Συγγραφέας:Τσερές, Δημήτρης Σπ.
 
Τίτλος:Η Μέση εκπαίδευση στη Λευκάδα (1829-1929)
 
Υπότιτλος:Κατάλογος του Αρχείου του Γυμνασίου και του Ελληνικού Σχολείου
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:43
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:2006
 
Σελίδες:419
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος + 1 DVD
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Εκπαίδευση-Δευτεροβάθμια
 
Παιδεία-Εκπαίδευση
 
Τοπική κάλυψη:Λευκάδα
 
Χρονική κάλυψη:1829-1929
 
Περίληψη:Το βιβλίο αυτό, σημαντική συμβολή στην ιστορία της Μέσης Εκπαίδευσης, έχει ως θέμα του το Ελληνικό Σχολείο και το (μοναδικό στο νησί ως το 1960), Γυμνάσιο Λευκάδος. Χωρίζεται σε τρία μέρη: προηγείται μια Εισαγωγή με ιστορικά προλεγόμενα και παρουσίαση των συμπερασμάτων από την επεξεργασία των δεδομένων, ακολουθεί μία μεγάλη σειρά γραφημάτων με τα οποία παρουσιάζονται παραστατικά τα στατιστικά στοιχεία για τους εκπαιδευτικούς και τους μαθητές, και ακολουθεί ο κατάλογος του αρχείου στο οποίο στηρίχθηκε η έρευνα. Το βιβλίο αποτελεί και το πρώτο «υβριδικό» δημοσίευμα του ΙΑΕΝ, καθώς συνοδεύεται από ένα CD-ROM, που περιέχει μια βάση δεδομένων με τα στοιχεία για τους μαθητές και τους εκπαιδευτικούς και μία σειρά φωτογραφιών.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 80.88 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 96-115 από: 422
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/66/gif/96.gif&w=600&h=915

2. Η κοινωνική προέλευση των μαθητών του Γυμνασίου (και των δύο φύλων αδιακρίτως) συνολικά στη διαχρονία 1829-1929

Κατ' αρχάς, θα εξετάσουμε την κοινωνική προέλευση των μαθητών συνολικά στο διάστημα αυτό. Η προέλευση φαίνεται στο γράφημα 45, που αποτυπώνει τα ποσοστά των ετήσιων εγγραφών του «επαγγέλματος πατρός» στη διαχρονία 1829-1929. Παρατηρούμε ότι, αν αφαιρέσουμε το 17,86% των ορφανών,171 το υπόλοιπο 82,14% κατανέμεται με τρόπο που μας οδηγεί στις εξής βάσιμες διαπιστώσεις:

Η πρώτη έμμεση172 αλλά σαφής διαπίστωση είναι ότι υπερτερούν εμφανώς τα κοινωνικά-επαγγελματικά εκείνα στρώματα που ζουν, αποκλειστικά ή κυρίως ή σε ικανοποιητικό ποσοστό, σε αστικό περιβάλλον (στην πόλη της Λευκάδας, δηλαδή) σε βάρος των στρωμάτων που ζουν, αποκλειστικά ή κυρίως, εκτός πόλης. Τα παιδιά αυτών που ανήκουν στην πρώτη ομάδα173 (έμποροι, υπάλληλοι, εκπαιδευτικοί, ανώτεροι ελεύθεροι επαγγελματίες, κατώτεροι ελεύθεροι επαγγελματίες, κληρικοί εν μέρει και το μεγάλο μέρος των κτηματιών) αποτελούν τη συντριπτική πλειοψηφία των μαθητών του Γυμνασίου Λευκάδος κατά το χρονικό αυτό διάστημα.

Η ανωτέρω διάκριση μέχρι ενός βαθμού θα μπορούσε να θεωρηθεί και διάκριση αγροτικού και αστικού στοιχείου, με όλες τις αναγκαίες προεκτάσεις που αυτή συνεπάγεται. Αλλά μόνο μέχρι ενός βαθμού: στον αστικό πόλο του σχήματος χωράνε εύκολα οι υπάλληλοι, οι πολλοί έμποροι, οι περισσότεροι επαγγελματίες και οι εκπαιδευτικοί της μέσης εκπαίδευσης, αλλά πολλοί κτηματίες πρέπει να περάσουν στον άλλο πόλο μαζί με τους γεωργούς - άρα, το σχήμα δεν είναι άρτιο, αν και φαίνεται πειστικό. Δεν έχουμε

171. Εδώ δημιουργείται ένα δυσεπίλυτο μεθοδολογικό πρόβλημα: αν κατανείμουμε το ποσοστό των ορφανών στις διάφορες επαγγελματικές ομάδες -ή ισόποσα ή ανάλογα με το ποσοστά της καθεμίας-, πιθανότατα θα υποπέσουμε σε σφάλμα, διότι θα αγνοήσουμε την κρίσιμη σχέση ανάμεσα στη θνησιμότητα των ανθρώπων και στην κοινωνική τους θέση (θέση που βρίσκεται σε στενή σχέση με το επάγγελμα που ασκούν).

172. Σημειωτέον ότι στα κατάστιχα του Αρχείου η διάκριση κατοίκου της πόλης / κατοίκου των χωριών σε λίγες περιπτώσεις δηλώνεται. Στη στήλη «τόπος καταγωγής» σημειώνονται τα γενικά «Λευκάς» ή «Λευκάδιος». Επιχειρούμε μέσω της μελέτης των επαγγελμάτων να αναπληρώσουμε εν μέρει αυτή την έλλειψη και να δείξουμε σε αδρές γραμμές τη συμμετοχή των αστικών και αγροτικών στρωμάτων αντιστοίχως στη σύνθεση του μαθητικού πληθυσμού.

173. Για να γίνουμε σαφέστεροι: οι υπάλληλοι, οι έμποροι και οι ανώτεροι ελεύθεροι επαγγελματίες ζουν αποκλειστικά ή κυρίως στην πόλη. Οι περισσότεροι εκπαιδευτικοί (της μέσης εκπαίδευσης) και οι κατώτεροι ελεύθεροι επαγγελματίες ζουν επίσης στην πόλη. Στην πόλη ζουν και πολλοί κληρικοί (διότι η πόλη έχει πολλούς ναούς) και μεγάλο μέρος των κτηματιών.

Σελ. 96
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/66/gif/97.gif&w=600&h=915

τα πλήρη στοιχεία του τόπου καταγωγής για να καταρτίσουμε το σχήμα «μαθητές από την πόλη» - «μαθητές από την ύπαιθρο», αλλά από τα στοιχεία των ετών 1867-87 και 1910-29 (βλ. γραφήματα 61 και 62) διαπιστώνουμε ότι συνολικά μεν οι μαθητές από την πόλη υπερτερούν των μαθητών από την ύπαιθρο (58,04% έναντι 41,96%), όμως ο αριθμός των τελευταίων από το 1916 και ύστερα αρχίζει να αυξάνεται και, τελικά, να ξεπερνάει τον αριθμό των πρώτων174 - δηλαδή, η αρχική εικόνα ανατρέπεται. Εύκολα συνάγεται ότι η αυξημένη ζήτηση γυμνασιακής παιδείας από τους κατοίκους της υπαίθρου προϋποθέτει άνοδο του οικονομικού και πολιτιστικού τους επιπέδου και επαγγελματική επέκταση πέραν του γεωργικού επαγγέλματος πάντα συγκριτικά με το παρελθόν. Η αύξηση αυτή των μαθητών της υπαίθρου φαίνεται να συμβαδίζει με το πανελλαδικής εμβέλειας ερμηνευτικό σχήμα του Τσουκαλά,175 ότι δηλαδή το μεγαλύτερο ποσοστό των μαθητών της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης παρατηρείται εκεί που υπάρχει «έντονη και μαζική αγροτική έξοδος» - με διαφορετικά λόγια, ότι στη μέση εκπαίδευση, και κατά μείζονα λόγο στο δεύτερο κύκλο της, το Γυμνάσιο, κατευθύνονται οι γόνοι των μικροϊδιοκτητών-μικροκαλλιεργητών γεωργών, του κοινωνικούεπαγγελματικού στρώματος δηλαδή που αποτελεί τη συντριπτική πλειοψηφία ή και την ολότητα, ενίοτε, του πληθυσμού της υπαίθρου. Πρέπει να επισημάνουμε ότι αυτό ισχύει μόνο για το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, γιατί τα συνολικά στοιχεία της διαχρονίας οδηγούν προς άλλη κατεύθυνση, όπως θα φανεί αμέσως. Αλλά και η συσχέτιση του αριθμού των μαθητώνπαιδιών των γεωργών με το σύνολο του μαθητικού δυναμικού οδηγεί με σιγουριά στο ίδιο συμπέρασμα: στη συνάρτηση του χρόνου το ποσοστό των παιδιών των γεωργών στη σύνθεση του μαθητικού πληθυσμού αυξάνεται θεαματικά. Το 1876 αντιστοιχούν 8 παιδιά γεωργών σε σύνολο μαθητών 66 (1/8,5) και ακολούθως η σχέση ανά δεκαετία διαμορφώνεται ως εξής: 3/36 (1/12) το 1880, 2/55 (1/27,5) το 1890, 4/52 (1/13) το 1900, 10/87 (1/8,7) το 1910, 26/151 (1/5,8) το 1920 και 68/209 (1/3,07) το 1929. Δηλαδή, στο τέλος ένας στους τρεις μαθητές του Γυμνασίου ήταν παιδί γεωργού.

Μια τρίτη διαπίστωση είναι ότι ευκολότερα καταρτίζεται το ακόλουθο κοινωνιολογικό σχήμα: τα παιδιά των ισχυρότερων οικονομικά-κοινωνικά-πολιτισμικά στρωμάτων (κτηματίες, έμποροι και ανώτεροι ελεύθεροι επαγγελματίες βασικά και, δευτερευόντως, υπάλληλοι, κληρικοί και εκπαιδευτικοί)

174. Για καλύτερη εκτίμηση των δεδομένων αυτών, να σημειώσουμε μόνο ότι ο πληθυσμός της πόλης στην καλύτερη περίπτωση κυμαίνεται γύρω στο 20% του συνολικού πληθυσμού της Λευκάδας (βλ. Ροντογιάννης, «Ο πληθυσμός της Λευκάδος...», ό.π., σ. 114-133, και Χουλιαράκης, ό.π., passim).

175. Τσουκαλάς, ό.π., σ. 422-426.

Σελ. 97
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/66/gif/98.gif&w=600&h=915

υπερτερούν συντριπτικά των παιδιών των ασθενέστερων, ως προς τα ανωτέρω χαρακτηριστικά, στρωμάτων (των γεωργών, των κατώτερων ελεύθερων επαγγελματιών και των εργατών-ναυτών): τα παιδιά των κτηματιών, των εμπόρων και των ανώτερων ελεύθερων επαγγελματιών -δηλαδή, της ιθύνουσας τάξης, αποτελούμενης από τους κτηματίες (άρχοντες ή αφεντάδες) και τα ανώτερα αστικά στρώματα- αποτελούν το 51,39% του μαθητικού πληθυσμού. Αν σε αυτό προστεθεί το συγκεντρωτικό ποσοστό των υπαλλήλων, των κληρικών και των εκπαιδευτικών, που είναι 21,97%, φθάνουμε στο 73,36%. Για να εκτιμήσουμε την κυριαρχία αυτή στην πλήρη της διάσταση, πρέπει να συνυπολογίσουμε ότι τα υστερούντα εκπαιδευτικώς στρώματα πληθυσμιακώς υπερτερούν των εκπαιδευτικώς υπερτερούντων. Αρκεί μόνο ένα δεδομένο: όπως ήδη σημειώσαμε, ο πληθυσμός της πόλης, όπου διαμένουν τα ισχυρότερα οικονομικο-κοινωνικώς στρώματα, στην καλύτερη περίπτωση κυμαίνεται γύρω στο 20% του συνολικού πληθυσμού της Λευκάδας.176

Η διαπίστωση αυτή δύσκολα γίνεται συμβατή με το προαναφερθέν ερμηνευτικό σχήμα του Κ. Τσουκαλά,177 ότι δηλαδή το μεγαλύτερο ποσοστό των μαθητών της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης το αποτελούν οι γόνοι των μικροϊδιοκτητών-μικροκαλλιεργητών γεωργών. Η επιφύλαξη αυτή θα μπορούσε να διατυπωθεί και διαφορετικά: τα εκπαιδευτικά δεδομένα της Λευκάδας178 δεν κινούνται στην ίδια φορά με την, κατά Τσουκαλά, επικρατούσα σε πανελλαδικό επίπεδο τάση. Παρατηρούμε ότι η παρούσα διαπίστωση έρχεται σε αντίφαση με τη διαπίστωση που κάναμε ανωτέρω, ότι δηλαδή από το 1916 και έπειτα αυξάνει εντυπωσιακά ο αριθμός των μαθητών που κατάγονται από την ύπαιθρο -δηλαδή, από το χώρο των μικροϊδιοκτητών-μικροκαλλιεργητών γεωργών- και υπερβαίνει τον αριθμό των μαθητών από την πόλη. Τη λύση της αντίφασης την υποδείξαμε: η περίπτωση της Λευκάδας συμβαδίζει με το σχήμα του Τσουκαλά μόνο από το μέσον της δεύτερης δεκαετίας του 20ού αιώνα. Στη διαχρονία όμως τα δεδομένα υποδεικνύουν ότι το σχήμα αυτό δεν ισχύει για τη Λευκάδα.

Μια τέταρτη διαπίστωση είναι ότι ειδικά το ποσοστό της συμμετοχής των επαγγελματικών στρωμάτων που αυτοχαρακτηρίζονται (ή τα χαρακτηρίζουν

176. Βλ. ανωτέρω, υποσημείωση 174.

177. Τσουκαλάς, ό.π., σ. 422-426.

178. Για την πληρέστερη κατανόηση του ζητήματος, να πούμε ότι ένα μεγάλο μέρος του μαθητικού δυναμικού του Γυμνασίου Λευκάδος (10,03% επί Ιονίου Κράτους και 34,13% μετά την Ένωση - βλ. γραφήματα 57 και 60 αντίστοιχα) έχουν τόπο καταγωγής εκτός Λευκάδος και είναι, κυριότατα παιδιά κτηματιών, εμπόρων, ανώτερων ελεύθερων επαγγελματιών και υπαλλήλων: τα παιδιά των κτηματιών, των εμπόρων και των ανώτερων ελεύθερων επαγγελματιών έρχονται κυρίως από την όμορη Ακαρνανία και των υπαλλήλων από όλη την Ελλάδα.

Σελ. 98
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/66/gif/99.gif&w=600&h=915

ζουν) «εργάτες» και «ναύτες» -δηλαδή, των στρωμάτων που η ονομασία τους υποδηλώνει ότι τα μέλη τους είναι υποκείμενα εξαρτημένης εργασίαςστη σύνθεση του μαθητικού πληθυσμού του Γυμνασίου Λευκάδος είναι μηδαμινό. Αυτό σημαίνει ευθέως ότι η δυνατότητα πρόσβασης των στρωμάτων αυτών στο δεύτερο κύκλο της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης είναι εξαιρετικά περιορισμένη. Για να αξιολογήσουμε όμως και αυτή τη διαπίστωση στην πλήρη της διάσταση, πρέπει να πούμε ότι: α) το στρώμα «εργάτες» και «ναύτες» αριθμητικά είναι πολύ μικρό: αν και δεν υπάρχουν στατιστικά στοιχεία, είναι προφανές ότι αποτελούν, κυρίως, ένα πολύ μικρό τμήμα του 20%, που είναι το (υψηλότερο) ποσοστό των κατοίκων της πόλης στη διαχρονία 1829-1929 και ορισμένοι κατάγονται από τα χωριά ή άλλους τόπους (όπως, π.χ., οι ναυτικοί από το Μεγανήσι και τη Ζαβέρδα αντίστοιχα), και β) ότι το δείγμα που εξετάζουμε είναι πολύ μικρό: σε απόλυτες τιμές μόλις 8 ατόμων αναγράφεται επάγγελμα «ναύτης» ή «ναυτικός» και άλλων 6 «εργάτης» ή «εργατικός» σε όλη τη χρονική περίοδο που εξετάζουμε - τη στιγμή που οι αντίστοιχοι αριθμοί για το Ελληνικό Σχολείο της πόλης είναι 33 και 44 για τη χρονική περίοδο 1866-1929. Αυτή η ισχνότητα του δείγματος βέβαια αφ' ενός επιβεβαιώνει, από μια άλλη πλευρά, τη διαπίστωση ότι η δυνατότητα πρόσβασης της επαγγελματικής της ομάδας στο Γυμνάσιο είναι πολύ μικρή και αφ' ετέρου ενισχύει την άποψη περί της ολιγαριθμίας της.

Σημαντική είναι η διαπίστωση ότι το 25,49% μαθητών του Γυμνασίου, το 1/4 του μαθητικού δυναμικού, στη διαχρονία 1829-1929 είναι παιδιά κτηματιών. Το ποσοστό είναι αναμφισβήτητα μεγάλο συγκριτικά με τον αριθμό των κτηματιών της Λευκάδας. Οι κτηματίες αποτελούν μια μικρή μειοψηφία179 του πληθυσμού, ασύγκριτα μικρότερη από το ανωτέρω 25,49%. Η ονομασία «κτηματίας», όπως έχουμε πει, σημαίνει κατά κανόνα το μεγαλοκτηματία, αυτόν που δεν εργάζεται χειρωνακτικά στα κτήματα του. Όσο

179. Κατά τον Ροντογιάννη, η τάξη των κτηματιών-ευγενών κατά την έναρξη της Ενετοκρατίας αριθμεί μόνο 70 μέλη και, όσο και αν αυξάνεται ο αριθμός τους μετά το 1760, δεν παύουν να αποτελούν μια «ελάχιστη μειοψηφία». Και κατά την περίοδο της «Προστασίας» συνεχίζεται η ίδια κοινωνική διαίρεση σε τάξεις και, παρότι ο αριθμός των κτηματιών συνεχίζει να αυξάνεται, είμαστε βέβαιοι ότι δεν παύουν να αποτελούν παρά μια μικρή μειοψηφία. Βλ. Ροντογιάννης, Ιστορία της Νήσου Λευκάδος, τ. Α', ό.π.. σ. 650-652, και τ. Β', ό.π., σ. 494 (με τον Ροντογιάννη συμφωνεί και η Αναστασία Παπαδία-Λάλα, ό.π., σ. 436). Και παρόλο που είναι δεδομένο ότι, τουλάχιστον κατά την εποχή του 1ονίου Κράτους, «οι πιο αρχοντικές οικογένειες κρατούσαν σπίτι τα παιδιά τους και τα μάθαιναν τα πρώτα γράμματα με ιδιωτικούς δασκάλους» (Ροντογιάννης, Η εκπαίδευση..., ό.π., σ. 220), θεωρώ ότι τα στοιχεία που παραθέτουμε τεκμηριώνουν επαρκέστατα την άποψη που υποστηρίζουμε, ότι δηλαδή οι κτηματίες της Λευκάδας κάθε άλλο παρά τηρούν αρνητική στάση έναντι της δημόσιας μέσης εκπαίδευσης στη διαχρονία 1829-1929.

Σελ. 99
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/66/gif/100.gif&w=600&h=915

και αν η ονομασία αυτή μπορεί να χρησιμοποιείται καταχρηστικά και για ανθρώπους που δεν είναι μεγαλοκτηματίες αλλά απλοί γεωργοί, το ποσοστό εξακολουθεί να παραμένει ιδιαίτερα υψηλό. Η διαπίστωση έρχεται σε μερική (γιατί το σχήμα του δεν είναι ενιαίο για όλα τα Ιόνια) αντίθεση με την άποψη του Τσουκαλά,180 αν διαβάζω σωστά και δεν συγχέω τα σημαινόμενα της ορολογίας του, ότι στα Ιόνια Νησιά η γαιοκτητική αριστοκρατία τηρεί έντονα αρνητική στάση απέναντι στη δημόσια εκπαίδευση και προτιμά να στέλνει τα παιδιά της σε ιδιωτικά σχολεία ή να τα εκπαιδεύει κατ' οίκον - αυτό, κατά τον Τσουκαλά, ίσχυε κυρίως στην Κέρκυρα και στη Ζάκυνθο και πολύ λιγότερο στη Λευκάδα και στους Παξούς. Το γεγονός ότι στη Λευκάδα καταγράφονται υψηλά ποσοστά συμμετοχής των κτηματιών στη σύνθεση του μαθητικού πληθυσμού του Γυμνασίου αποκλίνει από το συνολικό σχήμα του Τσουκαλά για τα Ιόνια και συγκλίνει στο ειδικό για τη Λευκάδα και τους Παξούς. Και ως ενισχυτικό της άποψης μου έρχεται το γεγονός ότι η συμμετοχή των κτηματιών στη σύνθεση του μαθητικού πληθυσμού είναι μεγαλύτερη στο 19ο αιώνα -δηλαδή, στο χρόνο που εστιάζει περισσότερο την προσοχή του ο Τσουκαλάς- και μικρότερη στον 20ό.Αυτό προκύπτει εύκολα, αν συσχετίσουμε τον αριθμό των παιδιών των κτηματιών και το σύνολο του μαθητικού δυναμικού στη συνάρτηση του χρόνου: ενώ όλο το 19ο αιώνα τα ποσοστά των παιδιών των κτηματιών στη σύνθεση του μαθητικού δυναμικού κυμαίνονται μεταξύ του 30% και του 40%, τον 20ό αιώνα η τάση αντιστρέφεται. Το 1900 σε σύνολο 55 μαθητών αντιστοιχούν 15 παιδιά κτηματιών (1/5), το 1910 η σχέση είναι 16/87 (1/5,4), το 1920 17/151 (1/8,9) και το 1929 17/209 (1/12,3). Την ευκρίνεια της τάσης τη συσκοτίζει κάπως η σχέση των δύο μεγεθών το 1924: σε σύνολο 227 αντιστοιχούν 57 παιδιά κτηματιών (1/4). Δεν μπορώ να την ερμηνεύσω ικανοποιητικά, αλλά νομίζω ότι δεν ακυρώνει τη διαπίστωση περί της φθίνουσας τάσης της συμμετοχής των κτηματιών στη σύνθεση του μαθητικού πληθυσμού.

Αξιοπρόσεκτο είναι το ποσοστό των μαθητών που είναι παιδιά κληρικών, δεδομένου του περιορισμένου ποσοστού της ομάδας αυτής επί του συνολικού πληθυσμού - ποσοστό σαφώς κατώτερο του 4,95%, που είναι το ποσοστό των παιδιών της επί του μαθητικού πληθυσμού στη διαχρονία 18291929. Το γεγονός αυτό απλώς επιβεβαιώνει την εκτίμηση ότι η κοινωνική αυτή ομάδα έχει ισχυρή παρουσία σε όλους τους χώρους, οι οποίοι λειτουργούν ως εφαλτήρια ανοδικής κοινωνικής κινητικότητας - άρα, και στο δεύτερο κύκλο της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, που είναι για την εποχή αυτή το κατ' εξοχήν εφαλτήριο.

180. Τσουκαλάς, ό.π., σ. 422-424. Βλ. και την προηγούμενη υποσημείωση.

Σελ. 100
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/66/gif/101.gif&w=600&h=915

Ό,τι είπαμε για τα παιδιά των κληρικών, τα ίδια περίπου θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς και για την περίπτωση των εκπαιδευτικών.

3. Η κοινωνική προέλευση των μαθητών του Γυμνασίου (και των δύο φύλων αδιακρίτως) στη διαχρονική της εξέλιξη: σύγκριση των στοιχείων επί 1ονίου Κράτους και μετά την Ένωση Πριν προχωρήσουμε στην ανάγνωση των γραφημάτων, να υπενθυμίσουμε ότι δεν έχουμε στοιχεία για το «επάγγελμα πατρός» για τα έτη 1829-1836 και 1857-1866. Η έλλειψη αυτή αφαιρεί από την εγκυρότητα των διαπιστώσεών μας, γιατί συρρικνώνει αριθμητικά το δείγμα που εξετάζουμε και πιθανότατα αλλοιώνει τη σύνθεση των επαγγελμάτων σε κάποιο βαθμό άρα, το κάνει στατιστικώς λιγότερο αποδοτικό για την περίοδο 1829-1866. Το ποσοστό αυτών για τους οποίους δεν δηλώθηκε επάγγελμα πατρός ανέρχεται σε 48,86%, έναντι 51,24% αυτών για τους οποίους δηλώθηκε (μέσα στο 51,24% συμπεριλαμβάνονται και οι ορφανοί). Αν προσθέσουμε στο ποσοστό αυτών για τους οποίους δεν δηλώθηκε επάγγελμα πατρός και το ποσοστό των ορφανών, φθάνουμε στο 60,91%, έναντι υπολοίπου 39,09% εκείνων για τους οποίους δηλώθηκε. Τα ποσοστά επί τοις % στα επόμενα γραφήματα της περιόδου αυτής υπολογίζονται επί αυτού του 39,09%. Για την περίοδο 1866-1929 υπολογίζονται αφού αφαιρέσουμε μόνο το ποσοστό των ορφανών, μια και για την περίοδο αυτή το «επάγγελμα πατρός» δηλώνεται κανονικά.

Ας παρακολουθήσουμε τώρα πώς εξελίσσεται η κοινωνική προέλευση των μαθητών στην παράμετρο του χρόνου. Θα μας καθοδηγήσουν τα γραφήματα 46 και 47, που καταγράφουν τα ποσοστά των ετήσιων εγγραφών του επαγγέλματος πατρός των μαθητών στα χρόνια του Ιονίου Κράτους και μετά την Ένωση αντιστοίχως - επομένως, η αντιβολή τους μας οδηγεί στην παράμετρο του χρόνου. Για να έχουμε μια εικόνα και των πραγματικών αριθμητικών μεγεθών, κατασκευάστηκε το γράφημα 48, που μας δείχνει τον πραγματικό αριθμό των φυσικών προσώπων της κάθε επαγγελματικής ομάδας τα παιδιά της οποίας φοίτησαν στο τετρατάξιο Γυμνάσιο. Αν αφαιρέσουμε το ποσοστό των ορφανών και -για την περίοδο 1829-1866- όσων δεν δηλώθηκε το επάγγελμα πατρός, παρατηρούμε ότι το υπόλοιπο κατανέμεται με τρόπο που μας οδηγεί στις εξής βάσιμες διαπιστώσεις:

Οι ορφανοί —τα ποσοστά των οποίων δεν αναφέρονται στα γραφήματα— αποτελούν το ένα πέμπτο περίπου, το 23,72%, του μαθητικού πληθυσμού, με την επιφύλαξη ότι στον υπολογισμό δεν υπολογίζονται αυτοί για τους οποίους δεν δηλώθηκε επάγγελμα πατρός και οι οποίοι αποτελούν το μισό περίπου του μαθητικού πληθυσμού της περιόδου 1829-1866. Αν υπολογιστούν και αυτοί, το ποσοστό των ορφανών πέφτει στο 12,16%. Αν όμως κα-

Σελ. 101
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/66/gif/102.gif&w=600&h=915

κατανείμουμε μέσα στους «αδήλωτους», όπως είναι λογικό, ένα αναλογικό ποσοστό ορφανών, τότε φθάνουμε πάλι σε ποσοστό ορφανών για την περίοδο αυτή κοντά στο 23,72%. Είναι προφανές ότι η θνησιμότητα είναι πολύ μεγάλη και, μάλιστα, σε σχετικά νέους ανθρώπους.181

Κατά την περίοδο του Ιονίου Κράτους εντυπωσιακό είναι το 37,8% -πάνω από το 1/3 του μαθητικού δυναμικού του σχολείου- των παιδιών των κτηματιών, που δείχνει, εκτός πάσης αμφιβολίας, ότι τα παιδιά αυτής της επαγγελματικής-κοινωνικής κατηγορίας αποτελούν τη μεγάλη πλειοψηφία του μαθητικού πληθυσμού. Το ποσοστό είναι πολύ μεγαλύτερο από το ποσοστό της περιόδου μετά την Ένωση (βλ., εκτός από το γράφημα 47, και το γράφημα 48, το οποίο μας δείχνει σε πραγματικούς αριθμούς ό,τι το γράφημα 47 σε ποσοστό ετήσιων εγγραφών) και, επομένως, και από το ποσοστό της διαχρονίας 1829-1929 (γράφημα 45). Με άλλα λόγια, φαίνεται ότι οι κτηματίες της Λευκάδας επί Ιονίου Κράτους κατηύθυναν τα παιδιά τους στη δημόσια μέση εκπαίδευση με ιδιαίτερη επιμονή. Η πτώση του ποσοστού δεν σημαίνει ότι η επιμονή αυτή κάμπτεται μετά την Ένωση. Απλώς, το ποσοστό πέφτει καθώς αλλάζει βαθμιαία η κοινωνική διαστρωμάτωση και, παράλληλα, το στρώμα των κτηματιών μειώνεται αριθμητικά και εξασθενεί η κοινωνική του ισχύς, ενώ συγχρόνως αυξάνεται η ικανότητα πρόσβασης στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση άλλων κοινωνικο-επαγγελματικών κατηγοριών (κυρίως γεωργών και εμπόρων). Αν τώρα συνδέσουμε την παρούσα διαπίστωση με το συνολικό σκεπτικό που αναπτύξαμε κατά την εξέταση της κοινωνικής προέλευσης των μαθητών και των δύο φύλων στο Γυμνάσιο στο διάστημα 1829-1929, καταλήγουμε στο εξής: στη Λευκάδα επί Ιονίου Κράτους καταγράφονται τα υψηλότερα ποσοστά συμμετοχής των κτηματιών στη σύνθεση του μαθητικού πληθυσμού της μέσης εκπαίδευσής της, γεγονός που αποκλίνει

181. Για το πρόβλημα αυτό και, ειδικότερα, για τη θνησιμότητα στην πόλη της Λευκάδας κατά την εποχή της Αγγλικής Προστασίας, βλ. Ροντογιάννης «Οι πρωτεύουσες της Λευκάδος», Επετηρίς Εταιρείας Λευκαδικών Μελετών, τ. Ζ' (1988), σ. 196-200. Ο Ροντογιάννης συλλέγει, τις πληροφορίες του γιατρού Goodisson για τη Λευκάδα, οι οποίες περιέχονται στο βιβλίο του Historical and Topographical Essay, London 1822. Ο Goodisson, ο οποίος έζησε πέντε χρόνια στη Λευκάδα, μας πληροφορεί ότι η πνευμονία (την άνοιξη) και οι πυρετοί (το καλοκαίρι) θερίζουν τον πληθυσμό της πόλης και θεωρεί ότι οι βασικές αιτίες της έξαρσης των ασθενειών είναι το νοσηρό, λόγω της μεγάλης υγρασίας, κλίμα της πόλης, η βρωμιά της και οι ανθυγιεινές κατοικίες της. Συλλέγει επίσης τις ανάλογες πληροφορίες από το βιβλίο του D.T. Ansted, The Ionian Islands, London 1863, ο οποίος επισκέφτηκε τη Λευκάδα το 1863 και μας δίνει μια καθόλου κολακευτική εικόνα για την καθαριότητα της πόλης και για την ποιότητα των κατοικιών της. Ο ίδιος ο Ροντογιάννης (Η εκπαίδευση..., ό.π., σ. 220 και 238), πάντα οξυδερκής παρατηρητής και πολύ κοντά στη ζωντανή παράδοση του πρόσφατου παρελθόντος (γεννήθηκε το 1911), σχολιάζει το μεγά-

Σελ. 102
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/66/gif/103.gif&w=600&h=915

νει από το γενικό σχήμα του Τσουκαλά182 για τα Ιόνια περισσότερο απ' ό,τι για τη μετά την Ένωση περίοδο και για τη σύνολη διαχρονία 1829-1929.

Η συμμετοχή των παιδιών των «γεωργών» στη σύνθεση του μαθητικού πληθυσμού του Γυμνασίου κινείται με έντονα ανοδικούς ρυθμούς: από το 7,04% της περιόδου του Ιονίου Κράτους φθάνουμε στο 16,97% της περιόδου μετά την Ένωση - το ποσοστό σχεδόν τριπλασιάζεται. Το εύρημα αυτό συμβαδίζει με το ερμηνευτικό σχήμα του Τσουκαλά ως προς την τάση που δείχνει, δηλαδή την αλματώδη αύξηση του ποσοστού των παιδιών των γεωργών-μικροϊδιοκτητών στη σύνθεση του μαθητικού πληθυσμού της μέσης εκπαίδευσης, ιδίως μετά τη δεύτερη δεκαετία του 20ού αιώνα αλλά, όπως αναλυτικά ανωτέρω εξηγήσαμε, όχι ως προς το τελικό αποτέλεσμα: το συνολικό ποσοστό των παιδιών των γεωργών, μαθητών του Γυμνασίου Λευκάδας, στη διαχρονία εξακολουθεί να είναι χαμηλό συγκριτικά με τα ποσοστά των άλλων επαγγελματικών κατηγοριών.

Τα ποσοστά των παιδιών των ανώτερων ελεύθερων επαγγελματιών είναι υψηλότερα στα χρόνια του Ιονίου Κράτους (14,26%) και πέφτουν μετά την Ένωση (10, 44%). Το πρώτο ποσοστό δείχνει ότι τα κοινωνικώς και πολιτισμικώς προνομιούχα στρώματα κατευθύνουν τα παιδιά τους προς τη μέση εκπαίδευση - τάση που, τηρουμένων των αναλογιών, εξακολουθεί να ισχύει και σήμερα. Το ποσοστό, πάντως, είναι ιδιαίτερα υψηλό, αν ληφθεί υπόψη ότι στην κοινωνία του 19ου αιώνα τα στρώματα αυτά δεν είναι πολυάνθρωπα - με διαφορετική διατύπωση: το μαθητικό 14, 26% δεν αντιστοιχεί σε ένα αριθμητικά ίδιο ποσοστό του στρώματος των ανώτερων ελεύθερων επαγγελματιών ως προς το σύνολο του πληθυσμού του νησιού. Και η πτώση του ποσοστού σε 10,44% μετά την Ένωση δεν πρέπει να ερμηνευτεί ως απροθυμία του στρώματος αυτού να κατευθύνει τα παιδιά του προς το Γυμνάσιο.

μεγάλο ποσοστό ορφανών μαθητών κατά την πρώτη δεκαπενταετία του Δευτερεύοντος Σχολείου Λευκάδος και θεωρεί το νοσηρό κλίμα της πόλης ως την πηγή του κακού. Δηλαδή, στην περίπτωση της Λευκάδας, στο δεδομένο στις κοινωνίες της εποχής χαμηλό μέσο όρο ζωής προστίθενται και οι ανωτέρω τρεις επιβαρυντικοί παράγοντες, οι οποίοι επιδεινώνουν την ήδη κακή κατάσταση. Πολύτιμες πληροφορίες για τη Λευκάδα επί του θέματος αυτού στο: Ματούλα Τομαρά-Σιδέρη, Νίκος Σιδερής, Συγκρότηση και διαδοχή των γενεών στην Ελλάδα του 19ου αιώνα. Η δημογραφική τύχη της νεότητας, Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας, Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς, αρ. 4, Αθήνα 1986.

182. Αποκλίνει περισσότερο, γιατί ο Τσουκαλάς υποστηρίζει ότι η αρνητική διάθεση της ιόνιας γαιοκτητικής αριστοκρατίας έναντι της δημόσιας εκπαίδευσης (στοιχειώδους και μέσης) ήταν πιο έντονη επί Ιονίου Κράτους, ενώ τα ευρήματα που προσάγουμε κινούνται προς την εντελώς αντίθετη κατεύθυνση, τουλάχιστον όσον αφορά τη μέση εκπαίδευση. Βλ. και ανωτέρω «Η κοινωνική προέλευση των μαθητών και των δύο φύλων στο Γυμνάσιο, 1829-1929», όπου εκτίθεται αναλυτικότερα το σχετικό ζήτημα.

Σελ. 103
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/66/gif/104.gif&w=600&h=915

Απλούστατα, όπως δείχνουν τα γραφήματα 45, 46 και 47, καθώς αυξάνεται θεαματικά σε απόλυτους αριθμούς το μαθητικό δυναμικό του Γυμνασίου, αυξάνεται θεαματικά και το ποσοστό των παιδιών άλλων επαγγελματικών-κοινωνικών κατηγοριών, μερικές από τις οποίες (π.χ., οι γεωργοί) είναι σαφώς πολυπληθέστερες. Οι ανώτεροι ελεύθεροι επαγγελματίες, έχοντας ήδη υψηλά ποσοστά, αντικειμενικά δεν έχουν τη δυνατότητα να τα αυξήσουν ανάλογα. Με άλλα λόγια, στο εσωτερικό του κοινωνικού στρώματος των ανώτερων ελεύθερων επαγγελματιών η ζήτηση γυμνασιακής παιδείας συνεχίζεται έντονη, αλλά το ποσοστό της επί του συνολικού μαθητικού δυναμικού μειώνεται. Για το λόγο αυτόν, το συνολικό ποσοστό τους (10,91%) στη διαχρονία 1829-1929 δεν ισορροπεί ανάμεσα στα ποσοστά των δύο περιόδων, αλλά προσεγγίζει το 10,44% της περιόδου 1866-1929: το δικό τους ποσοστό είναι ήδη υψηλό και, παράλληλα, αυξάνεται θεαματικά το μαθητικό δυναμικό του Γυμνασίου κατά το διάστημα 1866-1929 (και γιατί οι ρυθμοί αύξησης του μαθητικού δυναμικού εντείνονται και γιατί η περίοδος 1866-1929 είναι σχεδόν διπλάσια χρονικώς από την προηγούμενη).

Το ποσοστό των παιδιών των εμπόρων διπλασιάζεται στα χρόνια μετά την Ένωση: από 8,76% γίνεται 15,87%. Αυτή η εξέλιξη είναι φυσιολογική και αναμενόμενη, εφόσον ασπαζόμαστε την κλασική κοινωνιολογική παραδοχή ότι οι έμποροι αποτελούν ένα βασικό κύτταρο του αστικού ιστού και ότι σε αυτό το κοινωνικό στρώμα είναι έντονη η έφεση για τη μάθηση και τη, μέσω αυτής, ανοδική επαγγελματική κινητικότητα στο πλαίσιο μιας κοινωνίας υπό διαμόρφωση -σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά πρότυπα- και, επομένως, παρέχουσας και προσδοκίες και πραγματικές ευκαιρίες για την άνοδο αυτή. Ο μέσος όρος 15% στη διαχρονία 1829-1929 δεν ισορροπεί ανάμεσα στο 8,76% του Ιονίου Κράτους και στο 15,7% του τετραταξίου Γυμνασίου, αλλά προσεγγίζει το δεύτερο ποσοστό. Αυτό γίνεται επειδή: α) στο κοινωνικό αυτό στρώμα, προϊόντος του χρόνου, αυξάνεται η ζήτηση μέσης εκπαίδευσης, πράγμα που είναι αντικειμενικά εφικτό, γιατί τα ποσοστά του δεν ήταν υψηλά κατά την εποχή του Ιονίου Κράτους και γι' αυτό επιδέχονταν βελτίωση, και β) ο συνολικός αριθμός των μαθητών το χρονικό διάστημα 1866-1929 είναι πολύ υψηλότερος από τον αντίστοιχο της περιόδου 1829-1866.

Το ποσοστό των παιδιών που οι γονείς τους ανήκουν στους κατώτερους ελεύθερους επαγγελματίες σημειώνει μια μικρή πτώση: από το 11,68% της περιόδου 1829-1866 πέφτει στο 9,46% της περιόδου μετά την Ένωση. Ενδέχεται η απόκλιση να κινείται στα όρια του στατιστικού λάθους, καθώς στην πρώτη περίοδο ο αριθμός των μαθητών, όπως εξηγήσαμε ήδη, είναι πολύ μικρότερος από τον αριθμό των μαθητών της δεύτερης περιόδου. Αλλά, επειδή η ομάδα αυτή δεν είναι τόσο ολιγάριθμη όσο οι ανώτεροι ελεύθεροι επαγγελματίες, έστω και με την αίρεση αυτής της επιφύλαξης, η τάση διαφαίνεται

Σελ. 104
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/66/gif/105.gif&w=600&h=915

ται: οι δυνατότητες των παιδιών αυτού του κοινωνικού στρώματος για πρόσβαση στο Γυμνάσιο, στην καλύτερη περίπτωση, δεν αυξάνονται και, στη χειρότερη, μειώνονται. Η διαπίστωση όμως αυτή έχει σχετική σημασία, διότι μετά την Ένωση η μέση εκπαίδευση έχει και το Ελληνικό Σχολείο, εκτός από το Γυμνάσιο. Και αν δούμε το γράφημα 49, θα διαπιστώσουμε ότι στον κύκλο αυτό το ποσοστό των παιδιών των κατώτερων ελεύθερων επαγγελματιών ανέρχεται στο 17,14%. Δηλαδή, το ποσοστό ανεβαίνει στο Ελληνικό Σχολείο και πέφτει στο Γυμνάσιο. Επομένως, ορθότερο είναι να πούμε ότι το πρόβλημα ως προς τη δυνατότητα πρόσβασης των παιδιών αυτών στο δίκτυο της μέσης εκπαίδευσης δεν εντοπίζεται στο πέρασμα από την πρωτοβάθμια εκπαίδευση στη δευτεροβάθμια, αλλά, προπαντός, στη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στο Ελληνικό Σχολείο και στο Γυμνάσιο. Με διαφορετική διατύπωση: ο τίτλος του Ελληνικού Σχολείου ικανοποιεί σε μεγάλο βαθμό τις φιλοδοξίες για κοινωνική και επαγγελματική ανέλιξη των παιδιών αυτής της επαγγελματικής τάξης μέσα σε μια κοινωνία στην οποία ο τίτλος αυτός αποτελεί σημαντικό τυπικό και ουσιαστικό προσόν για την κατάληψη, ακόμα και υψηλών, θέσεων στο δημόσιο τομέα. Περί αυτού θα ασχοληθούμε ειδικά παρακάτω στο κεφάλαιο «Σύγκριση της κοινωνικής προέλευσης των μαθητών του Ελληνικού Σχολείου και των μαθητών του Γυμνασίου Λευκάδος».

Η μεγάλη πτώση του ποσοστού των παιδιών των υπαλλήλων από το 17,18% (γράφημα 46) στο 11,26% (γράφημα 47) θα ερμηνευτεί βασικά με το ίδιο επιχείρημα που χρησιμοποιήσαμε για να δικαιολογήσουμε τη μείωση του ποσοστού των παιδιών των ανώτερων ελεύθερων επαγγελματιών: η πτώση του ποσοστού μετά την Ένωση δεν πρέπει να ερμηνευτεί ως απροθυμία του υπαλληλικού στρώματος να κατευθύνει τα παιδιά του προς το Γυμνάσιο. Αλλά, καθώς αυξάνεται θεαματικά σε απόλυτους αριθμούς το μαθητικό δυναμικό του Γυμνασίου, αυξάνεται θεαματικά (γράφημα 47) και το ποσοστό των παιδιών άλλων επαγγελματικών-κοινωνικών κατηγοριών, μερικές από τις οποίες (π.χ., οι γεωργοί) είναι σαφώς πολυπληθέστερες και οι οποίες ως τότε είχαν δυσκολότερη πρόσβαση στο Γυμνάσιο, ενώ το ποσοστό των υπαλλήλων είναι ήδη υψηλό και αντικειμενικά δεν επιδέχεται ισόποση βελτίωση. Δηλαδή, ενώ στο πλαίσιο του κοινωνικού στρώματος η ζήτηση γυμνασιακής παιδείας συνεχίζεται, το ποσοστό του επί του συνολικού μαθητικού δυναμικού μειώνεται, καθώς βελτιώνονται τα ποσοστά άλλων πολυπληθών επαγγελματικών ομάδων. Επί πλέον, είναι πολύ πιθανό πολλές αναγραφές επαγγελμάτων, τις οποίες ομαδοποιήσαμε στην κατηγορία «υπάλληλος», να υποκρύπτουν183 μία μόνο επαγγελματική ενασχόληση του δηλουμένου, παράλληλη με

183. Π.χ., είναι προβληματικό ποια ακριβώς επαγγελματική ιδιότητα περιέχεται στις ονομασίες «διαχειριστής», «κλήτωρ», «πρωτοκολλιστής», «φαροφύλαξ».

Σελ. 105
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/66/gif/106.gif&w=600&h=915

άλλη ή άλλες - κάτι που απαντάται πιο εύκολα όσο πάμε πιο πίσω στο χρόνο και πιο δύσκολα όσο περισσότερο προχωράμε προς την αυστηροποίηση των προδιαγραφών του υπαλληλικού επαγγέλματος και την «καθιέρωσή» του ως αποκλειστικού επαγγέλματος εκείνου που το ασκεί, κυρίως από το 1911 και εντεύθεν, οπότε κατοχυρώνεται συνταγματικά και η μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων. Πιο απλά: πολλοί από εκείνους που ομαδοποιήσαμε πριν από το 1866 ως υπαλλήλους πιθανόν δεν είναι υπάλληλοι με την κυριολεκτική σημασία του όρου. Ο μέσος όρος του ποσοστού στη διαχρονία 1829-1929 (το 11,99% του γραφήματος 50) προσεγγίζει το ποσοστό 11,26% της περιόδου 1866-1929, για τον ίδιο λόγο που εξηγήσαμε ανωτέρω για τους εμπόρους και τους ανώτερους ελεύθερους επαγγελματίες.

Εντυπωσιακή είναι η άνοδος των ποσοστών των παιδιών των κληρικών και των εκπαιδευτικών. Τα γραφήματα δείχνουν μεγαλύτερη δυνατότητα πρόσβασης των παιδιών τους στο Γυμνάσιο μετά την Ένωση. Δύο λόγοι πιθανολογούνται: ο πρώτος είναι η πληθυσμιακή αύξηση αυτών των επαγγελματικών ομάδων (κάτι για το οποίο δεν έχουμε ακριβή στοιχεία, αλλά μόνο εμπειρικά δεδομένα και λογικές εκτιμήσεις) και ο δεύτερος η διαρκώς εντονότερη ζήτηση γυμνασιακής παιδείας από τα μέλη τους -προϊόντος του χρόνου- ή και οι δύο μαζί.

4. Η κοινωνική προέλευση των μαθητών (και των δύο φύλων αδιακρίτως)

του Ελληνικού Σχολείου Λευκάδος Η κοινωνική προέλευση των μαθητών του Ελληνικού Σχολείου Λευκάδος φαίνεται στο γράφημα 49, που αποτυπώνει τα ποσοστά επί τοις % των ετήσιων εγγραφών του «επαγγέλματος πατρός» των μαθητών του Ελληνικού Σχολείου. Παρακολουθώντας το γράφημα και αφαιρώντας το 9,36% των ορφανών, καταλήγουμε στις εξής διαπιστώσεις:

Η πρώτη διαπίστωση είναι ότι η κατάσταση γενικώς εμφανίζεται όπως και στο Γυμνάσιο (οι διαφορές τους εξετάζονται χωριστά παρακάτω): και εδώ υπερτερούν εμφανώς τα κοινωνικά-επαγγελματικά εκείνα στρώματα που ζουν, αποκλειστικά ή κυρίως ή σε ικανοποιητικό ποσοστό, σε αστικό περιβάλλον (στην πόλη της Λευκάδας, δηλαδή) σε βάρος των στρωμάτων που ζουν, αποκλειστικά ή κυρίως, εκτός πόλης. Τα παιδιά αυτών που ανήκουν στην πρώτη ομάδα (έμποροι, υπάλληλοι, εκπαιδευτικοί, ανώτεροι ελεύθεροι επαγγελματίες, κατώτεροι ελεύθεροι επαγγελματίες, κληρικοί εν μέρει και το μεγάλο μέρος των κτηματιών) αποτελούν τη συντριπτική πλειοψηφία των μαθητών του Ελληνικού Σχολείου. Ορθότερο, πάντως, θα ήταν να καταλήξουμε σε ένα πειστικότερο σχήμα: τα παιδιά των ισχυρότερων, οικονομικά και κοινωνικά, στρωμάτων υπερτερούν σαφώς των παιδιών των ασθενέστερων κοινωνικά στρωμάτων.

Σελ. 106
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/66/gif/107.gif&w=600&h=915

Η ανωτέρω διάκριση μέχρι ενός βαθμού θα μπορούσε να θεωρηθεί και διάκριση αγροτικού και αστικού στοιχείου, με όλες τις αναγκαίες προεκτάσεις που αυτή συνεπάγεται. Αλλά, όπως εξηγήσαμε και ανωτέρω για το Γυμνάσιο, μόνο μέχρι ενός βαθμού: τα υπάρχοντα στοιχεία δεν είναι επαρκή για να στηρίξουν εκείνες τις επεξεργασίες που θα οδηγήσουν στην κατάρτιση ενός αξιόπιστου σχήματος με πόλους τον «αστικό μαθητικό πληθυσμό» και τον «αγροτικό μαθητικό πληθυσμό». Από τα στοιχεία όμως των ετών (γραφήματα 50 και 51) 1884-89 και 1918-29 -για τα οποία υπάρχουν στοιχεία- διαπιστώνουμε ότι συνολικά μεν οι μαθητές από την πόλη υπερτερούν των μαθητών από την ύπαιθρο (55,64% έναντι 44,36%), αλλά ότι ο αριθμός των τελευταίων κατά τη δεκαετία του 1920 φθάνει τον αριθμό των πρώτων και σε ορισμένα σχολικά έτη τον ξεπερνά. Για μια καλύτερη εκτίμηση της κατάστασης πρέπει να λάβουμε υπόψη ότι την εποχή αυτή λειτουργούν Ελληνικά Σχολεία και σε άλλα μέρη της Λευκάδας και της Ακαρνανίας, στα οποία φοιτούν αποκλειστικά σχεδόν παιδιά καταγόμενα από την ύπαιθρο. Αλλά για το θέμα αυτό θα ασχοληθούμε εκτενέστερα στο κεφάλαιο Γ' Τόπος καταγωγής των μαθητών.

Ισχύει και στο Ελληνικό Σχολείο, αλλά σε μικρότερο βαθμό (οι διαφορές εξετάζονται χωριστά παρακάτω), η διαπίστωση που κάναμε για το Γυμνάσιο: τα παιδιά των ισχυρότερων οικονομικά-κοινωνικά-πολιτισμικά στρωμάτων (κτηματίες, έμποροι και ανώτεροι ελεύθεροι επαγγελματίες κυρίως, αλλά και υπάλληλοι, κληρικοί και εκπαιδευτικοί) υπερτερούν των παιδιών των ασθενέστερων, ως προς τα ανωτέρω κοινωνικά χαρακτηριστικά, στρωμάτων (γεωργοί, κατώτεροι ελεύθεροι επαγγελματίες και εργάτες-ναύτες). Τα παιδιά των κτηματιών, των εμπόρων και των ανώτερων ελεύθερων επαγγελματιών αποτελούν το 39,18% του μαθητικού πληθυσμού και τα παιδιά των υπαλλήλων, των κληρικών και των εκπαιδευτικών το 17,72% - σύνολο 56,90%. Και η υπεροχή τους θα φανεί εντονότερα, αν συνυπολογίσουμε ότι τα υστερούντα εκπαιδευτικούς στρώματα υπερτερούν πληθυσμιακώς των εκπαιδευτικώς υπερτερούντων. Όπως και για το Γυμνάσιο, η διαπίστωση αυτή δεν είναι συμβατή με το ερμηνευτικό σχήμα που προτείνει ο Κ. Τσουκαλάς,184 ότι δηλαδή το μεγαλύτερο ποσοστό των μαθητών της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης παρατηρείται στις περιοχές που υπάρχει «έντονη και μαζική αγροτική έξοδος», ότι δηλαδή στη μέση εκπαίδευση κατευθύνονται πιο πολύ οι γόνοι των μικροϊδιοκτητών-μικροκαλλιεργητών γεωργών. Η ένσταση αυτή θα μπορούσε να διατυπωθεί και διαφορετικά: τα εκπαιδευτικά δεδομένα της Λευκάδας δεν κινούνται στην ίδια φορά με την, κατά Τσουκαλά, επικρατούσα σε πανελλαδικό επίπεδο τάση. Η διαπίστωση αυτή

184. Τσουκαλάς, ό.π., σ. 422-426.

Σελ. 107
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/66/gif/108.gif&w=600&h=915

αντιφάσκει μερικώς με τη διαπίστωση στην οποία καταλήξαμε προηγουμένως, ότι δηλαδή κατά τη δεκαετία του 1920 ο αριθμός των παιδιών από την ύπαιθρο (το χώρο που αποτελείται σχεδόν αποκλειστικά από μικροϊδιοκτήτες-μικροκαλλιεργητές) φθάνει και ξεπερνά τον αριθμό των παιδιών από την πόλη. Όπως και για το Γυμνάσιο, το συμπέρασμα είναι ότι το ερμηνευτικό σχήμα του Τσουκαλά ισχύει για τη Λευκάδα μόνο για τον 20ό αιώνα και, κυρίως, την τρίτη δεκαετία του, και όχι για όλο το διάστημα λειτουργίας του Ελληνικού Σχολείου. Στο 19ο αιώνα, στον οποίο στηρίζεται κυρίως το ερμηνευτικό σχήμα του Τσουκαλά, τα πράγματα είναι διαφορετικά.

Ελάχιστο (2,16%) είναι το ποσοστό των μαθητών του Ελληνικού Σχολείου που οι πατέρες τους δηλώνονται ως «εργάτες» και «ναύτες», δηλαδή τα παιδιά των επαγγελματικών εκείνων στρωμάτων η ονομασία των οποίων υποδηλώνει ότι τα μέλη τους είναι υποκείμενα εξαρτημένης εργασίας. Αυτό σημαίνει αναντίρρητα ότι η δυνατότητα πρόσβασης των στρωμάτων αυτών, ακόμα και στον πρώτο κύκλο της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, είναι εξαιρετικά περιορισμένη. Για να σταθμίσουμε όμως σωστά το ειδικό βάρος αυτής της τελευταίας διαπίστωσης, πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι το επαγγελματικό-κοινωνικό στρώμα «εργάτες» και «ναύτες», όπως το προσδιορίσαμε ως σύνολο ατόμων που παρέχουν εξαρτημένη εργασία, αριθμητικά είναι πολύ μικρό. Το δείγμα, πάντως, που εξετάζουμε είναι πιο αντιπροσωπευτικό από το αντίστοιχο του Γυμνασίου: 44 ατόμων αναγράφεται ως επάγγελμα το «εργατικός» ή «εργάτης» και 33 το «ναυτικός» ή «ναύτης» έναντι 6 και 8 του Γυμνασίου. Για το ζήτημα αυτό αναφερθήκαμε εκτενέστερα ανωτέρω κατά την εξέταση του ποσοστού της επαγγελματικής αυτής ομάδας στο Γυμνάσιο.

Το 16,60% των μαθητών του Ελληνικού Σχολείου, οι οποίοι είναι παιδιά κτηματιών, είναι ένα υπολογίσιμο ποσοστό συγκριτικά με τον αριθμό των κτηματιών της Λευκάδας. Υπενθυμίζουμε αυτό που σημειώσαμε ανωτέρω εξετάζοντας τα ποσοστά πρόσβασης της ομάδας αυτής στο Γυμνάσιο: οι κτηματίες αποτελούν μικρή μειοψηφία του πληθυσμού, ποσοστό σαφώς μικρότερο του 16,60%. Η διαπίστωση έρχεται να ενισχύσει την αντίστοιχη διαπίστωση που κάναμε για το Γυμνάσιο Λευκάδος: τα ευρήματά μας φαίνεται πως έρχονται σε μερική (γιατί το σχήμα δεν είναι ενιαίο για όλα τα Ιόνια) αντίθεση με την άποψη του Τσουκαλά,185 ότι στα Ιόνια Νησιά η γαιοκτητική αριστοκρατία τηρεί έντονα αρνητική στάση απέναντι στη δημόσια εκπαίδευση και προτιμά να στέλνει τα παιδιά της σε ιδιωτικά σχολεία ή να τα εκπαιδεύει κατ' οίκον. Αν εξετάσουμε τα πράγματα στη συνάρτηση του χρόνου, θα αντιληφθούμε ότι το σχήμα δεν ισχύει κυρίως για το 19ο αιώνα, ενώ στον 20ό αιώνα τα πράγματα

185. Βλ. ανωτέρω «Η κοινωνική προέλευση των μαθητών του Γυμνασίου συνολικά στη διαχρονία 1829-1929».

Σελ. 108
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/66/gif/109.gif&w=600&h=915

διαφοροποιούνται. Το 1870 αντιστοιχούν 11 παιδιά γεωργών σε σύνολο 40 μαθητών (1/3,6) και έπειτα η σχέση αυτή διαφοροποιείται ανά δεκαετία ως εξής: 15/82 (1/5,5) το 1880, 33/128 (1/3,9) το 1890, 26/143 (1/5,5) το 1900, 19/145 (1/7,6) το 1910, 12/180 (1/15) το 1920 και 14/204 (1/14,7) το 1929.

Αξιοπρόσεκτο και πολυσήμαντο είναι το υψηλό ποσοστό 23,81% των μαθητών που είναι παιδιά γεωργών. Η λεπτομερής συσχέτιση του αριθμού των μαθητών-παιδιών των γεωργών με το σύνολο του μαθητικού δυναμικού επιβεβαιώνει και διευρύνει χρονικά το συμπέρασμα στο οποίο μας οδήγησαν ήδη τα γραφήματα 50 και 51: στη συνάρτηση του χρόνου το ποσοστό των παιδιών των γεωργών στη σύνθεση του μαθητικού πληθυσμού του Ελληνικού Σχολείου αυξάνεται σταθερά και θεαματικά. Το 1870 αντιστοιχεί 1 παιδί γεωργού σε σύνολο 40 μαθητών και ακολούθως η σχέση ανά δεκαετία διαμορφώνεται ως εξής: 6/82 (1/13,7) το 1880, 26/128 (1/4,9) το 1890, 17/143 (1/8,4) το 1900, 29/145 (1/5) το 1910, 44/180 (1/4) το 1920 και 34/204 (1/6) το 1929. Εξηγήσαμε ήδη ότι αυτό το εύρημα είναι συμβατό με το ερμηνευτικό σχήμα του Τσουκαλά: πιστοποιεί ότι και στη Λευκάδα, κατά τη χρονική περίοδο που εξετάζουμε, είναι έντονη η τάση τα παιδιά των μικροϊδιοκτητών-μικροκαλλιεργητών να επιχειρήσουν την «αγροτική έξοδο» μέσω της φοίτησής τους στη μέση εκπαίδευση και, κυρίως, μέσω του πρώτου κύκλου της - αλλά το φαινόμενο δεν έχει την ίδια τάση στη συνάρτηση του χρόνου.

Αξιοπρόσεκτο είναι και το ποσοστό των μαθητών που είναι παιδιά κληρικών, γεγονός που αποδεικνύει ότι η κοινωνική αυτή ομάδα έχει ικανοποιητική παρουσία και στον πρώτο κύκλο της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Το ίδιο μπορεί να λεχθεί και για τα παιδιά των εκπαιδευτικών. Τα ποσοστά των παιδιών των ομάδων αυτών επί του μαθητικού πληθυσμού είναι πολύ υψηλότερα από τα ποσοστά των ομάδων αυτών επί του συνολικού πληθυσμού της νήσου.

5. Σύγκριση της κοινωνικής προέλευσης των μαθητών (και των δύο φύλων

αδιακρίτως) του Ελληνικού Σχολείου και των μαθητών του Γυμνασίου

Λευκάδος

Πρέπει κατ' αρχάς να διευκρινίσουμε ότι η σύγκριση της κοινωνικής προέλευσης των μαθητών των δύο σχολείων αφορά τη χρονική περίοδο μετά την Ένωση (1866-1929), οπότε συνυπάρχουν το Ελληνικό Σχολείο με το τετρατάξιο Γυμνάσιο, διότι σύγκριση νοείται μόνο όταν υπάρχουν παράλληλα και οι δύο τύποι σχολείων της μέσης εκπαίδευσης και όχι μόνο ο ένας, όπως συμβαίνει στην εποχή του Ιονίου Κράτους. Τα συγκρινόμενα στοιχεία απεικονίζονται στα γραφήματα 49 για το Ελληνικό Σχολείο και 47 για το Γυμνάσιο.

Η σύγκριση είναι πολύ ενδιαφέρουσα, γιατί δείχνει από μια άλλη, πιο σφαιρική οπτική τη σχέση ανάμεσα στην κοινωνική προέλευση των μαθητών και στη δυνατότητα πρόσβασής τους στο δίκτυο της δευτεροβάθμιας εκ-

Σελ. 109
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/66/gif/110.gif&w=600&h=915

εκπαίδευσης. Συγκεκριμένα, μπορεί να δείξει ποια επαγγελματικά-κοινωνικά στρώματα έχουν περισσότερες δυνατότητες-πιθανότητες να προχωρήσουν πέραν του Ελληνικού Σχολείου στο Γυμνάσιο και ποια λιγότερες. Το πέρασμα από τον έναν κύκλο στον άλλον δεν είναι εύκολο και αυτή η δυσκολία οφείλεται σε πολλούς λόγους:

- Πρώτον, στη δυσκολία μετακίνησης, η οποία στην ουσία είναι μια δυσκολία οικονομικής φύσης: Γυμνάσια υπάρχουν μόνο στις πρωτεύουσες των νομών και, επομένως, τα έξοδα για το μαθητή του Γυμνασίου που δεν είναι μόνιμος κάτοικος της πρωτεύουσας είναι πολύ περισσότερα από τα έξοδα του μαθητή του Ελληνικού Σχολείου, γιατί ο τελευταίος έχει πολύ περισσότερες πιθανότητες να φοιτήσει σε σχολείο του τόπου κατοικίας του ή κοντά σε αυτόν. Και τα έξοδα αυτά είναι δυσβάστακτα για τα ασθενέστερα οικονομικώς στρώματα. Στην περίπτωσή μας αυτή η δυσκολία δεν ισχύει, γιατί και τα δύο συγκρινόμενα σχολεία βρίσκονται στην πόλη της Λευκάδας.

- Δεύτερον, στη διαπιστωμένη -και ερμηνεύσιμη κοινωνικά και οικονομικά- ανάγκη των ελληνικών οικογενειών της εποχής να κρατήσουν τα άρρενα παιδιά τους κοντά τους, για να τα εντάξουν στην παραγωγική διαδικασία της οικογένειας, δίνοντάς τους συμπληρωματικούς επαγγελματικούς ρόλους και ετοιμάζοντάς τα για την ανάληψη της αρχηγίας του δικού τους νοικοκυριού. Είναι αυτονόητο ότι η ανάγκη αυτή εμφιλοχωρούσε, κυρίως, στα αγροτικά στρώματα και στους μικροεπαγγελματίες. Και για μεν την απουσία των τριών ετών του Ελληνικού Σχολείου υπήρχε μια δυνατότητα ανοχής, που τη δημιουργούσε και τη στήριζε η προσδοκία των επαγγελματικών ωφελημάτων του μαθητή από τα επαγγελματικά και κοινωνικά διαπιστευτήρια που του εξασφάλιζε ο τίτλος του Ελληνικού Σχολείου. Για τα επόμενα τέσσερα χρόνια του Γυμνασίου όμως η δυνατότητα των στρωμάτων αυτών περιοριζόταν αισθητά.

Παράλληλα, πρέπει να έχουμε υπόψη μας ποιες επαγγελματικές προοπτικές ανοίγονταν για τους αποφοίτους του κάθε τύπου σχολείου και τις προσδοκίες περί της μελλοντικής επαγγελματικής τους πορείας. Το απολυτήριο του Ελληνικού Σχολείου παρείχε στον κάτοχό του πολύ μεγάλες πιθανότητες για την κατάληψη υπαλληλικής θέσης στο δημόσιο τομέα, αλλά και ισχυρό κοινωνικό γόητρο σε μια κοινωνία στην οποία πλειοψηφούσαν οι αναλφάβητοι. Το απολυτήριο του Γυμνασίου επέτρεπε στον κάτοχό του να έχει τις ίδιες δυνατότητες σε μεγαλύτερο βαθμό αλλά και το εισιτήριο για το Πανεπιστήμιο, οι απόφοιτοι του οποίου βαθμιαία συγκροτούσαν την επαγγελματική και πολιτική ελίτ της ελληνικής κοινωνίας. Και το κοινωνικό status των ατόμων καθορίζει σε μεγάλο βαθμό ποιες από τις προοπτικές αυτές είναι συμβατές με τις δικές τους δυνατότητες και φιλοδοξίες.

Οι παρακάτω διαπιστώσεις εξάγονται από τη σύγκριση των δύο γραφημάτων 49 για το Ελληνικό Σχολείο και 47 για το Γυμνάσιο. Συγχρόνως, στο

Σελ. 110
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/66/gif/111.gif&w=600&h=915

γράφημα 52 παρακολουθούμε τα συγκεντρωτικά ποσοστά των παιδιών των διαφόρων επαγγελματικών ομάδων που φοίτησαν στο Γυμνάσιο και στο Ελληνικό Σχολείο:

Αίσθηση προκαλεί η ραγδαία αύξηση του ποσοστού των ορφανών μαθητών στο Γυμνάσιο, η οποία φθάνει σχεδόν το 50% έναντι της αντίστοιχης στο Ελληνικό.186 Το συγκεντρωτικό ποσοστό των ορφανών και των δύο σχολείων είναι 12,7%. Είναι φανερό ότι τα στοιχεία αποτυπώνουν αυτό που μας είναι γνωστό από άλλες πηγές: στις κοινωνίες αυτές -στις κοινωνίες του 19ου αιώναπροϊούσης της ηλικίας, η θνησιμότητα των ανθρώπων αυξάνεται θεαματικά, δηλαδή ο μέσος όρος ζωής είναι μικρός. Και στην περίπτωση της Λευκάδας, και ειδικά της πόλης, την κατάσταση επιδεινώνουν εγχώριοι δυσμενείς παράγοντες: το κλίμα, η έλλειψη καθαριότητας και οι ανθυγιεινές κατοικίες.187

Τα ποσοστά των παιδιών των ασθενέστερων επαγγελματικών-κοινωνικών ομάδων είναι πολύ υψηλότερα στο Ελληνικό Σχολείο, ενώ πέφτουν εντυπωσιακά στο Γυμνάσιο. Συγκεκριμένα:

- Το ποσοστό των παιδιών των γεωργών υφίσταται θεαματική μείωση: από 23,81% πέφτει στο 16,97% - μια πτώση της τάξης των επτά μονάδων.

- Ακόμα μεγαλύτερη είναι η ποσοστιαία πτώση των παιδιών των κατώτερων ελεύθερων επαγγελματιών: από 17,14% σε 9,46% - μια μείωση της τάξης των οκτώ μονάδων, δηλαδή οι δυσκολίες αυτού του στρώματος για την πρόσβαση στο Γυμνάσιο αποδεικνύονται μεγαλύτερες από τις δυσκολίες των γεωργών.

- Μηδενίζεται σχεδόν το ποσοστό των παιδιών των εργατών-ναυτών: από 2,16% πέφτει στο 0,82%. Στο ίδιο συμπέρασμα οδηγεί και η εξέταση των απόλυτων αριθμητικών δεδομένων: 44 γονέων μαθητών του Ελληνικού Σχολείου (1866-1929) αναγράφεται ως επάγγελμα το «εργατικός» ή «εργάτης» και 33 το «ναυτικός» ή «ναύτης» έναντι 6 και 8 του Γυμνασίου (1829-1929).

Την αιτία της πτώσης των ποσοστών αυτών των επαγγελματικών-κοινωνικών στρωμάτων την έχουμε ήδη επισημάνει: τα παιδιά τους για συγκεκριμένους οικονομικούς και κοινωνικούς λόγους έχουν πολύ λιγότερες δυνατότητες να συνεχίσουν τις σπουδές τους στο Γυμνάσιο. Και στην περίπτωση της Λευκάδας είναι αυταπόδεικτο ότι τη μείωση δεν την προκαλεί η δυσκολία της μετακίνησης, αλλά οι περιορισμένες οικονομικές αντοχές των οικογενειών τους και οι μικρότερου βεληνεκούς επαγγελματικές προσδοκίες των στρωμάτων αυτών για την επαγγελματική πορεία των παιδιών τους μετά την έξοδό τους από τα δικά τους επαγγελματικά όρια: ο τίτλος του Ελληνικού Σχολείου ικανοποιεί σε μεγάλο βαθμό τις φιλοδοξίες για κοινωνική και επαγγελματική ανέ-

186. Τα ποσοστά αυτά δεν αποτυπώνονται στα γραφήματα.

187. Για περισσότερες λεπτομέρειες βλ. υποσημείωση 181.

Σελ. 111
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/66/gif/112.gif&w=600&h=915

ανέλιξη των παιδιών αυτής της επαγγελματικής τάξης μέσα σε μια κοινωνία και ένα κράτος όπου ο τίτλος αυτός αποτελεί σημαντικό τυπικό και ουσιαστικό προσόν για την κατάληψη, ακόμα και υψηλών, θέσεων στο δημόσιο τομέα.

Δίπλα στην πτώση των ποσοστών των ασθενέστερων στρωμάτων παρατηρείται θεαματική αύξηση του ποσοστού των ισχυροτέρων. Συγκεκριμένα:

- Οι κτηματίες ανεβαίνουν θεαματικά κατά 7 περίπου εκατοστιαίες μονάδες, καθώς από το 16,60% στο Ελληνικό Σχολείο φθάνουν στο 23,77% στο Γυμνάσιο.

- Οι ανώτεροι ελεύθεροι επαγγελματίες από 7,77% στο Ελληνικό Σχολείο φθάνουν στο 10,44% στο Γυμνάσιο - μια αύξηση της τάξης των τριών περίπου μονάδων.

- Οι εκπαιδευτικοί σημειώνουν αύξηση σχεδόν τρεις εκατοστιαίες μονάδες.

- Οι έμποροι σημειώνουν μια αύξηση κατά μία περίπου εκατοστιαία μονάδα.

- Οι υπάλληλοι σημειώνουν μια μικρή αύξηση - μία μονάδα περίπου. Και αν προσθέσουμε και το ποσοστό των εκπαιδευτικών οι οποίοι ανήκουν σε αυτό το επαγγελματικό στρώμα, η αύξηση γίνεται μεγαλύτερη.

Η ερμηνεία και για τα συμπεράσματα αυτά έχει ήδη δοθεί: τα ισχυρότερα, από οικονομική και κοινωνική άποψη, επαγγελματικά-κοινωνικά στρώματα έχουν καλύτερη πρόσβαση στο δεύτερο κύκλο της μέσης εκπαίδευσης, ο οποίος οδηγεί και στα πιο «προνομιούχα» επαγγέλματα, γιατί και καλύτερες οικονομικές δυνατότητες έχουν και το βεληνεκές των φιλοδοξιών τους -όπως διαμορφώνονται από τις συλλογικές νοοτροπίες και τα κοινωνικά στερεότυπαείναι μεγαλύτερο: το απολυτήριο του Γυμνασίου και από μόνο του έχει μεγάλο συμβολικό και ουσιαστικό βάρος για την κοινωνική και επαγγελματική καταξίωση του κατόχου του, αλλά αποτελεί και το απαραίτητο προσόν για την είσοδο στο Πανεπιστήμιο, το φορέα που χορηγεί τους τίτλους για την είσοδο στο χώρο των προνομιούχων οικονομικά και κοινωνικά επαγγελματικών ελίτ, οι οποίες διαμορφώνονται καθώς η ελληνική κοινωνία βαδίζει, με τους δικούς της ρυθμούς, στο δρόμο της αστικοποίησης και συγκροτούν την ιθύνουσα τάξη της ελληνικής κοινωνίας. Το παράδειγμα της Λευκάδας αυτό δείχνει.

Στο γράφημα 52 βλέπουμε τα συγκεντρωτικά ποσοστά των παιδιών των διαφόρων επαγγελματικών κατηγοριών όλων των σχολείων μέσης εκπαίδευσης της Λευκάδας στη διαχρονία 1829-1929. Τα ποσοστά παραλλάζουν και το εύρος των μεταξύ τους διαφοροποιήσεων μετριάζεται, αλλά τα βασικά συμπεράσματα, που μας προέκυψαν από τις επί μέρους εξονυχιστικές αναλύσεις, δεν υφίστανται άξιες λόγου τροποιήσεις: τα παιδιά των κτηματιών, σε αντίθεση με το πολλάκις μνημονευθέν σχήμα του Τσουκαλά, αποτελούν το 20% του μαθητικού πληθυσμού και το συνολικό ποσοστό των ισχυρότερων επαγγελματικών κοινωνικών στρωμάτων υπερβαίνει το 60%.

Σελ. 112
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/66/gif/113.gif&w=600&h=915

6. Κοινωνική προέλευση και φύλο των μαθητών

Στα προηγούμενα κεφάλαια εξετάσαμε την κοινωνική προέλευση των μαθητών ανεξαρτήτως φύλου. Στο κεφάλαιο αυτό θα την εξετάσουμε εισάγοντας και την παράμετρο του φύλου και φωτίζοντας, κυρίως, τις όψεις εκείνες που αφορούν τη φοίτηση των θηλέων. Προηγουμένως όμως θα δώσουμε λίγα βασικά στοιχεία για τη δυνατότητα πρόσβασης των θηλέων στο σχολικό δίκτυο της μέσης εκπαίδευσης, τα οποία αντλούμε από το βιβλίο της Σιδηρούλας ΖιώγουΚαραστεργίου, Η Μέση Εκπαίδευση των κοριτσιών στην Ελλάδα (1830-1893):

- Η δημόσια μέση εκπαίδευση (τα Ελληνικά Σχολεία και τα Γυμνάσια), όπως οργανώθηκε με το διάταγμα του 1836, ήταν προορισμένη αποκλειστικά για τους άρρενες. Πουθενά δεν γίνεται αναφορά για «μαθήτριες» παρά μόνο για «μαθητές».188

- Μέχρι την τελευταία δεκαετία του αιώνα δευτεροβάθμια εκπαίδευση στα κορίτσια παρέχουν μόνο τα αμιγώς ιδιωτικά σχολεία (τα ονομαζόμενα «Ανώτερα Παρθεναγωγεία»), το Αρσάκειο της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας (που επιχορηγείται από την Πολιτεία) και το δημοσυντήρητο «Ανώτερο Παρθεναγωγείο» της Ερμούπολης.189

- Είναι χαρακτηριστικό ότι σε επίσημο στατιστικό πίνακα του Υπουργείου Παιδείας το 1853 τα σχολεία της χώρας κατατάσσονται σε τρεις κατηγορίες: η πρώτη περιλαμβάνει το Πανεπιστήμιο, τα Γυμνάσια και τα Ελληνικά Σχολεία των αγοριών, η δεύτερη, με τίτλο «Δημοτική Εκπαίδευσις», περιλαμβάνει τα Δημοτικά Σχολεία των αγοριών και το Διδασκαλείο, και η τρίτη, με τίτλο «Εκπαίδευσις του θήλεος γένους», περιλαμβάνει το Αρσάκειο και τα «δημοσυντήρητα» και «ιδιοσυντήρητα» σχολεία των κοριτσιών.190 Δηλαδή, η Πολιτεία ομολογεί ότι η εκπαίδευση των θηλέων -δημοτική και μέση- αποτελεί τμήμα εντελώς ξεχωριστό από τον επίσημο κορμό της ελληνικής εκπαίδευσης.

- Τα Παρθεναγωγεία αναγνωρίζονται ως σχολεία μέσης εκπαίδευσης, αντίστοιχα με τα Ελληνικά Σχολεία, από το τέλος της δεκαετίας του 1850: «Παρθεναγωγεία ιδιωτικά μέσης εκπαιδεύσεως» ονομάζει στατιστικός πίνακας του Υπουργείου Παιδείας το 1858 τα σχετικά ιδιωτικά σχολεία. Μέχρι τότε ήταν σχολεία δημοτικής εκπαίδευσης. Αλλά και μετά την «αναγνώρισή» τους, η ποιότητά τους σε σύγκριση προς τα Ελληνικά Σχολεία των αγοριών είναι χαμηλή.191

188. Σιδηρούλα Ζιώγου-Καραστεργίου, Η Μέση Εκπαίδευση των κοριτσιών στην Ελλάδα (1830-1893), Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας - Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς, Αθήνα 1986, σ. 69.

189. Ζιώγου-Καραστεργίου, ό.π., σ. 228-9 και 241-2.

190. Ζιώγου-Καραστεργίου, ό.π., σ. 125.

191. Ζιώγου-Καραστεργίου, ό.π., σ. 125-8.

Σελ. 113
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/66/gif/114.gif&w=600&h=915

Α) Οι θήλεις σε σύγκριση με τους άρρενες στο πλαίσιο της κάθε επαγγελματικής ομάδας

1. Τετρατάξιο Γυμνάσιο Λευκάδος Για να δείξουμε τη σχέση των μαθητών και των μαθητριών στο πλαίσιο της κάθε επαγγελματικής ομάδας, παραθέτουμε πρώτα δύο πίνακες:

0 πρώτος καταγράφει, με κριτήριο κατάταξης το «επάγγελμα πατρός», τον αριθμό των φυσικών προσώπων, αρρένων και θηλέων χωριστά, που φοίτησαν στο Γυμνάσιο Λευκάδος κατά το χρονικό διάστημα 1866-1929. Πρέπει εδώ να σημειώσουμε ότι οι πρώτες εγγραφές θηλέων στο Γυμνάσιο απαντούν το σχολικό έτος 1901-02. Οι μαθητές και οι μαθήτριες καταγράφονται ανεξαρτήτως αν περάτωσαν τις σπουδές τους ή φοίτησαν μόνο για κάποιο διάστημα, ή απλώς και μόνο γράφτηκαν στο σχολείο χωρίς να φοιτήσουν ποτέ. Τα ποσοστά στις δύο τελευταίες γραμμές του πίνακα δείχνουν την επί τοις % αναλογία μεταξύ αρρένων και θηλέων μαθητών στο πλαίσιο της κάθε επαγγελματικής ομάδας.

Ο δεύτερος κινείται στην ίδια ακριβώς λογική, αλλά καταγράφει όχι τον πραγματικό αριθμό των μαθητών αλλά το άθροισμα των ετήσιων εγγραφών των αρρένων και των θηλέων των επαγγελματικών ομάδων. Το άθροισμα αυτό δεν ισούται με το τετραπλάσιο (όσες είναι και οι τάξεις του Γυμνασίου) του αριθμού των προσώπων που φοίτησαν - και δεν ισούται γιατί άλλων (λόγω απόρριψης κ.λπ.) η φοίτηση υπερβαίνει τα τέσσερα σχολικά έτη και άλλων (λόγω εγκατάλειψης, μετεγγραφής κ.λπ.) είναι μικρότερη των τεσσάρων ετών. Επομένως, ο δεύτερος πίνακας αποτυπώνει καλύτερα την εκπαιδευτική πραγματικότητα.

Η σύνταξη δύο πινάκων με παρεμφερή δεδομένα (αριθμός φυσικών προσώπων και άθροισμα ετήσιων εγγραφών) έγινε για να είναι ασφαλέστερα τα συμπεράσματα που θα εξαχθούν από τη μελέτη τους, από τη στιγμή μάλιστα που υπάρχουν και ορισμένες αμφιβολίες για την ακριβή αναγραφή του επαγγέλματος στα κατάστιχα και άλλες δυσκολίες, τις οποίες αναφέραμε στην αρχή του παρόντος κεφαλαίου.

Στους πίνακες αυτούς ο κεντρικός άξονας είναι η σύγκριση της απόλυτης τιμής των ποσοστών των αρρένων και των θηλέων μέσα σε κάθε επαγγελματική ομάδα. Επίσης, οι ορφανοί δεν αφαιρέθηκαν, αλλά εμφανίζονται στους πίνακες σαν να αποτελούσαν κανονική επαγγελματική κατηγορία. Έτσι, και το μέγεθος της θνησιμότητας φαίνεται και η σειρά κατάταξης των επαγγελματικών ομάδων δεν μεταβάλλεται.

Σελ. 114
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/66/gif/115.gif&w=600&h=393

ΠΙΝΑΚΑΣ 1 Τετρατάξιο Γυμνάσιο Λευκάδος, 1866-1929: Άρρενες και θήλεις κατά επαγγελματική ομάδα (σε αριθμούς φυσικών προσώπων)

ΠΙΝΑΚΑΣ 1 Τετρατάξιο Γυμνάσιο Λευκάδος, 1866-1929: Άρρενες και θήλεις κατά επαγγελματική ομάδα (σε αριθμούς φυσικών προσώπων)

Φύλο

Ορφανός

ΑΕΕ

Γεωργός

Εκπ/τικός

Έμπορος

ΚΕΕ

Κληρικός

Κτηματίας Υπάλληλος

Εργάτης-ναύτης

Σύνολο

Άρρενες

253

153

289

80

203

129

82

324

188

11

1.712

Θήλεις

27

18

2

8

36

18

4

5

30

3

151

Σύνολο

280

171

291

88

239

147

86

329

218

14

1.863

Άρρενες

84,08%

89,47%

99,31%

90,91%

84,94%

87,76%

95,35%

98,48%

86,11%

78,57%

91,90%

Θήλεις

15,92%

10,53%

0,69%

9,09%

15,06%

12,24%

4,65%

1,52%

13,89%)

21,42%

8,10%

Σημείωση: Οι πρώτες εγγραφές θηλέων απαντούν το 1901-02.

Σημείωση: Οι πρώτες εγγραφές θηλέων απαντούν το 1901-02.

ΠΙΝΑΚΑΣ 2 Τετρατάξιο Γυμνάσιο Λευκάδος, 1866-1929: Άρρενες και θήλεις κατά επαγγελματική ομάδα (σε ετήσιες εγγραφές μαθητών)

ΠΙΝΑΚΑΣ 2 Τετρατάξιο Γυμνάσιο Λευκάδος, 1866-1929: Άρρενες και θήλεις κατά επαγγελματική ομάδα (σε ετήσιες εγγραφές μαθητών)

Φύλο

Ορφανός

ΑΕΕ

Γεωργός

Εκπ/τικός

Έμπορος

ΚΕΕ

Κληρικός

Κτηματίας Υπάλληλος

Εργάτης-ναύτης

Σύνολο

Άρρενες

763

388

702

226

562

333

219

979

391

27

4.590

Θήλεις

88

47

5

19

99

61

11

11

78

7

426

Σύνολο

851

435

707

245

661

394

230

990

469

34

5.016

Άρρενες

89,66%

89,2%

99,29%

92,24%

85,02%

84,52%

95,22%

98,89%

83,37%

79,41%

91,50%

Θήλεις

10,34%

10,8%

0,71%

7,76%

14,98%

15,48%

4,78%

1,11%

16,63%

20,59%

8,50%

Σημείωση: Οι πρώτες εγγραφές θηλέων απαντούν το 1901-02.

Σημείωση: Οι πρώτες εγγραφές θηλέων απαντούν το 1901-02.

Σελ. 115
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Η Μέση εκπαίδευση στη Λευκάδα (1829-1929)
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 96
    

    2. Η κοινωνική προέλευση των μαθητών του Γυμνασίου (και των δύο φύλων αδιακρίτως) συνολικά στη διαχρονία 1829-1929

    Κατ' αρχάς, θα εξετάσουμε την κοινωνική προέλευση των μαθητών συνολικά στο διάστημα αυτό. Η προέλευση φαίνεται στο γράφημα 45, που αποτυπώνει τα ποσοστά των ετήσιων εγγραφών του «επαγγέλματος πατρός» στη διαχρονία 1829-1929. Παρατηρούμε ότι, αν αφαιρέσουμε το 17,86% των ορφανών,171 το υπόλοιπο 82,14% κατανέμεται με τρόπο που μας οδηγεί στις εξής βάσιμες διαπιστώσεις:

    Η πρώτη έμμεση172 αλλά σαφής διαπίστωση είναι ότι υπερτερούν εμφανώς τα κοινωνικά-επαγγελματικά εκείνα στρώματα που ζουν, αποκλειστικά ή κυρίως ή σε ικανοποιητικό ποσοστό, σε αστικό περιβάλλον (στην πόλη της Λευκάδας, δηλαδή) σε βάρος των στρωμάτων που ζουν, αποκλειστικά ή κυρίως, εκτός πόλης. Τα παιδιά αυτών που ανήκουν στην πρώτη ομάδα173 (έμποροι, υπάλληλοι, εκπαιδευτικοί, ανώτεροι ελεύθεροι επαγγελματίες, κατώτεροι ελεύθεροι επαγγελματίες, κληρικοί εν μέρει και το μεγάλο μέρος των κτηματιών) αποτελούν τη συντριπτική πλειοψηφία των μαθητών του Γυμνασίου Λευκάδος κατά το χρονικό αυτό διάστημα.

    Η ανωτέρω διάκριση μέχρι ενός βαθμού θα μπορούσε να θεωρηθεί και διάκριση αγροτικού και αστικού στοιχείου, με όλες τις αναγκαίες προεκτάσεις που αυτή συνεπάγεται. Αλλά μόνο μέχρι ενός βαθμού: στον αστικό πόλο του σχήματος χωράνε εύκολα οι υπάλληλοι, οι πολλοί έμποροι, οι περισσότεροι επαγγελματίες και οι εκπαιδευτικοί της μέσης εκπαίδευσης, αλλά πολλοί κτηματίες πρέπει να περάσουν στον άλλο πόλο μαζί με τους γεωργούς - άρα, το σχήμα δεν είναι άρτιο, αν και φαίνεται πειστικό. Δεν έχουμε

    171. Εδώ δημιουργείται ένα δυσεπίλυτο μεθοδολογικό πρόβλημα: αν κατανείμουμε το ποσοστό των ορφανών στις διάφορες επαγγελματικές ομάδες -ή ισόποσα ή ανάλογα με το ποσοστά της καθεμίας-, πιθανότατα θα υποπέσουμε σε σφάλμα, διότι θα αγνοήσουμε την κρίσιμη σχέση ανάμεσα στη θνησιμότητα των ανθρώπων και στην κοινωνική τους θέση (θέση που βρίσκεται σε στενή σχέση με το επάγγελμα που ασκούν).

    172. Σημειωτέον ότι στα κατάστιχα του Αρχείου η διάκριση κατοίκου της πόλης / κατοίκου των χωριών σε λίγες περιπτώσεις δηλώνεται. Στη στήλη «τόπος καταγωγής» σημειώνονται τα γενικά «Λευκάς» ή «Λευκάδιος». Επιχειρούμε μέσω της μελέτης των επαγγελμάτων να αναπληρώσουμε εν μέρει αυτή την έλλειψη και να δείξουμε σε αδρές γραμμές τη συμμετοχή των αστικών και αγροτικών στρωμάτων αντιστοίχως στη σύνθεση του μαθητικού πληθυσμού.

    173. Για να γίνουμε σαφέστεροι: οι υπάλληλοι, οι έμποροι και οι ανώτεροι ελεύθεροι επαγγελματίες ζουν αποκλειστικά ή κυρίως στην πόλη. Οι περισσότεροι εκπαιδευτικοί (της μέσης εκπαίδευσης) και οι κατώτεροι ελεύθεροι επαγγελματίες ζουν επίσης στην πόλη. Στην πόλη ζουν και πολλοί κληρικοί (διότι η πόλη έχει πολλούς ναούς) και μεγάλο μέρος των κτηματιών.