Συγγραφέας:Καραμανωλάκης, Βαγγέλης Δ.
 
Τίτλος:Η συγκρότηση της ιστορικής επιστήμης και η διδασκαλία της ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (1837-1932)
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:42
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:2006
 
Σελίδες:551
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Εκπαίδευση-Τριτοβάθμια
 
Παιδεία-Εκπαίδευση
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα, Πανεπιστήμιο Αθηνών
 
Χρονική κάλυψη:1837-1932
 
Περίληψη:Αφετηριακή υπόθεση της εργασίας αυτής είναι ότι η ιστορία συγκροτείται ως επιστήμη μέσα από την καταλυτική επίδραση εκπαιδευτικών θεσμών για την παραγωγή και τη μετάδοση της γνώσης, όπως είναι το πανεπιστήμιο. Οι θεσμοί αυτοί επιβάλλουν σε μεγάλο βαθμό στην ιστοριογραφική παραγωγή τη λογική της συγκρότησης και της λειτουργίας τους, τις αξίες που τους διέπουν, τις πρακτικές ανάδειξης κύρους και τους συσχετισμούς δύναμης που επικρατούν στο εσωτερικό τους, τις σχέσεις τους με την πολιτική εξουσία και την κοινωνία. Η πανεπιστημιακή διδασκαλία της ιστορίας κατά την περίοδο που καλύπτει το βιβλίο συνδέθηκε με μια σειρά από παράγοντες και μεταβλητές, στοιχεία που καθόρισαν και το συγκεκριμένο πλαίσιο αναφοράς : το πανεπιστημιακό περιβάλλον, η ιστοριογραφική παράδοση, τα πρόσωπα που δίδαξαν και οι αποδέκτες της διδασκαλίας τους. Στόχος της παρούσας εργασίας είναι η συνεξέταση αυτών των παραγόντων μέσα στην ευρύτερη πολιτική και κοινωνική συγκυρία από την οποία σε μεγάλο βαθμό ορίστηκαν και την οποία εντέλει επανακαθόρισαν, με άλλα λόγια θέμα του βιβλίου είναι η συγκρότηση, στον χώρο του Πανεπιστημίου Αθηνών, μιας εθνικής-επιστημονικής ιστορίας με έντονο διδακτικό χαρακτήρα, η οποία επηρέασε καθοριστικά τη συνολική ιστοριογραφική παραγωγή, λόγω της σημαίνουσας θέσης του ιδρύματος, καθώς για έναν περίπου αιώνα αποτέλεσε τον μοναδικό οργανωμένο θεσμό της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης ο οποίος παρήγε ιστορική γνώση, κατάρτιζε τους φοιτητές και προετοίμαζε τους αποφοίτους του για τη διάχυση αυτής της γνώσης, μέσω κυρίως του σχολικού δικτύου, στο ελληνικό βασίλειο και στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 43.93 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 137-156 από: 554
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/137.gif&w=600&h=915

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ'

ΥΠΟ ΤΗ ΣΚΙΑ ΤΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΥ: ΜΠΟΛΙΑΖΟΝΤΑΣ ΤΗ ΓΕΝΙΚΗ ΜΕ ΤΗΝ ΕΘΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΩΣ ΜΕΙΓΜΑ ΙΔΙΟΤΥΠΟΝ: ΟΙ ΑΓΩΝΙΕΣ ΕΝΟΣ ΕΥΕΞΑΠΤΟΥ ΘΕΑΤΡΙΚΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ

Το χειμερινό εξάμηνο 1861-1862 διορίστηκε έκτακτος καθηγητής της Γενικής ιστορίας και της Φιλολογίας ο Δημήτριος Βερναρδάκης (1833-1907) ,318 Μόλις είκοσι οκτώ χρονών, ο νεαρός καθηγητής από φτωχή οικογένεια της Μυτιλήνης παρουσίαζε ήδη σημαντική λογοτεχνική (κυρίως θεατρική) δραστηριότητα. Είχε φοιτήσει στη Φιλοσοφική Σχολή της Αθήνας -είναι ο πρώτος καθηγητής Ιστορίας που υπήρξε απόφοιτος της-, όπου είχε συνδεθεί στενά με τον Θ. Μανούση.319 Χάρη σε κληροδότημα του τελευταίου συνέχισε τις ιστορικές και φιλολογικές σπουδές του στα Πανεπιστήμια του Μονάχου και του Βερολίνου, όπου παρακολούθησε μαθήματα του Μπεκ. Για τον διορισμό του καθοριστική υπήρξε η εύνοια του υπουργού Παιδείας και πρώην καθηγητή της Νομικής Μιχαήλ Ποτλή, πολιτικού στενά συνδεδεμένου με το οθωνικό καθεστώς. Παράλληλα, υπήρξε και προστατευόμενος του συγγενούς του Δημητρίου Μπερναρδάκη, πλούσιου ομογενούς εμπόρου της Πετρούπολης και γνωστού ευεργέτη του Πανεπιστημίου ,320

Στο πρώτο εξάμηνο μετά τον διορισμό του ο καθηγητής δίδαξε γενική

318. Για τον Δ. Βερναρδάκη βλ. τα σχετικά κείμενα στο αφιέρωμα του περιοδικού Λεσβιακά. Δελτίον της Εταιρείας Λεσβιακών Μελετών. Πρακτικά Συνεδρίου: «Οι αδελφοί Βερναρδάκη στα Νεοελληνικά Γράμματα», τ. 11, Αθήνα 1987. Για την εργογραφία του βλ. Στέρ. Φασουλάκης, Παντελής Αργύρης, Αναγραφή δημοσιευμάτων Δημ. Ν. Βερναρδάκη και Γρηγ. Ν. Βερναρδάκη. Συμβολή πρώτη, Αθήνα, Εταιρεία Λεσβιακών Μελετών, 1986.

319. Για τις στενές σχέσεις του Μανούση με τον Βερναρδάκη βλ. Σ. Κουγέας, «Μια επιστολή του Δ. Βερναρδάκη...», ό.π., σ. 59-65.

320. Βλ. Παντελής Αργύρης, «Πανεπιστημιακές έριδες: Η περίπτωση του Δ. Βερναρδάκη και του Κ. Κόντου»: Πανεπιστήμιο: Ιδεολογία και Παιδεία..., ό.π., τ. 2, σ. 550.

Σελ. 137
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/138.gif&w=600&h=915

ιστορία και ένα φιλολογικό μάθημα : Περί της δραματικής τέχνης του Αισχύλου και ερμηνεία Αγαμέμνονος. Στα επόμενα εξάμηνα προσέφερε μόνο ένα ιστορικό μάθημα, διάρκειας τριών έως τεσσάρων ωρών εβδομαδιαίως, εγκαταλείποντας τη φιλολογία, γεγονός για το οποίο κατηγορήθηκε από τους αντιπάλους του εντός και εκτός Πανεπιστημίου.321 Δίδαξε γενική αρχαία ιστορία (χειμερινά εξάμηνα 1861-1862,1862-1863), ενώ το θερινό εξάμηνο του έτους 1862-1863 ολοκλήρωσε την ιστορία των ανατολικών εθνών. Το επόμενο ακαδημαϊκό έτος (1863-1864) συνέχισε τη διδασκαλία του με ελληνική και ρωμαϊκή αρχαία ιστορία. Στην πραγματικότητα, όπως φαίνεται και από τους τίτλους των μαθημάτων, δίδαξε μόνο ελληνική ιστορία, την οποία ολοκλήρωσε το χειμερινό εξάμηνο 1864-1865, και συνέχισε με ρωμαϊκή, την οποία δίδαξε συνεχώς για τέσσερα εξάμηνα. Το χειμερινό εξάμηνο 1866-1867 ολοκλήρωσε τη ρωμαϊκή και συνέχισε με μεσαιωνική ιστορία έως και το αντίστοιχο εξάμηνο του 1869-1870.322 Ο Βερναρδάκης επέμεινε στη διδασκαλία της αρχαίας ιστορίας προφανώς λόγω της μεγαλύτερης εξοικείωσής του με το συγκεκριμένο γνωστικό αντικείμενο. Το αποτέλεσμα ήταν να μη διδάσκεται το μάθημα της μέσης ή νεότερης ευρωπαϊκής ιστορίας από τον θάνατο του Μανούση έως τουλάχιστον το χειμερινό εξάμηνο του 1866-1867.

Πριν τον διορισμό του, ο Δ. Βερναρδάκης είχε δημοσιεύσει ποιήματα και δραματικά έργα -εξ ου και η προσθήκη της Φιλολογίας στην έδρα του-, ενώ είχε μεταφράσει την Ιστορία της ρωσικής αυτοκρατορίας του Νικολάι Καραμζίν (2 τόμοι, Αθήνα 1855-1856).323 Γνωστός για τον εριστικό χαρακτήρα του, είχε ήδη από φοιτητής συμμετάσχει σε διαμάχες λογίων της εποχής: κατ' αρχάς στα Σούτσεια, όταν το 1855 είχε κυκλοφορήσει φυλλάδιο με το οποίο υπερα-

321. Βλ. σχετικό δημοσίευμα της εφημερίδας Μέλλον στις 23 Φεβρουαρίου 1868, ανθολογημένο στο Γεώργιος Χριστοδούλου, Κωνσταντίνος Στ. Κόντος 1834-1909, Α', Αθήνα 1979, σ. 75.

322. Στο δημοσίευμα του Μέλλοντος κατηγορήθηκε ότι ποτέ δεν τελείωσε τον κύκλο του μαθήματος της γενικής ιστορίας, αλλά μόλις έφτασε στην αρχή του Μεσαίωνα. Βλ. Γ. Χριστοδούλου, ό.π., σ. 75.

323. Σύμφωνα με τον Σωκράτη Κουγέα η έκδοση έγινε ευνοϊκά δεκτή από τον Τύπο λόγω του προλόγου, των σημειώσεων και των παρεκβολών του μεταφραστή. Βλ. Λόγοι εις Δημητριον Βερναρδάκην, Αθήνα 1934, σ. 79. Για τις μεταφράσεις του έργου στην ελληνική γλώσσα την περίοδο αυτή, βλ. Όλγα Αλεξανδροπούλου, «Η Ιστορία του Νικόλαου Καραμζίν. Η παρουσίαση και η αποδοχή της στην Ελλάδα»: Στέφανος Κακλαμάνης, Αθανάσιος Μαρκόπουλος, Γιάννης Μαυρομάτης (εκδοτική επιτροπή), Ενθύμησις Νικολάου Μ. Παναγιωτάκη, Ηράκλειο, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης / Βικελαία Δημοτική Βιβλιοθήκη Ηρακλείου, 2000, σ. 13-30.

Σελ. 138
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/139.gif&w=600&h=915

υπερασπιζόταν τον δάσκαλο του Κωνσταντίνο Ασώπιο εναντίον του Γ. Χρυσοβέργη.324 Επίσης, το 1861 είχε απαντήσει, στην Πανδώρα, στην αρνητική κριτική του Δημητρίου Μαυροφρύδη για τον πρώτο τόμο της Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους του Κ. Παπαρρηγόπουλου.

Τα τεκμήρια της πανεπιστημιακής διδασκαλίας του δεν είναι πολλά : ο εισιτήριος λόγος του ως έκτακτου καθηγητή στο μάθημα της γενικής ιστορίας (1862), τρία πανεπιστημιακά μαθήματα για τον Όμηρο και το Ομηρικό Ζήτημα στην Πανδώρα (1863), καθώς και μια παράδοσή του για την πολιορκία της Ιερουσαλήμ από τους Ρωμαίους και την πτώση της (1877). Εξέδωσε ακόμη τον πρώτο τόμο από ένα σχολικό εγχειρίδιο ιστορίας, το οποίο κατά δήλωσή του απευθυνόταν και σε όλους τους λογίους της εποχής, υπονοώντας, σύμφωνα με τις κατηγορίες των αντιπάλων του, και τους φοιτητές.325 Παρ' όλο που είχε εξαγγείλει δύο ακόμη τόμους για τα μεσαιωνικά και νεότερα χρόνια, η παραίτησή του ανέστειλε την έκδοση τους. Το 1889, μετά και από τη δεύτερη απομάκρυνσή του από το Πανεπιστήμιο, σχεδίαζε την έκδοση γενικής ιστορίας, με βάση τις πανεπιστημιακές σημειώσεις του, σε δεκαέξι τόμους. Τη σχετική δαπάνη είχε αναλάβει ο ομογενής έμπορος Γεώργιος Αβέρωφ, ενώ προβλεπόταν και ειδικό κονδύλι για τη μετάβαση του Δ. Βερναρδάκη στην Ευρώπη προς παρασκευή και εκτύπωση του έργου, σχέδιο που δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ.326

Τα δημοσιευμένα κείμενα του Βερναρδάκη αφορούσαν σε μεγάλο βαθμό την αρχαιότητα, ενώ είχε κυκλοφορήσει και -προκήρυξη για την οικονομική ενίσχυση της μετάφρασης του πολύτομου έργου του Γκρότε (η μετάφραση δεν εκδόθηκε ποτέ).327 Αντίστοιχα, το σύνολο της πανεπιστημιακής διδασκαλίας του αφορούσε την αρχαιότητα, περίοδο στην οποία είχαν επικεντρωθεί και οι σπουδές του. Άλλωστε, σχήματα και γνώσεις από τα χρόνια των σπουδών του

324. Δ. Βερναρδάκης, Το Τρωγάλιον τον Δοκησισόφου ή Αυτοσχέδιος Απάντησις εις τον Κ. Γ. Χρυσοβέργην, Αθήνα 1855.

325. Βλ. Δημήτριος Βερναρδάκης, Εγχερείδιον Γενικής Ιστορίας εις τόμους τρεις, προς χρήσιν των Γυμνασίων και προς ιδιαιτέραν μελέτην. Τόμος Πρώτος, περιέχων την ιστορίαν των ανατολικών εθνών και την της αρχαίας Ελλάδος, Αθήνα 1867, σ. ς'-ζ'. Βλ. και Ανωνύμου, Ο λύχνος επί την λυχνίαν, Αθήνα 1867, σ. 1-2.

326. Βλ. Στερ. Φασουλάκης, «Οι αγγελίες εκδόσεως βιβλίων και ο Δ. Ν. Βερναρδάκης. Συμβολή στη γνώση της παραγωγής και της διακινήσεως του βιβλίου κατά τον ΙΘ' αι.», Παρουσία 4 (1986), σ. 259, 266-267.

327. Δημήτριος Βερναρδάκης, «Προκήρυξις Ελληνικής μεταφράσεως και εκδόσεως της δωδεκατόμου Ιστορίας της Ελλάδος του Γεωργίου Γρότε», Πανδώρα 13 (18621863), σ. 556-558.

Σελ. 139
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/140.gif&w=600&h=915

μετέφερε και στο Πανεπιστήμιο, όπως αποτυπώθηκαν στον πρώτο εισιτήριο λόγο του στις 20 Ιανουαρίου 1862, έναν από τους πιο ενδιαφέροντες στο μάθημα της ιστορίας.

Το πυκνό αυτό κείμενο, που φέρει τη σφραγίδα της φιλοσοφικής σκέψης του Χέγκελ -στον οποίο ο συγγραφέας αναφέρεται και ονομαστικά-, αναπαράγει σε μεγάλο βαθμό το εγελιανό σχήμα για τον διαχωρισμό των εθνών σε ιστορικά και μη, την ακμή και την παρακμή τους και τη μεταφορά του πολιτισμού από το ένα έθνος στο άλλο.328 Καταλυτικός παράγοντας για την πρόοδο του ανθρώπινου γένους αποτελούσε η μόρφωση των ανθρώπων, ιδιαίτερα των φοιτητών που θα στελέχωναν τον δημόσιο βίο. Η ιστορία επιδρούσε καταλυτικά στην ηθική, πολιτική, ακόμη και θρησκευτική συγκρότησή τους.329 Η ιστορία δεν καθοριζόταν από νόμους αλλά αποτελούσε καρπό του πνεύματος, ο δε κόσμος του τελευταίου ήταν κόσμος ελευθερίας.330 Την ίδια εποχή που εκδιπλωνόταν η παπαρρηγοπούλειος διδασκαλία και η στροφή στην εθνική ιστορία, ο Δ. Βερναρδάκης εισήγαγε τους φοιτητές στη γενική ιστορία, τονίζοντας τη σπουδαιότητά της, αποκαλώντας την το κυριώτατον μάθημα του Πανεπιστημίου, το κυριώτατον μεν εν γενεί όργανον για την εκτέλεση της αποστολής του ελληνικού έθνους.331 Σύμφωνα με τον διάδοχο του Θ. Μανούση, η διδασκαλία της γενικής ιστορίας οδηγούσε στον ενθουσιασμό, στοιχείο απαραίτητο για την πρόοδο και την πνευματική εξύψωση του ανθρώπου. Μέσω της γνώσης του παρελθόντος ο φοιτητής γνώριζε την πραγματική έννοια της ελευθερίας και συνειδητοποιούσε τη στενή σχέση πολιτικής ελευθερίας, θρησκείας και ηθικής. Η ιστορία ήταν magistra vitae, όχι μόνο ανθρώπων αλλά και εθνών.332

Ο λόγος του Δ. Βερναρδάκη διαπνέεται σε μεγάλο βαθμό από ιστορικιστική αισιοδοξία- απηχεί έναν ρομαντικό εθνικισμό, ο οποίος αντιμετωπίζει -παρά την έκδηλη καχυποψία του, η οποία σε μεταγενέστερα κείμενά του θα εξελιχθεί σε καταφανή αρνητικότητα-θετικά τη δυτική σκέψη.333 Ο καθηγητής

328. Δ. Βερναρδάκης, Λόγος εισιτήριος εις το μάθημα της Γενικής Ιστορίας, εκφωνηθείς τη 20η Ιανουαρίου 1862, Αθήνα 1862, σ. 12, και αναφορές στον Χέγκελ, βλ. ενδεικτικά σ. 18 και 26.

329. Στο ίδιο, σ. 16.

330. Στο ίδιο, σ. 19.

331. Στο ίδιο, σ. 30.

332. Στο ίδιο, σ. 24-28.

333. Βλ. Παντελής Αργύρης, «Ο αντιδυτικός Δ. Βερναρδάκης και ο εισιτήριος πανεπιστημιακός του λόγος», Λεσβιακά 11 (1987), σ. 140-143, και passim, σ. 130-145.

Σελ. 140
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/141.gif&w=600&h=915

της της Ιστορίας αναπαρήγαγε στον λόγο του μια εικόνα κρίσης για τη σύγχρονή του ελληνική κοινωνία. Η κρίση αυτή σε μεγάλο βαθμό ήταν αποτέλεσμα της ελευθερίας που είχε παραχωρηθεί στο ελληνικό έθνος μετά την Επανάσταση του 1821 και της επιλογής του να ακολουθήσει τον δεύτερο από τους δυο δρόμους που ανοίγονταν μπροστά του. Ο πρώτος ήταν ο δρόμος του Καποδίστρια στην πολιτική και του Κ. Οικονόμου στη θρησκεία και στην παιδεία. Ο δεύτερος ήταν ο δρόμος της συνταγματικής μοναρχίας, ο δρόμος της παιδείας όπως τον είχαν χαράξει ο Φαρμακίδης και ο Μανούσης. Η κρίση που προκλήθηκε από αυτή την επιλογή ήταν αναγκαία, σύμφωνα και πάλι με την εγελιανή φιλοσοφία, καθώς αποτελούσε ένα απαραίτητο βήμα πίσω, ώστε να πραγματοποιήσει το έθνος στη συνέχεια άλμα μπροστά. Οι απόψεις του αυτές για την ιστορία απηχούν άμεσα τις πολιτικές του αντιλήψεις : ο Βερναρδάκης, γνωστός φιλοοθωνικός και συντηρητικός διανοούμενος, στάθηκε ιδιαίτερα αρνητικός σε κάθε προσπάθεια θέσπισης Συντάγματος.

Κινητήρια δύναμη της ιστορίας στο έργο του Βερναρδάκη αποτέλεσε το έθνος, που συνδεόταν στενά με το κράτος. Στο μοναδικό εγχειρίδιο ιστορίας του για την αρχαία Ελλάδα, η χώρα προϋπήρχε ως γεωγραφικός όρος, ως τόπος, όπως είχε καθοριστεί σε μεγάλο βαθμό από τα σύγχρονά του όρια και στον οποίο εκτυλίχθηκαν τα όσα αφορούσαν την αρχαία περίοδο. Οι εμφύλιες συρράξεις υπήρξαν αποτέλεσμα της πολιτικής και πνευματικής ελευθερίας των αρχαίων Ελλήνων, η οποία είχε δοξάσει το έθνος. Όταν όμως αυξήθηκε υπέρμετρα, οδήγησε σε πολιτική ακολασία και ηθική έκλυση. Ακολούθησαν η εξάντληση και η καταστροφή των «εθνικών δυνάμεων», η υποδούλωση στον ξενικό ζυγό, όστις και επετέθη εις τον τράχηλον της Ελλάδος πρώτον μεν υπό των Μακεδόνων, κατόπιν δε υπό των Ρωμαίων.33'' Στη χορεία του ξενικού ζυγού συγκαταλεγόταν και η Βυζαντινή Αυτοκρατορία, καθώς μετά από την επέμβαση των Μακεδόνων ακολούθησαν δύο ατελεύτητοι δουλικαί χιλιετηρίδες, σιδηραί και τραχείαι, πλήρεις δακρύων και στεναγμών, μέχρις ου απόμοιρά τις μικρά του ελληνικού έθνους ανέλαβε μόλις μετά μακρόν και αιματηρόν αγώνα επί χρησταίς ταις ελπίσι την αρχαίαν ελευθερίαν.335 Ο Βερναρδάκης διαχώριζε τους βυζαντινούς Έλληνες από τους Βυζαντινούς εν συνόλω .336 Η στάση του συνδεόταν ενδεχομένως με τα ισχυρά πρότυπά του, όπως ο Χέγκελ -με τη γνωστή αρνητική του θέση προς το Βυζάντιο-και ο Γκρότε, ο οποίος θεωρούσε ότι η υπο-

334. Δημήτριος Βερναρδάκης, Εγχειρίδιον..., ό.π., σ. 175.

335. Στο ίδιο, α. 176.

336. Λόγος εισιτήριος..., ό.π., σ. 19.

Σελ. 141
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/142.gif&w=600&h=915

υποταγή των ελληνικών πόλεων-κρατών στον Φίλιππο σήμανε και το τέλος της αρχαίας Ελλάδας, ενώ αντιμετώπισε ως «ασιατική» την αυτοκρατορία του Μεγάλου Αλεξάνδρου.337

Η σημαντικότερη καινοτομία του εγχειριδίου του Βερναρδάκη ήταν η προσθήκη στο τέλος κάθε κεφαλαίου μιας ιδιαίτερης ενότητας στην οποία γινόταν αναφορά στην πνευματική κίνηση της εποχής, στις τέχνες, στα γράμματα και γενικότερα στον πολιτισμό. Η έμφαση στον πολιτισμό αποτύπωνε αντίστοιχες εξελίξεις σε γερμανόφωνα σχολικά εγχειρίδια της εποχής 338 ήταν εύλογη όμως και για τον φιλόλογο και γνωστό θεατρικό συγγραφέα. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι μοναδικές δημοσιεύσεις του κατά τη διάρκεια της καθηγητικής του θητείας που προέρχονταν από την πανεπιστημιακή του διδασκαλία ήταν τα τρία άρθρα για το Ομηρικό Ζήτημα. Την ίδια χρονιά είχε προκηρυχθεί ο Ροδοκανάκειος διαγωνισμός με αντικείμενο το πολύκροτο ζήτημα, που απέφερε τις σχετικές μελέτες των Αγγέλου Βλάχου και Γεωργίου Μιστριώτη.339 Στις παραδόσεις του, εκκινώντας από τις αποικίες της Μικράς Ασίας και την καταγωγή του Ομήρου, ο Βερναρδάκης αναφερόταν στο ζήτημα της πατρότητας των επών, το οποίο μετά από τις θεωρίες του Βολφ είχε προκαλέσει μεγάλη αναταραχή στους κύκλους των γερμανών φιλολόγων. Παρ' όλο που το κείμενο του δεν προσέφερε τίποτα σημαντικό στη σχετική βιβλιογραφία 340 η δημοσίευσή του αποσκοπούσε στο να αποδείξει τη μεγάλη εξοικείωση του ιστορικού με το Ζήτημα. Η χρονολόγηση των παραδόσεών του τον Δεκέμβριο του 1863 είναι ενδεικτική, κατά τη γνώμη μου, της πρόθεσής του να επισημάνει ότι η διδασκαλία του, και συνολικά η γνώση του για το Ζήτημα, προηγούνταν χρονικά του σχετικού διαγωνισμού.

Παρά την αρνητική του στάση προς το Βυζάντιο κυρίως ως παραγωγό πολιτισμού, ο Βερναρδάκης υποστήριξε τον Κ. Παπαρρηγόπουλο στην επίθεση του Δ. Μαυροφρύδη,341 Η «Βιβλιογραφική αντεπίκρισις»342, την οποία δημοσίευσε σε τρεις συνέχειες στην Πανδώρα, κατέληγε σε κριτική της κριτικής με την επισήμανση ορθογραφικών, συντακτικών και εννοιολογικών λαθών του Μαυ-

337. Μ. Μηλιώρη, ό.π., σ. 81.

338. Chr. Koulouri, ό.π., σ. 372-376.

339. Ελένη Κοντιάδη-Τσιτσώνη, «Το Ομηρικό ζήτημα και ο Δημήτριος Βερναρδάκης», Λεσβιακά, ό.π., σ. 101-107.

340. Στο ίδιο, σ. 106-107.

341. Βλ. εδώ, σ. 127.

342. Βλ. «Βιβλιογραφική αντεπίκρισις», Πανδώρα 12 (Απρίλιος 1861-Απρίλιος 1862), σ. 17-22, 52-63, 91-96.

Σελ. 142
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/143.gif&w=600&h=915

Μαυροφρύδη. Στην πραγματικότητα το κείμενο στόχευε όχι μόνο στην υπεράσπιση του Παπαρρηγόπουλου και του σχήματος του, αλλά στην επίκριση του Μαυροφρύδη και των λογίων εκείνων που περιστοίχιζαν τον Κωνσταντίνο Ασώπιο, τον παλαιό δάσκαλο του, με τον οποίον πλέον βρισκόταν σε πορεία διάστασης.

Εάν το ιστοριογραφικό έργο του Δημητρίου Βερναρδάκη καταλαμβάνει ένα μικρό τμήμα της πνευματικής του παραγωγής που εστιάζεται στις δεκαετίες του 1850 και του 1860, η αντίληψή του για το εθνικό παρελθόν διατρέχει τη δραματουργία του. Η Αντιόπη, ο Νικηφόρος Φωκάς, η Φαύστα, οι Κυψελίδες, η Ευφροσύνη (κυρα-Φροσύνη), οι ήρωές του, συγκροτούν έναν ολόκληρο θίασο εμπνευσμένο από το σύνολο της ελληνικής ιστορίας. Στο πρώτο δράμα του, Μαρία Δοξαπατρή (Μόναχο 1858), αναφερόταν σε ένα επεισόδιο της βυζαντινής ιστορίας από τις επιδρομές των φράγκων σταυροφόρων στην Πελοπόννησο. Στα «Προλεγόμενα περί εθνικού ελληνικού δράματος» που συνόδευαν το έργο ο Βερναρδάκης καταδίκαζε τον κλασικισμό και τόνιζε την αξία του Βυζαντίου και της νεότερης ελληνικής ιστορίας, αναδεικνύοντας τη συνέχεια του ελληνισμού και τη σημασία της θρησκείας για το ελληνικό έθνος. Είναι η εποχή που η μετάφραση του Ν. Καραμζίν προσέθεσε στην ελληνική βιβλιογραφία, στον απόηχο του Κριμαϊκού Πολέμου,343 μια ρομαντική εθνική ιστορία, γεμάτη θρησκευτικό συναίσθημα, όπου και η αναγνώριση της συμβολής του Βυζαντίου στην εξέλιξη του ρωσικού πολιτισμού.344

Λίγα χρόνια αργότερα, το 1866, σε ένα νέο δράμα του εμπνευσμένο από την αρχαία Ελλάδα, τη Μερόπη, ο Βερναρδάκης καταδίκαζε τον ρομαντισμό και στρεφόταν προς τον κλασικισμό. Επρόκειτο για μια σύλληψη της ελληνικής ιστορίας η οποία στην πολύχρονη εκδίπλωσή της εμφάνιζε αμφιταλαντεύσεις, αντιφάσεις και αλλαγές κατεύθυνσης. Κύρια προσπάθειά του, με βάση τον εθνικό και διδακτικό χαρακτήρα της θεατρικής γραφής του, ήταν η σύνθεση, όπως έχει επισημάνει ο Δημήτρης Σπάθης, στο πνεύμα της εποχής, του αρχαίου ελληνισμού με τον χριστιανισμό ,345 Πίσω από όλα αυτά ήταν φανερός ο αντιδιαφωτισμός και ο αντιορθολογισμός, η ιδεολογία του, η οποία έρχεται από τα βάθη της νεοελληνικής συντηρητικής παράδοσης να συναντήσει τους ιστορικο-πολιτισμικούς συμβιβασμούς του 19ου αιώνα.346 Άλλωστε, η συντηρητική

343. Όλγα Αλεξανδροπούλου, ό.π., σ. 15.

344. Στο ίδιο, σ. 25-26.

345. Δημήτρης Σπάθης, «Ο θεατρικός Βερναρδάκης, κλασικός ή ρομαντικός», Λεσβιακά, ό.π., σ. 81.

346. Στο ίδιο, σ. 83.

Σελ. 143
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/144.gif&w=600&h=915

κή ιδεολογία του ήταν αυτή που σε μεγάλο βαθμό προκάλεσε τα επεισόδια στο Πανεπιστήμιο. Η ταύτισή του με το Παλάτι προκάλεσε την αντίδραση των αντιπάλων του, οι οποίοι από τη δική τους πλευρά, αναδεικνύοντας την πλαστικότητα και την ευελιξία του καταγγελτικού τους λόγου, τον κατηγόρησαν για αθεΐα και υλιστικές αντιλήψεις.

ΟΤΑΝ ΟΙ ΦΟΙΤΗΤΕΣ ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΟΝΤΑΙ: ΤΑ ΒΕΡΝΑΡΔΑΚΕΙΑ

Το χειμερινό εξάμηνο 1864-1865 ο πρόλογος του βιβλίου του Δ. Βερναρδάκη Ελληνική Γραμματική εις χρήσιν των Ελληνικών σχολείων, στον οποίο ο συγγραφέας ασκούσε κριτική σε προηγούμενες γραμματικές -ανάμεσά τους και αυτή του παλαιού καθηγητή του Πανεπιστημίου Γεωργίου Γεννάδιου, η οποία είχε επανακυκλοφορήσει με την επιμέλεια του Γεωργίου Παπασλιώτη- δημιούργησε φοιτητικές αντιδράσεις.347 Φοιτητές αλλά και εξωπανεπιστημιακοί ακροατές θορυβούσαν, φώναζαν και ποδοκροτούσαν την ώρα του μαθήματος, προκαλώντας την αντίδραση μεγάλης μερίδας των φοιτητών, οι οποίοι χειροκροτούσαν υποστηρίζοντας τον καθηγητή. Ο τελευταίος κατήγγειλε συγκεκριμένους φοιτητές στον πρύτανη, καθηγητή της Ιατρικής Μιλτιάδη Βενιζέλο, ο οποίος τους κάλεσε για να τους επιπλήξει. Σε συνεδρίαση στις 22 Οκτωβρίου του 1865 η Σύγκλητος ενημερώθηκε για τα επεισόδια και αποφασίστηκε, παρά την αντίθετη πρόταση του καθηγητή της Θεολογικής Αλεξάνδρου Λυκούργου 348 να μην τιμωρηθούν οι ταραξίες, ενώ οι πρυτανικές αρχές να περιοριστούν σε παραινέσεις. Τις επόμενες ημέρες τα επεισόδια συνεχίστηκαν. Η συγκέντρωση πλήθους φοιτητών και εξωπανεπιστημιακών στην αίθουσα της διδασκαλίας πριν από την έναρξη του μαθήματος έκανε τον πρύτανη να ζητήσει από τον καθηγητή να μην ξεκινήσει την παράδοσή του. Ο Βερναρδάκης υπάκουσε, αλλά έκανε αναφορά στη Σύγκλητο γιατί δεν είχαν ληφθεί μέτρα. Στη σχετική συζήτηση η Σύγκλητος αποφάσισε να μην προχωρήσουν σε περαιτέρω ενέργειες λόγω της τεταμένης πολιτικής κατάστασης και της α-

347. Για τα επεισόδια βλ. και Παναγιώτης Σ. Παρασκευαΐδης, «Η Γραμματική του Δ. Βερναρδάκη και ο θόρυβος γύρω από αυτή», Λεσβιακά, ό.π., σ. 29-38. Βλ. ακόμη, για περιγραφή και αποσπάσματα εφημερίδων σχετικά με τα επεισόδια, Γ. Χριστοδούλου, ό.π., σ. 25-26, 71-81, καθώς και Π. Αργύρης, ό.π., σ. 541-556. Βλ. επίσης τη σχετική ανάλυση του Κ. Λάππα, ό.π., σ. 543-549.

348. Για τις σχέσεις Βερναρδάκη - Λυκούργου βλ. Μιχαήλ Β. Σακελλαρίου, «Επιλογές από την αλληλογραφία Αλέξανδρου Λυκούργου - Δημητρίου Βερναρδάκη», Δελτίο του Κέντρου Ερεύνης της Ιστορίας του Νεωτέρου Ελληνισμού 3 (2003), σ. 7-35.

Σελ. 144
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/145.gif&w=600&h=915

απουσίας ενός ισχυρού κυβερνητικού σχήματος που θα κάλυπτε το όργανο στη λήψη μέτρων αντίθετων πιθανόν προς το λαϊκό αίσθημα. Αποφασίστηκε επίσης να ζητηθεί από τον καθηγητή να διακόψει για λίγες ημέρες τα μαθήματά του ,349 Στα επεισόδια επενέβη τελικά το υπουργείο Παιδείας με ερώτημα για τη διακοπή των μαθημάτων και την απουσία αυστηρότερων μέτρων. Σε σχετική επικοινωνία τους, ο Μ. Βενιζέλος αναφέρθηκε στην ταραγμένη πολιτική συγκυρία και ζήτησε την κάλυψη της κυβέρνησης για τη λήψη μέτρων. Ο υπουργός Παιδείας περιορίστηκε σε οδηγίες για την παροχή συστάσεων και στην πληροφορία ότι στα επεισόδια ήταν αναμεμειγμένοι καθηγητές. Η Σύγκλητος αποφάσισε τη διακοπή των μαθημάτων έως τα Χριστούγεννα και τη διερεύνηση των υπουργικών καταγγελιών.350 Η επανάληψη των επεισοδίων, καθώς μάλιστα ο Δ. Βερναρδάκης δεν διαφοροποιούσε τη στάση του, ήταν ζήτημα χρόνου.

Οι ταραχές επαναλήφθηκαν το 1867 με αφορμή την έκδοση του πρώτου τόμου της Γενικής ιστορίας του 351 η οποία περιείχε ένα σημαντικό μέρος για την ιστορία των ανατολικών εθνών, το οποίο ξεκινούσε από τα πρώτα χρόνια, σύμφωνα με την Παλαιά Διαθήκη, της παρουσίας του ανθρώπου στη γη. Οι σελίδες αυτές προκάλεσαν κατηγορίες εις βάρος του Βερναρδάκη για κριτική στάση απέναντι στον θείο Λόγο και ασέβεια. Τον Νοέμβριο του 1867 υπήρξαν διαμαρτυρίες στο μάθημά του, γεγονός που προκάλεσε την αναφορά του προς τον πρύτανη για διακοπή των μαθημάτων. Ο πρύτανης, καθηγητής της Φιλοσοφικής Σχολής Θεόδωρος Ορφανίδης, συνόδευσε τον Βερναρδάκη, όπως ενημέρωσε τη Σύγκλητο, στο μάθημά του και προέβη σε νουθεσίες προς τους φοιτητές.352 Μετά από λίγες ημέρες σημειώθηκαν ξανά επεισόδια και ο Βερναρδάκης διέκοψε το μάθημά του.353 Ο Ορφανίδης ενημέρωσε τη Σύγκλητο ότι οι καταγγελίες για το βιβλίο του καθηγητή είχαν φτάσει μέχρι την Ιερά Σύνοδο και ότι ο ίδιος θα συναντούσε τον αρχιεπίσκοπο.354 Τελικά, μετά από παρέμβαση του υπουργείου Παιδείας οι φοιτητές υποσχέθηκαν ότι θα πειθαρχήσουν και ο Βερναρδάκης ξανάρχισε το μάθημά του. Παρά τις υποσχέσεις ξέσπασαν πιο έντονες ταραχές -αυτή τη φορά με χρήση και ροπάλων-, με αποτέλεσμα ο καθηγητής να κάνει αναφορά, όπου κατήγγειλε αφενός τους πρωταιτίους

349. ΠΑΣ, συνεδρίαση 6ης Νοεμβρίου 1865.

350. Στο ίδιο, συνεδρίαση 4ης Δεκεμβρίου 1865.

351. Βλ. εδώ, σ. 141-142.

352. ΠΑΣ, συνεδρίαση 1ης Δεκεμβρίου 1867.

353. Στο ίδιο, συνεδρίαση 4ης Δεκεμβρίου 1867.

354. Στο ίδιο, συνεδρίαση 13ης Ιανουαρίου 1868.

Σελ. 145
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/146.gif&w=600&h=915

και αφετέρου τα πανεπιστημιακά όργανα για απραξία. Παράλληλα, διέκοψε και το μάθημά του.355 Η Σύγκλητος αποφάσισε τη διεξαγωγή ανακρίσεων για τη διερεύνηση των καταγγελιών του καθηγητή, ιδιαίτερα για την εμπλοκή του γραμματέα του Πανεπιστημίου.356 Το ζήτημα παρέμεινε ως είχε, όταν επενέβη το υπουργείο, το οποίο επέβαλε παύση μισθού στον καθηγητή για τη διακοπή του μαθήματος, ενώ η Σύγκλητος ζήτησε χρόνο για να μελετήσει την απόφαση.357

Τον Οκτώβριο ο Βερναρδάκης ξανάρχισε μαθήματα, πολύ γρήγορα όμως ξέσπασαν πάλι ταραχές. Ο θόρυβος ποδών, χειρών, ράβδων συνόδευσε τη διδασκαλία του Βερναρδάκη, όπως ενημέρωσε τη Σύγκλητο (συνεδρίαση 19ης Οκτωβρίου 1867) ο νέος πρύτανης, καθηγητής της Νομικής Γεώργιος Α. Ράλλης. Ο ίδιος συνάντησε τον υπουργό Παιδείας, ο οποίος υποσχέθηκε ότι θα παύσει την ποινή του Βερναρδάκη και κάλεσε τη Σύγκλητο να τιμωρήσει τους πρωταιτίους. Στις συνεδριάσεις της Συγκλήτου που ακολούθησαν τιμωρήθηκαν με βαρύτατες ποινές (έως και αποβολή από το Πανεπιστήμιο για δύο χρόνια) όσοι θεωρήθηκαν πρωταίτιοι μετά από τις ανακρίσεις.358 Στις 27 Αυγούστου 1869 ο καθηγητής παραιτήθηκε. Αφού περίμενε να σβήσει ο απόηχος των επεισοδίων, ώστε να μη θεωρηθεί ότι λειτούργησε υπό την πίεση των γεγονότων, εγκατέλειψε το Πανεπιστήμιο και επέστρεψε στη Μυτιλήνη.

Η ανάμειξη του ονόματος του Γεωργίου Γεννάδιου στην έναρξη των επεισοδίων το 1865 δεν ήταν τυχαία. Η κριτική του φιλοοθωνιστή Δ. Βερναρδάκη προς τον Γεννάδιο θεωρήθηκε πρόκληση από το σώμα των φοιτητών, οι οποίοι είχαν συμμετάσχει με ένταση στον αντιδυναστικό αγώνα.359 Είναι χαρακτηριστικό άλλωστε ότι οι φοιτητές κατηγόρησαν τον Βερναρδάκη στον πρύτανη (συνεδρίαση 22ας Οκτωβρίου 1865) ότι αρθρογραφούσε στην Κλειώ εναντίον της Ελλάδας, υπονοώντας τα κείμενά του κατά του Συντάγματος. Προς αυτή την κατεύθυνση ενεργό ρόλο διαδραμάτισαν και δύο νέοι καθηγητές: ο Αναστάσιος Γεννάδιος, γιος του Γεωργίου, με πολλές διώξεις στο ενεργητικό του λόγω της αντιοθωνικής του τοποθέτησης, και ο Κωνσταντίνος Κόντος. Ο τε-

355. Στο ίδιο, συνεδρίαση 23ης Φεβρουαρίου 1868.

356. Στο ίδιο, συνεδρίαση 27ης Φεβρουαρίου 1868.

357. Στο ίδιο, συνεδρίαση 27ης Μαΐου 1868.

358. Στο ίδιο, συνεδριάσεις 21ης, 22ας, 23ης Οκτωβρίου 1868. Βλ. και τις αναφορές των δύο πρυτάνεων στους απολογισμούς τους: Πρυτανικοί λόγοι 1867-1868 και 1868-1869.

359. Είχε προηγηθεί τον Οκτώβριο του 1862 η απόλυση του προστάτη του, Μιχαήλ Ποτλή.

Σελ. 146
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/147.gif&w=600&h=915

τελευταίος με την αρθρογραφία του πυροδότησε και τη συνέχεια των επεισοδίων, υποκινώντας, σύμφωνα και με όλες τις ενδείξεις, μια μερίδα φοιτητών εναντίον του Βερναρδάκη. Ο ίδιος άλλωστε ο παθών απέδωσε τα συμβάντα σε συμπαιγνία των πανεπιστημιακών του αντιπάλων και της νέας πολιτικής εξουσίας.360

Όπως έχει επισημάνει και ο Κώστας Λάππας, τα επεισόδια αυτά είναι ενδεικτικά της σταδιακής συντηρητικοποίησης του Πανεπιστημίου και του φοιτητικού κινήματος στη δεκαετία του I860.361 Στην πραγματικότητα, όπως φάνηκε και προηγουμένως, ο συντηρητικός αυτός λόγος δεν αντιμαχόταν ένα συγκροτημένο καινοτόμο πρόγραμμα αλλά τις νεωτερικές εκφάνσεις μιας εκλεκτικιστικής διδασκαλίας, η οποία παρέμεινε βαθύτατα συντηρητική, έξω από το πνεύμα των καιρών, αντίθετη στις ανησυχίες για εκδημοκρατισμό του πολιτεύματος. Η αντισυνταγματική στάση του Βερναρδάκη μπορούμε να θεωρήσουμε ότι συντέλεσε καθοριστικά στην απουσία συσπείρωσης των φοιτητων που θα ήθελαν να τον υπερασπιστούν.

Στην πανεπιστημιακή θητεία του Δ. Βερναρδάκη η διδασκαλία του συνδέθηκε με τα μεγάλα ακροατήρια αλλά και τις έντονες συγκρούσεις, οι οποίες άλλωστε οδήγησαν στην παραίτησή του.362 Πολυσχιδής προσωπικότητα, με ένα ευρύτατο πεδίο ενδιαφερόντων -το μεγαλύτερο μέρος τους αφορούσε τη θεατρική τέχνη-, αντιμετώπισε το Πανεπιστήμιο ως μέσο κυρίως βιοπορισμού, στο μέτρο μάλιστα που η οικογενειακή του κατάσταση επέτεινε την οικονομική ανασφάλειά του. Οι ιστορικές του μελέτες αποτέλεσαν ένα μικρό τμήμα της δραστηριότητάς του συγκριτικά με το θεατρικό και το φιλολογικό του έργο, το οποίο πρέπει να συνεξεταστεί με το υπόλοιπο έργο του ώστε να αναζητηθούν συνολικά οι αντιφάσεις και οι συνέχειές του.

Η ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΟΥ ΣΩΚΡΑΤΗ ΤΣΙΒΑΝΟΠΟΥΛΟΥ : ΟΙΝΟΣ ΠΑΛΑΙΟΣ ΣΕ ΑΣΚΟΥΣ ΝΕΟΥΣ

Επόμενος έκτακτος καθηγητής της έδρας διορίστηκε το 1871 ο Σωκράτης Τσιβανόπουλος (1836-1896).363 Γεννημένος στον Αϊ-Γιάννη Κυνουρίας, ο νέος

360. Βλ. ανέκδοτη επιστολή Βερναρδάκη: Π. Αργύρης, ό.π., σ. 550. Βλ. Κ. Λάππας, ό.π., σ. 467-471.

361. Κ. Λάππας, ό.π., σ. 548.

362. Βλ. Ιωάννης Ολύμπιος, Ο βίος και το έργον του Δημητρίου Βερναρδάκη: επί τη εκατονταετηρίδι εορτή των γενεθλίων του ποιητού, Μυτιλήνη 1938, σ. 21-22.

363. Για τον Τσιβανόπουλο βλ. Μ.Γ. Δ. (ομαζάκις), «Τσιβανόπουλος Σωκράτης», ΜΕΕ, ό.π., τ. 23, σ. 442, και Ιωάννα Λαλιώτου, «Σωκράτης Τσιβανόπουλος», ανακοίνωση

Σελ. 147
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/148.gif&w=600&h=915

καθηγητής φοίτησε στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών και στη συνέχεια παρακολούθησε πανεπιστημιακά μαθήματα στο Λονδίνο. Εργάστηκε ως καθηγητής στο αγγλικό γυμνάσιο της Μάλτας, ενώ αρθρογράφησε στην ελληνική εφημερίδα του Λονδίνου Βρεττανικός Αστήρ. Αντίθετα με τον προκάτοχο του, ο Σωκράτης Τσιβανόπουλος φαίνεται ότι ανέπτυξε έντονη αντιοθωνική δράση.364 Το 1864 είχε δημοσιεύσει δίγλωσση έκδοση γραμμένη στην ελληνική και αγγλική γλώσσα, στην οποία κατήγγελλε το καθεστώς του Όθωνα και αναφερόταν στην κατάσταση του ελληνικού βασιλείου και στις προσδοκίες του λαού από τον νέο μονάρχη.365

Ως υφηγητής της Πολιτικής φιλοσοφίας, ή της Ιστορίας των (αρχαίων) πολιτευμάτων, ο Τσιβανόπουλος δίδαξε πρώτη φορά στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών το ομώνυμο δίωρο μάθημα για έξι εξάμηνα. Μετά την αποχώρηση του Βερναρδάκη, διεκδίκησε τη θέση του με ανθυποψήφιο τον Γρ. Παππαδόπουλο. Το θέμα απέκτησε δημόσιο χαρακτήρα μέσω της αρθρογραφίας των εφημερίδων, αλλά και των επιστολών που αντάλλαξαν και δημοσιοποίησαν οι δυο διεκδικητές. Στη διαμάχη αυτή ο Τσιβανόπουλος βρήκε σύμμαχο μια από τις ελάχιστες φοιτητικές εφημερίδες του 19ου αιώνα: τον Φοιτητή,366 Με φιλελεύθερο πνεύμα και ουμανιστική διάθεση367 η εφημερίδα υποστήριξε σθεναρά από τις στήλες της τον αντιοθωνιστή Τσιβανόπουλο ,368 Η κριτική εναντίον του Παππαδόπουλου εστιάστηκε τόσο στην απροθυμία του να συμμετάσχει σε διαγωνισμό, όπως πρότεινε ο Τσιβανόπουλος, όσο και γενικότερα στην επιστημονική του ανεπάρκεια συγκριτικά με τα προσόντα του νεότερου συνυποψήφιου του. Ο συντάκτης του Φοιτητή πα-

νωση στα Σεμινάρια της Ερμούπολης (Ιούλιος 1992). Ευχαριστώ τον Δαυίδ Αντωνίου και τον Τριαντάφυλλο Σκλαβενίτη, οι οποίοι πρόθυμα μου παραχώρησαν στοιχεία για τον Σ. Τσιβανόπουλο και άλλους καθηγητές, τα οποία έχουν συγκεντρώσει στο πλαίσιο του ερευνητικού τους προγράμματος Οι λειτουργοί της Ανώτατης, της Μέσης και της Δημοτικής Εκπαίδευσης (19ος αι.). Βιογραφικά και εργογραφικά στοιχεία.

364. Βλ. Βικτωρία Χατζηγεωργίου-Χασιώτη, «Τα κατάλοιπα του Στέφανου Ξένου», Επιστημονική Επετηρίδα της Φιλοσοφικής Σχολής Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης 20 (1981), σ. 468-469.

365. Κατάστασις της Ελλάδος επί Όθωνος και προσδοκίαι αυτής υπό την Αυτού Μεγαλειότητα Γεωργίου Α' Βασιλέα των Ελλήνων, Αθήνα 1864. Πριν από τον διορισμό του είχε δημοσιεύσει ακόμη σε δύο τόμους τη μετάφραση της Πολιτικής Φιλοσοφίας του Λόρδου Βρούχαμ (Αθήνα 1867).

366. Κ. Λάππας, ό.π., σ. 552-559.

367. Στο ίδιο, σ. 555.

368. Βλ Φοιτητής. Εφημερίς των συμφερόντων τω έθνει, φ. 11 (6 Σεπτεμβρίου 1869), σ. 3, καθώς και το φ. της 20ής του ίδιου μήνα, όπου και επιστολή του Τσιβανόπουλου, σ. 1-2.

Σελ. 148
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/149.gif&w=600&h=915

παραινούσε τον υπουργό Παιδείας να τοποθετήσει στο Πανεπιστήμιο νέους, εκπαιδευμένους και διδάκτορες, αντί αυτοδίδακτους και αμαθείς γέροντες.369 Συν τοις άλλοις, η υφηγεσία του Τσιβανόπουλου συνιστούσε σημαντικό προσόν, η υποβάθμιση του οποίου θα αποτελούσε πλήγμα συνολικά για τον πανεπιστημιακό θεσμό. Παρ' όλα αυτά η κυβέρνηση Επαμεινώνδα Δεληγιώργη προτίμησε τον Παππαδόπουλο. Η πτώση της λίγους μήνες αργότερα οδήγησε στην παύση του εκλεκτού της και στον διορισμό του Τσιβανόπουλου, ο οποίος διέθετε την πολιτική εύνοια της νέας κυβέρνησης του Αλεξάνδρου Κουμουνδούρου.370

Το 1875 ο Τσιβανόπουλος προήχθη σε τακτικό καθηγητή. Όπως και ο προκάτοχος του Δ. Βερναρδάκης δίδαξε κυρίως αρχαία ιστορία (δώδεκα εξάμηνα). Προσέφερε όμως μεσαιωνική (τρία εξάμηνα) και νέα ιστορία (πέντε εξάμηνα), ενώ για ένα εξάμηνο δίδαξε ρωμαϊκή - μεσαιωνική και για ένα εξάμηνο μεσαιωνική - νέα ιστορία. Δίδαξε ακόμη για δύο εξάμηνα βυζαντινή ιστορία.

Σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, ο Σ. Τσιβανόπουλος κατά τη διάρκεια της πανεπιστημιακής του διδασκαλίας δεν εξέδωσε, τουλάχιστον αυτοτελώς, κάποια μελέτη. Το 1871 όντας υφηγητής δημοσίευσε αγγελία για τη μετάφραση και έκδοση του βιβλίου του καθηγητή της Ιστορίας στο Λονδίνο Κ. Κρήσυ με θέμα δεκαπέντε κρίσιμες μάχες της παγκόσμιας ιστορίας, από τη μάχη του Μαραθώνα έως το Βατερλό.371 Ο μεταφραστής είχε υπομνηματίσει το κείμενο και είχε επεκτείνει τμήματά του με στόχο την καλύτερη κατανόησή του από τη σπουδάζουσα νεολαία. Στη συνεδρίαση της Συγκλήτου (6 Μαΐου 1872) συζητήθηκε η αίτηση του Τσιβανόπουλου να ενισχύσει το Πανεπιστήμιο τη μετάφρασή του. Δεκατέσσερις ημέρες αργότερα, το Σώμα στη νέα συνεδρίασή του αποφάσισε να ενισχύει μόνο διδακτικά βιβλία, θεωρώντας ότι το προτεινόμενο βιβλίο δεν ανήκε σε αυτή την κατηγορία.

Μετά την αποχώρησή του από το Πανεπιστήμιο (1881) και τη βουλευτική του θητεία, ο Τσιβανόπουλος εξέδωσε πλήθος ιστορικών εγχειριδίων, τα οποία κάλυπταν όλο το φάσμα της παγκόσμιας και ελληνικής ιστορίας.372 Τα

369. Βλ. φ. 14 (27 Σεπτεμβρίου 1869), σ. 5-6.

370. Ο επιμελητής της έκδοσης των επιστολών του Γρηγορίου Παππαδόπουλου και της Δώρας δ' Ίστρια, Διονύσιος Π. Στεφάνου, αναφέρει ότι ο Κουμουνδούρος παρεχώρησεν τη θέση σε συγγενή ισχυρού του κομματάρχη, υπονοώντας τον Τσιβανόπουλο. Βλ. Ο Εν Αθηνακ..., ό.π., σ. 48.

371. Βλ Αγγελία. Αι 15 κρίσιμαι μάχαι του κόσμου, έντυπο μονόφυλλο του Σωκράτη I. Τσιβανόπουλου, χ.χ., ΙΑΠΑ, Αρχείο Πρωτοκόλλου, έτος 1870-1871, φάκ. 3.9.

372. Μοναδική εξαίρεση αποτέλεσε η μετάφραση του Λεξικού των ελληνικών και ρωμαϊκών αρχαιοτήτων του Ουίλλιαμ Σμιθ (1890).

Σελ. 149
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/150.gif&w=600&h=915

διαχώριζε σε όσα αφορούσαν τη σχολική εκπαίδευση και υποβάλλονταν στους σχετικούς διαγωνισμούς, και σε όσα προορίζονταν για τον λαό και για τους φοιτητές. Στην πραγματικότητα πρόκειται για τα ίδια βιβλία, με εξαίρεση μικρές μεταπλάσεις και προσθήκες, κείμενα χωρίς ουσιαστική τεκμηρίωση και βιβλιογραφία.

Η μεταγενέστερη έκδοση των εγχειριδίων του δημιουργεί ερωτηματικά αναφορικά με το κατά πόσον απηχούν την πανεπιστημιακή του διδασκαλία. Καθώς αποτελούν όμως μοναδικά τεκμήρια συγγραφικής δραστηριότητας με συναφή προς τη διδασκαλία του θέματα, είναι αναγκαία η αναφορά σε αυτά. Σημειώνω επιπροσθέτως τη σχετική ανάμνηση του Λάμπρου, κατά τον οποίο ο καθηγητής διάβαζε και πότε πότε ανέπτυσσε πενιχρόν γυμνασιακόν εγχειρίδιον της ιστορίας.373

Οι συγγραφικές επιλογές του Τσιβανόπουλου όπως και η διάρθρωση των έργων του συνδέονταν κατά κύριο λόγο με τα αιτούμενα των σχολικών διαγωνισμών. Επρόκειτο για μια ιστορία διδακτική, η οποία αφομοίωσε στοιχεία του σχήματος του Κ. Παπαρρηγόπουλου (στο μέτρο μάλιστα που από τη δεκαετία του 1880 και μετά εισήλθε στα σχολικά προγράμματα), χωρίς στην ουσία να μεταβληθεί η φιλοσοφία και οι προοπτικές της. Ήταν μια ιστορία στερεοτύπων η οποία παρέπεμπε σε κοινούς τόπους της σχολικής κατά κύριο λόγο ιστοριογραφίας, αναπαράγοντας κείμενα από ξένα και ελληνικά εγχειρίδια δίχως καμιά αναφορά στις πηγές της. Η ιστορία του Τσιβανόπουλου εμφορούνταν από τις ιδέες της θείας Πρόνοιας και των νόμων. Σε κάθε ιστορικό γεγονός ο ιστορικός δύναται να ανευρίσκη την ενότητα και την πρόοδον της ανθρωπότητος και να διακρίνη απανταχού την τυφλήν τύχην υποχωρούσαν εις το κράτος της θείας Πρόνοιας.3111 Πρόκειται για μια ιστορία χαρακτηρολογική, ηθικολογική, γεμάτη παρομοιώσεις: Ή δε Παγκόσμιος ιστορία κρατούσα την λαμπάδα της αληθείας εις τας χείρας, εξετάζει και ανακαλύπτει τους σκοτεινούς τάφους και την παλαιάν ζωήν και ακμήν των εξαφανισθέντων από του προσώπου της γης εθνών [...] Ώστε η μεν ευτυχία των εθνών είναι ανταμοιβή των αρετών, η δε δυστυχία συνεπεία των κακιών αυτών.375 Λόγος μακροπερίοδος, γεμάτος επιθετικούς προσδιορισμούς που χρωμάτιζαν την πορεία της ανθρωπότητας ή του ελληνικού έθνους, επιτείνοντας τα ηθικά προτάγματα. Σε μια εποχή κατά την οποία η

373. «Κεφάλαιον δ εκατόν έβδομον. Ιστορική διδασκαλία»: Αι ιστορικαί μελέται..., ό.π.

374. Αγγελία..., ό.π.

375. Σ. Τσιβανόπουλος, Παγκόσμιος Ιστορία. Προς χρήσιν του λαού, τ. 1, Αθήνα, Τυπογραφείον «Ο Φοίνιξ», 1891, σ. 2-3.

Σελ. 150
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/151.gif&w=600&h=915

πρωτογενής έρευνα αναδεικνυόταν σταδιακά σε κύριο αίτημα της ιστορίας, ο Τσιβανόπουλος, με τη συγγραφή κυρίως σχολικών εγχειριδίων, περιοριζόταν -και παρά την αναφορά του στον εσωτερικό και εξωτερικό βίο των ανθρώπων, όπου περιλαμβάνονταν το πολίτευμα, οι νόμοι, η κυβέρνηση, το θρήσκευμα, οι τέχνες-376 στην ξηρή σχεδόν περιγραφή πολιτικών γεγονότων και διαδοχών.

Στην αρχαία ιστορία του ο καθηγητής της Γενικής ιστορίας διατήρησε το γνωστό σχήμα: ιστορία των αρχαίων εθνών (όπου τοποθετούσε Σίνες, Ινδούς, Αιγυπτίους, Ασσυρίους, Βαβυλώνιους, Φοίνικες, Εβραίους, Μήδους και Πέρσες) - ελληνική - ρωμαϊκή. Η παρουσίαση της ιστορίας των λαών αυτών συνοδευόταν από μια σειρά ηθικών και χαρακτηρολογικών κρίσεων, ενώ στο κεφάλαιο για τους Εβραίους -συνεχίζοντας την παράδοση της γενικής ιστορίας, όπως τη συναντήσαμε και στον Μανούση- ενσωμάτωσε πληροφορίες της Παλαιάς Διαθήκης.377 Η ιστορία των ανατολικών εθνών, η ιστορία του ασιατικού πολιτισμού, αποτελούσε τον προπομπό του ελληνικού, καθώς οι Έλληνες μέσω των εμπορικών τους σχέσεων τον είχαν γνωρίσει και είχαν εγκολπωθεί τα σημαντικότερα στοιχεία του. Οι Έλληνες, και μέσω αυτών οι Ρωμαίοι, διασκόρπισαν τον πολιτισμό τους σε όλο τον τότε γνωστό κόσμο. Χαρακτηριστικό της σπουδαιότητας που καταλάμβανε η αρχαία ελληνική ιστορία έως και τον Μέγα Αλέξανδρο ήταν η έκταση της (96 σελίδες) έναντι της ιστορίας όλων των άλλων εθνών (125 σελίδες) στην Παγκόσμιο Ιστορία του.

Ο Τσιβανόπουλος διέκρινε την πορεία του ελληνικού έθνους σε δέκα περιόδους. Στην πρώτη, την προελληνική ή πελασγική, ανήκαν οι προϊστορικοί λαοί (Πελασγοί, Θράκες, Λέλεγες, Κάρες)378 που κατοίκησαν την Ελλάδα. Ακολουθούσαν οι εννέα περίοδοι της καθαυτό ελληνικής ιστορίας. Οι έξι πρώτες περίοδοι αναφέρονταν στην αρχαία Ελλάδα, έως την υποταγή των ελληνικών πόλεων στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Η αυτοκρατορία του Φιλίππου και του Μεγάλου Αλεξάνδρου ήταν πλήρως ενσωματωμένη στην ελληνική ιστορία, ενώ ο τελευταίος θεωρούνταν ο θεμελιωτής του κράτους των Ελλήνων. Η αρχαία ελληνική ιστορία τελείωνε με την άλωση της Κορίνθου, ενώ αιτία της πτώσης θεωρούνταν αι εσωτερικαί διχόνοιαι και η γενική εξαχρείωσις της αρετής των Ελλήνων.379 Η όγδοη περίοδος περιελάμβανε το διάστημα από την κατα-

376. Στο ίδιο, σ. 1.

377. Σύνοψις της Γενικής Ιστορίας από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι του θανάτου του Μεγάλου Αλεξάνδρου κατά το πρόγραμμα του Υπουργείου προς χρήσιν της Α' τάξεως των Γυμνασίων, Αθήνα, Σ. Κ. Βλαστός, 1886, σ. 94-109.

378. Σ. Τσιβανόπουλος, Παγκόσμιος Ιστορία..., ό.π., σ. 17.

379. Στο ίδιο, σ. 7.

Σελ. 151
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/152.gif&w=600&h=915

καταστροφή της Κορίνθου έως την Άλωση. Η ένατη περίοδος αφορούσε την εντελή και ταπεινή κατάσταση, δηλαδή την Τουρκοκρατία, στην οποία είχε περιπέσει το ελληνικό έθνος έως την «αναγέννησή» του, το 1821. Η τελευταία περίοδος εκτεινόταν από την Επανάσταση του 1821 έως τη βασιλεία του Γεωργίου

Α' 380

Όπως για τον Βερναρδάκη, έτσι και για τον Τσιβανόπουλο η σημαντικότερη περίοδος της ελληνικής ιστορίας παρέμενε η αρχαία. Η διδασκαλία του Βυζαντίου αποτελούσε τμήμα της παγκόσμιας ιστορίας, εγγραφόταν όμως πλέον στη σφαίρα της ζωής του ελληνικού έθνους, το οποίο παρουσίαζε αδιάσπαστη πορεία. Παρά τον ελληνικό χαρακτήρα του, το Βυζάντιο λόγω της θεοκρατικής του φυσιογνωμίας προκαλούσε απέχθεια στον ιστορικό, που αναγκαζόταν να ενδιατρίψη αδιαφόρως και μετ' αηδίας εις την Ιστορίαν του Βυζαντινού Κράτους.381 Η δυσπιστία του προς το Βυζάντιο εκδηλώθηκε και στη δημόσια κριτική του προς τον Κ. Παπαρρηγόπουλο το 1875. με αφορμή τις εκδηλώσεις των Ολυμπίων. Στο κείμενο του ο Τσιβανόπουλος αφού αναφερόταν σε όλα τα «κακά» που κληροδότησε η Ρώμη στο Βυζάντιο, επικεντρωνόταν στους δυο τελευταίους τόμους της Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους, αναδεικνύοντας τα θετικά στοιχεία ενός έργου το οποίο κάλυπτε μεγάλο κενό στη νεοελληνική φιλολογία.382 Στο κείμενο του ο καθηγητής, πρόσφατο ανάστημα της φατρίας [των κοκκίνων], όπως τον χαρακτήρισε στη συγκεκριμένη χρονική συγκυρία ο Κ. Θ. Δημαράς, στεκόταν ακόμη -πρόκειται βέβαια για ειρωνεία εάν κανείς σκεφτεί στη συνέχεια τον όγκο των σχολικών εγχειριδίων που συνέγραψε- κριτικός προς την πρόθεση του Παπαρρηγόπουλου να γράψει μια ιστορία για τους πολλούς.383

Η διδασκαλία των Βερναρδάκη και Τσιβανόπουλου, η οποία ακούστηκε στις φοιτητικές αίθουσες παράλληλα με εκείνη του Κ. Παπαρρηγόπουλου, συνέχισε την παράδοση της γενικής ιστορίας, ενσωματώνοντας στοιχεία από το σχήμα του συγγραφέα της ΙΕΕ. Η αρχαία Ελλάδα διατηρούσε πάντα την

380. Στο ίδιο, σ. 8.

381. Σωκράτης Τσιβανόπουλος, Γενική Ιστορία, Α', Βιβλίον Α', Ιστορία Σινών, Ινδών, Αιγυπτίων, Βαβυλωνίων, Ασσυρίων, Φοινίκων, Εβραίων και Περσών, τεύχος Α', Προοίμιον και ιστορία Σινών, τεύχος Β', Ιστορία Ινδών, Αθήνα, Τυπογραφείον «Ο Παλαμήδης», 1885, σ. 32.

382. «Ειδική Έκθεσις Περί της διανοητικής προόδου του Ελληνικού Έθνους εν τω φιλολογικό τμήματι κατά την Γ περίοδον των Ολυμπίων»: Ολύμπια του 1875 - Περίοδος Τρίτη - Υπό της επί των Ολυμπίων και των κληροδοτημάτων επιτροπής, Αθήνα 1878, σ. 234-235.

383. Ύστερες κρίσεις για τον Κ. Παπαρρηγόπουλο, Αθήνα, Ερμής, 1971, σ. 3-4.

Σελ. 152
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/153.gif&w=600&h=915

πρωτοκαθεδρία- ο Μέγας Αλέξανδρος και κυρίως το Βυζάντιο γίνονταν με συγκατάβαση αποδεκτά ως ισότιμα τμήματα της ελληνικής ιστορίας. Είναι χαρακτηριστική η κριτική του πλέον αρμόδιου, του Κ. Παπαρρηγόπουλου. Σε έκθεσή του για τα εγχειρίδια ιστορίας της τρίτης τάξης του Ελληνικού Σχολείου (1888), ο Παπαρρηγόπουλος σχολίαζε αρνητικά το γεγονός ότι όλα τα υποβληθέντα εγχειρίδια, ανάμεσά τους και εκείνο του Τσιβανόπουλου, θεωρούσαν αρχή της Βυζαντινής ή Ελληνικής Αυτοκρατορίας τον Ιουστινιανό και όχι τον Μέγα Κωνσταντίνο, ενώ δεν εξηγούσαν την ηθική και πνευματική σχέση του χριστιανισμού με την αρχαία Ελλάδα.384

Η κοινή αναφορά στους Βερναρδάκη και Τσιβανόπουλο δεν υπονοεί την ταύτισή τους. Όπως άλλωστε είχε επισημανθεί και σε δημοσιεύματα της εποχής, επρόκειτο στην πραγματικότητα για δύο τελείως διαφορετικές περιπτώσεις: αφενός ένας λόγιος και σημαντικός θεατρικός συγγραφέας, αφετέρου ένας ιστορικός που ενδιαφέρθηκε κυρίως για την επαγγελματική και οικονομική του ανέλιξη, αποδίδοντας ελάχιστη σημασία στο συγγραφικό και διδακτικό του έργο. Όπως σημείωνε ο Εμμανουήλ Ροΐδης στον Ασμοδαίο, στις 21 Σεπτεμβρίου 1875: Εν τω εθνικώ ημών Πανεπιστημίω, οπού κατά παράδοξον ανοχήν η σοφία και η αγραμματοσύνη συζώσιν εν αδελφική αρμονία, έχουσαι εκατέρα επισήμους και ανεγνωρισμένους αντιπροσώπους, Μιστριώτας παρά Φιλίπποις και Κυριακούς παρά ιατροίς, υπάρχει και τις καθηγητής ονόματι Τζιβανόπουλος [...] Αν ο σεβόμενος εαυτόν τύπος ενόει κάλλιον την αποστολήν του, ούτε ο Τζιβανόπουλος ήθελε παραδίδει ιστορίαν εν μέσαις Αθήναις, ούτε ο Βερναρδάκης ήθελε φυτεύει λάχανα εν Μυτιλήνη.385

Η επικέντρωση της μίας από τις δύο έδρες στην ελληνική ιστορία, με έκταση περιεχομένου από την αρχαιότητα έως τα σύγχρονα χρόνια, δεν μετέβαλε τον χαρακτήρα της άλλης, ούτε ενίσχυσε τη διδασκαλία των μεσαιωνικών και νεότερων χρόνων. Αντίθετα, η παρουσία του Δ. Βερναρδάκη, ο οποίος είτε λόγω επιλογής είτε λόγω αδυναμίας αφιέρωσε το μεγαλύτερο μέρος της διδασκαλίας του στην αρχαία και μάλιστα ελληνική ιστορία, ενίσχυσε την παρουσία της συγκεκριμένης περιόδου. Η διδασκαλία του Σ. Τσιβανόπουλου, ενός άγνωστου ιστορικού με μια μάλλον «διαχειριστική» αντίληψη του μαθήματος του, εξασφάλισε την εντονότερη παρουσία της μεσαιωνικής και νεότερης ιστορίας στο πρόγραμμα μαθημάτων, χωρίς όμως να απειλήσει και πάλι την

384. Χρ. Κουλούρη, Ιστορία και γεωγραφία..., ό.π., σ. 325-326.

385. Βλ. Εμμανουήλ Ροΐδης, Άπαντα, επιμ.: Άλκης Αγγέλου, τ. 2, Αθήνα, Ερμής, 1978, σ. 157, 159.

Σελ. 153
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/154.gif&w=600&h=915

κυριαρχία της αρχαίας. Η είσοδος στη Φιλοσοφική Σχολή του Σπυρίδωνος Λάμπρου άνοιγε νέο ορίζοντα αντιλήψεων στην πανεπιστημιακή ιστορική διδασκαλία.

Σελ. 154
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/155.gif&w=600&h=915

ΚΕΦΑΛΑΙΟ E'

Η ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΣΤΗ ΣΦΑΙΡΑ ΤΗΣ ΡΗΤΟΡΕΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΔΙΔΑΚΤΙΣΜΟΥ

ΤΑ ΣΥΓΓΡΑΜΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

Και αυτό δε το Εθνικόν Πανεπιστήμιον επί πολλάς δεκαετίας από της συστάσεως αυτού ήκιστα είχε συντελέσει εις την παρ' ημίν ανάπτυξιν της ιστορικής μεθόδου, άτε του εν αυτώ ιστορικού έργου περιοριζομένου εις θεωρητικήν και εξαγγελτικήν μόνον από καθέδρας διδασκαλίαν, έως τέλος εισήχθησαν και αι μεγάλως ωφελήσασαι πρακτικαί εν τοις ιστορικοίς φροντιστηρίοις ασκήσεις.386

Όταν ο Σπυρίδων Λάμπρος, εξόριστος στη Σκόπελο το 1918, σημείωνε τα παραπάνω, είχε εύλογα στον νου του τα πρώτα χρόνια της διδακτικής του δράσης στο Αθήνησι τη δεκαετία του 1870. Νεαρός τότε υφηγητής, ξεκινούσε εθελοντικά τη φροντιστηριακή ιστορική διδασκαλία για τους φοιτητές της Φιλοσοφικής Σχολής. Έως την εποχή εκείνη οι καθηγητές και υφηγητές της Ιστορίας περιορίζονταν, όπως σχεδόν και το σύνολο των διδασκόντων της Φιλοσοφικής, στην «από καθέδρας διδασκαλία», στην από στήθους, σημειώσεων ή και από βιβλίου παρουσίαση της διδακτέας ύλης. Όπως θυμόταν ο Λάμπρος στο ίδιο έργο,387 μόνο ο Κ. Παπαρρηγόπουλος και ο Αλ. Ραγκαβής στα χρόνια των πανεπιστημιακών σπουδών του δίδασκαν «διά ζώσης». Οι υπόλοιποι καθηγητές διάβαζαν συνήθως κάποιο εγχειρίδιο. Ακόμη και ο Δ. Βερναρδάκης, ου απαράμιλλος ήτο η γοητεία διά το αργυρόηχον της φωνής και την γλαφυρότητα της γλώσσης, υπαγόρευε τις ιστορικές διαλέξεις του, ενώ ο Σ. Τσιβανόπουλος διάβαζε πενιχρό γυμνασιακό εγχειρίδιο. Η σημαντική αλλαγή στη διδασκαλία της ιστορίας συνδεόταν, σύμφωνα με τον Λάμπρο, με την είσοδο στο Πανεπιστήμιο του Πατσόπουλου, του Καρολίδη και του ίδιου.

Η επισήμανση δεν αφορούσε μόνο τον τρόπο της διδασκαλίας, αλλά και

386. Σπ. Λάμπρος, «Κεφάλαιον πρώτον. Φιλοσοφία της Ιστορίας και ιστορική μέθοδος»: Αι ιστορικαί μελέται εν Ελλάδι..., ό.π.

387. «Κεφάλαιον δέκατον έβδομον. Ιστορική διδασκαλία», στο ίδιο.

Σελ. 155
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/156.gif&w=600&h=915

την έλλειψη εξειδικευμένων εγχειριδίων για τους φοιτητές. Όσοι παρακολουθούσαν τα μαθήματα δεν συγκροτούσαν ένα επαρκές αναγνωστικό κοινό που να εγγυάται την οικονομική επιτυχία ανάλογων πρωτοβουλιών. Παρά τις κατά καιρούς καταγγελίες των φοιτητών για τον τρόπο διδασκαλίας και την έλλειψη συγγραμμάτων, το πρόβλημα εξακολούθησε να υφίσταται για πολλά χρόνια μετά την ίδρυση του Πανεπιστημίου. Η έκδοση ενός εγχειριδίου αποτελούσε πολυέξοδη υπόθεση, την οποία δεν μπορούσαν να καλύψουν οι συγγραφείς τους, ιδιαίτερα εκείνοι της Φιλοσοφικής Σχολής, οι οποίοι σε αντίθεση με τους συναδέλφους τους της Νομικής ή της Ιατρικής δεν είχαν άλλες σημαντικές πηγές εσόδων πλην του μισθού τους. Ένα πολυσέλιδο βιβλίο ήταν κατά τεκμήριο πολύ πιο ακριβό από τους ολιγοσέλιδους λόγους και κάποτε τους λίβελους, οι οποίοι καταλάμβαναν σημαντικό τμήμα της εργογραφίας των διδασκόντων.

Από την πλευρά του το Πανεπιστήμιο προσπάθησε να ενισχύσει οικονομικά τις εκδόσεις του διδακτικού προσωπικού του, με ιδιαίτερη έμφαση σε όσες στόχευαν στο φοιτητικό κοινό, είτε από τον προϋπολογισμό του, είτε διεκδικώντας κονδύλια από το υπουργείο Παιδείας, είτε από συνδρομές ιδιωτών. Η προσπάθεια όμως αυτή ούτε συστηματική ήταν, ούτε έφερε και τα προσδοκώμενα αποτελέσματα.388 Οι καθηγητές δεν εξέδιδαν εγχειρίδια, ενώ οι φοιτητές κρατούσαν σημειώσεις, τις οποίες αντέγραφαν και δανείζονταν μεταξύ τους ή πουλούσαν. Από τα μέσα του αιώνα κυκλοφορούσαν πανεπιστημιακές παραδόσεις που είχαν στενογραφηθεί και εκδοθεί από τους ίδιους τους φοιτητές· προς τα τέλη του παρατηρείται αύξηση στον αριθμό των πανεπιστημιακών εγχειριδίων, πρωτότυπων ή μεταφρασμένων, λόγω και της εφαρμογής της φθηνότερης τεχνικής της λιθογραφίας, χωρίς όμως να επιλυθεί το πρόβλημα και να παύσει η σχετική φιλολογία.389 Μοναδικό τέτοιο δείγμα σημειώσεων το οποίο έχει εντοπιστεί έως σήμερα για την ιστορία αφορούσε την Ιστορία των ελληνικών αποικιών που δίδαξε ο Κ. Σχινάς.

Στην πραγματικότητα, η έκδοση των εγχειριδίων δεν αποτελούσε προτεραιότητα του Πανεπιστημίου. Έως τη δεκαετία του 1880 η συγγραφή γενικά, και ειδικότερα πανεπιστημιακών εγχειριδίων, δεν συνιστούσε προσόν απαραίτητο για τον διορισμό ή την παραμονή στη διδακτική έδρα. Στον κανονισμό λειτουργίας δεν προβλέπονταν τα προσόντα των υποψήφιων τακτικών ή

388. Βλ. Κ. Λάππας, «Το πρόβλημα των συγγραμμάτων»: Πανεπιστήμιο και φοιτητές..., ό.π., σ. 211-217.

389. Στο ίδιο, σ. 212-213.

Σελ. 156
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Η συγκρότηση της ιστορικής επιστήμης και η διδασκαλία της ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (1837-1932)
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 137
    

    ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ'

    ΥΠΟ ΤΗ ΣΚΙΑ ΤΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΥ: ΜΠΟΛΙΑΖΟΝΤΑΣ ΤΗ ΓΕΝΙΚΗ ΜΕ ΤΗΝ ΕΘΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

    Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΩΣ ΜΕΙΓΜΑ ΙΔΙΟΤΥΠΟΝ: ΟΙ ΑΓΩΝΙΕΣ ΕΝΟΣ ΕΥΕΞΑΠΤΟΥ ΘΕΑΤΡΙΚΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ

    Το χειμερινό εξάμηνο 1861-1862 διορίστηκε έκτακτος καθηγητής της Γενικής ιστορίας και της Φιλολογίας ο Δημήτριος Βερναρδάκης (1833-1907) ,318 Μόλις είκοσι οκτώ χρονών, ο νεαρός καθηγητής από φτωχή οικογένεια της Μυτιλήνης παρουσίαζε ήδη σημαντική λογοτεχνική (κυρίως θεατρική) δραστηριότητα. Είχε φοιτήσει στη Φιλοσοφική Σχολή της Αθήνας -είναι ο πρώτος καθηγητής Ιστορίας που υπήρξε απόφοιτος της-, όπου είχε συνδεθεί στενά με τον Θ. Μανούση.319 Χάρη σε κληροδότημα του τελευταίου συνέχισε τις ιστορικές και φιλολογικές σπουδές του στα Πανεπιστήμια του Μονάχου και του Βερολίνου, όπου παρακολούθησε μαθήματα του Μπεκ. Για τον διορισμό του καθοριστική υπήρξε η εύνοια του υπουργού Παιδείας και πρώην καθηγητή της Νομικής Μιχαήλ Ποτλή, πολιτικού στενά συνδεδεμένου με το οθωνικό καθεστώς. Παράλληλα, υπήρξε και προστατευόμενος του συγγενούς του Δημητρίου Μπερναρδάκη, πλούσιου ομογενούς εμπόρου της Πετρούπολης και γνωστού ευεργέτη του Πανεπιστημίου ,320

    Στο πρώτο εξάμηνο μετά τον διορισμό του ο καθηγητής δίδαξε γενική

    318. Για τον Δ. Βερναρδάκη βλ. τα σχετικά κείμενα στο αφιέρωμα του περιοδικού Λεσβιακά. Δελτίον της Εταιρείας Λεσβιακών Μελετών. Πρακτικά Συνεδρίου: «Οι αδελφοί Βερναρδάκη στα Νεοελληνικά Γράμματα», τ. 11, Αθήνα 1987. Για την εργογραφία του βλ. Στέρ. Φασουλάκης, Παντελής Αργύρης, Αναγραφή δημοσιευμάτων Δημ. Ν. Βερναρδάκη και Γρηγ. Ν. Βερναρδάκη. Συμβολή πρώτη, Αθήνα, Εταιρεία Λεσβιακών Μελετών, 1986.

    319. Για τις στενές σχέσεις του Μανούση με τον Βερναρδάκη βλ. Σ. Κουγέας, «Μια επιστολή του Δ. Βερναρδάκη...», ό.π., σ. 59-65.

    320. Βλ. Παντελής Αργύρης, «Πανεπιστημιακές έριδες: Η περίπτωση του Δ. Βερναρδάκη και του Κ. Κόντου»: Πανεπιστήμιο: Ιδεολογία και Παιδεία..., ό.π., τ. 2, σ. 550.