Συγγραφέας:Καραμανωλάκης, Βαγγέλης Δ.
 
Τίτλος:Η συγκρότηση της ιστορικής επιστήμης και η διδασκαλία της ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (1837-1932)
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:42
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:2006
 
Σελίδες:551
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Εκπαίδευση-Τριτοβάθμια
 
Παιδεία-Εκπαίδευση
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα, Πανεπιστήμιο Αθηνών
 
Χρονική κάλυψη:1837-1932
 
Περίληψη:Αφετηριακή υπόθεση της εργασίας αυτής είναι ότι η ιστορία συγκροτείται ως επιστήμη μέσα από την καταλυτική επίδραση εκπαιδευτικών θεσμών για την παραγωγή και τη μετάδοση της γνώσης, όπως είναι το πανεπιστήμιο. Οι θεσμοί αυτοί επιβάλλουν σε μεγάλο βαθμό στην ιστοριογραφική παραγωγή τη λογική της συγκρότησης και της λειτουργίας τους, τις αξίες που τους διέπουν, τις πρακτικές ανάδειξης κύρους και τους συσχετισμούς δύναμης που επικρατούν στο εσωτερικό τους, τις σχέσεις τους με την πολιτική εξουσία και την κοινωνία. Η πανεπιστημιακή διδασκαλία της ιστορίας κατά την περίοδο που καλύπτει το βιβλίο συνδέθηκε με μια σειρά από παράγοντες και μεταβλητές, στοιχεία που καθόρισαν και το συγκεκριμένο πλαίσιο αναφοράς : το πανεπιστημιακό περιβάλλον, η ιστοριογραφική παράδοση, τα πρόσωπα που δίδαξαν και οι αποδέκτες της διδασκαλίας τους. Στόχος της παρούσας εργασίας είναι η συνεξέταση αυτών των παραγόντων μέσα στην ευρύτερη πολιτική και κοινωνική συγκυρία από την οποία σε μεγάλο βαθμό ορίστηκαν και την οποία εντέλει επανακαθόρισαν, με άλλα λόγια θέμα του βιβλίου είναι η συγκρότηση, στον χώρο του Πανεπιστημίου Αθηνών, μιας εθνικής-επιστημονικής ιστορίας με έντονο διδακτικό χαρακτήρα, η οποία επηρέασε καθοριστικά τη συνολική ιστοριογραφική παραγωγή, λόγω της σημαίνουσας θέσης του ιδρύματος, καθώς για έναν περίπου αιώνα αποτέλεσε τον μοναδικό οργανωμένο θεσμό της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης ο οποίος παρήγε ιστορική γνώση, κατάρτιζε τους φοιτητές και προετοίμαζε τους αποφοίτους του για τη διάχυση αυτής της γνώσης, μέσω κυρίως του σχολικού δικτύου, στο ελληνικό βασίλειο και στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 43.93 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 113-132 από: 554
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/113.gif&w=600&h=915

ΣΜΙΛΕΥΟΝΤΑΣ ΤΑ ΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

Στους εισιτήριους λόγους του ο Παπαρρηγόπουλος χρησιμοποίησε ευρύ τεκμηριωτικό υλικό για να στηρίξει τα λεγόμενα του. Υπήρξε υπέρμαχος της συγκέντρωσης και αξιοποίησης αρχειακών τεκμηρίων. Εντός του Πανεπιστημίου είχε ασκήσει πιέσεις για τη χρηματοδότηση παρόμοιων εγχειρημάτων, ενώ είχε προβεί προσωπικά σε αναζήτηση «χορηγιών» για το έργο του.262 Πίστευε σε μια αφήγηση βασισμένη σε τεκμήρια, αποστρεφόμενος, ιδιαίτερα στα χρόνια της ωριμότητας, κάθε έννοια φιλοσοφίας της ιστορίας.

Ο Παπαρρηγόπουλος στάθηκε ιδιαίτερα επιφυλακτικός απέναντι στους νόμους της ιστορίας. Σύμφωνα με τον συγγραφέα της ΙΕΕ, για να μπορέσει να υπάρξει κάποιος νόμος έπρεπε ο εισηγητής του να κατέχει την ακριβή γνώση του γεγονότος το οποίο επρόκειτο να ρυθμίσει. Τη ρήτρα αυτή δεν μπορούσαν να εξασφαλίσουν οι υπάρχουσες, αλλά ούτε ενδεχομένως και οι μελλοντικές μας γνώσεις για την παγκόσμια ιστορία. Όπως σημείωνε σε ένα από τα λιγοστά θεωρητικά και μεθοδολογικά κείμενά του, το οποίο απευθυνόταν προς τους νέους του Φιλολογικού Συλλόγου «Παρνασσός», χρονολογημένο στις 11 Ιανουαρίου 1872, οι μόνοι ιστορικοί νόμοι που θα μπορούσε να αναγνωρίσει ο ίδιος ήταν η Αδιάλειπτος πρόοδος του εξωτερικού της ανθρωπότητος κόσμου, καθώς και η Αναλλοίωτος μονιμότης του ηθικού.263

Στο έργο του Παπαρρηγόπουλου οι έννοιες της ενότητας και της συνέχειας μετασχηματίζονται, χάνουν τον παγκόσμιο χαρακτήρα τους, αποκτούν εθνικές διαστάσεις. Από την παγκόσμια συνέχεια και ενότητα μεταβαίνουμε στην αδιάσπαστη συνέχεια του ελληνικού έθνους, στην πολιτισμική και πολιτική ενότητά του. Στο πλαίσιο αυτό αναδεικνύεται η σημασία του βυζαντινού κράτους, καθώς η πολιτική ενότητα του ελληνισμού επέτρεψε την κυριαρχία

αφορμή το βιβλίο του I.F.A. Peyre, Histoire de la première croisade (1859), καθώς και τον εισιτήριο λόγο του 1878-1879.

262. Το 1868 ο Παπαρρηγόπουλος ως μέλος της Συγκλήτου είχε εισηγηθεί στο σώμα την αποστολή του Ιωάννη Σακελλίωνος στο Άγιον Όρος και αλλού για συλλογή χειρογράφων (συνεδρίαση 22ας Αυγούστου 1868). Το 1870, πάλι, είχε ζητήσει από το Πανεπιστήμιο να τον συνδράμει οικονομικά ώστε να ταξιδέψει στη Φλωρεντία για έρευνα στις βιβλιοθήκες, με σκοπό τη συλλογή χειρογράφων προς διευκρίνιση της ιστορίας του ελληνικού έθνους και ιδίως της ιστορίας των Αθηνών τον 14ο και 15ο αιώνα (συνεδρίαση 30ής Ιουλίου 1870).

263. «Ποίον το εκ της ιστορίας όφελος και πώς δέον να σπουδάζωμεν αυτήν», εφημερίδα Άμυνα, 4 Φεβρουαρίου 1872: Κ. Θ. Δημαράς, Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος..., ό.π., σ. 269.

Σελ. 113
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/114.gif&w=600&h=915

του και τη μακροημέρευσή του, σε αντίθεση με την αρχαία περίοδο. Η έννοια της προόδου, έννοια κυρίαρχη κατά τον 19ο αιώνα, αφορά πλέον τις ατομικές πορείες των εθνών. Το έθνος προχωρεί προς τα εμπρός, μετασχηματίζεται, ανασυγκροτείται, μεταβάλλει την εδαφική του επικράτεια, αλλά συνεχίζει την πορεία του. Κάθε έθνος έχει μια συγκεκριμένη αποστολή εντός της παγκόσμιας ιστορίας. Η τελευταία δεν αντιμετωπίζεται πλέον ως ενιαίο σύνολο αλλά ως άθροισμα εθνικών ιστοριών. Η αποστολή του ελληνικού έθνους εμφανίζεται εξαιρετικά σημαντική, νοηματοδοτεί τις επιλογές του, εξηγεί και συνέχει τα κενά στην ιστορία του, τις μετατοπίσεις και τις αλλαγές. Υπεύθυνη για την εκτέλεση της αποστολής του κάθε έθνους είναι η θεία Πρόνοια,264 έννοια που σταδιακά υποχωρεί στο έργο του, για να τονιστεί η σημασία της δράσης των εθνών στη συγκυρία.

Ως καθηγητής του γυμνασίου, το 1846, ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος δίδασκε ότι Η θεία Πρόνοια εν τη μεγαλοπρεπεί αυτής πορεία ανά μέσον των αιώνων παρασκευάζει διά της συμφοράς πολλών γενεών την ευημερίαν πολλών άλλων. Μακάριοι όσοι πέπρωται να κληρονομήσωσι τους καρπούς των παθημάτων εκείνων!265 Σαράντα χρόνια αργότερα, το 1888, ο καταξιωμένος πλέον ιστορικός ειρωνευόταν τον νεαρό ομότεχνο του Παύλο Καρολίδη απαντώντας του στην Εφημερίδα: Ο κ. Καρολίδης πιστεύει εις την εν τη Ιστορία ενεργούσαν Πρόνοιαν και εις την ύπαρξιν αναλλοιώτων ιστορικών νόμων. Αλλά δια του δόγματος τούτου καταργείται πάσα ευθύνη των εθνών και των ηγετών αυτών και δικαιολογείται πάσα αξιοκατάκριτος ιστορική πράξις.266

Η πανεπιστημιακή διδασκαλία του Κ. Παπαρρηγόπουλου οριοθέτησε τη μετάβαση από μια ιστορία παγκόσμιων προοπτικών, όπως αυτή που δίδασκαν οι προκάτοχοι του, σε μια εθνική γεγονοτική ιστορία,η χρησιμότητα της οποίας έγκειτο σε μεγάλο βαθμό στην προάσπιση των εθνικών αιτημάτων. Σε αντίθεση με τους Σχινά και Μανούση, οι οποίοι είχαν αφιερώσει τη διδασκαλία τους κυρίως σε μια ιστορία θεσμών, ηθών, εθίμων, πολιτισμικών επιτευγμάτων,

264. Για την έννοια της θείας Πρόνοιας βλ. το κλασικό έργο του Καρλ Λέβιτ, Το νόημα της ιστορίας. Η φιλοσοφία της ιστορίας από τις βιβλικές της απαρχές ως τους Μαρξ και Μπούρκχαρντ, μτφ.: Μάριος Μαρκίδης, Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, Αθήνα, Γνώση-Φιλοσοφική και Πολιτική Βιβλιοθήκη 10, 1985. Βλ. ακόμη τη συμβολή του Παναγιώτη Κονδύλη αναφορικά με την αντιμετώπιση της έννοιας της θείας Πρόνοιας από τους διαφωτιστές και τους μετασχηματισμούς που υπέστη, 0 Ευρωπαϊκός διαφωτισμός, τ. 2, Αθήνα, Θεμέλιο, 1987, σ. 86-131.

265. Κ. Θ. Δημαράς, Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος..., ό.π., σ. 148.

266. Στο ίδιο, σ. 407.

Σελ. 114
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/115.gif&w=600&h=915

ο Παπαρρηγόπουλος εστίασε τη διδασκαλία του, όπως άλλωστε και το συγγραφικό του έργο, στην πολιτική ιστορία, συνθέτοντας τη διαδρομή του ελληνικού έθνους. Το Πανεπιστήμιο ήταν το βήμα από όπου σμίλευε την ελληνική ιστορία, προσδιόριζε και επεξέτεινε, ανάλογα με τις περιστάσεις, τη διάρκειά της και τον χώρο όπου εκτυλίχθηκε. Στον εισιτήριο λόγο τού 1879, ο οποίος δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Παρνασσός, ενημέρωνε τους φοιτητές αλλά και το ευρύτερο κοινό για τη διεύρυνση της ελληνικής ιστορίας, μετά τις πρόσφατες αρχαιολογικές και φιλολογικές ανακαλύψεις, στην προ της καθόδου των Δωριέων περίοδο. Ο ιστορικός προσέθετε άλλη μια περίοδο, διευρύνοντας τα όρια ζωής του ελληνικού έθνους, συγκροτώντας τη γενεαλογία του.267

Η πολιτική ιστορία αποτέλεσε τον ιστό που διέτρεξε το εθνικό αφήγημα, όπως το διηγήθηκε ο Κ. Δ. Παπαρρηγόπουλος. Οι παρεκβάσεις του και οι αναφορές σε άλλα γεγονότα (πολιτιστικά, κοινωνικά, λογοτεχνικά κ.ά.) στάθηκαν περιορισμένες και συνδέθηκαν συνήθως με συγκεκριμένα πρόσωπα και τη δράση τους. Κυρίαρχο στοιχείο της ταυτότητας του ελληνικού έθνους αποτελούσε η γλώσσα. Στον μοναδικό πρώιμο ορισμό της ιστορίας του ελληνικού έθνους που έδωσε, ο Παπαρρηγόπουλος σημείωνε: Ιστορία του Ελληνικού Έθνους λέγεται η διήγησις όλων, όσα συνέβησαν εις το Ελληνικόν έθνος από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι της σήμερον, και είναι άξια να διατηρηθώσιν εις την μνήμην των ανθρώπων. Ελληνικόν έθνος ονομάζονται όλοι οι άνθρωποι, όσοι ομιλούσι την Ελληνικήν γλώσσαν, ως ιδίαν αυτών γλώσσαν.268

Το έθνος παρουσιαζόταν ως ο πρωταγωνιστής της ιστορίας, αδιάσπαστος, συνεχής και σταθερός, στον οποίο συνέβησαν μια σειρά γεγονότων από την αρχαιότητα έως τα σύγχρονα χρόνια. Η ιστορία -πάντα ως αξιολογική διαδικασία-διηγούνταν όσα ήταν άξια να μείνουν στη μνήμη των ανθρώπων. Η εθνική κοινότητα οριζόταν με μοναδικό κριτήριο τη γλώσσα που μιλούσαν οι άνθρωποι ώς ιδίαν αυτών γλώσσαν. Η γλώσσα εμφανιζόταν ως ενιαία και συνεχής πραγματικότητα, ως έννοια υπερκείμενη. Η επιλογή της ως κυρίαρχου στοιχείου εθνικής ταυτότητας αποτελούσε κοινό τόπο της γερμανικής σκέψης, καθώς η γλώσσα για τον αντίστοιχο εθνικισμό συνιστούσε κύριο συνδετικό στοιχείο πληθυσμών κατακερματισμένων γεωγραφικά, πολιτικά και θρησκευτικά

267. «Λόγος εισιτήριος απαγγελθείς υπό του Καθηγητού Κ. Παπαρρηγοπούλου εν τω Πανεπιστημίω τη 25 Οκτωβρίου 1879», Παρνασσός 3 (1879), σ. 900-909.

268. Βλ. Κ. Παπαρρηγόπουλος, Ιστορία..., ό.π., σ. 33. Βλ. και Γιάννης Κουμπουρλής, «Εννοιολογικές πολυσημίες και πολιτικό πρόταγμα: ένα παράδειγμα από τον Κ. Παπαρρηγόπουλο», Τα Ιστορικά 15, 28-29 (Δεκέμβριος 1998), σ. 31-58.

Σελ. 115
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/116.gif&w=600&h=915

κά.269 Έτσι, το έθνος των Ελλήνων υπερέβαινε τα γεωγραφικά σύνορα της συγκεκριμένης κρατικής υπόστασης. Επρόκειτο για μια ιστορία στενά συνδεδεμένη με τα αλυτρωτικά οράματα του νέου κράτους. Ο Κ. Παπαρρηγόπουλος υπήρξε από τους πλέον ένθερμους υποστηρικτές του εξαρχαϊσμού της γλώσσας, του λόγιου εκείνου κινήματος των μέσων του 19ου αιώνα που επιζήτησε τη μεγαλύτερη σύνδεση της σύγχρονης με την αρχαία ελληνική γλώσσα. Το γεγονός αυτό, το οποίο αποτυπώθηκε και στην έκδοση της ΙΕΕ,270 αποτελούσε άλλη μια ένδειξη της στενής σχέσης του με την εποχή και την κυριαρχία του αρχαιοελληνικού παραδείγματος.271 Η επιλογή του Βυζαντίου αποτελούσε κατ' αρχάς πολιτικό πρόταγμα.

Στο εθνικό πανεπιστήμιο, η ελληνική ιστορία, η γνώση της πορείας του οικείου έθνους, αποτελούσε το βασικό αιτούμενο, απαραίτητο για τη συγκρότηση του φοιτητή και πολίτη του κράτους. Υπερβαίνοντας τη λογική του πανεπιστημιακού προγράμματος, ο Παπαρρηγόπουλος θεωρούσε αναγκαίο μάθημα για όλους τους φοιτητές την ελληνική και όχι τη γενική ιστορία. Στη συλλογιστική του, η εθνική ιστορία, το κοινό παρελθόν, αφορούσε όλους τους φοιτητές : η δε πάτριος [ιστορία], η αφηγουμένη δι' οίων και όσων θυσιών και δοκιμασιών οι πρόγονοι ημών διέσωσαν, επί τρισχίλια έτη, την ύπαρξιν και την ηθικήν ενότητα του έθνους, αποτελεί το κράτιστον εργαστήριον της προς την πατρίδα αφοσιώσεως πάσης Ελληνικής γενεάς.272 Αντίθετα, η γενική ιστορία, ιδίως αυτή των νεότερων χρόνων, περιοριζόταν σε μια ειδική κατηγορία φοιτητών, αποτελούσε απαραίτητο εφόδιο για τους άνδρες εκείνους που έφεραν τα πρωτεία στην πολιτεία.273

Η γενική ιστορία αφορούσε μόνο όσους προορίζονταν για υψηλά αξιώματα - οι υπόλοιποι ήταν αναγκαίο να γνωρίζουν την ιστορία της πατρίδας τους,

269. Βλ. Παντελής Λέκκας, Η εθνικιστική ιδεολογία. Πέντε υποθέσεις εργασίας στην ιστορική κοινωνιολογία, Αθήνα, ΕΜΝΕ-Μνήμων, Θεωρία και Μελέτες Ιστορίας 13, 1992 (επεξεργασμένη έκδοση: Κατάρτι, 1996), σ. 142, και passim για τη γλώσσα, σ. 141-155.

270. Βλ. Κώστας Λάππας, Παναγιώτης Μιχαηλάρης, «Μια σύγκριση ανάμεσα στις δύο εκδόσεις της Ιστορίας του Κ. Παπαρρηγόπουλου», Ερανιστής 9 (1971), σ. 73-78.

271. Βλ. Έλλη Σκοπετέα «Αρχαία, Καθομιλουμένη και Καθαρεύουσα Ελληνική Γλώσσα», στον συλλογικό τόμο του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας, Α. Φ. Χριστίδης (επιμ.), Ιστορία της Ελληνικής Γλώσσας. Από τις αρχές έως την ύστερη αρχαιότητα, Θεσσαλονίκη, Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών (Ιδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη), 2001, σ. 958-962. Στο ίδιο και οι παρατηρήσεις του Αντώνη Λιάκου, «Εξ Ελληνικής εις την Ημών Κοινήν Γλώσσαν», σ. 966-967.

272. «Η ιστορία εν γένει ...», ό.π., σ. 155.

273. Στο ίδιο.

Σελ. 116
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/117.gif&w=600&h=915

ώστε να καθοδηγούνται και να εμπνέονται. Εάν η ιστορία στόχευε έως τότε κυρίως στην εκμάθηση των στοιχείων που υπερασπίζονταν την ταυτότητα του νέου ελληνικού κράτους, τώρα συνδεόταν ενεργητικότερα με το εθνικό αύριο, αποτελούσε απαραίτητο εφόδιο για τον φοιτητή ώστε να προετοιμάσει το ατομικό και το συλλογικό μέλλον.

Η ταχύρρυθμη αποκρυστάλλωση του περιεχομένου του μαθήματος του Κ. Παπαρρηγόπουλου και η αντίστοιχη εδραίωσή του στο πανεπιστημιακό πρόγραμμα απέρρεαν αφενός από το υψηλό προσωπικό κύρος του καθηγητή και την ελευθερία επιλογής των γνωστικών αντικειμένων εκ μέρους του διδακτικού προσωπικού στο Αθήνησι- αφετέρου ανταποκρίνονταν στις ανάγκες της ιστορικής συγκυρίας, τόσο σε ιστοριογραφικό όσο και σε πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο. Η διδασκαλία του συνδεόταν με τις εξελίξεις στην ευρωπαϊκή και ιδιαίτερα στη γερμανική ιστοριογραφία, με τη σταδιακή κυριαρχία της ρομαντικής εθνικής ιστορίας, καθώς και με τα αντίστοιχα σκιρτήματα στην ελληνική περίπτωση, όπως είχαν διαφανεί στο έργο του Σκαρλάτου Βυζάντιου, του Σπ. Ζαμπέλιου αλλά και του ίδιου. Η στροφή προς τις μεγάλες εθνικές ιστορίες των ευρωπαϊκών κρατών του 19ου αιώνα, τις οποίες φαίνεται από το έργο του ότι γνώριζε ο συγγραφέας της ΙΕΕ, όσο και η διαμόρφωση των αντίστοιχων πανεπιστημιακών προγραμμάτων ιστορίας αντανακλούν αυτές τις εξελίξεις. Η διδασκαλία του απηχούσε ταυτόχρονα και ανταποκρινόταν, με όλες τις αντιφάσεις και τις παλινδρομήσεις που ενείχε, στη γενικότερη στροφή της ελληνικής κοινωνίας.

Αποτελεί κοινό τόπο ότι τη δεκαετία του 1850 ο Κριμαϊκός Πόλεμος και η αναγνώριση του Αυτοκέφαλου της ελληνικής Εκκλησίας από το Οικουμενικό Πατριαρχείο συντέλεσαν καθοριστικά στη συντηρητικοποίηση της ελληνικής κοινωνίας και στην αναζωπύρωση του θρησκευτικού συναισθήματος. Το τελευταίο αποτέλεσε μια από τις ασφαλέστερες διόδους προσέγγισης της εποχής που κατεξοχήν κατηγορήθηκε για θεοκρατικό χαρακτήρα, του Βυζαντίου.274 Από τη δεκαετία του 1860 και μετά οι αναδυόμενοι εθνικισμοί των γειτονικών κρατών διεκδίκησαν το μερίδιο τους από την Οθωμανική Αυτοκρατορία: το Βουλγαρικό Ζήτημα, η εξαρχία και η απόσχισή της από το Πατριαρχείο κατά τη δεκαετία του 1870, ο φόβος του πανσλαβισμού, η μεγάλη κρίση του 1875-1878275 ανέδειξαν νέους εχθρούς και εξόπλισαν την ελληνική φαρέ-

274. Βλ. και Έλλη Σκοπετέα, Το «Πρότυπο Βασίλειο»..., ό.π., σ. 175-189, Κ. Θ. Δημαράς, Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος..., ό.π., σ. 174-176.

275. Έλλη Σκοπετέα, ό.π., σ. 325-336, Π. Ματάλας, ό.π., σ. 163 κ.εξ.

Σελ. 117
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/118.gif&w=600&h=915

φαρέτρα και με άλλα βέλη. Η ελληνική ιστοριογραφία, συνεπικουρούμενη και από νέα επιστημονικά πεδία -σημειώνω ιδιαίτερα τη λαογραφία276 και τη γλωσσολογία-, ενίσχυσε τα εθνικά επιχειρήματα και προέβαλε αναδρομικά τις διαφορές στο παρελθόν. Η ευελιξία του σχήματος του Παπαρρηγόπουλου, η συγκρότηση της πορείας μιας δυναμικής συλλογικότητας, ενός έθνους «εν κινήσει», ενός αφηγήματος που είχε τη δύναμη να απευθύνεται στους πολλούς, συντέλεσαν στην περαιτέρω καθιέρωση του σχήματος του. Η εκδοτική επιτυχία της ΙΕΕ εδραίωσε τον διδάσκοντα και το εγχείρημά του στη συλλογική συνείδηση. Το στοιχείο αυτό, σε συνδυασμό με την πολυετή παραμονή του στο Πανεπιστήμιο, οδήγησε στη μετονομασία της έδρας του (από Ιστορίας σε Ιστορίας του ελληνικού έθνους) με σχετικές νομοθετικές πρωτοβουλίες, από τη δεκαετία του 1860 και μετά.277

Μέσα στα σαράντα χρόνια που δίδαξε ο καθηγητής της Ιστορίας του ελληνικού έθνους πολλά άλλαξαν στο ελληνικό βασίλειο. Όμως, το πανεπιστημιακό του μάθημα παρέμεινε το ίδιο στο πρόγραμμα, αποδεικνύοντας μια θαυμαστή αντοχή, παράλληλη της παρουσίας του εισηγητή του και του αυξανόμενου κύρους του. Ο Παπαρρηγόπουλος αντιλαμβανόταν το έργο του μέσα σε ένα ρομαντικό κλίμα: ως εθνική αποστολή, στην οποία είχε αφιερώσει την ζωή του. Ο ιστορικός αποτελούσε τον προνομιακό κάτοχο της αλήθειας του έθνους.

276. Βλ. για τη θεωρία και τους προσανατολισμούς της ελληνικής λαογραφίας Άλκη Κυριακίδου-Νέστορος, Η θεωρία της ελληνικής λαογραφίας, Αθήνα, Εταιρεία Σπουδών Σχολής Μωραΐτη, 1978, και ιδιαίτερα για τα θέματα που μας απασχολούν εδώ, Έλλη Σκοπετέα, Το «Πρότυπο Βασίλαο»..., ό.π., σ. 190-217.

277. Στο νομοσχέδιο για τον οργανισμό του Πανεπιστημίου που κατέθεσε το 1867 ο Χαράλαμπος Χριστόπουλος, υπουργός Παιδείας στην κυβέρνηση Αλεξάνδρου Κουμουνδούρου, καθορίζονταν ονομαστικά δύο έδρες Ιστορίας, Γενικής ιστορίας και Ελληνικής ιστορίας και μυθολογίας («Ο νέος διοργανισμός του Πανεπιστημίου», Αλήθεια, φ. 537-538 [8 Δεκεμβρίου 1867], σ. 4). Μετά από λίγες μέρες, η πτώση του Κουμουνδούρου συμπαρέσυρε και το νομοσχέδιο. Δύο χρόνια αργότερα, στο νομοσχέδιο που κατέθεσε ο νέος υπουργός Αλέξανδρος Μαυρομιχάλης στο Κοινοβούλιο καθορίζονταν οι έδρες της Ιστορίας του ελληνικού έθνους και της Καθολικής ιστορίας (Εφημερίς των Φιλομαθών. Φιλολογική και της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως 693 [3 Φεβρουαρίου 1869], σ. 1723). Η πτώση της κυβέρνησης Δημητρίου Βούλγαρη σε σύντομο χρονικό διάστημα οδήγησε στην απόσυρση και αυτού του νομοσχεδίου. Τον Σεπτέμβριο, όταν το υπουργείο Παιδείας στην κυβέρνηση Θρασυβούλου Ζαΐμη κατέλαβε ο Δημήτριος Σάραβας, κατατέθηκε άλλο νομοσχέδιο, όπου εκτός από την έδρα της Γενικής ιστορίας υπήρχε έδρα Ελληνικής ιστορίας και μυθολογίας (στο ίδιο, 713 και 714 [Σεπτέμβριος 1869], σ. 1885). Οι δύο έδρες διατηρούνταν και στο νομοσχέδιο που έφερε προς συζήτηση το 1870 ο Γεώργιος Α. Βακαλόπουλος, βουλευτής Κυνουρίας (στο ίδιο, 752- 754 [Νοέμβριος 1870], σ. 2211-2212).

Σελ. 118
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/119.gif&w=600&h=915

Ο Κ. Παπαρρηγόπουλος υπήρξε ενεργό πολιτικό πρόσωπο. Παράλληλα με την πανεπιστημιακή και τη συγγραφική του δραστηριότητα κατέλαβε σημαίνουσες θέσεις στον δημόσιο βίο. Οπαδός του Κωλέττη, υποστηρικτής του Όθωνα και ένθερμος θιασώτης της Μεγάλης Ιδέας, υπέρμαχος του εκσυγχρονιστικού έργου του Χαριλάου Τρικούπη, υποστήριξε κάθε φορά ενεργά τις πολιτικές του επιλογές.278 Πρωτοστάτησε στην ίδρυση και στη λειτουργία εταιρειών και συλλόγων (Σύλλογος προς Διάδοσιν των Ελληνικών Γραμμάτων, Εθνική Άμυνα, «Αθήναιον», Φιλολογικός Σύλλογος «Παρνασσός» κ.ά.), που διαδραμάτισαν καθοριστικό ρόλο στη φυσιογνωμία και στην πολιτική του ελληνικού βασιλείου. Παράλληλα, συνδυάζοντας την επιστημονική του γνώση και μεθοδολογία με την πολιτική, ανέλαβε πρωτοβουλίες και αποστολές, αγωνιζόμενος για τα εθνικά αιτούμενα, συμμετέχοντας στον καθορισμό της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής.279 Ο Παπαρρηγόπουλος λειτούργησε, μέσω της μεγάλης ιστοριογραφικής του σύνθεσης αλλά και των επιμέρους κειμένων του και της εκτεταμένης αρθρογραφίας του στον Τύπο, ως διαμορφωτής της εθνικής συνείδησης. Η σημαντικότερη πολιτική χειρονομία του υπήρξε το ιστοριογραφικό και διδακτικό του έργο. Όχι μόνο γιατί το έργο αυτό, το οποίο συνομίλησε ευφυέστατα με τα εθνικά αιτούμενα, συντέλεσε ουσιαστικά στην εγχάραξη της εθνικής συνείδησης στους κατοίκους του νέου βασιλείου, όσο γιατί κυρίως μέσα αλλά και έξω από τις πανεπιστημιακές αίθουσες νοη-

278. Τα τεκμήρια είναι πολυάριθμα. Σημειώνω ενδεικτικά την έκδοση της φιλοκωλεττικής εφημερίδας Εθνική για λίγους μήνες, το 1847, και της φιλομοναρχικής Ο Έλλην, σε μια περίοδο ιδιαίτερα κρίσιμη για το οθωνικό καθεστώς, από το 1858 έως το 1860. Για τις σχέσεις του με τον Χ. Τρικούπη βλ. την αρθρογραφία του στην εφημερίδα Ώρα: Κ. Θ. Δημαράς, «Κ. Δ. Παπαρρηγόπουλος - Χ. Σ. Τρικούπης. Νέα αποθησαυρίσματα του ΕΛΙΑ», Τετράδια του ΕΛΙΑ 2 (1989), σ. 6-22. Συνολικά για την ενασχόληση του με τη δημοσιογραφία βλ. Γεώργιος Λαγανάς, Το δημοσιογραφικό έργο του Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου. Επιλογή δημοσιογραφικών του κειμένων, Αθήνα, Εταιρεία των Φίλων του Λαού, Ελληνική Βιβλιοθήκη 3, 2003.

279. Η δράση του ήταν ιδιαίτερα έντονη τις δεκαετίες 1870 και 1880. Βλ. Κ. Θ. Δημαράς, Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος..., ό.π., σ. 327-377, και Σπύρος Καράβας, «Ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος και οι εθνικές διεκδικήσεις (1877-1885)»: Πασχάλης Μ. Κιτρομηλίδης, Τριαντάφυλλος Ε. Σκλαβενίτης (επιμ.), Δ' Διεθνές Συνέδριο Ιστορίας..., ό.π., σ. 149-169. Ιδιαίτερα για το Συνέδριο του Βερολίνου (1878) και την αποστολή του Παπαρρηγόπουλου από τον Σύλλογο προς Διάδοσιν των Ελληνικών Γραμμάτων για τη σύνταξη χαρτών από τον Χάινριχ Κίπερτ βλ. Κωνσταντίνος Σβολόπουλος, Ο Heinrich Kiepert και το εθνογραφικόν πρόβλημα εις την χερσόνησον του Αίμου. Η ανέκδοτος αλληλογραφία του Γερμανού χαρτογράφου με τον Κωνσταντίνον Παπαρρηγόπουλον 1877-1878, Αθήνα 1974, και Σπύρος Καράβας, «Οι εθνογραφικές περιπέτειες του ελληνισμού (18761878), β' (1877-1878)», Τα Ιστορικά 20, 38 (Ιούνιος 2003), σ. 49-112.

Σελ. 119
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/120.gif&w=600&h=915

νοηματοδότησε εκ νέου την ιστοριογραφική παραγωγή του καιρού του. Με τον τρόπο αυτό πρωτοστάτησε στην ανάδειξη της ιστορίας ως του κατεξοχήν επιστημονικού κλάδου που ήταν συνδεδεμένος με το έθνος και το κράτος, σχημάτισε τις κατευθύνσεις και τις προοπτικές της ιστορικής επιστήμης στην Ελλάδα.

Η συμβολή του Κ. Παπαρρηγόπουλου στην πανεπιστημιακή διδασκαλία είναι δύσκολο να διακριθεί από την ιστοριογραφική του παραγωγή λόγω της έλλειψης ιδιαίτερων τεκμηρίων, αλλά και γιατί ο ίδιος αντιμετώπιζε τις δραστηριότητές του ως ενιαίο σύνολο. Διατηρώντας τον τίτλο της πολύτομης ιστορίας του, το μάθημά του κινήθηκε αποκλειστικά στη σφαίρα της ελληνικής εθνικής ιστορίας, διαγράφοντας στην ουσία το περιεχόμενο και τα όριά της. Σε μια σύνοψη των χαρακτηριστικών της πανεπιστημιακής διδασκαλίας του, σε σχέση ιδιαίτερα με τη διδασκαλία των προκατόχων του, θα μπορούσαν να επισημανθούν τα ακόλουθα :

- Η αφιέρωση του μαθήματος του στην ελληνική ιστορία, από αρχαιοτάτων μέχρι νεοτέρων χρόνων. Η ενσωμάτωση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας με την αποδοχή των χαρακτηριστικών τα οποία έφερε (μοναρχία, θρησκεία, πολιτική ενότητα), σε συσχετισμό με τη συγχρονία του ελληνικού βασιλείου.

- Ο διαχωρισμός παγκόσμιας και εθνικής ιστορίας. Ο Παπαρρηγόπουλος προσέδωσε νέα διάσταση στις παραμέτρους του μαθήματος, διαχωρίζοντας ουσιαστικά τη διδασκαλία της ιστορίας σε παγκόσμια και εθνική και προτάσσοντας τη σημασία της δεύτερης για τον φοιτητή.

-Η επιμονή σε μια εθνική ιστορία συνταγμένη από Έλληνες, η οποία θα προασπιζόταν το εθνικό παρελθόν σε σχέση με τις δυτικές αναγνώσεις του. Σε αντίθεση με τους προκατόχους του Σχινά και Μανούση, οι οποίοι βάσισαν τις παραδόσεις τους στη δυτική επιστημονική παραγωγή τονίζοντας τη σημασία της μεταφοράς αυτής της γνώσης στους φοιτητές του Οθώνειου Πανεπιστημίου, ο Παπαρρηγόπουλος στάθηκε εξαιρετικά κριτικός απέναντι στην ευρωπαϊκή ιστοριογραφική παραγωγή για την ελληνική ιστορία. Διατηρώντας τον κριτικό τόνο του μετέφερε στην πανεπιστημιακή διδασκαλία αλλά και στο συγγραφικό του έργο τις αναγνώσεις εκείνες που θεωρούσε ότι εξυπηρετούσαν τον συνολικό σχεδιασμό του για τη συγκρότηση της ιστορίας του ελληνικού έθνους.

- Η ενσωμάτωση στο έργο του μιας σειράς χαρακτηριστικών της γενικής ιστορίας, μέσα από μια εθνοκεντρική οπτική. Έννοιες όπως η συνέχεια και η ενότητα, ο αξιολογικός χαρακτήρας της ιστορίας, ο διδακτικός και ρητορικός τόνος διατρέχουν τη διδασκαλία του, σε εθνική όμως προοπτική.

Σελ. 120
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/121.gif&w=600&h=915

- Η διδασκαλία μιας γεγονοτικής ιστορίας και η υποβάθμιση της ιστορίας των θεσμών που προσέφεραν ο Σχινάς και ο Μανούσης.

-Συνολικά η μετατόπιση της στοχοθεσίας του μαθήματος από τη διαμόρφωση ελεύθερων, ηθικών και μορφωμένων πολιτών στη συγκρότηση πολιτών με ενεργό εθνική συνείδηση και γνώση του αντίστοιχου παρελθόντος.

Σελ. 121
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/122.gif&w=600&h=915 01 - 0002.htm

ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Σελ. 122
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/123.gif&w=600&h=915

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ'

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ ΣΤΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗ ΣΧΟΛΗ: ΟΙ ΑΝΤΙΔΡΑΣΕΙΣ

Η έκδοση της Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους προκάλεσε έντονες και πολυάριθμες αντιδράσεις, τις οποίες στη μεγαλύτερη έκτασή τους έχει καταγράψει ο Κ. Θ. Δημαράς. Ο Κ. Παπαρρηγόπουλος συγκρούστηκε με πλήθος λογίων εντός και εκτός Πανεπιστημίου, με αποτέλεσμα την παραγωγή σημαντικού αριθμού κειμένων, του ίδιου και των αντιπάλων του. Σημειώνω ενδεικτικά εντός Πανεπιστημίου τους Στ. Κουμανούδη, Νικόλαο Κοτζιά, Νικόλαο Σαρίπολο, Παύλο Καλλιγά, και εκτός τους Κωνσταντίνο Σάθα, Κωνσταντίνο Νικοδήμο κ.ά. Πολλές από αυτές τις επιφυλάξεις ή και τις διαφωνίες διατυπώθηκαν από το πανεπιστημιακό βήμα χωρίς άμεση μνεία του έργου του ιστορικού. Περιείχαν ωστόσο σαφείς αιχμές, οι οποίες διασταυρώθηκαν με τους λόγους του Παπαρρηγόπουλου ή άλλων υποστηρικτών της συνεχούς και αδιάσπαστης πορείας του ελληνικού έθνους. Η κατασκευή ενός κοινού παρελθόντος, στην πραγματικότητα ενός αξιακού συστήματος το οποίο νομιμοποιούνταν από το παρελθόν, αποτέλεσε το αντικείμενο παράλληλων και αλληλοσυγκρουόμενων λόγων, όπως αυτοί εκτυλίχθηκαν στο πλαίσιο των πανεπιστημιακών τελετών, ιδιαίτερα τα πρώτα χρόνια. Η δυσπιστία προς το Βυζάντιο αποτέλεσε τότε κοινό τόπο στις περισσότερες από τις δημόσιες τοποθετήσεις των διδασκόντων.280 Μέλη μιας γενιάς που είχε γαλουχηθεί επιστημονικά στη Δύση, αντιμετώπιζαν με επιφύλαξη τον δεσποτικό και θεοκρατικό χαρακτήρα της συγκεκριμένης περιόδου όπως είχε αποδοθεί από την ευρωπαϊκή ιστοριογραφία. Θα σταθώ ιδιαίτερα στην κριτική μιας ομάδας καθηγητών εντός της Φιλοσοφικής, η οποία, έστω και εν σπέρματι, προσέφερε μια διαφορετική αντίληψη για την ελληνική ιστορία. Πρόκειται για αυτούς

280. Βλ. ενδεικτικά Μιχαήλ Ποτλής, Εισαγωγικόν Μάθημα εις το Εκκλησιαστικό» Δίκαιον της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας, Αθήνα 1859, και Κωνσταντίνος Φρεαρίτης, Λόγος γενεθλιακός περί των τυχών και της φύσεως της Ελληνικής επιστήμης, επί τη εικοσιπενταετηρίδι του Εθνικού Πανεπιστημίου εκφωνηθείς, Αθήνα 1863.

Σελ. 123
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/124.gif&w=600&h=915

που -συμπεριλαμβάνοντας και καθηγητές από τη Νομική, όπως ο Ν. Σαρίπολος, ο Μιχαήλ Ποτλής και ο Κ. Φρεαρίτης-ο Διονύσιος Ζακυθηνός χαρακτήρισε υπέρμαχους της αρχαιότητας.281

Η ΦΑΤΡΙΑ ΤΩΝ ΚΟΚΚΙΝΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Μια από τις πρώτες συγκροτημένες κριτικές που διατυπώθηκαν για το σχήμα του Κ. Παπαρρηγόπουλου, όπως αυτό εμφανίστηκε στο σχολικό εγχειρίδιο του 1853, προερχόταν από τον έτερο καθηγητή της Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, τον Θ. Μανούση, μέλος της επιτροπής (με γραμματέα τον Στέφανο Κουμανούδη) που είχε συστήσει το υπουργείο Παιδείας για την αξιολόγηση των σχολικών εγχειριδίων. Στην έκθεση που συνέταξε για το βιβλίο διατύπωνε τις επιφυλάξεις του, οι οποίες αφορούσαν εν συνόλω το εγχείρημα του νεότερου συναδέλφου του: έσυρεν εις τον κύκλον αυτού [της ελληνικής ιστορίας] και άλλα μέρη, τα οποία συνήθως δεν θεωρούνται ώς αποτελούντα μέρος αυτής, καθώς π.χ. την ιστορίαν του Βυζαντινού κράτους, το οποίον και αυτός ο ίδιος εις άλλο αυτού σχεδόν σύγχρονον πόνημα ονομάζει «Ανατολικόν τμήμα του ρωμαϊκού κράτους». Ωσαύτως την ιστορίαν της Συρίας επί των Σελευκιδών και της Αιγύπτου επί των Πτολεμαίων. Αν εννοή ότι η Ελλάς εξετείνετο μέχρις ου εξετάθη ελληνική εξουσία και γλώσσα υπό των Μακεδόνων, ο αυτός λόγος υπήρχε και περί Βιθυνίας, Περγάμου και αυτής της Βακτριανής.282 Και συνέχιζε μιλώντας για το κυριότερο κατ' αυτόν ελάττωμα του έργου : εν αυτώ δεν ετηρήθη ακριβώς η ιστορική δικαιοσύνη - εδόθη έκτασις τοσούτον υπέρμετρος, ώστε η αρχαία ελληνική ιστορία, και μάλιστα η λαμπροτάτη αυτής περίοδος, φαίνεται ως μικρόν τε και πενιχρόν της νεώτατης ταύτης παράρτημα.283 Όσον αφορά τη δεύτερη καινοτομία του βιβλίου, την προσθήκη της Επανάστασης του 1821, ο Θ. Μανούσης δεν αμφισβητούσε τη σημασία του γεγονότος· εξέφραζε όμως επιφυλάξεις για το πρώιμο του εγχειρήματος και για την πληρότητα του κεφαλαίου, ιδίως σχετικά με τον Ιωάννη Καποδίστρια.284

Η ανησυχία του Μανούση για την υποβάθμιση της αρχαίας ελληνικής ιστορίας

281. Βλ. Δ. Ζακυθηνός, ό.π., σ. 62-63.

282. Χρ. Κουλούρη, Ιστορία και γεωγραφία..., ό.π., σ. 164-165.

283. Στο ίδιο, σ. 165.

284. Όπως παρατηρεί η Χριστίνα Κουλούρη, η προσθήκη της νεότερης ελληνικής ιστορίας αποτελούσε καινοτομία για τη νεοελληνική ιστοριογραφία και για τα σχολικά εγχειρίδια, καθώς μάλιστα καταλάμβανε πάνω από το ήμισυ των σελίδων. Στο ίδιο, σ. 51.

Σελ. 124
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/125.gif&w=600&h=915

ρίας σε ένα συνολικότερο εγχείρημα όπως αυτό της ΙΕΕ μπορεί να θεωρηθεί δικαιολογημένη. Πραγματικά, η στροφή προς την αναζήτηση και εδραίωση της συνέχειας, σε συνδυασμό με την αναγνώριση της αρχαίας ελληνικής ιστορίας ως προγονικής, ενέτασσε την τελευταία σε ένα γενικότερο σχήμα, καταργώντας σε μεγάλο βαθμό την αυτόνομη εξέταση της.

Η αναφορά του καθηγητή της Γενικής ιστορίας στο άλλο σχεδόν σύγχρονον πόνημα του Παπαρρηγόπουλου ήταν ακριβής. Επρόκειτο για τον δεύτερο τόμο (ο πρώτος εκδόθηκε το 1849) του Εγχειριδίου της Γενικής Ιστορίας για τα γυμνάσια, ο οποίος κυκλοφόρησε το 1853. Το έργο αυτό έμενε πιο κοντά στους κοινά αποδεκτούς τόπους της γενικής ιστορίας, στους οποίους ο Παπαρρηγόπουλος είχε θητεύσει από νωρίς μεταφράζοντας το 1845 ένα γαλλικό εγχειρίδιο του Λευί-Αλβαρές (Στοιχεία της γενικής ιστορίας κατά το σύστημα του Γάλλου Λευΐ). Η κριτική του Μανούση ήταν σαφές ότι προερχόταν από ένα άλλο περιβάλλον, το οποίο πολιτικά και ιδεολογικά αντιστρατευόταν τον Παπαρρηγόπουλο και ό, τι αυτός εξέφραζε εντός του Πανεπιστημίου285, όπως προκύπτει και από τον λόγο του Στεφάνου Κουμανούδη την ίδια χρονιά: Υπήρχε βεβαίως έθνος ελληνικόν καθ' όλον τον μέσον αιώνα· απόδειξις δε ημείς, οίτινες ουκ έφυμεν από δρυός ουδ' από πέτρης. Tι δε εφρόνει ή τι εδίωκε πολιτικώς, τούτο δυσκολώτερον ειπείν. Όστις όμως εκ των Βυζ. Χρονικών θελήση τούτο να εξαγάγη ευσυνειδήτως, θέλει ειπεί, ότι το έθνος εις αμάθειαν περιπεσόν ελεεινήν, υπείκεν εις τα δεσποτικά δόγματα της Καισαρικής αρχής, ήτις παρελθόν έχουσα ξένον, ποτέ δεν εξεφράσθη ότι απηρνήθη αυτό.286

Το σχήμα της διάκρισης της βυζαντινής από την ελληνική ιστορία εξυπηρετούσε την έννοια της συνέχειας του ελληνικού έθνους και της ενότητας, αποποιούμενο όμως τον δεσποτικό χαρακτήρα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Το σχήμα το είχε χρησιμοποιήσει και ο ίδιος ο Παπαρρηγόπουλος το 1846, στην απάντησή του στον Γρηγόριο Παππαδόπουλο αναφορικά με την απουσία της βυζαντινής ιστορίας από το εγχειρίδιο του Λευί-Αλβαρές, κατηγορώντας μάλιστα τότε τον Θ. Μανούση ότι ενέπλεκε τη βυζαντινή με την ελ-

285. Είναι ενδεικτική η επιστολή του Σκαρλάτου Βυζάντιου προς τον Α. Ρ. Ραγκαβή (1850). Και οι δυο τους ανήκαν στον ίδιο φαναριώτικο κύκλο με τον Παπαρρηγόπουλο. Στο γράμμα εκφραζόταν η ευχή με την είσοδο του τελευταίου στο Πανεπιστήμιο να φιμωνόταν ο Μανούσης και οι περί αυτόν να τρίζανε τα δόντια τους μόνο από λύσσα. Βλ. Κ. Λάππας, Πανεπιστήμιο και φοιτητές..., ό.π., σ. 481, σημ. 74.

286. Λόγος εκφωνηθείς τη 20 Μαίου 1853 κατά την επέτειον εορτήν της ιδρύσεως του Πανεπιστημίου Όθωνος, υπό Στεφάνου Α. Κουμανούδη, εκτάκτου καθηγητού της λατινικής φιλολογίας, κατ' εντολήν της Ακαδημαϊκής Συγκλήτου, Αθήνα 1853, σ. 24.

Σελ. 125
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/126.gif&w=600&h=915

ελληνική ιστορία.287 Τώρα όμως ο ιστορικός βρισκόταν ένα βήμα παραπέρα: στη συγκρότηση νέου σχήματος, που εξέφραζε τη συνολική αποδοχή των διαφορετικών στιγμών της πορείας του ελληνικού έθνους, ενός σχήματος που προκαλούσε, ακόμα και σε αυτή την εμβρυϊκή μορφή, έντονες αντιδράσεις. Όπως αγόρευσε ο Κουμανούδης : Άλλοι, γνωρίζομεν, άλλα δοξάζουσι και νεωστί εξήνεγκον εις το μέσον τας ιδέας των. Κατ' αυτούς ουδέν σχεδόν κακόν ενέσκηψεν εις τον πολύτλαν Έλληνα λαόν κατά τους μέσους αιώνας, αλλ ' από ατελεστέρων εις τελειοτέρας μεταμορφώσεις ευτυχώς μεταβαίνων, αίφνης έπεσεν εις την δουλείαν των ορδών της ανάνδρου Ασίας!288

Ο υπαινιγμός ήταν σαφής. Δεν ήταν ωστόσο η αρχή της διαφωνίας. Είχε προηγηθεί η συζήτηση για τον πρώτο τόμο του έργου του Σκαρλάτου Βυζάντιου Η Κωνσταντινούπολις (1851). Το κείμενο, που ενέτασσε με ζέση το Βυζάντιο στην προγονική κληρονομιά, έδωσε την ευκαιρία να έλθουν πρώτη φορά σε αντιπαράθεση οι δύο καθηγητές, για να ακολουθήσουν και άλλες δημόσιες συγκρούσεις και ιδιωτικές αρνητικές κρίσεις,289 όπως γνωρίζουμε σήμερα από το αρχείο του Στ. Κουμανούδη 290

Ο λόγος του Στ. Κουμανούδη ήταν αφιερωμένος στην ενότητα του ελληνικού έθνους. Λίγο πριν από τον Κριμαϊκό Πόλεμο, ο ομιλητής διατράνωνε την πίστη του σε μια πολιτική ενότητα, όπως αυτή που, παρά τα επιμέρους προβλήματα, επιχείρησαν να εγκαθιδρύσουν οι αρχαίοι Έλληνες, ενότητα η οποία αποτελούσε παράδειγμα προς τους νεότερους. Ήταν η απάντησή του στην ιδέα της ενότητας όπως εκφραζόταν στη «μικρή» ιστορία του Παπαρρηγόπουλου, ιδέα η οποία προκάλεσε πολλαπλές αντιδράσεις. Το ακαδημαϊκό έτος 1855-1856 η δημοσίευση του εισαγωγικού λόγου του Παπαρρηγόπουλου υπό τον τίτλο «Περί της αρχής και της διαμορφώσεως των φυλών του Αρχαίου Ελληνικού Έθνους» είχε προκαλέσει τη μακρά επίκριση του Γεωργίου Παπασλιώτη σε τριάντα συνέχειες στην εφημερίδα Αθηνά (9 Μαρτίου 1856-14

287. Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, Ολίγα αντί πολλών προς τον Γ. Γ. Παππαδόπουλον, Αθήνα 1846, σ. 17-18.

288. Λόγος εκφωνηθείς τη 20 Μάιου 1853..., ό.π., σ. 32.

289. Για τους αντιτιθέμενους λόγους που αναπτύχθηκαν γύρω από την κρίση του βιβλίου του Σκ. Βυζάντιου βλ. Φώτης Δημητρακόπουλος, Βυζάντιο και Νεοελληνική Διανόηση στα μέσα του 19ου αιώνα, Αθήνα, Καστανιώτης, 1996, σ. 91-140, όπου και αποσπάσματα των κειμένων.

290. Αναφέρομαι κυρίως σε κείμενα του Στ. Κουμανούδη, τα οποία δεν δημοσίευσε ποτέ όσο ζούσε, αλλά σώθηκαν στο αρχείο του. Βλ. ενδεικτικά τις παρατηρήσεις του στον επετειακό λόγο του Παπαρρηγόπουλου το 1857, καθώς και τα σχόλια του στην Ιστορία του Ελληνικού Έθνους·. Σ. Ματθαίου, ό.π., σ. 203-213.

Σελ. 126
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/127.gif&w=600&h=915

Ιουνίου 1857). Η έκδοση του πρώτου τόμου της Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους, που ήταν αφιερωμένος στην αρχαία Ελλάδα, στάθηκε η αφορμή για την αρνητική βιβλιοκρισία του Δ. Μαυροφρύδη στο περιοδικό Φιλίστωρ (Φεβρουάριος 1861).

Μανούσης, Κουμανούδης, Παπασλιώτης, Μαυροφρύδης: καθηγητές της Φιλοσοφικής, ένθερμοι υποστηρικτές της αρχαίας Ελλάδας, εκπρόσωποι μιας ισχυρής ομάδας διδασκόντων εντός των τειχών της Σχολής, οι οποίοι υποστήριξαν σθεναρά τη διδασκαλία της αρχαίας ιστορίας στο πανεπιστημιακό πρόγραμμα μαθημάτων έναντι της βυζαντινής. Έναν χρόνο μετά την εισαγωγή της ιστορίας της Ελλάδας από τον Παπαρρηγόπουλο στο Πανεπιστήμιο, ο Φ. Ιωάννου επεσήμανε στον δεύτερο οδηγό σπουδών την ανάγκη διδασκαλίας της ελληνικής (αρχαίας) ιστορίας σε περισσότερη έκταση και με μεγαλύτερη ακρίβεια.291 Το 1857 στο πρόγραμμα των μαθημάτων που πρότεινε ο Ρουσόπουλος απουσίαζε κάθε αναφορά στην Ιστορία του ελληνικού έθνους.292 Περιλαμβανόταν, όμως, αυτοτελές μάθημα για την ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης.

Η απόδοση στην αρχαία ιστορία πρωταρχικού ρόλου για τη διαπαιδαγώγηση των φοιτητών αποτελούσε βασική συνιστώσα των αντιλήψεων αυτών: Πρέπει λοιπόν ο νέος, όστις σπουδαίος ανήρ θέλει να καταστή και επιστήμας εν τω Πανεπιστημίω μανθάνων να προαγάγη τον όλον πολιτισμόν του έθνους του, να προαγάγη και την ευημερίαν, και τούτο να μελετήση πώς και διά τι το έθνος ημών Ρωμαίοι εκλήθησαν πολλούς συνεχείς αιώνας και τώρα έτι ούτω καλούνται. [...] Την μελέτην ταύτην θεωρώ καρποφορωτάτην δι' ημάς και υψίστης σπουδαιότητος διά την ζωήν του έθνους ημών την μέλλουσαν. Ταύτην δε το μάθημα της ιστορίας διευκολύνει, ως δει παραδιδόμενον. Πρόκειται για απόσπασμα από τον εναρκτήριο λόγο του Στ. Κουμανούδη το 1871,293 στο μάθημα της ερμηνείας των Χρονικών του Τάκιτου, το οποίο απηχούσε και την αντίληψή του για τη θέση της φιλολογίας : Ημείς οι φιλόλογοι συντελούμεν εις αυτήν πλαγίως ερμηνεύοντες τα συγγράμματα των Ρωμαίων και διδάσκοντες την γλώσσα των. Και εγώ πάντοτε την φιλολογίαν τιμίαν εθεώρησα μάλιστα διά τούτο το χρήσιμον αυτής εις τα του βίου του ημετέρου.294 Η στάση αυτή, πολύ λιγότερο φιλόδοξη από τις δηλώσεις του 1849,295 σχετιζόταν με τη γνώση πλέον των ελληνικών πραγματικοτήτων,

291. Οδηγίαι..., 1853, ό.π., σ. 25.

292. Αθ. Ρουσόπουλος, ό.π., σ. 40-42. Βλ. και Κ. Λάππας, Πανεπιστήμιο και φοιτητές..., ό.π., σ. 195-196.

293. Σ. Ματθαίου, ό.π., σ. 150.

294. Στο ίδιο.

295. Βλ. εδώ, σ. 60.

Σελ. 127
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/128.gif&w=600&h=915

αλλά ενδεχομένως και την προσωπική του απογοήτευση : Είναι άλλοι τόποι, εν οις η φιλολογία παραδίδεται ψιλώς δι' εαυτήν, θεωρητικώς. Ο ημέτερος τόπος δεν είναι ακόμη εν τούτω τω επιστημονικώ σημείω.296

Η παραδειγματική χρήση της ιστορίας κυριαρχούσε στη σκέψη των Παπαρρηγόπουλου και Κουμανούδη. Σε μια από τις δημόσιες διαφωνίες τους το διατύπωσαν παραστατικά. Έγραφε ο Κουμανούδης στην εφημερίδα Ώρα (9 Ιανουαρίου 1879) : [...] εκ νεαράς μου ηλικίας των κλασικών λεγομένων χρόνων τα διδάγματα ενστερνισθείς, καμμίαν κλίσιν δεν ησθάνθην προς τας αρετάς του Μεσαιώνος και της Τουρκοκρατίας της μέχρι του Ρήγα και της Φιλικής Εταιρίας. Ανήκων εις την παλαιάν σχολήν της φιλολογίας, όπως ήδη εν έτει 1853 το είπα κάπου δημοσία, είμαι δυσκαμπτότερος ουδέ τόσον ενδοτικός [...]. Την απάντηση έδωσε ο Παπαρρηγόπουλος την επόμενη ημέρα στην ίδια εφημερίδα: Το κατ' εμέ, καίτοι είπερ τις και άλλος θαυμάσας και υμνήσας την αρχαίαν Ελλάδα, ομολογώ ότι δεν ηδυνήθην να μην αισθανθώ πολλήν συμπάθειαν προς τας γενεάς εκείνας αίτινες, διά των πολεμικών, των πολιτικών και των διοικητικών αυτών αγώνων, αν όχι άλλο, διέσωσαν τον Ελληνισμόν επί δισχίλια έτη, και άνευ των οποίων, κατά την εμήν πεποίθησιν, ούτε Ρήγας, ούτε Φιλική Εταιρία ήθελον υπάρξει.297

Εννιά χρόνια αργότερα ο Κουμανούδης έγραψε το γνωστό έμμετρο σχόλιό του για τον Παπαρρηγόπουλο, κατηγορώντας τον για διαφθορά της νεολαίας και απόκρυψη της αλήθειας :

Είσαι, Παπαρρηγόπουλε, όχ' ιστορίας συγγραφεύς, αλλά της νεολαίας μας κολακικός διαφθορεύς' διότ ' εις τα βιβλία σου συγκρύπτων την αλήθειαν αυξάνεις την του Έλληνος μετρίαν κακοήθειαν.298 Και εδώ βρισκόμαστε στον αστερισμό του διδακτισμού, στην αντίληψη μιας ιστορίας παραδειγματικής, η οποία είχε τη δύναμη να διαμορφώνει νεανικές συνειδήσεις.

Ας επιστρέψουμε όμως στο 1871. Την ίδια χρονιά που ο Κουμανούδης δίδασκε τα Χρονικά του Τάκιτου, ο Κ. Παπαρρηγόπουλος επιχειρούσε για δεύτερη φορά να καταλάβει τον πρυτανικό θώκο. Πενήντα πέντε χρονών, με αναγνωρισμένο κύρος, έχοντας ήδη εκδώσει ένα σημαντικό τμήμα της ΙΕΕ, έθεσε για πρώτη φορά υποψηφιότητα το 1870. Συνυποψήφιοι του ήταν ο Στ. Κουμανούδης και ο Κωνσταντίνος Βουσάκης. Τις περισσότερες ψήφους έλαβε ο

296. Σ. Ματθαίου, ό.π., σ. 150-151.

297. Φ. Δημητρακόπουλος, ό.π., σ. 259.

298. Σ. Ματθαίου, ό.π., σ. 125.

Σελ. 128
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/129.gif&w=600&h=915

Κουμανούδης (20), ενώ ακολουθούσαν με τον ίδιο αριθμό ψήφων (18) οι Παπαρρηγόπουλος και Βουσάκης. Μετά από την άρνηση του Κουμανούδη, ο βασιλέας επέλεξε τον Βουσάκη.2" Τη δεύτερη χρονιά ο Κ. Παπαρρηγόπουλος έλαβε περισσότερες ψήφους, αλλά την πρυτανική θέση κατέλαβε ο Ευθ. Καστόρχης, ο παλαιός συνυποψήφιος του για την έδρα της Ιστορίας. Η εκλογή του θεωρήθηκε αντικανονική, καθώς σύμφωνα με τον υπουργό Παιδείας είχαν ψηφίσει δύο καθηγητές που δεν είχαν το δικαίωμα να το κάνουν.300 Μόνο με την τρίτη συνεχή υποψηφιότητά του, το 1872, κατόρθωσε ο Παπαρρηγόπουλος να καταλάβει τον πρυτανικό θώκο.

Το γεγονός σχολιάστηκε από τον Τύπο και προκάλεσε την εμπαθή επίθεση του νεαρού τότε Γ. Μιστριώτη, μετέπειτα γαμπρού του καθηγητή της Νομικής Νικολάου Σαρίπολου, ο οποίος επίσης είχε καταγράψει με ειρωνικό τρόπο τις διαφωνίες του με τον ιστορικό, καθώς και την απάντηση του Παπαρρηγόπουλου. Σύμφωνα με τη φιλικά προσκείμενη στον τελευταίο εφημερίδα Ο Πολίτης, υπεύθυνη για την εκλογή του Καστόρχη ήταν η φατρία των κοκκίνων: μια πανεπιστημιακή ομάδα, με μέλη της αρκετά από τα πρόσωπα που στο παρελθόν είχαμε συναντήσει στην υποστήριξη της υποψηφιότητας του Αλεξάνδρου Μαυροκορδάτου, αλλά και νέα, όπως ο Αθ. Ρουσόπουλος, ο Δ. Σεμιτέλος, ο Γ. Παπασλιώτης, ο Δ. Μαυροφρύδης. Ήταν όλοι διδάσκοντες στη Φιλοσοφική Σχολή , πρόσωπα που είχαν παρακολουθήσει μαθήματα του Αουγκούστ Μπεκ ή είχαν επηρεαστεί από τη διδασκαλία του, θιασώτες της «παλαιάς φιλολογίας». Ο χαρακτηρισμός τους ως φατρίας των κόκκινων κάλυπτε, σύμφωνα με τον Κ. Θ. Δημαρά, την ομάδα των οπαδών του Διαφωτισμού, οι οποίοι την εποχή εκείνη έγραφαν στην εφημερίδα Αθηνά. Τα μέλη της αναγνώριζαν ως πατριάρχη τους τον Κ. Ασώπιο και αποδέχονταν τον δυναμισμό του Στ. Κουμανούδη.301

Η ομάδα αυτή είχε κάνει δυναμικά την εμφάνισή της το 1853, όταν για δύο χρόνια στο επίκεντρο της ελληνικής πνευματικής ζωής είχε τεθεί η διαμάχη του Παναγιώτη Σούτσου με τον Κ. Ασώπιο, λόγω της οξείας κριτικής του δεύτερου στο έργο του πρώτου Νέα Σχολή του Γραφομένου Λόγου ή Ανάστασις της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσης Εννοουμένης υπό Πάντων. Η κριτική του Ασώπιου, που κυκλοφόρησε ανώνυμα σε φυλλάδια υπό τον τίτλο Τα Σούτσεια, ήτοι ο κύριος Παναγιώτης Σούτσος εν γραμματικοίς, εν φιλολόγους, εν σχολάρχαις, εν μετρικοίς

299. Στο ίδιο, σ. 35. Το σώμα των καθηγητών όλων των σχολών ψήφιζε τρεις υποψηφίους για την πρυτανική θέση. Ο βασιλέας επέλεγε τον έναν, σεβόμενος συνήθως την αρχή της πλειοψηφίας.

300. Βλ. Κ. Λάππας, ό.π., σ. 136-137.

301. Κ. Θ. Δημαράς, Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος..., ό.π., σ. 254.

Σελ. 129
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/130.gif&w=600&h=915

κοίς και εν ποιηταίς εξεταζόμενος302, αποτέλεσε την αφορμή για μια έντονη σύγκρουση με σαφείς πολιτικές προεκτάσεις.303

Στην ομάδα αυτή αναφέρθηκε πολλές φορές ο Κ. Θ. Δημαράς, συντελώντας, παρά τις λεπτές διαφοροποιήσεις που διακρίνουμε στο έργο του, σε μια μονοδιάστατη εικόνα τους ως των τελευταίων εκπροσώπων της διαφωτιστικής σκέψης και ως αντιπάλων του Κ. Παπαρρηγόπουλου. Η εικόνα αυτή εξομοίωσε κατ' αρχάς μια σειρά από διαφορετικές στάσεις, υπάγοντάς τες σε έναν κοινό παρονομαστή, υποβαθμίζοντας την ποικιλία των θέσεων και των διαφορών τους. Με τον τρόπο αυτό αντιμετωπίστηκαν απλώς ως αρνητές της ιστορικής συνέχειας του ελληνικού έθνους. Από την άλλη πλευρά, η μελέτη των σχέσεων των δύο αυτών στρατοπέδων ως απόλυτα αντιπαραθετικών, με έμφαση στο «τέλος» του ενός και στην «κυριαρχία» του άλλου, δυσχεραίνει προσεγγίσεις οι οποίες θα αναδείκνυαν τις επιβιώσεις του παλαιότερου στο νεότερο ή θα έδειχναν την αντίθεση ανάμεσα σε θεωρητικές και ακραίες, προγραμματικά και μεθοδολογικά, προτάσεις και σε συγκεκριμένες πρακτικές και κείμενα. Απαιτούνται λεπτομερέστερες μελέτες, οι οποίες θα ελάμβαναν υπόψη τους και τις διαφορετικές χρονικές στιγμές, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο οι ίδιοι οι διανοητές αντιλαμβάνονταν τον εαυτό τους και την πνευματική παραγωγή, τη δική τους και των «αντιπάλων». Οι εξελίξεις, με σημαντικότερη εκείνη της δημιουργίας του ελληνικού βασιλείου, είχαν συμβάλει στην επανεπεξεργασία των θεωρήσεων τους, μεταθέτοντας το κέντρο βάρους και δημιουργώντας νέα ερωτήματα και ωσμώσεις στη σκέψη τους, ακυρώνοντας σχήματα και διακρίσεις. Είναι χαρακτηριστική η πολύ ισχυρή επιβίωση του αρχαιοελληνικού παραδείγματος στον ρομαντισμό που αναδεικνύεται στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, παρά τις αντίθετες φωνές· από την άλλη πλευρά είναι σαφές ότι το πρόβλημα της ενότητας και της ταυτότητας του ελληνικού έθνους, στο πλαίσιο του νέου κράτους, απασχολούσε όλους τους λογίους της εποχής. Όπως σημείωναν οι εκδότες του Φιλίστορος στο εισαγωγικό σημείωμα του πρώτου τεύχους του περιοδικού (1861): Πρέπει πρώτον τα μεν οπωσούν γνωστά μέρη της τρισχιλιετούς ιστορίας μας γνωστότερα να κατασταθώσιν, τα δε σκοτεινά να διαφωτισθώσιν.304 Υπενθυμίζω ότι το πε-

302. Βλ. Καλλιόπη Πολέμη, «Τα Σούτσεια. Βιβλιογραφική Συμβολή», 0 Ερανιστής 18 (1986), σ. 136-148.

303. Βλ. Π. Μουλλάς, Η διαμάχη Π. Σούτσου - Κ. Ασώπιου (1853) και η ιστορική συγκυρία, Ο Ερανιστής 11 (1974), σ. 137-150.

304. Στέφανος Κουμανούδης, Κωνσταντίνος Ξανθόπουλος, Δημήτριος Μαυροφρύδης, «Πρόγραμμα», Φιλίστωρ 1 (1861), σ. 2.

Σελ. 130
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/131.gif&w=600&h=915

περιοδικό αυτό, το πρώτο ιστορικό περιοδικό στο ελληνικό κράτος -είχε προηγηθεί ο Ελληνομνήμων ή Σύμμικτα Ελληνικά του Ανδρέα Μουστοξύδη στην Κέρκυρα, το διάστημα 1843-1853-, προήλθε από αυτό το κλίμα. Εκδότες του ήταν ο Στ. Κουμανούδης, ο Δ. Μαυροφρύδης και ο μαθητής του Μπεκ Κωνσταντίνος Ξανθόπουλος. Η αναγνώριση της συνεχούς πορείας του ελληνικού έθνους αποτελούσε κοινό τόπο, χωρίς όμως αυτό να ισοδυναμεί και με την αναγνώριση του Βυζαντίου ως ελληνικής αυτοκρατορίας.

Λίγα χρόνια πριν, το 1845, ο Κ. Ασώπιος και ο Θ. Μανούσης είχαν αναγγείλει την ελληνική έκδοση της σειράς των βυζαντινών συγγραφέων που εξέδιδε από το 1828 ο Νήμπουρ στη Βόννη (Corpus Scriptorum Historiae Byzantinaé). Στην αγγελία της έκδοσης οι δύο καθηγητές αναφέρονταν στις δυο γενικώτατες περιόδους της ιστορίας του ελληνικού έθνους, την αρχαία και τη μίση ελληνική, που ξεκινούσε με τη μεταφορά της πρωτεύουσας στο Βυζάντιο και τελείωνε με την άλωση της Κωνσταντινούπολης. Οι σύγχρονοι Έλληνες ήταν απόγονοι της γενιάς που έζησε κατά τη δεύτερη περίοδο, όταν διαμορφώθηκε η γλώσσα, οι νόμοι που ρυθμίζουν τον ιδιωτικό βίο, οι δοξασίες και τα έθιμα, όταν καθιερώθηκε η χριστιανική θρησκεία.305

Έλειπε η αναφορά στο πολίτευμα. Ούτως ή άλλως, ήταν σαφής η αγωνιώδης προσπάθεια αναζήτησης των συνεχειών, καθώς το σχήμα της αναβίωσης παρουσιαζόταν πιο ασθενές στην προσπάθεια αντιμετώπισης θεωριών όπως εκείνες του Φαλλμεράυερ : μέση ελληνική ιστορία, αλλά όχι βυζαντινή, συνέχεια λαού, αλλά όχι και ενσωμάτωση της Αυτοκρατορίας στην παράδοσή του. Ήταν χαρακτηριστικό, υπ' αυτή την έννοια, το σχήμα που δημιούργησε ο Κ. Ασώπιος στον λόγο του για τον Μέγα Αλέξανδρο. Τη συνέχεια που δημιουργούσε η ενσωμάτωση του Μεγάλου Αλεξάνδρου στο εθνικό αφήγημα ακολουθούσε η πολιτισμική κυριαρχία επί των Ρωμαίων και κυρίως η μεταφορά του πολιτισμού στην Ευρώπη. Στις ιδεατές πολιτισμικές συνέχειες που δημιουργούσε ο Ασώπιος με κύριο άξονα ακριβώς την εκπολιτιστική δύναμη του ελληνισμού , η σειρά ήταν αρχαία Ελλάδα - Μέγας Αλέξανδρος - Ρώμη, και όχι Βυζάντιο αλλά Ευρώπη, στόχος και του σύγχρονου ελληνικού κράτους. Ακόμη και εάν το Βυζάντιο αναγνωριζόταν ως ο χώρος όπου συνέχισε να ζει το ελληνικό έθνος, ήταν σαφές ότι η καρδιά του, η εκπολιτιστική δηλαδή δύναμή του, χτυπούσε στην Ευρώπη: Μετά τον πρώτον πολιτισμόν του κόσμου, τον καθαρόν ελληνικόν, επήλθεν ο δι' Αλεξάνδρου, ελληνικός τε και μακεδονικός, ευρύτερος του πρώτου. Μετ' αυτόν ήλθεν ο ρωμαϊκός, ευρύτερος μεν ίσως, βεβαίως δε συ-

305. Αθηνά, φ. 1242 (12 Αυγούστου 1845).

Σελ. 131
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/132.gif&w=600&h=915

συνέχεια του δευτέρου ων. Μετά ταύτα ο ευρωπαϊκός, πάντων των προηγουμένων ευρύτερος. Εις πάντας τούτους τι συνετέλεσεν η Ελλάς; Η Ελλάς, κύριοι, εδοξάσθη μόνη και καθ' εαυτήν, πολιτικώς τε και επιστημονικώς, εν τω πρώτω, όλου του λοιπού κόσμου υπό βαρβαρότητας καλυπτομένου, πράγμα το όποιον ούτε δυνατόν ούτε ευκτόν είναι να επανέλθη· εδοξάσθη κατ' άμφω εν τω δευτέρω διά του Αλεξάνδρου ος εξύπνισε την Ανατολήν, εδοξάσθη εν τω ρωμαϊκώ επιστημονικώς, υπόδουλος μεν, αλλά διδάσκαλος γενομένη των κρατούντων. Δεν έμεινεν άδοξος εν τω ευρωπαϊκώ, ως πολικός αστήρ διά των αθανάτων συγγραμμάτων των εαυτής υιών βοηθήσασα την Ευρώπην ίνα εξέλθη της παχυλής απαιδευσίας και βαρβαρότητος.306 Η αναφορά στην έκδοση των βυζαντινών κειμένων από τον Νήμπουρ προσθέτει και άλλη μια συνιστώσα: εκείνη της σχέσης με την ξένη, ιδιαίτερα τη γερμανόφωνη, επιστημονική σκέψη, την οποία οι «διαφωτιστές» παρακολουθούσαν, μεταβάλλοντας σταδιακά τις θέσεις τους.

Η επικράτηση της ιδεολογίας της αδιάσπαστης εθνικής συνέχειας και η πλήρης ενσωμάτωση του Βυζαντίου μετέτρεψαν αναδρομικά τους διαφωνούντες σε εξαρχής «ηττημένους». Ο κίνδυνος που ελλοχεύει σε μια τέτοια αντιμετώπιση είναι η υποβάθμιση της μελέτης των όρων με τους οποίους διεξήχθη η σύγκρουση και των κοινών τόπων, των παραδοχών που την επέτρεψαν : η ενδυνάμωση του ελληνικού κράτους και η ανάγκη διεύρυνσής του αποτελούν αιτούμενα της εποχής, τα οποία από διαφορετικούς δρόμους ενστερνίζονταν όλοι, συγκροτώντας ένα στέρεο οπλοστάσιο από το οποίο συχνά, και κάποτε αντιφατικά, εξοπλίζονταν. Σε αυτό το πλαίσιο είναι ανάγκη επίσης να μελετηθούν οι διαφορετικές χρονικές στιγμές αυτής της πορείας. Η φατρία των κόκκινων διέθετε σαφώς διαφορετική δυναμική στην τρίτη ή στην τέταρτη δεκαετία του 19ου αιώνα από ό, τι στην έβδομη, όταν πλέον έχουν εμπεδωθεί μια σειρά χαρακτηριστικών του ελληνικού κράτους και όταν οι βαλκανικοί εθνικισμοί δημιουργούν μια νέα δυναμική στην οποία δείχνουν να υποκύπτουν .

Σε ένα άλλο επίπεδο, η θεώρηση της επικράτησης της ζαμπελο-παπαρρηγοπούλειον (όπως την ονόμασε ο Στ. Κουμανούδης) σχολής ως μονόδρομου, χωρίς παρεκκλίσεις ή διαφοροποιήσεις, ακυρώνει τον ενεργό ρόλο και την επίδραση των συγκεκριμένων λογίων. Η εκ των υστέρων ανάγνωση της δράσης τους -στο φως των όσων επακολούθησαν και των συσχετισμών που διαμορφώθηκαν-, εκτός του ότι δεν αποδίδει με ακρίβεια τη σημασία αυτών των ρευμάτων σκέψης στην εποχή τους, ταυτόχρονα αποδυναμώνει την ερμηνεία

306. Πρυτανικοί λόγοι 1855-1856, ό.π., σ. 72.

Σελ. 132
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Η συγκρότηση της ιστορικής επιστήμης και η διδασκαλία της ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (1837-1932)
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 113
    

    ΣΜΙΛΕΥΟΝΤΑΣ ΤΑ ΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

    Στους εισιτήριους λόγους του ο Παπαρρηγόπουλος χρησιμοποίησε ευρύ τεκμηριωτικό υλικό για να στηρίξει τα λεγόμενα του. Υπήρξε υπέρμαχος της συγκέντρωσης και αξιοποίησης αρχειακών τεκμηρίων. Εντός του Πανεπιστημίου είχε ασκήσει πιέσεις για τη χρηματοδότηση παρόμοιων εγχειρημάτων, ενώ είχε προβεί προσωπικά σε αναζήτηση «χορηγιών» για το έργο του.262 Πίστευε σε μια αφήγηση βασισμένη σε τεκμήρια, αποστρεφόμενος, ιδιαίτερα στα χρόνια της ωριμότητας, κάθε έννοια φιλοσοφίας της ιστορίας.

    Ο Παπαρρηγόπουλος στάθηκε ιδιαίτερα επιφυλακτικός απέναντι στους νόμους της ιστορίας. Σύμφωνα με τον συγγραφέα της ΙΕΕ, για να μπορέσει να υπάρξει κάποιος νόμος έπρεπε ο εισηγητής του να κατέχει την ακριβή γνώση του γεγονότος το οποίο επρόκειτο να ρυθμίσει. Τη ρήτρα αυτή δεν μπορούσαν να εξασφαλίσουν οι υπάρχουσες, αλλά ούτε ενδεχομένως και οι μελλοντικές μας γνώσεις για την παγκόσμια ιστορία. Όπως σημείωνε σε ένα από τα λιγοστά θεωρητικά και μεθοδολογικά κείμενά του, το οποίο απευθυνόταν προς τους νέους του Φιλολογικού Συλλόγου «Παρνασσός», χρονολογημένο στις 11 Ιανουαρίου 1872, οι μόνοι ιστορικοί νόμοι που θα μπορούσε να αναγνωρίσει ο ίδιος ήταν η Αδιάλειπτος πρόοδος του εξωτερικού της ανθρωπότητος κόσμου, καθώς και η Αναλλοίωτος μονιμότης του ηθικού.263

    Στο έργο του Παπαρρηγόπουλου οι έννοιες της ενότητας και της συνέχειας μετασχηματίζονται, χάνουν τον παγκόσμιο χαρακτήρα τους, αποκτούν εθνικές διαστάσεις. Από την παγκόσμια συνέχεια και ενότητα μεταβαίνουμε στην αδιάσπαστη συνέχεια του ελληνικού έθνους, στην πολιτισμική και πολιτική ενότητά του. Στο πλαίσιο αυτό αναδεικνύεται η σημασία του βυζαντινού κράτους, καθώς η πολιτική ενότητα του ελληνισμού επέτρεψε την κυριαρχία

    αφορμή το βιβλίο του I.F.A. Peyre, Histoire de la première croisade (1859), καθώς και τον εισιτήριο λόγο του 1878-1879.

    262. Το 1868 ο Παπαρρηγόπουλος ως μέλος της Συγκλήτου είχε εισηγηθεί στο σώμα την αποστολή του Ιωάννη Σακελλίωνος στο Άγιον Όρος και αλλού για συλλογή χειρογράφων (συνεδρίαση 22ας Αυγούστου 1868). Το 1870, πάλι, είχε ζητήσει από το Πανεπιστήμιο να τον συνδράμει οικονομικά ώστε να ταξιδέψει στη Φλωρεντία για έρευνα στις βιβλιοθήκες, με σκοπό τη συλλογή χειρογράφων προς διευκρίνιση της ιστορίας του ελληνικού έθνους και ιδίως της ιστορίας των Αθηνών τον 14ο και 15ο αιώνα (συνεδρίαση 30ής Ιουλίου 1870).

    263. «Ποίον το εκ της ιστορίας όφελος και πώς δέον να σπουδάζωμεν αυτήν», εφημερίδα Άμυνα, 4 Φεβρουαρίου 1872: Κ. Θ. Δημαράς, Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος..., ό.π., σ. 269.