Συγγραφέας:Καραμανωλάκης, Βαγγέλης Δ.
 
Τίτλος:Η συγκρότηση της ιστορικής επιστήμης και η διδασκαλία της ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (1837-1932)
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:42
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:2006
 
Σελίδες:551
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Εκπαίδευση-Τριτοβάθμια
 
Παιδεία-Εκπαίδευση
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα, Πανεπιστήμιο Αθηνών
 
Χρονική κάλυψη:1837-1932
 
Περίληψη:Αφετηριακή υπόθεση της εργασίας αυτής είναι ότι η ιστορία συγκροτείται ως επιστήμη μέσα από την καταλυτική επίδραση εκπαιδευτικών θεσμών για την παραγωγή και τη μετάδοση της γνώσης, όπως είναι το πανεπιστήμιο. Οι θεσμοί αυτοί επιβάλλουν σε μεγάλο βαθμό στην ιστοριογραφική παραγωγή τη λογική της συγκρότησης και της λειτουργίας τους, τις αξίες που τους διέπουν, τις πρακτικές ανάδειξης κύρους και τους συσχετισμούς δύναμης που επικρατούν στο εσωτερικό τους, τις σχέσεις τους με την πολιτική εξουσία και την κοινωνία. Η πανεπιστημιακή διδασκαλία της ιστορίας κατά την περίοδο που καλύπτει το βιβλίο συνδέθηκε με μια σειρά από παράγοντες και μεταβλητές, στοιχεία που καθόρισαν και το συγκεκριμένο πλαίσιο αναφοράς : το πανεπιστημιακό περιβάλλον, η ιστοριογραφική παράδοση, τα πρόσωπα που δίδαξαν και οι αποδέκτες της διδασκαλίας τους. Στόχος της παρούσας εργασίας είναι η συνεξέταση αυτών των παραγόντων μέσα στην ευρύτερη πολιτική και κοινωνική συγκυρία από την οποία σε μεγάλο βαθμό ορίστηκαν και την οποία εντέλει επανακαθόρισαν, με άλλα λόγια θέμα του βιβλίου είναι η συγκρότηση, στον χώρο του Πανεπιστημίου Αθηνών, μιας εθνικής-επιστημονικής ιστορίας με έντονο διδακτικό χαρακτήρα, η οποία επηρέασε καθοριστικά τη συνολική ιστοριογραφική παραγωγή, λόγω της σημαίνουσας θέσης του ιδρύματος, καθώς για έναν περίπου αιώνα αποτέλεσε τον μοναδικό οργανωμένο θεσμό της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης ο οποίος παρήγε ιστορική γνώση, κατάρτιζε τους φοιτητές και προετοίμαζε τους αποφοίτους του για τη διάχυση αυτής της γνώσης, μέσω κυρίως του σχολικού δικτύου, στο ελληνικό βασίλειο και στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 43.93 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 155-174 από: 554
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/155.gif&w=600&h=915

ΚΕΦΑΛΑΙΟ E'

Η ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΣΤΗ ΣΦΑΙΡΑ ΤΗΣ ΡΗΤΟΡΕΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΔΙΔΑΚΤΙΣΜΟΥ

ΤΑ ΣΥΓΓΡΑΜΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

Και αυτό δε το Εθνικόν Πανεπιστήμιον επί πολλάς δεκαετίας από της συστάσεως αυτού ήκιστα είχε συντελέσει εις την παρ' ημίν ανάπτυξιν της ιστορικής μεθόδου, άτε του εν αυτώ ιστορικού έργου περιοριζομένου εις θεωρητικήν και εξαγγελτικήν μόνον από καθέδρας διδασκαλίαν, έως τέλος εισήχθησαν και αι μεγάλως ωφελήσασαι πρακτικαί εν τοις ιστορικοίς φροντιστηρίοις ασκήσεις.386

Όταν ο Σπυρίδων Λάμπρος, εξόριστος στη Σκόπελο το 1918, σημείωνε τα παραπάνω, είχε εύλογα στον νου του τα πρώτα χρόνια της διδακτικής του δράσης στο Αθήνησι τη δεκαετία του 1870. Νεαρός τότε υφηγητής, ξεκινούσε εθελοντικά τη φροντιστηριακή ιστορική διδασκαλία για τους φοιτητές της Φιλοσοφικής Σχολής. Έως την εποχή εκείνη οι καθηγητές και υφηγητές της Ιστορίας περιορίζονταν, όπως σχεδόν και το σύνολο των διδασκόντων της Φιλοσοφικής, στην «από καθέδρας διδασκαλία», στην από στήθους, σημειώσεων ή και από βιβλίου παρουσίαση της διδακτέας ύλης. Όπως θυμόταν ο Λάμπρος στο ίδιο έργο,387 μόνο ο Κ. Παπαρρηγόπουλος και ο Αλ. Ραγκαβής στα χρόνια των πανεπιστημιακών σπουδών του δίδασκαν «διά ζώσης». Οι υπόλοιποι καθηγητές διάβαζαν συνήθως κάποιο εγχειρίδιο. Ακόμη και ο Δ. Βερναρδάκης, ου απαράμιλλος ήτο η γοητεία διά το αργυρόηχον της φωνής και την γλαφυρότητα της γλώσσης, υπαγόρευε τις ιστορικές διαλέξεις του, ενώ ο Σ. Τσιβανόπουλος διάβαζε πενιχρό γυμνασιακό εγχειρίδιο. Η σημαντική αλλαγή στη διδασκαλία της ιστορίας συνδεόταν, σύμφωνα με τον Λάμπρο, με την είσοδο στο Πανεπιστήμιο του Πατσόπουλου, του Καρολίδη και του ίδιου.

Η επισήμανση δεν αφορούσε μόνο τον τρόπο της διδασκαλίας, αλλά και

386. Σπ. Λάμπρος, «Κεφάλαιον πρώτον. Φιλοσοφία της Ιστορίας και ιστορική μέθοδος»: Αι ιστορικαί μελέται εν Ελλάδι..., ό.π.

387. «Κεφάλαιον δέκατον έβδομον. Ιστορική διδασκαλία», στο ίδιο.

Σελ. 155
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/156.gif&w=600&h=915

την έλλειψη εξειδικευμένων εγχειριδίων για τους φοιτητές. Όσοι παρακολουθούσαν τα μαθήματα δεν συγκροτούσαν ένα επαρκές αναγνωστικό κοινό που να εγγυάται την οικονομική επιτυχία ανάλογων πρωτοβουλιών. Παρά τις κατά καιρούς καταγγελίες των φοιτητών για τον τρόπο διδασκαλίας και την έλλειψη συγγραμμάτων, το πρόβλημα εξακολούθησε να υφίσταται για πολλά χρόνια μετά την ίδρυση του Πανεπιστημίου. Η έκδοση ενός εγχειριδίου αποτελούσε πολυέξοδη υπόθεση, την οποία δεν μπορούσαν να καλύψουν οι συγγραφείς τους, ιδιαίτερα εκείνοι της Φιλοσοφικής Σχολής, οι οποίοι σε αντίθεση με τους συναδέλφους τους της Νομικής ή της Ιατρικής δεν είχαν άλλες σημαντικές πηγές εσόδων πλην του μισθού τους. Ένα πολυσέλιδο βιβλίο ήταν κατά τεκμήριο πολύ πιο ακριβό από τους ολιγοσέλιδους λόγους και κάποτε τους λίβελους, οι οποίοι καταλάμβαναν σημαντικό τμήμα της εργογραφίας των διδασκόντων.

Από την πλευρά του το Πανεπιστήμιο προσπάθησε να ενισχύσει οικονομικά τις εκδόσεις του διδακτικού προσωπικού του, με ιδιαίτερη έμφαση σε όσες στόχευαν στο φοιτητικό κοινό, είτε από τον προϋπολογισμό του, είτε διεκδικώντας κονδύλια από το υπουργείο Παιδείας, είτε από συνδρομές ιδιωτών. Η προσπάθεια όμως αυτή ούτε συστηματική ήταν, ούτε έφερε και τα προσδοκώμενα αποτελέσματα.388 Οι καθηγητές δεν εξέδιδαν εγχειρίδια, ενώ οι φοιτητές κρατούσαν σημειώσεις, τις οποίες αντέγραφαν και δανείζονταν μεταξύ τους ή πουλούσαν. Από τα μέσα του αιώνα κυκλοφορούσαν πανεπιστημιακές παραδόσεις που είχαν στενογραφηθεί και εκδοθεί από τους ίδιους τους φοιτητές· προς τα τέλη του παρατηρείται αύξηση στον αριθμό των πανεπιστημιακών εγχειριδίων, πρωτότυπων ή μεταφρασμένων, λόγω και της εφαρμογής της φθηνότερης τεχνικής της λιθογραφίας, χωρίς όμως να επιλυθεί το πρόβλημα και να παύσει η σχετική φιλολογία.389 Μοναδικό τέτοιο δείγμα σημειώσεων το οποίο έχει εντοπιστεί έως σήμερα για την ιστορία αφορούσε την Ιστορία των ελληνικών αποικιών που δίδαξε ο Κ. Σχινάς.

Στην πραγματικότητα, η έκδοση των εγχειριδίων δεν αποτελούσε προτεραιότητα του Πανεπιστημίου. Έως τη δεκαετία του 1880 η συγγραφή γενικά, και ειδικότερα πανεπιστημιακών εγχειριδίων, δεν συνιστούσε προσόν απαραίτητο για τον διορισμό ή την παραμονή στη διδακτική έδρα. Στον κανονισμό λειτουργίας δεν προβλέπονταν τα προσόντα των υποψήφιων τακτικών ή

388. Βλ. Κ. Λάππας, «Το πρόβλημα των συγγραμμάτων»: Πανεπιστήμιο και φοιτητές..., ό.π., σ. 211-217.

389. Στο ίδιο, σ. 212-213.

Σελ. 156
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/157.gif&w=600&h=915

έκτακτων καθηγητών. Όσον αφορά τους υφηγητές απαιτούνταν ο ακαδημαϊκός βαθμός του προλύτου, διάταξη που συχνά καταστρατηγήθηκε,390 ενώ για τους επιτίμιους υπήρχε μια γενικόλογη διάταξη : άνδρας διαπρέποντας κατά τον νουν και παιδείαν.391 Η απουσία κάθε αναφοράς σε συγκεκριμένα κριτήρια ήταν κατ' αρχήν εύλογη για μια εκτελεστική εξουσία η οποία διεκδικούσε όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ελευθερία επιλογής προσώπων, συγχρόνως όμως ήταν και ενδεικτική της ήσσονος σημασίας που αποδιδόταν στη συγγραφή.

Η έλλειψη αναφοράς σε ρητά κριτήρια επιλογής θα μπορούσε να αιτιολογηθεί από την ύπαρξη μιας ολιγομελούς κοινότητας λογίων με πανεπιστημιακή εκπαίδευση που είχε τη δυνατότητα να στελεχώσει αυτές τις θέσεις. Στο συγκεκριμένο πλαίσιο η διοίκηση αναζήτησε και εκτός των ελληνικών συνόρων τα πρόσωπα εκείνα τα οποία θα στελέχωναν την εκπαίδευση στις ανώτατες βαθμίδες της. Οι περισσότεροι άλλωστε, ιδιαίτερα από την προηγούμενη γενιά, γερασμένοι συνήθως και άρρωστοι ζούσαν εκτός ελληνικού βασιλείου και διεκδικούσαν τους οικονομικούς όρους για να επιστρέψουν. Η περίπτωση του Κωνσταντίνου Κούμα, του συγγραφέα του σημαντικότερου ιστορικού έργου της περιόδου, του δωδεκάτομου Ιστορίαι των ανθρωπίνων πράξεων, είναι ενδεικτική του συνδυασμού προσωπικών αιτίων και κρατικών εμπλοκών, οι οποίες δεν επέτρεψαν, όπως και σε άλλες περιπτώσεις, την κάθοδο στην Ελλάδα.392 Από τους νεότερους κάποιοι είχαν επιστρέψει, άλλοι αρνήθηκαν τον διορισμό, ενώ άλλους τους είχε απορροφήσει η πολιτική ,393

Τη στιγμή του διορισμού τους, ο Σχινάς και ο Μανούσης ήταν από τους λιγοστούς λογίους στο ελληνικό βασίλειο που διέθεταν συγκροτημένη παιδεία, απόρροια των σπουδών τους σε πανεπιστήμια του εξωτερικού. Παρ' όλα αυτά, τα ονόματά τους απουσίαζαν από τον πρώτο κατάλογο καθηγητων που συνέταξε η Αντιβασιλεία, δείγμα και αυτό της στενής εξάρτησης των πανεπιστημιακών καθηγητών από την πολιτική. Ο διορισμός και η παραμονή τους συνδέθηκαν με την πολιτική τους τοποθέτηση, καθορίστηκαν από τη σχέση τους με την εκάστοτε εκτελεστική εξουσία. Εύλογα θα υποθέταμε ότι ο διορισμός του Μάσσον στην έδρα της Ιστορίας, βασισμένος στην ευρεία μόρφωσή του, δεν αποδείκνυε τόσο τη σχέση του με το γνωστικό αντικείμενο

390. Βλ. εδώ τις περιπτώσεις των Ευθυμίου Καστόρχη και Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου, σ. 93-95.

391. Αρ. Βαμπάς, ό.π., σ. 40.

392. Βλ. Δαυίδ Αντωνίου, «Αναζητώντας καθηγητές για το Πανεπιστήμιο: Η περίπτωση του Κωνσταντίνου Μ. Κούμα», Μνήμων 13 (1991), σ. 279-296.

393. Για τους διορισμούς βλ. Π. Κιμουρτζής, ό.π., σ. 127-163.

Σελ. 157
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/158.gif&w=600&h=915

νο όσο με το πολιτικό καθεστώς. Η παρουσία των συγκεκριμένων καθηγητών στο Πανεπιστήμιο ήταν μια πράξη πολιτική. Η εκάστοτε πολιτική ηγεσία έλεγχε απόλυτα την τοποθέτηση του διδακτικού προσωπικού και παρενέβαινε στα εσωτερικά του ιδρύματος, φτάνοντας έως και στην απόλυση εχθρικών προς αυτήν προσώπων, όπως έγινε στην περίπτωση του Μανούση και του Μάσσον.

Η ιστορία αποτέλεσε ένα αντικείμενο νεωτερικό, το οποίο ως γνωστικό πεδίο δεν είχε απασχολήσει ιδιαίτερα τους λογίους του 18ου αιώνα.394 Η Επανάσταση του 1821 οδήγησε αρκετούς από τους πρωταγωνιστές της να γράψουν απομνημονεύματα, χρονικά, ιστορίες, μέσω των οποίων ζητούσαν τη δικαίωση ή την καταξίωση, κείμενα πολεμικής ή απολογίας. Η εμφάνιση των θεωριών του Φαλλμεράυερ και η αντίκρουσή τους αποτέλεσαν έναν εξαιρετικά σημαντικό καταλύτη στην ανάπτυξη της ελληνικής ιστορικής σκέψης.395 Τέλος, η σχολική εκπαίδευση, η οποία απευθυνόταν σε ένα μεγάλο κοινό με πολλαπλές ανάγκες, αποτέλεσε την καλύτερη αγορά για το βιβλίο, δημιουργώντας εξαρχής ένα «ευρύχωρο» τιτλολόγιο.396 Για τους λογίους της εποχής, ειδικότερα εκείνους που δεν αναμείχθηκαν στην κρατική διοίκηση, η συγγραφή εγχειριδίων αποτελούσε μια από τις ελάχιστες πηγές εσόδων τους. Τα εγχειρίδια κατέλαβαν σημαντική θέση στην εργογραφία των περισσότερων πανεπιστημιακών καθηγητών Ιστορίας και πολλά από αυτά χρησιμοποιήθηκαν και στη διδασκαλία τους.

Η χρήση σχολικών εγχειριδίων στη διδασκαλία από τους πανεπιστημιακούς μπορεί να φανέρωνε την απροθυμία τους να ασχοληθούν περισσότερο με τα ακαδημαϊκά τους καθήκοντα και την προετοιμασία ειδικών μαθημάτωνταυτόχρονα όμως ήταν ενδεικτική της στενής συνάφειας της ανώτατης με τη γυμνασιακή εκπαίδευση, ιδιαίτερα στα πρώτα χρόνια της λειτουργίας του Πανεπιστημίου, όταν το ίδρυμα παρέμεινε περιορισμένο σε έναν μικρό αριθμό διδασκόντων και φοιτητών. Το ολιγάριθμο των φοιτητών και η ηλικιακή

394. Κοντά στα μισά του 18ου αιώνα ο Νεόφυτος ο Καυσοκαλυβίτης αρνήθηκε να παραδώσει στους μαθητές του τον Επιτάφιο του Λυσία, με το αιτιολογικό ότι μπορούσε να τον διδάξει μόνο από γραμματική σκοπιά, αφού δεν είχε τις ανάλογες ιστορικές γνώσεις. Βλ. Κ. Θ. Δημαράς, Ελληνικός Ρωμαντισμός, ό.π., σ. 443- 444.

395. Βλ. και Γ. Βελουδής, ό.π., σ. 21-24, ο οποίος αναφέρεται στα προμηνύματα ενός αρχόμενου ιστορισμού στη δεκαετία του 1840.

396. Βλ. Φίλιππος Ηλιού, Ελληνική βιβλιογραφία του 19ου αιώνα. Βιβλία-Φυλλάδια. Τόμος πρώτος: 1801-1818, Αθήνα, Βιβλιολογικό Εργαστήρι / Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο, 1997, σ. νη'.

Σελ. 158
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/159.gif&w=600&h=915

κή γειτνίασή τους με τους μαθητές των μεγαλύτερων τάξεων των γυμνασίων οδηγούσε στην κοινή αναφορά σε αυτούς σε διάφορα δημοσιεύματα στον ημερήσιο και περιοδικό Τύπο της εποχής. Τα τότε γυμνάσια ήταν άλλωστε ιδρύματα που κατείχαν εξέχουσα θέση στη συνείδηση των συγχρόνων τους ως χώροι παιδείας και διαμόρφωσης των μελλοντικών αποφοίτων τους, ενώ είχαν στελεχωθεί με σημαντικό καθηγητικό προσωπικό, ανάμεσά τους και πρόσωπα που στη συνέχεια μετακινήθηκαν στο Πανεπιστήμιο, όπως ο Ιω. Βενθύλος, ο Κ. Δ. Παπαρρηγόπουλος, ο Γρ. Παππαδόπουλος κ.ά. Πέρα από αυτούς, τους πλέον «επώνυμους», πρέπει να σημειώσουμε και μια σειρά από γυμνασιάρχες κυρίως και καθηγητές που λειτούργησαν ως τοπικοί λόγιοι και ρήτορες, διαχέοντας τα σχήματα της εθνικής ιστορίας στον ντόπιο πληθυσμό μέσα από λόγους και εκδηλώσεις. Κάποιοι από αυτούς συνέγραψαν και σχολικά εγχειρίδια. Ανάμεσά τους σημειώνω τον Αντώνιο Φατσέα και τον Χαράλαμπο Παμπούκη, με ευρύ συγγραφικό έργο και ιδιαίτερο κύρος στις τοπικές κοινωνίες όπου υπηρέτησαν.397

Η πενιχρή λοιπόν παραγωγή διδακτικών εγχειριδίων συνδέεται με ένα περιορισμένο αριθμητικά κοινό, το οποίο δεν μπορούσε να στηρίξει οικονομικά την έκδοση συγγραμμάτων, με έναν διδακτικό θεσμό που δεν ενδιαφερόταν ή δεν επέβαλλε τη σύνταξή τους, με μια μικρή κοινότητα λογίων που στελέχωναν τις διδακτικές θέσεις, από τους οποίους αρκετοί αποδείχθηκαν αδύναμοι να συνθέσουν κάτι πέρα από συμπιλήματα. Από την άλλη πλευρά, ιδιαίτερα τα πρώτα χρόνια, ήταν εμφανής σε μια μερίδα του διδακτικού προσωπικού η διάκριση ανάμεσα στην πανεπιστημιακή διδασκαλία, κύριο καθήκον του καθηγητή ή υφηγητή, και στη διεξαγωγή έρευνας ή στη συγγραφή πρωτότυπων έργων,398 με πλέον χαρακτηριστικό εκπρόσωπο τον Θεόδωρο Μανούση.

397. Βλ. Τριαντάφυλλος Ε. Σκλαβενίτης, «Αντώνιος Φατσέας (1821-1872): οι ιδεολογικές του αναζητήσεις», Ζητήματα Ιστορίας των Νεοελληνικών Γραμμάτων. Αφιέρωμα στον Κ.θ. Δημαρά, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Φιλοσοφική Σχολή Τμήμα Φιλολογίας. Τομέας Μεσαιωνικών και Νέων Ελληνικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη, Παρατηρητής, 1994, σ. 161-170. Για τον Χαράλαμπο Παμπούκη και τη θητεία του στο Γυμνάσιο Ναυπλίου βλ. Τριαντάφυλλος Ε. Σκλαβενίτης, Η σχολική βιβλιοθήκη το 19ο αιώνα. Η βιβλιοθήκη του Γυμνασίου Ναυπλίου (1833-1935), Αθήνα, ΚΝΕ/ΕΙΕ - Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης» 3, 1995, σ. 62-81.

398. Βλ. Κ. Λάππας, ό.π., σ. 215-216.

Σελ. 159
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/160.gif&w=600&h=915

Ο ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΟΣ ΔΑΣΚΑΛΟΣ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΣΤΙΣ ΑΙΘΟΥΣΕΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑΣ

Ο Θεόδωρος Μανούσης διένυσε αξιοσημείωτη διαδρομή στον δημόσιο βίο, όπως αποτυπώθηκε και στα αξιώματα που κατέλαβε. Η επίδρασή του στους συγκαιρινούς του υπήρξε σημαντική, εάν προσμετρήσουμε τόσο την ένταση που δημιούργησαν οι επιθέσεις εναντίον του όσο και τις μαρτυρίες που διασώθηκαν ως εμάς, μαρτυρίες που επιμένουν περισσότερο στη φυσική παρουσία του καθηγητή παρά στο συγγραφικό του έργο. Ο Μανούσης δημοσίευσε ελάχιστα κείμενα από την πανεπιστημιακή του διδασκαλία : τον εισιτήριο λόγο του στο μάθημα της μέσης και νέας ιστορίας το 1843, κάποια μαθήματα πολιτειογραφίας την ίδια χρονιά στο περιοδικό Ευρωπαϊκός Ερανιστής, καθώς και αποσπάσματα των παραδόσεών του, οι οποίες αποτέλεσαν την αφορμή για να ξεσπάσουν τα Μανούσεια. Τα κείμενα αυτά, σε συνδυασμό με τα μετρημένα άρθρα που είχε δημοσιεύσει πριν από τον διορισμό του, όπως φαίνεται στην εργογραφία του, συναπαρτίζουν ένα πολύ μικρό σώμα: πρόκειται κατά κύριο λόγο για μεταφράσεις ξένων άρθρων ή αποδελτιώσεις των παραδόσεων που είχε παρακολουθήσει την περίοδο των σπουδών του. Η περίπτωσή του παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον επειδή η απουσία εκτεταμένου συγγραφικού έργου αποτελεί επιλογή του : από τις πληροφορίες που διαθέτουμε προκύπτει η ύπαρξη συγκροτημένου corpus σελίδων για την παράδοση των μαθημάτων, το οποίο επεξεργαζόταν ο καθηγητής.399

399. Τον Οκτώβριο του 1871 συζητήθηκε στη Σύγκλητο η έκδοση του χειρογράφου της γενικής ιστορίας του Μανούση, μετά την πρόταση ανάληψης των σχετικών εξόδων εκ μέρους του εφοπλιστή Σκαραμαγκά από την Τεργέστη. Το χειρόγραφο φυλασσόταν μαζί με άλλα σε σφραγισμένο κιβώτιο στο δωμάτιο όπου εναπόκειντο πολλαπλά αντίτυπα βιβλίων του Πανεπιστημίου. Το ερώτημα ήταν τι θα έκανε η Σύγκλητος από τη στιγμή που δεν υπήρχε κάποια πρόβλεψη στη διαθήκη του εκλιπόντος. Τα προβλήματα ήταν δύο: αφενός η εκπεφρασμένη επιθυμία του Μανούση να καούν τα γραπτά του, είτε λόγω μετριοφροσύνης είτε λόγω του ότι δεν είχε ολοκληρώσει την επεξεργασία τους· αφετέρου επρόκειτο για κείμενα προορισμένα για παράδοση και όχι για δημοσίευση, ιδιαίτερα αν συνυπολόγιζε κανείς ότι, σύμφωνα με τα λεγόμενα του Θ. Φαρμακίδη, λίγο πριν αρρωστήσει και πεθάνει ο Μανούσης είχε προμηθευτεί πολλά νέα συγγράμματα για να ανασκευάσει το κείμενό του. Η πρόοδος της ιστορικής επιστήμης ήταν τόσο μεγάλη τα χρόνια που πέρασαν ώστε η ιστορία του, παρά την καλλιέπειά της, δεν είχε νόημα να εκδοθεί. Τα επιχειρήματα αυτά αντέκρουσαν άλλοι καθηγητές υποστηρίζοντας ότι, αφού στη γραπτή διαθήκη δεν υπήρχε καμία πρόβλεψη για τα γραπτά, το Πανεπιστήμιο Αθηνών όφειλε να τα εκδώσει, καθώς η ιστορία του Μανούση έπρεπε να αποτελέσει κοινό κτήμα. Ο Παύλος Καλλιγάς πρότεινε να εκδοθούν ως είχαν, αλλά η Σύγκλητος του ανέθεσε να εξετάσει τα έργα

Σελ. 160
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/161.gif&w=600&h=915

Στη συλλογιστική του Θ. Μανούση σκοπός της διδασκαλίας ήταν η μετακένωσις των γνώσεων μέσω του προφορικού λόγου, η επιλογή και οργάνωση της προσφερόμενης γνώσης : Οδηγούς και διδασκάλους εις το έργον μας ελάβομεν συγγραφείς εξόχους, τον Μύλλερον, τον Ρόττεκ, τον Σισμόνδην καί τινας άλλους. Οσάκις εδυνήθημεν εσυμβουλεύθημεν και ειδικούς και πρωτοτύπους συγγραφείς. Νέας θεωρίας περί των γεγονότων ούτε σκοπόν, ούτε δυνάμεις έχομεν να εκθέσωμεν αρκεί αν ωφελήθημεν όσον έπρεπεν εξ όσων εσυλλέξαμεν βοηθημάτων. Ο,τιδήποτε προσφέρομεν είναι εράνισμα εκ των συγγραφέων εκείνων πολλάκις εφυλάξαμεν εις την διήγησιν και τας ιδίας αυτών λέξεις. Εκρίναμεν ματαιοπονίαν και αυθάδειαν να ζητήσωμεν να εκφράσωμεν ημείς άλλως ό,τι έξοχοι άνδρες εξιστόρησαν με τόσην τέχνην και δοκιμότητα. Εκτός τούτου οι λόγοι του Ηροδότου, του Θουκυδίδου, του Τάκιτου, του Γίββωνος, εντυπώνονται βαθύτερον εις την μνήμην μας παρά των κοινών ιστοριογράφων αι διηγήσεις. Ό,τι εις την πραγματείαν ταύτην δυνάμεθα να επικαλεσθώμεν ως ίδιον ημών είναι η μέθοδος και η τάξις, την οποίαν ηκολουθήσαμεν.400

Η διάκριση ανάμεσα στην πανεπιστημιακή διδασκαλία, κύριο καθήκον του καθηγητή ή υφηγητή, και στη διεξαγωγή έρευνας ή στη συγγραφή πρωτότυπων έργων ήταν σαφής. Ο διαχωρισμός αυτός δεν είχε αξιολογικό χαρακτήρα. Το εράνισμα, η ανθολόγηση, η ενσωμάτωση στοιχείων από άλλες εργασίες αποτελούσαν απολύτως νόμιμη διαδικασία. Η στάση αυτή δεν αφορά μόνο τον Θεόδωρο Μανούση. Σε μια εποχή όπου η έννοια της προσωπικής δημιουργίας και της πρωτοτυπίας συγκροτείται σταδιακά, το σημαντικό ήταν η μεταφορά της γνώσης στο ελληνικό κράτος, η μεταγραφή του λόγου των πλέον σημαντικών πνευματικών προσωπικοτήτων401 σε έναν χώρο υποδεέστερο

και να αποφανθεί για το εάν μπορούν να δημοσιευθούν (συνεδρίαση 30ης Οκτωβρίου 1871). Μερικούς μήνες αργότερα ο Καλλιγάς επέστρεψε το κιβώτιο θεωρώντας ότι ήταν πολύ τολμηρή και ξεπερνούσε τις δυνάμεις του η συμπλήρωση των χασμάτων και η σύνδεση των τμημάτων που είχαν διασωθεί. Κάποια μέλη της Συγκλήτου πρότειναν να εξετάσουν τα έγγραφα ο Τσιβανόπουλος ή ο Βερναρδάκης, αλλά τελικά αποφασίστηκε τα έργα να παραμείνουν ανέκδοτα και το κιβώτιο κλειδωμένο εκεί που φυλασσόταν. Δεν κατόρθωσα να εντοπίσω το συγκεκριμένο κιβώτιο, το οποίο είναι πολύ πιθανό να καταστράφηκε τα χρόνια που ακολούθησαν.

400. «Λόγος εισαγωγικός...», ό.π., σ. 467.

401. Είναι ενδιαφέρουσα στον λόγο του Μανούση η αναφορά στον Γκίμπον, μαζί με τους αρχαίους ιστορικούς, αναφορά ενδεικτική του υψηλού κύρους του ξένου ιστορικού, η οποία ενισχύει και την υπόθεση για τη χρήση του έργου του από τον έλληνα καθηγητή της Γενικής ιστορίας στη διδασκαλία του Βυζαντίου. Βλ. εδώ, σ. 71.

Σελ. 161
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/162.gif&w=600&h=915

πνευματικά της Ευρώπης, όπου είχαν συγκροτηθεί επιστημονικά οι καθηγητές. Η έλλειψη πρωτοτυπίας, η πιστή μεταφορά ξενόγλωσσων κειμένων, η αδύναμη επιχειρηματολογία, οι παραδοξότητες αποτελούν κάποια από τα χαρακτηριστικά των περισσότερων βιβλίων που παράγονται και τα οποία παρ' όλα αυτά προκαλούν το δημόσιο ενδιαφέρον, συζητιούνται, λειτουργούν ως καταλύτης, διαμορφώνουν ατομικές και συλλογικές συνειδήσεις. Το σημειώνει με ενάργεια ο Παναγιώτης Κονδύλης γράφοντας για τις ιδέες του νεοελληνικού Διαφωτισμού : Η ιστορική λειτουργία των ιδεών δεν βρίσκεται σε καμία αναγκαία σχέση με τη θεωρητική τους ποιότητα' ό,τι είναι αδούλευτο, μέτριο ή κακοχωνεμένο ασφαλώς δεν παράγει τίποτε στον χώρο του θεωρητικού προβληματισμού, μπορεί όμως θαυμάσια να γίνεται καταλύτης με την κοινωνική σημασία, είτε ως παράγοντας μεταστροφής συνειδήσεων, οι οποίες αναζητούν το καινούργια σε οποιαδήποτε μορφή μπορούν να το βρουν, είτε ως σημείο αντιλεγόμενο, ως εστία γένεσης πολεμικών αντιπαραθέσεων, ομάδων και παρατάξεων, που θέτουν σε κίνηση ό,τι πρωτύτερα φαινόταν στάσιμα ,402

Το σημαντικό δεν ήταν η πρωτότυπη συμβολή ή η έρευνα, αλλά η χρήση της ιστορικής γνώσης για τη διαμόρφωση του χαρακτήρα των ακροατών.403 Η στοχοθεσία αυτή ήταν σύμφυτη με τον διαφωτιστικό χαρακτήρα του πανεπιστημίου, τη σύνδεση της μόρφωσης με την ελευθερία: Καθήκον παντός φίλου και ζηλωτού των φώτων είναι να εξηγή και να παριστάνη υπό την αληθή αυτών όψιν τα πράγματα της φύσεως και του ανθρωπίνου βίου, τα της θρησκείας και της πολιτικής, και να διασκεδάζη την αχλήν της πλάνης, των προλήψεων και της δεισιδαιμονίας διά των ακτίνων του ηλίου της αληθείας [...] Ο σκοπός ημών δεν εδύνατο να περιορισθή μόνον εις το να προμηθεύσωμεν εις τους ομιλητάς ημών άθροισμα γνώσεων, χρησίμων εις το μέλλον εν τω βίω αυτών στάδιον, αλλ' απεβλέψαμεν πάντοτε και εις την διάπλασιν και κραταίωσιν του φρονήματος και του χαρακτήρος.404 Η διαμόρφωση του χαρακτήρα απέρρεε από τη δύναμη των λόγων του διδάσκοντος , από την ίδια του την παρουσία : ουδέν άλλο ποιεί ή εξακολουθεί το έργον και την αποστολήν του θείον και άκρου διδασκάλου,405 σημείωνε εμφατικά

402. Παναγιώτης Κονδύλης, Ο Νεοελληνικός διαφωτισμός. Οι φιλοσοφικές ιδέες, Αθήνα, Θεμέλιο, 1988, σ. 11.

403. Βλ γενικά Βαγγέλης Καραμανωλάκης, «Η Ιστορία και το κοινό της στον 19ο αιώνα: Από τις πανεπιστημιακές αίθουσες στους συλλόγους»: Πασχάλης Μ. Κιτρομηλίδης, Τριαντάφυλλος Ε. Σκλαβενίτης (επιμ.), Δ΄ Διεθνές Συνέδριο Ιστορίας..., ό.π., τ. 1, σ. 215-233.

404. Από λόγο του Θ. Μανούση προς τους φοιτητές, Ελπίς, φ. 444 (14 Φεβρουαρίου 1848).

405. Δ. Βερναρδάκης, Λόγος..., ό.π., σ. 5.

Σελ. 162
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/163.gif&w=600&h=915

ο Δ. Βερναρδάκης στον εισιτήριο λόγο του για το μάθημα της γενικής ιστορίας το 1862. Αναφερόταν στον Μανούση -υπό τη συγκίνηση και τη συναισθηματική φόρτιση του στενού μαθητή και διαδόχου που μιλούσε για τον προκάτοχο και δάσκαλο του- ως πρωταγωνιστή θεατρικού δράματος σε κατάμεστες αίθουσες, όπου και μόνο η παρουσία του επέβαλλε τη σιωπή, προκαλούσε τον σεβασμό και την προσοχή. Σε αυτή την εξιδανικευμένη εικόνα αξίζει να προσέξουμε τα χαρακτηριστικά που αποδίδονται στον διδάσκοντα : ευγλωττία, πολυμάθεια στηριγμένη στην επιστημονική γνώση, παραστατικότητα, φαντασία, κρίση, κυρίως μέγεθος ψυχής και συναισθημάτων. Ένας μικρός θεός, ο Δάσκαλος, με το κύρος της αυθεντίας του καλούσε τους νέους να συμμετάσχουν στα αφηγούμενα, προκαλώντας πλήθος συναισθημάτων και προσφέροντας γνώση, διαπλάθοντας τελικά την προσωπικότητά τους. Ο πανεπιστημιακός δάσκαλος αποτελούσε το «άλας της Γης», τον εκπαιδευτή του ανθρωπίνου γένους, όπως υποστήριζε ο φιλόσοφος Γιόχανν Φίχτε στις διαλέξεις του για τον προορισμό του επιστήμονα, κείμενα που θεωρήθηκαν από τους θεμέλιους λίθους του νέου Πανεπιστημίου του Βερολίνου. Προτάσσοντας τη δράση ως σύνθημα, ο Φίχτε προέβαλλε τον υπεύθυνο ρόλο του καθηγητή ως κατόχου της αλήθειας, ως αναμορφωτή της ανθρωπότητας.406 Η μετάβαση από τα μεσαιωνικά πανεπιστήμια της Εκκλησίας σε εκείνα της νεωτερικότητας οδηγούσε στη μετεξέλιξη μιας σειράς εννοιών που είχαν συνοδεύσει τα πρώτα στη λειτουργία τους. Στα πανεπιστήμια ως ναούς της γνώσης, ο δάσκαλος μπορεί να μην απολάμβανε πλέον της θεϊκής αποστολής, η παρουσία του όμως οριζόταν από την αυθεντία της επιστήμης. Αποστολή του ήταν η μεταφορά της γνώσης στους φοιτητές, μιας γνώσης που δεν επιδεχόταν αμφισβητήσεις.407

Η διδασκαλία απέβλεπε στη συναισθηματική ενεργοποίηση των ακροατών μέσω της δραματοποιημένης διήγησης, στη συμμετοχή τους στα δρώμενα μέσω της φαντασίας τους, στην ενίσχυση του φρονήματος τους. Σε αυτό το πλαίσιο, η ιστορία ήταν ένα μάθημα το οποίο κατεξοχήν διδασκόταν από καθέδρας και απαιτούσε την απόσταση του καθηγητή από τον φοιτητή: Ναί! ήρχετο η ώρα της παραδόσεως του Μανούση και αι λοιπαί αίθουσαι του Πανεπιστημίου εκενούντο και οι μαθηταί πάντες έτρεχον προτροπάδην εις την ακρόασιν αυτού. Ανέβαινε την έδραν και χίλια όμματα προσέβλεπον αυτόν ασκαρδαμυκτί, και χίλια ώτα έστεκον ατενή εις την λαλιά του! Εκινείτο, επαθαίνετο, εδάκρυε και συ-

406. Α. Renaut, ό.π., σ. 198.

407. Στο ίδιο, α. 196-201.

Σελ. 163
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/164.gif&w=600&h=915

συνεκινείτο και συνεπαθαίνετο και συνεδάκρυε το ακροατήριον. Ου μόνον δε του Πανεπιστημίου οι φοιτηταί, αλλά και οι των γυμνασίων και των σχολείων και αυτοί οι πάσης παιδείας άγευστοι πολίται έτρεχον ασθμαίνοντες εις του Μανούση τας παραδόσεις.408

Το μάθημα του Μανούση δεν απέβλεπε μόνο στον φοιτητικό πληθυσμό· στόχευε και στο πολυπληθές ακροατήριο που συνέρρεε στο Πανεπιστήμιο. Ο καθηγητής απευθυνόταν σε ένα διευρυμένο κοινό· επεδίωκε την ενίσχυση των δεσμών για τα μέλη της εθνικής κοινότητας, προσέφερε τα διδάγματα της ιστορίας. Το μάθημα δεν αποσκοπούσε απλώς στη συγκρότηση του φοιτητή της Φιλοσοφικής Σχολής· αφορούσε, ως γενικό, και όλους τους φοιτητές του Πανεπιστημίου, όλους τους ακροατές : Ελάτε μαζί μου, λόγου χάρη, στην αίθουσα όπου κάνει τις καθημερινές του παραδόσεις ο καθηγητής Μανούσης, και θα τη βρείτε γεμάτη όχι μόνο από τακτικούς φοιτητές αλλά και από άλλους που εκμεταλλεύονται με ενθουσιασμό την ευκαιρία να παρακολουθήσουν ένα ενδιαφέρον κεφάλαιο από την Παγκόσμια Ιστορία. Βρίσκονται εδώ ο αδειούχος στρατιώτης με την γκρίζα στολή του, και δίπλα του ο ιερέας της ενορίας με το μακρύ μαύρο ράσο του και το καμηλαύκι του. Σ' ένα άλλο θρανίο είναι ένας νέος που, καθώς δείχνουν τα μακριά του μαλλιά, προορίζεται για το ιερατικό λειτούργημα. Εδώ κι εκεί ανακατεμένοι μ' αυτούς είναι αρκετοί κάτοικοι της πόλης που ξεφεύγοντας, από τις έγνοιες της ημέρας, μπαίνουν για μια δυο ώρες στο Πανεπιστήμιο πριν να γυρίσουν στα σπίτια τους...409

Από την τελετή των εγκαινίων του, στις 3 Μαΐου 1837, το Πανεπιστήμιο είχε συγκεντρώσει στις αίθουσες και στις δημόσιες τελετές του σημαντικό αριθμό ακροατών. Και δεν αναφέρομαι μόνο στους επετειακούς εορτασμούς ή στις τακτικές πανεπιστημιακές διαδικασίες, όπως η εγκατάσταση των νέων πρυτανικών αρχών ή οι ποιητικοί διαγωνισμοί, οι οποίοι αποτελούσαν γεγονότα της μικρής αθηναϊκής κοινωνίας. Σύμφωνα με περιγραφή του Ράλλειου διαγωνισμού του 1860, τη μέρα εκείνη ολόκληρη η Αθήνα βρισκόταν στο πόδι. Τα καφενεία και οι αγορές είχαν ερημώσει. Οι πλατείες ήταν γεμάτες από κόσμο που χειρονομούσε και συζητούσε με έξαψη. Όταν τελείωσε ο Διαγωνισμός, ο νικητής δαφνοστεφανωμένος συνοδεύθηκε από το ενθουσιασμένο

408. Στη νεκρολογία που φιλοξενήθηκε στα «Εσωτερικά» της εφημερίδας Αθηνά, φ. 2714 (5 Νοεμβρίου 1858).

409. Βλ. τη μαρτυρία του περιηγητή Henry Μ. Baird, "Modern Greece: A Narrative of a Residence and Travels in that Country ", Νέα Υόρκη 1856, σ. 80-85: Αλέξης Δημαράς (επιμ.), Η μεταρρύθμιση.... ό.π., τ. 2, (1895-1967), σ. 326, σε μετάφραση του επιμελητή.

Σελ. 164
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/165.gif&w=600&h=915

πλήθος σπίτι του.410 Η περιγραφή ήταν ενδεικτική της μεγάλης συμμετοχής, της μετατροπής μιας πανεπιστημιακής τελετής σε λαϊκό δρώμενο.

Κατά την τέταρτη και την πέμπτη κυρίως δεκαετία του 19ου αιώνα, στις αίθουσες των σχολών συγκεντρωνόταν ένα ετερόκλητο πλήθος, το οποίο δεν περιοριζόταν στους φοιτητές ή τους ακροατές, σε όσους δηλαδή διεκδικούσαν με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο μια θεσμοθετημένη σχέση με το Πανεπιστήμιο. Αφορούσε και άλλους, έστω και σε μικρούς αριθμούς, όπως σημείωνε ο χρονικογράφος και καθηγητής του Πανεπιστημίου Ιωάννης Πανταζίδης : νέους και παιδιά που φοιτούσαν στο γυμνάσιο, μεσήλικες και ηλικιωμένους, φουστανελοφόρους, ρασοφόρους, ντυμένους ευρωπαϊκά ή με νησιώτικες φορεσιές.411 Ήταν όλοι όσοι επιθυμούσαν να συμμετάσχουν στις διαδικασίες του νέου εκπαιδευτικού ιδρύματος, να ακούσουν, να εντυπωσιαστούν, να αποκτήσουν γνώσεις. Μπορεί να μην ξεπερνούσαν όσους χωρούσε μια πανεπιστημιακή αίθουσα, εκπροσωπούσαν όμως έναν σημαντικό αριθμό για τα μέτρα της εποχής και της πόλης, ο οποίος υπερέβαινε τους 52 όλους κι όλους εγγεγραμμένους φοιτητές κατά το πρώτο εξάμηνο λειτουργίας του Πανεπιστημίου. Ακόμη και όταν επρόκειτο για μαθήματα που θεωρητικά απευθύνονταν σε ένα πιο εξειδικευμένο κοινό, όπως εκείνα των φυσικομαθηματικών επιστημών, οι διδάσκοντες ενδιαφέρονταν να προσελκύσουν ακροατές ανακοινώνοντας τις ώρες διδασκαλίας από τις στήλες των εφημερίδων ή εκτελώντας θεαματικά πειράματα εκτός της διδακτέας ύλης.412 Σε αυτό το πλαίσιο η ιστορία αποτελούσε προνομιακό πεδίο. Μάθημα που δεν απαιτούσε συστηματική παρακολούθηση ή προετοιμασία (όπως για παράδειγμα η ερμηνευτική προσέγγιση των κειμένων της αρχαίας γραμματείας), κυρίως όμως μάθημα που ενδιέφερε κάθε πολίτη του νέου κράτους ο οποίος ήθελε να πληροφορηθεί για τους προγόνους του ή γενικότερα για το παρελθόν, συγκέντρωνε μεγάλα ακροατήρια, καθώς μάλιστα από τη διδακτική έδρα προσέφεραν τις γνώσεις τους καθηγητές εγνωσμένου κύρους με δεινή ρητορική ικανότητα: ο Μανούσης, ο Παπαρρηγόπουλος, ο Βερναρδάκης. Στις περιγραφές που διαθέτουμε για τους ακροατές τους κυριαρχεί η εικόνα της πάνδημης συμμετοχής ενός κοινού το οποίο δεν περιοριζόταν στους φοιτητές ή στη μικρή κοινότητα των εγγραμμάτων της εποχής.

410. Βλ. Ε. Yemeniz, "De la renaissance littéraire en Grèce. Les poètes Zalokostas et Orphanidis", Revue des Deux Mondes 27 (1η Μαΐου 1860), σ. 214: Π. Μουλλάς, «Ποίηση και ιδεολογία...», ό.π., σ. 596, σε μετάφραση του συγγραφέα.

411. Ιω. Πανταζίδης, ό.π., σ. 30.

412. Βλ. Έ. Μανιάτη, ό.π., σ. 82.

Σελ. 165
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/166.gif&w=600&h=915

Στις λίγο-πολύ εξιδανικευμένες αυτές εικόνες των αιθουσών από τη γραφίδα συνήθως κάποιου περιηγητή, δημοσιογράφου ή λογίου, οι οποίοι περιέγραφαν επεισόδια ή εξυμνούσαν κάποιον διδάσκοντα, η ρητορική δεινότητα των ιστορικών αποδεικνυόταν από την προσέλευση ενός ετερόκλητου κοινού, που δεν πρέπει να υπερέβαινε τις μερικές εκατοντάδες, ανάμεσά τους και πρόσωπα χωρίς καμία μόρφωση. Παρ' όλα αυτά, και μόνο η καταγραφή του γεγονότος ήταν ενδεικτική του ενδιαφέροντος του κοινού για την ιστορία, όπως αποτυπωνόταν άλλωστε και στη δημοσίευση των εισιτήριων λόγων και των μαθημάτων στον ημερήσιο και περιοδικό Τύπο. Η περιγραφή φαίνεται αντιφατική, καθώς γνωρίζουμε ότι η αρχαΐζουσα καθαρεύουσα των διδασκόντων, η διαφοροποίηση της γλώσσας της αγόρευσης από την καθημερινή ομιλία, διαμόρφωνε ένα εργαλείο μεταβίβασης της γνώσης σε μια συγκεκριμένη ομάδα φοιτητών και εγγράμματων κατοίκων.

Στην πραγματικότητα, οι περιγραφές εκφράζουν την επιθυμία σημαντικής ομάδας κατοίκων του νέου βασιλείου να συμμετάσχει στις διαδικασίες και στις τελετές του νέου ιδρύματος. Με τη συμμετοχή τους «νομιμοποιούσαν» τον δημόσιο και παρεμβατικό ρόλο του Πανεπιστημίου ως κέντρου δημιουργίας και μετάδοσης γνώσης προς την εθνική κοινότητα, ιδιαίτερα μάλιστα καθώς στην οθωνική περίοδο ήταν σχεδόν ασφυκτικοί οι όροι δημιουργίας οποιουδήποτε είδους συσσωματώσεων και διεξαγωγής δημόσιων μαθημάτων.

Η διαδοχή του πρώτου καθηγητή Ιστορίας Κ. Σχινά από τον Κ. Παπαρρηγόπουλο (1851) και η στροφή του δεύτερου προς τη διδασκαλία της ιστορίας του ελληνικού έθνους εδραίωσε τη συγκίνηση ως χαρακτηριστικό το οποίο διέτρεχε τα ακροατήρια που κατέκλυζαν τις αίθουσες. Ο ιστορικός, με τη διδασκαλία της εθνικής ιστορίας όπως αυτή διαμορφωνόταν στο Πανεπιστήμιο και στο πολύτομο έργο του, δεν στόχευε μόνο στη διαμόρφωση ελεύθερων, ηθικών και μορφωμένων ανθρώπων αλλά και στη συγκρότηση πολιτών με ενεργό εθνική συνείδηση και γνώση του αντίστοιχου παρελθόντος. Το Πανεπιστήμιο -ενισχυμένο λόγω της συμμετοχής του στον αντιοθωνικό αγώνα και της δυναμικής παρουσίας του φοιτητικού κινήματος- ήταν πλέον ο χώρος που φιλοξενούσε το κράτιστον εργαστήριον, τη διδασκαλία της εθνικής ιστορίας. Η ιστορία δεν αντιμετωπιζόταν μόνο ως μορφωτικό αγαθό, απαραίτητο για την απελευθέρωση από τα δεσμά της αμάθειας, αλλά μετατρεπόταν σε μέσο παρασκευής της εθνικής ιδεολογίας, σε απαραίτητο εφόδιο του πολίτη του ελληνικού έθνους και κράτους. Συνεχίζοντας την παράδοση του Μανούση, ο Παπαρρηγόπουλος αντιλαμβανόταν τη διδασκαλία ως δράμα, που καλούσε τους φοιτητές να μετάσχουν και να μυηθούν. Σε μια νέα όμως εθνική

Σελ. 166
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/167.gif&w=600&h=915

προοπτική, ο ιστορικός έπλαθε προσωπικότητες, εμφυσούσε τον πατριωτικό παλμό σε αυτές. Τριακόσιοι νέοι μετά προφανών συγκινήσεων ηκροώντο μου εν τω πανεπιστήμιω αφηγουμένου τα κατά την πτώσιν της μεγαλομάρτυρος νήσου,413 σημείωνε το 1875 ο συγγραφέας της Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους απαντώντας στην κριτική του Κωνσταντίνου Νικοδήμου ότι υποτιμούσε τη συμβολή των Ψαρών στον Αγώνα του 1821. Η εθνική ιστορία έπρεπε να διδάσκει τις επερχόμενες γενεές μετά προφανών συγκινήσεων.

Ο διδακτισμός και ο ρητορικός τόνος δεν αποτελούν μόνο χαρακτηριστικά των πανεπιστημιακών κειμένων του ιστορικού. Εκτείνονται και στο υπόλοιπο έργο του, ακόμη και στην Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, στην οποία άλλωστε έχουν συγχωνευθεί τα περισσότερα από τα επιμέρους κείμενά του, είτε άρθρα είτε λόγοι. Ο ιστορικός δεν μπορούσε παρά να διδάσκει και να κατηχεί το πλήθος στην εθνική ιστορία. Η σχέση με το κοινό ήταν καθοριστική για την εργασία του. Ο Παπαρρηγόπουλος ανήκε στην εθνική κοινότητα, την ιστορία της οποίας συνέγραφε. Η σχέση ήταν αμφίδρομη, ώς δι' ηλεκτρισμού, από του γράφοντος προς το κοινόν, και από του κοινού προς τον γράφοντα·414 Ως κάτοχος της αλήθειας ο ιστορικός ήταν ο πατέρας που συμβούλευε και καθοδηγούσε τα παιδιά του, ή ακόμη και τα επέπληττε, προστατεύοντάς τα όμως πάντα απέναντι στους ξένους. Επιπλέον, ήταν υποχρεωμένος υπηρετώντας την επιστημονική αλήθεια να οδηγείται στην ενδεχομένη περιστολή της εθνικής εκείνης φιλοτιμίας, η οποία θα μπορούσε να τον οδηγήσει στην παρανόηση των γεγονότων.415

Οι αίθουσες διδασκαλίας δεν αποτελούσαν μόνο τους τόπους εκδίπλωσης του διδακτικού λόγου, αλλά και των αντιδράσεων που εκείνος προκαλούσε, στενά συνδεδεμένων με τα συγκεκριμένα πρόσωπα, με την πολιτική συγκυρία. Οι περιγραφές των ακροατηρίων στα Μανούσεια και στα Βερναρδάκεια μεταφέρουν και εδώ την αίσθηση της συμμετοχής ενός μεγαλύτερου κοινού, και ενός σημαντικού βέβαια ενδιαφέροντος της κοινής γνώμης, όπως αποτυπώθηκε στον ημερήσιο και περιοδικό Τύπο. Σε αυτή την ιεραρχημένη σχέση ο κάτοχος της γνώσης και του τρόπου εκφοράς της επέβαλλε θεωρητικά την ανωτερότητά του στον αποδέκτη. Στην πραγματικότητα όμως ο πρώτος κάποτε δεχόταν και την κριτική του δεύτερου, την απόρριψη της διδασκαλίας

413. Εφημερίς (18 Φεβρουαρίου 1875), βλ. Κ. Θ. Δημαράς, Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος..., ό.π., σ. 321.

414. Ιστορικαί Πραγματείαι..., ό.π., σ. 20.

415. «Ποίον το εκ της ιστορίας όφελος και πώς δέον να σπουδάζωμεν αυτήν»: Κ. Θ. Δημαράς, ό.π., σ. 272.

Σελ. 167
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/168.gif&w=600&h=915

λίας του. Οι αίθουσες διδασκαλίας μετατρέπονταν πολλάκις σε θέατρα διενέξεων, σε χώρους που συνδέονταν άμεσα με την πολιτική λειτουργία της ιστορίας, με τις συνεπακόλουθες αντιδράσεις που προκαλούσε ο πρόδηλος συσχετισμός τους.

Σελ. 168
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/169.gif&w=600&h=915

ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ

ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΝΔΙΔΑΚΤΗΡΙΟ ΣΤΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟ: ΣΥΓΚΡΟΤΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΕΠΙΣΤΗΜΗ (1882-1909)

Σελ. 169
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/170.gif&w=600&h=915 01 - 0002.htm

ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Σελ. 170
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/171.gif&w=600&h=915

ΚΕΦΑΛΑΙΟ A'

Η ΣΤΡΟΦΗ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΕΞΕΙΔΙΚΕΥΣΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ: Ο ΚΟΣΜΟΣ ΤΩΝ ΦΡΟΝΤΙΣΤΗΡΙΩΝ

Το τέλος του 19ου αιώνα και οι αρχές του 20ού αποτέλεσαν άλλη μια ταραγμένη περίοδο για το ελληνικό κράτος. Η ενσωμάτωση της Θεσσαλίας και τμήματος της Ηπείρου, το Κρητικό Ζήτημα, ο αποτυχημένος ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1897, το Μακεδονικό δημιούργησαν νέες πραγματικότητες, ο ι οποίες διαπλέκονταν με τις ευρύτερες γεωπολιτικές αλλαγές και την ανάδειξη και εδραίωση των βαλκανικών εθνικισμών. Πραγματικότητες στη διαμόρφωση των οποίων συμμετείχαν το Πανεπιστήμιο και μια σειρά από εταιρείες, συλλόγους, ιδρύματα, όπως η Εθνική Εταιρεία και ο «Ελληνισμός», στα οποία πρωτοστάτησαν πανεπιστημιακοί δάσκαλοι. Το κίνημα του 1909 στο τέλος της περιόδου αποτέλεσε μια βαθιά τομή, καθοριστική για όλο τον δημόσιο βίο και για το παλαιό Πανεπιστήμιο.

Σε μια εποχή όπου το αίτημα του εκσυγχρονισμού, διατυπωμένο κυρίως από τις κυβερνήσεις του Χ. Τρικούπη και όσους τον ακολούθησαν, κυριάρχησε στην εσωτερική πολιτική ζωή, η συνεχιζόμενη αύξηση του διδακτικού προσωπικού και των φοιτητών, οι αλλαγές στο νομοθετικό πλαίσιο, η στροφή προς την εξειδίκευση και την επαγγελματική κατάρτιση μετέβαλαν την εικόνα του Πανεπιστημίου Αθηνών. Νέα γνωστικά αντικείμενα -ανάμεσά τους η παιδαγωγική, η γλωσσολογία, η λαογραφία- καθιερώθηκαν στο πρόγραμμα της Φιλοσοφικής. Η Σχολή, καθηγητικό σώμα και φοιτητές, στρατεύθηκε στο γλωσσικό ζήτημα και αναδείχθηκε σε έναν από τους πλέον μαχητικούς πρωταγωνιστές του.

Ο ΔΗΜΟΤΙΚΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΑΝΤΙΔΡΑΣΗ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗΣ ΣΧΟΛΗΣ

Η Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών βρέθηκε στην πρωτοπορία του αντιδημοτικιστικού κινήματος. Οι διδάσκοντές της στάθηκαν αρνητικοί απέναντι σε κάθε γλωσσική ή εκπαιδευτική μεταρρύθμιση που συνδεόταν με τη γλώσσα. Καθηγητές όπως ο Κ. Κόντος και ο Γ. Μιστριώτης πρωτοστάτησαν στη

Σελ. 171
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/172.gif&w=600&h=915

δίωξη των δημοτικιστών -τόσο των προσώπων όσο και των φερόμενων ιδεών- και η επιστημονική φαρέτρα εναντίον της δημοτικής εξοπλίστηκε με βέλη που της προσέφεραν διδάσκοντες όπως ο Γεώργιος Χατζιδάκις και αργότερα ο Α. Σκιάς. Στα πρώτα χρόνια του 20ού αιώνα, η στράτευση μεγάλου μέρους των φοιτητών της Σχολής εναντίον της δημοτικής, υποκινούμενων πολλές φορές από τους καθηγητές τους, όπως εκδηλώθηκε με ιδιαίτερη ένταση στα Ευαγγελικά416 και στα Ορεστειακά417 συντέλεσε καθοριστικά στην εικόνα της μαζικής αντίδρασης εναντίον των γλωσσικών μεταρρυθμιστικών ιδεών.

416. Αφορμή των επεισοδίων υπήρξαν οι διαμαρτυρίες για τη μετάφραση του Ευαγγελίου στη δημοτική γλώσσα από τον Αλέξανδρο Πάλλη, αλλά και για την προγενέστερή της (1899) από την Ιουλία Σωμάκη, η οποία είχε συνταχθεί και κυκλοφορήσει με την προτροπή και υποστήριξη της βασίλισσας Όλγας. Η βίαιη αντιμετώπιση και η δολοφονία οκτώ -σύμφωνα με άλλες πληροφορίες έντεκα- διαδηλωτών από το ιππικό οδήγησε στην παραίτηση της κυβέρνησης Γ. Θεοτόκη και του μητροπολίτη Αθηνών Προκοπίου. Βλ. για την περιγραφή των επεισοδίων Γ. Α. Σωτηρίου, Λέων Σ. Ματλής, Διον. Π. Λεονταρίτης, Φοιτητικαί σελίδαι του 1901. Πλήρης περιγραφή της κατά των μεταφράσεων του Ιερού Ευαγγελίου εξεγέρσεως των φοιτητών και του λαού μετά των προκαλεσάντων αυτήν αιτίων, Αθήνα 1902. Από τις νεότερες προσεγγίσεις βλ. εκείνη του Gunnar Hering, "Die Auseinandersetzungen über die griechische Schriftsprache": Nostos. Gesammelte Schriften zur sudösteuropaischen Geschichte, Frankfurt am Main 1995, σ. 226-227, και passim, σ. 189-264. Βλ. ακόμη Philip Carabott, "Politics, Orthodoxy, and the Language Question in Greece. The Gospel Riots of November 1901", Journal of Mediterranean Studies 3 (1993), σ. 117-138, και Νίκη Μαρωνίτη, Πολιτική και Εθνικά Ζήτημα 1895-1903, ανέκδοτη διδακτορική διατριβή στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης, Σχολή Νομικών, Οικονομικών και Πολιτικών Επιστημών, ΕΚΠΑ, 2001, σ. 319-357.

417. Η μετάφραση της Ορέστειας από τον Γ. Σωτηριάδη, που ανέβηκε στο νεοσύστατο τότε Βασιλικό Θέατρο, προκάλεσε την αντίδραση του Γ. Μιστριώτη, ο οποίος κατηγορήθηκε ότι υποκίνησε τους φοιτητές να διαδηλώσουν την αντίθεση τους. Στις συγκρούσεις που ακολούθησαν ανάμεσα στις δυνάμεις ασφαλείας και στους διαδηλωτές σκοτώθηκε ένα άτομο, γεγονός που προκάλεσε τη δίωξη του Μιστριώτη και πλήθους φοιτητών. Με βούλευμα απαλλάχθηκε ο καθηγητής και οι περισσότεροι από τους φοιτητές, ενώ και για τους υπόλοιπους δεν γνωρίζουμε εάν ποτέ δικάστηκαν. Στα επεισόδια αποδόθηκαν και πολιτικές διαστάσεις, καθώς ο Μιστριώτης ήταν συνδεδεμένος με τον Θεόδωρο Δηλιγιάννη. Βλ. Γιάννης Σιδέρης «Τα Ορεστειακά. Ταραχές για να μην παίζονται οι τραγωδίες σε μετάφραση!», θέατρο 33 (5 Ιουνίου1961), σ. 51-61, 34 (7 Αυγούστου 1961), σ. 89-99. Για τα επεισόδια που σημάδεψαν την πρώτη δεκαετία του 20ού αιώνα βλ. και τα πρακτικά του σχετικού επιστημονικού συμποσίου Ευαγγελικά (1901)-0ρεστειακά (1903): νεωτερικές πιέσεις και κοινωνικές αντιστάσεις της Εταιρείας Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας της Σχολής Μωραΐτη (Αθήνα 2005), και ιδιαίτερα το άρθρο της Άλ. Βερέβη «Ευαγγελικά και Ορεστειακά. Το χρονικό των γεγονότων», σ. 27-42.

Σελ. 172
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/173.gif&w=600&h=915

Η ένταξη του Πανεπιστημίου στο αντιδημοτικιστικό στρατόπεδο με κείμενα και δημόσιες πρωτοβουλίες καυτηριάστηκε από την άλλη πλευρά. Συντέλεσε μάλιστα καθοριστικά στη δημιουργία μιας ευθείας γραμμής, η οποία συνέδεε τα κείμενα του Κ. Κόντου, στη δεκαετία του 1880, με τη δίκη των τόνων εναντίον του καθηγητή Ιωάννη Κακριδή στα χρόνια της Κατοχής.418 Η αντίληψη αυτή, στο πλαίσιο μιας ευρύτερης πολεμικής, υποβάθμισε εσωτερικές αντιπαλότητες και διεργασίες στο σώμα των διδασκόντων, ενώ σε μεγάλο βαθμό δεν ανέδειξε τις διαφοροποιήσεις στον άλλο εταίρο της διδακτικής διαδικασίας, τους φοιτητές. Σημειώνω ενδεικτικά ότι τη θέση της πλειονότητας των φοιτητών στα πρώτα χρόνια του 20ού αιώνα υπέρ της καθαρεύουσας ακολούθησε η στροφή ενός μεγάλου τμήματος τους προς τη δημοτική, στροφή συνδεδεμένη και με αριστερές πολιτικές στρατεύσεις.

Στο εσωτερικό της πανεπιστημιακής κοινότητας, και στη Φιλοσοφική, υπήρξαν μειοψηφικές διαφοροποιήσεις ως προς το γλωσσικό ζήτημα, οι οποίες, αν και δεν μετέβαλαν τη γενική εικόνα, δημιούργησαν πάντως εντάσεις και προβληματισμούς. Ήταν σαφές ότι η πολεμική εναντίον της δημοτικής καθόρισε σε μεγάλο βαθμό και τους εσωτερικούς συσχετισμούς στη Σχολή, επηρέασε την ανανέωση του διδακτικού προσωπικού, καθώς οι τύχες φοιτητών, αποφοίτων και υποψήφιων διδακτόρων συνδέθηκαν και με τη γλωσσική τοποθέτησή τους. Στην περίπτωση της ιστορίας στη συγκεκριμένη περίοδο, σημειώνω την τοποθέτηση του Π. Καρολίδη εναντίον της δημοτικής,419 ενώ ήταν γνωστή η σχέση του Σπ. Λάμπρου με το δημοτικιστικό στρατόπεδο και η θέση του υπέρ μιας μετριοπαθούς καθαρεύουσας, θέση που οδήγησε σε συγκρούσεις με τους πλέον ακραιφνείς υποστηρικτές της, ακόμη και με τους φοιτητές.420

418. Βλ. τη συλλογή άρθρων του Τριανταφυλλίδη με τίτλο «Ο Δημοτικισμός και η ανώτατη παιδεία», Άπαντα Μανόλη Τριανταφυλλίδη, τ. 6: «Γλωσσικό ζήτημα και γλωσσοεκπαιδευτικά. Γ Δημοτικισμός και αντίδραση», Θεσσαλονίκη, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης - Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών (Ιδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη), 1963, σ. 162-362.

419. Στα Ευαγγελικά ο Π. Καρολίδης ηγήθηκε της πορείας των φοιτητών προς τη Μητρόπολη και τους εκπροσώπησε στη συνάντηση που ορίστηκε με τον μητροπολίτη Αθηνών. Βλ. Γ. Α. Σωτηρίου, Λέων Σ. Ματλής, Διον. Π. Λεονταρίτης, ό.π., σ. 69-70.

420. Κατά τα Ορεστειακά ο Σπ. Λάμπρος στο μάθημά του καυτηρίασε τη στάση των φοιτητών και αποχώρησε από την αίθουσα μετά από αποδοκιμασίες τους. Γ. Σιδέρης, ό.π., σ. 93.

Σελ. 173
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/174.gif&w=600&h=915

Η ΑΛΛΑΓΗ ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΥ ΣΤΗΝ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ

Εάν η γλώσσα διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στη συγκρότηση της ταυτότητας της Φιλοσοφικής Σχολής, την ίδια περίοδο η πανεπιστημιακή εκπαίδευση δέχτηκε μια σειρά από κριτικές για την αποστολή της :

Τοιουτοτρόπως δε η ανωτέρα παιδεία, προς άλλον όλως σκοπόν εισαχθείσα εις την Ελλάδα, απέβη προϊόντος του χρόνου και υπό την αιγίδα του συνταγματικού πολιτεύματος καθαρά κηφηνοτροφία, όπως ήτο επόμενο421 [...] Μειράκια [οι φοιτητές], αστοιχείωτα τα πλείστα ως προς τας γνώσεις, ανερμάτιστα δε ηθικώς και θρησκευτικώς ως εκ της ανατροφής, και κοινωνικώς δε πολλάκις άξεστα, διερχόμενα αβρόχοις ποσίν ως επί το πολύ τα γυμνάσια του κράτους, εξ ων απολύονται συνήθως δι' απειλών και ύβρεων, εισέρχονται εις το Πανεπιστήμιον «με τα τσαρούχια» το δη λεγόμενον, όπου φυσιούνται και εξάππονται και τυφούνται, και αντί να εγκύπτωσιν εις την σπουδήν και μελέτην της επιστήμης, μεταβάλλουσι το ανώτατον εκπαιδευτήριον εις κονίστραν άμουσον και αηδή άλλοτε μεν φατριαστικών, άλλοτε δε αγρίων πολιτικών διαδηλώσεων και οχλαγωγιών και θορύβων και ταραχών.422

Το καυστικό σχόλιο ενός παλαιού γνώστη του θεσμού, του Δημητρίου Βερναρδάκη , για τις πανεπιστημιακές σπουδές αποτύπωνε ένα γενικότερο ρεύμα κριτικής για την αποστολή του Πανεπιστημίου και ειδικότερα για την κατάρτιση των αποφοίτων του στο τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα.423 Στο στόχαστρο βρισκόταν ο συνεχώς αυξανόμενος αριθμός εισαχθέντων και αποφοίτων (ενδεικτικά το 1886-1887 εισήχθησαν 739 φοιτητές),424 ο οποίος προβλημάτιζε και τις πρυτανικές αρχές.425 Οξεία ήταν και η κριτική για το χαμηλό επίπεδο μόρφωσης και για την παραγωγή πλήθους άνεργων πτυχιούχων, ιδιαίτερα της Νομικής, με αποτέλεσμα την κάλυψη των συνεχώς αυξανόμενων αναγκών της κρατικής μηχανής και της ιδιωτικής αγοράς εργασίας από αποφοίτους «ημιμαθείς» και «θεσιθήρες». Σε μια εποχή σημαντικών αλλαγών στην ελληνική οικονομία, πέρα από τις ρητορείες για τον εκπολιτισμό της Ανατολής είχαν αρ-

421. Δημήτριος Βερναρδάκης, Καποδίστριας και Όθων. Επιστολιμιαία βιβλιοκρισία, Αθήνα, Γαλαξίας, 1962, σ. 115.

422. Στο ίδιο, σ. 120-121.

423. Η βιβλιοκρισία του Βερναρδάκη δημοσιεύθηκε σε συνέχειες στη Νέα Ημέρα της Τεργέστης το 1875. Εκδόθηκε πρώτη φορά επωνύμως από τον Κωνσταντίνο Άμαντο ως επίμετρο στη γ' έκδοση του έργου του Νικολάου Δραγούμη Ιστορικαί Αναμνήσεις, Αθήνα, Στοχαστής, 1925, τ. 2, σ. 305-396

424. Κ. Λάππας, ό.π., σ. 307.

425. Βλ. ενδεικτικά Πρυτανικοί λόγοι 1896-1897, σ. 35-36.

Σελ. 174
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Η συγκρότηση της ιστορικής επιστήμης και η διδασκαλία της ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (1837-1932)
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 155
    

    ΚΕΦΑΛΑΙΟ E'

    Η ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΣΤΗ ΣΦΑΙΡΑ ΤΗΣ ΡΗΤΟΡΕΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΔΙΔΑΚΤΙΣΜΟΥ

    ΤΑ ΣΥΓΓΡΑΜΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

    Και αυτό δε το Εθνικόν Πανεπιστήμιον επί πολλάς δεκαετίας από της συστάσεως αυτού ήκιστα είχε συντελέσει εις την παρ' ημίν ανάπτυξιν της ιστορικής μεθόδου, άτε του εν αυτώ ιστορικού έργου περιοριζομένου εις θεωρητικήν και εξαγγελτικήν μόνον από καθέδρας διδασκαλίαν, έως τέλος εισήχθησαν και αι μεγάλως ωφελήσασαι πρακτικαί εν τοις ιστορικοίς φροντιστηρίοις ασκήσεις.386

    Όταν ο Σπυρίδων Λάμπρος, εξόριστος στη Σκόπελο το 1918, σημείωνε τα παραπάνω, είχε εύλογα στον νου του τα πρώτα χρόνια της διδακτικής του δράσης στο Αθήνησι τη δεκαετία του 1870. Νεαρός τότε υφηγητής, ξεκινούσε εθελοντικά τη φροντιστηριακή ιστορική διδασκαλία για τους φοιτητές της Φιλοσοφικής Σχολής. Έως την εποχή εκείνη οι καθηγητές και υφηγητές της Ιστορίας περιορίζονταν, όπως σχεδόν και το σύνολο των διδασκόντων της Φιλοσοφικής, στην «από καθέδρας διδασκαλία», στην από στήθους, σημειώσεων ή και από βιβλίου παρουσίαση της διδακτέας ύλης. Όπως θυμόταν ο Λάμπρος στο ίδιο έργο,387 μόνο ο Κ. Παπαρρηγόπουλος και ο Αλ. Ραγκαβής στα χρόνια των πανεπιστημιακών σπουδών του δίδασκαν «διά ζώσης». Οι υπόλοιποι καθηγητές διάβαζαν συνήθως κάποιο εγχειρίδιο. Ακόμη και ο Δ. Βερναρδάκης, ου απαράμιλλος ήτο η γοητεία διά το αργυρόηχον της φωνής και την γλαφυρότητα της γλώσσης, υπαγόρευε τις ιστορικές διαλέξεις του, ενώ ο Σ. Τσιβανόπουλος διάβαζε πενιχρό γυμνασιακό εγχειρίδιο. Η σημαντική αλλαγή στη διδασκαλία της ιστορίας συνδεόταν, σύμφωνα με τον Λάμπρο, με την είσοδο στο Πανεπιστήμιο του Πατσόπουλου, του Καρολίδη και του ίδιου.

    Η επισήμανση δεν αφορούσε μόνο τον τρόπο της διδασκαλίας, αλλά και

    386. Σπ. Λάμπρος, «Κεφάλαιον πρώτον. Φιλοσοφία της Ιστορίας και ιστορική μέθοδος»: Αι ιστορικαί μελέται εν Ελλάδι..., ό.π.

    387. «Κεφάλαιον δέκατον έβδομον. Ιστορική διδασκαλία», στο ίδιο.