Συγγραφέας:Καραμανωλάκης, Βαγγέλης Δ.
 
Τίτλος:Η συγκρότηση της ιστορικής επιστήμης και η διδασκαλία της ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (1837-1932)
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:42
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:2006
 
Σελίδες:551
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Εκπαίδευση-Τριτοβάθμια
 
Παιδεία-Εκπαίδευση
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα, Πανεπιστήμιο Αθηνών
 
Χρονική κάλυψη:1837-1932
 
Περίληψη:Αφετηριακή υπόθεση της εργασίας αυτής είναι ότι η ιστορία συγκροτείται ως επιστήμη μέσα από την καταλυτική επίδραση εκπαιδευτικών θεσμών για την παραγωγή και τη μετάδοση της γνώσης, όπως είναι το πανεπιστήμιο. Οι θεσμοί αυτοί επιβάλλουν σε μεγάλο βαθμό στην ιστοριογραφική παραγωγή τη λογική της συγκρότησης και της λειτουργίας τους, τις αξίες που τους διέπουν, τις πρακτικές ανάδειξης κύρους και τους συσχετισμούς δύναμης που επικρατούν στο εσωτερικό τους, τις σχέσεις τους με την πολιτική εξουσία και την κοινωνία. Η πανεπιστημιακή διδασκαλία της ιστορίας κατά την περίοδο που καλύπτει το βιβλίο συνδέθηκε με μια σειρά από παράγοντες και μεταβλητές, στοιχεία που καθόρισαν και το συγκεκριμένο πλαίσιο αναφοράς : το πανεπιστημιακό περιβάλλον, η ιστοριογραφική παράδοση, τα πρόσωπα που δίδαξαν και οι αποδέκτες της διδασκαλίας τους. Στόχος της παρούσας εργασίας είναι η συνεξέταση αυτών των παραγόντων μέσα στην ευρύτερη πολιτική και κοινωνική συγκυρία από την οποία σε μεγάλο βαθμό ορίστηκαν και την οποία εντέλει επανακαθόρισαν, με άλλα λόγια θέμα του βιβλίου είναι η συγκρότηση, στον χώρο του Πανεπιστημίου Αθηνών, μιας εθνικής-επιστημονικής ιστορίας με έντονο διδακτικό χαρακτήρα, η οποία επηρέασε καθοριστικά τη συνολική ιστοριογραφική παραγωγή, λόγω της σημαίνουσας θέσης του ιδρύματος, καθώς για έναν περίπου αιώνα αποτέλεσε τον μοναδικό οργανωμένο θεσμό της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης ο οποίος παρήγε ιστορική γνώση, κατάρτιζε τους φοιτητές και προετοίμαζε τους αποφοίτους του για τη διάχυση αυτής της γνώσης, μέσω κυρίως του σχολικού δικτύου, στο ελληνικό βασίλειο και στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 43.93 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 123-142 από: 554
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/123.gif&w=600&h=915

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ'

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ ΣΤΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗ ΣΧΟΛΗ: ΟΙ ΑΝΤΙΔΡΑΣΕΙΣ

Η έκδοση της Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους προκάλεσε έντονες και πολυάριθμες αντιδράσεις, τις οποίες στη μεγαλύτερη έκτασή τους έχει καταγράψει ο Κ. Θ. Δημαράς. Ο Κ. Παπαρρηγόπουλος συγκρούστηκε με πλήθος λογίων εντός και εκτός Πανεπιστημίου, με αποτέλεσμα την παραγωγή σημαντικού αριθμού κειμένων, του ίδιου και των αντιπάλων του. Σημειώνω ενδεικτικά εντός Πανεπιστημίου τους Στ. Κουμανούδη, Νικόλαο Κοτζιά, Νικόλαο Σαρίπολο, Παύλο Καλλιγά, και εκτός τους Κωνσταντίνο Σάθα, Κωνσταντίνο Νικοδήμο κ.ά. Πολλές από αυτές τις επιφυλάξεις ή και τις διαφωνίες διατυπώθηκαν από το πανεπιστημιακό βήμα χωρίς άμεση μνεία του έργου του ιστορικού. Περιείχαν ωστόσο σαφείς αιχμές, οι οποίες διασταυρώθηκαν με τους λόγους του Παπαρρηγόπουλου ή άλλων υποστηρικτών της συνεχούς και αδιάσπαστης πορείας του ελληνικού έθνους. Η κατασκευή ενός κοινού παρελθόντος, στην πραγματικότητα ενός αξιακού συστήματος το οποίο νομιμοποιούνταν από το παρελθόν, αποτέλεσε το αντικείμενο παράλληλων και αλληλοσυγκρουόμενων λόγων, όπως αυτοί εκτυλίχθηκαν στο πλαίσιο των πανεπιστημιακών τελετών, ιδιαίτερα τα πρώτα χρόνια. Η δυσπιστία προς το Βυζάντιο αποτέλεσε τότε κοινό τόπο στις περισσότερες από τις δημόσιες τοποθετήσεις των διδασκόντων.280 Μέλη μιας γενιάς που είχε γαλουχηθεί επιστημονικά στη Δύση, αντιμετώπιζαν με επιφύλαξη τον δεσποτικό και θεοκρατικό χαρακτήρα της συγκεκριμένης περιόδου όπως είχε αποδοθεί από την ευρωπαϊκή ιστοριογραφία. Θα σταθώ ιδιαίτερα στην κριτική μιας ομάδας καθηγητών εντός της Φιλοσοφικής, η οποία, έστω και εν σπέρματι, προσέφερε μια διαφορετική αντίληψη για την ελληνική ιστορία. Πρόκειται για αυτούς

280. Βλ. ενδεικτικά Μιχαήλ Ποτλής, Εισαγωγικόν Μάθημα εις το Εκκλησιαστικό» Δίκαιον της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας, Αθήνα 1859, και Κωνσταντίνος Φρεαρίτης, Λόγος γενεθλιακός περί των τυχών και της φύσεως της Ελληνικής επιστήμης, επί τη εικοσιπενταετηρίδι του Εθνικού Πανεπιστημίου εκφωνηθείς, Αθήνα 1863.

Σελ. 123
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/124.gif&w=600&h=915

που -συμπεριλαμβάνοντας και καθηγητές από τη Νομική, όπως ο Ν. Σαρίπολος, ο Μιχαήλ Ποτλής και ο Κ. Φρεαρίτης-ο Διονύσιος Ζακυθηνός χαρακτήρισε υπέρμαχους της αρχαιότητας.281

Η ΦΑΤΡΙΑ ΤΩΝ ΚΟΚΚΙΝΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Μια από τις πρώτες συγκροτημένες κριτικές που διατυπώθηκαν για το σχήμα του Κ. Παπαρρηγόπουλου, όπως αυτό εμφανίστηκε στο σχολικό εγχειρίδιο του 1853, προερχόταν από τον έτερο καθηγητή της Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, τον Θ. Μανούση, μέλος της επιτροπής (με γραμματέα τον Στέφανο Κουμανούδη) που είχε συστήσει το υπουργείο Παιδείας για την αξιολόγηση των σχολικών εγχειριδίων. Στην έκθεση που συνέταξε για το βιβλίο διατύπωνε τις επιφυλάξεις του, οι οποίες αφορούσαν εν συνόλω το εγχείρημα του νεότερου συναδέλφου του: έσυρεν εις τον κύκλον αυτού [της ελληνικής ιστορίας] και άλλα μέρη, τα οποία συνήθως δεν θεωρούνται ώς αποτελούντα μέρος αυτής, καθώς π.χ. την ιστορίαν του Βυζαντινού κράτους, το οποίον και αυτός ο ίδιος εις άλλο αυτού σχεδόν σύγχρονον πόνημα ονομάζει «Ανατολικόν τμήμα του ρωμαϊκού κράτους». Ωσαύτως την ιστορίαν της Συρίας επί των Σελευκιδών και της Αιγύπτου επί των Πτολεμαίων. Αν εννοή ότι η Ελλάς εξετείνετο μέχρις ου εξετάθη ελληνική εξουσία και γλώσσα υπό των Μακεδόνων, ο αυτός λόγος υπήρχε και περί Βιθυνίας, Περγάμου και αυτής της Βακτριανής.282 Και συνέχιζε μιλώντας για το κυριότερο κατ' αυτόν ελάττωμα του έργου : εν αυτώ δεν ετηρήθη ακριβώς η ιστορική δικαιοσύνη - εδόθη έκτασις τοσούτον υπέρμετρος, ώστε η αρχαία ελληνική ιστορία, και μάλιστα η λαμπροτάτη αυτής περίοδος, φαίνεται ως μικρόν τε και πενιχρόν της νεώτατης ταύτης παράρτημα.283 Όσον αφορά τη δεύτερη καινοτομία του βιβλίου, την προσθήκη της Επανάστασης του 1821, ο Θ. Μανούσης δεν αμφισβητούσε τη σημασία του γεγονότος· εξέφραζε όμως επιφυλάξεις για το πρώιμο του εγχειρήματος και για την πληρότητα του κεφαλαίου, ιδίως σχετικά με τον Ιωάννη Καποδίστρια.284

Η ανησυχία του Μανούση για την υποβάθμιση της αρχαίας ελληνικής ιστορίας

281. Βλ. Δ. Ζακυθηνός, ό.π., σ. 62-63.

282. Χρ. Κουλούρη, Ιστορία και γεωγραφία..., ό.π., σ. 164-165.

283. Στο ίδιο, σ. 165.

284. Όπως παρατηρεί η Χριστίνα Κουλούρη, η προσθήκη της νεότερης ελληνικής ιστορίας αποτελούσε καινοτομία για τη νεοελληνική ιστοριογραφία και για τα σχολικά εγχειρίδια, καθώς μάλιστα καταλάμβανε πάνω από το ήμισυ των σελίδων. Στο ίδιο, σ. 51.

Σελ. 124
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/125.gif&w=600&h=915

ρίας σε ένα συνολικότερο εγχείρημα όπως αυτό της ΙΕΕ μπορεί να θεωρηθεί δικαιολογημένη. Πραγματικά, η στροφή προς την αναζήτηση και εδραίωση της συνέχειας, σε συνδυασμό με την αναγνώριση της αρχαίας ελληνικής ιστορίας ως προγονικής, ενέτασσε την τελευταία σε ένα γενικότερο σχήμα, καταργώντας σε μεγάλο βαθμό την αυτόνομη εξέταση της.

Η αναφορά του καθηγητή της Γενικής ιστορίας στο άλλο σχεδόν σύγχρονον πόνημα του Παπαρρηγόπουλου ήταν ακριβής. Επρόκειτο για τον δεύτερο τόμο (ο πρώτος εκδόθηκε το 1849) του Εγχειριδίου της Γενικής Ιστορίας για τα γυμνάσια, ο οποίος κυκλοφόρησε το 1853. Το έργο αυτό έμενε πιο κοντά στους κοινά αποδεκτούς τόπους της γενικής ιστορίας, στους οποίους ο Παπαρρηγόπουλος είχε θητεύσει από νωρίς μεταφράζοντας το 1845 ένα γαλλικό εγχειρίδιο του Λευί-Αλβαρές (Στοιχεία της γενικής ιστορίας κατά το σύστημα του Γάλλου Λευΐ). Η κριτική του Μανούση ήταν σαφές ότι προερχόταν από ένα άλλο περιβάλλον, το οποίο πολιτικά και ιδεολογικά αντιστρατευόταν τον Παπαρρηγόπουλο και ό, τι αυτός εξέφραζε εντός του Πανεπιστημίου285, όπως προκύπτει και από τον λόγο του Στεφάνου Κουμανούδη την ίδια χρονιά: Υπήρχε βεβαίως έθνος ελληνικόν καθ' όλον τον μέσον αιώνα· απόδειξις δε ημείς, οίτινες ουκ έφυμεν από δρυός ουδ' από πέτρης. Tι δε εφρόνει ή τι εδίωκε πολιτικώς, τούτο δυσκολώτερον ειπείν. Όστις όμως εκ των Βυζ. Χρονικών θελήση τούτο να εξαγάγη ευσυνειδήτως, θέλει ειπεί, ότι το έθνος εις αμάθειαν περιπεσόν ελεεινήν, υπείκεν εις τα δεσποτικά δόγματα της Καισαρικής αρχής, ήτις παρελθόν έχουσα ξένον, ποτέ δεν εξεφράσθη ότι απηρνήθη αυτό.286

Το σχήμα της διάκρισης της βυζαντινής από την ελληνική ιστορία εξυπηρετούσε την έννοια της συνέχειας του ελληνικού έθνους και της ενότητας, αποποιούμενο όμως τον δεσποτικό χαρακτήρα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Το σχήμα το είχε χρησιμοποιήσει και ο ίδιος ο Παπαρρηγόπουλος το 1846, στην απάντησή του στον Γρηγόριο Παππαδόπουλο αναφορικά με την απουσία της βυζαντινής ιστορίας από το εγχειρίδιο του Λευί-Αλβαρές, κατηγορώντας μάλιστα τότε τον Θ. Μανούση ότι ενέπλεκε τη βυζαντινή με την ελ-

285. Είναι ενδεικτική η επιστολή του Σκαρλάτου Βυζάντιου προς τον Α. Ρ. Ραγκαβή (1850). Και οι δυο τους ανήκαν στον ίδιο φαναριώτικο κύκλο με τον Παπαρρηγόπουλο. Στο γράμμα εκφραζόταν η ευχή με την είσοδο του τελευταίου στο Πανεπιστήμιο να φιμωνόταν ο Μανούσης και οι περί αυτόν να τρίζανε τα δόντια τους μόνο από λύσσα. Βλ. Κ. Λάππας, Πανεπιστήμιο και φοιτητές..., ό.π., σ. 481, σημ. 74.

286. Λόγος εκφωνηθείς τη 20 Μαίου 1853 κατά την επέτειον εορτήν της ιδρύσεως του Πανεπιστημίου Όθωνος, υπό Στεφάνου Α. Κουμανούδη, εκτάκτου καθηγητού της λατινικής φιλολογίας, κατ' εντολήν της Ακαδημαϊκής Συγκλήτου, Αθήνα 1853, σ. 24.

Σελ. 125
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/126.gif&w=600&h=915

ελληνική ιστορία.287 Τώρα όμως ο ιστορικός βρισκόταν ένα βήμα παραπέρα: στη συγκρότηση νέου σχήματος, που εξέφραζε τη συνολική αποδοχή των διαφορετικών στιγμών της πορείας του ελληνικού έθνους, ενός σχήματος που προκαλούσε, ακόμα και σε αυτή την εμβρυϊκή μορφή, έντονες αντιδράσεις. Όπως αγόρευσε ο Κουμανούδης : Άλλοι, γνωρίζομεν, άλλα δοξάζουσι και νεωστί εξήνεγκον εις το μέσον τας ιδέας των. Κατ' αυτούς ουδέν σχεδόν κακόν ενέσκηψεν εις τον πολύτλαν Έλληνα λαόν κατά τους μέσους αιώνας, αλλ ' από ατελεστέρων εις τελειοτέρας μεταμορφώσεις ευτυχώς μεταβαίνων, αίφνης έπεσεν εις την δουλείαν των ορδών της ανάνδρου Ασίας!288

Ο υπαινιγμός ήταν σαφής. Δεν ήταν ωστόσο η αρχή της διαφωνίας. Είχε προηγηθεί η συζήτηση για τον πρώτο τόμο του έργου του Σκαρλάτου Βυζάντιου Η Κωνσταντινούπολις (1851). Το κείμενο, που ενέτασσε με ζέση το Βυζάντιο στην προγονική κληρονομιά, έδωσε την ευκαιρία να έλθουν πρώτη φορά σε αντιπαράθεση οι δύο καθηγητές, για να ακολουθήσουν και άλλες δημόσιες συγκρούσεις και ιδιωτικές αρνητικές κρίσεις,289 όπως γνωρίζουμε σήμερα από το αρχείο του Στ. Κουμανούδη 290

Ο λόγος του Στ. Κουμανούδη ήταν αφιερωμένος στην ενότητα του ελληνικού έθνους. Λίγο πριν από τον Κριμαϊκό Πόλεμο, ο ομιλητής διατράνωνε την πίστη του σε μια πολιτική ενότητα, όπως αυτή που, παρά τα επιμέρους προβλήματα, επιχείρησαν να εγκαθιδρύσουν οι αρχαίοι Έλληνες, ενότητα η οποία αποτελούσε παράδειγμα προς τους νεότερους. Ήταν η απάντησή του στην ιδέα της ενότητας όπως εκφραζόταν στη «μικρή» ιστορία του Παπαρρηγόπουλου, ιδέα η οποία προκάλεσε πολλαπλές αντιδράσεις. Το ακαδημαϊκό έτος 1855-1856 η δημοσίευση του εισαγωγικού λόγου του Παπαρρηγόπουλου υπό τον τίτλο «Περί της αρχής και της διαμορφώσεως των φυλών του Αρχαίου Ελληνικού Έθνους» είχε προκαλέσει τη μακρά επίκριση του Γεωργίου Παπασλιώτη σε τριάντα συνέχειες στην εφημερίδα Αθηνά (9 Μαρτίου 1856-14

287. Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, Ολίγα αντί πολλών προς τον Γ. Γ. Παππαδόπουλον, Αθήνα 1846, σ. 17-18.

288. Λόγος εκφωνηθείς τη 20 Μάιου 1853..., ό.π., σ. 32.

289. Για τους αντιτιθέμενους λόγους που αναπτύχθηκαν γύρω από την κρίση του βιβλίου του Σκ. Βυζάντιου βλ. Φώτης Δημητρακόπουλος, Βυζάντιο και Νεοελληνική Διανόηση στα μέσα του 19ου αιώνα, Αθήνα, Καστανιώτης, 1996, σ. 91-140, όπου και αποσπάσματα των κειμένων.

290. Αναφέρομαι κυρίως σε κείμενα του Στ. Κουμανούδη, τα οποία δεν δημοσίευσε ποτέ όσο ζούσε, αλλά σώθηκαν στο αρχείο του. Βλ. ενδεικτικά τις παρατηρήσεις του στον επετειακό λόγο του Παπαρρηγόπουλου το 1857, καθώς και τα σχόλια του στην Ιστορία του Ελληνικού Έθνους·. Σ. Ματθαίου, ό.π., σ. 203-213.

Σελ. 126
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/127.gif&w=600&h=915

Ιουνίου 1857). Η έκδοση του πρώτου τόμου της Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους, που ήταν αφιερωμένος στην αρχαία Ελλάδα, στάθηκε η αφορμή για την αρνητική βιβλιοκρισία του Δ. Μαυροφρύδη στο περιοδικό Φιλίστωρ (Φεβρουάριος 1861).

Μανούσης, Κουμανούδης, Παπασλιώτης, Μαυροφρύδης: καθηγητές της Φιλοσοφικής, ένθερμοι υποστηρικτές της αρχαίας Ελλάδας, εκπρόσωποι μιας ισχυρής ομάδας διδασκόντων εντός των τειχών της Σχολής, οι οποίοι υποστήριξαν σθεναρά τη διδασκαλία της αρχαίας ιστορίας στο πανεπιστημιακό πρόγραμμα μαθημάτων έναντι της βυζαντινής. Έναν χρόνο μετά την εισαγωγή της ιστορίας της Ελλάδας από τον Παπαρρηγόπουλο στο Πανεπιστήμιο, ο Φ. Ιωάννου επεσήμανε στον δεύτερο οδηγό σπουδών την ανάγκη διδασκαλίας της ελληνικής (αρχαίας) ιστορίας σε περισσότερη έκταση και με μεγαλύτερη ακρίβεια.291 Το 1857 στο πρόγραμμα των μαθημάτων που πρότεινε ο Ρουσόπουλος απουσίαζε κάθε αναφορά στην Ιστορία του ελληνικού έθνους.292 Περιλαμβανόταν, όμως, αυτοτελές μάθημα για την ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης.

Η απόδοση στην αρχαία ιστορία πρωταρχικού ρόλου για τη διαπαιδαγώγηση των φοιτητών αποτελούσε βασική συνιστώσα των αντιλήψεων αυτών: Πρέπει λοιπόν ο νέος, όστις σπουδαίος ανήρ θέλει να καταστή και επιστήμας εν τω Πανεπιστημίω μανθάνων να προαγάγη τον όλον πολιτισμόν του έθνους του, να προαγάγη και την ευημερίαν, και τούτο να μελετήση πώς και διά τι το έθνος ημών Ρωμαίοι εκλήθησαν πολλούς συνεχείς αιώνας και τώρα έτι ούτω καλούνται. [...] Την μελέτην ταύτην θεωρώ καρποφορωτάτην δι' ημάς και υψίστης σπουδαιότητος διά την ζωήν του έθνους ημών την μέλλουσαν. Ταύτην δε το μάθημα της ιστορίας διευκολύνει, ως δει παραδιδόμενον. Πρόκειται για απόσπασμα από τον εναρκτήριο λόγο του Στ. Κουμανούδη το 1871,293 στο μάθημα της ερμηνείας των Χρονικών του Τάκιτου, το οποίο απηχούσε και την αντίληψή του για τη θέση της φιλολογίας : Ημείς οι φιλόλογοι συντελούμεν εις αυτήν πλαγίως ερμηνεύοντες τα συγγράμματα των Ρωμαίων και διδάσκοντες την γλώσσα των. Και εγώ πάντοτε την φιλολογίαν τιμίαν εθεώρησα μάλιστα διά τούτο το χρήσιμον αυτής εις τα του βίου του ημετέρου.294 Η στάση αυτή, πολύ λιγότερο φιλόδοξη από τις δηλώσεις του 1849,295 σχετιζόταν με τη γνώση πλέον των ελληνικών πραγματικοτήτων,

291. Οδηγίαι..., 1853, ό.π., σ. 25.

292. Αθ. Ρουσόπουλος, ό.π., σ. 40-42. Βλ. και Κ. Λάππας, Πανεπιστήμιο και φοιτητές..., ό.π., σ. 195-196.

293. Σ. Ματθαίου, ό.π., σ. 150.

294. Στο ίδιο.

295. Βλ. εδώ, σ. 60.

Σελ. 127
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/128.gif&w=600&h=915

αλλά ενδεχομένως και την προσωπική του απογοήτευση : Είναι άλλοι τόποι, εν οις η φιλολογία παραδίδεται ψιλώς δι' εαυτήν, θεωρητικώς. Ο ημέτερος τόπος δεν είναι ακόμη εν τούτω τω επιστημονικώ σημείω.296

Η παραδειγματική χρήση της ιστορίας κυριαρχούσε στη σκέψη των Παπαρρηγόπουλου και Κουμανούδη. Σε μια από τις δημόσιες διαφωνίες τους το διατύπωσαν παραστατικά. Έγραφε ο Κουμανούδης στην εφημερίδα Ώρα (9 Ιανουαρίου 1879) : [...] εκ νεαράς μου ηλικίας των κλασικών λεγομένων χρόνων τα διδάγματα ενστερνισθείς, καμμίαν κλίσιν δεν ησθάνθην προς τας αρετάς του Μεσαιώνος και της Τουρκοκρατίας της μέχρι του Ρήγα και της Φιλικής Εταιρίας. Ανήκων εις την παλαιάν σχολήν της φιλολογίας, όπως ήδη εν έτει 1853 το είπα κάπου δημοσία, είμαι δυσκαμπτότερος ουδέ τόσον ενδοτικός [...]. Την απάντηση έδωσε ο Παπαρρηγόπουλος την επόμενη ημέρα στην ίδια εφημερίδα: Το κατ' εμέ, καίτοι είπερ τις και άλλος θαυμάσας και υμνήσας την αρχαίαν Ελλάδα, ομολογώ ότι δεν ηδυνήθην να μην αισθανθώ πολλήν συμπάθειαν προς τας γενεάς εκείνας αίτινες, διά των πολεμικών, των πολιτικών και των διοικητικών αυτών αγώνων, αν όχι άλλο, διέσωσαν τον Ελληνισμόν επί δισχίλια έτη, και άνευ των οποίων, κατά την εμήν πεποίθησιν, ούτε Ρήγας, ούτε Φιλική Εταιρία ήθελον υπάρξει.297

Εννιά χρόνια αργότερα ο Κουμανούδης έγραψε το γνωστό έμμετρο σχόλιό του για τον Παπαρρηγόπουλο, κατηγορώντας τον για διαφθορά της νεολαίας και απόκρυψη της αλήθειας :

Είσαι, Παπαρρηγόπουλε, όχ' ιστορίας συγγραφεύς, αλλά της νεολαίας μας κολακικός διαφθορεύς' διότ ' εις τα βιβλία σου συγκρύπτων την αλήθειαν αυξάνεις την του Έλληνος μετρίαν κακοήθειαν.298 Και εδώ βρισκόμαστε στον αστερισμό του διδακτισμού, στην αντίληψη μιας ιστορίας παραδειγματικής, η οποία είχε τη δύναμη να διαμορφώνει νεανικές συνειδήσεις.

Ας επιστρέψουμε όμως στο 1871. Την ίδια χρονιά που ο Κουμανούδης δίδασκε τα Χρονικά του Τάκιτου, ο Κ. Παπαρρηγόπουλος επιχειρούσε για δεύτερη φορά να καταλάβει τον πρυτανικό θώκο. Πενήντα πέντε χρονών, με αναγνωρισμένο κύρος, έχοντας ήδη εκδώσει ένα σημαντικό τμήμα της ΙΕΕ, έθεσε για πρώτη φορά υποψηφιότητα το 1870. Συνυποψήφιοι του ήταν ο Στ. Κουμανούδης και ο Κωνσταντίνος Βουσάκης. Τις περισσότερες ψήφους έλαβε ο

296. Σ. Ματθαίου, ό.π., σ. 150-151.

297. Φ. Δημητρακόπουλος, ό.π., σ. 259.

298. Σ. Ματθαίου, ό.π., σ. 125.

Σελ. 128
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/129.gif&w=600&h=915

Κουμανούδης (20), ενώ ακολουθούσαν με τον ίδιο αριθμό ψήφων (18) οι Παπαρρηγόπουλος και Βουσάκης. Μετά από την άρνηση του Κουμανούδη, ο βασιλέας επέλεξε τον Βουσάκη.2" Τη δεύτερη χρονιά ο Κ. Παπαρρηγόπουλος έλαβε περισσότερες ψήφους, αλλά την πρυτανική θέση κατέλαβε ο Ευθ. Καστόρχης, ο παλαιός συνυποψήφιος του για την έδρα της Ιστορίας. Η εκλογή του θεωρήθηκε αντικανονική, καθώς σύμφωνα με τον υπουργό Παιδείας είχαν ψηφίσει δύο καθηγητές που δεν είχαν το δικαίωμα να το κάνουν.300 Μόνο με την τρίτη συνεχή υποψηφιότητά του, το 1872, κατόρθωσε ο Παπαρρηγόπουλος να καταλάβει τον πρυτανικό θώκο.

Το γεγονός σχολιάστηκε από τον Τύπο και προκάλεσε την εμπαθή επίθεση του νεαρού τότε Γ. Μιστριώτη, μετέπειτα γαμπρού του καθηγητή της Νομικής Νικολάου Σαρίπολου, ο οποίος επίσης είχε καταγράψει με ειρωνικό τρόπο τις διαφωνίες του με τον ιστορικό, καθώς και την απάντηση του Παπαρρηγόπουλου. Σύμφωνα με τη φιλικά προσκείμενη στον τελευταίο εφημερίδα Ο Πολίτης, υπεύθυνη για την εκλογή του Καστόρχη ήταν η φατρία των κοκκίνων: μια πανεπιστημιακή ομάδα, με μέλη της αρκετά από τα πρόσωπα που στο παρελθόν είχαμε συναντήσει στην υποστήριξη της υποψηφιότητας του Αλεξάνδρου Μαυροκορδάτου, αλλά και νέα, όπως ο Αθ. Ρουσόπουλος, ο Δ. Σεμιτέλος, ο Γ. Παπασλιώτης, ο Δ. Μαυροφρύδης. Ήταν όλοι διδάσκοντες στη Φιλοσοφική Σχολή , πρόσωπα που είχαν παρακολουθήσει μαθήματα του Αουγκούστ Μπεκ ή είχαν επηρεαστεί από τη διδασκαλία του, θιασώτες της «παλαιάς φιλολογίας». Ο χαρακτηρισμός τους ως φατρίας των κόκκινων κάλυπτε, σύμφωνα με τον Κ. Θ. Δημαρά, την ομάδα των οπαδών του Διαφωτισμού, οι οποίοι την εποχή εκείνη έγραφαν στην εφημερίδα Αθηνά. Τα μέλη της αναγνώριζαν ως πατριάρχη τους τον Κ. Ασώπιο και αποδέχονταν τον δυναμισμό του Στ. Κουμανούδη.301

Η ομάδα αυτή είχε κάνει δυναμικά την εμφάνισή της το 1853, όταν για δύο χρόνια στο επίκεντρο της ελληνικής πνευματικής ζωής είχε τεθεί η διαμάχη του Παναγιώτη Σούτσου με τον Κ. Ασώπιο, λόγω της οξείας κριτικής του δεύτερου στο έργο του πρώτου Νέα Σχολή του Γραφομένου Λόγου ή Ανάστασις της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσης Εννοουμένης υπό Πάντων. Η κριτική του Ασώπιου, που κυκλοφόρησε ανώνυμα σε φυλλάδια υπό τον τίτλο Τα Σούτσεια, ήτοι ο κύριος Παναγιώτης Σούτσος εν γραμματικοίς, εν φιλολόγους, εν σχολάρχαις, εν μετρικοίς

299. Στο ίδιο, σ. 35. Το σώμα των καθηγητών όλων των σχολών ψήφιζε τρεις υποψηφίους για την πρυτανική θέση. Ο βασιλέας επέλεγε τον έναν, σεβόμενος συνήθως την αρχή της πλειοψηφίας.

300. Βλ. Κ. Λάππας, ό.π., σ. 136-137.

301. Κ. Θ. Δημαράς, Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος..., ό.π., σ. 254.

Σελ. 129
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/130.gif&w=600&h=915

κοίς και εν ποιηταίς εξεταζόμενος302, αποτέλεσε την αφορμή για μια έντονη σύγκρουση με σαφείς πολιτικές προεκτάσεις.303

Στην ομάδα αυτή αναφέρθηκε πολλές φορές ο Κ. Θ. Δημαράς, συντελώντας, παρά τις λεπτές διαφοροποιήσεις που διακρίνουμε στο έργο του, σε μια μονοδιάστατη εικόνα τους ως των τελευταίων εκπροσώπων της διαφωτιστικής σκέψης και ως αντιπάλων του Κ. Παπαρρηγόπουλου. Η εικόνα αυτή εξομοίωσε κατ' αρχάς μια σειρά από διαφορετικές στάσεις, υπάγοντάς τες σε έναν κοινό παρονομαστή, υποβαθμίζοντας την ποικιλία των θέσεων και των διαφορών τους. Με τον τρόπο αυτό αντιμετωπίστηκαν απλώς ως αρνητές της ιστορικής συνέχειας του ελληνικού έθνους. Από την άλλη πλευρά, η μελέτη των σχέσεων των δύο αυτών στρατοπέδων ως απόλυτα αντιπαραθετικών, με έμφαση στο «τέλος» του ενός και στην «κυριαρχία» του άλλου, δυσχεραίνει προσεγγίσεις οι οποίες θα αναδείκνυαν τις επιβιώσεις του παλαιότερου στο νεότερο ή θα έδειχναν την αντίθεση ανάμεσα σε θεωρητικές και ακραίες, προγραμματικά και μεθοδολογικά, προτάσεις και σε συγκεκριμένες πρακτικές και κείμενα. Απαιτούνται λεπτομερέστερες μελέτες, οι οποίες θα ελάμβαναν υπόψη τους και τις διαφορετικές χρονικές στιγμές, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο οι ίδιοι οι διανοητές αντιλαμβάνονταν τον εαυτό τους και την πνευματική παραγωγή, τη δική τους και των «αντιπάλων». Οι εξελίξεις, με σημαντικότερη εκείνη της δημιουργίας του ελληνικού βασιλείου, είχαν συμβάλει στην επανεπεξεργασία των θεωρήσεων τους, μεταθέτοντας το κέντρο βάρους και δημιουργώντας νέα ερωτήματα και ωσμώσεις στη σκέψη τους, ακυρώνοντας σχήματα και διακρίσεις. Είναι χαρακτηριστική η πολύ ισχυρή επιβίωση του αρχαιοελληνικού παραδείγματος στον ρομαντισμό που αναδεικνύεται στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, παρά τις αντίθετες φωνές· από την άλλη πλευρά είναι σαφές ότι το πρόβλημα της ενότητας και της ταυτότητας του ελληνικού έθνους, στο πλαίσιο του νέου κράτους, απασχολούσε όλους τους λογίους της εποχής. Όπως σημείωναν οι εκδότες του Φιλίστορος στο εισαγωγικό σημείωμα του πρώτου τεύχους του περιοδικού (1861): Πρέπει πρώτον τα μεν οπωσούν γνωστά μέρη της τρισχιλιετούς ιστορίας μας γνωστότερα να κατασταθώσιν, τα δε σκοτεινά να διαφωτισθώσιν.304 Υπενθυμίζω ότι το πε-

302. Βλ. Καλλιόπη Πολέμη, «Τα Σούτσεια. Βιβλιογραφική Συμβολή», 0 Ερανιστής 18 (1986), σ. 136-148.

303. Βλ. Π. Μουλλάς, Η διαμάχη Π. Σούτσου - Κ. Ασώπιου (1853) και η ιστορική συγκυρία, Ο Ερανιστής 11 (1974), σ. 137-150.

304. Στέφανος Κουμανούδης, Κωνσταντίνος Ξανθόπουλος, Δημήτριος Μαυροφρύδης, «Πρόγραμμα», Φιλίστωρ 1 (1861), σ. 2.

Σελ. 130
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/131.gif&w=600&h=915

περιοδικό αυτό, το πρώτο ιστορικό περιοδικό στο ελληνικό κράτος -είχε προηγηθεί ο Ελληνομνήμων ή Σύμμικτα Ελληνικά του Ανδρέα Μουστοξύδη στην Κέρκυρα, το διάστημα 1843-1853-, προήλθε από αυτό το κλίμα. Εκδότες του ήταν ο Στ. Κουμανούδης, ο Δ. Μαυροφρύδης και ο μαθητής του Μπεκ Κωνσταντίνος Ξανθόπουλος. Η αναγνώριση της συνεχούς πορείας του ελληνικού έθνους αποτελούσε κοινό τόπο, χωρίς όμως αυτό να ισοδυναμεί και με την αναγνώριση του Βυζαντίου ως ελληνικής αυτοκρατορίας.

Λίγα χρόνια πριν, το 1845, ο Κ. Ασώπιος και ο Θ. Μανούσης είχαν αναγγείλει την ελληνική έκδοση της σειράς των βυζαντινών συγγραφέων που εξέδιδε από το 1828 ο Νήμπουρ στη Βόννη (Corpus Scriptorum Historiae Byzantinaé). Στην αγγελία της έκδοσης οι δύο καθηγητές αναφέρονταν στις δυο γενικώτατες περιόδους της ιστορίας του ελληνικού έθνους, την αρχαία και τη μίση ελληνική, που ξεκινούσε με τη μεταφορά της πρωτεύουσας στο Βυζάντιο και τελείωνε με την άλωση της Κωνσταντινούπολης. Οι σύγχρονοι Έλληνες ήταν απόγονοι της γενιάς που έζησε κατά τη δεύτερη περίοδο, όταν διαμορφώθηκε η γλώσσα, οι νόμοι που ρυθμίζουν τον ιδιωτικό βίο, οι δοξασίες και τα έθιμα, όταν καθιερώθηκε η χριστιανική θρησκεία.305

Έλειπε η αναφορά στο πολίτευμα. Ούτως ή άλλως, ήταν σαφής η αγωνιώδης προσπάθεια αναζήτησης των συνεχειών, καθώς το σχήμα της αναβίωσης παρουσιαζόταν πιο ασθενές στην προσπάθεια αντιμετώπισης θεωριών όπως εκείνες του Φαλλμεράυερ : μέση ελληνική ιστορία, αλλά όχι βυζαντινή, συνέχεια λαού, αλλά όχι και ενσωμάτωση της Αυτοκρατορίας στην παράδοσή του. Ήταν χαρακτηριστικό, υπ' αυτή την έννοια, το σχήμα που δημιούργησε ο Κ. Ασώπιος στον λόγο του για τον Μέγα Αλέξανδρο. Τη συνέχεια που δημιουργούσε η ενσωμάτωση του Μεγάλου Αλεξάνδρου στο εθνικό αφήγημα ακολουθούσε η πολιτισμική κυριαρχία επί των Ρωμαίων και κυρίως η μεταφορά του πολιτισμού στην Ευρώπη. Στις ιδεατές πολιτισμικές συνέχειες που δημιουργούσε ο Ασώπιος με κύριο άξονα ακριβώς την εκπολιτιστική δύναμη του ελληνισμού , η σειρά ήταν αρχαία Ελλάδα - Μέγας Αλέξανδρος - Ρώμη, και όχι Βυζάντιο αλλά Ευρώπη, στόχος και του σύγχρονου ελληνικού κράτους. Ακόμη και εάν το Βυζάντιο αναγνωριζόταν ως ο χώρος όπου συνέχισε να ζει το ελληνικό έθνος, ήταν σαφές ότι η καρδιά του, η εκπολιτιστική δηλαδή δύναμή του, χτυπούσε στην Ευρώπη: Μετά τον πρώτον πολιτισμόν του κόσμου, τον καθαρόν ελληνικόν, επήλθεν ο δι' Αλεξάνδρου, ελληνικός τε και μακεδονικός, ευρύτερος του πρώτου. Μετ' αυτόν ήλθεν ο ρωμαϊκός, ευρύτερος μεν ίσως, βεβαίως δε συ-

305. Αθηνά, φ. 1242 (12 Αυγούστου 1845).

Σελ. 131
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/132.gif&w=600&h=915

συνέχεια του δευτέρου ων. Μετά ταύτα ο ευρωπαϊκός, πάντων των προηγουμένων ευρύτερος. Εις πάντας τούτους τι συνετέλεσεν η Ελλάς; Η Ελλάς, κύριοι, εδοξάσθη μόνη και καθ' εαυτήν, πολιτικώς τε και επιστημονικώς, εν τω πρώτω, όλου του λοιπού κόσμου υπό βαρβαρότητας καλυπτομένου, πράγμα το όποιον ούτε δυνατόν ούτε ευκτόν είναι να επανέλθη· εδοξάσθη κατ' άμφω εν τω δευτέρω διά του Αλεξάνδρου ος εξύπνισε την Ανατολήν, εδοξάσθη εν τω ρωμαϊκώ επιστημονικώς, υπόδουλος μεν, αλλά διδάσκαλος γενομένη των κρατούντων. Δεν έμεινεν άδοξος εν τω ευρωπαϊκώ, ως πολικός αστήρ διά των αθανάτων συγγραμμάτων των εαυτής υιών βοηθήσασα την Ευρώπην ίνα εξέλθη της παχυλής απαιδευσίας και βαρβαρότητος.306 Η αναφορά στην έκδοση των βυζαντινών κειμένων από τον Νήμπουρ προσθέτει και άλλη μια συνιστώσα: εκείνη της σχέσης με την ξένη, ιδιαίτερα τη γερμανόφωνη, επιστημονική σκέψη, την οποία οι «διαφωτιστές» παρακολουθούσαν, μεταβάλλοντας σταδιακά τις θέσεις τους.

Η επικράτηση της ιδεολογίας της αδιάσπαστης εθνικής συνέχειας και η πλήρης ενσωμάτωση του Βυζαντίου μετέτρεψαν αναδρομικά τους διαφωνούντες σε εξαρχής «ηττημένους». Ο κίνδυνος που ελλοχεύει σε μια τέτοια αντιμετώπιση είναι η υποβάθμιση της μελέτης των όρων με τους οποίους διεξήχθη η σύγκρουση και των κοινών τόπων, των παραδοχών που την επέτρεψαν : η ενδυνάμωση του ελληνικού κράτους και η ανάγκη διεύρυνσής του αποτελούν αιτούμενα της εποχής, τα οποία από διαφορετικούς δρόμους ενστερνίζονταν όλοι, συγκροτώντας ένα στέρεο οπλοστάσιο από το οποίο συχνά, και κάποτε αντιφατικά, εξοπλίζονταν. Σε αυτό το πλαίσιο είναι ανάγκη επίσης να μελετηθούν οι διαφορετικές χρονικές στιγμές αυτής της πορείας. Η φατρία των κόκκινων διέθετε σαφώς διαφορετική δυναμική στην τρίτη ή στην τέταρτη δεκαετία του 19ου αιώνα από ό, τι στην έβδομη, όταν πλέον έχουν εμπεδωθεί μια σειρά χαρακτηριστικών του ελληνικού κράτους και όταν οι βαλκανικοί εθνικισμοί δημιουργούν μια νέα δυναμική στην οποία δείχνουν να υποκύπτουν .

Σε ένα άλλο επίπεδο, η θεώρηση της επικράτησης της ζαμπελο-παπαρρηγοπούλειον (όπως την ονόμασε ο Στ. Κουμανούδης) σχολής ως μονόδρομου, χωρίς παρεκκλίσεις ή διαφοροποιήσεις, ακυρώνει τον ενεργό ρόλο και την επίδραση των συγκεκριμένων λογίων. Η εκ των υστέρων ανάγνωση της δράσης τους -στο φως των όσων επακολούθησαν και των συσχετισμών που διαμορφώθηκαν-, εκτός του ότι δεν αποδίδει με ακρίβεια τη σημασία αυτών των ρευμάτων σκέψης στην εποχή τους, ταυτόχρονα αποδυναμώνει την ερμηνεία

306. Πρυτανικοί λόγοι 1855-1856, ό.π., σ. 72.

Σελ. 132
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/133.gif&w=600&h=915

όσων τελικά κυριάρχησαν, καθώς τα αποκόπτει από τους όρους παραγωγής τους, από το πλαίσιο μέσα στο οποίο δημιουργήθηκαν, συγκρούστηκαν και μπολιάστηκαν. Οι συγκεκριμένοι λόγιοι με τη συμμετοχή τους στη δημόσια διοίκηση και σε ένα πλήθος συλλογικών μορφωμάτων συνέβαλαν στη διαμόρφωση της ταυτότητας του νεοσύστατου ελληνικού κράτους : η παρουσία, λόγου χάρη, του Στ. Κουμανούδη στην Αρχαιολογική Εταιρεία υπήρξε καθοριστική για τη λειτουργία του κορυφαίου αυτού θεσμού της αρχαιολογίας επί σαράντα περίπου χρόνια. Οι «ύστεροι διαφωτιστές» υπηρέτησαν με ζέση το όραμα της διεύρυνσης του ελληνικού βασιλείου, συναινώντας με τις όποιες διαφοροποιήσεις στο όραμα της Μεγάλης Ιδέας, εκτός και εντός Πανεπιστημίου. Από την άλλη πλευρά, με τη μαχητική τους στάση και το υψηλό κύρος που διέθεταν, επηρέασαν καθοριστικά τις διαδικασίες και επιβράδυναν σημαντικά την πλήρη ενσωμάτωση της βυζαντινής στην ιστορία του ελληνικού έθνους, τουλάχιστον στην ιστοριογραφική παραγωγή της εποχής.

Στον μικρόκοσμο του Αθήνησι,η μακρά θητεία κάποιων καθηγητών (Ασώπιος, Κουμανούδης, Καστόρχης), σε συνδυασμό με την παρουσία νεότερων, δημιούργησε μια ισχυρή ομάδα, η οποία διατήρησε σημαντικό τμήμα της ισχύος της έως και τη δεκαετία του 1870. Συνδεδεμένοι κατά μείζονα λόγο με τη διδασκαλία γνωστικών κλάδων με αναφορά στην αρχαιότητα (φιλολογία κυρίως και αρχαιολογία), υποστήριξαν το αρχαιοελληνικό παράδειγμα με ένταση, συγκροτώντας έναν ισχυρό αντιρρητικό λόγο στο παπαρρηγοπούλειο σχήμα.

Η ομάδα αυτή συν τω χρόνω και με τις φυσικές απώλειες των μελών της αποδυναμώθηκε. Ταυτόχρονα η ανάπτυξη της επιστημονικής σκέψης στη Δύση οδηγούσε σε άλλες ατραπούς. Η είσοδος του Κωνσταντίνου Κόντου στο Πανεπιστήμιο το 1868 σηματοδοτούσε μια νέα αντίληψη για τη φιλολογία, μακράν της αρχαιογνωστικής συγκρότησης των προηγουμένων, με έμφαση στη γραμματολογία και στην κριτική των κειμένων, με λεπτομερή έρευνα σε γραμματικά ζητήματα. Η επιλογή των κειμένων, που γινόταν με κριτήρια όπως η γλωσσική καθαρότητα ή η συντακτική ορθότητα, υποβάθμιζε την ιστορική διάστασή τους, στοιχείο το οποίο είχε τονίσει η προηγούμενη γενιά. Η σταδιακή επικράτηση του Κ. Κόντου αλλά και της φιλολογικής κριτικής προσέδωσε νέες κατευθύνσεις στην επιστήμη τους, οι οποίες επικρίθηκαν έντονα από τον Στέφανο Κουμανούδη.307 Όμως, οι επικρίσεις και τα αρνητικά σχόλια που προκάλεσε η διδασκαλία του Κόντου δεν μπορούν να αποκρύψουν την έλλειψη

307. Σ. Ματθαίου, ό.π., σ. 194-196, 275, 278.

Σελ. 133
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/134.gif&w=600&h=915

ψη σημαντικών και εκτεταμένων συνθέσεων στον χώρο της φιλολογίας έως τότε, την απουσία μαθητών που θα συνέχιζαν το έργο των διδασκάλων τους.308

ΟΙ ΝΕΕΣ ΣΥΝΑΙΝΕΣΕΙΣ : Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1821

Η πρυτανεία του Ευθυμίου Καστόρχη συνδέθηκε με ένα από τα συμβολικά συμβάντα της ελληνικής ιστορίας του 19ου αιώνα. Το 1869, με αφορμή τον εορτασμό των πενήντα χρόνων από την Επανάσταση του 1821, η Πρυτανεία παρήγγειλε δύο ανδριάντες, οι οποίοι θα τοποθετούνταν στα Προπύλαια του Πανεπιστημίου, στη θέση των αρχαίων θεοτήτων που είχε σχεδιάσει ο αρχιτέκτονας του κτιρίου.309 Επρόκειτο για τους ανδριάντες του Ρήγα Βελεστινλή και του Γρηγορίου Ε', τα αποκαλυπτήρια των οποίων έγιναν στην Αθήνα με δημόσιες τελετές (τη 16η Ιουνίου 1871 του πρώτου και την 25η Μαρτίου 1872 του δεύτερου), παρουσία της βασιλικής οικογένειας και με τη συμμετοχή χιλιάδων λαού. Τέσσερα χρόνια αργότερα, τον Μάιο του 1875, τελέστηκαν τα αποκαλυπτήρια του τρίτου ανδριάντα, του Αδαμαντίου Κοραή, στα Προπύλαια του Πανεπιστημίου, προσφορά χιωτών εφοπλιστών.310

Η συζήτηση σχετικά με τις ιδεολογικές συνδηλώσεις των αποκαλυπτηρίων και με τις αντιδράσεις που προκάλεσαν στους συγχρόνους τους είναι ευρεία και δεν έχει εξαντληθεί.311 Σημειώνω απλώς ότι οι τελετές αποτέλεσαν το επιστέγασμα μιας σύνθετης πορείας ηρωοποίησης και μνημειοποίησης των προσώπων αυτών, αναδεικνύοντας και πάλι το Πανεπιστήμιο ως προνομιακό χώρο παραγωγής της εθνικής ιδεολογίας.

Η ένταξη του 1821 στο εθνικό αφήγημα είχε ξεκινήσει αμέσως μετά τη δη-

308. Βλ τις σχετικές παρατηρήσεις του Ιωάννη Συκουτρή, «Επιλεγόμενα του μεταφραστή»: Tadeuz Zielinski, Ημείς και οι αρχαίοι, I. Ν. Καζάζης (επιμ.), μετάφραση και επιλεγόμενα Ιωάννου Συκουτρή, πρόλογος και δύο μεταφράσματα I. Ν. Καζάζης, Θεσσαλονίκη, Βάνιας 1994, σ. 236-237.

309. Ηλίας Γ. Μυκονιάτης, «Οι ανδριάντες του Ρήγα και του Γρηγορίου Ε' στα Προπύλαια του Πανεπιστημίου της Αθήνας και το πρώτο κοινό τους», Ελληνικά 35 (1984), σ. 355-370.

310. Βλ. Τα κατά την ανακομιδήν των οστών Αδαμαντίου Κοραή από Παρισίων ας Αθήνας, Αθήνα 1877.

311. Βλ. Χάρης Εξερτζόγλου, «Πολιτικές τελετουργίες στη νεότερη Ελλάδα. Η μετακομιδή των οστών του Γρηγορίου Ε' και η πεντηκονταετηρίδα της Ελληνικής Επανάστασης», Μνήμων 23 (2001), Εόρτιος Τριακονταετίας, σ. 153-182, και Γιώργος Τζεδόπουλος, «Εθνική ομολογία και συμβολική στην Ελλάδα του 19ου αιώνα: Οι εθνομάρτυρες», Μνήμων 24 (2002), Εόρτιος Τριακονταετίας, σ. 107-143.

Σελ. 134
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/135.gif&w=600&h=915

δημιουργία του ελληνικού βασιλείου, καθώς το βαυαρικό καθεστώς επιχείρησε να επισημοποιήσει τον Αγώνα, να επιβάλει ουσιαστικά τη δική του εκδοχή για αυτόν, καθορίζοντας τη μνήμη του. Η εγκατάσταση κατ' αρχάς των δύο αγαλμάτων, και μάλιστα σε αντικατάσταση των προβλεπόμενων αρχαίων θεοτήτων, τόνιζε με κάθε επισημότητα την ενσωμάτωση της Επανάστασης του 1821 στην επίσημη ελληνική ιστορία, όπως καταστατικά την εξέφραζε το Πανεπιστήμιο . Η απόφαση του εορτασμού των πενήντα χρόνων σηματοδοτούσε την κρατική βούληση για την ανάδειξη του 1821 σε συνεκτικό ιδεολογικό σύμβολο. Η επιλογή των συγκεκριμένων προσώπων και της από κοινού έκθεσής τους εικονογραφούσε τη βούληση αυτή με τον καλύτερο τρόπο, ορίζοντας έναν νέο τόπο συναίνεσης.312

Στην κατασκευή αυτού του εθνικού ηρώου οι σκοτεινές στιγμές είχαν απαλειφθεί. Η συγκατοίκηση του Ρήγα με τον Γρηγόριο Ε', όπως και με τον Κοραή, θεωρούνταν απολύτως φυσική. Στους λόγους των τελετών δεν υπήρξε καμία αναφορά στις μεταξύ τους συγκρούσεις, στη στάση του Πατριαρχείου κατά την Επανάσταση. Η προσθήκη του ανδριάντα του Ιωάννη Καποδίστρια το 1930, με αφορμή τον εορτασμό των εκατό χρόνων από την Επανάσταση του 1821, συμπλήρωσε το πάνθεον.313 Τα τέσσερα πρόσωπα επιλέχθηκαν μέσα από διαφορετικές διαδικασίες για να συνοψίσουν σε συμβολικό επίπεδο την πρόσφατη ελληνική ιστορία. Όπως έχει επισημάνει ο Φίλιππος Ηλιού, ο στόχος ήταν το εθνικό πάνθεο να εμφανίζει την απαραίτητη εσωτερική συνοχή, για να μπορεί ύστερα να λειτουργήσει, με τη δυναμική των πολλαπλών συμβολισμών του, ως συνεκτικός δεσμός στις επιδιωκόμενες εθνικές συσπειρώσεις.314

Το Πανεπιστήμιο ενέτασσε στη συμβολική του παρουσία στον χώρο και στον χρόνο την πρόσφατη ελληνική ιστορία. Η αποδοχή του πατριάρχη Γρηγορίου Ε', της ιερατικής του ιδιότητας, ήταν ενδεικτική των αλλαγών που συντελούνταν μετά την άνοδο του Γεωργίου Α' στον θρόνο. Δεν ήταν ακόμη όμως η ώρα του Βυζαντίου, τόσο για την κρατική εξουσία όσο και για την πλειονότητα

312. Βλ Χριστίνα Κουλούρη, Χρήστος Λούκος, Τα πρόσωπα τον Καποδίστρια. Ο πρώτος Κυβερνήτης της Ελλάδας και η νεοελληνική ιδεολογία (1831-1996), Αθήνα, Πορεία, 1996, σ. 79-89.

313. Ο εορτασμός ήταν προγραμματισμένος για το 1921, αλλά λόγω των κρίσιμων γεγονότων της περιόδου αναβλήθηκε για το 1930. Σε αντίθεση με τους προηγούμενους ανδριάντες, για την ανέγερση εκείνου του Καποδίστρια διεξήχθη έρανος με πανελλήνια συμμετοχή. Στο ίδιο, σ. 124-127.

314. Φίλιππος Ηλιού, Ιδεολογικές χρήσεις του κοραίσμού στον 20ό αιώνα, Αθήνα, Ο Πολίτης, 1989, σ. 22.

Σελ. 135
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/136.gif&w=600&h=915

τητα των καθηγητών του Αθήνησι. Κοινός τόπος των εορτασμών της πεντηκονταετηρίδας υπήρξε η σύνδεση με την αρχαιότητα, η αναβίωση των αγώνων εναντίον των Περσών στην Επανάσταση του 1821.315 Από τον ύστατο των Ελλήνων, όπως προσαγόρευε ο Σπ. Λάμπρος τον Φιλοποίμενα -στο ποίημα που έγραψε με αφορμή την ανακομιδή του λειψάνου του Γρηγορίου-, ο ελληνισμός προχωρούσε στον Γρηγόριο, ο οποίος ήταν ο πρώτος των Ελλήνων / εις ον ο Ρήγας ήνοιξε μαρτυρικήν οδόν.316

Εάν οι εσωτερικοί συσχετισμοί δεν επέτρεψαν στον κατεξοχήν αρμόδιο καθηγητή Κ. Παπαρρηγόπουλο να εκφωνήσει ως πρύτανης τον πανηγυρικό της ημέρας, στον λόγο του ο Καστόρχης υπηρέτησε το κοινό ιδεολόγημα ενός πανεπιστημίου το οποίο προετοίμαζε τον ελληνισμό για την απελευθέρωση των αλύτρωτων αδελφών. Είκοσι χρόνια μετά την απάντηση στον Ουμπιτσίνι, το Πανεπιστήμιο εξακολουθούσε να θεωρείται, στον λόγο ενός «διαφωτιστή» καθηγητή, η οπλοθήκη του ελληνισμού. Η πανεπιστημιακή μόρφωση παρέμενε στην υπηρεσία του ελληνικού κράτους, στην εκπλήρωση των αλυτρωτικών οραμάτων: ενταύθα προ των οφθαλμών υμών, ω νέοι, ιστάμενοι παραινούσιν, όπερ και ο καλλιτέχνης απεπειράθη διά του ψυχρού λίθου να δηλώση, και υπομιμνήσκουσιν υμίν ούτοι και δι' αυτών αι πολλαί των συναγωνιστών αυτών μυριάδες, ότι οφείλετε διά των όπλων της διανοίας και της επιστήμης να συμπληρώσητε το έργον ο εισέτι ημιτελές κατελείφθη, να αποκαταστήσετε την πατρίδα, ην εκείνοι ηνώρθωσαν, εις την πάλαι αυτής εύκλειαν και δόξαν. Διά των όπλων τούτων η Ελλάς κατέβαλεν ουχί αμαθείς και αδυνάτους μόνον λαούς, αλλά και πανίσχυρους κατακτητάς και νικητάς. Οπλοθήκη δε, όθεν θέλουσιν εξοπλισθή οι της πατρίδος μαχητοί, είναι αυτό τούτο το πανεπιστήμιον [...] Αναβαίνοντες και καταβαίνοντες τας βαθμίδας ταύτας, ω νέοι, ρίπτετε τα βλέμματα υμών ευλαβώς επί τας εικόνας ταύτας· αναλογίζεσθε ότι άνευ του Ρήγα και του Γρηγορίου, άνευ των νοερών αυτών αγώνων, άνευ της σκοπιμωτάτης υπέρ του έθνους ενεργείας αυτών, αδηλον αν ημείς είχομεν νυν πανεπιστήμιον, αν ημείς ήμεθα ό,τι νυν είμεθα.317

315. Έλλη Σκοπετέα, ό.π., σ. 216-217.

316. Σπυρίδων Λάμπρος, Επί τη ανακομιδή των λειψάνων του Πατριάρχου Γρηγορίου και τη τελέσει της πεντηκονταετηρίδας της ελληνικής παλιγγενεσίας. Ποίημα, Αθήνα 1871 : Γ. Τζεδόπουλος, ό.π., σ. 126-127.

317. «Λόγος πανηγυρικός εις τον Πατριάρχην Γρηγόριον τον Ε' εκφωνηθείς τη 25 Μαρτίου 1872 εν τη τελετή των αποκαλυπτηρίων του ανδριάντος τούτου υπό Ευθυμίου Καστόρχη Πρυτάνεως του Εθνικού Πανεπιστημίου», Εφημερίς των Φιλομαθών, φ. 790 (12 Απριλίου 1872), σ. 2509-2510.

Σελ. 136
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/137.gif&w=600&h=915

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ'

ΥΠΟ ΤΗ ΣΚΙΑ ΤΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΥ: ΜΠΟΛΙΑΖΟΝΤΑΣ ΤΗ ΓΕΝΙΚΗ ΜΕ ΤΗΝ ΕΘΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΩΣ ΜΕΙΓΜΑ ΙΔΙΟΤΥΠΟΝ: ΟΙ ΑΓΩΝΙΕΣ ΕΝΟΣ ΕΥΕΞΑΠΤΟΥ ΘΕΑΤΡΙΚΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ

Το χειμερινό εξάμηνο 1861-1862 διορίστηκε έκτακτος καθηγητής της Γενικής ιστορίας και της Φιλολογίας ο Δημήτριος Βερναρδάκης (1833-1907) ,318 Μόλις είκοσι οκτώ χρονών, ο νεαρός καθηγητής από φτωχή οικογένεια της Μυτιλήνης παρουσίαζε ήδη σημαντική λογοτεχνική (κυρίως θεατρική) δραστηριότητα. Είχε φοιτήσει στη Φιλοσοφική Σχολή της Αθήνας -είναι ο πρώτος καθηγητής Ιστορίας που υπήρξε απόφοιτος της-, όπου είχε συνδεθεί στενά με τον Θ. Μανούση.319 Χάρη σε κληροδότημα του τελευταίου συνέχισε τις ιστορικές και φιλολογικές σπουδές του στα Πανεπιστήμια του Μονάχου και του Βερολίνου, όπου παρακολούθησε μαθήματα του Μπεκ. Για τον διορισμό του καθοριστική υπήρξε η εύνοια του υπουργού Παιδείας και πρώην καθηγητή της Νομικής Μιχαήλ Ποτλή, πολιτικού στενά συνδεδεμένου με το οθωνικό καθεστώς. Παράλληλα, υπήρξε και προστατευόμενος του συγγενούς του Δημητρίου Μπερναρδάκη, πλούσιου ομογενούς εμπόρου της Πετρούπολης και γνωστού ευεργέτη του Πανεπιστημίου ,320

Στο πρώτο εξάμηνο μετά τον διορισμό του ο καθηγητής δίδαξε γενική

318. Για τον Δ. Βερναρδάκη βλ. τα σχετικά κείμενα στο αφιέρωμα του περιοδικού Λεσβιακά. Δελτίον της Εταιρείας Λεσβιακών Μελετών. Πρακτικά Συνεδρίου: «Οι αδελφοί Βερναρδάκη στα Νεοελληνικά Γράμματα», τ. 11, Αθήνα 1987. Για την εργογραφία του βλ. Στέρ. Φασουλάκης, Παντελής Αργύρης, Αναγραφή δημοσιευμάτων Δημ. Ν. Βερναρδάκη και Γρηγ. Ν. Βερναρδάκη. Συμβολή πρώτη, Αθήνα, Εταιρεία Λεσβιακών Μελετών, 1986.

319. Για τις στενές σχέσεις του Μανούση με τον Βερναρδάκη βλ. Σ. Κουγέας, «Μια επιστολή του Δ. Βερναρδάκη...», ό.π., σ. 59-65.

320. Βλ. Παντελής Αργύρης, «Πανεπιστημιακές έριδες: Η περίπτωση του Δ. Βερναρδάκη και του Κ. Κόντου»: Πανεπιστήμιο: Ιδεολογία και Παιδεία..., ό.π., τ. 2, σ. 550.

Σελ. 137
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/138.gif&w=600&h=915

ιστορία και ένα φιλολογικό μάθημα : Περί της δραματικής τέχνης του Αισχύλου και ερμηνεία Αγαμέμνονος. Στα επόμενα εξάμηνα προσέφερε μόνο ένα ιστορικό μάθημα, διάρκειας τριών έως τεσσάρων ωρών εβδομαδιαίως, εγκαταλείποντας τη φιλολογία, γεγονός για το οποίο κατηγορήθηκε από τους αντιπάλους του εντός και εκτός Πανεπιστημίου.321 Δίδαξε γενική αρχαία ιστορία (χειμερινά εξάμηνα 1861-1862,1862-1863), ενώ το θερινό εξάμηνο του έτους 1862-1863 ολοκλήρωσε την ιστορία των ανατολικών εθνών. Το επόμενο ακαδημαϊκό έτος (1863-1864) συνέχισε τη διδασκαλία του με ελληνική και ρωμαϊκή αρχαία ιστορία. Στην πραγματικότητα, όπως φαίνεται και από τους τίτλους των μαθημάτων, δίδαξε μόνο ελληνική ιστορία, την οποία ολοκλήρωσε το χειμερινό εξάμηνο 1864-1865, και συνέχισε με ρωμαϊκή, την οποία δίδαξε συνεχώς για τέσσερα εξάμηνα. Το χειμερινό εξάμηνο 1866-1867 ολοκλήρωσε τη ρωμαϊκή και συνέχισε με μεσαιωνική ιστορία έως και το αντίστοιχο εξάμηνο του 1869-1870.322 Ο Βερναρδάκης επέμεινε στη διδασκαλία της αρχαίας ιστορίας προφανώς λόγω της μεγαλύτερης εξοικείωσής του με το συγκεκριμένο γνωστικό αντικείμενο. Το αποτέλεσμα ήταν να μη διδάσκεται το μάθημα της μέσης ή νεότερης ευρωπαϊκής ιστορίας από τον θάνατο του Μανούση έως τουλάχιστον το χειμερινό εξάμηνο του 1866-1867.

Πριν τον διορισμό του, ο Δ. Βερναρδάκης είχε δημοσιεύσει ποιήματα και δραματικά έργα -εξ ου και η προσθήκη της Φιλολογίας στην έδρα του-, ενώ είχε μεταφράσει την Ιστορία της ρωσικής αυτοκρατορίας του Νικολάι Καραμζίν (2 τόμοι, Αθήνα 1855-1856).323 Γνωστός για τον εριστικό χαρακτήρα του, είχε ήδη από φοιτητής συμμετάσχει σε διαμάχες λογίων της εποχής: κατ' αρχάς στα Σούτσεια, όταν το 1855 είχε κυκλοφορήσει φυλλάδιο με το οποίο υπερα-

321. Βλ. σχετικό δημοσίευμα της εφημερίδας Μέλλον στις 23 Φεβρουαρίου 1868, ανθολογημένο στο Γεώργιος Χριστοδούλου, Κωνσταντίνος Στ. Κόντος 1834-1909, Α', Αθήνα 1979, σ. 75.

322. Στο δημοσίευμα του Μέλλοντος κατηγορήθηκε ότι ποτέ δεν τελείωσε τον κύκλο του μαθήματος της γενικής ιστορίας, αλλά μόλις έφτασε στην αρχή του Μεσαίωνα. Βλ. Γ. Χριστοδούλου, ό.π., σ. 75.

323. Σύμφωνα με τον Σωκράτη Κουγέα η έκδοση έγινε ευνοϊκά δεκτή από τον Τύπο λόγω του προλόγου, των σημειώσεων και των παρεκβολών του μεταφραστή. Βλ. Λόγοι εις Δημητριον Βερναρδάκην, Αθήνα 1934, σ. 79. Για τις μεταφράσεις του έργου στην ελληνική γλώσσα την περίοδο αυτή, βλ. Όλγα Αλεξανδροπούλου, «Η Ιστορία του Νικόλαου Καραμζίν. Η παρουσίαση και η αποδοχή της στην Ελλάδα»: Στέφανος Κακλαμάνης, Αθανάσιος Μαρκόπουλος, Γιάννης Μαυρομάτης (εκδοτική επιτροπή), Ενθύμησις Νικολάου Μ. Παναγιωτάκη, Ηράκλειο, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης / Βικελαία Δημοτική Βιβλιοθήκη Ηρακλείου, 2000, σ. 13-30.

Σελ. 138
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/139.gif&w=600&h=915

υπερασπιζόταν τον δάσκαλο του Κωνσταντίνο Ασώπιο εναντίον του Γ. Χρυσοβέργη.324 Επίσης, το 1861 είχε απαντήσει, στην Πανδώρα, στην αρνητική κριτική του Δημητρίου Μαυροφρύδη για τον πρώτο τόμο της Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους του Κ. Παπαρρηγόπουλου.

Τα τεκμήρια της πανεπιστημιακής διδασκαλίας του δεν είναι πολλά : ο εισιτήριος λόγος του ως έκτακτου καθηγητή στο μάθημα της γενικής ιστορίας (1862), τρία πανεπιστημιακά μαθήματα για τον Όμηρο και το Ομηρικό Ζήτημα στην Πανδώρα (1863), καθώς και μια παράδοσή του για την πολιορκία της Ιερουσαλήμ από τους Ρωμαίους και την πτώση της (1877). Εξέδωσε ακόμη τον πρώτο τόμο από ένα σχολικό εγχειρίδιο ιστορίας, το οποίο κατά δήλωσή του απευθυνόταν και σε όλους τους λογίους της εποχής, υπονοώντας, σύμφωνα με τις κατηγορίες των αντιπάλων του, και τους φοιτητές.325 Παρ' όλο που είχε εξαγγείλει δύο ακόμη τόμους για τα μεσαιωνικά και νεότερα χρόνια, η παραίτησή του ανέστειλε την έκδοση τους. Το 1889, μετά και από τη δεύτερη απομάκρυνσή του από το Πανεπιστήμιο, σχεδίαζε την έκδοση γενικής ιστορίας, με βάση τις πανεπιστημιακές σημειώσεις του, σε δεκαέξι τόμους. Τη σχετική δαπάνη είχε αναλάβει ο ομογενής έμπορος Γεώργιος Αβέρωφ, ενώ προβλεπόταν και ειδικό κονδύλι για τη μετάβαση του Δ. Βερναρδάκη στην Ευρώπη προς παρασκευή και εκτύπωση του έργου, σχέδιο που δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ.326

Τα δημοσιευμένα κείμενα του Βερναρδάκη αφορούσαν σε μεγάλο βαθμό την αρχαιότητα, ενώ είχε κυκλοφορήσει και -προκήρυξη για την οικονομική ενίσχυση της μετάφρασης του πολύτομου έργου του Γκρότε (η μετάφραση δεν εκδόθηκε ποτέ).327 Αντίστοιχα, το σύνολο της πανεπιστημιακής διδασκαλίας του αφορούσε την αρχαιότητα, περίοδο στην οποία είχαν επικεντρωθεί και οι σπουδές του. Άλλωστε, σχήματα και γνώσεις από τα χρόνια των σπουδών του

324. Δ. Βερναρδάκης, Το Τρωγάλιον τον Δοκησισόφου ή Αυτοσχέδιος Απάντησις εις τον Κ. Γ. Χρυσοβέργην, Αθήνα 1855.

325. Βλ. Δημήτριος Βερναρδάκης, Εγχερείδιον Γενικής Ιστορίας εις τόμους τρεις, προς χρήσιν των Γυμνασίων και προς ιδιαιτέραν μελέτην. Τόμος Πρώτος, περιέχων την ιστορίαν των ανατολικών εθνών και την της αρχαίας Ελλάδος, Αθήνα 1867, σ. ς'-ζ'. Βλ. και Ανωνύμου, Ο λύχνος επί την λυχνίαν, Αθήνα 1867, σ. 1-2.

326. Βλ. Στερ. Φασουλάκης, «Οι αγγελίες εκδόσεως βιβλίων και ο Δ. Ν. Βερναρδάκης. Συμβολή στη γνώση της παραγωγής και της διακινήσεως του βιβλίου κατά τον ΙΘ' αι.», Παρουσία 4 (1986), σ. 259, 266-267.

327. Δημήτριος Βερναρδάκης, «Προκήρυξις Ελληνικής μεταφράσεως και εκδόσεως της δωδεκατόμου Ιστορίας της Ελλάδος του Γεωργίου Γρότε», Πανδώρα 13 (18621863), σ. 556-558.

Σελ. 139
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/140.gif&w=600&h=915

μετέφερε και στο Πανεπιστήμιο, όπως αποτυπώθηκαν στον πρώτο εισιτήριο λόγο του στις 20 Ιανουαρίου 1862, έναν από τους πιο ενδιαφέροντες στο μάθημα της ιστορίας.

Το πυκνό αυτό κείμενο, που φέρει τη σφραγίδα της φιλοσοφικής σκέψης του Χέγκελ -στον οποίο ο συγγραφέας αναφέρεται και ονομαστικά-, αναπαράγει σε μεγάλο βαθμό το εγελιανό σχήμα για τον διαχωρισμό των εθνών σε ιστορικά και μη, την ακμή και την παρακμή τους και τη μεταφορά του πολιτισμού από το ένα έθνος στο άλλο.328 Καταλυτικός παράγοντας για την πρόοδο του ανθρώπινου γένους αποτελούσε η μόρφωση των ανθρώπων, ιδιαίτερα των φοιτητών που θα στελέχωναν τον δημόσιο βίο. Η ιστορία επιδρούσε καταλυτικά στην ηθική, πολιτική, ακόμη και θρησκευτική συγκρότησή τους.329 Η ιστορία δεν καθοριζόταν από νόμους αλλά αποτελούσε καρπό του πνεύματος, ο δε κόσμος του τελευταίου ήταν κόσμος ελευθερίας.330 Την ίδια εποχή που εκδιπλωνόταν η παπαρρηγοπούλειος διδασκαλία και η στροφή στην εθνική ιστορία, ο Δ. Βερναρδάκης εισήγαγε τους φοιτητές στη γενική ιστορία, τονίζοντας τη σπουδαιότητά της, αποκαλώντας την το κυριώτατον μάθημα του Πανεπιστημίου, το κυριώτατον μεν εν γενεί όργανον για την εκτέλεση της αποστολής του ελληνικού έθνους.331 Σύμφωνα με τον διάδοχο του Θ. Μανούση, η διδασκαλία της γενικής ιστορίας οδηγούσε στον ενθουσιασμό, στοιχείο απαραίτητο για την πρόοδο και την πνευματική εξύψωση του ανθρώπου. Μέσω της γνώσης του παρελθόντος ο φοιτητής γνώριζε την πραγματική έννοια της ελευθερίας και συνειδητοποιούσε τη στενή σχέση πολιτικής ελευθερίας, θρησκείας και ηθικής. Η ιστορία ήταν magistra vitae, όχι μόνο ανθρώπων αλλά και εθνών.332

Ο λόγος του Δ. Βερναρδάκη διαπνέεται σε μεγάλο βαθμό από ιστορικιστική αισιοδοξία- απηχεί έναν ρομαντικό εθνικισμό, ο οποίος αντιμετωπίζει -παρά την έκδηλη καχυποψία του, η οποία σε μεταγενέστερα κείμενά του θα εξελιχθεί σε καταφανή αρνητικότητα-θετικά τη δυτική σκέψη.333 Ο καθηγητής

328. Δ. Βερναρδάκης, Λόγος εισιτήριος εις το μάθημα της Γενικής Ιστορίας, εκφωνηθείς τη 20η Ιανουαρίου 1862, Αθήνα 1862, σ. 12, και αναφορές στον Χέγκελ, βλ. ενδεικτικά σ. 18 και 26.

329. Στο ίδιο, σ. 16.

330. Στο ίδιο, σ. 19.

331. Στο ίδιο, σ. 30.

332. Στο ίδιο, σ. 24-28.

333. Βλ. Παντελής Αργύρης, «Ο αντιδυτικός Δ. Βερναρδάκης και ο εισιτήριος πανεπιστημιακός του λόγος», Λεσβιακά 11 (1987), σ. 140-143, και passim, σ. 130-145.

Σελ. 140
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/141.gif&w=600&h=915

της της Ιστορίας αναπαρήγαγε στον λόγο του μια εικόνα κρίσης για τη σύγχρονή του ελληνική κοινωνία. Η κρίση αυτή σε μεγάλο βαθμό ήταν αποτέλεσμα της ελευθερίας που είχε παραχωρηθεί στο ελληνικό έθνος μετά την Επανάσταση του 1821 και της επιλογής του να ακολουθήσει τον δεύτερο από τους δυο δρόμους που ανοίγονταν μπροστά του. Ο πρώτος ήταν ο δρόμος του Καποδίστρια στην πολιτική και του Κ. Οικονόμου στη θρησκεία και στην παιδεία. Ο δεύτερος ήταν ο δρόμος της συνταγματικής μοναρχίας, ο δρόμος της παιδείας όπως τον είχαν χαράξει ο Φαρμακίδης και ο Μανούσης. Η κρίση που προκλήθηκε από αυτή την επιλογή ήταν αναγκαία, σύμφωνα και πάλι με την εγελιανή φιλοσοφία, καθώς αποτελούσε ένα απαραίτητο βήμα πίσω, ώστε να πραγματοποιήσει το έθνος στη συνέχεια άλμα μπροστά. Οι απόψεις του αυτές για την ιστορία απηχούν άμεσα τις πολιτικές του αντιλήψεις : ο Βερναρδάκης, γνωστός φιλοοθωνικός και συντηρητικός διανοούμενος, στάθηκε ιδιαίτερα αρνητικός σε κάθε προσπάθεια θέσπισης Συντάγματος.

Κινητήρια δύναμη της ιστορίας στο έργο του Βερναρδάκη αποτέλεσε το έθνος, που συνδεόταν στενά με το κράτος. Στο μοναδικό εγχειρίδιο ιστορίας του για την αρχαία Ελλάδα, η χώρα προϋπήρχε ως γεωγραφικός όρος, ως τόπος, όπως είχε καθοριστεί σε μεγάλο βαθμό από τα σύγχρονά του όρια και στον οποίο εκτυλίχθηκαν τα όσα αφορούσαν την αρχαία περίοδο. Οι εμφύλιες συρράξεις υπήρξαν αποτέλεσμα της πολιτικής και πνευματικής ελευθερίας των αρχαίων Ελλήνων, η οποία είχε δοξάσει το έθνος. Όταν όμως αυξήθηκε υπέρμετρα, οδήγησε σε πολιτική ακολασία και ηθική έκλυση. Ακολούθησαν η εξάντληση και η καταστροφή των «εθνικών δυνάμεων», η υποδούλωση στον ξενικό ζυγό, όστις και επετέθη εις τον τράχηλον της Ελλάδος πρώτον μεν υπό των Μακεδόνων, κατόπιν δε υπό των Ρωμαίων.33'' Στη χορεία του ξενικού ζυγού συγκαταλεγόταν και η Βυζαντινή Αυτοκρατορία, καθώς μετά από την επέμβαση των Μακεδόνων ακολούθησαν δύο ατελεύτητοι δουλικαί χιλιετηρίδες, σιδηραί και τραχείαι, πλήρεις δακρύων και στεναγμών, μέχρις ου απόμοιρά τις μικρά του ελληνικού έθνους ανέλαβε μόλις μετά μακρόν και αιματηρόν αγώνα επί χρησταίς ταις ελπίσι την αρχαίαν ελευθερίαν.335 Ο Βερναρδάκης διαχώριζε τους βυζαντινούς Έλληνες από τους Βυζαντινούς εν συνόλω .336 Η στάση του συνδεόταν ενδεχομένως με τα ισχυρά πρότυπά του, όπως ο Χέγκελ -με τη γνωστή αρνητική του θέση προς το Βυζάντιο-και ο Γκρότε, ο οποίος θεωρούσε ότι η υπο-

334. Δημήτριος Βερναρδάκης, Εγχειρίδιον..., ό.π., σ. 175.

335. Στο ίδιο, α. 176.

336. Λόγος εισιτήριος..., ό.π., σ. 19.

Σελ. 141
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/142.gif&w=600&h=915

υποταγή των ελληνικών πόλεων-κρατών στον Φίλιππο σήμανε και το τέλος της αρχαίας Ελλάδας, ενώ αντιμετώπισε ως «ασιατική» την αυτοκρατορία του Μεγάλου Αλεξάνδρου.337

Η σημαντικότερη καινοτομία του εγχειριδίου του Βερναρδάκη ήταν η προσθήκη στο τέλος κάθε κεφαλαίου μιας ιδιαίτερης ενότητας στην οποία γινόταν αναφορά στην πνευματική κίνηση της εποχής, στις τέχνες, στα γράμματα και γενικότερα στον πολιτισμό. Η έμφαση στον πολιτισμό αποτύπωνε αντίστοιχες εξελίξεις σε γερμανόφωνα σχολικά εγχειρίδια της εποχής 338 ήταν εύλογη όμως και για τον φιλόλογο και γνωστό θεατρικό συγγραφέα. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι μοναδικές δημοσιεύσεις του κατά τη διάρκεια της καθηγητικής του θητείας που προέρχονταν από την πανεπιστημιακή του διδασκαλία ήταν τα τρία άρθρα για το Ομηρικό Ζήτημα. Την ίδια χρονιά είχε προκηρυχθεί ο Ροδοκανάκειος διαγωνισμός με αντικείμενο το πολύκροτο ζήτημα, που απέφερε τις σχετικές μελέτες των Αγγέλου Βλάχου και Γεωργίου Μιστριώτη.339 Στις παραδόσεις του, εκκινώντας από τις αποικίες της Μικράς Ασίας και την καταγωγή του Ομήρου, ο Βερναρδάκης αναφερόταν στο ζήτημα της πατρότητας των επών, το οποίο μετά από τις θεωρίες του Βολφ είχε προκαλέσει μεγάλη αναταραχή στους κύκλους των γερμανών φιλολόγων. Παρ' όλο που το κείμενο του δεν προσέφερε τίποτα σημαντικό στη σχετική βιβλιογραφία 340 η δημοσίευσή του αποσκοπούσε στο να αποδείξει τη μεγάλη εξοικείωση του ιστορικού με το Ζήτημα. Η χρονολόγηση των παραδόσεών του τον Δεκέμβριο του 1863 είναι ενδεικτική, κατά τη γνώμη μου, της πρόθεσής του να επισημάνει ότι η διδασκαλία του, και συνολικά η γνώση του για το Ζήτημα, προηγούνταν χρονικά του σχετικού διαγωνισμού.

Παρά την αρνητική του στάση προς το Βυζάντιο κυρίως ως παραγωγό πολιτισμού, ο Βερναρδάκης υποστήριξε τον Κ. Παπαρρηγόπουλο στην επίθεση του Δ. Μαυροφρύδη,341 Η «Βιβλιογραφική αντεπίκρισις»342, την οποία δημοσίευσε σε τρεις συνέχειες στην Πανδώρα, κατέληγε σε κριτική της κριτικής με την επισήμανση ορθογραφικών, συντακτικών και εννοιολογικών λαθών του Μαυ-

337. Μ. Μηλιώρη, ό.π., σ. 81.

338. Chr. Koulouri, ό.π., σ. 372-376.

339. Ελένη Κοντιάδη-Τσιτσώνη, «Το Ομηρικό ζήτημα και ο Δημήτριος Βερναρδάκης», Λεσβιακά, ό.π., σ. 101-107.

340. Στο ίδιο, σ. 106-107.

341. Βλ. εδώ, σ. 127.

342. Βλ. «Βιβλιογραφική αντεπίκρισις», Πανδώρα 12 (Απρίλιος 1861-Απρίλιος 1862), σ. 17-22, 52-63, 91-96.

Σελ. 142
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Η συγκρότηση της ιστορικής επιστήμης και η διδασκαλία της ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (1837-1932)
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 123
    

    ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ'

    Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ ΣΤΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗ ΣΧΟΛΗ: ΟΙ ΑΝΤΙΔΡΑΣΕΙΣ

    Η έκδοση της Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους προκάλεσε έντονες και πολυάριθμες αντιδράσεις, τις οποίες στη μεγαλύτερη έκτασή τους έχει καταγράψει ο Κ. Θ. Δημαράς. Ο Κ. Παπαρρηγόπουλος συγκρούστηκε με πλήθος λογίων εντός και εκτός Πανεπιστημίου, με αποτέλεσμα την παραγωγή σημαντικού αριθμού κειμένων, του ίδιου και των αντιπάλων του. Σημειώνω ενδεικτικά εντός Πανεπιστημίου τους Στ. Κουμανούδη, Νικόλαο Κοτζιά, Νικόλαο Σαρίπολο, Παύλο Καλλιγά, και εκτός τους Κωνσταντίνο Σάθα, Κωνσταντίνο Νικοδήμο κ.ά. Πολλές από αυτές τις επιφυλάξεις ή και τις διαφωνίες διατυπώθηκαν από το πανεπιστημιακό βήμα χωρίς άμεση μνεία του έργου του ιστορικού. Περιείχαν ωστόσο σαφείς αιχμές, οι οποίες διασταυρώθηκαν με τους λόγους του Παπαρρηγόπουλου ή άλλων υποστηρικτών της συνεχούς και αδιάσπαστης πορείας του ελληνικού έθνους. Η κατασκευή ενός κοινού παρελθόντος, στην πραγματικότητα ενός αξιακού συστήματος το οποίο νομιμοποιούνταν από το παρελθόν, αποτέλεσε το αντικείμενο παράλληλων και αλληλοσυγκρουόμενων λόγων, όπως αυτοί εκτυλίχθηκαν στο πλαίσιο των πανεπιστημιακών τελετών, ιδιαίτερα τα πρώτα χρόνια. Η δυσπιστία προς το Βυζάντιο αποτέλεσε τότε κοινό τόπο στις περισσότερες από τις δημόσιες τοποθετήσεις των διδασκόντων.280 Μέλη μιας γενιάς που είχε γαλουχηθεί επιστημονικά στη Δύση, αντιμετώπιζαν με επιφύλαξη τον δεσποτικό και θεοκρατικό χαρακτήρα της συγκεκριμένης περιόδου όπως είχε αποδοθεί από την ευρωπαϊκή ιστοριογραφία. Θα σταθώ ιδιαίτερα στην κριτική μιας ομάδας καθηγητών εντός της Φιλοσοφικής, η οποία, έστω και εν σπέρματι, προσέφερε μια διαφορετική αντίληψη για την ελληνική ιστορία. Πρόκειται για αυτούς

    280. Βλ. ενδεικτικά Μιχαήλ Ποτλής, Εισαγωγικόν Μάθημα εις το Εκκλησιαστικό» Δίκαιον της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας, Αθήνα 1859, και Κωνσταντίνος Φρεαρίτης, Λόγος γενεθλιακός περί των τυχών και της φύσεως της Ελληνικής επιστήμης, επί τη εικοσιπενταετηρίδι του Εθνικού Πανεπιστημίου εκφωνηθείς, Αθήνα 1863.