Συγγραφέας:Καραμανωλάκης, Βαγγέλης Δ.
 
Τίτλος:Η συγκρότηση της ιστορικής επιστήμης και η διδασκαλία της ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (1837-1932)
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:42
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:2006
 
Σελίδες:551
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Εκπαίδευση-Τριτοβάθμια
 
Παιδεία-Εκπαίδευση
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα, Πανεπιστήμιο Αθηνών
 
Χρονική κάλυψη:1837-1932
 
Περίληψη:Αφετηριακή υπόθεση της εργασίας αυτής είναι ότι η ιστορία συγκροτείται ως επιστήμη μέσα από την καταλυτική επίδραση εκπαιδευτικών θεσμών για την παραγωγή και τη μετάδοση της γνώσης, όπως είναι το πανεπιστήμιο. Οι θεσμοί αυτοί επιβάλλουν σε μεγάλο βαθμό στην ιστοριογραφική παραγωγή τη λογική της συγκρότησης και της λειτουργίας τους, τις αξίες που τους διέπουν, τις πρακτικές ανάδειξης κύρους και τους συσχετισμούς δύναμης που επικρατούν στο εσωτερικό τους, τις σχέσεις τους με την πολιτική εξουσία και την κοινωνία. Η πανεπιστημιακή διδασκαλία της ιστορίας κατά την περίοδο που καλύπτει το βιβλίο συνδέθηκε με μια σειρά από παράγοντες και μεταβλητές, στοιχεία που καθόρισαν και το συγκεκριμένο πλαίσιο αναφοράς : το πανεπιστημιακό περιβάλλον, η ιστοριογραφική παράδοση, τα πρόσωπα που δίδαξαν και οι αποδέκτες της διδασκαλίας τους. Στόχος της παρούσας εργασίας είναι η συνεξέταση αυτών των παραγόντων μέσα στην ευρύτερη πολιτική και κοινωνική συγκυρία από την οποία σε μεγάλο βαθμό ορίστηκαν και την οποία εντέλει επανακαθόρισαν, με άλλα λόγια θέμα του βιβλίου είναι η συγκρότηση, στον χώρο του Πανεπιστημίου Αθηνών, μιας εθνικής-επιστημονικής ιστορίας με έντονο διδακτικό χαρακτήρα, η οποία επηρέασε καθοριστικά τη συνολική ιστοριογραφική παραγωγή, λόγω της σημαίνουσας θέσης του ιδρύματος, καθώς για έναν περίπου αιώνα αποτέλεσε τον μοναδικό οργανωμένο θεσμό της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης ο οποίος παρήγε ιστορική γνώση, κατάρτιζε τους φοιτητές και προετοίμαζε τους αποφοίτους του για τη διάχυση αυτής της γνώσης, μέσω κυρίως του σχολικού δικτύου, στο ελληνικό βασίλειο και στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 43.93 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 147-166 από: 554
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/147.gif&w=600&h=915

τελευταίος με την αρθρογραφία του πυροδότησε και τη συνέχεια των επεισοδίων, υποκινώντας, σύμφωνα και με όλες τις ενδείξεις, μια μερίδα φοιτητών εναντίον του Βερναρδάκη. Ο ίδιος άλλωστε ο παθών απέδωσε τα συμβάντα σε συμπαιγνία των πανεπιστημιακών του αντιπάλων και της νέας πολιτικής εξουσίας.360

Όπως έχει επισημάνει και ο Κώστας Λάππας, τα επεισόδια αυτά είναι ενδεικτικά της σταδιακής συντηρητικοποίησης του Πανεπιστημίου και του φοιτητικού κινήματος στη δεκαετία του I860.361 Στην πραγματικότητα, όπως φάνηκε και προηγουμένως, ο συντηρητικός αυτός λόγος δεν αντιμαχόταν ένα συγκροτημένο καινοτόμο πρόγραμμα αλλά τις νεωτερικές εκφάνσεις μιας εκλεκτικιστικής διδασκαλίας, η οποία παρέμεινε βαθύτατα συντηρητική, έξω από το πνεύμα των καιρών, αντίθετη στις ανησυχίες για εκδημοκρατισμό του πολιτεύματος. Η αντισυνταγματική στάση του Βερναρδάκη μπορούμε να θεωρήσουμε ότι συντέλεσε καθοριστικά στην απουσία συσπείρωσης των φοιτητων που θα ήθελαν να τον υπερασπιστούν.

Στην πανεπιστημιακή θητεία του Δ. Βερναρδάκη η διδασκαλία του συνδέθηκε με τα μεγάλα ακροατήρια αλλά και τις έντονες συγκρούσεις, οι οποίες άλλωστε οδήγησαν στην παραίτησή του.362 Πολυσχιδής προσωπικότητα, με ένα ευρύτατο πεδίο ενδιαφερόντων -το μεγαλύτερο μέρος τους αφορούσε τη θεατρική τέχνη-, αντιμετώπισε το Πανεπιστήμιο ως μέσο κυρίως βιοπορισμού, στο μέτρο μάλιστα που η οικογενειακή του κατάσταση επέτεινε την οικονομική ανασφάλειά του. Οι ιστορικές του μελέτες αποτέλεσαν ένα μικρό τμήμα της δραστηριότητάς του συγκριτικά με το θεατρικό και το φιλολογικό του έργο, το οποίο πρέπει να συνεξεταστεί με το υπόλοιπο έργο του ώστε να αναζητηθούν συνολικά οι αντιφάσεις και οι συνέχειές του.

Η ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΟΥ ΣΩΚΡΑΤΗ ΤΣΙΒΑΝΟΠΟΥΛΟΥ : ΟΙΝΟΣ ΠΑΛΑΙΟΣ ΣΕ ΑΣΚΟΥΣ ΝΕΟΥΣ

Επόμενος έκτακτος καθηγητής της έδρας διορίστηκε το 1871 ο Σωκράτης Τσιβανόπουλος (1836-1896).363 Γεννημένος στον Αϊ-Γιάννη Κυνουρίας, ο νέος

360. Βλ. ανέκδοτη επιστολή Βερναρδάκη: Π. Αργύρης, ό.π., σ. 550. Βλ. Κ. Λάππας, ό.π., σ. 467-471.

361. Κ. Λάππας, ό.π., σ. 548.

362. Βλ. Ιωάννης Ολύμπιος, Ο βίος και το έργον του Δημητρίου Βερναρδάκη: επί τη εκατονταετηρίδι εορτή των γενεθλίων του ποιητού, Μυτιλήνη 1938, σ. 21-22.

363. Για τον Τσιβανόπουλο βλ. Μ.Γ. Δ. (ομαζάκις), «Τσιβανόπουλος Σωκράτης», ΜΕΕ, ό.π., τ. 23, σ. 442, και Ιωάννα Λαλιώτου, «Σωκράτης Τσιβανόπουλος», ανακοίνωση

Σελ. 147
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/148.gif&w=600&h=915

καθηγητής φοίτησε στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών και στη συνέχεια παρακολούθησε πανεπιστημιακά μαθήματα στο Λονδίνο. Εργάστηκε ως καθηγητής στο αγγλικό γυμνάσιο της Μάλτας, ενώ αρθρογράφησε στην ελληνική εφημερίδα του Λονδίνου Βρεττανικός Αστήρ. Αντίθετα με τον προκάτοχο του, ο Σωκράτης Τσιβανόπουλος φαίνεται ότι ανέπτυξε έντονη αντιοθωνική δράση.364 Το 1864 είχε δημοσιεύσει δίγλωσση έκδοση γραμμένη στην ελληνική και αγγλική γλώσσα, στην οποία κατήγγελλε το καθεστώς του Όθωνα και αναφερόταν στην κατάσταση του ελληνικού βασιλείου και στις προσδοκίες του λαού από τον νέο μονάρχη.365

Ως υφηγητής της Πολιτικής φιλοσοφίας, ή της Ιστορίας των (αρχαίων) πολιτευμάτων, ο Τσιβανόπουλος δίδαξε πρώτη φορά στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών το ομώνυμο δίωρο μάθημα για έξι εξάμηνα. Μετά την αποχώρηση του Βερναρδάκη, διεκδίκησε τη θέση του με ανθυποψήφιο τον Γρ. Παππαδόπουλο. Το θέμα απέκτησε δημόσιο χαρακτήρα μέσω της αρθρογραφίας των εφημερίδων, αλλά και των επιστολών που αντάλλαξαν και δημοσιοποίησαν οι δυο διεκδικητές. Στη διαμάχη αυτή ο Τσιβανόπουλος βρήκε σύμμαχο μια από τις ελάχιστες φοιτητικές εφημερίδες του 19ου αιώνα: τον Φοιτητή,366 Με φιλελεύθερο πνεύμα και ουμανιστική διάθεση367 η εφημερίδα υποστήριξε σθεναρά από τις στήλες της τον αντιοθωνιστή Τσιβανόπουλο ,368 Η κριτική εναντίον του Παππαδόπουλου εστιάστηκε τόσο στην απροθυμία του να συμμετάσχει σε διαγωνισμό, όπως πρότεινε ο Τσιβανόπουλος, όσο και γενικότερα στην επιστημονική του ανεπάρκεια συγκριτικά με τα προσόντα του νεότερου συνυποψήφιου του. Ο συντάκτης του Φοιτητή πα-

νωση στα Σεμινάρια της Ερμούπολης (Ιούλιος 1992). Ευχαριστώ τον Δαυίδ Αντωνίου και τον Τριαντάφυλλο Σκλαβενίτη, οι οποίοι πρόθυμα μου παραχώρησαν στοιχεία για τον Σ. Τσιβανόπουλο και άλλους καθηγητές, τα οποία έχουν συγκεντρώσει στο πλαίσιο του ερευνητικού τους προγράμματος Οι λειτουργοί της Ανώτατης, της Μέσης και της Δημοτικής Εκπαίδευσης (19ος αι.). Βιογραφικά και εργογραφικά στοιχεία.

364. Βλ. Βικτωρία Χατζηγεωργίου-Χασιώτη, «Τα κατάλοιπα του Στέφανου Ξένου», Επιστημονική Επετηρίδα της Φιλοσοφικής Σχολής Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης 20 (1981), σ. 468-469.

365. Κατάστασις της Ελλάδος επί Όθωνος και προσδοκίαι αυτής υπό την Αυτού Μεγαλειότητα Γεωργίου Α' Βασιλέα των Ελλήνων, Αθήνα 1864. Πριν από τον διορισμό του είχε δημοσιεύσει ακόμη σε δύο τόμους τη μετάφραση της Πολιτικής Φιλοσοφίας του Λόρδου Βρούχαμ (Αθήνα 1867).

366. Κ. Λάππας, ό.π., σ. 552-559.

367. Στο ίδιο, σ. 555.

368. Βλ Φοιτητής. Εφημερίς των συμφερόντων τω έθνει, φ. 11 (6 Σεπτεμβρίου 1869), σ. 3, καθώς και το φ. της 20ής του ίδιου μήνα, όπου και επιστολή του Τσιβανόπουλου, σ. 1-2.

Σελ. 148
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/149.gif&w=600&h=915

παραινούσε τον υπουργό Παιδείας να τοποθετήσει στο Πανεπιστήμιο νέους, εκπαιδευμένους και διδάκτορες, αντί αυτοδίδακτους και αμαθείς γέροντες.369 Συν τοις άλλοις, η υφηγεσία του Τσιβανόπουλου συνιστούσε σημαντικό προσόν, η υποβάθμιση του οποίου θα αποτελούσε πλήγμα συνολικά για τον πανεπιστημιακό θεσμό. Παρ' όλα αυτά η κυβέρνηση Επαμεινώνδα Δεληγιώργη προτίμησε τον Παππαδόπουλο. Η πτώση της λίγους μήνες αργότερα οδήγησε στην παύση του εκλεκτού της και στον διορισμό του Τσιβανόπουλου, ο οποίος διέθετε την πολιτική εύνοια της νέας κυβέρνησης του Αλεξάνδρου Κουμουνδούρου.370

Το 1875 ο Τσιβανόπουλος προήχθη σε τακτικό καθηγητή. Όπως και ο προκάτοχος του Δ. Βερναρδάκης δίδαξε κυρίως αρχαία ιστορία (δώδεκα εξάμηνα). Προσέφερε όμως μεσαιωνική (τρία εξάμηνα) και νέα ιστορία (πέντε εξάμηνα), ενώ για ένα εξάμηνο δίδαξε ρωμαϊκή - μεσαιωνική και για ένα εξάμηνο μεσαιωνική - νέα ιστορία. Δίδαξε ακόμη για δύο εξάμηνα βυζαντινή ιστορία.

Σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, ο Σ. Τσιβανόπουλος κατά τη διάρκεια της πανεπιστημιακής του διδασκαλίας δεν εξέδωσε, τουλάχιστον αυτοτελώς, κάποια μελέτη. Το 1871 όντας υφηγητής δημοσίευσε αγγελία για τη μετάφραση και έκδοση του βιβλίου του καθηγητή της Ιστορίας στο Λονδίνο Κ. Κρήσυ με θέμα δεκαπέντε κρίσιμες μάχες της παγκόσμιας ιστορίας, από τη μάχη του Μαραθώνα έως το Βατερλό.371 Ο μεταφραστής είχε υπομνηματίσει το κείμενο και είχε επεκτείνει τμήματά του με στόχο την καλύτερη κατανόησή του από τη σπουδάζουσα νεολαία. Στη συνεδρίαση της Συγκλήτου (6 Μαΐου 1872) συζητήθηκε η αίτηση του Τσιβανόπουλου να ενισχύσει το Πανεπιστήμιο τη μετάφρασή του. Δεκατέσσερις ημέρες αργότερα, το Σώμα στη νέα συνεδρίασή του αποφάσισε να ενισχύει μόνο διδακτικά βιβλία, θεωρώντας ότι το προτεινόμενο βιβλίο δεν ανήκε σε αυτή την κατηγορία.

Μετά την αποχώρησή του από το Πανεπιστήμιο (1881) και τη βουλευτική του θητεία, ο Τσιβανόπουλος εξέδωσε πλήθος ιστορικών εγχειριδίων, τα οποία κάλυπταν όλο το φάσμα της παγκόσμιας και ελληνικής ιστορίας.372 Τα

369. Βλ. φ. 14 (27 Σεπτεμβρίου 1869), σ. 5-6.

370. Ο επιμελητής της έκδοσης των επιστολών του Γρηγορίου Παππαδόπουλου και της Δώρας δ' Ίστρια, Διονύσιος Π. Στεφάνου, αναφέρει ότι ο Κουμουνδούρος παρεχώρησεν τη θέση σε συγγενή ισχυρού του κομματάρχη, υπονοώντας τον Τσιβανόπουλο. Βλ. Ο Εν Αθηνακ..., ό.π., σ. 48.

371. Βλ Αγγελία. Αι 15 κρίσιμαι μάχαι του κόσμου, έντυπο μονόφυλλο του Σωκράτη I. Τσιβανόπουλου, χ.χ., ΙΑΠΑ, Αρχείο Πρωτοκόλλου, έτος 1870-1871, φάκ. 3.9.

372. Μοναδική εξαίρεση αποτέλεσε η μετάφραση του Λεξικού των ελληνικών και ρωμαϊκών αρχαιοτήτων του Ουίλλιαμ Σμιθ (1890).

Σελ. 149
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/150.gif&w=600&h=915

διαχώριζε σε όσα αφορούσαν τη σχολική εκπαίδευση και υποβάλλονταν στους σχετικούς διαγωνισμούς, και σε όσα προορίζονταν για τον λαό και για τους φοιτητές. Στην πραγματικότητα πρόκειται για τα ίδια βιβλία, με εξαίρεση μικρές μεταπλάσεις και προσθήκες, κείμενα χωρίς ουσιαστική τεκμηρίωση και βιβλιογραφία.

Η μεταγενέστερη έκδοση των εγχειριδίων του δημιουργεί ερωτηματικά αναφορικά με το κατά πόσον απηχούν την πανεπιστημιακή του διδασκαλία. Καθώς αποτελούν όμως μοναδικά τεκμήρια συγγραφικής δραστηριότητας με συναφή προς τη διδασκαλία του θέματα, είναι αναγκαία η αναφορά σε αυτά. Σημειώνω επιπροσθέτως τη σχετική ανάμνηση του Λάμπρου, κατά τον οποίο ο καθηγητής διάβαζε και πότε πότε ανέπτυσσε πενιχρόν γυμνασιακόν εγχειρίδιον της ιστορίας.373

Οι συγγραφικές επιλογές του Τσιβανόπουλου όπως και η διάρθρωση των έργων του συνδέονταν κατά κύριο λόγο με τα αιτούμενα των σχολικών διαγωνισμών. Επρόκειτο για μια ιστορία διδακτική, η οποία αφομοίωσε στοιχεία του σχήματος του Κ. Παπαρρηγόπουλου (στο μέτρο μάλιστα που από τη δεκαετία του 1880 και μετά εισήλθε στα σχολικά προγράμματα), χωρίς στην ουσία να μεταβληθεί η φιλοσοφία και οι προοπτικές της. Ήταν μια ιστορία στερεοτύπων η οποία παρέπεμπε σε κοινούς τόπους της σχολικής κατά κύριο λόγο ιστοριογραφίας, αναπαράγοντας κείμενα από ξένα και ελληνικά εγχειρίδια δίχως καμιά αναφορά στις πηγές της. Η ιστορία του Τσιβανόπουλου εμφορούνταν από τις ιδέες της θείας Πρόνοιας και των νόμων. Σε κάθε ιστορικό γεγονός ο ιστορικός δύναται να ανευρίσκη την ενότητα και την πρόοδον της ανθρωπότητος και να διακρίνη απανταχού την τυφλήν τύχην υποχωρούσαν εις το κράτος της θείας Πρόνοιας.3111 Πρόκειται για μια ιστορία χαρακτηρολογική, ηθικολογική, γεμάτη παρομοιώσεις: Ή δε Παγκόσμιος ιστορία κρατούσα την λαμπάδα της αληθείας εις τας χείρας, εξετάζει και ανακαλύπτει τους σκοτεινούς τάφους και την παλαιάν ζωήν και ακμήν των εξαφανισθέντων από του προσώπου της γης εθνών [...] Ώστε η μεν ευτυχία των εθνών είναι ανταμοιβή των αρετών, η δε δυστυχία συνεπεία των κακιών αυτών.375 Λόγος μακροπερίοδος, γεμάτος επιθετικούς προσδιορισμούς που χρωμάτιζαν την πορεία της ανθρωπότητας ή του ελληνικού έθνους, επιτείνοντας τα ηθικά προτάγματα. Σε μια εποχή κατά την οποία η

373. «Κεφάλαιον δ εκατόν έβδομον. Ιστορική διδασκαλία»: Αι ιστορικαί μελέται..., ό.π.

374. Αγγελία..., ό.π.

375. Σ. Τσιβανόπουλος, Παγκόσμιος Ιστορία. Προς χρήσιν του λαού, τ. 1, Αθήνα, Τυπογραφείον «Ο Φοίνιξ», 1891, σ. 2-3.

Σελ. 150
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/151.gif&w=600&h=915

πρωτογενής έρευνα αναδεικνυόταν σταδιακά σε κύριο αίτημα της ιστορίας, ο Τσιβανόπουλος, με τη συγγραφή κυρίως σχολικών εγχειριδίων, περιοριζόταν -και παρά την αναφορά του στον εσωτερικό και εξωτερικό βίο των ανθρώπων, όπου περιλαμβάνονταν το πολίτευμα, οι νόμοι, η κυβέρνηση, το θρήσκευμα, οι τέχνες-376 στην ξηρή σχεδόν περιγραφή πολιτικών γεγονότων και διαδοχών.

Στην αρχαία ιστορία του ο καθηγητής της Γενικής ιστορίας διατήρησε το γνωστό σχήμα: ιστορία των αρχαίων εθνών (όπου τοποθετούσε Σίνες, Ινδούς, Αιγυπτίους, Ασσυρίους, Βαβυλώνιους, Φοίνικες, Εβραίους, Μήδους και Πέρσες) - ελληνική - ρωμαϊκή. Η παρουσίαση της ιστορίας των λαών αυτών συνοδευόταν από μια σειρά ηθικών και χαρακτηρολογικών κρίσεων, ενώ στο κεφάλαιο για τους Εβραίους -συνεχίζοντας την παράδοση της γενικής ιστορίας, όπως τη συναντήσαμε και στον Μανούση- ενσωμάτωσε πληροφορίες της Παλαιάς Διαθήκης.377 Η ιστορία των ανατολικών εθνών, η ιστορία του ασιατικού πολιτισμού, αποτελούσε τον προπομπό του ελληνικού, καθώς οι Έλληνες μέσω των εμπορικών τους σχέσεων τον είχαν γνωρίσει και είχαν εγκολπωθεί τα σημαντικότερα στοιχεία του. Οι Έλληνες, και μέσω αυτών οι Ρωμαίοι, διασκόρπισαν τον πολιτισμό τους σε όλο τον τότε γνωστό κόσμο. Χαρακτηριστικό της σπουδαιότητας που καταλάμβανε η αρχαία ελληνική ιστορία έως και τον Μέγα Αλέξανδρο ήταν η έκταση της (96 σελίδες) έναντι της ιστορίας όλων των άλλων εθνών (125 σελίδες) στην Παγκόσμιο Ιστορία του.

Ο Τσιβανόπουλος διέκρινε την πορεία του ελληνικού έθνους σε δέκα περιόδους. Στην πρώτη, την προελληνική ή πελασγική, ανήκαν οι προϊστορικοί λαοί (Πελασγοί, Θράκες, Λέλεγες, Κάρες)378 που κατοίκησαν την Ελλάδα. Ακολουθούσαν οι εννέα περίοδοι της καθαυτό ελληνικής ιστορίας. Οι έξι πρώτες περίοδοι αναφέρονταν στην αρχαία Ελλάδα, έως την υποταγή των ελληνικών πόλεων στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Η αυτοκρατορία του Φιλίππου και του Μεγάλου Αλεξάνδρου ήταν πλήρως ενσωματωμένη στην ελληνική ιστορία, ενώ ο τελευταίος θεωρούνταν ο θεμελιωτής του κράτους των Ελλήνων. Η αρχαία ελληνική ιστορία τελείωνε με την άλωση της Κορίνθου, ενώ αιτία της πτώσης θεωρούνταν αι εσωτερικαί διχόνοιαι και η γενική εξαχρείωσις της αρετής των Ελλήνων.379 Η όγδοη περίοδος περιελάμβανε το διάστημα από την κατα-

376. Στο ίδιο, σ. 1.

377. Σύνοψις της Γενικής Ιστορίας από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι του θανάτου του Μεγάλου Αλεξάνδρου κατά το πρόγραμμα του Υπουργείου προς χρήσιν της Α' τάξεως των Γυμνασίων, Αθήνα, Σ. Κ. Βλαστός, 1886, σ. 94-109.

378. Σ. Τσιβανόπουλος, Παγκόσμιος Ιστορία..., ό.π., σ. 17.

379. Στο ίδιο, σ. 7.

Σελ. 151
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/152.gif&w=600&h=915

καταστροφή της Κορίνθου έως την Άλωση. Η ένατη περίοδος αφορούσε την εντελή και ταπεινή κατάσταση, δηλαδή την Τουρκοκρατία, στην οποία είχε περιπέσει το ελληνικό έθνος έως την «αναγέννησή» του, το 1821. Η τελευταία περίοδος εκτεινόταν από την Επανάσταση του 1821 έως τη βασιλεία του Γεωργίου

Α' 380

Όπως για τον Βερναρδάκη, έτσι και για τον Τσιβανόπουλο η σημαντικότερη περίοδος της ελληνικής ιστορίας παρέμενε η αρχαία. Η διδασκαλία του Βυζαντίου αποτελούσε τμήμα της παγκόσμιας ιστορίας, εγγραφόταν όμως πλέον στη σφαίρα της ζωής του ελληνικού έθνους, το οποίο παρουσίαζε αδιάσπαστη πορεία. Παρά τον ελληνικό χαρακτήρα του, το Βυζάντιο λόγω της θεοκρατικής του φυσιογνωμίας προκαλούσε απέχθεια στον ιστορικό, που αναγκαζόταν να ενδιατρίψη αδιαφόρως και μετ' αηδίας εις την Ιστορίαν του Βυζαντινού Κράτους.381 Η δυσπιστία του προς το Βυζάντιο εκδηλώθηκε και στη δημόσια κριτική του προς τον Κ. Παπαρρηγόπουλο το 1875. με αφορμή τις εκδηλώσεις των Ολυμπίων. Στο κείμενο του ο Τσιβανόπουλος αφού αναφερόταν σε όλα τα «κακά» που κληροδότησε η Ρώμη στο Βυζάντιο, επικεντρωνόταν στους δυο τελευταίους τόμους της Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους, αναδεικνύοντας τα θετικά στοιχεία ενός έργου το οποίο κάλυπτε μεγάλο κενό στη νεοελληνική φιλολογία.382 Στο κείμενο του ο καθηγητής, πρόσφατο ανάστημα της φατρίας [των κοκκίνων], όπως τον χαρακτήρισε στη συγκεκριμένη χρονική συγκυρία ο Κ. Θ. Δημαράς, στεκόταν ακόμη -πρόκειται βέβαια για ειρωνεία εάν κανείς σκεφτεί στη συνέχεια τον όγκο των σχολικών εγχειριδίων που συνέγραψε- κριτικός προς την πρόθεση του Παπαρρηγόπουλου να γράψει μια ιστορία για τους πολλούς.383

Η διδασκαλία των Βερναρδάκη και Τσιβανόπουλου, η οποία ακούστηκε στις φοιτητικές αίθουσες παράλληλα με εκείνη του Κ. Παπαρρηγόπουλου, συνέχισε την παράδοση της γενικής ιστορίας, ενσωματώνοντας στοιχεία από το σχήμα του συγγραφέα της ΙΕΕ. Η αρχαία Ελλάδα διατηρούσε πάντα την

380. Στο ίδιο, σ. 8.

381. Σωκράτης Τσιβανόπουλος, Γενική Ιστορία, Α', Βιβλίον Α', Ιστορία Σινών, Ινδών, Αιγυπτίων, Βαβυλωνίων, Ασσυρίων, Φοινίκων, Εβραίων και Περσών, τεύχος Α', Προοίμιον και ιστορία Σινών, τεύχος Β', Ιστορία Ινδών, Αθήνα, Τυπογραφείον «Ο Παλαμήδης», 1885, σ. 32.

382. «Ειδική Έκθεσις Περί της διανοητικής προόδου του Ελληνικού Έθνους εν τω φιλολογικό τμήματι κατά την Γ περίοδον των Ολυμπίων»: Ολύμπια του 1875 - Περίοδος Τρίτη - Υπό της επί των Ολυμπίων και των κληροδοτημάτων επιτροπής, Αθήνα 1878, σ. 234-235.

383. Ύστερες κρίσεις για τον Κ. Παπαρρηγόπουλο, Αθήνα, Ερμής, 1971, σ. 3-4.

Σελ. 152
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/153.gif&w=600&h=915

πρωτοκαθεδρία- ο Μέγας Αλέξανδρος και κυρίως το Βυζάντιο γίνονταν με συγκατάβαση αποδεκτά ως ισότιμα τμήματα της ελληνικής ιστορίας. Είναι χαρακτηριστική η κριτική του πλέον αρμόδιου, του Κ. Παπαρρηγόπουλου. Σε έκθεσή του για τα εγχειρίδια ιστορίας της τρίτης τάξης του Ελληνικού Σχολείου (1888), ο Παπαρρηγόπουλος σχολίαζε αρνητικά το γεγονός ότι όλα τα υποβληθέντα εγχειρίδια, ανάμεσά τους και εκείνο του Τσιβανόπουλου, θεωρούσαν αρχή της Βυζαντινής ή Ελληνικής Αυτοκρατορίας τον Ιουστινιανό και όχι τον Μέγα Κωνσταντίνο, ενώ δεν εξηγούσαν την ηθική και πνευματική σχέση του χριστιανισμού με την αρχαία Ελλάδα.384

Η κοινή αναφορά στους Βερναρδάκη και Τσιβανόπουλο δεν υπονοεί την ταύτισή τους. Όπως άλλωστε είχε επισημανθεί και σε δημοσιεύματα της εποχής, επρόκειτο στην πραγματικότητα για δύο τελείως διαφορετικές περιπτώσεις: αφενός ένας λόγιος και σημαντικός θεατρικός συγγραφέας, αφετέρου ένας ιστορικός που ενδιαφέρθηκε κυρίως για την επαγγελματική και οικονομική του ανέλιξη, αποδίδοντας ελάχιστη σημασία στο συγγραφικό και διδακτικό του έργο. Όπως σημείωνε ο Εμμανουήλ Ροΐδης στον Ασμοδαίο, στις 21 Σεπτεμβρίου 1875: Εν τω εθνικώ ημών Πανεπιστημίω, οπού κατά παράδοξον ανοχήν η σοφία και η αγραμματοσύνη συζώσιν εν αδελφική αρμονία, έχουσαι εκατέρα επισήμους και ανεγνωρισμένους αντιπροσώπους, Μιστριώτας παρά Φιλίπποις και Κυριακούς παρά ιατροίς, υπάρχει και τις καθηγητής ονόματι Τζιβανόπουλος [...] Αν ο σεβόμενος εαυτόν τύπος ενόει κάλλιον την αποστολήν του, ούτε ο Τζιβανόπουλος ήθελε παραδίδει ιστορίαν εν μέσαις Αθήναις, ούτε ο Βερναρδάκης ήθελε φυτεύει λάχανα εν Μυτιλήνη.385

Η επικέντρωση της μίας από τις δύο έδρες στην ελληνική ιστορία, με έκταση περιεχομένου από την αρχαιότητα έως τα σύγχρονα χρόνια, δεν μετέβαλε τον χαρακτήρα της άλλης, ούτε ενίσχυσε τη διδασκαλία των μεσαιωνικών και νεότερων χρόνων. Αντίθετα, η παρουσία του Δ. Βερναρδάκη, ο οποίος είτε λόγω επιλογής είτε λόγω αδυναμίας αφιέρωσε το μεγαλύτερο μέρος της διδασκαλίας του στην αρχαία και μάλιστα ελληνική ιστορία, ενίσχυσε την παρουσία της συγκεκριμένης περιόδου. Η διδασκαλία του Σ. Τσιβανόπουλου, ενός άγνωστου ιστορικού με μια μάλλον «διαχειριστική» αντίληψη του μαθήματος του, εξασφάλισε την εντονότερη παρουσία της μεσαιωνικής και νεότερης ιστορίας στο πρόγραμμα μαθημάτων, χωρίς όμως να απειλήσει και πάλι την

384. Χρ. Κουλούρη, Ιστορία και γεωγραφία..., ό.π., σ. 325-326.

385. Βλ. Εμμανουήλ Ροΐδης, Άπαντα, επιμ.: Άλκης Αγγέλου, τ. 2, Αθήνα, Ερμής, 1978, σ. 157, 159.

Σελ. 153
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/154.gif&w=600&h=915

κυριαρχία της αρχαίας. Η είσοδος στη Φιλοσοφική Σχολή του Σπυρίδωνος Λάμπρου άνοιγε νέο ορίζοντα αντιλήψεων στην πανεπιστημιακή ιστορική διδασκαλία.

Σελ. 154
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/155.gif&w=600&h=915

ΚΕΦΑΛΑΙΟ E'

Η ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΣΤΗ ΣΦΑΙΡΑ ΤΗΣ ΡΗΤΟΡΕΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΔΙΔΑΚΤΙΣΜΟΥ

ΤΑ ΣΥΓΓΡΑΜΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

Και αυτό δε το Εθνικόν Πανεπιστήμιον επί πολλάς δεκαετίας από της συστάσεως αυτού ήκιστα είχε συντελέσει εις την παρ' ημίν ανάπτυξιν της ιστορικής μεθόδου, άτε του εν αυτώ ιστορικού έργου περιοριζομένου εις θεωρητικήν και εξαγγελτικήν μόνον από καθέδρας διδασκαλίαν, έως τέλος εισήχθησαν και αι μεγάλως ωφελήσασαι πρακτικαί εν τοις ιστορικοίς φροντιστηρίοις ασκήσεις.386

Όταν ο Σπυρίδων Λάμπρος, εξόριστος στη Σκόπελο το 1918, σημείωνε τα παραπάνω, είχε εύλογα στον νου του τα πρώτα χρόνια της διδακτικής του δράσης στο Αθήνησι τη δεκαετία του 1870. Νεαρός τότε υφηγητής, ξεκινούσε εθελοντικά τη φροντιστηριακή ιστορική διδασκαλία για τους φοιτητές της Φιλοσοφικής Σχολής. Έως την εποχή εκείνη οι καθηγητές και υφηγητές της Ιστορίας περιορίζονταν, όπως σχεδόν και το σύνολο των διδασκόντων της Φιλοσοφικής, στην «από καθέδρας διδασκαλία», στην από στήθους, σημειώσεων ή και από βιβλίου παρουσίαση της διδακτέας ύλης. Όπως θυμόταν ο Λάμπρος στο ίδιο έργο,387 μόνο ο Κ. Παπαρρηγόπουλος και ο Αλ. Ραγκαβής στα χρόνια των πανεπιστημιακών σπουδών του δίδασκαν «διά ζώσης». Οι υπόλοιποι καθηγητές διάβαζαν συνήθως κάποιο εγχειρίδιο. Ακόμη και ο Δ. Βερναρδάκης, ου απαράμιλλος ήτο η γοητεία διά το αργυρόηχον της φωνής και την γλαφυρότητα της γλώσσης, υπαγόρευε τις ιστορικές διαλέξεις του, ενώ ο Σ. Τσιβανόπουλος διάβαζε πενιχρό γυμνασιακό εγχειρίδιο. Η σημαντική αλλαγή στη διδασκαλία της ιστορίας συνδεόταν, σύμφωνα με τον Λάμπρο, με την είσοδο στο Πανεπιστήμιο του Πατσόπουλου, του Καρολίδη και του ίδιου.

Η επισήμανση δεν αφορούσε μόνο τον τρόπο της διδασκαλίας, αλλά και

386. Σπ. Λάμπρος, «Κεφάλαιον πρώτον. Φιλοσοφία της Ιστορίας και ιστορική μέθοδος»: Αι ιστορικαί μελέται εν Ελλάδι..., ό.π.

387. «Κεφάλαιον δέκατον έβδομον. Ιστορική διδασκαλία», στο ίδιο.

Σελ. 155
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/156.gif&w=600&h=915

την έλλειψη εξειδικευμένων εγχειριδίων για τους φοιτητές. Όσοι παρακολουθούσαν τα μαθήματα δεν συγκροτούσαν ένα επαρκές αναγνωστικό κοινό που να εγγυάται την οικονομική επιτυχία ανάλογων πρωτοβουλιών. Παρά τις κατά καιρούς καταγγελίες των φοιτητών για τον τρόπο διδασκαλίας και την έλλειψη συγγραμμάτων, το πρόβλημα εξακολούθησε να υφίσταται για πολλά χρόνια μετά την ίδρυση του Πανεπιστημίου. Η έκδοση ενός εγχειριδίου αποτελούσε πολυέξοδη υπόθεση, την οποία δεν μπορούσαν να καλύψουν οι συγγραφείς τους, ιδιαίτερα εκείνοι της Φιλοσοφικής Σχολής, οι οποίοι σε αντίθεση με τους συναδέλφους τους της Νομικής ή της Ιατρικής δεν είχαν άλλες σημαντικές πηγές εσόδων πλην του μισθού τους. Ένα πολυσέλιδο βιβλίο ήταν κατά τεκμήριο πολύ πιο ακριβό από τους ολιγοσέλιδους λόγους και κάποτε τους λίβελους, οι οποίοι καταλάμβαναν σημαντικό τμήμα της εργογραφίας των διδασκόντων.

Από την πλευρά του το Πανεπιστήμιο προσπάθησε να ενισχύσει οικονομικά τις εκδόσεις του διδακτικού προσωπικού του, με ιδιαίτερη έμφαση σε όσες στόχευαν στο φοιτητικό κοινό, είτε από τον προϋπολογισμό του, είτε διεκδικώντας κονδύλια από το υπουργείο Παιδείας, είτε από συνδρομές ιδιωτών. Η προσπάθεια όμως αυτή ούτε συστηματική ήταν, ούτε έφερε και τα προσδοκώμενα αποτελέσματα.388 Οι καθηγητές δεν εξέδιδαν εγχειρίδια, ενώ οι φοιτητές κρατούσαν σημειώσεις, τις οποίες αντέγραφαν και δανείζονταν μεταξύ τους ή πουλούσαν. Από τα μέσα του αιώνα κυκλοφορούσαν πανεπιστημιακές παραδόσεις που είχαν στενογραφηθεί και εκδοθεί από τους ίδιους τους φοιτητές· προς τα τέλη του παρατηρείται αύξηση στον αριθμό των πανεπιστημιακών εγχειριδίων, πρωτότυπων ή μεταφρασμένων, λόγω και της εφαρμογής της φθηνότερης τεχνικής της λιθογραφίας, χωρίς όμως να επιλυθεί το πρόβλημα και να παύσει η σχετική φιλολογία.389 Μοναδικό τέτοιο δείγμα σημειώσεων το οποίο έχει εντοπιστεί έως σήμερα για την ιστορία αφορούσε την Ιστορία των ελληνικών αποικιών που δίδαξε ο Κ. Σχινάς.

Στην πραγματικότητα, η έκδοση των εγχειριδίων δεν αποτελούσε προτεραιότητα του Πανεπιστημίου. Έως τη δεκαετία του 1880 η συγγραφή γενικά, και ειδικότερα πανεπιστημιακών εγχειριδίων, δεν συνιστούσε προσόν απαραίτητο για τον διορισμό ή την παραμονή στη διδακτική έδρα. Στον κανονισμό λειτουργίας δεν προβλέπονταν τα προσόντα των υποψήφιων τακτικών ή

388. Βλ. Κ. Λάππας, «Το πρόβλημα των συγγραμμάτων»: Πανεπιστήμιο και φοιτητές..., ό.π., σ. 211-217.

389. Στο ίδιο, σ. 212-213.

Σελ. 156
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/157.gif&w=600&h=915

έκτακτων καθηγητών. Όσον αφορά τους υφηγητές απαιτούνταν ο ακαδημαϊκός βαθμός του προλύτου, διάταξη που συχνά καταστρατηγήθηκε,390 ενώ για τους επιτίμιους υπήρχε μια γενικόλογη διάταξη : άνδρας διαπρέποντας κατά τον νουν και παιδείαν.391 Η απουσία κάθε αναφοράς σε συγκεκριμένα κριτήρια ήταν κατ' αρχήν εύλογη για μια εκτελεστική εξουσία η οποία διεκδικούσε όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ελευθερία επιλογής προσώπων, συγχρόνως όμως ήταν και ενδεικτική της ήσσονος σημασίας που αποδιδόταν στη συγγραφή.

Η έλλειψη αναφοράς σε ρητά κριτήρια επιλογής θα μπορούσε να αιτιολογηθεί από την ύπαρξη μιας ολιγομελούς κοινότητας λογίων με πανεπιστημιακή εκπαίδευση που είχε τη δυνατότητα να στελεχώσει αυτές τις θέσεις. Στο συγκεκριμένο πλαίσιο η διοίκηση αναζήτησε και εκτός των ελληνικών συνόρων τα πρόσωπα εκείνα τα οποία θα στελέχωναν την εκπαίδευση στις ανώτατες βαθμίδες της. Οι περισσότεροι άλλωστε, ιδιαίτερα από την προηγούμενη γενιά, γερασμένοι συνήθως και άρρωστοι ζούσαν εκτός ελληνικού βασιλείου και διεκδικούσαν τους οικονομικούς όρους για να επιστρέψουν. Η περίπτωση του Κωνσταντίνου Κούμα, του συγγραφέα του σημαντικότερου ιστορικού έργου της περιόδου, του δωδεκάτομου Ιστορίαι των ανθρωπίνων πράξεων, είναι ενδεικτική του συνδυασμού προσωπικών αιτίων και κρατικών εμπλοκών, οι οποίες δεν επέτρεψαν, όπως και σε άλλες περιπτώσεις, την κάθοδο στην Ελλάδα.392 Από τους νεότερους κάποιοι είχαν επιστρέψει, άλλοι αρνήθηκαν τον διορισμό, ενώ άλλους τους είχε απορροφήσει η πολιτική ,393

Τη στιγμή του διορισμού τους, ο Σχινάς και ο Μανούσης ήταν από τους λιγοστούς λογίους στο ελληνικό βασίλειο που διέθεταν συγκροτημένη παιδεία, απόρροια των σπουδών τους σε πανεπιστήμια του εξωτερικού. Παρ' όλα αυτά, τα ονόματά τους απουσίαζαν από τον πρώτο κατάλογο καθηγητων που συνέταξε η Αντιβασιλεία, δείγμα και αυτό της στενής εξάρτησης των πανεπιστημιακών καθηγητών από την πολιτική. Ο διορισμός και η παραμονή τους συνδέθηκαν με την πολιτική τους τοποθέτηση, καθορίστηκαν από τη σχέση τους με την εκάστοτε εκτελεστική εξουσία. Εύλογα θα υποθέταμε ότι ο διορισμός του Μάσσον στην έδρα της Ιστορίας, βασισμένος στην ευρεία μόρφωσή του, δεν αποδείκνυε τόσο τη σχέση του με το γνωστικό αντικείμενο

390. Βλ. εδώ τις περιπτώσεις των Ευθυμίου Καστόρχη και Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου, σ. 93-95.

391. Αρ. Βαμπάς, ό.π., σ. 40.

392. Βλ. Δαυίδ Αντωνίου, «Αναζητώντας καθηγητές για το Πανεπιστήμιο: Η περίπτωση του Κωνσταντίνου Μ. Κούμα», Μνήμων 13 (1991), σ. 279-296.

393. Για τους διορισμούς βλ. Π. Κιμουρτζής, ό.π., σ. 127-163.

Σελ. 157
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/158.gif&w=600&h=915

νο όσο με το πολιτικό καθεστώς. Η παρουσία των συγκεκριμένων καθηγητών στο Πανεπιστήμιο ήταν μια πράξη πολιτική. Η εκάστοτε πολιτική ηγεσία έλεγχε απόλυτα την τοποθέτηση του διδακτικού προσωπικού και παρενέβαινε στα εσωτερικά του ιδρύματος, φτάνοντας έως και στην απόλυση εχθρικών προς αυτήν προσώπων, όπως έγινε στην περίπτωση του Μανούση και του Μάσσον.

Η ιστορία αποτέλεσε ένα αντικείμενο νεωτερικό, το οποίο ως γνωστικό πεδίο δεν είχε απασχολήσει ιδιαίτερα τους λογίους του 18ου αιώνα.394 Η Επανάσταση του 1821 οδήγησε αρκετούς από τους πρωταγωνιστές της να γράψουν απομνημονεύματα, χρονικά, ιστορίες, μέσω των οποίων ζητούσαν τη δικαίωση ή την καταξίωση, κείμενα πολεμικής ή απολογίας. Η εμφάνιση των θεωριών του Φαλλμεράυερ και η αντίκρουσή τους αποτέλεσαν έναν εξαιρετικά σημαντικό καταλύτη στην ανάπτυξη της ελληνικής ιστορικής σκέψης.395 Τέλος, η σχολική εκπαίδευση, η οποία απευθυνόταν σε ένα μεγάλο κοινό με πολλαπλές ανάγκες, αποτέλεσε την καλύτερη αγορά για το βιβλίο, δημιουργώντας εξαρχής ένα «ευρύχωρο» τιτλολόγιο.396 Για τους λογίους της εποχής, ειδικότερα εκείνους που δεν αναμείχθηκαν στην κρατική διοίκηση, η συγγραφή εγχειριδίων αποτελούσε μια από τις ελάχιστες πηγές εσόδων τους. Τα εγχειρίδια κατέλαβαν σημαντική θέση στην εργογραφία των περισσότερων πανεπιστημιακών καθηγητών Ιστορίας και πολλά από αυτά χρησιμοποιήθηκαν και στη διδασκαλία τους.

Η χρήση σχολικών εγχειριδίων στη διδασκαλία από τους πανεπιστημιακούς μπορεί να φανέρωνε την απροθυμία τους να ασχοληθούν περισσότερο με τα ακαδημαϊκά τους καθήκοντα και την προετοιμασία ειδικών μαθημάτωνταυτόχρονα όμως ήταν ενδεικτική της στενής συνάφειας της ανώτατης με τη γυμνασιακή εκπαίδευση, ιδιαίτερα στα πρώτα χρόνια της λειτουργίας του Πανεπιστημίου, όταν το ίδρυμα παρέμεινε περιορισμένο σε έναν μικρό αριθμό διδασκόντων και φοιτητών. Το ολιγάριθμο των φοιτητών και η ηλικιακή

394. Κοντά στα μισά του 18ου αιώνα ο Νεόφυτος ο Καυσοκαλυβίτης αρνήθηκε να παραδώσει στους μαθητές του τον Επιτάφιο του Λυσία, με το αιτιολογικό ότι μπορούσε να τον διδάξει μόνο από γραμματική σκοπιά, αφού δεν είχε τις ανάλογες ιστορικές γνώσεις. Βλ. Κ. Θ. Δημαράς, Ελληνικός Ρωμαντισμός, ό.π., σ. 443- 444.

395. Βλ. και Γ. Βελουδής, ό.π., σ. 21-24, ο οποίος αναφέρεται στα προμηνύματα ενός αρχόμενου ιστορισμού στη δεκαετία του 1840.

396. Βλ. Φίλιππος Ηλιού, Ελληνική βιβλιογραφία του 19ου αιώνα. Βιβλία-Φυλλάδια. Τόμος πρώτος: 1801-1818, Αθήνα, Βιβλιολογικό Εργαστήρι / Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο, 1997, σ. νη'.

Σελ. 158
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/159.gif&w=600&h=915

κή γειτνίασή τους με τους μαθητές των μεγαλύτερων τάξεων των γυμνασίων οδηγούσε στην κοινή αναφορά σε αυτούς σε διάφορα δημοσιεύματα στον ημερήσιο και περιοδικό Τύπο της εποχής. Τα τότε γυμνάσια ήταν άλλωστε ιδρύματα που κατείχαν εξέχουσα θέση στη συνείδηση των συγχρόνων τους ως χώροι παιδείας και διαμόρφωσης των μελλοντικών αποφοίτων τους, ενώ είχαν στελεχωθεί με σημαντικό καθηγητικό προσωπικό, ανάμεσά τους και πρόσωπα που στη συνέχεια μετακινήθηκαν στο Πανεπιστήμιο, όπως ο Ιω. Βενθύλος, ο Κ. Δ. Παπαρρηγόπουλος, ο Γρ. Παππαδόπουλος κ.ά. Πέρα από αυτούς, τους πλέον «επώνυμους», πρέπει να σημειώσουμε και μια σειρά από γυμνασιάρχες κυρίως και καθηγητές που λειτούργησαν ως τοπικοί λόγιοι και ρήτορες, διαχέοντας τα σχήματα της εθνικής ιστορίας στον ντόπιο πληθυσμό μέσα από λόγους και εκδηλώσεις. Κάποιοι από αυτούς συνέγραψαν και σχολικά εγχειρίδια. Ανάμεσά τους σημειώνω τον Αντώνιο Φατσέα και τον Χαράλαμπο Παμπούκη, με ευρύ συγγραφικό έργο και ιδιαίτερο κύρος στις τοπικές κοινωνίες όπου υπηρέτησαν.397

Η πενιχρή λοιπόν παραγωγή διδακτικών εγχειριδίων συνδέεται με ένα περιορισμένο αριθμητικά κοινό, το οποίο δεν μπορούσε να στηρίξει οικονομικά την έκδοση συγγραμμάτων, με έναν διδακτικό θεσμό που δεν ενδιαφερόταν ή δεν επέβαλλε τη σύνταξή τους, με μια μικρή κοινότητα λογίων που στελέχωναν τις διδακτικές θέσεις, από τους οποίους αρκετοί αποδείχθηκαν αδύναμοι να συνθέσουν κάτι πέρα από συμπιλήματα. Από την άλλη πλευρά, ιδιαίτερα τα πρώτα χρόνια, ήταν εμφανής σε μια μερίδα του διδακτικού προσωπικού η διάκριση ανάμεσα στην πανεπιστημιακή διδασκαλία, κύριο καθήκον του καθηγητή ή υφηγητή, και στη διεξαγωγή έρευνας ή στη συγγραφή πρωτότυπων έργων,398 με πλέον χαρακτηριστικό εκπρόσωπο τον Θεόδωρο Μανούση.

397. Βλ. Τριαντάφυλλος Ε. Σκλαβενίτης, «Αντώνιος Φατσέας (1821-1872): οι ιδεολογικές του αναζητήσεις», Ζητήματα Ιστορίας των Νεοελληνικών Γραμμάτων. Αφιέρωμα στον Κ.θ. Δημαρά, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Φιλοσοφική Σχολή Τμήμα Φιλολογίας. Τομέας Μεσαιωνικών και Νέων Ελληνικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη, Παρατηρητής, 1994, σ. 161-170. Για τον Χαράλαμπο Παμπούκη και τη θητεία του στο Γυμνάσιο Ναυπλίου βλ. Τριαντάφυλλος Ε. Σκλαβενίτης, Η σχολική βιβλιοθήκη το 19ο αιώνα. Η βιβλιοθήκη του Γυμνασίου Ναυπλίου (1833-1935), Αθήνα, ΚΝΕ/ΕΙΕ - Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης» 3, 1995, σ. 62-81.

398. Βλ. Κ. Λάππας, ό.π., σ. 215-216.

Σελ. 159
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/160.gif&w=600&h=915

Ο ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΟΣ ΔΑΣΚΑΛΟΣ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΣΤΙΣ ΑΙΘΟΥΣΕΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑΣ

Ο Θεόδωρος Μανούσης διένυσε αξιοσημείωτη διαδρομή στον δημόσιο βίο, όπως αποτυπώθηκε και στα αξιώματα που κατέλαβε. Η επίδρασή του στους συγκαιρινούς του υπήρξε σημαντική, εάν προσμετρήσουμε τόσο την ένταση που δημιούργησαν οι επιθέσεις εναντίον του όσο και τις μαρτυρίες που διασώθηκαν ως εμάς, μαρτυρίες που επιμένουν περισσότερο στη φυσική παρουσία του καθηγητή παρά στο συγγραφικό του έργο. Ο Μανούσης δημοσίευσε ελάχιστα κείμενα από την πανεπιστημιακή του διδασκαλία : τον εισιτήριο λόγο του στο μάθημα της μέσης και νέας ιστορίας το 1843, κάποια μαθήματα πολιτειογραφίας την ίδια χρονιά στο περιοδικό Ευρωπαϊκός Ερανιστής, καθώς και αποσπάσματα των παραδόσεών του, οι οποίες αποτέλεσαν την αφορμή για να ξεσπάσουν τα Μανούσεια. Τα κείμενα αυτά, σε συνδυασμό με τα μετρημένα άρθρα που είχε δημοσιεύσει πριν από τον διορισμό του, όπως φαίνεται στην εργογραφία του, συναπαρτίζουν ένα πολύ μικρό σώμα: πρόκειται κατά κύριο λόγο για μεταφράσεις ξένων άρθρων ή αποδελτιώσεις των παραδόσεων που είχε παρακολουθήσει την περίοδο των σπουδών του. Η περίπτωσή του παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον επειδή η απουσία εκτεταμένου συγγραφικού έργου αποτελεί επιλογή του : από τις πληροφορίες που διαθέτουμε προκύπτει η ύπαρξη συγκροτημένου corpus σελίδων για την παράδοση των μαθημάτων, το οποίο επεξεργαζόταν ο καθηγητής.399

399. Τον Οκτώβριο του 1871 συζητήθηκε στη Σύγκλητο η έκδοση του χειρογράφου της γενικής ιστορίας του Μανούση, μετά την πρόταση ανάληψης των σχετικών εξόδων εκ μέρους του εφοπλιστή Σκαραμαγκά από την Τεργέστη. Το χειρόγραφο φυλασσόταν μαζί με άλλα σε σφραγισμένο κιβώτιο στο δωμάτιο όπου εναπόκειντο πολλαπλά αντίτυπα βιβλίων του Πανεπιστημίου. Το ερώτημα ήταν τι θα έκανε η Σύγκλητος από τη στιγμή που δεν υπήρχε κάποια πρόβλεψη στη διαθήκη του εκλιπόντος. Τα προβλήματα ήταν δύο: αφενός η εκπεφρασμένη επιθυμία του Μανούση να καούν τα γραπτά του, είτε λόγω μετριοφροσύνης είτε λόγω του ότι δεν είχε ολοκληρώσει την επεξεργασία τους· αφετέρου επρόκειτο για κείμενα προορισμένα για παράδοση και όχι για δημοσίευση, ιδιαίτερα αν συνυπολόγιζε κανείς ότι, σύμφωνα με τα λεγόμενα του Θ. Φαρμακίδη, λίγο πριν αρρωστήσει και πεθάνει ο Μανούσης είχε προμηθευτεί πολλά νέα συγγράμματα για να ανασκευάσει το κείμενό του. Η πρόοδος της ιστορικής επιστήμης ήταν τόσο μεγάλη τα χρόνια που πέρασαν ώστε η ιστορία του, παρά την καλλιέπειά της, δεν είχε νόημα να εκδοθεί. Τα επιχειρήματα αυτά αντέκρουσαν άλλοι καθηγητές υποστηρίζοντας ότι, αφού στη γραπτή διαθήκη δεν υπήρχε καμία πρόβλεψη για τα γραπτά, το Πανεπιστήμιο Αθηνών όφειλε να τα εκδώσει, καθώς η ιστορία του Μανούση έπρεπε να αποτελέσει κοινό κτήμα. Ο Παύλος Καλλιγάς πρότεινε να εκδοθούν ως είχαν, αλλά η Σύγκλητος του ανέθεσε να εξετάσει τα έργα

Σελ. 160
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/161.gif&w=600&h=915

Στη συλλογιστική του Θ. Μανούση σκοπός της διδασκαλίας ήταν η μετακένωσις των γνώσεων μέσω του προφορικού λόγου, η επιλογή και οργάνωση της προσφερόμενης γνώσης : Οδηγούς και διδασκάλους εις το έργον μας ελάβομεν συγγραφείς εξόχους, τον Μύλλερον, τον Ρόττεκ, τον Σισμόνδην καί τινας άλλους. Οσάκις εδυνήθημεν εσυμβουλεύθημεν και ειδικούς και πρωτοτύπους συγγραφείς. Νέας θεωρίας περί των γεγονότων ούτε σκοπόν, ούτε δυνάμεις έχομεν να εκθέσωμεν αρκεί αν ωφελήθημεν όσον έπρεπεν εξ όσων εσυλλέξαμεν βοηθημάτων. Ο,τιδήποτε προσφέρομεν είναι εράνισμα εκ των συγγραφέων εκείνων πολλάκις εφυλάξαμεν εις την διήγησιν και τας ιδίας αυτών λέξεις. Εκρίναμεν ματαιοπονίαν και αυθάδειαν να ζητήσωμεν να εκφράσωμεν ημείς άλλως ό,τι έξοχοι άνδρες εξιστόρησαν με τόσην τέχνην και δοκιμότητα. Εκτός τούτου οι λόγοι του Ηροδότου, του Θουκυδίδου, του Τάκιτου, του Γίββωνος, εντυπώνονται βαθύτερον εις την μνήμην μας παρά των κοινών ιστοριογράφων αι διηγήσεις. Ό,τι εις την πραγματείαν ταύτην δυνάμεθα να επικαλεσθώμεν ως ίδιον ημών είναι η μέθοδος και η τάξις, την οποίαν ηκολουθήσαμεν.400

Η διάκριση ανάμεσα στην πανεπιστημιακή διδασκαλία, κύριο καθήκον του καθηγητή ή υφηγητή, και στη διεξαγωγή έρευνας ή στη συγγραφή πρωτότυπων έργων ήταν σαφής. Ο διαχωρισμός αυτός δεν είχε αξιολογικό χαρακτήρα. Το εράνισμα, η ανθολόγηση, η ενσωμάτωση στοιχείων από άλλες εργασίες αποτελούσαν απολύτως νόμιμη διαδικασία. Η στάση αυτή δεν αφορά μόνο τον Θεόδωρο Μανούση. Σε μια εποχή όπου η έννοια της προσωπικής δημιουργίας και της πρωτοτυπίας συγκροτείται σταδιακά, το σημαντικό ήταν η μεταφορά της γνώσης στο ελληνικό κράτος, η μεταγραφή του λόγου των πλέον σημαντικών πνευματικών προσωπικοτήτων401 σε έναν χώρο υποδεέστερο

και να αποφανθεί για το εάν μπορούν να δημοσιευθούν (συνεδρίαση 30ης Οκτωβρίου 1871). Μερικούς μήνες αργότερα ο Καλλιγάς επέστρεψε το κιβώτιο θεωρώντας ότι ήταν πολύ τολμηρή και ξεπερνούσε τις δυνάμεις του η συμπλήρωση των χασμάτων και η σύνδεση των τμημάτων που είχαν διασωθεί. Κάποια μέλη της Συγκλήτου πρότειναν να εξετάσουν τα έγγραφα ο Τσιβανόπουλος ή ο Βερναρδάκης, αλλά τελικά αποφασίστηκε τα έργα να παραμείνουν ανέκδοτα και το κιβώτιο κλειδωμένο εκεί που φυλασσόταν. Δεν κατόρθωσα να εντοπίσω το συγκεκριμένο κιβώτιο, το οποίο είναι πολύ πιθανό να καταστράφηκε τα χρόνια που ακολούθησαν.

400. «Λόγος εισαγωγικός...», ό.π., σ. 467.

401. Είναι ενδιαφέρουσα στον λόγο του Μανούση η αναφορά στον Γκίμπον, μαζί με τους αρχαίους ιστορικούς, αναφορά ενδεικτική του υψηλού κύρους του ξένου ιστορικού, η οποία ενισχύει και την υπόθεση για τη χρήση του έργου του από τον έλληνα καθηγητή της Γενικής ιστορίας στη διδασκαλία του Βυζαντίου. Βλ. εδώ, σ. 71.

Σελ. 161
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/162.gif&w=600&h=915

πνευματικά της Ευρώπης, όπου είχαν συγκροτηθεί επιστημονικά οι καθηγητές. Η έλλειψη πρωτοτυπίας, η πιστή μεταφορά ξενόγλωσσων κειμένων, η αδύναμη επιχειρηματολογία, οι παραδοξότητες αποτελούν κάποια από τα χαρακτηριστικά των περισσότερων βιβλίων που παράγονται και τα οποία παρ' όλα αυτά προκαλούν το δημόσιο ενδιαφέρον, συζητιούνται, λειτουργούν ως καταλύτης, διαμορφώνουν ατομικές και συλλογικές συνειδήσεις. Το σημειώνει με ενάργεια ο Παναγιώτης Κονδύλης γράφοντας για τις ιδέες του νεοελληνικού Διαφωτισμού : Η ιστορική λειτουργία των ιδεών δεν βρίσκεται σε καμία αναγκαία σχέση με τη θεωρητική τους ποιότητα' ό,τι είναι αδούλευτο, μέτριο ή κακοχωνεμένο ασφαλώς δεν παράγει τίποτε στον χώρο του θεωρητικού προβληματισμού, μπορεί όμως θαυμάσια να γίνεται καταλύτης με την κοινωνική σημασία, είτε ως παράγοντας μεταστροφής συνειδήσεων, οι οποίες αναζητούν το καινούργια σε οποιαδήποτε μορφή μπορούν να το βρουν, είτε ως σημείο αντιλεγόμενο, ως εστία γένεσης πολεμικών αντιπαραθέσεων, ομάδων και παρατάξεων, που θέτουν σε κίνηση ό,τι πρωτύτερα φαινόταν στάσιμα ,402

Το σημαντικό δεν ήταν η πρωτότυπη συμβολή ή η έρευνα, αλλά η χρήση της ιστορικής γνώσης για τη διαμόρφωση του χαρακτήρα των ακροατών.403 Η στοχοθεσία αυτή ήταν σύμφυτη με τον διαφωτιστικό χαρακτήρα του πανεπιστημίου, τη σύνδεση της μόρφωσης με την ελευθερία: Καθήκον παντός φίλου και ζηλωτού των φώτων είναι να εξηγή και να παριστάνη υπό την αληθή αυτών όψιν τα πράγματα της φύσεως και του ανθρωπίνου βίου, τα της θρησκείας και της πολιτικής, και να διασκεδάζη την αχλήν της πλάνης, των προλήψεων και της δεισιδαιμονίας διά των ακτίνων του ηλίου της αληθείας [...] Ο σκοπός ημών δεν εδύνατο να περιορισθή μόνον εις το να προμηθεύσωμεν εις τους ομιλητάς ημών άθροισμα γνώσεων, χρησίμων εις το μέλλον εν τω βίω αυτών στάδιον, αλλ' απεβλέψαμεν πάντοτε και εις την διάπλασιν και κραταίωσιν του φρονήματος και του χαρακτήρος.404 Η διαμόρφωση του χαρακτήρα απέρρεε από τη δύναμη των λόγων του διδάσκοντος , από την ίδια του την παρουσία : ουδέν άλλο ποιεί ή εξακολουθεί το έργον και την αποστολήν του θείον και άκρου διδασκάλου,405 σημείωνε εμφατικά

402. Παναγιώτης Κονδύλης, Ο Νεοελληνικός διαφωτισμός. Οι φιλοσοφικές ιδέες, Αθήνα, Θεμέλιο, 1988, σ. 11.

403. Βλ γενικά Βαγγέλης Καραμανωλάκης, «Η Ιστορία και το κοινό της στον 19ο αιώνα: Από τις πανεπιστημιακές αίθουσες στους συλλόγους»: Πασχάλης Μ. Κιτρομηλίδης, Τριαντάφυλλος Ε. Σκλαβενίτης (επιμ.), Δ΄ Διεθνές Συνέδριο Ιστορίας..., ό.π., τ. 1, σ. 215-233.

404. Από λόγο του Θ. Μανούση προς τους φοιτητές, Ελπίς, φ. 444 (14 Φεβρουαρίου 1848).

405. Δ. Βερναρδάκης, Λόγος..., ό.π., σ. 5.

Σελ. 162
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/163.gif&w=600&h=915

ο Δ. Βερναρδάκης στον εισιτήριο λόγο του για το μάθημα της γενικής ιστορίας το 1862. Αναφερόταν στον Μανούση -υπό τη συγκίνηση και τη συναισθηματική φόρτιση του στενού μαθητή και διαδόχου που μιλούσε για τον προκάτοχο και δάσκαλο του- ως πρωταγωνιστή θεατρικού δράματος σε κατάμεστες αίθουσες, όπου και μόνο η παρουσία του επέβαλλε τη σιωπή, προκαλούσε τον σεβασμό και την προσοχή. Σε αυτή την εξιδανικευμένη εικόνα αξίζει να προσέξουμε τα χαρακτηριστικά που αποδίδονται στον διδάσκοντα : ευγλωττία, πολυμάθεια στηριγμένη στην επιστημονική γνώση, παραστατικότητα, φαντασία, κρίση, κυρίως μέγεθος ψυχής και συναισθημάτων. Ένας μικρός θεός, ο Δάσκαλος, με το κύρος της αυθεντίας του καλούσε τους νέους να συμμετάσχουν στα αφηγούμενα, προκαλώντας πλήθος συναισθημάτων και προσφέροντας γνώση, διαπλάθοντας τελικά την προσωπικότητά τους. Ο πανεπιστημιακός δάσκαλος αποτελούσε το «άλας της Γης», τον εκπαιδευτή του ανθρωπίνου γένους, όπως υποστήριζε ο φιλόσοφος Γιόχανν Φίχτε στις διαλέξεις του για τον προορισμό του επιστήμονα, κείμενα που θεωρήθηκαν από τους θεμέλιους λίθους του νέου Πανεπιστημίου του Βερολίνου. Προτάσσοντας τη δράση ως σύνθημα, ο Φίχτε προέβαλλε τον υπεύθυνο ρόλο του καθηγητή ως κατόχου της αλήθειας, ως αναμορφωτή της ανθρωπότητας.406 Η μετάβαση από τα μεσαιωνικά πανεπιστήμια της Εκκλησίας σε εκείνα της νεωτερικότητας οδηγούσε στη μετεξέλιξη μιας σειράς εννοιών που είχαν συνοδεύσει τα πρώτα στη λειτουργία τους. Στα πανεπιστήμια ως ναούς της γνώσης, ο δάσκαλος μπορεί να μην απολάμβανε πλέον της θεϊκής αποστολής, η παρουσία του όμως οριζόταν από την αυθεντία της επιστήμης. Αποστολή του ήταν η μεταφορά της γνώσης στους φοιτητές, μιας γνώσης που δεν επιδεχόταν αμφισβητήσεις.407

Η διδασκαλία απέβλεπε στη συναισθηματική ενεργοποίηση των ακροατών μέσω της δραματοποιημένης διήγησης, στη συμμετοχή τους στα δρώμενα μέσω της φαντασίας τους, στην ενίσχυση του φρονήματος τους. Σε αυτό το πλαίσιο, η ιστορία ήταν ένα μάθημα το οποίο κατεξοχήν διδασκόταν από καθέδρας και απαιτούσε την απόσταση του καθηγητή από τον φοιτητή: Ναί! ήρχετο η ώρα της παραδόσεως του Μανούση και αι λοιπαί αίθουσαι του Πανεπιστημίου εκενούντο και οι μαθηταί πάντες έτρεχον προτροπάδην εις την ακρόασιν αυτού. Ανέβαινε την έδραν και χίλια όμματα προσέβλεπον αυτόν ασκαρδαμυκτί, και χίλια ώτα έστεκον ατενή εις την λαλιά του! Εκινείτο, επαθαίνετο, εδάκρυε και συ-

406. Α. Renaut, ό.π., σ. 198.

407. Στο ίδιο, α. 196-201.

Σελ. 163
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/164.gif&w=600&h=915

συνεκινείτο και συνεπαθαίνετο και συνεδάκρυε το ακροατήριον. Ου μόνον δε του Πανεπιστημίου οι φοιτηταί, αλλά και οι των γυμνασίων και των σχολείων και αυτοί οι πάσης παιδείας άγευστοι πολίται έτρεχον ασθμαίνοντες εις του Μανούση τας παραδόσεις.408

Το μάθημα του Μανούση δεν απέβλεπε μόνο στον φοιτητικό πληθυσμό· στόχευε και στο πολυπληθές ακροατήριο που συνέρρεε στο Πανεπιστήμιο. Ο καθηγητής απευθυνόταν σε ένα διευρυμένο κοινό· επεδίωκε την ενίσχυση των δεσμών για τα μέλη της εθνικής κοινότητας, προσέφερε τα διδάγματα της ιστορίας. Το μάθημα δεν αποσκοπούσε απλώς στη συγκρότηση του φοιτητή της Φιλοσοφικής Σχολής· αφορούσε, ως γενικό, και όλους τους φοιτητές του Πανεπιστημίου, όλους τους ακροατές : Ελάτε μαζί μου, λόγου χάρη, στην αίθουσα όπου κάνει τις καθημερινές του παραδόσεις ο καθηγητής Μανούσης, και θα τη βρείτε γεμάτη όχι μόνο από τακτικούς φοιτητές αλλά και από άλλους που εκμεταλλεύονται με ενθουσιασμό την ευκαιρία να παρακολουθήσουν ένα ενδιαφέρον κεφάλαιο από την Παγκόσμια Ιστορία. Βρίσκονται εδώ ο αδειούχος στρατιώτης με την γκρίζα στολή του, και δίπλα του ο ιερέας της ενορίας με το μακρύ μαύρο ράσο του και το καμηλαύκι του. Σ' ένα άλλο θρανίο είναι ένας νέος που, καθώς δείχνουν τα μακριά του μαλλιά, προορίζεται για το ιερατικό λειτούργημα. Εδώ κι εκεί ανακατεμένοι μ' αυτούς είναι αρκετοί κάτοικοι της πόλης που ξεφεύγοντας, από τις έγνοιες της ημέρας, μπαίνουν για μια δυο ώρες στο Πανεπιστήμιο πριν να γυρίσουν στα σπίτια τους...409

Από την τελετή των εγκαινίων του, στις 3 Μαΐου 1837, το Πανεπιστήμιο είχε συγκεντρώσει στις αίθουσες και στις δημόσιες τελετές του σημαντικό αριθμό ακροατών. Και δεν αναφέρομαι μόνο στους επετειακούς εορτασμούς ή στις τακτικές πανεπιστημιακές διαδικασίες, όπως η εγκατάσταση των νέων πρυτανικών αρχών ή οι ποιητικοί διαγωνισμοί, οι οποίοι αποτελούσαν γεγονότα της μικρής αθηναϊκής κοινωνίας. Σύμφωνα με περιγραφή του Ράλλειου διαγωνισμού του 1860, τη μέρα εκείνη ολόκληρη η Αθήνα βρισκόταν στο πόδι. Τα καφενεία και οι αγορές είχαν ερημώσει. Οι πλατείες ήταν γεμάτες από κόσμο που χειρονομούσε και συζητούσε με έξαψη. Όταν τελείωσε ο Διαγωνισμός, ο νικητής δαφνοστεφανωμένος συνοδεύθηκε από το ενθουσιασμένο

408. Στη νεκρολογία που φιλοξενήθηκε στα «Εσωτερικά» της εφημερίδας Αθηνά, φ. 2714 (5 Νοεμβρίου 1858).

409. Βλ. τη μαρτυρία του περιηγητή Henry Μ. Baird, "Modern Greece: A Narrative of a Residence and Travels in that Country ", Νέα Υόρκη 1856, σ. 80-85: Αλέξης Δημαράς (επιμ.), Η μεταρρύθμιση.... ό.π., τ. 2, (1895-1967), σ. 326, σε μετάφραση του επιμελητή.

Σελ. 164
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/165.gif&w=600&h=915

πλήθος σπίτι του.410 Η περιγραφή ήταν ενδεικτική της μεγάλης συμμετοχής, της μετατροπής μιας πανεπιστημιακής τελετής σε λαϊκό δρώμενο.

Κατά την τέταρτη και την πέμπτη κυρίως δεκαετία του 19ου αιώνα, στις αίθουσες των σχολών συγκεντρωνόταν ένα ετερόκλητο πλήθος, το οποίο δεν περιοριζόταν στους φοιτητές ή τους ακροατές, σε όσους δηλαδή διεκδικούσαν με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο μια θεσμοθετημένη σχέση με το Πανεπιστήμιο. Αφορούσε και άλλους, έστω και σε μικρούς αριθμούς, όπως σημείωνε ο χρονικογράφος και καθηγητής του Πανεπιστημίου Ιωάννης Πανταζίδης : νέους και παιδιά που φοιτούσαν στο γυμνάσιο, μεσήλικες και ηλικιωμένους, φουστανελοφόρους, ρασοφόρους, ντυμένους ευρωπαϊκά ή με νησιώτικες φορεσιές.411 Ήταν όλοι όσοι επιθυμούσαν να συμμετάσχουν στις διαδικασίες του νέου εκπαιδευτικού ιδρύματος, να ακούσουν, να εντυπωσιαστούν, να αποκτήσουν γνώσεις. Μπορεί να μην ξεπερνούσαν όσους χωρούσε μια πανεπιστημιακή αίθουσα, εκπροσωπούσαν όμως έναν σημαντικό αριθμό για τα μέτρα της εποχής και της πόλης, ο οποίος υπερέβαινε τους 52 όλους κι όλους εγγεγραμμένους φοιτητές κατά το πρώτο εξάμηνο λειτουργίας του Πανεπιστημίου. Ακόμη και όταν επρόκειτο για μαθήματα που θεωρητικά απευθύνονταν σε ένα πιο εξειδικευμένο κοινό, όπως εκείνα των φυσικομαθηματικών επιστημών, οι διδάσκοντες ενδιαφέρονταν να προσελκύσουν ακροατές ανακοινώνοντας τις ώρες διδασκαλίας από τις στήλες των εφημερίδων ή εκτελώντας θεαματικά πειράματα εκτός της διδακτέας ύλης.412 Σε αυτό το πλαίσιο η ιστορία αποτελούσε προνομιακό πεδίο. Μάθημα που δεν απαιτούσε συστηματική παρακολούθηση ή προετοιμασία (όπως για παράδειγμα η ερμηνευτική προσέγγιση των κειμένων της αρχαίας γραμματείας), κυρίως όμως μάθημα που ενδιέφερε κάθε πολίτη του νέου κράτους ο οποίος ήθελε να πληροφορηθεί για τους προγόνους του ή γενικότερα για το παρελθόν, συγκέντρωνε μεγάλα ακροατήρια, καθώς μάλιστα από τη διδακτική έδρα προσέφεραν τις γνώσεις τους καθηγητές εγνωσμένου κύρους με δεινή ρητορική ικανότητα: ο Μανούσης, ο Παπαρρηγόπουλος, ο Βερναρδάκης. Στις περιγραφές που διαθέτουμε για τους ακροατές τους κυριαρχεί η εικόνα της πάνδημης συμμετοχής ενός κοινού το οποίο δεν περιοριζόταν στους φοιτητές ή στη μικρή κοινότητα των εγγραμμάτων της εποχής.

410. Βλ. Ε. Yemeniz, "De la renaissance littéraire en Grèce. Les poètes Zalokostas et Orphanidis", Revue des Deux Mondes 27 (1η Μαΐου 1860), σ. 214: Π. Μουλλάς, «Ποίηση και ιδεολογία...», ό.π., σ. 596, σε μετάφραση του συγγραφέα.

411. Ιω. Πανταζίδης, ό.π., σ. 30.

412. Βλ. Έ. Μανιάτη, ό.π., σ. 82.

Σελ. 165
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/166.gif&w=600&h=915

Στις λίγο-πολύ εξιδανικευμένες αυτές εικόνες των αιθουσών από τη γραφίδα συνήθως κάποιου περιηγητή, δημοσιογράφου ή λογίου, οι οποίοι περιέγραφαν επεισόδια ή εξυμνούσαν κάποιον διδάσκοντα, η ρητορική δεινότητα των ιστορικών αποδεικνυόταν από την προσέλευση ενός ετερόκλητου κοινού, που δεν πρέπει να υπερέβαινε τις μερικές εκατοντάδες, ανάμεσά τους και πρόσωπα χωρίς καμία μόρφωση. Παρ' όλα αυτά, και μόνο η καταγραφή του γεγονότος ήταν ενδεικτική του ενδιαφέροντος του κοινού για την ιστορία, όπως αποτυπωνόταν άλλωστε και στη δημοσίευση των εισιτήριων λόγων και των μαθημάτων στον ημερήσιο και περιοδικό Τύπο. Η περιγραφή φαίνεται αντιφατική, καθώς γνωρίζουμε ότι η αρχαΐζουσα καθαρεύουσα των διδασκόντων, η διαφοροποίηση της γλώσσας της αγόρευσης από την καθημερινή ομιλία, διαμόρφωνε ένα εργαλείο μεταβίβασης της γνώσης σε μια συγκεκριμένη ομάδα φοιτητών και εγγράμματων κατοίκων.

Στην πραγματικότητα, οι περιγραφές εκφράζουν την επιθυμία σημαντικής ομάδας κατοίκων του νέου βασιλείου να συμμετάσχει στις διαδικασίες και στις τελετές του νέου ιδρύματος. Με τη συμμετοχή τους «νομιμοποιούσαν» τον δημόσιο και παρεμβατικό ρόλο του Πανεπιστημίου ως κέντρου δημιουργίας και μετάδοσης γνώσης προς την εθνική κοινότητα, ιδιαίτερα μάλιστα καθώς στην οθωνική περίοδο ήταν σχεδόν ασφυκτικοί οι όροι δημιουργίας οποιουδήποτε είδους συσσωματώσεων και διεξαγωγής δημόσιων μαθημάτων.

Η διαδοχή του πρώτου καθηγητή Ιστορίας Κ. Σχινά από τον Κ. Παπαρρηγόπουλο (1851) και η στροφή του δεύτερου προς τη διδασκαλία της ιστορίας του ελληνικού έθνους εδραίωσε τη συγκίνηση ως χαρακτηριστικό το οποίο διέτρεχε τα ακροατήρια που κατέκλυζαν τις αίθουσες. Ο ιστορικός, με τη διδασκαλία της εθνικής ιστορίας όπως αυτή διαμορφωνόταν στο Πανεπιστήμιο και στο πολύτομο έργο του, δεν στόχευε μόνο στη διαμόρφωση ελεύθερων, ηθικών και μορφωμένων ανθρώπων αλλά και στη συγκρότηση πολιτών με ενεργό εθνική συνείδηση και γνώση του αντίστοιχου παρελθόντος. Το Πανεπιστήμιο -ενισχυμένο λόγω της συμμετοχής του στον αντιοθωνικό αγώνα και της δυναμικής παρουσίας του φοιτητικού κινήματος- ήταν πλέον ο χώρος που φιλοξενούσε το κράτιστον εργαστήριον, τη διδασκαλία της εθνικής ιστορίας. Η ιστορία δεν αντιμετωπιζόταν μόνο ως μορφωτικό αγαθό, απαραίτητο για την απελευθέρωση από τα δεσμά της αμάθειας, αλλά μετατρεπόταν σε μέσο παρασκευής της εθνικής ιδεολογίας, σε απαραίτητο εφόδιο του πολίτη του ελληνικού έθνους και κράτους. Συνεχίζοντας την παράδοση του Μανούση, ο Παπαρρηγόπουλος αντιλαμβανόταν τη διδασκαλία ως δράμα, που καλούσε τους φοιτητές να μετάσχουν και να μυηθούν. Σε μια νέα όμως εθνική

Σελ. 166
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Η συγκρότηση της ιστορικής επιστήμης και η διδασκαλία της ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (1837-1932)
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 147
    

    τελευταίος με την αρθρογραφία του πυροδότησε και τη συνέχεια των επεισοδίων, υποκινώντας, σύμφωνα και με όλες τις ενδείξεις, μια μερίδα φοιτητών εναντίον του Βερναρδάκη. Ο ίδιος άλλωστε ο παθών απέδωσε τα συμβάντα σε συμπαιγνία των πανεπιστημιακών του αντιπάλων και της νέας πολιτικής εξουσίας.360

    Όπως έχει επισημάνει και ο Κώστας Λάππας, τα επεισόδια αυτά είναι ενδεικτικά της σταδιακής συντηρητικοποίησης του Πανεπιστημίου και του φοιτητικού κινήματος στη δεκαετία του I860.361 Στην πραγματικότητα, όπως φάνηκε και προηγουμένως, ο συντηρητικός αυτός λόγος δεν αντιμαχόταν ένα συγκροτημένο καινοτόμο πρόγραμμα αλλά τις νεωτερικές εκφάνσεις μιας εκλεκτικιστικής διδασκαλίας, η οποία παρέμεινε βαθύτατα συντηρητική, έξω από το πνεύμα των καιρών, αντίθετη στις ανησυχίες για εκδημοκρατισμό του πολιτεύματος. Η αντισυνταγματική στάση του Βερναρδάκη μπορούμε να θεωρήσουμε ότι συντέλεσε καθοριστικά στην απουσία συσπείρωσης των φοιτητων που θα ήθελαν να τον υπερασπιστούν.

    Στην πανεπιστημιακή θητεία του Δ. Βερναρδάκη η διδασκαλία του συνδέθηκε με τα μεγάλα ακροατήρια αλλά και τις έντονες συγκρούσεις, οι οποίες άλλωστε οδήγησαν στην παραίτησή του.362 Πολυσχιδής προσωπικότητα, με ένα ευρύτατο πεδίο ενδιαφερόντων -το μεγαλύτερο μέρος τους αφορούσε τη θεατρική τέχνη-, αντιμετώπισε το Πανεπιστήμιο ως μέσο κυρίως βιοπορισμού, στο μέτρο μάλιστα που η οικογενειακή του κατάσταση επέτεινε την οικονομική ανασφάλειά του. Οι ιστορικές του μελέτες αποτέλεσαν ένα μικρό τμήμα της δραστηριότητάς του συγκριτικά με το θεατρικό και το φιλολογικό του έργο, το οποίο πρέπει να συνεξεταστεί με το υπόλοιπο έργο του ώστε να αναζητηθούν συνολικά οι αντιφάσεις και οι συνέχειές του.

    Η ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΟΥ ΣΩΚΡΑΤΗ ΤΣΙΒΑΝΟΠΟΥΛΟΥ : ΟΙΝΟΣ ΠΑΛΑΙΟΣ ΣΕ ΑΣΚΟΥΣ ΝΕΟΥΣ

    Επόμενος έκτακτος καθηγητής της έδρας διορίστηκε το 1871 ο Σωκράτης Τσιβανόπουλος (1836-1896).363 Γεννημένος στον Αϊ-Γιάννη Κυνουρίας, ο νέος

    360. Βλ. ανέκδοτη επιστολή Βερναρδάκη: Π. Αργύρης, ό.π., σ. 550. Βλ. Κ. Λάππας, ό.π., σ. 467-471.

    361. Κ. Λάππας, ό.π., σ. 548.

    362. Βλ. Ιωάννης Ολύμπιος, Ο βίος και το έργον του Δημητρίου Βερναρδάκη: επί τη εκατονταετηρίδι εορτή των γενεθλίων του ποιητού, Μυτιλήνη 1938, σ. 21-22.

    363. Για τον Τσιβανόπουλο βλ. Μ.Γ. Δ. (ομαζάκις), «Τσιβανόπουλος Σωκράτης», ΜΕΕ, ό.π., τ. 23, σ. 442, και Ιωάννα Λαλιώτου, «Σωκράτης Τσιβανόπουλος», ανακοίνωση