Συγγραφέας:Κωνσταντινόπουλος, Χρήστος Γ.
 
Τίτλος:Η μαθητεία στις κομπανίες των χτιστών της Πελοποννήσου
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:14
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:1987
 
Σελίδες:136
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Μαθητεία και εργασία
 
Τοπική κάλυψη:Πελοπόννησος
 
Περίληψη:Αντικείμενο του βιβλίου είναι το παραδοσιακό σύστημα μαθητείας στις πλανόδιες κομπανίες των χτιστών της Πελοποννήσου. Ειδικότερα με τη μελέτη αυτή επιχειρείται αφενός να επισημανθεί η κοινωνική και γεωγραφική προέλευση των μαθητευομένων και αφετέρου να καθοριστεί ο μηχανισμός εκμάθησης της τέχνης του χτίστη και οι συνέπειες που ο μηχανισμός αυτός είχε στη διαμόρφωση της προσωπικότητας των μαθητευομένων.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 6.81 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 93-112 από: 146
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/93.gif&w=600&h=915 14. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

E' 

Η «ΑΓΑΡΗΝΗ ΤΕΧΝΗ»

Και οι ίδιοι οι μαστόροι στις διηγήσεις τους, και όσοι ασχολήθηκαν με τις πλανόδιες κομπανίες των χτιστών, υπογραμμίζουν με τα μελανότερα χρώματα τη ζωή των μαστόρων στα ξένα. Θα χρειαζόταν ολόκληρος τόμος για να καταγραφούν τα προβλήματα που αντιμετώπιζαν οι χτίστες, και κυρίως οι μαθητευόμενοι, στους ξένους τόπους. Εδώ όμως δεν είναι δυνατόν παρά να επισημανθούν μερικές μόνο όψεις της «αγαρηνής τέχνης», όπως η κουραστική δουλειά, η μεγάλη διάρκεια του ωραρίου εργασίας, η σεξουαλική στέρηση, οι συνθήκες διατροφής και διαμονής.

Το ημερήσιο ωράριο εργασίας των χτιστών, σε παλαιότερες εποχές που δεν υπήρχε κρατική παρέμβαση στη ρύθμιση των εργασιακών σχέσεων ή αυτή ήταν υποτυπώδης, οριζόταν «ήλιο με ήλιο» ή «άστρι μ' άστρι» δηλαδή, από την ανατολή ως τη δύση του ηλίου1, με μικρή μόνο διακοπή για το κολατσιό και το μεσημεριανό φαγητό2. Το ωράριο αυτό εργασίας ήταν ιδιαίτερα εξοντωτικό

1. Και κατά τον ψαλμό ργ' 23 η εργάσιμη ημέρα διαρκούσε από την ανατολή ως τη δύση του ηλίου: «Ανέτειλεν ο ήλιος και... εξελεύσεται άνθρωπος επί το έργον αυτού και επί την εργασίαν αυτού έως εσπέρας». Πρβλ. τη λαϊκή παροιμία: «Κάτσε ήλιο, κατσ' εργάτη».

2. «Τας ώρας εργασίας δεν εκανόνιζε τότε το οκτάωρον ή επτάωρον, αλλά το φως της ημέρας, παρατεινομένας κατά τον χειμώνα ιδίως πολύ πέραν της δύσεως του ηλίου και με έναρξιν πολύ προ της ανατολής (...). Αι δώδεκα και δεκατέσσαρες ώραι εργασίας της ημέρας δεν εθεωρούντο περιέχουσαι

Σελ. 93
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/94.gif&w=600&h=915 14. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

94 Η ΜΑΘΗΤΕΙΑ ΣΤΙΣ ΚΟΜΠΑΝΙΕΣ

για τα νεαρά άτομα του μπουλουκιού, δηλαδή τα μαστορόπουλα, που δεν είχαν ακόμα αναπτύξει τις σωματικές δυνάμεις τις οποίες απαιτούσε η κουραστική δουλειά που έκαναν. Τα μαστορόπουλα όμως δούλευαν και πέρα από το ωράριο αυτό, αφού και κατά τις ώρες που οι μαστόροι αναπαύονταν ή «έβγαιναν στην αγορά» (== πλατεία του χωριού), ήταν υποχρεωμένα να ασχολούνται με τα ζώα. Έπρεπε να τα ξιστρώνουν, να τα ποτίζουν1, να τα πηγαίνουν για βοσκή και να τα φυλάνε, Αν τα ζώα έμεναν αφύλακτα, κατέστρεφαν τις αγροτοκαλλιέργειες και οι χτίστες υποχρεώνονταν σε αποζημίωση των καλλιεργητών. Οι τελευταίοι

υπερωρίας με ιδιαιτέραν αμοιβήν, αλλ' ήσαν κανονική εργασία» (Β. Βετσόπουλος, Τα ήθη και τα έθιμα του χωριού μου Πυρσόγιαννη Ηπείρου (1970) στο Κέντρο Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας, χφ. 3480, σ. 1415). Το ίδιο σχεδόν ωράριο εργασίας είχαν, κατά την πρώτη δεκαετία του αιώνα μας, και οι εργαζόμενοι στα μεγάλα αστικά κέντρα (Γιάννης Κορδάτος, Ιστορία τον Ελληνικού Εργατικού Κινήματος, Αθήνα 21956, σ. 207 κε). Πρβλ. και το γνωστό εργατικό δημοτικό τραγούδι:

Ήλιε μου τι π' αλλάργησες, δεν πας να βασιλέψεις, σε καταριετ' η αργατιά κ' οι ξενοδουλευτάδες.

Σε ορισμένες περιοχές τα μεροκάματα ήταν μεγαλύτερα το καλοκαίρι, που η ημέρα είναι μεγαλύτερη. Σε «πρακτικό προεστώτων και γερόντων της χώρας Ναξίας» (1783) αναφέρεται ότι «οι υπουργοί όπου δουλεύουσιν να πέρνουσι τον καιρόν του χειμώνος προς παράδες 6 και τον καιρόν του καλοκαιριού προς παράδες 7» (Δ. Γκίνης, Περίγραμμα ιστορίας τον μεταβυζαντινού δικαίου, σ. 222, αριθ. 467).

1. Συνήθως όλα τα ζώα τα πήγαινε για πότισμα ένα από τα μαστορόπουλα. Κάποτε τα πήγε ο Λώλος (λαγκαδινό μαστορόπουλο). Κάθε φορά που γινόταν λόγος για το «ποιός θα ποτίσει τα ζα», η απάντηση ερχόταν από όλα τα μαστορόπουλα κοφτή: «Ο Λώλος ξέρει τη βρύση». Έβρισκαν πρόφαση ότι δεν ήξεραν τάχα τη βρύση και μια και την ήξερε ο Λώλος, αυτός έπρεπε να πηγαίνει να ποτίζει τα ζώα. Αλλά ο Λώλος δεν ήταν τόσο κουτός όσο τον νόμιζαν. Μια μέρα, αφού πότισε τα ζώα, δεν επέστρεψε στο μπουλούκι αλλά κάθησε στη βρύση και έβαλε τις φωνές και τα κλάματα. Αμέσως μαστόροι και μαστορόπουλα έτρεξαν στη βρύση για να δουν τι έπαθε ο Λώλος. Μόλις έφτασαν τον ρώτησαν τι έπαθε. Και κείνος, δείχνοντας τους τη βρύση, τους απάντησε: «Να η βρύση που δεν ξέρατε» !

Σελ. 94
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/95.gif&w=600&h=91514. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

Η "ΑΓΑΡΗΝΗ ΤΕΧΝΗ"  95

πολλές φορές αχρήστευαν τα ζώα, σπάζοντας τους τα πόδια1. Φαίνεται όμως πως και οι ίδιοι οι μαστόροι κακομεταχειρίζονταν τα ζώα. Στη Λάστα της Γορτυνίας έλεγαν: "Όποιος δίνει γυναίκα σε Λαστιώτη και γαϊδούρι σε Λαγκαδινό, κολάζεται"2. Τα ζώα τα φύλαγαν επίσης για να μην τα κλέψουν3. Τις Κυριακές ή τις επίσημες αργίες που το μπουλούκι δεν δούλευε, τα μαστορόπουλα απασχολιόντουσαν μόνο με τα ζώα4. Όταν έβρεχε ή χιόνιζε, τα ζώα δεν τα άφηναν στο ύπαιθρο, αλλά τα έκλειναν στο "κατώι", όπου τα τάιζαν σανό. Έτσι τα μαστορόπουλα έβρισκαν την ευκαιρία να ξεκουραστούν. Μα και τότε οι χτίστες τα πείραζαν:

Ο θεός βρέχει, ο μισθός τρέχει, το καζάνι βράζει, το μαστορόπουλο τι το νοιάζει;5

Τα μαστορόπουλα ξεκινούσαν για δουλειά "μόλις λάληγε o κόκορης", προτού δηλαδή ξυπνήσουν οι χτίστες και πιάσουν δουλειά. Με την ανατολή του ήλιου, τα μαστορόπουλα έπρεπε να βρίσκονται στον τόπο της οικοδομής με τα ζώα φορτωμένα πέτρες, άμμο, νερό. Οι μαστόροι ζητούσαν συνεχώς από τα μαστορόπουλα οικοδομική ύλη, "ζιόμπολα6 και λάσπη", και πάντα φώναζαν

1. Βλ και Θ. Τρουπή, ό.π., σ. 84 κε.

2. Ν. Λάσκαρης, Μνημεία Λάστας, σ. 62.

3. Κλοπή μαστορικού ζώου αναφέρεται στα χρόνια του Αγώνα της Ανεξαρτησίας (Οι παραδοσιακοί χτίστες, σ. 169 - 170). Στα νεότερα χρόνια μεγάλοι "αλογοσούρτες" ήταν, όπως διηγούνται οι μαστόροι, οι Ηλείοι.

4. Το Σάββατο, που ήταν η τελευταία εργάσιμη ημέρα της εβδομάδας, έλεγαν τον ""ύμνο του Σαββάτου": Σαββάτο νά 'ναι μάστορη κι ας είναι 'ξήντα ώρες" (Θ. Τρουπής, ό.π., σ. 14).

5. Π. Σινόπουλος, "Λαγκαδινά ανέκδοτα", εφ. Ηχώ των Λαγκαδίων (10 Οκτωβρίου 1961).

6. Ζιόμπολα (σόμπολα για τους Κλουκινοχωρίτες) είναι οι μικρές πέτρες που χρησιμοποιούνται στο χτίσιμο. Χωρίς αυτές δεν στέκονται καλά οι μεγάλες πέτρες. "Ουδέ γαρ άνευ σμικρών τους μεγάλους, φασιν οι λιθολόγοι

Σελ. 95
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/96.gif&w=600&h=91514. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

96 Η ΜΑΘΗΤΕΙΑ ΣΤΙΣ ΚΟΜΠΑΝΙΕΣ

σε αυτά ότι αργοπορούν, ότι δεν δουλεύουν, ότι "παίζουν", και εκτόξευαν εναντίον τους την απειλή "θα λογαριαστούμε στο σάισμα"1. Ουσιαστικά δηλαδή τα μαστορόπουλα δεν είχαν ώρες ανάπαυσης, αλλά βρίσκονταν σε συνεχή κίνηση και εγρήγορση.

Ιδιαίτερα δύσκολες ήταν οι συνθήκες εργασίας για τα μαστορόπουλα το χειμώνα. Διηγείται2 ο παλιός χτίστης Βαγγέλης Ανάστου Γιαννικόπουλος, από τα Λαγκάδια, που πρωτοπήγε στη μαστοριά το 1926 και εθήτευσε στο επάγγελμα σαράντα ολόκληρα χρόνια:

"Ο χειμώνας ήταν δύσκολος. Πότε όξω με τα ζα, βρέχοντας και χιονίζοντας, με τους πάγους να σκάνε τα χέρια από τα κρύα, τις πέτρες και τις παγωμένες λάσπες, το βράδυ στο βουνό να μας θερίζουν οι αέρηδες, οι μπόρες και τα χαλάζια, και την αυγή πριν λαλήσει o κόκορας να γυρίζουμε με τα ξεροβόρια στη δουλειά3. Ήτανε σκληρός και πικρός o χειμώνας".

Οι μετακινήσεις από τόπο σε τόπο, κυρίως κατά τους χειμερινούς μήνες, ήταν μια άλλη δοκιμασία για τους μαθητευομένους. Πάντοτε έπρεπε να βιάζονται, να ξεκινούν νωρίς και να μην αργοπορούν στο δρόμο. Αν το ξεχνούσαν, αποκαμωμένοι από την κούραση, τους το υπενθύμιζαν οι μαστόροι:

λίθους ευ κείσθαι" (Πλάτων, Νόμοι, Χ. 902ε). Οι Λαγκαδινοί λένε:

- Για δεν πέφτεις αγκωνάρι;

- Δεν μ' αφήνει το τσιτάδι.

1. Για την έννοια της φράσης βλ. πιο πάνω κεφ. Γ'. Τις ίδιες παρατηρήσεις έκαναν και οι κονιτσιώτες χτίστες στα μαστορόπουλα (βλ. Γ. Γκατζουγιάννη, ό.π., σ. 55).

2. Εφ. Νέα Γορτυνία (6 Μαρτίου 1973).

3. Τη νύχτα που έκανε κρύο, τα μαστορόπουλα, που φύλαγαν στο βουνό τα ζώα, έπαιρναν ένα σάισμα ραμμένο σε τρεις πλευρές και χωνόντουσαν μέσα για να μην κρυώνουν. Το σάισμα αυτό τό 'λεγαν φάκελο (εφ. Νέα Γορτυνία, φ. της 20 Αυγούστου 1974).

Σελ. 96
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/97.gif&w=600&h=91514. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

Η "ΑΓΑΡΗΝΗ ΤΕΧΝΗ"  97

Σηκώτε κ εφώτησε, βαράτε, κ' ενύχτωσε1.

Οι αστραπές και οι βροντές προαναγγέλλουν βροχή και άρα ταλαιπωρία2. Η οδοιπορία μέσα στο κρύο, στη βροχή και στη λάσπη αποτελούσε πραγματική οδύσσεια:

"Τότες, στις αρχές του χειμώνα με τις ψιλοβροχές και τα χιονοχάλαζα είναι να μας κλαις. Βρεγμένοι ίσαμε το κόκκαλο πέφτουμε να ξενυχτήσουμε στ' αλλουνού το χαγιάτι και σφίγγουμε τις μασέλες μας να μην τριζοβολάνε και πελεκήσουμε τις γλώσσες μας. Στη στράτα κάμποσες βολές βάνουμε σε τόπους ούλη τη δύναμη μας για να ξεκολλήσουμε τα πόδια 'πο τη λάσπη. Τ' αδύνατα ζα να κολλάνε, να πέφτουνε, τα παιδιά να τα σηκώνουνε, εκείνα να ματαπέφτουν και δόστου χαβά (,..)"3.

Το καλοκαίρι τα ταξίδια ήταν πιο άνετα. Γι' αυτό και τα ταξίδια της δουλειάς άρχιζαν κυρίως την άνοιξη ή τους θερινούς μήνες. Το μπουλούκι προτιμούσε να δουλεύει στα πεδινά μέρη, όπου υπήρχε παραγωγή, συνεπώς καλύτερη αμοιβή και καλύτερη τροφή. Ένα μαστορικό τραγούδι, αγαπητό στα μαστορόπουλα, προεξοφλεί ότι στα πεδινά θα "περάσουν καλά":

Πού πάτε μαστορόπονλα; που πάτε μαατοράδες; Πάμε κατά την Αχαγιά που βγαίνουνε παράδες. Τον Άγουστο στην Αχαγιά μαστοροπαίδι να εισαι, να τρως, να πίνεις, να κερνάς και να καλοκοιμάσαι*.

1. Ν. Λάσκαρης, ό.π., σ. 69

2. Θ. Τρουπής, ό.π., σ. 18;

Αστράφτει στο Κατάκωλο, βαρεί στο Λαζαραίικο, ρε τι κακό ποπάθατε μαστοροπούλια φέτο. Στασιό δεν έχει πουθενά, τα βαριολόσταρα στα ζα, πάρτε στα χέρια σας ραβδί, γιατί μας πήρε η αυγή.

3. Θ. Τρουπής, ό.π., σ. 18.

4. Θ. Τρουπής, ό π., σ. 19 - 20

Σελ. 97
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/98.gif&w=600&h=91514. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

98  Η ΜΑΘΗΤΕΙΑ ΣΤΙΣ ΚΟΜΠΑΝΙΕΣ

Στα ταξίδια της δουλειάς, οι χτίστες, πέρα από τις ταλαιπωρίες αυτές, είχαν να αντιμετωπίσουν τους ζωοκλέφτες, τους ληστές1, κάποτε και την αυθαιρεσία κρατικών οργάνων2 και τους κακόπιστους εργοδότες3. Ακόμα και ομηρεία μαθητευομένων αναφέρεται σε έγγραφα του 18294. Για μεγάλα χρονικά διαστήματα επίσης έμεναν άπλυτοι, ανάλλαγοι και βρώμικοι με αποτέλεσμα να βασανίζονται από τις ψείρες. Την ψείρα που "μας ρούφαγε το αίμα" τη φοβόντουσαν περισσότερο από την παγωνιά:

Δε σκιάζουμαι την παγωνιά, απόφαση το πήρα, σκιάζουμαι την αναλλαγιά, την κριθαράτη ψείρα 5.

Η κουραστική δουλειά και το μεγάλης διάρκειας ωράριο εργασίας

1. Αναφέρεται πως πριν από την Επανάσταση του 1821, στα Κοντοβούνια της Τριφυλίας "είχε το βασίλειο του ο ληστής Θανασιός, από το Παλούμπα της Γορτυνίας". Ο ληστής αυτός "παραμόνευε, έπεφτε πάνω στο μπουλούκι (των λαγκαδινών χτιστών) και τους ξάφριζε τους κόπους". Και άλλοι ληστές "γδέρνανε τους μαστόρους, και αυτοί για να γλυτώσουν τα βάσανα βάνανε τα λεφτά μέσα στα σαμάρια των γαϊδουριών. Κι άμα το μάθανε κι αυτό οι ληστές, βρήκαν (οι μαστόροι) το πιο μυστικό και σίγουρο. . χρηματοκιβώτιο", τ' αυτιά των γαϊδουριών. Βάζανε μέσα τα λεφτά και τα στουμπώνανε με σφιχτό χορτάρι" (Διήγηση του λαγκαδινού χτίστη Γιώργου Τσότρα, καταγραφή Χρ. Γ. Νικήτα - Στρατολάτη, εφ. Νέα Γορτυνία, φ. της 21 Μαΐου 1974). Τα ίδια πάθαιναν από τους ληστές και οι στεμνιτσιώτες τεχνίτες (βλ. Νάσιου Συναδινού, Οι τεχνίτες της Στεμνίτσας, σ. 35 - 37).

2. Παράνομη φορολογία επέβαλε λ χ. ο πολιτάρχης Κρανιδίου σε βάρος τριών καλαβρυτινών μαστόρων κατά το 1825 (Χρ. Γ. Κωνσταντινόπουλος, Οι παραδοσιακοί χτίστες της Πελοποννήσου, σ 158 - 159).

3. Ό.π., σ. 153.

4. Το 1829 ένα μπουλούκι καλαβρυτινών μαστόρων έφτιαξε στον Μυστρά ένα σπίτι. Ο ιδιοκτήτης "βιασθείς να καθήση μέσα, έκοψε τα καλούπια παράκαιρα και ο θόλος μη ων έτι συνεσφιγμένος καλά, εκρημνίσθη". Ο ιδιοκτήτης όμως εθεώρησε υπευθύνους τους μαστόρους για το γκρέμισμα του θόλου και συνέλαβε τον χτίστη Γιαννάκη Σολιώτη -οι άλλοι είχαν φύγει- και για να τον αναγκάσει να ξαναφτιάξει τον γκρεμισμένο θόλο, του πήρε με τη βια 140 γρόσια, τα εργαλεία του, το μουλάρι του και κράτησε τα δύο παιδιά του ομήρους (ό.π., σ. 176 - 177).

5. Θ Τρουπής, ό.π., σ. 14.

Σελ. 98
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/99.gif&w=600&h=91514. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

Η "ΑΓΑΡΗΝΗ ΤΕΧΝΗ" 99

έφθειραν πολύ γρήγορα, όπως ήταν φυσικό, τις σωματικές δυνάμεις των μαστόρων. Για να μπορέσουν να συνεχίσουν την άσκηση της "αγαρηνής τέχνης", για να αναπαράγουν δηλαδή την εργατική τους δύναμη, έπρεπε να σιτίζονται καλά (ποιοτικά και ποσοτικά). Αυτό το πετύχαιναν κυρίως όταν τις δαπάνες διατροφής τους αναλάβαιναν οι εργοδότες τους. στις περιπτώσεις αυτές μάλιστα οι χτίστες επινοούσαν διάφορα τεχνάσματα για να εξασφαλίζουν όσο το δυνατό καλύτερη τροφή.

Για να αναγκάσουν λ.χ. τη νοικοκυρά (κυρά την έλεγαν) να τους φτιάξει νόστιμες λαλαγγίδες (= τηγανίτες) έλεγαν στο πιο μικρό μαστορόπουλο να κάνει πως κλαίει για να το δει η κυρά. Κάποτε η κυρά τό 'βλέπε και ρωτούσε για την αιτία που έκαμε το παιδί να κλαίει. "Τό 'χει βλέπεις, καλομαθημένο η μάνα του το παλιόπαιδο και θέλει λαλαγγίδες", απαντούσε ο χτίστης. "Και δεν το λες τόση ώρα, μάστορη, για να φτιάξω του παιδιού λαλαγγίδες", έλεγε η κυρά, "Και μήπως το φτάνουνε δύο - τρεις. Αυτό θέλει να φάει ένα τεψί και μ' ένα σωρό μέλι", έσπευδε να προσθέσει ο μάστορης, από φόβο μήπως η νοικοκυρά φτιάξει λίγες. Η κυρά όμως καταλάβαινε το νόημα των λόγων του μάστορη κι έφτιαχνε τηγανίτες για ολόκληρο το μπουλούκι. Άλλοτε πάλι για να υπενθυμίσουν στη νοικοκυρά ότι στο τραπέζι δεν έφερε κρασί ή ρακί, κλωτσούσαν κάτω από το τραπέζι τη γάτα δυνατά για να πονέσει και να νιαουρίσει. Με έκπληξη, τάχα, ο μάστορης που την κλώτσησε παρατηρούσε: "Φτου, να χαθείς! και νόμισα πως πάταγα το παγούρι με το ρακί!". Ντροπιασμένη η κυρά σηκωνόταν αμέσως και έφερνε κρασί ή ρακί στο τραπέζι. Ακόμα και τις προλήψεις των ανθρώπων εκμεταλλεύονταν οι χτίστες προκειμένου να πετύχουν το σκοπό τους. Κατά τη θεμελίωση του σπιτιού, ο νοικοκύρης, ακολουθώντας παλιό έθιμο, έπρεπε να σφάξει πετεινό ή πρόβατο ή γίδι. Στους μαστόρους συνέφερε βέβαια να σφάξει αυτός γίδι ή πρόβατο και όχι κόκορη. Με τρόπο λοιπόν πλησίαζαν τη νοικοκυρά και της έλεγαν: "Για όνομα του Θεού ! μη σφάξετε κόκορη, δεν κάνει. Ο κόκορης είναι αερικό, ξωτικό και θα φέρει γρουσουζιά στους νοικοκυραίους. Αν δεν έχετε σφαχτό.

Σελ. 99
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/100.gif&w=600&h=91514. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

μη σφάζετε τίποτα". Η κυρά τό 'λέγε στον άντρα της και κείνος, για "καλό και για κακό", έσφαζε για "τα καλορίζικα" πρόβατο ή γίδι, προς μεγάλη χαρά των μαστόρων που θα χόρταιναν "κριάς". Τους τσιγκούνηδες εργοδότες δεν τους συμπαθούσαν· πολλές φορές μάλιστα τους εκδικούνταν1 και τους "κουβέντιαζαν" (= κουτσομπόλευαν2). Μερικοί εργοδότες όμως που γνώριζαν ότι η σίτιση μιας ομάδας χτιστών στοίχιζε ακριβά, δεν δέχονταν να αναλάβουν τις δαπάνες διατροφής των μαστόρων. Οι τελευταίοι αναγκάζονταν τότε να "πάρουν τη δουλειά σύψωμο", δηλαδή με "ούλα τα έξοδα δικά τους". Στις περιπτώσεις αυτές οι χτίστες από καλοφαγάδες γίνονταν λιτοδίαιτοι στο έπακρο3. Φασόλια, ρέγγες.

1. "Κολοκύθια μας τάισες", ψιθύριζαν, "κολοκύθια σπίτι Θα σου φτιάξουμε" (ό.π., σ. 56).

2. Σε τέσσερα χωριά της Τριφυλίας λ.χ., οι Λαγκαδινοί είχαν επισημάνει ότι τα "αφεντικά" ήταν άνθρωποι τσιγκούνηδες. Και σε αυτά τα χωριά το ροΐ(= λαδικό) δεν είχε... ροή. Γι" να εκφράσουν οι μαστόροι την τσιγκουνιά των κατοίκων των παραπάνω χωριών έλεγαν:

Ραφτόπουλο και Ντάρα

Κλωνί και Λευτεκάδα

το ροΐ δε βγάνει στάλα! (εφ. Νέα Γορτυνία, φ. της 20 Μαρτίου 1975, σ. 2).

3. Η αποταμίευση και το λιτοδίαιτο ήταν βασικές αρχές των μαστόρων, κυρίως των Λαγκαδινών, που για το λόγο αυτόν τους θεωρούσαν τσιγκούνηδες. Ο Εμμ. Ρέπουλης σημειώνει (Αρκαδική Επετηρίς (1903), σ. 35) ότι όταν οι λαγκαδινοί χτίστες αναχωρούσαν από το χωριό τους για δουλειά, άφηναν στις οικογένειες τους "το σιτάρι τους, ολίγον κρασί, ολίγα κρεμμύδια, ολίγα όσπρια και 2, το πολύ 3 τάλληρα, ευρίσκοντες τουλάχιστον το εν όταν επιστρέφουν!". Οι μεγάλοι επέπλητταν τους νεότερους, όταν οι τελευταίοι σπαταλούσαν τις πενιχρές τους οικονομίες. Κάποτε που ένας λαγκαδινός μάστορης πληροφορήθηκε ότι τα παιδιά του, που δούλευαν στη Βουρλιά της Λακωνίας, σπαταλούσαν άσκοπα το προϊόν του μόχθου τους

Γράμμα κάθεται και φτιάχνει

μεσ' την πόρτα τον Αγιάννη

να το στείλει στη Βουρλιά

στα παιδιά του τα κουτά.

Αλεύρια χρειώνται τα χαζά

και ταΐζουν τα σκυλιά.

Σελ. 100
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/101.gif&w=600&h=91514. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

φακές, κρεμμύδια, ελιές, τυρί ήταν τα συνηθισμένα φαγητά τους. Το μαγείρεμα αναλάβαινε συνήθως ένα μαστορόπουλο ή κάποιος μάστορης που εκτελούσε χρέη οικονόμου - επιμελητή. Το πλύσιμο των πιάτων, τα ψώνια, την καθαριότητα και γενικά όλες τις υπηρετικές δουλειές τις έκαναν τα μαστορόπουλα. Και το φτωχό αυτό φαγητό δεν το χόρταιναν οι μαστόροι και κυρίως τα μαστορόπουλα. Πολλές φορές για να πετύχουν συμπληρωματική τροφή κατέφευγαν, με τα γνωστά τεχνάσματα τους, στα κεράσματα και το κολατσιό που τους πρόσφερνε κάποια καλή κυρά. Και στη διανομή του φαγητού οι μαστόροι αδικούσαν τα μαστορόπουλα, πολλές φορές μάλιστα, όπως σημειώνει ο Αθ. Θ, Φωτόπουλος1, δεν έδιναν σε αυτά ούτε την απαραίτητη για τη στοιχειώδη συντήρηση τους τροφή2. Κλασική έχει μείνει στα μαστορικά χρονικά η ακόλουθη φράση που αποδίδεται σε κάποιο μαστορόπουλο: "Πότε θα γίνω μάστορης να φα' τσεφάλι πράσο"3.

Η έλλειψη της γυναίκας ήταν ένα άλλο, οξύ και δυσεπίλυτο πρόβλημα. Τα αυστηρά και πατριαρχικά ήθη που επικρατούσαν παλιότερα στην ελληνική κοινωνία, κυρίως στην επαρχία, δεν επέτρεπαν

1. Ό.π., σ. 24.

2. Εννοείται ότι αδικούσαν κυρίως τα μαστορόπουλα που κατάγονταν από ξένα χωριά. Για τους ηπειρώτες χτίστες βλ. Αρμολόι, τχ. 1 (1976), σ. 9: "Έπαιρνε o πρωτομάστορας την ελιά και τη χώριζε στα δύο. Δεν ματάειδα τέτοιο πράμα!".

3. Χρ. Γ. Νικήτας, "Οι Λαγκαδινοί μαστόροι κατά την επανάστασιν του 1821", Γορτυνιακόν Ημερολόγιον, Γ' (1948), σ. 23 - πρβλ. N. A. Βέη στην Αρμονία, 1 (1902), σ. 94' A. Στεφάνου, Λαογραφικά Κερασιάς (Αρβανιτοκερασιάς) Αρκαδίας, Αθήνα 1966, σ. 21. Ο Ν. Λάσκαρης (Μνημεία της Λάστας, σ. 188) αποδίδει τη φράση στους Τριπολιτσιώτες. Εννοείται ότι όταν τη διατροφή του μπουλουκιού αναλάμβανε ο εργοδότης, τα μαστορόπουλα έτρωγαν πολύ. Κάποτε -λέει το ανέκδοτο- μια κυρά είπε στα μαστορόπουλα ότι έτρωγαν πολύ. Εκείνα απάντησαν ότι είναι παλικάρια "από τα ψηλά βουνά" και πρέπει να τρώνε πολύ. Όταν όμως τους παρατήρησε ότι δεν δούλευαν πολύ, αυτά προφασίστηκαν αδυναμία: "δεν μπορούμε τα κακόμοιρα, δεν μπορούμε". Για το φαΐ ήταν από τα ψηλά βουνά, για τη δουλειά ήταν από τον... κατακαημένο Μοριά (Μαθητικοί Παλμοί, εφ. του Γυμνασίου Λαγκαδίων, Απρίλιος 1959, σ. 14).

Σελ. 101
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/102.gif&w=600&h=91514. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

τη σύναψη σεξουαλικών σχέσεων πριν από το γάμο. Πού και που βέβαια κάποιος νεαρός χτίστης κατόρθωνε να συνάψει τέτοιες σχέσεις με κάποιο κορίτσι ή κάποια χήρα. Οι σχέσεις αυτές κατέληγαν συνήθως στο γάμο. Πολλές φορές οι μεστωμένοι νέοι του μπουλουκιού, που επιδίωκαν τον ερωτικό δεσμό, αντιμετωπίζονταν από το άλλο φύλο περιφρονητικά:

Της λυγερής γειτόνισσας εγύρεψα τα χείλη

κ' εκείνη μου είπε μια βρισιά: Χάσου ρε λασποκοίλη1.

Η κουραστική εργασία, η κακή σίτιση, η διαμονή σε ανθυγιεινά οικήματα, οι μετακινήσεις από τόπο σε τόπο ήταν παράγοντες που υπονόμευαν τη ζωή των χτιστών. Ανασφάλιστοι, χωρίς γιατρούς και φάρμακα και μακριά από τους δικούς τους, αντιμετώπιζαν τις ασθένειες με πρωτόγονα μέσα. Μερικοί έμεναν ανάπηροι από τα ατυχήματα που γίνονταν στις οικοδομές. Δεν ήταν σπάνιες οι περιπτώσεις που μαστόροι άφηναν την τελευταία τους πνοή μακριά από τις οικογένειες τους. Ένα λακωνικό γράμμα έφτανε τότε στο χωριό για να αναγγείλει το θλιβερό μαντάτο και να διαλύσει όνειρα κι ελπίδες μιάς ολόκληρης οικογένειας2.

Η βασανιστική αυτή ζωή ανάγκαζε πολλούς νέους του μπουλουκιού να εκπατρίζονται και να παντρεύονται στα ξένα. Γίνονταν "σώγαμπροι.". Οι ντόπιοι τους έλεγαν Λαγκαδινούς, Καλαβρυτινούς, Ρεκουνιώτες, Σολιώτες, ανάλογα με τον τόπο της καταγωγής τους. Σιγά σιγά συνήθιζαν και οι ίδιοι το καινούριο τους όνομα και το 'παιρναν οριστικά ως επώνυμο3.

1. Θ. Τρουπής, ό.π., σ. 14.

2. Για να αντιμετωπίσουν τους κινδύνους αυτούς οι λαγκαδινοί χτίστες ίδρυσαν το 1934 επαγγελματικό σωματείο με σκοπούς α) την εξεύρεση εργασίας στα μέλη του β) την αλληλοβοήθεια των μελών του σε περιπτώσεις ατυχήματος, ασθένειας και θανάτου, γ) την προαγωγή των επαγγελματικών συμφερόντων και την πνευματική ανάπτυξη των μελών του και δ) την επίλυση "συμβιβαστικώς των εργατικών, ιδιωτικών και δικαστικών υποθέσεων των μελών αυτού" (Καταστατικό του σωματείου Λαγκαδινών κτιστών, άρθρο 2).

3. Για τους εκπατρισμούς των μαστόρων βλ. Χρ. Γ. Κωνσταντινόπουλου, ό.π., σ. 125. σημ. 281.

Σελ. 102
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/103.gif&w=600&h=91514. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

Σκληρό και, πολλές φορές, απάνθρωπο ήταν το επάγγελμα του χτίστη. Εκείνοι που έζησαν τα βάσανα και τις πίκρες του θα πουν απλά: "Εκείνη η δική μας εποχή, να μη ματαγυρίσει"1. Και ο ανώνυμος λαϊκός τραγουδιστής θα μιλήσει με τον δικό του τρόπο για τη ζωή των μαστόρων στα ξένα:

Της μαστοριάς τα βάσανα, της ξενιτειάς τα πάθη τα είδε ο ήλιος κι έσβησε και το φεγγάρι εχάθη, Τ' ακούσατε κ' οι θάλασσες και φούσκωσαν το κύμα: στην ξενιτειά, στη μαστοριά, είσ' ο μισός στο μήμα2.

"Αγαρηνή τέχνη". Ίσως δεν θα μπορούσε να βρεθεί πιο πετυχημένος όρος για ν' αποδώσει τόσο περιεκτικά το σκληρό επάγγελμα του χτίστη3. "Αγαρηνή τέχνη" και "αγιαδουλειά", δύο αυθεντικοί μαστόρικοι όροι που αποδίδουν τις δύο όψεις της ζωής των χτιστών. Η "αγιαδουλειά" που εξασφαλίζει την επιβίωση περιέχει την "αγαρηνή τέχνη". Χωρίς τη δεύτερη δεν μπορεί να υπάρξει η πρώτη. Η "ευτυχισμένη ζωή", που ονειρευόταν το υποψήφιο μαστορόπουλο, και η καταξίωση του στη συνείδηση της κοινωνίας του χωριού του, προϋποθέτουν την άσκηση της "αγαρηνής τέχνης". Η όποια προκοπή στο δύσκολο αυτό επάγγελμα συναρτάται αναγκαστικά με τη στέρηση, την κούραση, το "τρανό λασποκοίλι, το ζαλίκι με τ' αγκωνάρια και τα παραγκώνια, το πηλοφόρι, την ξενιτειά και το κακοτύχιασμα"4, ή, όπως πιο περιεκτικά τό 'λεγαν οι καλαβρυτινοί μαστόροι, με το "θα περάσεις από το τεζάχι για να γίνει μάστορης".

1. Θ. Τρουπής, ό.π., σ. 12

2. Ό.π., σ. 18.

3. Ο όρος δεν αποτελεί λόγιο κατασκεύασμα, αλλά ανήκει στον πρωτομάστορα από το Περδικονέρι (Κατσουλιά) της Γορτυνίας Δημ. Μουστόγιαν•νη (Μοραϊτίνη): "Από 13 χρόνων παιδάκι έφυγα από το Ελληνικό Σχολείο Τροπαίων και η τύχη μου με εδίκασε να μπλέξω σε αυτήν την αγαρηνή λεγόμενη τέχνη" (Χρ. Γ. Κωνσταντινόπουλος, Οι παραδοσιακοί χτίστες της Πελοποννήσου, σ. 30).

4. Θ. Τρουπής, ό.π., σ. 12.

Σελ. 103
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/104.gif&w=600&h=915 14. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Σελ. 104
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/105.gif&w=600&h=915 14. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

ΣΤ΄

Η ΠΑΡΑΚΜΗ ΤΩΝ ΠΛΑΝΟΔΙΩΝ ΚΟΜΠΑΝΙΩΝ

Οι πλανόδιες κομπανίες των χτιστών ικανοποιούσαν, όπως αναφέρθηκε, τις οικοδομικές ανάγκες ευρύτερων περιοχών. Η αδυναμία δηλαδή του συστήματος να καλύψει τις οικοδομικές ανάγκες των περιοχών αυτών με ντόπιο ειδικευμένο εργατικό δυναμικό συνετέλεσε στη γένεση και την ανάπτυξη των πλανόδιων μπουλουκιών1. Συνεπώς οι πλανόδιες επαγγελματικές ομάδες των χτιστών ήταν δημιούργημα συγκεκριμένων ιστορικών συνθηκών και ήταν φυσικό να εκλείψουν όταν οι συνθήκες αυτές άλλαξαν. Οι παράγοντες που οδήγησαν στην παρακμή του παραδοσιακού επαγγελματικού σχηματισμού των χτιστών συναρτώνται με τις γενικότερες οικονομικές αλλαγές που συντελούνται ως αποτέλεσμα της ανάπτυξης των μέσων επικοινωνίας, του εμπορίου και της βιομηχανίας. Η οικονομική ενοποίηση του ελλαδικού χώρου επιβάλλει ένα νέον καταμερισμό εργασίας που υπαγορεύει την επαγγελματική και γεωγραφική κινητικότητα μεγάλου μέρους του εργατικού δυναμικού της χώρας. Μετά την απελευθέρωση κυρίως, και στο βαθμό που στο νεοσύστατο κράτος εμπεδώνεται η ασφάλεια και δημιουργούνται πολλαπλές ευκαιρίες απασχόλησης, παρατηρείται

1. Σπύρος Ι. Ασδραχάς, «Το κοινωνικοοικονομικό πλαίσιο της παραδοσιακής αρχιτεκτονικής», στο Ελληνική Παραδοσιακή Αρχιτεκτονική, τ. Α', σ. 16.

Σελ. 105
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/106.gif&w=600&h=915 14. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

αργή αλλά σταθερή μετακίνηση αγροτικών μαζών προς τις πεδινές περιοχές και τα ημιαστικά ή αστικά κέντρα. Κυρίως η εσωτερική μετανάστευση ορεινών πληθυσμών προς τις πεδινές περιοχές, την οποία σε πολύ περιορισμένη κλίμακα συναντούμε και πριν από την Επανάσταση, θα αρχίσει σιγά σιγά από τη δεκαετία του 1840 και θα κορυφωθεί στο τέλος του 19ου αιώνα και στην πρώτη εικοσαετία του 20ού. Από την τρίτη δεκαετία του αιώνα μας, ιδιαίτερα μετά τον εμφύλιο πόλεμο, το ρεύμα της εσωτερικής μετανάστευσης κατευθύνεται, προς τα αστικά κέντρα.

Οι πρώτοι που μετακινούνται στα πεδινά μέρη είναι οι φτωχοί των απομονωμένων ορεινών οικισμών. Η εμπορευματική καλλιέργεια της σταφίδας, των σύκων, του καπνού και άλλων αγροτικών προϊόντων, στην οποία επιδίδονται οι ιδιοκτήτες γης, κυρίως μετά τη διανομή των εθνικών χτημάτων το 1871, προσφέρει, ευρύ πεδίο απασχόλησης αγροτικών μαζών στα πεδινά. Πολλοί από τους αγρεργάτες, λ.χ. της Γορτυνίας, που άλλοτε κατέβαιναν στα παραλιακά μέρη της Πελοποννήσου για τις εποχικές ;εργασίες (σκάψιμο, τρύγος, συλλογή ελαιοκάρπου), καθώς και πολλοί από τους τσοπάνηδες, της ίδιας επαρχίας, που κατέβαιναν στα πλούσια λιβάδια των κάμπων μόνο για χειμαδιό, έχουν ήδη εγκατασταθεί μόνιμα στα μέρη αυτά κατά το τέλος του 19ου αιώva1. Ολόκληρα χωριά της Ηλείας δημιουργήθηκαν κατά το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα από Γορτυνίους 2. Κατά την ίδια

1. Στάθης Ν. Τσοτσορός, ό.π , σ. 275. Βλ. ακόμα για τις μετακινήσεις των Γορτυνίων προς τα πεδινά μέρη Εμμ. Ρέπουλη στην Αρκαδικήν Επετηρίδα (1903), σ. 32 - 34· Παρ. N. Κοντοέ στο Γορτυνιακόν Ημερολόγιον, τχ. E' (1950), σ. 9 - 13' Θεόδ. Ξύδη στο Λεύκωμα της Γορτυνίας, Αθήνα 1937, σ. 275 - 277.

2. Αρ. Θεοδωρίδης, «Οι γορτύνιοι εν Ηλεία», Αρκαδική Επετηρίς (1903), σ. 38 - 39· Ν. Ι. Λάσκαρης, «Τα Λαστέικα και το Χάβαρι», Αρκαδική Επετηρίς (1907), σ. 294" Αδαμάντιος Ι. Καράμπελας, Η Λάστα και τα χωριά της, Αθήνα 1957, σ. 34, 38, 44 κε.' του ίδιου, Η ίδρυσις του χωρίου Χάβαρι, Αθήνα 1963' Βασ. Παναγιωτόπουλος, Πληθυσμός και οικισμοί της Πελοποννήσου, σ. 214.

Σελ. 106
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/107.gif&w=600&h=91514. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

περίοδο οι ορεινοί πληθυσμοί της Αχαΐας και της Κορινθίας εποικίζουν τα παράλια των ομώνυμων νόμων,

Το ρεύμα εσωτερικής μετανάστευσης προς τις πεδινές περιοχές της Πελοποννήσου ακολουθούν και πολλοί παραδοσιακοί χτίστες. Αντί να γυρίζουν από τόπο σε τόπο, κάτω από δυσμενείς, όπως είδαμε, συνθήκες προτιμούν να εγκατασταθούν μόνιμα στους κάμπους, όπου η άσκηση της τέχνης τους είναι ευκολότερη και οικονομικά αποδοτικότερη. Στη χειρότερη περίπτωση μπορούν να εγκαταλείψουν το επάγγελμα του χτίστη και να επιδοθούν στην καλλιέργεια της γόνιμης γης1. Ένας λαγκαδινός χτίστης μας εξηγεί με τον δικό του τρόπο τον λόγο για τον οποίο οι μαστόροι εγκαταλείπουν τα χωριά τους:

"Δουλεύω επτά μήνες το χρόνο και φέρνω σπίτι μου εκτός από εκείνα που στέλνω, δέκα χιλιάδες δραχμές, τις οποίες ξοδεύω τους πέντε μήνες που μένω άνεργος. Αν όμως κατοικούσα στη Μεσσένια (= Μεσσηνία) ή όπου αλλού, είχα συνέχεια δουλειά και στους πέντε μήνες έβγανα ογδόντα μεροκάματα, θα έβανα στην "μπάντα" τις δέκα χιλιάδες. Έτσι ύστερα από λίγα χρόνια θ' αποχτούσα ένα αξιόλογο κεφάλαιο, ενώ τώρα... Ακόμα, θα ήμουν μέσα

1. Καλαβρυτινοί χτίστες λ.χ. έχουν εγκατασταθεί στα χωριά της Λακεδαίμονας Άγιος Ιωάννης, Καλογωνιά, Κονιδίτσα, Περιβόλια, Αλευρού, Γεωργίτσι. Ολόκληρες συνοικίες σε μερικά από τα παραπάνω χωριά ονομάζονται και σήμερα Καλαβρυτινά ή Καλαβρυτιναίικα (Δ. Καλλιάνης, "Καλαβρυτινοί στη Λακεδαίμονα", π. Μοραιτικα, τχ. 1 (1957), σ. 28" πρβλ. του ίδιου στα Σπαρτιατικά Νέα (Απρίλιος 1962) και στη Λακωνική Δράσι (Ιούνιος 1979). Λαγκαδινοί χτίστες έχουν εγκατασταθεί στο Νησί της Μεσσηνίας (Παρ. Ν. Κοντοές, ό.π., σ. 13), στη Ζαχάρω της Ολυμπίας, στα Φιλιατρά (Ράλληδες και Σταματόπουλοι), στους Γαργαλιάνους (οι Μαλλιαραίοι κ.ά.), στον Πύργο Τριφυλίας (Γ. Μακρής), στη Χωρά και στο Μουζάκι (οι Πλαγαίοι). Ξακουστός λαγκαδινός πρωτομάστορας που εγκαταστάθηκε στο Βλαχόπουλο Μεσσηνίας υπήρξε ο Βασίλης Τσαούσης. Λαγκαδινοί έχουν εγκατασταθεί και σε χωριά της Ηλείας, της Αργολίδας και της Λακωνίας.

Σελ. 107
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/108.gif&w=600&h=91514. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

στη φαμελιά μου. Θα έτρωγα, θα πλενόμουνα και θα κοιμώμουνα όπως ήθελα"1.

Κάπως έτσι σκέπτονται και εκείνοι που φεύγουν για τις πόλεις, όπου η ζήτηση ειδικευμένης εργατικής δύναμης είναι αυξημένη εξαιτίας των στεγαστικών προβλημάτων που δημιουργεί η; αύξηση του πληθυσμού. Στις πόλεις οι συνθήκες εργασίας στις οικοδομικές κατασκευές είναι καλύτερες, υπάρχει σταθερό ωράριο εργασίας, αυστηρότερη εφαρμογή των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας, κοινωνική ασφάλιση. Οι μαστόροι δεν αναζητούν τα οικοδομικά υλικά στα νταμάρια, στους αμμότοπους και στα ασβεστοκάμινα, όπως συνέβαινε με τις κομπανίες, αλλά τα βρίσκουν φερμένα στους τόπους της δουλειάς. Δουλεύουν, όπως εξηγούν οι ίδιοι, με τα "υλικά παραδοτέα". Το τούβλο, το τσιμέντο και οι νέες τεχνικές μέθοδοι που χρησιμοποιούνται στις κατασκευές κάνουν πιο ξεκούραστη και πιο άνετη τη δουλειά του οικοδόμου. Ο μισθωτός οικοδόμος όμως έπαψε να ενδιαφέρεται για την τεχνική και αισθητική αρτιότητα του οικοδομήματος. Το στοιχείο της προσωπικής δημιουργίας που έδινε νόημα στην τέχνη και καταξίωνε τον τεχνίτη στη συνείδηση του λαού δεν υπάρχει πλέον. Ο δημιουργός, ο λαϊκός τεχνίτης, αποξενώθηκε από το δημιούργημα του. "Στην Αθήνα", θα μου πει ένας λαγκαδινός μάστορης2., "χάσαμε την τέχνη".

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι στο βαθμό που συντελείται, το πέρασμα από τη φυσική οικονομία στην εμπορευματική παραγωγή και αναπτύσσεται ο κοινωνικός καταμερισμός της εργασίας, παρακμάζουν και οι πλανόδιες μαστορικές κομπανίες. Η αυξημένη ζήτηση ειδικευμένου εργατικού δυναμικού στον οικοδομικό τομέα, που επέβαλε η ανάπτυξη των πόλεων και η κατασκευή έργων υποδομής, αντιμετωπίστηκε αφενός, και κυρίως, με την

1. Ηχώ των Λαγκαδίων (1 Απριλίου 1962).

2. Παν. Ι. Μιχόπουλος (12 Νοεμβρίου 1984, στα Λαγκάδια). Ο παλιός αυτός χτίστης 66 χρονών σήμερα, έχει δουλέψει στον Κοκκιναρά, στην Κυψέλη, στη γέφυρα της οδού Λυκούργου και αλλού.

Σελ. 108
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/109.gif&w=600&h=915 14. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

επαγγελματική αναπροσαρμογή ατόμων που μετακινήθηκαν από τις αγροτικές περιοχές, ιδίως τις ορεινές, και αφετέρου από τη μόνιμη εγκατάσταση παλιών μαστόρων στους τόπους της δουλειάς. Τις πλανόδιες κομπανίες των χτιστών, που λειτουργούσαν πάνω σε συνεταιριστική βάση, διαδέχτηκαν τεχνικά συνεργεία μισθωτών οικοδόμων. Η αναπαραγωγή του επαγγέλματος συνεχίζεται και σήμερα με τον πατροπαράδοτο τρόπο: ο νέος οικοδόμος μαθαίνει το επάγγελμα εμπειρικά πάνω στη δουλειά. Δεν υπάρχει οργανωμένη τεχνικοεπαγγελματική εκπαίδευση των οικοδόμων, αν εξαιρέσει κανείς τα ελάχιστα προγράμματα ταχύρυθμης εκπαίδευσης στα οικοδομικά επαγγέλματα που οργανώνει κατά καιρούς ο ΟΑΕΔ.

Η παρακμή των παραδοσιακών χτιστών της Πελοποννήσου δεν συντελέστηκε βέβαια από τη μια μέρα στην άλλη ούτε ταυτόχρονα σε όλες τις περιοχές. Η γρήγορη ή αργή εγκατάλειψη του πατροπαράδοτου επαγγέλματος από τους χτίστες των μαστοροχωριών καθορίστηκε κυρίως από τη γεωγραφική θέση των χωριών αυτών και τις οικονομικές ή άλλες επαφές που αυτά είχαν αναπτύξει με τις πεδινές περιοχές ή τα αστικά και εμπορικά κέντρα, Η γειτνίαση λ.χ. της Κυνουρίας με τη θάλασσα, η δυσκολία της επικοινωνίας με την υπόλοιπη Αρκαδία και τη Λακωνία εξαιτίας του Πάρνωνα, οι εμπορικές επαφές που η περιοχή αυτή είχε αναπτύξει από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας με την Ύδρα, τις Σπέτσες, το Ναύπλιο και το Άργος1, ήταν τα αίτια που ανάγκασαν τους χτίστες της περιοχής να προσανατολιστούν νωρίτερα από τους ομοτέχνους τους Κλουκινοχωρίτες και Λαγκαδινούς σε άλλα επαγγέλματα. Στην παρακμή των Κλουκινοχωριτών και των μαστόρων της ορεινής Κορινθίας καταλυτικό ρόλο έπαιξε η καλλιέργεια της σταφίδας στην παραλιακή ζώνη Κορινθίας - Αχαΐας. Οι Κλουκινοχωρίτες άρχισαν να εποικίζουν τον παραλιακό χώρο

1. Βασ. Κρεμμυδάς, «Όψεις της Τσακώνικης κοινωνίας (1704 - 1821)», Χρονικά των Τσακώνων, Γ' (1968), σ 18

Σελ. 109
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/110.gif&w=600&h=91514. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

της Αιγιαλείας κυρίως μετά την απελευθέρωση. Το ίδιο έκαναν και οι κάτοικοι των ορεινών χωριών της Κορινθίας, που σταδιακά άφηναν τα χωριά τους και κατέβαιναν στα πεδινά του ομώνυμου νομού1. Ήδη το 1890 οι περίφημοι "καλαβρυτινοί μαστόροι" έχουν χάσει την παλιά τους αίγλη2. Παντού κυριαρχούν οι. Λαγκαδινοί. Τα Κλουκινοχώρια ερημώνονται, "την μείζονα δε μείωσιν του πληθυσμού", γράφει ο Γ. Παπανδρέου3, "υπέστησαν οι τέως δήμοι Κερπινής και Φελλόης και Κραθίδος, μάλιστα δε πάντων ο της Νωνάκριδος, ης τα άλλοτε πολυάριθμα χωρία (...) νυν (1930) είναι σχεδόν έρημα (...). Η δ' άλλοτε πολύκροτος πανήγυρις των Καταφυγίων (Νωνάκριδος) η τελούμενη τη 31 Αυγούστου κατηργήθη προ ετών ερημωθέντος σχεδόν του τέως δήμου Νωνάκριδος"4.

Οι νέες οικονομικές συνθήκες, που διαμορφώνονται στα πεδινά και τα αστικά κέντρα, δεν επηρεάζουν κατά τον 19ο αιώνα τα Λαγκάδια, το κυριότερο δηλαδή μαστοροχώρι της Πελοποννήσου. Από τα στατιστικά στοιχεία προκύπτει ότι o πληθυσμός του χωριού αυτού αυξάνεται σταθερά ώς το τέλος του 19ου αιώνα5, κατά την ίδια δε χρονική περίοδο οι λαγκαδινοί μαστόροι φτάνουν στη μεγαλύτερη ακμή τους. Οι Λαγκαδινοί, παρατηρεί το 1890 o Χρ. Κορύλλος 6, "ελάχιστα εις την γεωργίαν ασχολούμενοι, επαγγέλλονται ιδίως τον κτίστην και περιέρχονται άπασαν την Πελοπόννησον. Μέχρι προ τινός είχον αντιζήλους τους Κλουκινιώτας

1. Μεταξούλα Χρυσάφη - Ζωγράφου, Ελληνική Παραδοσιακή Αρχιτεκτονική. Κορινθία, Αθήνα 1985, σ. 13 - 14.

2. Χρ. Π. Κορύλλος, Πεζοπορία από Πατρών εις Τρίπολιν, σ 47.

3. Ιστορία των Καλαβρύτων (1930), σ. 226, 227, 264 - πρβλ. και Ν. Α. Βέη, "Αρκαδικά χωρικά περιπαίγματα". Αρμονία (1902), σ. 140.

4. Οι κάτοικοι των Κλουκινών είχαν αρχίσει να κατεβαίνουν στα παραλιακά μέρη του Κορινθιακού από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας (Αθ. Θ. Φωτόπουλος, Ιστορικά και Λαογραφικά της ανατολικής περιοχής Αιγιαλείας και Καλαβρύτων, τ. Α' (1982), σ. 106 - 108, 323, 335.

5. Βλ. Διάγραμμα A'.

6. Ό π., σ. 47.

Σελ. 110
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/111.gif&w=600&h=91514. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

ιδίως δε τους κατοίκους του χωρίου Αγίας Βαρβάρας 1· αφ' ότου όμως οι Κλουκινιώται επεδόθησαν εις την καλλιέργειαν της σταφιδαμπέλου, έμεινεν το στάδιον ελεύθερον εις τους Λαγκαδινούς".

Σε μια εποχή δηλαδή που έχει αρχίσει η ερήμωση των ορεινών χωριών, τα Λαγκάδια "προάγονται εις ακμήν"2. Το φαινόμενο μπορεί να εξηγηθεί από τη γεωγραφική θέση του χωριού και το ρόλο που αυτό έπαιζε στην κοινωνική και οικονομική ζωή της γύρω περιοχής. Τα Λαγκάδια από τον περασμένο αιώνα ώς τα μέσα της δεκαετίας του 1950 περίπου δεν ήταν μόνο μαστοροχώρι αλλά και εμπορικό κέντρο της περιοχής. Κάθε Κυριακή στην πλατεία του χωριού λειτουργούσε αγορά, στην οποία οι γεωργοί και οι κτηνοτρόφοι των γειτονικών χωριών έρχονταν να πουλήσουν τα προϊόντα τους και να αγοράσουν ρούχα, τρόφιμα, γεωργικά εργαλεία κ.ά. Εδώ υπήρχε το "Μονοπώλιο" από όπου Λαγκαδινοί και ξένοι προμηθεύονταν αλάτι, σπίρτα, πετρέλαιο. Ο δημόσιος δρόμος Τριπόλεως - Πύργου, συντελεί στην ταχύτερη διακίνηση εμπορευμάτων, προσώπων και ιδεών. Στο χωριό λειτουργούν μύλοι, κηροπλαστικά εργαστήρια, εμπορικά καταστήματα, οινομαγειρεία ή οινοπαντοπωλεία, καφενεία, κρεοπωλεία, σαγματοποιεία κλπ. Οι δημόσιες αρχές (Ειρηνοδικείο, Σταθμός Χωροφυλακής, Δημόσιο Ταμείο, Ταχυδρομικό Γραφείο) απασχολούν μόνιμα έναν αριθμό δημόσιων υπαλλήλων, που με την αγοραστική τους δύναμη συμβάλλουν στην οικονομική άνθηση του χωριού. Γύρω στο 1890 σημειώνεται και κάποια πολιτιστική κίνηση. Δάσκαλοι, φοιτητές και άλλοι μορφωμένοι, ντόπιοι ή ξένοι, δίνουν θεατρικές παραστάσεις3. Όλα αυτά και το χρήμα που εισρέει από

1. Σχετικά με την παρακμή της Αγ. Βαρβάρας βλ. και Γ. Κανελλόπουλου, Ιστορία και Λαογραφία, των χωριών και οικισμών της Ανατολικής Αιγιαλείας - Καλαβρύτων, Αθήνα 1981, σ. 507 - Τέτης Θ. Ράλλη, Η Αγια Βαρβάρα κλπ., σ. 18 - 20.

2. Χρ. π. Κορύλλος, ό.π., σ. 53.

3. Θεατρικές παραστάσεις θα δοθούν και αργότερα (βλ. Μ. Μιχαλόπουλο

Σελ. 111
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/24/gif/112.gif&w=600&h=915 14. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ Α'

Διακύμανση του πληθυσμού στο κυριότερο μαστοροχώρι των Καλαβρύτων (Αγ. Βαρβάρα) από το 1700 ως το 1981.

Σελ. 112
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Η μαθητεία στις κομπανίες των χτιστών της Πελοποννήσου
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 93
    14. Κωσταντινόπουλος, Μαθητεία

    E' 

    Η «ΑΓΑΡΗΝΗ ΤΕΧΝΗ»

    Και οι ίδιοι οι μαστόροι στις διηγήσεις τους, και όσοι ασχολήθηκαν με τις πλανόδιες κομπανίες των χτιστών, υπογραμμίζουν με τα μελανότερα χρώματα τη ζωή των μαστόρων στα ξένα. Θα χρειαζόταν ολόκληρος τόμος για να καταγραφούν τα προβλήματα που αντιμετώπιζαν οι χτίστες, και κυρίως οι μαθητευόμενοι, στους ξένους τόπους. Εδώ όμως δεν είναι δυνατόν παρά να επισημανθούν μερικές μόνο όψεις της «αγαρηνής τέχνης», όπως η κουραστική δουλειά, η μεγάλη διάρκεια του ωραρίου εργασίας, η σεξουαλική στέρηση, οι συνθήκες διατροφής και διαμονής.

    Το ημερήσιο ωράριο εργασίας των χτιστών, σε παλαιότερες εποχές που δεν υπήρχε κρατική παρέμβαση στη ρύθμιση των εργασιακών σχέσεων ή αυτή ήταν υποτυπώδης, οριζόταν «ήλιο με ήλιο» ή «άστρι μ' άστρι» δηλαδή, από την ανατολή ως τη δύση του ηλίου1, με μικρή μόνο διακοπή για το κολατσιό και το μεσημεριανό φαγητό2. Το ωράριο αυτό εργασίας ήταν ιδιαίτερα εξοντωτικό

    1. Και κατά τον ψαλμό ργ' 23 η εργάσιμη ημέρα διαρκούσε από την ανατολή ως τη δύση του ηλίου: «Ανέτειλεν ο ήλιος και... εξελεύσεται άνθρωπος επί το έργον αυτού και επί την εργασίαν αυτού έως εσπέρας». Πρβλ. τη λαϊκή παροιμία: «Κάτσε ήλιο, κατσ' εργάτη».

    2. «Τας ώρας εργασίας δεν εκανόνιζε τότε το οκτάωρον ή επτάωρον, αλλά το φως της ημέρας, παρατεινομένας κατά τον χειμώνα ιδίως πολύ πέραν της δύσεως του ηλίου και με έναρξιν πολύ προ της ανατολής (...). Αι δώδεκα και δεκατέσσαρες ώραι εργασίας της ημέρας δεν εθεωρούντο περιέχουσαι