=394 14. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

92 Η ΜΑΘΗΤΕΙΑ ΣΤΙΣ ΚΟΜΠΑΝΙΕΣ

4. Λαγκαδινοί μαστόροι (Διονύσιος Σιοκορέλης κ.ά.) χτίζουν το τουριστικό ξενοδοχείο Σπάρτης (21.11.1939).

Σελ. 92
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/93.gif&w=600&h=915 14. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

E' 

Η «ΑΓΑΡΗΝΗ ΤΕΧΝΗ»

Και οι ίδιοι οι μαστόροι στις διηγήσεις τους, και όσοι ασχολήθηκαν με τις πλανόδιες κομπανίες των χτιστών, υπογραμμίζουν με τα μελανότερα χρώματα τη ζωή των μαστόρων στα ξένα. Θα χρειαζόταν ολόκληρος τόμος για να καταγραφούν τα προβλήματα που αντιμετώπιζαν οι χτίστες, και κυρίως οι μαθητευόμενοι, στους ξένους τόπους. Εδώ όμως δεν είναι δυνατόν παρά να επισημανθούν μερικές μόνο όψεις της «αγαρηνής τέχνης», όπως η κουραστική δουλειά, η μεγάλη διάρκεια του ωραρίου εργασίας, η σεξουαλική στέρηση, οι συνθήκες διατροφής και διαμονής.

Το ημερήσιο ωράριο εργασίας των χτιστών, σε παλαιότερες εποχές που δεν υπήρχε κρατική παρέμβαση στη ρύθμιση των εργασιακών σχέσεων ή αυτή ήταν υποτυπώδης, οριζόταν «ήλιο με ήλιο» ή «άστρι μ' άστρι» δηλαδή, από την ανατολή ως τη δύση του ηλίου1, με μικρή μόνο διακοπή για το κολατσιό και το μεσημεριανό φαγητό2. Το ωράριο αυτό εργασίας ήταν ιδιαίτερα εξοντωτικό

1. Και κατά τον ψαλμό ργ' 23 η εργάσιμη ημέρα διαρκούσε από την ανατολή ως τη δύση του ηλίου: «Ανέτειλεν ο ήλιος και... εξελεύσεται άνθρωπος επί το έργον αυτού και επί την εργασίαν αυτού έως εσπέρας». Πρβλ. τη λαϊκή παροιμία: «Κάτσε ήλιο, κατσ' εργάτη».

2. «Τας ώρας εργασίας δεν εκανόνιζε τότε το οκτάωρον ή επτάωρον, αλλά το φως της ημέρας, παρατεινομένας κατά τον χειμώνα ιδίως πολύ πέραν της δύσεως του ηλίου και με έναρξιν πολύ προ της ανατολής (...). Αι δώδεκα και δεκατέσσαρες ώραι εργασίας της ημέρας δεν εθεωρούντο περιέχουσαι

Σελ. 93
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/94.gif&w=600&h=915 14. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

94 Η ΜΑΘΗΤΕΙΑ ΣΤΙΣ ΚΟΜΠΑΝΙΕΣ

για τα νεαρά άτομα του μπουλουκιού, δηλαδή τα μαστορόπουλα, που δεν είχαν ακόμα αναπτύξει τις σωματικές δυνάμεις τις οποίες απαιτούσε η κουραστική δουλειά που έκαναν. Τα μαστορόπουλα όμως δούλευαν και πέρα από το ωράριο αυτό, αφού και κατά τις ώρες που οι μαστόροι αναπαύονταν ή «έβγαιναν στην αγορά» (== πλατεία του χωριού), ήταν υποχρεωμένα να ασχολούνται με τα ζώα. Έπρεπε να τα ξιστρώνουν, να τα ποτίζουν1, να τα πηγαίνουν για βοσκή και να τα φυλάνε, Αν τα ζώα έμεναν αφύλακτα, κατέστρεφαν τις αγροτοκαλλιέργειες και οι χτίστες υποχρεώνονταν σε αποζημίωση των καλλιεργητών. Οι τελευταίοι

υπερωρίας με ιδιαιτέραν αμοιβήν, αλλ' ήσαν κανονική εργασία» (Β. Βετσόπουλος, Τα ήθη και τα έθιμα του χωριού μου Πυρσόγιαννη Ηπείρου (1970) στο Κέντρο Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας, χφ. 3480, σ. 1415). Το ίδιο σχεδόν ωράριο εργασίας είχαν, κατά την πρώτη δεκαετία του αιώνα μας, και οι εργαζόμενοι στα μεγάλα αστικά κέντρα (Γιάννης Κορδάτος, Ιστορία τον Ελληνικού Εργατικού Κινήματος, Αθήνα 21956, σ. 207 κε). Πρβλ. και το γνωστό εργατικό δημοτικό τραγούδι:

Ήλιε μου τι π' αλλάργησες, δεν πας να βασιλέψεις, σε καταριετ' η αργατιά κ' οι ξενοδουλευτάδες.

Σε ορισμένες περιοχές τα μεροκάματα ήταν μεγαλύτερα το καλοκαίρι, που η ημέρα είναι μεγαλύτερη. Σε «πρακτικό προεστώτων και γερόντων της χώρας Ναξίας» (1783) αναφέρεται ότι «οι υπουργοί όπου δουλεύουσιν να πέρνουσι τον καιρόν του χειμώνος προς παράδες 6 και τον καιρόν του καλοκαιριού προς παράδες 7» (Δ. Γκίνης, Περίγραμμα ιστορίας τον μεταβυζαντινού δικαίου, σ. 222, αριθ. 467).

1. Συνήθως όλα τα ζώα τα πήγαινε για πότισμα ένα από τα μαστορόπουλα. Κάποτε τα πήγε ο Λώλος (λαγκαδινό μαστορόπουλο). Κάθε φορά που γινόταν λόγος για το «ποιός θα ποτίσει τα ζα», η απάντηση ερχόταν από όλα τα μαστορόπουλα κοφτή: «Ο Λώλος ξέρει τη βρύση». Έβρισκαν πρόφαση ότι δεν ήξεραν τάχα τη βρύση και μια και την ήξερε ο Λώλος, αυτός έπρεπε να πηγαίνει να ποτίζει τα ζώα. Αλλά ο Λώλος δεν ήταν τόσο κουτός όσο τον νόμιζαν. Μια μέρα, αφού πότισε τα ζώα, δεν επέστρεψε στο μπουλούκι αλλά κάθησε στη βρύση και έβαλε τις φωνές και τα κλάματα. Αμέσως μαστόροι και μαστορόπουλα έτρεξαν στη βρύση για να δουν τι έπαθε ο Λώλος. Μόλις έφτασαν τον ρώτησαν τι έπαθε. Και κείνος, δείχνοντας τους τη βρύση, τους απάντησε: «Να η βρύση που δεν ξέρατε» !

Σελ. 94
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/95.gif&w=600&h=91514. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

Η "ΑΓΑΡΗΝΗ ΤΕΧΝΗ"  95

πολλές φορές αχρήστευαν τα ζώα, σπάζοντας τους τα πόδια1. Φαίνεται όμως πως και οι ίδιοι οι μαστόροι κακομεταχειρίζονταν τα ζώα. Στη Λάστα της Γορτυνίας έλεγαν: "Όποιος δίνει γυναίκα σε Λαστιώτη και γαϊδούρι σε Λαγκαδινό, κολάζεται"2. Τα ζώα τα φύλαγαν επίσης για να μην τα κλέψουν3. Τις Κυριακές ή τις επίσημες αργίες που το μπουλούκι δεν δούλευε, τα μαστορόπουλα απασχολιόντουσαν μόνο με τα ζώα4. Όταν έβρεχε ή χιόνιζε, τα ζώα δεν τα άφηναν στο ύπαιθρο, αλλά τα έκλειναν στο "κατώι", όπου τα τάιζαν σανό. Έτσι τα μαστορόπουλα έβρισκαν την ευκαιρία να ξεκουραστούν. Μα και τότε οι χτίστες τα πείραζαν:

Ο θεός βρέχει, ο μισθός τρέχει, το καζάνι βράζει, το μαστορόπουλο τι το νοιάζει;5

Τα μαστορόπουλα ξεκινούσαν για δουλειά "μόλις λάληγε o κόκορης", προτού δηλαδή ξυπνήσουν οι χτίστες και πιάσουν δουλειά. Με την ανατολή του ήλιου, τα μαστορόπουλα έπρεπε να βρίσκονται στον τόπο της οικοδομής με τα ζώα φορτωμένα πέτρες, άμμο, νερό. Οι μαστόροι ζητούσαν συνεχώς από τα μαστορόπουλα οικοδομική ύλη, "ζιόμπολα6 και λάσπη", και πάντα φώναζαν

1. Βλ και Θ. Τρουπή, ό.π., σ. 84 κε.

2. Ν. Λάσκαρης, Μνημεία Λάστας, σ. 62.

3. Κλοπή μαστορικού ζώου αναφέρεται στα χρόνια του Αγώνα της Ανεξαρτησίας (Οι παραδοσιακοί χτίστες, σ. 169 - 170). Στα νεότερα χρόνια μεγάλοι "αλογοσούρτες" ήταν, όπως διηγούνται οι μαστόροι, οι Ηλείοι.

4. Το Σάββατο, που ήταν η τελευταία εργάσιμη ημέρα της εβδομάδας, έλεγαν τον ""ύμνο του Σαββάτου": Σαββάτο νά 'ναι μάστορη κι ας είναι 'ξήντα ώρες" (Θ. Τρουπής, ό.π., σ. 14).

5. Π. Σινόπουλος, "Λαγκαδινά ανέκδοτα", εφ. Ηχώ των Λαγκαδίων (10 Οκτωβρίου 1961).

6. Ζιόμπολα (σόμπολα για τους Κλουκινοχωρίτες) είναι οι μικρές πέτρες που χρησιμοποιούνται στο χτίσιμο. Χωρίς αυτές δεν στέκονται καλά οι μεγάλες πέτρες. "Ουδέ γαρ άνευ σμικρών τους μεγάλους, φασιν οι λιθολόγοι

Σελ. 95
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/96.gif&w=600&h=91514. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

96 Η ΜΑΘΗΤΕΙΑ ΣΤΙΣ ΚΟΜΠΑΝΙΕΣ

σε αυτά ότι αργοπορούν, ότι δεν δουλεύουν, ότι "παίζουν", και εκτόξευαν εναντίον τους την απειλή "θα λογαριαστούμε στο σάισμα"1. Ουσιαστικά δηλαδή τα μαστορόπουλα δεν είχαν ώρες ανάπαυσης, αλλά βρίσκονταν σε συνεχή κίνηση και εγρήγορση.

Ιδιαίτερα δύσκολες ήταν οι συνθήκες εργασίας για τα μαστορόπουλα το χειμώνα. Διηγείται2 ο παλιός χτίστης Βαγγέλης Ανάστου Γιαννικόπουλος, από τα Λαγκάδια, που πρωτοπήγε στη μαστοριά το 1926 και εθήτευσε στο επάγγελμα σαράντα ολόκληρα χρόνια:

"Ο χειμώνας ήταν δύσκολος. Πότε όξω με τα ζα, βρέχοντας και χιονίζοντας, με τους πάγους να σκάνε τα χέρια από τα κρύα, τις πέτρες και τις παγωμένες λάσπες, το βράδυ στο βουνό να μας θερίζουν οι αέρηδες, οι μπόρες και τα χαλάζια, και την αυγή πριν λαλήσει o κόκορας να γυρίζουμε με τα ξεροβόρια στη δουλειά3. Ήτανε σκληρός και πικρός o χειμώνας".

Οι μετακινήσεις από τόπο σε τόπο, κυρίως κατά τους χειμερινούς μήνες, ήταν μια άλλη δοκιμασία για τους μαθητευομένους. Πάντοτε έπρεπε να βιάζονται, να ξεκινούν νωρίς και να μην αργοπορούν στο δρόμο. Αν το ξεχνούσαν, αποκαμωμένοι από την κούραση, τους το υπενθύμιζαν οι μαστόροι:

λίθους ευ κείσθαι" (Πλάτων, Νόμοι, Χ. 902ε). Οι Λαγκαδινοί λένε:

- Για δεν πέφτεις αγκωνάρι;

- Δεν μ' αφήνει το τσιτάδι.

1. Για την έννοια της φράσης βλ. πιο πάνω κεφ. Γ'. Τις ίδιες παρατηρήσεις έκαναν και οι κονιτσιώτες χτίστες στα μαστορόπουλα (βλ. Γ. Γκατζουγιάννη, ό.π., σ. 55).

2. Εφ. Νέα Γορτυνία (6 Μαρτίου 1973).

3. Τη νύχτα που έκανε κρύο, τα μαστορόπουλα, που φύλαγαν στο βουνό τα ζώα, έπαιρναν ένα σάισμα ραμμένο σε τρεις πλευρές και χωνόντουσαν μέσα για να μην κρυώνουν. Το σάισμα αυτό τό 'λεγαν φάκελο (εφ. Νέα Γορτυνία, φ. της 20 Αυγούστου 1974).

Σελ. 96
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/97.gif&w=600&h=91514. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

Η "ΑΓΑΡΗΝΗ ΤΕΧΝΗ"  97

Σηκώτε κ εφώτησε, βαράτε, κ' ενύχτωσε1.

Οι αστραπές και οι βροντές προαναγγέλλουν βροχή και άρα ταλαιπωρία2. Η οδοιπορία μέσα στο κρύο, στη βροχή και στη λάσπη αποτελούσε πραγματική οδύσσεια:

"Τότες, στις αρχές του χειμώνα με τις ψιλοβροχές και τα χιονοχάλαζα είναι να μας κλαις. Βρεγμένοι ίσαμε το κόκκαλο πέφτουμε να ξενυχτήσουμε στ' αλλουνού το χαγιάτι και σφίγγουμε τις μασέλες μας να μην τριζοβολάνε και πελεκήσουμε τις γλώσσες μας. Στη στράτα κάμποσες βολές βάνουμε σε τόπους ούλη τη δύναμη μας για να ξεκολλήσουμε τα πόδια 'πο τη λάσπη. Τ' αδύνατα ζα να κολλάνε, να πέφτουνε, τα παιδιά να τα σηκώνουνε, εκείνα να ματαπέφτουν και δόστου χαβά (,..)"3.

Το καλοκαίρι τα ταξίδια ήταν πιο άνετα. Γι' αυτό και τα ταξίδια της δουλειάς άρχιζαν κυρίως την άνοιξη ή τους θερινούς μήνες. Το μπουλούκι προτιμούσε να δουλεύει στα πεδινά μέρη, όπου υπήρχε παραγωγή, συνεπώς καλύτερη αμοιβή και καλύτερη τροφή. Ένα μαστορικό τραγούδι, αγαπητό στα μαστορόπουλα, προεξοφλεί ότι στα πεδινά θα "περάσουν καλά":

Πού πάτε μαστορόπονλα; που πάτε μαατοράδες; Πάμε κατά την Αχαγιά που βγαίνουνε παράδες. Τον Άγουστο στην Αχαγιά μαστοροπαίδι να εισαι, να τρως, να πίνεις, να κερνάς και να καλοκοιμάσαι*.

1. Ν. Λάσκαρης, ό.π., σ. 69

2. Θ. Τρουπής, ό.π., σ. 18;

Αστράφτει στο Κατάκωλο, βαρεί στο Λαζαραίικο, ρε τι κακό ποπάθατε μαστοροπούλια φέτο. Στασιό δεν έχει πουθενά, τα βαριολόσταρα στα ζα, πάρτε στα χέρια σας ραβδί, γιατί μας πήρε η αυγή.

3. Θ. Τρουπής, ό.π., σ. 18.

4. Θ. Τρουπής, ό π., σ. 19 - 20

Σελ. 97
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/98.gif&w=600&h=91514. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

98  Η ΜΑΘΗΤΕΙΑ ΣΤΙΣ ΚΟΜΠΑΝΙΕΣ

Στα ταξίδια της δουλειάς, οι χτίστες, πέρα από τις ταλαιπωρίες αυτές, είχαν να αντιμετωπίσουν τους ζωοκλέφτες, τους ληστές1, κάποτε και την αυθαιρεσία κρατικών οργάνων2 και τους κακόπιστους εργοδότες3. Ακόμα και ομηρεία μαθητευομένων αναφέρεται σε έγγραφα του 18294. Για μεγάλα χρονικά διαστήματα επίσης έμεναν άπλυτοι, ανάλλαγοι και βρώμικοι με αποτέλεσμα να βασανίζονται από τις ψείρες. Την ψείρα που "μας ρούφαγε το αίμα" τη φοβόντουσαν περισσότερο από την παγωνιά:

Δε σκιάζουμαι την παγωνιά, απόφαση το πήρα, σκιάζουμαι την αναλλαγιά, την κριθαράτη ψείρα 5.

Η κουραστική δουλειά και το μεγάλης διάρκειας ωράριο εργασίας

1. Αναφέρεται πως πριν από την Επανάσταση του 1821, στα Κοντοβούνια της Τριφυλίας "είχε το βασίλειο του ο ληστής Θανασιός, από το Παλούμπα της Γορτυνίας". Ο ληστής αυτός "παραμόνευε, έπεφτε πάνω στο μπουλούκι (των λαγκαδινών χτιστών) και τους ξάφριζε τους κόπους". Και άλλοι ληστές "γδέρνανε τους μαστόρους, και αυτοί για να γλυτώσουν τα βάσανα βάνανε τα λεφτά μέσα στα σαμάρια των γαϊδουριών. Κι άμα το μάθανε κι αυτό οι ληστές, βρήκαν (οι μαστόροι) το πιο μυστικό και σίγουρο. . χρηματοκιβώτιο", τ' αυτιά των γαϊδουριών. Βάζανε μέσα τα λεφτά και τα στουμπώνανε με σφιχτό χορτάρι" (Διήγηση του λαγκαδινού χτίστη Γιώργου Τσότρα, καταγραφή Χρ. Γ. Νικήτα - Στρατολάτη, εφ. Νέα Γορτυνία, φ. της 21 Μαΐου 1974). Τα ίδια πάθαιναν από τους ληστές και οι στεμνιτσιώτες τεχνίτες (βλ. Νάσιου Συναδινού, Οι τεχνίτες της Στεμνίτσας, σ. 35 - 37).

2. Παράνομη φορολογία επέβαλε λ χ. ο πολιτάρχης Κρανιδίου σε βάρος τριών καλαβρυτινών μαστόρων κατά το 1825 (Χρ. Γ. Κωνσταντινόπουλος, Οι παραδοσιακοί χτίστες της Πελοποννήσου, σ 158 - 159).

3. Ό.π., σ. 153.

4. Το 1829 ένα μπουλούκι καλαβρυτινών μαστόρων έφτιαξε στον Μυστρά ένα σπίτι. Ο ιδιοκτήτης "βιασθείς να καθήση μέσα, έκοψε τα καλούπια παράκαιρα και ο θόλος μη ων έτι συνεσφιγμένος καλά, εκρημνίσθη". Ο ιδιοκτήτης όμως εθεώρησε υπευθύνους τους μαστόρους για το γκρέμισμα του θόλου και συνέλαβε τον χτίστη Γιαννάκη Σολιώτη -οι άλλοι είχαν φύγει- και για να τον αναγκάσει να ξαναφτιάξει τον γκρεμισμένο θόλο, του πήρε με τη βια 140 γρόσια, τα εργαλεία του, το μουλάρι του και κράτησε τα δύο παιδιά του ομήρους (ό.π., σ. 176 - 177).

5. Θ Τρουπής, ό.π., σ. 14.

Σελ. 98
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/99.gif&w=600&h=91514. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

Η "ΑΓΑΡΗΝΗ ΤΕΧΝΗ" 99

έφθειραν πολύ γρήγορα, όπως ήταν φυσικό, τις σωματικές δυνάμεις των μαστόρων. Για να μπορέσουν να συνεχίσουν την άσκηση της "αγαρηνής τέχνης", για να αναπαράγουν δηλαδή την εργατική τους δύναμη, έπρεπε να σιτίζονται καλά (ποιοτικά και ποσοτικά). Αυτό το πετύχαιναν κυρίως όταν τις δαπάνες διατροφής τους αναλάβαιναν οι εργοδότες τους. στις περιπτώσεις αυτές μάλιστα οι χτίστες επινοούσαν διάφορα τεχνάσματα για να εξασφαλίζουν όσο το δυνατό καλύτερη τροφή.

Για να αναγκάσουν λ.χ. τη νοικοκυρά (κυρά την έλεγαν) να τους φτιάξει νόστιμες λαλαγγίδες (= τηγανίτες) έλεγαν στο πιο μικρό μαστορόπουλο να κάνει πως κλαίει για να το δει η κυρά. Κάποτε η κυρά τό 'βλέπε και ρωτούσε για την αιτία που έκαμε το παιδί να κλαίει. "Τό 'χει βλέπεις, καλομαθημένο η μάνα του το παλιόπαιδο και θέλει λαλαγγίδες", απαντούσε ο χτίστης. "Και δεν το λες τόση ώρα, μάστορη, για να φτιάξω του παιδιού λαλαγγίδες", έλεγε η κυρά, "Και μήπως το φτάνουνε δύο - τρεις. Αυτό θέλει να φάει ένα τεψί και μ' ένα σωρό μέλι", έσπευδε να προσθέσει ο μάστορης, από φόβο μήπως η νοικοκυρά φτιάξει λίγες. Η κυρά όμως καταλάβαινε το νόημα των λόγων του μάστορη κι έφτιαχνε τηγανίτες για ολόκληρο το μπουλούκι. Άλλοτε πάλι για να υπενθυμίσουν στη νοικοκυρά ότι στο τραπέζι δεν έφερε κρασί ή ρακί, κλωτσούσαν κάτω από το τραπέζι τη γάτα δυνατά για να πονέσει και να νιαουρίσει. Με έκπληξη, τάχα, ο μάστορης που την κλώτσησε παρατηρούσε: "Φτου, να χαθείς! και νόμισα πως πάταγα το παγούρι με το ρακί!". Ντροπιασμένη η κυρά σηκωνόταν αμέσως και έφερνε κρασί ή ρακί στο τραπέζι. Ακόμα και τις προλήψεις των ανθρώπων εκμεταλλεύονταν οι χτίστες προκειμένου να πετύχουν το σκοπό τους. Κατά τη θεμελίωση του σπιτιού, ο νοικοκύρης, ακολουθώντας παλιό έθιμο, έπρεπε να σφάξει πετεινό ή πρόβατο ή γίδι. Στους μαστόρους συνέφερε βέβαια να σφάξει αυτός γίδι ή πρόβατο και όχι κόκορη. Με τρόπο λοιπόν πλησίαζαν τη νοικοκυρά και της έλεγαν: "Για όνομα του Θεού ! μη σφάξετε κόκορη, δεν κάνει. Ο κόκορης είναι αερικό, ξωτικό και θα φέρει γρουσουζιά στους νοικοκυραίους. Αν δεν έχετε σφαχτό.

Σελ. 99
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/100.gif&w=600&h=91514. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

μη σφάζετε τίποτα". Η κυρά τό 'λέγε στον άντρα της και κείνος, για "καλό και για κακό", έσφαζε για "τα καλορίζικα" πρόβατο ή γίδι, προς μεγάλη χαρά των μαστόρων που θα χόρταιναν "κριάς". Τους τσιγκούνηδες εργοδότες δεν τους συμπαθούσαν· πολλές φορές μάλιστα τους εκδικούνταν1 και τους "κουβέντιαζαν" (= κουτσομπόλευαν2). Μερικοί εργοδότες όμως που γνώριζαν ότι η σίτιση μιας ομάδας χτιστών στοίχιζε ακριβά, δεν δέχονταν να αναλάβουν τις δαπάνες διατροφής των μαστόρων. Οι τελευταίοι αναγκάζονταν τότε να "πάρουν τη δουλειά σύψωμο", δηλαδή με "ούλα τα έξοδα δικά τους". Στις περιπτώσεις αυτές οι χτίστες από καλοφαγάδες γίνονταν λιτοδίαιτοι στο έπακρο3. Φασόλια, ρέγγες.

1. "Κολοκύθια μας τάισες", ψιθύριζαν, "κολοκύθια σπίτι Θα σου φτιάξουμε" (ό.π., σ. 56).

2. Σε τέσσερα χωριά της Τριφυλίας λ.χ., οι Λαγκαδινοί είχαν επισημάνει ότι τα "αφεντικά" ήταν άνθρωποι τσιγκούνηδες. Και σε αυτά τα χωριά το ροΐ(= λαδικό) δεν είχε... ροή. Γι" να εκφράσουν οι μαστόροι την τσιγκουνιά των κατοίκων των παραπάνω χωριών έλεγαν:

Ραφτόπουλο και Ντάρα

Κλωνί και Λευτεκάδα

το ροΐ δε βγάνει στάλα! (εφ. Νέα Γορτυνία, φ. της 20 Μαρτίου 1975, σ. 2).

3. Η αποταμίευση και το λιτοδίαιτο ήταν βασικές αρχές των μαστόρων, κυρίως των Λαγκαδινών, που για το λόγο αυτόν τους θεωρούσαν τσιγκούνηδες. Ο Εμμ. Ρέπουλης σημειώνει (Αρκαδική Επετηρίς (1903), σ. 35) ότι όταν οι λαγκαδινοί χτίστες αναχωρούσαν από το χωριό τους για δουλειά, άφηναν στις οικογένειες τους "το σιτάρι τους, ολίγον κρασί, ολίγα κρεμμύδια, ολίγα όσπρια και 2, το πολύ 3 τάλληρα, ευρίσκοντες τουλάχιστον το εν όταν επιστρέφουν!". Οι μεγάλοι επέπλητταν τους νεότερους, όταν οι τελευταίοι σπαταλούσαν τις πενιχρές τους οικονομίες. Κάποτε που ένας λαγκαδινός μάστορης πληροφορήθηκε ότι τα παιδιά του, που δούλευαν στη Βουρλιά της Λακωνίας, σπαταλούσαν άσκοπα το προϊόν του μόχθου τους

Γράμμα κάθεται και φτιάχνει

μεσ' την πόρτα τον Αγιάννη

να το στείλει στη Βουρλιά

στα παιδιά του τα κουτά.

Αλεύρια χρειώνται τα χαζά

και ταΐζουν τα σκυλιά.

Σελ. 100
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/101.gif&w=600&h=91514. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

φακές, κρεμμύδια, ελιές, τυρί ήταν τα συνηθισμένα φαγητά τους. Το μαγείρεμα αναλάβαινε συνήθως ένα μαστορόπουλο ή κάποιος μάστορης που εκτελούσε χρέη οικονόμου - επιμελητή. Το πλύσιμο των πιάτων, τα ψώνια, την καθαριότητα και γενικά όλες τις υπηρετικές δουλειές τις έκαναν τα μαστορόπουλα. Και το φτωχό αυτό φαγητό δεν το χόρταιναν οι μαστόροι και κυρίως τα μαστορόπουλα. Πολλές φορές για να πετύχουν συμπληρωματική τροφή κατέφευγαν, με τα γνωστά τεχνάσματα τους, στα κεράσματα και το κολατσιό που τους πρόσφερνε κάποια καλή κυρά. Και στη διανομή του φαγητού οι μαστόροι αδικούσαν τα μαστορόπουλα, πολλές φορές μάλιστα, όπως σημειώνει ο Αθ. Θ, Φωτόπουλος1, δεν έδιναν σε αυτά ούτε την απαραίτητη για τη στοιχειώδη συντήρηση τους τροφή2. Κλασική έχει μείνει στα μαστορικά χρονικά η ακόλουθη φράση που αποδίδεται σε κάποιο μαστορόπουλο: "Πότε θα γίνω μάστορης να φα' τσεφάλι πράσο"3.

Η έλλειψη της γυναίκας ήταν ένα άλλο, οξύ και δυσεπίλυτο πρόβλημα. Τα αυστηρά και πατριαρχικά ήθη που επικρατούσαν παλιότερα στην ελληνική κοινωνία, κυρίως στην επαρχία, δεν επέτρεπαν

1. Ό.π., σ. 24.

2. Εννοείται ότι αδικούσαν κυρίως τα μαστορόπουλα που κατάγονταν από ξένα χωριά. Για τους ηπειρώτες χτίστες βλ. Αρμολόι, τχ. 1 (1976), σ. 9: "Έπαιρνε o πρωτομάστορας την ελιά και τη χώριζε στα δύο. Δεν ματάειδα τέτοιο πράμα!".

3. Χρ. Γ. Νικήτας, "Οι Λαγκαδινοί μαστόροι κατά την επανάστασιν του 1821", Γορτυνιακόν Ημερολόγιον, Γ' (1948), σ. 23 - πρβλ. N. A. Βέη στην Αρμονία, 1 (1902), σ. 94' A. Στεφάνου, Λαογραφικά Κερασιάς (Αρβανιτοκερασιάς) Αρκαδίας, Αθήνα 1966, σ. 21. Ο Ν. Λάσκαρης (Μνημεία της Λάστας, σ. 188) αποδίδει τη φράση στους Τριπολιτσιώτες. Εννοείται ότι όταν τη διατροφή του μπουλουκιού αναλάμβανε ο εργοδότης, τα μαστορόπουλα έτρωγαν πολύ. Κάποτε -λέει το ανέκδοτο- μια κυρά είπε στα μαστορόπουλα ότι έτρωγαν πολύ. Εκείνα απάντησαν ότι είναι παλικάρια "από τα ψηλά βουνά" και πρέπει να τρώνε πολύ. Όταν όμως τους παρατήρησε ότι δεν δούλευαν πολύ, αυτά προφασίστηκαν αδυναμία: "δεν μπορούμε τα κακόμοιρα, δεν μπορούμε". Για το φαΐ ήταν από τα ψηλά βουνά, για τη δουλειά ήταν από τον... κατακαημένο Μοριά (Μαθητικοί Παλμοί, εφ. του Γυμνασίου Λαγκαδίων, Απρίλιος 1959, σ. 14).

Σελ. 101
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Η μαθητεία στις κομπανίες των χτιστών της Πελοποννήσου
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 82
    14. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

    82 Η ΜΑΘΗΤΕΙΑ ΣΤΙΣ ΚΟΜΠΑΝΙΕΣ

    να δώκουνε ζουμί στο μυστήριο τάχατες. Στερνά από τον όρκο, η κυρά καταφθάνει με το μεζέ και το πιοτό για να πιούνε, παιδιά και μαστόροι, και να ευχηθούνε το νέο μάστορη, Ο ορκισμένος χαιρετάει πρώτα: στις προσταγές σας, λέει στους μαστόρους κι εκείνοι τ' απολογιούνται: σιδεροκέφαλος, ατσαλόμπρατσος"1.

    Το μανικάρωμα γινόταν στα πρωτόπειρα μαστορόπουλα. Όταν δηλαδή ένα μαστορόπουλο έπιανε για πρώτη φορά δουλειά, του έβαζαν την ποδιά και του 'λεγαν: "Μανικαρώνεται ο δούλος του Θεού (τάδε)". Αμέσως μετά του εύχονταν καλορίζικος, ατσαλόμπρατσος, και πρωτομάστορας ! Και εδώ είχαμε ολιγόλεπτη διακοπή της εργασίας και κεράσματα από την κυρά,

    Η ορκωμοσία του τριότη ήταν ένα τέχνασμα για ολιγόλεπτη διακοπή της εργασίας και για να φέρνει η νοικοκυρά μεζέδες και πιοτά, και όχι, όπως γράφει o Χαρ. Γκουτος2, προαγωγή μαθητευομένου σε κάλφα. Τους ίδιους σκοπούς εξυπηρετούσε και το μανικάρωμα του μαστορόπουλου. Πιθανώς τα τεχνάσματα αυτά να υποδηλώνουν κάποιο τελετουργικό στοιχείο που με την πάροδο του χρόνου αδρανοποιήθηκε και έγινε απλό τέχνασμα.

    Όλα αυτά, που αποτελούσαν μυστικά του επαγγέλματος, τα μάθαιναν κατά τη διάρκεια της μαθητείας τους και τα μεταβίβαζαν με τον ίδιο τρόπο στους διαδόχους τους στο επάγγελμα. Έτσι, η αναπαραγωγή των προτύπων και των συμπεριφορών συνεχιζόταν από γενιά σε γενιά.

    Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, άμισθους μαθητευομένους δεν συναντούμε στις κομπανίες των μοραϊτών χτιστών. Ο μαθητευόμενος (μπαρτιλής ή ψυχογιός) πληρωνόταν πάντοτε για την παροχή της εργασίας του. Διαφορά υπήρχε μόνο στον τρόπο και στο ύψος της αμοιβής τους. Στους γορτύνιους χτίστες, οι μπαρτιλήδες, ο πρωτομάστορας, οι μαστόροι και οι τριότες (λασπιτζήδες ή λασπολόγοι) συμμετείχαν στη διανομή του προϊόντος της

    1. Θ, Τρουπής, Άνθρωποι της σκαλωσιάς, σ. 12.

    2. Ό.π., σ. 81.