Error(s) found: '2'

+ Unable to change databases. Unknown database 'iaennew'.
+ Unable to perform the query SELECT * FROM keywords_description WHERE (language_id = ''). No database selected.
TEXT_VISIBLE_PAGES 132-151 TEXT_OF 554
TEXT_PREVIOUS_20
TEXT_CURRENT_PAGE
TEXT_NEXT_20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/132.gif&w=600&h=915

συνέχεια του δευτέρου ων. Μετά ταύτα ο ευρωπαϊκός, πάντων των προηγουμένων ευρύτερος. Εις πάντας τούτους τι συνετέλεσεν η Ελλάς; Η Ελλάς, κύριοι, εδοξάσθη μόνη και καθ' εαυτήν, πολιτικώς τε και επιστημονικώς, εν τω πρώτω, όλου του λοιπού κόσμου υπό βαρβαρότητας καλυπτομένου, πράγμα το όποιον ούτε δυνατόν ούτε ευκτόν είναι να επανέλθη· εδοξάσθη κατ' άμφω εν τω δευτέρω διά του Αλεξάνδρου ος εξύπνισε την Ανατολήν, εδοξάσθη εν τω ρωμαϊκώ επιστημονικώς, υπόδουλος μεν, αλλά διδάσκαλος γενομένη των κρατούντων. Δεν έμεινεν άδοξος εν τω ευρωπαϊκώ, ως πολικός αστήρ διά των αθανάτων συγγραμμάτων των εαυτής υιών βοηθήσασα την Ευρώπην ίνα εξέλθη της παχυλής απαιδευσίας και βαρβαρότητος.306 Η αναφορά στην έκδοση των βυζαντινών κειμένων από τον Νήμπουρ προσθέτει και άλλη μια συνιστώσα: εκείνη της σχέσης με την ξένη, ιδιαίτερα τη γερμανόφωνη, επιστημονική σκέψη, την οποία οι «διαφωτιστές» παρακολουθούσαν, μεταβάλλοντας σταδιακά τις θέσεις τους.

Η επικράτηση της ιδεολογίας της αδιάσπαστης εθνικής συνέχειας και η πλήρης ενσωμάτωση του Βυζαντίου μετέτρεψαν αναδρομικά τους διαφωνούντες σε εξαρχής «ηττημένους». Ο κίνδυνος που ελλοχεύει σε μια τέτοια αντιμετώπιση είναι η υποβάθμιση της μελέτης των όρων με τους οποίους διεξήχθη η σύγκρουση και των κοινών τόπων, των παραδοχών που την επέτρεψαν : η ενδυνάμωση του ελληνικού κράτους και η ανάγκη διεύρυνσής του αποτελούν αιτούμενα της εποχής, τα οποία από διαφορετικούς δρόμους ενστερνίζονταν όλοι, συγκροτώντας ένα στέρεο οπλοστάσιο από το οποίο συχνά, και κάποτε αντιφατικά, εξοπλίζονταν. Σε αυτό το πλαίσιο είναι ανάγκη επίσης να μελετηθούν οι διαφορετικές χρονικές στιγμές αυτής της πορείας. Η φατρία των κόκκινων διέθετε σαφώς διαφορετική δυναμική στην τρίτη ή στην τέταρτη δεκαετία του 19ου αιώνα από ό, τι στην έβδομη, όταν πλέον έχουν εμπεδωθεί μια σειρά χαρακτηριστικών του ελληνικού κράτους και όταν οι βαλκανικοί εθνικισμοί δημιουργούν μια νέα δυναμική στην οποία δείχνουν να υποκύπτουν .

Σε ένα άλλο επίπεδο, η θεώρηση της επικράτησης της ζαμπελο-παπαρρηγοπούλειον (όπως την ονόμασε ο Στ. Κουμανούδης) σχολής ως μονόδρομου, χωρίς παρεκκλίσεις ή διαφοροποιήσεις, ακυρώνει τον ενεργό ρόλο και την επίδραση των συγκεκριμένων λογίων. Η εκ των υστέρων ανάγνωση της δράσης τους -στο φως των όσων επακολούθησαν και των συσχετισμών που διαμορφώθηκαν-, εκτός του ότι δεν αποδίδει με ακρίβεια τη σημασία αυτών των ρευμάτων σκέψης στην εποχή τους, ταυτόχρονα αποδυναμώνει την ερμηνεία

306. Πρυτανικοί λόγοι 1855-1856, ό.π., σ. 72.

TEXT_PAGE_SHORT132
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/133.gif&w=600&h=915

όσων τελικά κυριάρχησαν, καθώς τα αποκόπτει από τους όρους παραγωγής τους, από το πλαίσιο μέσα στο οποίο δημιουργήθηκαν, συγκρούστηκαν και μπολιάστηκαν. Οι συγκεκριμένοι λόγιοι με τη συμμετοχή τους στη δημόσια διοίκηση και σε ένα πλήθος συλλογικών μορφωμάτων συνέβαλαν στη διαμόρφωση της ταυτότητας του νεοσύστατου ελληνικού κράτους : η παρουσία, λόγου χάρη, του Στ. Κουμανούδη στην Αρχαιολογική Εταιρεία υπήρξε καθοριστική για τη λειτουργία του κορυφαίου αυτού θεσμού της αρχαιολογίας επί σαράντα περίπου χρόνια. Οι «ύστεροι διαφωτιστές» υπηρέτησαν με ζέση το όραμα της διεύρυνσης του ελληνικού βασιλείου, συναινώντας με τις όποιες διαφοροποιήσεις στο όραμα της Μεγάλης Ιδέας, εκτός και εντός Πανεπιστημίου. Από την άλλη πλευρά, με τη μαχητική τους στάση και το υψηλό κύρος που διέθεταν, επηρέασαν καθοριστικά τις διαδικασίες και επιβράδυναν σημαντικά την πλήρη ενσωμάτωση της βυζαντινής στην ιστορία του ελληνικού έθνους, τουλάχιστον στην ιστοριογραφική παραγωγή της εποχής.

Στον μικρόκοσμο του Αθήνησι,η μακρά θητεία κάποιων καθηγητών (Ασώπιος, Κουμανούδης, Καστόρχης), σε συνδυασμό με την παρουσία νεότερων, δημιούργησε μια ισχυρή ομάδα, η οποία διατήρησε σημαντικό τμήμα της ισχύος της έως και τη δεκαετία του 1870. Συνδεδεμένοι κατά μείζονα λόγο με τη διδασκαλία γνωστικών κλάδων με αναφορά στην αρχαιότητα (φιλολογία κυρίως και αρχαιολογία), υποστήριξαν το αρχαιοελληνικό παράδειγμα με ένταση, συγκροτώντας έναν ισχυρό αντιρρητικό λόγο στο παπαρρηγοπούλειο σχήμα.

Η ομάδα αυτή συν τω χρόνω και με τις φυσικές απώλειες των μελών της αποδυναμώθηκε. Ταυτόχρονα η ανάπτυξη της επιστημονικής σκέψης στη Δύση οδηγούσε σε άλλες ατραπούς. Η είσοδος του Κωνσταντίνου Κόντου στο Πανεπιστήμιο το 1868 σηματοδοτούσε μια νέα αντίληψη για τη φιλολογία, μακράν της αρχαιογνωστικής συγκρότησης των προηγουμένων, με έμφαση στη γραμματολογία και στην κριτική των κειμένων, με λεπτομερή έρευνα σε γραμματικά ζητήματα. Η επιλογή των κειμένων, που γινόταν με κριτήρια όπως η γλωσσική καθαρότητα ή η συντακτική ορθότητα, υποβάθμιζε την ιστορική διάστασή τους, στοιχείο το οποίο είχε τονίσει η προηγούμενη γενιά. Η σταδιακή επικράτηση του Κ. Κόντου αλλά και της φιλολογικής κριτικής προσέδωσε νέες κατευθύνσεις στην επιστήμη τους, οι οποίες επικρίθηκαν έντονα από τον Στέφανο Κουμανούδη.307 Όμως, οι επικρίσεις και τα αρνητικά σχόλια που προκάλεσε η διδασκαλία του Κόντου δεν μπορούν να αποκρύψουν την έλλειψη

307. Σ. Ματθαίου, ό.π., σ. 194-196, 275, 278.

TEXT_PAGE_SHORT133
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/134.gif&w=600&h=915

ψη σημαντικών και εκτεταμένων συνθέσεων στον χώρο της φιλολογίας έως τότε, την απουσία μαθητών που θα συνέχιζαν το έργο των διδασκάλων τους.308

ΟΙ ΝΕΕΣ ΣΥΝΑΙΝΕΣΕΙΣ : Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1821

Η πρυτανεία του Ευθυμίου Καστόρχη συνδέθηκε με ένα από τα συμβολικά συμβάντα της ελληνικής ιστορίας του 19ου αιώνα. Το 1869, με αφορμή τον εορτασμό των πενήντα χρόνων από την Επανάσταση του 1821, η Πρυτανεία παρήγγειλε δύο ανδριάντες, οι οποίοι θα τοποθετούνταν στα Προπύλαια του Πανεπιστημίου, στη θέση των αρχαίων θεοτήτων που είχε σχεδιάσει ο αρχιτέκτονας του κτιρίου.309 Επρόκειτο για τους ανδριάντες του Ρήγα Βελεστινλή και του Γρηγορίου Ε', τα αποκαλυπτήρια των οποίων έγιναν στην Αθήνα με δημόσιες τελετές (τη 16η Ιουνίου 1871 του πρώτου και την 25η Μαρτίου 1872 του δεύτερου), παρουσία της βασιλικής οικογένειας και με τη συμμετοχή χιλιάδων λαού. Τέσσερα χρόνια αργότερα, τον Μάιο του 1875, τελέστηκαν τα αποκαλυπτήρια του τρίτου ανδριάντα, του Αδαμαντίου Κοραή, στα Προπύλαια του Πανεπιστημίου, προσφορά χιωτών εφοπλιστών.310

Η συζήτηση σχετικά με τις ιδεολογικές συνδηλώσεις των αποκαλυπτηρίων και με τις αντιδράσεις που προκάλεσαν στους συγχρόνους τους είναι ευρεία και δεν έχει εξαντληθεί.311 Σημειώνω απλώς ότι οι τελετές αποτέλεσαν το επιστέγασμα μιας σύνθετης πορείας ηρωοποίησης και μνημειοποίησης των προσώπων αυτών, αναδεικνύοντας και πάλι το Πανεπιστήμιο ως προνομιακό χώρο παραγωγής της εθνικής ιδεολογίας.

Η ένταξη του 1821 στο εθνικό αφήγημα είχε ξεκινήσει αμέσως μετά τη δη-

308. Βλ τις σχετικές παρατηρήσεις του Ιωάννη Συκουτρή, «Επιλεγόμενα του μεταφραστή»: Tadeuz Zielinski, Ημείς και οι αρχαίοι, I. Ν. Καζάζης (επιμ.), μετάφραση και επιλεγόμενα Ιωάννου Συκουτρή, πρόλογος και δύο μεταφράσματα I. Ν. Καζάζης, Θεσσαλονίκη, Βάνιας 1994, σ. 236-237.

309. Ηλίας Γ. Μυκονιάτης, «Οι ανδριάντες του Ρήγα και του Γρηγορίου Ε' στα Προπύλαια του Πανεπιστημίου της Αθήνας και το πρώτο κοινό τους», Ελληνικά 35 (1984), σ. 355-370.

310. Βλ. Τα κατά την ανακομιδήν των οστών Αδαμαντίου Κοραή από Παρισίων ας Αθήνας, Αθήνα 1877.

311. Βλ. Χάρης Εξερτζόγλου, «Πολιτικές τελετουργίες στη νεότερη Ελλάδα. Η μετακομιδή των οστών του Γρηγορίου Ε' και η πεντηκονταετηρίδα της Ελληνικής Επανάστασης», Μνήμων 23 (2001), Εόρτιος Τριακονταετίας, σ. 153-182, και Γιώργος Τζεδόπουλος, «Εθνική ομολογία και συμβολική στην Ελλάδα του 19ου αιώνα: Οι εθνομάρτυρες», Μνήμων 24 (2002), Εόρτιος Τριακονταετίας, σ. 107-143.

TEXT_PAGE_SHORT134
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/135.gif&w=600&h=915

δημιουργία του ελληνικού βασιλείου, καθώς το βαυαρικό καθεστώς επιχείρησε να επισημοποιήσει τον Αγώνα, να επιβάλει ουσιαστικά τη δική του εκδοχή για αυτόν, καθορίζοντας τη μνήμη του. Η εγκατάσταση κατ' αρχάς των δύο αγαλμάτων, και μάλιστα σε αντικατάσταση των προβλεπόμενων αρχαίων θεοτήτων, τόνιζε με κάθε επισημότητα την ενσωμάτωση της Επανάστασης του 1821 στην επίσημη ελληνική ιστορία, όπως καταστατικά την εξέφραζε το Πανεπιστήμιο . Η απόφαση του εορτασμού των πενήντα χρόνων σηματοδοτούσε την κρατική βούληση για την ανάδειξη του 1821 σε συνεκτικό ιδεολογικό σύμβολο. Η επιλογή των συγκεκριμένων προσώπων και της από κοινού έκθεσής τους εικονογραφούσε τη βούληση αυτή με τον καλύτερο τρόπο, ορίζοντας έναν νέο τόπο συναίνεσης.312

Στην κατασκευή αυτού του εθνικού ηρώου οι σκοτεινές στιγμές είχαν απαλειφθεί. Η συγκατοίκηση του Ρήγα με τον Γρηγόριο Ε', όπως και με τον Κοραή, θεωρούνταν απολύτως φυσική. Στους λόγους των τελετών δεν υπήρξε καμία αναφορά στις μεταξύ τους συγκρούσεις, στη στάση του Πατριαρχείου κατά την Επανάσταση. Η προσθήκη του ανδριάντα του Ιωάννη Καποδίστρια το 1930, με αφορμή τον εορτασμό των εκατό χρόνων από την Επανάσταση του 1821, συμπλήρωσε το πάνθεον.313 Τα τέσσερα πρόσωπα επιλέχθηκαν μέσα από διαφορετικές διαδικασίες για να συνοψίσουν σε συμβολικό επίπεδο την πρόσφατη ελληνική ιστορία. Όπως έχει επισημάνει ο Φίλιππος Ηλιού, ο στόχος ήταν το εθνικό πάνθεο να εμφανίζει την απαραίτητη εσωτερική συνοχή, για να μπορεί ύστερα να λειτουργήσει, με τη δυναμική των πολλαπλών συμβολισμών του, ως συνεκτικός δεσμός στις επιδιωκόμενες εθνικές συσπειρώσεις.314

Το Πανεπιστήμιο ενέτασσε στη συμβολική του παρουσία στον χώρο και στον χρόνο την πρόσφατη ελληνική ιστορία. Η αποδοχή του πατριάρχη Γρηγορίου Ε', της ιερατικής του ιδιότητας, ήταν ενδεικτική των αλλαγών που συντελούνταν μετά την άνοδο του Γεωργίου Α' στον θρόνο. Δεν ήταν ακόμη όμως η ώρα του Βυζαντίου, τόσο για την κρατική εξουσία όσο και για την πλειονότητα

312. Βλ Χριστίνα Κουλούρη, Χρήστος Λούκος, Τα πρόσωπα τον Καποδίστρια. Ο πρώτος Κυβερνήτης της Ελλάδας και η νεοελληνική ιδεολογία (1831-1996), Αθήνα, Πορεία, 1996, σ. 79-89.

313. Ο εορτασμός ήταν προγραμματισμένος για το 1921, αλλά λόγω των κρίσιμων γεγονότων της περιόδου αναβλήθηκε για το 1930. Σε αντίθεση με τους προηγούμενους ανδριάντες, για την ανέγερση εκείνου του Καποδίστρια διεξήχθη έρανος με πανελλήνια συμμετοχή. Στο ίδιο, σ. 124-127.

314. Φίλιππος Ηλιού, Ιδεολογικές χρήσεις του κοραίσμού στον 20ό αιώνα, Αθήνα, Ο Πολίτης, 1989, σ. 22.

TEXT_PAGE_SHORT135
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/136.gif&w=600&h=915

τητα των καθηγητών του Αθήνησι. Κοινός τόπος των εορτασμών της πεντηκονταετηρίδας υπήρξε η σύνδεση με την αρχαιότητα, η αναβίωση των αγώνων εναντίον των Περσών στην Επανάσταση του 1821.315 Από τον ύστατο των Ελλήνων, όπως προσαγόρευε ο Σπ. Λάμπρος τον Φιλοποίμενα -στο ποίημα που έγραψε με αφορμή την ανακομιδή του λειψάνου του Γρηγορίου-, ο ελληνισμός προχωρούσε στον Γρηγόριο, ο οποίος ήταν ο πρώτος των Ελλήνων / εις ον ο Ρήγας ήνοιξε μαρτυρικήν οδόν.316

Εάν οι εσωτερικοί συσχετισμοί δεν επέτρεψαν στον κατεξοχήν αρμόδιο καθηγητή Κ. Παπαρρηγόπουλο να εκφωνήσει ως πρύτανης τον πανηγυρικό της ημέρας, στον λόγο του ο Καστόρχης υπηρέτησε το κοινό ιδεολόγημα ενός πανεπιστημίου το οποίο προετοίμαζε τον ελληνισμό για την απελευθέρωση των αλύτρωτων αδελφών. Είκοσι χρόνια μετά την απάντηση στον Ουμπιτσίνι, το Πανεπιστήμιο εξακολουθούσε να θεωρείται, στον λόγο ενός «διαφωτιστή» καθηγητή, η οπλοθήκη του ελληνισμού. Η πανεπιστημιακή μόρφωση παρέμενε στην υπηρεσία του ελληνικού κράτους, στην εκπλήρωση των αλυτρωτικών οραμάτων: ενταύθα προ των οφθαλμών υμών, ω νέοι, ιστάμενοι παραινούσιν, όπερ και ο καλλιτέχνης απεπειράθη διά του ψυχρού λίθου να δηλώση, και υπομιμνήσκουσιν υμίν ούτοι και δι' αυτών αι πολλαί των συναγωνιστών αυτών μυριάδες, ότι οφείλετε διά των όπλων της διανοίας και της επιστήμης να συμπληρώσητε το έργον ο εισέτι ημιτελές κατελείφθη, να αποκαταστήσετε την πατρίδα, ην εκείνοι ηνώρθωσαν, εις την πάλαι αυτής εύκλειαν και δόξαν. Διά των όπλων τούτων η Ελλάς κατέβαλεν ουχί αμαθείς και αδυνάτους μόνον λαούς, αλλά και πανίσχυρους κατακτητάς και νικητάς. Οπλοθήκη δε, όθεν θέλουσιν εξοπλισθή οι της πατρίδος μαχητοί, είναι αυτό τούτο το πανεπιστήμιον [...] Αναβαίνοντες και καταβαίνοντες τας βαθμίδας ταύτας, ω νέοι, ρίπτετε τα βλέμματα υμών ευλαβώς επί τας εικόνας ταύτας· αναλογίζεσθε ότι άνευ του Ρήγα και του Γρηγορίου, άνευ των νοερών αυτών αγώνων, άνευ της σκοπιμωτάτης υπέρ του έθνους ενεργείας αυτών, αδηλον αν ημείς είχομεν νυν πανεπιστήμιον, αν ημείς ήμεθα ό,τι νυν είμεθα.317

315. Έλλη Σκοπετέα, ό.π., σ. 216-217.

316. Σπυρίδων Λάμπρος, Επί τη ανακομιδή των λειψάνων του Πατριάρχου Γρηγορίου και τη τελέσει της πεντηκονταετηρίδας της ελληνικής παλιγγενεσίας. Ποίημα, Αθήνα 1871 : Γ. Τζεδόπουλος, ό.π., σ. 126-127.

317. «Λόγος πανηγυρικός εις τον Πατριάρχην Γρηγόριον τον Ε' εκφωνηθείς τη 25 Μαρτίου 1872 εν τη τελετή των αποκαλυπτηρίων του ανδριάντος τούτου υπό Ευθυμίου Καστόρχη Πρυτάνεως του Εθνικού Πανεπιστημίου», Εφημερίς των Φιλομαθών, φ. 790 (12 Απριλίου 1872), σ. 2509-2510.

TEXT_PAGE_SHORT136
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/137.gif&w=600&h=915

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ'

ΥΠΟ ΤΗ ΣΚΙΑ ΤΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΥ: ΜΠΟΛΙΑΖΟΝΤΑΣ ΤΗ ΓΕΝΙΚΗ ΜΕ ΤΗΝ ΕΘΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΩΣ ΜΕΙΓΜΑ ΙΔΙΟΤΥΠΟΝ: ΟΙ ΑΓΩΝΙΕΣ ΕΝΟΣ ΕΥΕΞΑΠΤΟΥ ΘΕΑΤΡΙΚΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ

Το χειμερινό εξάμηνο 1861-1862 διορίστηκε έκτακτος καθηγητής της Γενικής ιστορίας και της Φιλολογίας ο Δημήτριος Βερναρδάκης (1833-1907) ,318 Μόλις είκοσι οκτώ χρονών, ο νεαρός καθηγητής από φτωχή οικογένεια της Μυτιλήνης παρουσίαζε ήδη σημαντική λογοτεχνική (κυρίως θεατρική) δραστηριότητα. Είχε φοιτήσει στη Φιλοσοφική Σχολή της Αθήνας -είναι ο πρώτος καθηγητής Ιστορίας που υπήρξε απόφοιτος της-, όπου είχε συνδεθεί στενά με τον Θ. Μανούση.319 Χάρη σε κληροδότημα του τελευταίου συνέχισε τις ιστορικές και φιλολογικές σπουδές του στα Πανεπιστήμια του Μονάχου και του Βερολίνου, όπου παρακολούθησε μαθήματα του Μπεκ. Για τον διορισμό του καθοριστική υπήρξε η εύνοια του υπουργού Παιδείας και πρώην καθηγητή της Νομικής Μιχαήλ Ποτλή, πολιτικού στενά συνδεδεμένου με το οθωνικό καθεστώς. Παράλληλα, υπήρξε και προστατευόμενος του συγγενούς του Δημητρίου Μπερναρδάκη, πλούσιου ομογενούς εμπόρου της Πετρούπολης και γνωστού ευεργέτη του Πανεπιστημίου ,320

Στο πρώτο εξάμηνο μετά τον διορισμό του ο καθηγητής δίδαξε γενική

318. Για τον Δ. Βερναρδάκη βλ. τα σχετικά κείμενα στο αφιέρωμα του περιοδικού Λεσβιακά. Δελτίον της Εταιρείας Λεσβιακών Μελετών. Πρακτικά Συνεδρίου: «Οι αδελφοί Βερναρδάκη στα Νεοελληνικά Γράμματα», τ. 11, Αθήνα 1987. Για την εργογραφία του βλ. Στέρ. Φασουλάκης, Παντελής Αργύρης, Αναγραφή δημοσιευμάτων Δημ. Ν. Βερναρδάκη και Γρηγ. Ν. Βερναρδάκη. Συμβολή πρώτη, Αθήνα, Εταιρεία Λεσβιακών Μελετών, 1986.

319. Για τις στενές σχέσεις του Μανούση με τον Βερναρδάκη βλ. Σ. Κουγέας, «Μια επιστολή του Δ. Βερναρδάκη...», ό.π., σ. 59-65.

320. Βλ. Παντελής Αργύρης, «Πανεπιστημιακές έριδες: Η περίπτωση του Δ. Βερναρδάκη και του Κ. Κόντου»: Πανεπιστήμιο: Ιδεολογία και Παιδεία..., ό.π., τ. 2, σ. 550.

TEXT_PAGE_SHORT137
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/138.gif&w=600&h=915

ιστορία και ένα φιλολογικό μάθημα : Περί της δραματικής τέχνης του Αισχύλου και ερμηνεία Αγαμέμνονος. Στα επόμενα εξάμηνα προσέφερε μόνο ένα ιστορικό μάθημα, διάρκειας τριών έως τεσσάρων ωρών εβδομαδιαίως, εγκαταλείποντας τη φιλολογία, γεγονός για το οποίο κατηγορήθηκε από τους αντιπάλους του εντός και εκτός Πανεπιστημίου.321 Δίδαξε γενική αρχαία ιστορία (χειμερινά εξάμηνα 1861-1862,1862-1863), ενώ το θερινό εξάμηνο του έτους 1862-1863 ολοκλήρωσε την ιστορία των ανατολικών εθνών. Το επόμενο ακαδημαϊκό έτος (1863-1864) συνέχισε τη διδασκαλία του με ελληνική και ρωμαϊκή αρχαία ιστορία. Στην πραγματικότητα, όπως φαίνεται και από τους τίτλους των μαθημάτων, δίδαξε μόνο ελληνική ιστορία, την οποία ολοκλήρωσε το χειμερινό εξάμηνο 1864-1865, και συνέχισε με ρωμαϊκή, την οποία δίδαξε συνεχώς για τέσσερα εξάμηνα. Το χειμερινό εξάμηνο 1866-1867 ολοκλήρωσε τη ρωμαϊκή και συνέχισε με μεσαιωνική ιστορία έως και το αντίστοιχο εξάμηνο του 1869-1870.322 Ο Βερναρδάκης επέμεινε στη διδασκαλία της αρχαίας ιστορίας προφανώς λόγω της μεγαλύτερης εξοικείωσής του με το συγκεκριμένο γνωστικό αντικείμενο. Το αποτέλεσμα ήταν να μη διδάσκεται το μάθημα της μέσης ή νεότερης ευρωπαϊκής ιστορίας από τον θάνατο του Μανούση έως τουλάχιστον το χειμερινό εξάμηνο του 1866-1867.

Πριν τον διορισμό του, ο Δ. Βερναρδάκης είχε δημοσιεύσει ποιήματα και δραματικά έργα -εξ ου και η προσθήκη της Φιλολογίας στην έδρα του-, ενώ είχε μεταφράσει την Ιστορία της ρωσικής αυτοκρατορίας του Νικολάι Καραμζίν (2 τόμοι, Αθήνα 1855-1856).323 Γνωστός για τον εριστικό χαρακτήρα του, είχε ήδη από φοιτητής συμμετάσχει σε διαμάχες λογίων της εποχής: κατ' αρχάς στα Σούτσεια, όταν το 1855 είχε κυκλοφορήσει φυλλάδιο με το οποίο υπερα-

321. Βλ. σχετικό δημοσίευμα της εφημερίδας Μέλλον στις 23 Φεβρουαρίου 1868, ανθολογημένο στο Γεώργιος Χριστοδούλου, Κωνσταντίνος Στ. Κόντος 1834-1909, Α', Αθήνα 1979, σ. 75.

322. Στο δημοσίευμα του Μέλλοντος κατηγορήθηκε ότι ποτέ δεν τελείωσε τον κύκλο του μαθήματος της γενικής ιστορίας, αλλά μόλις έφτασε στην αρχή του Μεσαίωνα. Βλ. Γ. Χριστοδούλου, ό.π., σ. 75.

323. Σύμφωνα με τον Σωκράτη Κουγέα η έκδοση έγινε ευνοϊκά δεκτή από τον Τύπο λόγω του προλόγου, των σημειώσεων και των παρεκβολών του μεταφραστή. Βλ. Λόγοι εις Δημητριον Βερναρδάκην, Αθήνα 1934, σ. 79. Για τις μεταφράσεις του έργου στην ελληνική γλώσσα την περίοδο αυτή, βλ. Όλγα Αλεξανδροπούλου, «Η Ιστορία του Νικόλαου Καραμζίν. Η παρουσίαση και η αποδοχή της στην Ελλάδα»: Στέφανος Κακλαμάνης, Αθανάσιος Μαρκόπουλος, Γιάννης Μαυρομάτης (εκδοτική επιτροπή), Ενθύμησις Νικολάου Μ. Παναγιωτάκη, Ηράκλειο, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης / Βικελαία Δημοτική Βιβλιοθήκη Ηρακλείου, 2000, σ. 13-30.

TEXT_PAGE_SHORT138
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/139.gif&w=600&h=915

υπερασπιζόταν τον δάσκαλο του Κωνσταντίνο Ασώπιο εναντίον του Γ. Χρυσοβέργη.324 Επίσης, το 1861 είχε απαντήσει, στην Πανδώρα, στην αρνητική κριτική του Δημητρίου Μαυροφρύδη για τον πρώτο τόμο της Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους του Κ. Παπαρρηγόπουλου.

Τα τεκμήρια της πανεπιστημιακής διδασκαλίας του δεν είναι πολλά : ο εισιτήριος λόγος του ως έκτακτου καθηγητή στο μάθημα της γενικής ιστορίας (1862), τρία πανεπιστημιακά μαθήματα για τον Όμηρο και το Ομηρικό Ζήτημα στην Πανδώρα (1863), καθώς και μια παράδοσή του για την πολιορκία της Ιερουσαλήμ από τους Ρωμαίους και την πτώση της (1877). Εξέδωσε ακόμη τον πρώτο τόμο από ένα σχολικό εγχειρίδιο ιστορίας, το οποίο κατά δήλωσή του απευθυνόταν και σε όλους τους λογίους της εποχής, υπονοώντας, σύμφωνα με τις κατηγορίες των αντιπάλων του, και τους φοιτητές.325 Παρ' όλο που είχε εξαγγείλει δύο ακόμη τόμους για τα μεσαιωνικά και νεότερα χρόνια, η παραίτησή του ανέστειλε την έκδοση τους. Το 1889, μετά και από τη δεύτερη απομάκρυνσή του από το Πανεπιστήμιο, σχεδίαζε την έκδοση γενικής ιστορίας, με βάση τις πανεπιστημιακές σημειώσεις του, σε δεκαέξι τόμους. Τη σχετική δαπάνη είχε αναλάβει ο ομογενής έμπορος Γεώργιος Αβέρωφ, ενώ προβλεπόταν και ειδικό κονδύλι για τη μετάβαση του Δ. Βερναρδάκη στην Ευρώπη προς παρασκευή και εκτύπωση του έργου, σχέδιο που δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ.326

Τα δημοσιευμένα κείμενα του Βερναρδάκη αφορούσαν σε μεγάλο βαθμό την αρχαιότητα, ενώ είχε κυκλοφορήσει και -προκήρυξη για την οικονομική ενίσχυση της μετάφρασης του πολύτομου έργου του Γκρότε (η μετάφραση δεν εκδόθηκε ποτέ).327 Αντίστοιχα, το σύνολο της πανεπιστημιακής διδασκαλίας του αφορούσε την αρχαιότητα, περίοδο στην οποία είχαν επικεντρωθεί και οι σπουδές του. Άλλωστε, σχήματα και γνώσεις από τα χρόνια των σπουδών του

324. Δ. Βερναρδάκης, Το Τρωγάλιον τον Δοκησισόφου ή Αυτοσχέδιος Απάντησις εις τον Κ. Γ. Χρυσοβέργην, Αθήνα 1855.

325. Βλ. Δημήτριος Βερναρδάκης, Εγχερείδιον Γενικής Ιστορίας εις τόμους τρεις, προς χρήσιν των Γυμνασίων και προς ιδιαιτέραν μελέτην. Τόμος Πρώτος, περιέχων την ιστορίαν των ανατολικών εθνών και την της αρχαίας Ελλάδος, Αθήνα 1867, σ. ς'-ζ'. Βλ. και Ανωνύμου, Ο λύχνος επί την λυχνίαν, Αθήνα 1867, σ. 1-2.

326. Βλ. Στερ. Φασουλάκης, «Οι αγγελίες εκδόσεως βιβλίων και ο Δ. Ν. Βερναρδάκης. Συμβολή στη γνώση της παραγωγής και της διακινήσεως του βιβλίου κατά τον ΙΘ' αι.», Παρουσία 4 (1986), σ. 259, 266-267.

327. Δημήτριος Βερναρδάκης, «Προκήρυξις Ελληνικής μεταφράσεως και εκδόσεως της δωδεκατόμου Ιστορίας της Ελλάδος του Γεωργίου Γρότε», Πανδώρα 13 (18621863), σ. 556-558.

TEXT_PAGE_SHORT139
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/140.gif&w=600&h=915

μετέφερε και στο Πανεπιστήμιο, όπως αποτυπώθηκαν στον πρώτο εισιτήριο λόγο του στις 20 Ιανουαρίου 1862, έναν από τους πιο ενδιαφέροντες στο μάθημα της ιστορίας.

Το πυκνό αυτό κείμενο, που φέρει τη σφραγίδα της φιλοσοφικής σκέψης του Χέγκελ -στον οποίο ο συγγραφέας αναφέρεται και ονομαστικά-, αναπαράγει σε μεγάλο βαθμό το εγελιανό σχήμα για τον διαχωρισμό των εθνών σε ιστορικά και μη, την ακμή και την παρακμή τους και τη μεταφορά του πολιτισμού από το ένα έθνος στο άλλο.328 Καταλυτικός παράγοντας για την πρόοδο του ανθρώπινου γένους αποτελούσε η μόρφωση των ανθρώπων, ιδιαίτερα των φοιτητών που θα στελέχωναν τον δημόσιο βίο. Η ιστορία επιδρούσε καταλυτικά στην ηθική, πολιτική, ακόμη και θρησκευτική συγκρότησή τους.329 Η ιστορία δεν καθοριζόταν από νόμους αλλά αποτελούσε καρπό του πνεύματος, ο δε κόσμος του τελευταίου ήταν κόσμος ελευθερίας.330 Την ίδια εποχή που εκδιπλωνόταν η παπαρρηγοπούλειος διδασκαλία και η στροφή στην εθνική ιστορία, ο Δ. Βερναρδάκης εισήγαγε τους φοιτητές στη γενική ιστορία, τονίζοντας τη σπουδαιότητά της, αποκαλώντας την το κυριώτατον μάθημα του Πανεπιστημίου, το κυριώτατον μεν εν γενεί όργανον για την εκτέλεση της αποστολής του ελληνικού έθνους.331 Σύμφωνα με τον διάδοχο του Θ. Μανούση, η διδασκαλία της γενικής ιστορίας οδηγούσε στον ενθουσιασμό, στοιχείο απαραίτητο για την πρόοδο και την πνευματική εξύψωση του ανθρώπου. Μέσω της γνώσης του παρελθόντος ο φοιτητής γνώριζε την πραγματική έννοια της ελευθερίας και συνειδητοποιούσε τη στενή σχέση πολιτικής ελευθερίας, θρησκείας και ηθικής. Η ιστορία ήταν magistra vitae, όχι μόνο ανθρώπων αλλά και εθνών.332

Ο λόγος του Δ. Βερναρδάκη διαπνέεται σε μεγάλο βαθμό από ιστορικιστική αισιοδοξία- απηχεί έναν ρομαντικό εθνικισμό, ο οποίος αντιμετωπίζει -παρά την έκδηλη καχυποψία του, η οποία σε μεταγενέστερα κείμενά του θα εξελιχθεί σε καταφανή αρνητικότητα-θετικά τη δυτική σκέψη.333 Ο καθηγητής

328. Δ. Βερναρδάκης, Λόγος εισιτήριος εις το μάθημα της Γενικής Ιστορίας, εκφωνηθείς τη 20η Ιανουαρίου 1862, Αθήνα 1862, σ. 12, και αναφορές στον Χέγκελ, βλ. ενδεικτικά σ. 18 και 26.

329. Στο ίδιο, σ. 16.

330. Στο ίδιο, σ. 19.

331. Στο ίδιο, σ. 30.

332. Στο ίδιο, σ. 24-28.

333. Βλ. Παντελής Αργύρης, «Ο αντιδυτικός Δ. Βερναρδάκης και ο εισιτήριος πανεπιστημιακός του λόγος», Λεσβιακά 11 (1987), σ. 140-143, και passim, σ. 130-145.

TEXT_PAGE_SHORT140
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/141.gif&w=600&h=915

της της Ιστορίας αναπαρήγαγε στον λόγο του μια εικόνα κρίσης για τη σύγχρονή του ελληνική κοινωνία. Η κρίση αυτή σε μεγάλο βαθμό ήταν αποτέλεσμα της ελευθερίας που είχε παραχωρηθεί στο ελληνικό έθνος μετά την Επανάσταση του 1821 και της επιλογής του να ακολουθήσει τον δεύτερο από τους δυο δρόμους που ανοίγονταν μπροστά του. Ο πρώτος ήταν ο δρόμος του Καποδίστρια στην πολιτική και του Κ. Οικονόμου στη θρησκεία και στην παιδεία. Ο δεύτερος ήταν ο δρόμος της συνταγματικής μοναρχίας, ο δρόμος της παιδείας όπως τον είχαν χαράξει ο Φαρμακίδης και ο Μανούσης. Η κρίση που προκλήθηκε από αυτή την επιλογή ήταν αναγκαία, σύμφωνα και πάλι με την εγελιανή φιλοσοφία, καθώς αποτελούσε ένα απαραίτητο βήμα πίσω, ώστε να πραγματοποιήσει το έθνος στη συνέχεια άλμα μπροστά. Οι απόψεις του αυτές για την ιστορία απηχούν άμεσα τις πολιτικές του αντιλήψεις : ο Βερναρδάκης, γνωστός φιλοοθωνικός και συντηρητικός διανοούμενος, στάθηκε ιδιαίτερα αρνητικός σε κάθε προσπάθεια θέσπισης Συντάγματος.

Κινητήρια δύναμη της ιστορίας στο έργο του Βερναρδάκη αποτέλεσε το έθνος, που συνδεόταν στενά με το κράτος. Στο μοναδικό εγχειρίδιο ιστορίας του για την αρχαία Ελλάδα, η χώρα προϋπήρχε ως γεωγραφικός όρος, ως τόπος, όπως είχε καθοριστεί σε μεγάλο βαθμό από τα σύγχρονά του όρια και στον οποίο εκτυλίχθηκαν τα όσα αφορούσαν την αρχαία περίοδο. Οι εμφύλιες συρράξεις υπήρξαν αποτέλεσμα της πολιτικής και πνευματικής ελευθερίας των αρχαίων Ελλήνων, η οποία είχε δοξάσει το έθνος. Όταν όμως αυξήθηκε υπέρμετρα, οδήγησε σε πολιτική ακολασία και ηθική έκλυση. Ακολούθησαν η εξάντληση και η καταστροφή των «εθνικών δυνάμεων», η υποδούλωση στον ξενικό ζυγό, όστις και επετέθη εις τον τράχηλον της Ελλάδος πρώτον μεν υπό των Μακεδόνων, κατόπιν δε υπό των Ρωμαίων.33'' Στη χορεία του ξενικού ζυγού συγκαταλεγόταν και η Βυζαντινή Αυτοκρατορία, καθώς μετά από την επέμβαση των Μακεδόνων ακολούθησαν δύο ατελεύτητοι δουλικαί χιλιετηρίδες, σιδηραί και τραχείαι, πλήρεις δακρύων και στεναγμών, μέχρις ου απόμοιρά τις μικρά του ελληνικού έθνους ανέλαβε μόλις μετά μακρόν και αιματηρόν αγώνα επί χρησταίς ταις ελπίσι την αρχαίαν ελευθερίαν.335 Ο Βερναρδάκης διαχώριζε τους βυζαντινούς Έλληνες από τους Βυζαντινούς εν συνόλω .336 Η στάση του συνδεόταν ενδεχομένως με τα ισχυρά πρότυπά του, όπως ο Χέγκελ -με τη γνωστή αρνητική του θέση προς το Βυζάντιο-και ο Γκρότε, ο οποίος θεωρούσε ότι η υπο-

334. Δημήτριος Βερναρδάκης, Εγχειρίδιον..., ό.π., σ. 175.

335. Στο ίδιο, α. 176.

336. Λόγος εισιτήριος..., ό.π., σ. 19.

TEXT_PAGE_SHORT141
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/142.gif&w=600&h=915

υποταγή των ελληνικών πόλεων-κρατών στον Φίλιππο σήμανε και το τέλος της αρχαίας Ελλάδας, ενώ αντιμετώπισε ως «ασιατική» την αυτοκρατορία του Μεγάλου Αλεξάνδρου.337

Η σημαντικότερη καινοτομία του εγχειριδίου του Βερναρδάκη ήταν η προσθήκη στο τέλος κάθε κεφαλαίου μιας ιδιαίτερης ενότητας στην οποία γινόταν αναφορά στην πνευματική κίνηση της εποχής, στις τέχνες, στα γράμματα και γενικότερα στον πολιτισμό. Η έμφαση στον πολιτισμό αποτύπωνε αντίστοιχες εξελίξεις σε γερμανόφωνα σχολικά εγχειρίδια της εποχής 338 ήταν εύλογη όμως και για τον φιλόλογο και γνωστό θεατρικό συγγραφέα. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι μοναδικές δημοσιεύσεις του κατά τη διάρκεια της καθηγητικής του θητείας που προέρχονταν από την πανεπιστημιακή του διδασκαλία ήταν τα τρία άρθρα για το Ομηρικό Ζήτημα. Την ίδια χρονιά είχε προκηρυχθεί ο Ροδοκανάκειος διαγωνισμός με αντικείμενο το πολύκροτο ζήτημα, που απέφερε τις σχετικές μελέτες των Αγγέλου Βλάχου και Γεωργίου Μιστριώτη.339 Στις παραδόσεις του, εκκινώντας από τις αποικίες της Μικράς Ασίας και την καταγωγή του Ομήρου, ο Βερναρδάκης αναφερόταν στο ζήτημα της πατρότητας των επών, το οποίο μετά από τις θεωρίες του Βολφ είχε προκαλέσει μεγάλη αναταραχή στους κύκλους των γερμανών φιλολόγων. Παρ' όλο που το κείμενο του δεν προσέφερε τίποτα σημαντικό στη σχετική βιβλιογραφία 340 η δημοσίευσή του αποσκοπούσε στο να αποδείξει τη μεγάλη εξοικείωση του ιστορικού με το Ζήτημα. Η χρονολόγηση των παραδόσεών του τον Δεκέμβριο του 1863 είναι ενδεικτική, κατά τη γνώμη μου, της πρόθεσής του να επισημάνει ότι η διδασκαλία του, και συνολικά η γνώση του για το Ζήτημα, προηγούνταν χρονικά του σχετικού διαγωνισμού.

Παρά την αρνητική του στάση προς το Βυζάντιο κυρίως ως παραγωγό πολιτισμού, ο Βερναρδάκης υποστήριξε τον Κ. Παπαρρηγόπουλο στην επίθεση του Δ. Μαυροφρύδη,341 Η «Βιβλιογραφική αντεπίκρισις»342, την οποία δημοσίευσε σε τρεις συνέχειες στην Πανδώρα, κατέληγε σε κριτική της κριτικής με την επισήμανση ορθογραφικών, συντακτικών και εννοιολογικών λαθών του Μαυ-

337. Μ. Μηλιώρη, ό.π., σ. 81.

338. Chr. Koulouri, ό.π., σ. 372-376.

339. Ελένη Κοντιάδη-Τσιτσώνη, «Το Ομηρικό ζήτημα και ο Δημήτριος Βερναρδάκης», Λεσβιακά, ό.π., σ. 101-107.

340. Στο ίδιο, σ. 106-107.

341. Βλ. εδώ, σ. 127.

342. Βλ. «Βιβλιογραφική αντεπίκρισις», Πανδώρα 12 (Απρίλιος 1861-Απρίλιος 1862), σ. 17-22, 52-63, 91-96.

TEXT_PAGE_SHORT142
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/143.gif&w=600&h=915

Μαυροφρύδη. Στην πραγματικότητα το κείμενο στόχευε όχι μόνο στην υπεράσπιση του Παπαρρηγόπουλου και του σχήματος του, αλλά στην επίκριση του Μαυροφρύδη και των λογίων εκείνων που περιστοίχιζαν τον Κωνσταντίνο Ασώπιο, τον παλαιό δάσκαλο του, με τον οποίον πλέον βρισκόταν σε πορεία διάστασης.

Εάν το ιστοριογραφικό έργο του Δημητρίου Βερναρδάκη καταλαμβάνει ένα μικρό τμήμα της πνευματικής του παραγωγής που εστιάζεται στις δεκαετίες του 1850 και του 1860, η αντίληψή του για το εθνικό παρελθόν διατρέχει τη δραματουργία του. Η Αντιόπη, ο Νικηφόρος Φωκάς, η Φαύστα, οι Κυψελίδες, η Ευφροσύνη (κυρα-Φροσύνη), οι ήρωές του, συγκροτούν έναν ολόκληρο θίασο εμπνευσμένο από το σύνολο της ελληνικής ιστορίας. Στο πρώτο δράμα του, Μαρία Δοξαπατρή (Μόναχο 1858), αναφερόταν σε ένα επεισόδιο της βυζαντινής ιστορίας από τις επιδρομές των φράγκων σταυροφόρων στην Πελοπόννησο. Στα «Προλεγόμενα περί εθνικού ελληνικού δράματος» που συνόδευαν το έργο ο Βερναρδάκης καταδίκαζε τον κλασικισμό και τόνιζε την αξία του Βυζαντίου και της νεότερης ελληνικής ιστορίας, αναδεικνύοντας τη συνέχεια του ελληνισμού και τη σημασία της θρησκείας για το ελληνικό έθνος. Είναι η εποχή που η μετάφραση του Ν. Καραμζίν προσέθεσε στην ελληνική βιβλιογραφία, στον απόηχο του Κριμαϊκού Πολέμου,343 μια ρομαντική εθνική ιστορία, γεμάτη θρησκευτικό συναίσθημα, όπου και η αναγνώριση της συμβολής του Βυζαντίου στην εξέλιξη του ρωσικού πολιτισμού.344

Λίγα χρόνια αργότερα, το 1866, σε ένα νέο δράμα του εμπνευσμένο από την αρχαία Ελλάδα, τη Μερόπη, ο Βερναρδάκης καταδίκαζε τον ρομαντισμό και στρεφόταν προς τον κλασικισμό. Επρόκειτο για μια σύλληψη της ελληνικής ιστορίας η οποία στην πολύχρονη εκδίπλωσή της εμφάνιζε αμφιταλαντεύσεις, αντιφάσεις και αλλαγές κατεύθυνσης. Κύρια προσπάθειά του, με βάση τον εθνικό και διδακτικό χαρακτήρα της θεατρικής γραφής του, ήταν η σύνθεση, όπως έχει επισημάνει ο Δημήτρης Σπάθης, στο πνεύμα της εποχής, του αρχαίου ελληνισμού με τον χριστιανισμό ,345 Πίσω από όλα αυτά ήταν φανερός ο αντιδιαφωτισμός και ο αντιορθολογισμός, η ιδεολογία του, η οποία έρχεται από τα βάθη της νεοελληνικής συντηρητικής παράδοσης να συναντήσει τους ιστορικο-πολιτισμικούς συμβιβασμούς του 19ου αιώνα.346 Άλλωστε, η συντηρητική

343. Όλγα Αλεξανδροπούλου, ό.π., σ. 15.

344. Στο ίδιο, σ. 25-26.

345. Δημήτρης Σπάθης, «Ο θεατρικός Βερναρδάκης, κλασικός ή ρομαντικός», Λεσβιακά, ό.π., σ. 81.

346. Στο ίδιο, σ. 83.

TEXT_PAGE_SHORT143
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/144.gif&w=600&h=915

κή ιδεολογία του ήταν αυτή που σε μεγάλο βαθμό προκάλεσε τα επεισόδια στο Πανεπιστήμιο. Η ταύτισή του με το Παλάτι προκάλεσε την αντίδραση των αντιπάλων του, οι οποίοι από τη δική τους πλευρά, αναδεικνύοντας την πλαστικότητα και την ευελιξία του καταγγελτικού τους λόγου, τον κατηγόρησαν για αθεΐα και υλιστικές αντιλήψεις.

ΟΤΑΝ ΟΙ ΦΟΙΤΗΤΕΣ ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΟΝΤΑΙ: ΤΑ ΒΕΡΝΑΡΔΑΚΕΙΑ

Το χειμερινό εξάμηνο 1864-1865 ο πρόλογος του βιβλίου του Δ. Βερναρδάκη Ελληνική Γραμματική εις χρήσιν των Ελληνικών σχολείων, στον οποίο ο συγγραφέας ασκούσε κριτική σε προηγούμενες γραμματικές -ανάμεσά τους και αυτή του παλαιού καθηγητή του Πανεπιστημίου Γεωργίου Γεννάδιου, η οποία είχε επανακυκλοφορήσει με την επιμέλεια του Γεωργίου Παπασλιώτη- δημιούργησε φοιτητικές αντιδράσεις.347 Φοιτητές αλλά και εξωπανεπιστημιακοί ακροατές θορυβούσαν, φώναζαν και ποδοκροτούσαν την ώρα του μαθήματος, προκαλώντας την αντίδραση μεγάλης μερίδας των φοιτητών, οι οποίοι χειροκροτούσαν υποστηρίζοντας τον καθηγητή. Ο τελευταίος κατήγγειλε συγκεκριμένους φοιτητές στον πρύτανη, καθηγητή της Ιατρικής Μιλτιάδη Βενιζέλο, ο οποίος τους κάλεσε για να τους επιπλήξει. Σε συνεδρίαση στις 22 Οκτωβρίου του 1865 η Σύγκλητος ενημερώθηκε για τα επεισόδια και αποφασίστηκε, παρά την αντίθετη πρόταση του καθηγητή της Θεολογικής Αλεξάνδρου Λυκούργου 348 να μην τιμωρηθούν οι ταραξίες, ενώ οι πρυτανικές αρχές να περιοριστούν σε παραινέσεις. Τις επόμενες ημέρες τα επεισόδια συνεχίστηκαν. Η συγκέντρωση πλήθους φοιτητών και εξωπανεπιστημιακών στην αίθουσα της διδασκαλίας πριν από την έναρξη του μαθήματος έκανε τον πρύτανη να ζητήσει από τον καθηγητή να μην ξεκινήσει την παράδοσή του. Ο Βερναρδάκης υπάκουσε, αλλά έκανε αναφορά στη Σύγκλητο γιατί δεν είχαν ληφθεί μέτρα. Στη σχετική συζήτηση η Σύγκλητος αποφάσισε να μην προχωρήσουν σε περαιτέρω ενέργειες λόγω της τεταμένης πολιτικής κατάστασης και της α-

347. Για τα επεισόδια βλ. και Παναγιώτης Σ. Παρασκευαΐδης, «Η Γραμματική του Δ. Βερναρδάκη και ο θόρυβος γύρω από αυτή», Λεσβιακά, ό.π., σ. 29-38. Βλ. ακόμη, για περιγραφή και αποσπάσματα εφημερίδων σχετικά με τα επεισόδια, Γ. Χριστοδούλου, ό.π., σ. 25-26, 71-81, καθώς και Π. Αργύρης, ό.π., σ. 541-556. Βλ. επίσης τη σχετική ανάλυση του Κ. Λάππα, ό.π., σ. 543-549.

348. Για τις σχέσεις Βερναρδάκη - Λυκούργου βλ. Μιχαήλ Β. Σακελλαρίου, «Επιλογές από την αλληλογραφία Αλέξανδρου Λυκούργου - Δημητρίου Βερναρδάκη», Δελτίο του Κέντρου Ερεύνης της Ιστορίας του Νεωτέρου Ελληνισμού 3 (2003), σ. 7-35.

TEXT_PAGE_SHORT144
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/145.gif&w=600&h=915

απουσίας ενός ισχυρού κυβερνητικού σχήματος που θα κάλυπτε το όργανο στη λήψη μέτρων αντίθετων πιθανόν προς το λαϊκό αίσθημα. Αποφασίστηκε επίσης να ζητηθεί από τον καθηγητή να διακόψει για λίγες ημέρες τα μαθήματά του ,349 Στα επεισόδια επενέβη τελικά το υπουργείο Παιδείας με ερώτημα για τη διακοπή των μαθημάτων και την απουσία αυστηρότερων μέτρων. Σε σχετική επικοινωνία τους, ο Μ. Βενιζέλος αναφέρθηκε στην ταραγμένη πολιτική συγκυρία και ζήτησε την κάλυψη της κυβέρνησης για τη λήψη μέτρων. Ο υπουργός Παιδείας περιορίστηκε σε οδηγίες για την παροχή συστάσεων και στην πληροφορία ότι στα επεισόδια ήταν αναμεμειγμένοι καθηγητές. Η Σύγκλητος αποφάσισε τη διακοπή των μαθημάτων έως τα Χριστούγεννα και τη διερεύνηση των υπουργικών καταγγελιών.350 Η επανάληψη των επεισοδίων, καθώς μάλιστα ο Δ. Βερναρδάκης δεν διαφοροποιούσε τη στάση του, ήταν ζήτημα χρόνου.

Οι ταραχές επαναλήφθηκαν το 1867 με αφορμή την έκδοση του πρώτου τόμου της Γενικής ιστορίας του 351 η οποία περιείχε ένα σημαντικό μέρος για την ιστορία των ανατολικών εθνών, το οποίο ξεκινούσε από τα πρώτα χρόνια, σύμφωνα με την Παλαιά Διαθήκη, της παρουσίας του ανθρώπου στη γη. Οι σελίδες αυτές προκάλεσαν κατηγορίες εις βάρος του Βερναρδάκη για κριτική στάση απέναντι στον θείο Λόγο και ασέβεια. Τον Νοέμβριο του 1867 υπήρξαν διαμαρτυρίες στο μάθημά του, γεγονός που προκάλεσε την αναφορά του προς τον πρύτανη για διακοπή των μαθημάτων. Ο πρύτανης, καθηγητής της Φιλοσοφικής Σχολής Θεόδωρος Ορφανίδης, συνόδευσε τον Βερναρδάκη, όπως ενημέρωσε τη Σύγκλητο, στο μάθημά του και προέβη σε νουθεσίες προς τους φοιτητές.352 Μετά από λίγες ημέρες σημειώθηκαν ξανά επεισόδια και ο Βερναρδάκης διέκοψε το μάθημά του.353 Ο Ορφανίδης ενημέρωσε τη Σύγκλητο ότι οι καταγγελίες για το βιβλίο του καθηγητή είχαν φτάσει μέχρι την Ιερά Σύνοδο και ότι ο ίδιος θα συναντούσε τον αρχιεπίσκοπο.354 Τελικά, μετά από παρέμβαση του υπουργείου Παιδείας οι φοιτητές υποσχέθηκαν ότι θα πειθαρχήσουν και ο Βερναρδάκης ξανάρχισε το μάθημά του. Παρά τις υποσχέσεις ξέσπασαν πιο έντονες ταραχές -αυτή τη φορά με χρήση και ροπάλων-, με αποτέλεσμα ο καθηγητής να κάνει αναφορά, όπου κατήγγειλε αφενός τους πρωταιτίους

349. ΠΑΣ, συνεδρίαση 6ης Νοεμβρίου 1865.

350. Στο ίδιο, συνεδρίαση 4ης Δεκεμβρίου 1865.

351. Βλ. εδώ, σ. 141-142.

352. ΠΑΣ, συνεδρίαση 1ης Δεκεμβρίου 1867.

353. Στο ίδιο, συνεδρίαση 4ης Δεκεμβρίου 1867.

354. Στο ίδιο, συνεδρίαση 13ης Ιανουαρίου 1868.

TEXT_PAGE_SHORT145
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/146.gif&w=600&h=915

και αφετέρου τα πανεπιστημιακά όργανα για απραξία. Παράλληλα, διέκοψε και το μάθημά του.355 Η Σύγκλητος αποφάσισε τη διεξαγωγή ανακρίσεων για τη διερεύνηση των καταγγελιών του καθηγητή, ιδιαίτερα για την εμπλοκή του γραμματέα του Πανεπιστημίου.356 Το ζήτημα παρέμεινε ως είχε, όταν επενέβη το υπουργείο, το οποίο επέβαλε παύση μισθού στον καθηγητή για τη διακοπή του μαθήματος, ενώ η Σύγκλητος ζήτησε χρόνο για να μελετήσει την απόφαση.357

Τον Οκτώβριο ο Βερναρδάκης ξανάρχισε μαθήματα, πολύ γρήγορα όμως ξέσπασαν πάλι ταραχές. Ο θόρυβος ποδών, χειρών, ράβδων συνόδευσε τη διδασκαλία του Βερναρδάκη, όπως ενημέρωσε τη Σύγκλητο (συνεδρίαση 19ης Οκτωβρίου 1867) ο νέος πρύτανης, καθηγητής της Νομικής Γεώργιος Α. Ράλλης. Ο ίδιος συνάντησε τον υπουργό Παιδείας, ο οποίος υποσχέθηκε ότι θα παύσει την ποινή του Βερναρδάκη και κάλεσε τη Σύγκλητο να τιμωρήσει τους πρωταιτίους. Στις συνεδριάσεις της Συγκλήτου που ακολούθησαν τιμωρήθηκαν με βαρύτατες ποινές (έως και αποβολή από το Πανεπιστήμιο για δύο χρόνια) όσοι θεωρήθηκαν πρωταίτιοι μετά από τις ανακρίσεις.358 Στις 27 Αυγούστου 1869 ο καθηγητής παραιτήθηκε. Αφού περίμενε να σβήσει ο απόηχος των επεισοδίων, ώστε να μη θεωρηθεί ότι λειτούργησε υπό την πίεση των γεγονότων, εγκατέλειψε το Πανεπιστήμιο και επέστρεψε στη Μυτιλήνη.

Η ανάμειξη του ονόματος του Γεωργίου Γεννάδιου στην έναρξη των επεισοδίων το 1865 δεν ήταν τυχαία. Η κριτική του φιλοοθωνιστή Δ. Βερναρδάκη προς τον Γεννάδιο θεωρήθηκε πρόκληση από το σώμα των φοιτητών, οι οποίοι είχαν συμμετάσχει με ένταση στον αντιδυναστικό αγώνα.359 Είναι χαρακτηριστικό άλλωστε ότι οι φοιτητές κατηγόρησαν τον Βερναρδάκη στον πρύτανη (συνεδρίαση 22ας Οκτωβρίου 1865) ότι αρθρογραφούσε στην Κλειώ εναντίον της Ελλάδας, υπονοώντας τα κείμενά του κατά του Συντάγματος. Προς αυτή την κατεύθυνση ενεργό ρόλο διαδραμάτισαν και δύο νέοι καθηγητές: ο Αναστάσιος Γεννάδιος, γιος του Γεωργίου, με πολλές διώξεις στο ενεργητικό του λόγω της αντιοθωνικής του τοποθέτησης, και ο Κωνσταντίνος Κόντος. Ο τε-

355. Στο ίδιο, συνεδρίαση 23ης Φεβρουαρίου 1868.

356. Στο ίδιο, συνεδρίαση 27ης Φεβρουαρίου 1868.

357. Στο ίδιο, συνεδρίαση 27ης Μαΐου 1868.

358. Στο ίδιο, συνεδριάσεις 21ης, 22ας, 23ης Οκτωβρίου 1868. Βλ. και τις αναφορές των δύο πρυτάνεων στους απολογισμούς τους: Πρυτανικοί λόγοι 1867-1868 και 1868-1869.

359. Είχε προηγηθεί τον Οκτώβριο του 1862 η απόλυση του προστάτη του, Μιχαήλ Ποτλή.

TEXT_PAGE_SHORT146
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/147.gif&w=600&h=915

τελευταίος με την αρθρογραφία του πυροδότησε και τη συνέχεια των επεισοδίων, υποκινώντας, σύμφωνα και με όλες τις ενδείξεις, μια μερίδα φοιτητών εναντίον του Βερναρδάκη. Ο ίδιος άλλωστε ο παθών απέδωσε τα συμβάντα σε συμπαιγνία των πανεπιστημιακών του αντιπάλων και της νέας πολιτικής εξουσίας.360

Όπως έχει επισημάνει και ο Κώστας Λάππας, τα επεισόδια αυτά είναι ενδεικτικά της σταδιακής συντηρητικοποίησης του Πανεπιστημίου και του φοιτητικού κινήματος στη δεκαετία του I860.361 Στην πραγματικότητα, όπως φάνηκε και προηγουμένως, ο συντηρητικός αυτός λόγος δεν αντιμαχόταν ένα συγκροτημένο καινοτόμο πρόγραμμα αλλά τις νεωτερικές εκφάνσεις μιας εκλεκτικιστικής διδασκαλίας, η οποία παρέμεινε βαθύτατα συντηρητική, έξω από το πνεύμα των καιρών, αντίθετη στις ανησυχίες για εκδημοκρατισμό του πολιτεύματος. Η αντισυνταγματική στάση του Βερναρδάκη μπορούμε να θεωρήσουμε ότι συντέλεσε καθοριστικά στην απουσία συσπείρωσης των φοιτητων που θα ήθελαν να τον υπερασπιστούν.

Στην πανεπιστημιακή θητεία του Δ. Βερναρδάκη η διδασκαλία του συνδέθηκε με τα μεγάλα ακροατήρια αλλά και τις έντονες συγκρούσεις, οι οποίες άλλωστε οδήγησαν στην παραίτησή του.362 Πολυσχιδής προσωπικότητα, με ένα ευρύτατο πεδίο ενδιαφερόντων -το μεγαλύτερο μέρος τους αφορούσε τη θεατρική τέχνη-, αντιμετώπισε το Πανεπιστήμιο ως μέσο κυρίως βιοπορισμού, στο μέτρο μάλιστα που η οικογενειακή του κατάσταση επέτεινε την οικονομική ανασφάλειά του. Οι ιστορικές του μελέτες αποτέλεσαν ένα μικρό τμήμα της δραστηριότητάς του συγκριτικά με το θεατρικό και το φιλολογικό του έργο, το οποίο πρέπει να συνεξεταστεί με το υπόλοιπο έργο του ώστε να αναζητηθούν συνολικά οι αντιφάσεις και οι συνέχειές του.

Η ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΟΥ ΣΩΚΡΑΤΗ ΤΣΙΒΑΝΟΠΟΥΛΟΥ : ΟΙΝΟΣ ΠΑΛΑΙΟΣ ΣΕ ΑΣΚΟΥΣ ΝΕΟΥΣ

Επόμενος έκτακτος καθηγητής της έδρας διορίστηκε το 1871 ο Σωκράτης Τσιβανόπουλος (1836-1896).363 Γεννημένος στον Αϊ-Γιάννη Κυνουρίας, ο νέος

360. Βλ. ανέκδοτη επιστολή Βερναρδάκη: Π. Αργύρης, ό.π., σ. 550. Βλ. Κ. Λάππας, ό.π., σ. 467-471.

361. Κ. Λάππας, ό.π., σ. 548.

362. Βλ. Ιωάννης Ολύμπιος, Ο βίος και το έργον του Δημητρίου Βερναρδάκη: επί τη εκατονταετηρίδι εορτή των γενεθλίων του ποιητού, Μυτιλήνη 1938, σ. 21-22.

363. Για τον Τσιβανόπουλο βλ. Μ.Γ. Δ. (ομαζάκις), «Τσιβανόπουλος Σωκράτης», ΜΕΕ, ό.π., τ. 23, σ. 442, και Ιωάννα Λαλιώτου, «Σωκράτης Τσιβανόπουλος», ανακοίνωση

TEXT_PAGE_SHORT147
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/148.gif&w=600&h=915

καθηγητής φοίτησε στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών και στη συνέχεια παρακολούθησε πανεπιστημιακά μαθήματα στο Λονδίνο. Εργάστηκε ως καθηγητής στο αγγλικό γυμνάσιο της Μάλτας, ενώ αρθρογράφησε στην ελληνική εφημερίδα του Λονδίνου Βρεττανικός Αστήρ. Αντίθετα με τον προκάτοχο του, ο Σωκράτης Τσιβανόπουλος φαίνεται ότι ανέπτυξε έντονη αντιοθωνική δράση.364 Το 1864 είχε δημοσιεύσει δίγλωσση έκδοση γραμμένη στην ελληνική και αγγλική γλώσσα, στην οποία κατήγγελλε το καθεστώς του Όθωνα και αναφερόταν στην κατάσταση του ελληνικού βασιλείου και στις προσδοκίες του λαού από τον νέο μονάρχη.365

Ως υφηγητής της Πολιτικής φιλοσοφίας, ή της Ιστορίας των (αρχαίων) πολιτευμάτων, ο Τσιβανόπουλος δίδαξε πρώτη φορά στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών το ομώνυμο δίωρο μάθημα για έξι εξάμηνα. Μετά την αποχώρηση του Βερναρδάκη, διεκδίκησε τη θέση του με ανθυποψήφιο τον Γρ. Παππαδόπουλο. Το θέμα απέκτησε δημόσιο χαρακτήρα μέσω της αρθρογραφίας των εφημερίδων, αλλά και των επιστολών που αντάλλαξαν και δημοσιοποίησαν οι δυο διεκδικητές. Στη διαμάχη αυτή ο Τσιβανόπουλος βρήκε σύμμαχο μια από τις ελάχιστες φοιτητικές εφημερίδες του 19ου αιώνα: τον Φοιτητή,366 Με φιλελεύθερο πνεύμα και ουμανιστική διάθεση367 η εφημερίδα υποστήριξε σθεναρά από τις στήλες της τον αντιοθωνιστή Τσιβανόπουλο ,368 Η κριτική εναντίον του Παππαδόπουλου εστιάστηκε τόσο στην απροθυμία του να συμμετάσχει σε διαγωνισμό, όπως πρότεινε ο Τσιβανόπουλος, όσο και γενικότερα στην επιστημονική του ανεπάρκεια συγκριτικά με τα προσόντα του νεότερου συνυποψήφιου του. Ο συντάκτης του Φοιτητή πα-

νωση στα Σεμινάρια της Ερμούπολης (Ιούλιος 1992). Ευχαριστώ τον Δαυίδ Αντωνίου και τον Τριαντάφυλλο Σκλαβενίτη, οι οποίοι πρόθυμα μου παραχώρησαν στοιχεία για τον Σ. Τσιβανόπουλο και άλλους καθηγητές, τα οποία έχουν συγκεντρώσει στο πλαίσιο του ερευνητικού τους προγράμματος Οι λειτουργοί της Ανώτατης, της Μέσης και της Δημοτικής Εκπαίδευσης (19ος αι.). Βιογραφικά και εργογραφικά στοιχεία.

364. Βλ. Βικτωρία Χατζηγεωργίου-Χασιώτη, «Τα κατάλοιπα του Στέφανου Ξένου», Επιστημονική Επετηρίδα της Φιλοσοφικής Σχολής Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης 20 (1981), σ. 468-469.

365. Κατάστασις της Ελλάδος επί Όθωνος και προσδοκίαι αυτής υπό την Αυτού Μεγαλειότητα Γεωργίου Α' Βασιλέα των Ελλήνων, Αθήνα 1864. Πριν από τον διορισμό του είχε δημοσιεύσει ακόμη σε δύο τόμους τη μετάφραση της Πολιτικής Φιλοσοφίας του Λόρδου Βρούχαμ (Αθήνα 1867).

366. Κ. Λάππας, ό.π., σ. 552-559.

367. Στο ίδιο, σ. 555.

368. Βλ Φοιτητής. Εφημερίς των συμφερόντων τω έθνει, φ. 11 (6 Σεπτεμβρίου 1869), σ. 3, καθώς και το φ. της 20ής του ίδιου μήνα, όπου και επιστολή του Τσιβανόπουλου, σ. 1-2.

TEXT_PAGE_SHORT148
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/149.gif&w=600&h=915

παραινούσε τον υπουργό Παιδείας να τοποθετήσει στο Πανεπιστήμιο νέους, εκπαιδευμένους και διδάκτορες, αντί αυτοδίδακτους και αμαθείς γέροντες.369 Συν τοις άλλοις, η υφηγεσία του Τσιβανόπουλου συνιστούσε σημαντικό προσόν, η υποβάθμιση του οποίου θα αποτελούσε πλήγμα συνολικά για τον πανεπιστημιακό θεσμό. Παρ' όλα αυτά η κυβέρνηση Επαμεινώνδα Δεληγιώργη προτίμησε τον Παππαδόπουλο. Η πτώση της λίγους μήνες αργότερα οδήγησε στην παύση του εκλεκτού της και στον διορισμό του Τσιβανόπουλου, ο οποίος διέθετε την πολιτική εύνοια της νέας κυβέρνησης του Αλεξάνδρου Κουμουνδούρου.370

Το 1875 ο Τσιβανόπουλος προήχθη σε τακτικό καθηγητή. Όπως και ο προκάτοχος του Δ. Βερναρδάκης δίδαξε κυρίως αρχαία ιστορία (δώδεκα εξάμηνα). Προσέφερε όμως μεσαιωνική (τρία εξάμηνα) και νέα ιστορία (πέντε εξάμηνα), ενώ για ένα εξάμηνο δίδαξε ρωμαϊκή - μεσαιωνική και για ένα εξάμηνο μεσαιωνική - νέα ιστορία. Δίδαξε ακόμη για δύο εξάμηνα βυζαντινή ιστορία.

Σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, ο Σ. Τσιβανόπουλος κατά τη διάρκεια της πανεπιστημιακής του διδασκαλίας δεν εξέδωσε, τουλάχιστον αυτοτελώς, κάποια μελέτη. Το 1871 όντας υφηγητής δημοσίευσε αγγελία για τη μετάφραση και έκδοση του βιβλίου του καθηγητή της Ιστορίας στο Λονδίνο Κ. Κρήσυ με θέμα δεκαπέντε κρίσιμες μάχες της παγκόσμιας ιστορίας, από τη μάχη του Μαραθώνα έως το Βατερλό.371 Ο μεταφραστής είχε υπομνηματίσει το κείμενο και είχε επεκτείνει τμήματά του με στόχο την καλύτερη κατανόησή του από τη σπουδάζουσα νεολαία. Στη συνεδρίαση της Συγκλήτου (6 Μαΐου 1872) συζητήθηκε η αίτηση του Τσιβανόπουλου να ενισχύσει το Πανεπιστήμιο τη μετάφρασή του. Δεκατέσσερις ημέρες αργότερα, το Σώμα στη νέα συνεδρίασή του αποφάσισε να ενισχύει μόνο διδακτικά βιβλία, θεωρώντας ότι το προτεινόμενο βιβλίο δεν ανήκε σε αυτή την κατηγορία.

Μετά την αποχώρησή του από το Πανεπιστήμιο (1881) και τη βουλευτική του θητεία, ο Τσιβανόπουλος εξέδωσε πλήθος ιστορικών εγχειριδίων, τα οποία κάλυπταν όλο το φάσμα της παγκόσμιας και ελληνικής ιστορίας.372 Τα

369. Βλ. φ. 14 (27 Σεπτεμβρίου 1869), σ. 5-6.

370. Ο επιμελητής της έκδοσης των επιστολών του Γρηγορίου Παππαδόπουλου και της Δώρας δ' Ίστρια, Διονύσιος Π. Στεφάνου, αναφέρει ότι ο Κουμουνδούρος παρεχώρησεν τη θέση σε συγγενή ισχυρού του κομματάρχη, υπονοώντας τον Τσιβανόπουλο. Βλ. Ο Εν Αθηνακ..., ό.π., σ. 48.

371. Βλ Αγγελία. Αι 15 κρίσιμαι μάχαι του κόσμου, έντυπο μονόφυλλο του Σωκράτη I. Τσιβανόπουλου, χ.χ., ΙΑΠΑ, Αρχείο Πρωτοκόλλου, έτος 1870-1871, φάκ. 3.9.

372. Μοναδική εξαίρεση αποτέλεσε η μετάφραση του Λεξικού των ελληνικών και ρωμαϊκών αρχαιοτήτων του Ουίλλιαμ Σμιθ (1890).

TEXT_PAGE_SHORT149
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/150.gif&w=600&h=915

διαχώριζε σε όσα αφορούσαν τη σχολική εκπαίδευση και υποβάλλονταν στους σχετικούς διαγωνισμούς, και σε όσα προορίζονταν για τον λαό και για τους φοιτητές. Στην πραγματικότητα πρόκειται για τα ίδια βιβλία, με εξαίρεση μικρές μεταπλάσεις και προσθήκες, κείμενα χωρίς ουσιαστική τεκμηρίωση και βιβλιογραφία.

Η μεταγενέστερη έκδοση των εγχειριδίων του δημιουργεί ερωτηματικά αναφορικά με το κατά πόσον απηχούν την πανεπιστημιακή του διδασκαλία. Καθώς αποτελούν όμως μοναδικά τεκμήρια συγγραφικής δραστηριότητας με συναφή προς τη διδασκαλία του θέματα, είναι αναγκαία η αναφορά σε αυτά. Σημειώνω επιπροσθέτως τη σχετική ανάμνηση του Λάμπρου, κατά τον οποίο ο καθηγητής διάβαζε και πότε πότε ανέπτυσσε πενιχρόν γυμνασιακόν εγχειρίδιον της ιστορίας.373

Οι συγγραφικές επιλογές του Τσιβανόπουλου όπως και η διάρθρωση των έργων του συνδέονταν κατά κύριο λόγο με τα αιτούμενα των σχολικών διαγωνισμών. Επρόκειτο για μια ιστορία διδακτική, η οποία αφομοίωσε στοιχεία του σχήματος του Κ. Παπαρρηγόπουλου (στο μέτρο μάλιστα που από τη δεκαετία του 1880 και μετά εισήλθε στα σχολικά προγράμματα), χωρίς στην ουσία να μεταβληθεί η φιλοσοφία και οι προοπτικές της. Ήταν μια ιστορία στερεοτύπων η οποία παρέπεμπε σε κοινούς τόπους της σχολικής κατά κύριο λόγο ιστοριογραφίας, αναπαράγοντας κείμενα από ξένα και ελληνικά εγχειρίδια δίχως καμιά αναφορά στις πηγές της. Η ιστορία του Τσιβανόπουλου εμφορούνταν από τις ιδέες της θείας Πρόνοιας και των νόμων. Σε κάθε ιστορικό γεγονός ο ιστορικός δύναται να ανευρίσκη την ενότητα και την πρόοδον της ανθρωπότητος και να διακρίνη απανταχού την τυφλήν τύχην υποχωρούσαν εις το κράτος της θείας Πρόνοιας.3111 Πρόκειται για μια ιστορία χαρακτηρολογική, ηθικολογική, γεμάτη παρομοιώσεις: Ή δε Παγκόσμιος ιστορία κρατούσα την λαμπάδα της αληθείας εις τας χείρας, εξετάζει και ανακαλύπτει τους σκοτεινούς τάφους και την παλαιάν ζωήν και ακμήν των εξαφανισθέντων από του προσώπου της γης εθνών [...] Ώστε η μεν ευτυχία των εθνών είναι ανταμοιβή των αρετών, η δε δυστυχία συνεπεία των κακιών αυτών.375 Λόγος μακροπερίοδος, γεμάτος επιθετικούς προσδιορισμούς που χρωμάτιζαν την πορεία της ανθρωπότητας ή του ελληνικού έθνους, επιτείνοντας τα ηθικά προτάγματα. Σε μια εποχή κατά την οποία η

373. «Κεφάλαιον δ εκατόν έβδομον. Ιστορική διδασκαλία»: Αι ιστορικαί μελέται..., ό.π.

374. Αγγελία..., ό.π.

375. Σ. Τσιβανόπουλος, Παγκόσμιος Ιστορία. Προς χρήσιν του λαού, τ. 1, Αθήνα, Τυπογραφείον «Ο Φοίνιξ», 1891, σ. 2-3.

TEXT_PAGE_SHORT150
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/151.gif&w=600&h=915

πρωτογενής έρευνα αναδεικνυόταν σταδιακά σε κύριο αίτημα της ιστορίας, ο Τσιβανόπουλος, με τη συγγραφή κυρίως σχολικών εγχειριδίων, περιοριζόταν -και παρά την αναφορά του στον εσωτερικό και εξωτερικό βίο των ανθρώπων, όπου περιλαμβάνονταν το πολίτευμα, οι νόμοι, η κυβέρνηση, το θρήσκευμα, οι τέχνες-376 στην ξηρή σχεδόν περιγραφή πολιτικών γεγονότων και διαδοχών.

Στην αρχαία ιστορία του ο καθηγητής της Γενικής ιστορίας διατήρησε το γνωστό σχήμα: ιστορία των αρχαίων εθνών (όπου τοποθετούσε Σίνες, Ινδούς, Αιγυπτίους, Ασσυρίους, Βαβυλώνιους, Φοίνικες, Εβραίους, Μήδους και Πέρσες) - ελληνική - ρωμαϊκή. Η παρουσίαση της ιστορίας των λαών αυτών συνοδευόταν από μια σειρά ηθικών και χαρακτηρολογικών κρίσεων, ενώ στο κεφάλαιο για τους Εβραίους -συνεχίζοντας την παράδοση της γενικής ιστορίας, όπως τη συναντήσαμε και στον Μανούση- ενσωμάτωσε πληροφορίες της Παλαιάς Διαθήκης.377 Η ιστορία των ανατολικών εθνών, η ιστορία του ασιατικού πολιτισμού, αποτελούσε τον προπομπό του ελληνικού, καθώς οι Έλληνες μέσω των εμπορικών τους σχέσεων τον είχαν γνωρίσει και είχαν εγκολπωθεί τα σημαντικότερα στοιχεία του. Οι Έλληνες, και μέσω αυτών οι Ρωμαίοι, διασκόρπισαν τον πολιτισμό τους σε όλο τον τότε γνωστό κόσμο. Χαρακτηριστικό της σπουδαιότητας που καταλάμβανε η αρχαία ελληνική ιστορία έως και τον Μέγα Αλέξανδρο ήταν η έκταση της (96 σελίδες) έναντι της ιστορίας όλων των άλλων εθνών (125 σελίδες) στην Παγκόσμιο Ιστορία του.

Ο Τσιβανόπουλος διέκρινε την πορεία του ελληνικού έθνους σε δέκα περιόδους. Στην πρώτη, την προελληνική ή πελασγική, ανήκαν οι προϊστορικοί λαοί (Πελασγοί, Θράκες, Λέλεγες, Κάρες)378 που κατοίκησαν την Ελλάδα. Ακολουθούσαν οι εννέα περίοδοι της καθαυτό ελληνικής ιστορίας. Οι έξι πρώτες περίοδοι αναφέρονταν στην αρχαία Ελλάδα, έως την υποταγή των ελληνικών πόλεων στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Η αυτοκρατορία του Φιλίππου και του Μεγάλου Αλεξάνδρου ήταν πλήρως ενσωματωμένη στην ελληνική ιστορία, ενώ ο τελευταίος θεωρούνταν ο θεμελιωτής του κράτους των Ελλήνων. Η αρχαία ελληνική ιστορία τελείωνε με την άλωση της Κορίνθου, ενώ αιτία της πτώσης θεωρούνταν αι εσωτερικαί διχόνοιαι και η γενική εξαχρείωσις της αρετής των Ελλήνων.379 Η όγδοη περίοδος περιελάμβανε το διάστημα από την κατα-

376. Στο ίδιο, σ. 1.

377. Σύνοψις της Γενικής Ιστορίας από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι του θανάτου του Μεγάλου Αλεξάνδρου κατά το πρόγραμμα του Υπουργείου προς χρήσιν της Α' τάξεως των Γυμνασίων, Αθήνα, Σ. Κ. Βλαστός, 1886, σ. 94-109.

378. Σ. Τσιβανόπουλος, Παγκόσμιος Ιστορία..., ό.π., σ. 17.

379. Στο ίδιο, σ. 7.

TEXT_PAGE_SHORT151
    TEXT_SEARCH_FORM
    TEXT_SEARCH_IN_BOOK
    TEXT_SEARCH_RESULTS
      TEXT_BOOK_LIST
        

        συνέχεια του δευτέρου ων. Μετά ταύτα ο ευρωπαϊκός, πάντων των προηγουμένων ευρύτερος. Εις πάντας τούτους τι συνετέλεσεν η Ελλάς; Η Ελλάς, κύριοι, εδοξάσθη μόνη και καθ' εαυτήν, πολιτικώς τε και επιστημονικώς, εν τω πρώτω, όλου του λοιπού κόσμου υπό βαρβαρότητας καλυπτομένου, πράγμα το όποιον ούτε δυνατόν ούτε ευκτόν είναι να επανέλθη· εδοξάσθη κατ' άμφω εν τω δευτέρω διά του Αλεξάνδρου ος εξύπνισε την Ανατολήν, εδοξάσθη εν τω ρωμαϊκώ επιστημονικώς, υπόδουλος μεν, αλλά διδάσκαλος γενομένη των κρατούντων. Δεν έμεινεν άδοξος εν τω ευρωπαϊκώ, ως πολικός αστήρ διά των αθανάτων συγγραμμάτων των εαυτής υιών βοηθήσασα την Ευρώπην ίνα εξέλθη της παχυλής απαιδευσίας και βαρβαρότητος.306 Η αναφορά στην έκδοση των βυζαντινών κειμένων από τον Νήμπουρ προσθέτει και άλλη μια συνιστώσα: εκείνη της σχέσης με την ξένη, ιδιαίτερα τη γερμανόφωνη, επιστημονική σκέψη, την οποία οι «διαφωτιστές» παρακολουθούσαν, μεταβάλλοντας σταδιακά τις θέσεις τους.

        Η επικράτηση της ιδεολογίας της αδιάσπαστης εθνικής συνέχειας και η πλήρης ενσωμάτωση του Βυζαντίου μετέτρεψαν αναδρομικά τους διαφωνούντες σε εξαρχής «ηττημένους». Ο κίνδυνος που ελλοχεύει σε μια τέτοια αντιμετώπιση είναι η υποβάθμιση της μελέτης των όρων με τους οποίους διεξήχθη η σύγκρουση και των κοινών τόπων, των παραδοχών που την επέτρεψαν : η ενδυνάμωση του ελληνικού κράτους και η ανάγκη διεύρυνσής του αποτελούν αιτούμενα της εποχής, τα οποία από διαφορετικούς δρόμους ενστερνίζονταν όλοι, συγκροτώντας ένα στέρεο οπλοστάσιο από το οποίο συχνά, και κάποτε αντιφατικά, εξοπλίζονταν. Σε αυτό το πλαίσιο είναι ανάγκη επίσης να μελετηθούν οι διαφορετικές χρονικές στιγμές αυτής της πορείας. Η φατρία των κόκκινων διέθετε σαφώς διαφορετική δυναμική στην τρίτη ή στην τέταρτη δεκαετία του 19ου αιώνα από ό, τι στην έβδομη, όταν πλέον έχουν εμπεδωθεί μια σειρά χαρακτηριστικών του ελληνικού κράτους και όταν οι βαλκανικοί εθνικισμοί δημιουργούν μια νέα δυναμική στην οποία δείχνουν να υποκύπτουν .

        Σε ένα άλλο επίπεδο, η θεώρηση της επικράτησης της ζαμπελο-παπαρρηγοπούλειον (όπως την ονόμασε ο Στ. Κουμανούδης) σχολής ως μονόδρομου, χωρίς παρεκκλίσεις ή διαφοροποιήσεις, ακυρώνει τον ενεργό ρόλο και την επίδραση των συγκεκριμένων λογίων. Η εκ των υστέρων ανάγνωση της δράσης τους -στο φως των όσων επακολούθησαν και των συσχετισμών που διαμορφώθηκαν-, εκτός του ότι δεν αποδίδει με ακρίβεια τη σημασία αυτών των ρευμάτων σκέψης στην εποχή τους, ταυτόχρονα αποδυναμώνει την ερμηνεία

        306. Πρυτανικοί λόγοι 1855-1856, ό.π., σ. 72.