Συγγραφέας:Καραμανωλάκης, Βαγγέλης Δ.
 
Τίτλος:Η συγκρότηση της ιστορικής επιστήμης και η διδασκαλία της ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (1837-1932)
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:42
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:2006
 
Σελίδες:551
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Εκπαίδευση-Τριτοβάθμια
 
Παιδεία-Εκπαίδευση
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα, Πανεπιστήμιο Αθηνών
 
Χρονική κάλυψη:1837-1932
 
Περίληψη:Αφετηριακή υπόθεση της εργασίας αυτής είναι ότι η ιστορία συγκροτείται ως επιστήμη μέσα από την καταλυτική επίδραση εκπαιδευτικών θεσμών για την παραγωγή και τη μετάδοση της γνώσης, όπως είναι το πανεπιστήμιο. Οι θεσμοί αυτοί επιβάλλουν σε μεγάλο βαθμό στην ιστοριογραφική παραγωγή τη λογική της συγκρότησης και της λειτουργίας τους, τις αξίες που τους διέπουν, τις πρακτικές ανάδειξης κύρους και τους συσχετισμούς δύναμης που επικρατούν στο εσωτερικό τους, τις σχέσεις τους με την πολιτική εξουσία και την κοινωνία. Η πανεπιστημιακή διδασκαλία της ιστορίας κατά την περίοδο που καλύπτει το βιβλίο συνδέθηκε με μια σειρά από παράγοντες και μεταβλητές, στοιχεία που καθόρισαν και το συγκεκριμένο πλαίσιο αναφοράς : το πανεπιστημιακό περιβάλλον, η ιστοριογραφική παράδοση, τα πρόσωπα που δίδαξαν και οι αποδέκτες της διδασκαλίας τους. Στόχος της παρούσας εργασίας είναι η συνεξέταση αυτών των παραγόντων μέσα στην ευρύτερη πολιτική και κοινωνική συγκυρία από την οποία σε μεγάλο βαθμό ορίστηκαν και την οποία εντέλει επανακαθόρισαν, με άλλα λόγια θέμα του βιβλίου είναι η συγκρότηση, στον χώρο του Πανεπιστημίου Αθηνών, μιας εθνικής-επιστημονικής ιστορίας με έντονο διδακτικό χαρακτήρα, η οποία επηρέασε καθοριστικά τη συνολική ιστοριογραφική παραγωγή, λόγω της σημαίνουσας θέσης του ιδρύματος, καθώς για έναν περίπου αιώνα αποτέλεσε τον μοναδικό οργανωμένο θεσμό της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης ο οποίος παρήγε ιστορική γνώση, κατάρτιζε τους φοιτητές και προετοίμαζε τους αποφοίτους του για τη διάχυση αυτής της γνώσης, μέσω κυρίως του σχολικού δικτύου, στο ελληνικό βασίλειο και στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 43.93 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 174-193 από: 554
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/174.gif&w=600&h=915

Η ΑΛΛΑΓΗ ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΥ ΣΤΗΝ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ

Εάν η γλώσσα διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στη συγκρότηση της ταυτότητας της Φιλοσοφικής Σχολής, την ίδια περίοδο η πανεπιστημιακή εκπαίδευση δέχτηκε μια σειρά από κριτικές για την αποστολή της :

Τοιουτοτρόπως δε η ανωτέρα παιδεία, προς άλλον όλως σκοπόν εισαχθείσα εις την Ελλάδα, απέβη προϊόντος του χρόνου και υπό την αιγίδα του συνταγματικού πολιτεύματος καθαρά κηφηνοτροφία, όπως ήτο επόμενο421 [...] Μειράκια [οι φοιτητές], αστοιχείωτα τα πλείστα ως προς τας γνώσεις, ανερμάτιστα δε ηθικώς και θρησκευτικώς ως εκ της ανατροφής, και κοινωνικώς δε πολλάκις άξεστα, διερχόμενα αβρόχοις ποσίν ως επί το πολύ τα γυμνάσια του κράτους, εξ ων απολύονται συνήθως δι' απειλών και ύβρεων, εισέρχονται εις το Πανεπιστήμιον «με τα τσαρούχια» το δη λεγόμενον, όπου φυσιούνται και εξάππονται και τυφούνται, και αντί να εγκύπτωσιν εις την σπουδήν και μελέτην της επιστήμης, μεταβάλλουσι το ανώτατον εκπαιδευτήριον εις κονίστραν άμουσον και αηδή άλλοτε μεν φατριαστικών, άλλοτε δε αγρίων πολιτικών διαδηλώσεων και οχλαγωγιών και θορύβων και ταραχών.422

Το καυστικό σχόλιο ενός παλαιού γνώστη του θεσμού, του Δημητρίου Βερναρδάκη , για τις πανεπιστημιακές σπουδές αποτύπωνε ένα γενικότερο ρεύμα κριτικής για την αποστολή του Πανεπιστημίου και ειδικότερα για την κατάρτιση των αποφοίτων του στο τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα.423 Στο στόχαστρο βρισκόταν ο συνεχώς αυξανόμενος αριθμός εισαχθέντων και αποφοίτων (ενδεικτικά το 1886-1887 εισήχθησαν 739 φοιτητές),424 ο οποίος προβλημάτιζε και τις πρυτανικές αρχές.425 Οξεία ήταν και η κριτική για το χαμηλό επίπεδο μόρφωσης και για την παραγωγή πλήθους άνεργων πτυχιούχων, ιδιαίτερα της Νομικής, με αποτέλεσμα την κάλυψη των συνεχώς αυξανόμενων αναγκών της κρατικής μηχανής και της ιδιωτικής αγοράς εργασίας από αποφοίτους «ημιμαθείς» και «θεσιθήρες». Σε μια εποχή σημαντικών αλλαγών στην ελληνική οικονομία, πέρα από τις ρητορείες για τον εκπολιτισμό της Ανατολής είχαν αρ-

421. Δημήτριος Βερναρδάκης, Καποδίστριας και Όθων. Επιστολιμιαία βιβλιοκρισία, Αθήνα, Γαλαξίας, 1962, σ. 115.

422. Στο ίδιο, σ. 120-121.

423. Η βιβλιοκρισία του Βερναρδάκη δημοσιεύθηκε σε συνέχειες στη Νέα Ημέρα της Τεργέστης το 1875. Εκδόθηκε πρώτη φορά επωνύμως από τον Κωνσταντίνο Άμαντο ως επίμετρο στη γ' έκδοση του έργου του Νικολάου Δραγούμη Ιστορικαί Αναμνήσεις, Αθήνα, Στοχαστής, 1925, τ. 2, σ. 305-396

424. Κ. Λάππας, ό.π., σ. 307.

425. Βλ. ενδεικτικά Πρυτανικοί λόγοι 1896-1897, σ. 35-36.

Σελ. 174
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/175.gif&w=600&h=915

αρχίσει να ακούγονται πιο δυνατά οι φωνές που επεσήμαιναν την ανάγκη για εξειδίκευση και επαγγελματισμό των πανεπιστημιακών σπουδών. Κάποτε, όπως στην περίπτωση του Δ. Βερναρδάκη, οι φωνές αυτές υπέκρυπταν τους φόβους για την ανάπτυξη και ριζοσπαστικοποίηση του φοιτητικού κινήματος. Άλλοτε συντάσσονταν με γενικότερες αντιλήψεις για την ανάγκη δημιουργίας ταξικής εκπαίδευσης, με τον περιορισμό της ελεύθερης πρόσβασης σε αυτή μέσω της επιβολής διδάκτρων ή της θέσπισης εξετάσεων. Σε αυτό το πλαίσιο το Πανεπιστήμιο θα αφορούσε κατά κύριο λόγο τα αστικά στρώματα.426

Η δυναμική εξάπλωση αυτού του λόγου ήταν ένας από τους παράγοντες -ανάμεσα στους άλλους πρέπει να σημειώσουμε και τις αυξανόμενες ανάγκες του νεοσύστατου κράτους σε μια περίοδο εσωτερικής ανάπτυξης- για την υποχώρηση της αντίληψης η οποία προέτασσε ως κύρια αποστολή του Πανεπιστημίου την απόκτηση γενικής παιδείας και τη διαμόρφωση ελεύθερων πολιτών. Η εξέλιξη αυτή έπληττε εύλογα θεσμούς που εκπορεύονταν από συναφείς λογικές, όπως τα γενικά μαθήματα. Η εφαρμογή του θεσμού είχε συναντήσει εξαρχής δυσκολίες, όπως εύκολα γίνεται αντιληπτό από τις πρυτανικές λογοδοσίες, ιδιαίτερα όσων πρυτάνεων προέρχονταν από τη Φιλοσοφική. Παρ' όλο που η σχετική διάταξη παρέμεινε θεσμικά ενεργή έως το 1911, στην πραγματικότητα η εφαρμογή της ήταν πλημμελής. Ο όγκος των γενικών μαθημάτων συν τω χρόνω μειώθηκε λόγω της αντίδρασης των φοιτητών αλλά και των υπόλοιπων, πλην Φιλοσοφικής, σχολών, οι οποίες διεκδικούσαν περισσότερο χρόνο στο πρόγραμμα σπουδών για τα μαθήματα των κλάδων τους.427

Σε μια εποχή κατά την οποία το αίτημα του αστικού εκσυγχρονισμού, διατυπωμένο κυρίως από τις κυβερνήσεις του Χ. Τρικούπη και όσους τον ακολούθησαν, κυριάρχησε στην πολιτική ζωή, η συνεχιζόμενη αύξηση του διδακτικού προσωπικού και των φοιτητών, οι αλλαγές στο νομοθετικό πλαίσιο, η στροφή προς την εξειδίκευση και την επαγγελματική κατάρτιση δημιούργησαν σε μεγάλο βαθμό μια νέα εικόνα του Πανεπιστημίου Αθηνών, θεσμικό αποτέλεσμα μιας σειράς νομοθετικών ρυθμίσεων.428

426. Βλ. Στρατής Μπουρνάζος, «Η εκπαίδευση στο ελληνικό κράτος»: Χρήστος Χατζηιωσήφ (επιμ.), Ιστορία της Ελλάδας του 20ού αιώνα. Οι απαρχές 1900-1922, Α', 2, Αθήνα, Βιβλιόραμα 2001, σ. 192-197. Βλ και Κ. Λάππας, «Το ζήτημα των διδάκτρων...», ό.π., σ. 131-152.

427. Κ. Λάππας, Πανεπιστήμιο και φοιτητές..., ό.π., σ. 207-211.

428. Για τις αλλαγές στο πανεπιστημιακό πρόγραμμα σπουδών, εκτός από τα σχετικά νομοθετήματα στις συναγωγές των νόμων για την περίοδο 1864-1911, βλ. Κ. Παπαπάνου, ό.π., σ. 104-130.

Σελ. 175
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/176.gif&w=600&h=915

Κατ' αρχάς το πρόγραμμα μαθημάτων αναβαθμίστηκε ποσοτικά και ποιοτικά: το ωρολόγιο πρόγραμμα διευρύνθηκε, θεσμοθετήθηκαν νέες έδρες, εκλέχθηκαν καθηγητές για να τις στελεχώσουν. Ακόμα, αυξήθηκαν οι ώρες διδασκαλίας, ενώ εισήχθησαν νέα γνωστικά αντικείμενα και θεματικές. Καταβλήθηκαν προσπάθειες για τον εξορθολογισμό και την τήρηση του προγράμματος μαθημάτων. Νομοθετήθηκαν μηχανισμοί ελέγχου της παρουσίας των διδασκόντων. Καθορίστηκε ο αριθμός των εδρών, ενώ η απόπειρα να προσδιοριστούν και τα γνωστικά τους αντικείμενα απέτυχε.429 Επιπλέον, αναδιοργανώθηκαν οι εξετάσεις των φοιτητών, με στόχο τον πληρέστερο έλεγχο των γνώσεων που απέκτησαν κατά τη διάρκεια των σπουδών τους. Το 1892 επιβλήθηκαν τα δίδακτρα, στο πλαίσιο της γενικότερης δημοσιονομικής πολιτικής και της συγκέντρωσης εσόδων από την κυβέρνηση Χ. Τρικούπη. Το μέτρο στόχευε παράλληλα στον περιορισμό των νέων φοιτητών, κάτι που αρχικά επετεύχθη, αλλά για μικρό χρονικό διάστημα. Το 1904 η Φιλοσοφική χωρίστηκε τελικά σε δύο σχολές : τη Φιλοσοφική και τη Σχολή Φυσικών και Μαθηματικών Επιστημών.430

Η σημαντικότερη θεσμική μεταβολή ήταν η ανάθεση της ευθύνης του πανεπιστημιακού διδακτικού προσωπικού στις σχολές από την κυβέρνηση του Χ. Τρικούπη κατά τη δεύτερη πρωθυπουργία του.431 Το 1882 με βασιλικό διάταγμα οριζόταν ότι, σε περίπτωση χηρείας έδρας, η οικεία σχολή μετά από απόφαση του σώματος των καθηγητών θα πρότεινε τον καταλληλότερο στον υπουργό Παιδείας.432 Σε περίπτωση άρνησης του υπουργού να αποδεχθεί τον συγκεκριμένο υποψήφιο,η διαδικασία επαναλαμβανόταν. Αν η σχολή επέμενε στην απόφασή της, ο υπουργός ήταν υποχρεωμένος να προβεί στον διορισμό. Εφόσον η σχολή προέκρινε άλλον, τον οποίο επίσης ο υπουργός απέρριπτε, τότε προκηρυσσόταν διαγωνισμός. Τα σχετικά με τον διαγωνισμό καθορίστηκαν έναν χρόνο αργότερα με άλλο διάταγμα.433 Στα διατάγματα καθιε-

429. Βλ. εδώ, σ. 178-179.

430. Βλ. το διάταγμα της 3ης Ιουνίου 1904 «Περί χωρισμού της Φιλοσοφικής Σχολής του Εθνικού Πανεπιστημίου εις δύο διακεκριμένος απ' αλλήλων Σχολάς», Νόμοι και Διατάγματα περί του Εθνικού Πανεπιστημίου [από του έτους 1900-1906] εκδιδόμενα επί της πρυτανείας Γ. Ν. Χατζιδάκι δαπάνη του Πανεπιστημίου, Αθήνα 1906, σ. 34.

431. Το 1875, κατά τη διάρκεια της πρώτης ολιγόμηνης πρωθυπουργίας του, ο Τρικούπης είχε προχωρήσει στον διορισμό δύο καθηγητών, του Νικολάου Διομήδη Κυριακού και του Κωνσταντίνου Ν. Κωστή, στη Νομική έπειτα από την εκλογή τους από τους καθηγητές της Σχολής. Βλ. Κ. Παπαπάνου, ό.π., σ. 108.

432. Αρ. Βαμπάς, ό.π., σ. 31-33.

433. Στο ίδιο, σ. 33-35.

Σελ. 176
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/177.gif&w=600&h=915

καθιερωνόταν το επιστημονικό σύγγραμμα ως απαραίτητο εφόδιο των υποψηφίων : στην αιτιολογημένη πρόταση των σχολών προς το υπουργείο Παιδείας για τον υποψήφιο έπρεπε να λαμβάνονται υπόψη κατά πρώτο λόγο τα επιστημονικά του έργα, και μάλιστα για τον κλάδο όπου επρόκειτο να διδάξει.434 Σε περίπτωση διαγωνισμού, οι υποψήφιοι κατέθεταν τα επιστημονικά τους έργα, ενώ μόνο σε περίπτωση ισοψηφίας συνυπολογιζόταν και η θητεία τους, εάν υπήρχε, ως υφηγητών.435 Κριτές τους ήταν οι καθηγητές της σχολής.

Αποτέλεσμα των προηγούμενων μέτρων ήταν η απόλυση όσων καθηγητών είχαν διοριστεί μετά από το 1875, ανάμεσά τους και του Δ. Πατσόπουλου·436 Ο Δ. Βερναρδάκης παραιτήθηκε (τον Οκτώβριο του 1883, μετά από νέες φοιτητικές ταραχές στο μάθημά του) και αποσύρθηκε οριστικά στη Μυτιλήνη, όπου έζησε μέχρι τον θάνατό του. Από το 1882 έως και το 1887 διδασκόταν μόνο το μάθημα του Κ. Παπαρρηγόπουλου, καθώς και αρχαία ελληνική ιστορία από τον υφηγητή Σπ. Λάμπρο. Το 1886 ο Σπ. Λάμπρος εξελέγη καθηγητης της Αρχαίας ελληνικής ιστορίας και ο Δ. Πατσόπουλος καθηγητής της Μεσαιωνικής και νεότερης. Το 1893 διορίστηκε, με απόφαση του υπουργείου Παιδείας, ο Παύλος Καρολίδης ως νέος καθηγητής στην έδρα της Ιστορίας του ελληνικού έθνους.

Στη δεκαετία του 1890 δίδαξαν και οι δυο τελευταίοι υφηγητές Ιστορίας του 19ου αιώνα. Το 1889 ξεκίνησε τη διδασκαλία του ο Γεώργιος Κρέμος, ο οποίος προσέφερε Αρχαίαν ελληνικήν ιστορίαν κατά τας πηγάς και εισήγαγε για πρώτη φορά στην πανεπιστημιακή διδασκαλία αυτόνομο μάθημα για την Επανάσταση του 1821 (Μεγάλη Ελληνική Επανάστασις [1821]). Το 1894 ξεκίνησε τη διδασκαλία του και ο Δημήτριος Καλοποθάκης, υφηγητής Αρχαίας ιστορίας. Και οι δύο δίδαξαν στην πραγματικότητα πολύ λίγο (ο πρώτος επτά, ο δεύτερος πέντε χρόνια) και αποχώρησαν σε εποχή πλήρους κρίσης του θεσμού, όταν ο πολύ μεγάλος αριθμός των υφηγητών, το βαρυφορτωμένο πρόγραμμα μαθημάτων του Πανεπιστημίου και ο μικρός αριθμός αιθουσών τούς αποθάρρυναν από τη διδασκαλία.

Εάν η κυβέρνηση Τρικούπη με την πολιτική της έδινε το δικαίωμα στην πανεπιστημιακή κοινότητα να αποφασίζει για τα ζητήματα που την αφορούσαν, ταυτόχρονα διασφάλιζε την εξουσία της στον κεντρικό σχεδιασμό της προσφερόμενης γνώσης, ελέγχοντας την κατανομή και το περιεχόμενο των

434. Στο ίδιο, άρθρο 1, σ. 31-32.

435. Στο ίδιο, άρθρα 2 και 4, σ. 33-34.

436. Κ. Παπαπάνου, ό.π., σ. 108.

Σελ. 177
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/178.gif&w=600&h=915

εδρών σε κάθε σχολή.437 Το 1888 επιχείρησε τον πρώτο διακανονισμό του αριθμού των διδασκόντων με βασιλικό διάταγμα.438 Οι εν ενεργεία καθηγητές ορίζονταν σε πενήντα πέντε μέχρι του οριστικού διακανονισμού, ενώ με άλλο βασιλικό διάταγμα καταργήθηκαν τέσσερις έδρες της Φιλοσοφικής και απολύθηκαν οι καθηγητές που τις κατείχαν.439

Το 1893, πάλι από κυβέρνηση του μεσολογγίτη πολιτικού, εκδόθηκε σειρά διαταγμάτων για την οργάνωση των εδρών και των μαθημάτων. Οι έδρες για τη διδασκαλία της ιστορίας στο Φιλολογικό Τμήμα καθορίζονταν στον νόμο ,ΒΡΠ' (24 Φεβρουαρίου 1892) ως εξής: Η της αρχαίας ελληνικής ιστορίας, Η της αρχαίας γενικής ιστορίας, Η της ιστορίας των Ελλήνων κατά τους μέσους και νεωτέρους χρόνους και Η της γενικής ιστορίας των μέσων και νεωτέρων χρόνων.440 Προβλεπόταν δηλαδή η αύξηση των εδρών σε τέσσερις με τη διάσπαση της έδρας του Κ. Παπαρρηγόπουλου σε δύο, μια για τα αρχαία και μια για τα μεσαιωνικά και νεότερα χρόνια, γεγονός που προκάλεσε αντιδράσεις.441 Από τον νόμο προήλθε το Νομοτελεστικόν της 19ης Ιουνίου 1893 Περί των εν τω Εθνικώ Πανεπιστημίω κατ' έτος διδασκομένων μαθημάτων, που καθόρισε τα μαθήματα ανά έτος. Για το πρώτο έτος προβλεπόταν η διδασκαλία των μαθημάτων Ελληνική ιστορία αρχαία και Γενική ιστορία αρχαία, για το δεύτερο η Ιστορία των Ελλήνων κατά τους μέσους και νεωτέρους χρόνους και η Γενική ιστορία αρχαία, ενώ για το τρίτο η Ιστορία των Ελλήνων κατά τους μέσους και νεωτέρους χρόνους και η Γενική ιστορία των μέσων και νεωτέρων χρόνων ,442 Στο τέταρτο έτος δεν υπήρχε μάθημα ιστορίας, παρά μόνο το μάθημα της Μυθολογίας. Μετά από δύο μήνες, και με προτάσεις των σχολών, εκδόθηκε νέο αναθεωρητικό διάταγμα.443 Έτσι, στο δεύτερο έτος η Γενική ιστορία αρχαία μετε-

437. Το ζήτημα της εκλογής των καθηγητών και του καθορισμού των εδρών αποτελεί από τα πλέον κομβικά θέματα των σχέσεων Πανεπιστημίου - κράτους. Βλ. και τη μελέτη του Προκόπη Παπαστράτη, Πολιτική εξουσία και Πανεπιστήμιο στην Ελλάδα 1880-1932 (υπό έκδ.). Ευχαριστώ τον συγγραφέα για την ευγενική παραχώρηση.

438. Νόμοι και διατάγματα, 1896, ό.π., σ. 1.

439. «Περί καταργήσεως εδρών τίνων επίτιμων καθηγητών του Εθνικού Πανεπιστημίου», στο ίδιο, σ. 25-26.

440. Βλ. Νόμοι και Διατάγματα, 1896, ό.π., σ. 2.

441. Στη σχετική συζήτηση στο Κοινοβούλιο υπήρξαν βουλευτές οι οποίοι ζήτησαν και την αντίστοιχη μέριμνα για γνωστικά αντικείμενα όπως η χημεία. Στην απάντηση του ο υπουργός Παιδείας Κωνσταντίνος Κοσονάκος τόνισε την άρρηκτη σχέση ιστορίας - ελληνισμού και την ανάγκη υποστήριξης της μελέτης της ιστορίας από την πολιτεία. Βλ. Π. Παπαστράτης, ό.π., σ. 14.

442. Βλ. Νόμοι και Διατάγματα, 1896, ό.π., σ. 8-9.

443. Στο ίδιο, σ. 13.

Σελ. 178
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/179.gif&w=600&h=915

μετετράπη σε Γενική ιστορία, ενώ μετατέθηκε η Γενική ιστορία των μέσων και νεωτέρων χρόνων από το τρίτο στο δεύτερο έτος. Στόχος ήταν η διδασκαλία όλης της γενικής ιστορίας μέσα στα δύο πρώτα χρόνια.444

Η άνοδος στην εξουσία της κυβέρνησης του Θεοδώρου Δηλιγιάννη οδήγησε στην κατάργηση του προηγούμενου νομοθετικού πλαισίου με τον νόμο ,ΒΤΜΖ' της 26ης Αυγούστου 1895 445 που επανακαθόριζε τον αριθμό των διδασκόντων σε πενήντα επτά. Η κατάργησή του ενδεχομένως οφειλόταν και στις αντιδράσεις των πανεπιστημιακών, οι οποίοι είχαν διαμαρτυρηθεί μέσω των συλλογικών τους οργάνων (σύλλογοι καθηγητών, Σύγκλητος, πρύτανης).

Οι συζητήσεις και τα σχέδια πάντως για την επέκταση της ιστορικής διδασκαλίας στο πανεπιστημιακό πρόγραμμα συνεχίστηκαν σε όλη αυτή την περίοδο έως το 1910. Το 1896 κατατέθηκαν στη Βουλή τα νομοσχέδια του υπουργού Παιδείας της κυβέρνησης Θ. Δηλιγιάννη, Δημητρίου Γ. Πετρίδη. Στις σχετικές με τις έδρες διατάξεις, στη Φιλοσοφική παρέμενε η έδρα της Ιστορίας του ελληνικού έθνους, ενώ προτεινόταν μια έδρα Γενικής ιστορίας αλλά και μια έδρα Ιστορίας του πολιτισμού.446

Η ήττα του 1897 και η προσπάθεια για την «ανόρθωση» του κράτους δρομολόγησαν πρωτοβουλίες στην εκπαίδευση, με εξέχουσα ανάμεσά τους τη δέσμη των νομοθετημάτων που κατέθεσε το 1899 ο υπουργός Παιδείας της κυβέρνησης Γεωργίου Θεοτόκη, Αθανάσιος Ευταξίας. Η δέσμη αυτή αποτελεί αναμφισβήτητα την πιο ολοκληρωμένη πρόταση αλλαγής της εκπαίδευσης και στις τρεις βαθμίδες της κατά τον 19ο αιώνα. Σύμφωνα με τα σχετικά νομοθετήματα, προβλεπόταν η διχοτόμηση της Φιλοσοφικής σε δύο σχολές : Φιλοσοφική και Φυσικομαθηματική. Στη Φιλοσοφική θεσπίζονταν οι ακόλουθες έδρες Ιστορίας: δύο τακτικές Αρχαίας ιστορίας, ελληνικής και ρωμαϊκής (αν και στην εισηγητική έκθεση εμφανιζόταν μία τακτική και μία επικουρική), μία τακτική και μία έκτακτη επικουρική Ιστορίας της Ελλάδος από της υπουδουλώσεως αυτής υπό τον Ρωμαϊκόν ζυγόν και ιδία του βυζαντιακού και νεωτέρου ελληνισμού και μια τακτική έδρα Μεσαιωνικής και νεωτέρας ιστορίας.447

Η σημαντικότερη διδακτική καινοτομία την περίοδο αυτή υπήρξε η εισαγωγή των φροντιστηρίων και των εργαστηρίων στο πανεπιστημιακό πρό-

444. Στο ίδιο, σ. 16-17.

445. Στο ίδιο, σ. 21-22.

446. Βλ. Εκπαιδευτικά Νομοσχέδια VIII: Σχέδιον Οργανικού Νόμου του Πανεπιστημίου, χ.τ., 1896, σ. 7.

447. Βλ. το άρθρο 19 στο «Νομοσχέδιον περί Οργανισμού του Εθνικού Πανεπιστημίου»: Εφημερίς των Συζητήσεων της Βουλής. Παράρτημα 1899, σ. 1019.

Σελ. 179
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/180.gif&w=600&h=915

πρόγραμμα, η οποία, όπως θα δούμε στη συνέχεια, επηρέασε καθοριστικά και τις ιστορικές σπουδές.

Η ΦΡΟΝΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΚΑΙ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑΚΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ

ΣΤΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΜΑΘΗΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ

Η εισαγωγή και επικράτηση από τη δεκαετία του 1880 της φροντιστηριακής και εργαστηριακής διδασκαλίας στο πρόγραμμα μαθημάτων του Πανεπιστημίου Αθηνών αποτέλεσε μια καταλυτική για τη φυσιογνωμία του εξέλιξη, καθώς συνδυάστηκε και με τη δημιουργία ενός πλήθους παραρτημάτων, όπως ονομάστηκαν στην πανεπιστημιακή γλώσσα τα εργαστήρια και τα φροντιστήρια. Το πρώτο παράρτημα που είχε ιδρυθεί ήταν το Φαρμακευτικό Σχολείο, το οποίο άρχισε τη λειτουργία του το 1838, ενώ οι φοιτητές της Ιατρικής πραγματοποιούσαν μέρος των πρακτικών τους ασκήσεων στα νοσοκομεία της πρωτεύουσας και στην Αστυκλινική ή σε διάφορα συναφή ιδρύματα (Βρεφοκομείο, Οφθαλμιατρείο κ.ά.). Οι φοιτητές του Φαρμακευτικού Σχολείου αλλά και της Φιλοσοφικής, πλην του Φιλολογικού Τμήματος, μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν το πανεπιστημιακό Χημείο, αλλά και το Αστεροσκοπείο ή τον Βοτανικό Κήπο. Στο Φιλολογικό Τμήμα της Φιλοσοφικής το πρώτο φροντιστήριο που είχε συγκροτηθεί ήταν το Φιλολογικό (1842), προσάρτημα του Πανεπιστημίου, με διευθυντή τον Κωνσταντίνο Ασώπιο.

Φιλολογικό Φροντιστήριο

Σκοπός του Φιλολογικού Φροντιστηρίου ήταν, σύμφωνα και με τα ευρωπαϊκά πρότυπα, η εξάσκηση των φοιτητών -όσων, έχοντας απολυτήριο γυμνασίου, επιθυμούσαν να εργαστούν στη μέση εκπαίδευση- στην αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα, η κριτική έρευνα και ανάλυση των κλασικών συγγραφέων.448 Το Φροντιστήριο διαρκούσε δυο χρόνια, ενώ σύμφωνα με την επόμενη νομοθετική ρύθμιση του 1850 η απόδειξη συμμετοχής σε αυτό ήταν απαραίτητη για όσους ήθελαν να συμμετάσχουν στις διδασκαλικές εξετάσεις.449 Το 1868 το Φροντιστήριο θεωρήθηκε πλέον προσάρτημα της Φιλοσοφικής Σχολής.450

448. Βλ. το σχετικό διάταγμα της 30ής Ιουνίου 1842, Αρ. Βαμπάς, Οι νόμοι..., ό.π., σ. 107-108.

449. Στο ίδιο, σ. 108-111.

450. Στο ίδιο, σ. 111.

Σελ. 180
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/181.gif&w=600&h=915

Από το 1884 προστέθηκαν στο πρόγραμμα του Φροντιστηρίου οι πρακτικές ασκήσεις στην αρχαιολογία και στην παιδαγωγική. Όσοι φοιτούσαν από το δεύτερο έτος και μετά και επιθυμούσαν να λάβουν μέρος στις διδασκαλικές εξετάσεις συμμετείχαν σε ερμηνευτικές, κριτικές, παλαιογραφικές, γραμματολογικές, μετρικές, ρυθμικές, γραμματικές, αρχαιολογικές και παιδαγωγικές ασκήσεις. Οι αρχαιολογικές αφορούσαν την ερμηνευτική, κριτική και καλλιτεχνική εξέταση των αρχαίων μνημείων με επιτόπιες επισκέψεις, ενώ οι παιδαγωγικές προέβλεπαν την πρακτική άσκηση των φοιτητών σε συγκεκριμένα ελληνικά σχολεία και γυμνάσια.451 Το 1888 αποφασίστηκε η υποχρεωτική παρακολούθηση του από όλους τους φοιτητές του Φιλολογικού Τμήματος.452 Συνολικά όλη αυτή την περίοδο το Φιλολογικό Φροντιστήριο, στο οποίο δίδασκαν μόνο καθηγητές και όχι υφηγητές, έμεινε σταθερά προσανατολισμένο προς την κλασική φιλολογία με σαφή παιδαγωγική και λιγότερο επιστημονική χροιά (η πλειονότητα των ασκήσεων αναφέρεται στο ελληνιστί ή λατινιστί γράφειν), στοχεύοντας στις ανάγκες των μελλοντικών καθηγητών στη μέση εκπαίδευση.453

Πρότυπο του Φιλολογικού Φροντιστηρίου στην Αθήνα ήταν τα αντίστοιχα σεμινάρια που είχαν δημιουργηθεί τον 18ο αιώνα στα πανεπιστήμια της Δυτικής Ευρώπης, μεταφέροντας και αυτά την εμπειρία των θεολογικών σεμιναρίων όπου εκπαιδεύονταν πάστορες. Το σεμινάριο του Γκόττφρηντ Χέρμανν στη Λειψία και κυρίως εκείνο που είχε ιδρύσει ο Φρήντριχ Α. Βολφ στο Πανεπιστήμιο του Χάλλε (1773-1807) -με μαθητές όπως ο Α. Μπεκ και ο κλασικός φιλόλογος Ιμμάνουελ Μπέκκερ-454 στόχευαν στην εκπαίδευση καλών καθηγητών για τη μέση εκπαίδευση. Στα σεμινάρια αυτά, οκτώ ή δέκα φοιτητές συγκεντρώνονταν μια ή δυο φορές την εβδομάδα για να μάθουν πώς να εξηγούν ένα κείμενο στη σχολική τάξη. Τα ερωτήματα και τα προβλήματα που τους απασχολούσαν ήταν κυρίως γραμματικής ή συντακτικής υφής, ενώ δεν υπήρχε κάποιο ερευνητικό ενδιαφέρον. Η τομή επρόκειτο να συντελεστεί με την ίδρυση του Πανεπιστημίου του Βερολίνου, όπου η φροντιστηριακή εκπαίδευση απέκτησε ερευνητική και επιστημονική χροιά.455

451. Στο ίδιο, σ. 108-115.

452. Νόμοι και Διατάγματα, 1896, ό.π., σ. 56.

453. Βλ. Άλκηστις Βερέβη, Πανεπιστημιακή Εκπαίδευση: Η διδασκαλία των Αρχαίων Ελληνικών στη Φιλοσοφική Σχολή των Αθηνών (1950-1982), ανέκδοτη διδακτορική διατριβή στο Τμήμα Φιλοσοφίας - Παιδαγωγικής - Ψυχολογίας, Φιλοσοφική Σχολή, ΕΚΠΑ, 1999, σ. 48.

454. Βλ. Rudolf Pfeiffer, ό.π., σ. 204.

455. Βλ. Anthony Grafton, "Polyhistor into Philolog: Notes on the Transformation of German Classical Scholarship, 1780-1850", History of Universities 3 (1983), σ. 161-162.

Σελ. 181
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/182.gif&w=600&h=915

Στο Πανεπιστήμιο Αθηνών κατά τις δύο τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα ο αριθμός των παραρτημάτων αυξήθηκε θεαματικά και στις τέσσερις σχολές. Από το 1888 έως το 1900 δημοσιεύθηκαν, εκτός από τον κανονισμό του Ιστορικού Φροντιστηρίου το 1888, οι κανονισμοί μιας σειράς εργαστηρίων και φροντιστηρίων: Φροντιστήριο Φιλοσοφικό, Φροντιστήριο Μαθηματικό, Ανατομικό Εργαστήριο (1888), Φροντιστήριο Μικροβιολογίας και Πειραματικής Παθολογίας, Παθολογικό Ανατομείο, Γλωσσολογικό Φροντιστήριο (1892), Εργαστήριο Πειραματικής Φυσικής, Βοτανικό Εργαστήριο (1894), Φροντιστήριο Ζωολογίας στο Φυσιολογικό Μουσείο, Φροντιστήριο στο Ορυκτολογικό και Γεωλογικό Μουσείο (1895), Ακαδημαϊκό Γυμναστήριο, Παιδαγωγικό Φροντιστήριο (1899), Εγχειρητικό Φροντιστήριο, Εργαστήριο Υγιεινής και Μικροβιολογίας και Φαρμακευτικό Χημείο (1900).456

Οι κανονισμοί αφορούσαν τη Φιλοσοφική και την Ιατρική Σχολή. Στις άλλες δύο σχολές, Νομική και Θεολογική, τα προσφερόμενα φροντιστήρια, όπως γνωρίζουμε από το πρόγραμμα, δεν είχαν θεσμική υπόσταση, καθώς δεν υπήρχε η ανάγκη κάποιου ιδιαίτερου χώρου ή μέσων για τη διεξαγωγή τους. Στην περίπτωση των νέων φροντιστηρίων του Φιλολογικού Τμήματος (Ιστορικού και Φιλοσοφικού), η θεσμοθέτησή τους ήταν αναγκαία λόγω του προϋπάρχοντος Φιλολογικού Φροντιστηρίου. Η έκδοση των κανονισμών ήταν ενδεικτική για την εξάπλωση της φροντιστηριακής διδασκαλίας και ταυτόχρονα την απουσία γενικότερου σχεδιασμού, ο οποίος θα εξασφάλιζε κοινό πλαίσιο λειτουργίας. Ήταν ενδεικτική ακόμη της σύνδεσης αυτών των εγχειρημάτων με πρόσωπα τα οποία στη δεδομένη συγκυρία είχαν τη δυνατότητα να επιβάλουν τη συγκεκριμένη θεσμοθέτηση. Τα πρώτα οκτώ φροντιστήρια ιδρύθηκαν κατά την τριετία 1886-1889, ενώ ο θεσμός στηρίχτηκε σε δύο άλλα μέτρα της τριετίας αυτής : την αμοιβή με επιμίσθιο όλων των καθηγητών που δίδασκαν σε φροντιστήρια και την υποχρεωτική συμμετοχή του συνόλου των φοιτητών στη φροντιστηριακή διδασκαλία. Και αυτές οι ρυθμίσεις, όπως και αρκετές από όσες αναφέρθηκαν προηγουμένως, προέρχονταν από τους υπουργούς Παιδείας τρικουπικών κυβερνήσεων της περιόδου. Ο θεσμός της φροντιστηριακής και εργαστηριακής εκπαίδευσης στηρίχτηκε από τη συγκεκριμένη πολιτική παράταξη στο πλαίσιο ενός ευρύτερου λόγου για την προώθηση του εκσυγχρονισμού της κοινωνίας και της εκπαίδευσης.

456. Βλ. τις συναγωγές νόμων του Πανεπιστημίου, Νόμοι και διατάγματα περί του Εθνικού Πανεπιστημίου (από του (τους 1886-1895) εκδιδόμενα επί της πρυτανείας Αν. Διομήδους Κυριακού, Αθήνα 1896· Νόμοι και διατάγματα περί του Εθνικού Πανεπιστημίου (από του έτους 1895-1900) εκδιδόμενα επί της πρυτανείας Κ. Μητσοπούλου, Αθήνα 1901.

Σελ. 182
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/183.gif&w=600&h=915

Στη φροντιστηριακή και εργαστηριακή διδασκαλία εύλογα τη μερίδα του λέοντος κατέλαβαν η Ιατρική Σχολή και το Φυσικομαθηματικό Τμήμα. Ο χωρισμός του τελευταίου από τη Φιλοσοφική και η αναβάθμισή του σε αυτόνομη σχολή το 1904 αποτέλεσε έναν από τους πλέον ισχυρούς δείκτες για τη δημιουργία νέου κλίματος, στο οποίο σημαντικό ρόλο διαδραμάτιζαν η επιστημονικοποίηση και η επαγγελματική εξειδίκευση ως απάντηση σε μεγάλο βαθμό στις ανάγκες της αγοράς, αλλά και ως σύμπλευση με τις αντίστοιχες εξελίξεις στις ευρωπαϊκές χώρες.457

Το 1895, είκοσι οκτώ καθηγητές όλων των σχολών (περίπου το μισό του διδακτικού προσωπικού) αμείβονταν για φροντιστηριακή διδασκαλία. Οι περισσότεροι είχαν εκλεγεί στην πανεπιστημιακή έδρα μετά από το 1882. Αναφέρω ενδεικτικά τους Σπ. Λάμπρο, Νικόλαο Πολίτη, Γεώργιο Χατζιδάκι, Ιωάννη Χατζιδάκι, Αντώνιο Μηλιαράκη, Εμμανουήλ Ζολώτα, Αναστάσιο Δαμβέργη κ.ά. Πρόκειται για σημαντικές προσωπικότητες της ελληνικής πνευματικής ζωής, οι περισσότεροι με σπουδές στην Ευρώπη, κυρίως στη Γερμανία, τη δεκαετία 1870-1880. Κατά τη διάρκεια των σπουδών τους είχαν έλθει σε επαφή με τα ρεύματα της σύγχρονης επιστημονικής σκέψης και με τον θεσμό της φροντιστηριακής διδασκαλίας, ο οποίος, στο πλαίσιο του θετικισμού, είχε γνωρίσει σημαντικότατη διάδοση στην Ευρώπη. Μετά την επιστροφή τους στην Ελλάδα, μαζί με διδάσκοντες όπως ο Αναστάσιος Χρηστομάνος 458 ο οποίος ήδη από το 1863 είχε συστήσει άτυπα το πρώτο Χημείο, πρωτοστάτησαν στην καθιέρωση της φροντιστηριακής και εργαστηριακής διδασκαλίας, ενώ συγχρόνως διεκδίκησαν τη γενικότερη αναδιάταξη του προγράμματος των μαθημάτων.

Η συγκρότηση των φροντιστηρίων και εργαστηρίων συνδέθηκε με τη δημιουργία νέων υποδομών εντός και εκτός Πανεπιστημίου: εργαστήρια, κλινικές, μουσεία, γυμναστήριο. Αναφέρω ενδεικτικά την ίδρυση του νοσοκομείου «Ευαγγελισμός» το 1884, που αποτέλεσε τη σημαντικότερη τομή στην ιστορία των νοσηλευτικών ιδρυμάτων στην Ελλάδα του 19ου αιώνα και προσέφερε τη δυνατότητα της αυτοψίας και της εξάσκησης στους φοιτητές της Ιατρικής

457. Βλ. Θεόδωρος Κρητικός, Η πρόσληψη της επιστημονικής σκέψης στην Ελλάδα. Η φυσική μέσα από πρόσωπα, θεσμούς και ιδέες (1900-1930), Αθήνα, Παπαζήσης, 1995, σ. 24-36.

458. Βλ. Πρυτανικοί λόγοι 1896-1897, σ. 118-119, όπου ο Χρηστομάνος δεν περιορίζεται στην υποστήριξη του θεσμού αλλά αναφέρεται και στις διαφοροποιήσεις ανάμεσα στους εκπροσώπους των θετικών και θεωρητικών επιστημών, με σαφώς υποτιμητικό λόγο προς τους δεύτερους. Βλ. και τα σχόλια της Έ. Μανιάτη, ό.π., σ. 123-132.

Σελ. 183
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/184.gif&w=600&h=915

κής.459 Η έναρξη λειτουργίας του Αιγινήτειου Νοσοκομείου το 1903 εξασφάλισε την εκπαίδευση των φοιτητών στους νέους κλάδους της νευρολογίας και της ψυχιατρικής. Στην περίπτωση της ιστορίας, η δημιουργία της IEEE (1882) προσέφερε σημαντικό τεκμηριωτικό υλικό στο φροντιστήριο του Σπ. Λάμπρου .

Εκτός από τους κανονισμούς των φροντιστηρίων και εργαστηρίων και τις λογοδοσίες των καθηγητών, συχνή αναφορά στα φροντιστήρια συναντάμε και στους πρυτανικούς λόγους, με μόνιμη επωδό την ανάγκη περαιτέρω κρατικής ενίσχυσης του θεσμού. Σε όλες τις περιπτώσεις η φροντιστηριακή-εργαστηριακή διδασκαλία συνδεόταν με την πρακτική άσκηση του φοιτητή, την αυτοψία, την επί το επιστημονικότερον μόρφωσή του, την επαγγελματική του εξειδίκευση.460

Η εκτεταμένη εισαγωγή των φροντιστηρίων και των εργαστηρίων δημιούργησε μια νέα δυναμική στο πρόγραμμα μαθημάτων του Πανεπιστημίου, στο οποίο βέβαια δεν έπαψε να κυριαρχεί η ακαδημαϊκή διδασκαλία. Ακόμα και στις περιπτώσεις των καθηγητών εκείνων για τους οποίους η φροντιστηριακή διδασκαλία μεταφραζόταν απλώς και μόνο σε μια επιπλέον πηγή εσόδων, η ίδια η οργάνωση και φιλοσοφία των φροντιστηρίων συγκροτούσε σημαντική τομή στον χώρο, στον χρόνο και στους συμμετέχοντες στη διδακτική πράξη. Από την απόλυτη σχεδόν ελευθερία επιλογής μαθημάτων, χαρακτηριστικό των φοιτητικών σπουδών στο Πανεπιστήμιο Αθηνών κατά τα πρώτα χρόνια λειτουργίας του, δημιουργήθηκε τώρα ένας κύκλος φροντιστηρίων και εργαστηρίων με υποχρεωτική την παρακολούθηση. Η έννοια της μαθητείας εμπλουτίστηκε, απέκτησε προσωπική χροιά, ξέφυγε από το στενό πλαίσιο της αίθουσας, μεταφέρθηκε σε εξωπανεπιστημιακές ενασχολήσεις. Δίπλα στον

459. Τρύφων Ανδριανάκος, «Η Ιατρική εν τη νεωτέρα Ελλάδι», Ελληνική Ιατρική, Θεσσαλονίκη 1930, τ. 2, σ. 151: Νίκος Κ. Καπανίδης, Η κλειστή περίθαλψη στο νεοελληνικό κράτος (1909-1940) Διδακτορική διατριβή. Θεσσαλονίκη, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Επιστημονική Επετηρίδα του Τμήματος Ιατρικής της Σχολής Επιστημών Υγείας, παράρτημα αρ. 121, Τομέας Ανατομικής και Παθολογικής Ανατομικής, Ιστορίας Ιατρικής, αρ. 308, 1988, σ. 24.

460. Βλ. για παράδειγμα τη λογοδοσία του 1882, όπου ο πρύτανης Παναγιώτης Κυριακού αναφερόταν στην ανάγκη δημιουργίας φροντιστηρίων, εργαστηρίων και παραρτημάτων για την άσκηση των φοιτητών στις φυσικές επιστήμες και στην ιατρική: Πρυτανικοί λόγοι 1881-1882, σ. 18-19. Στο κλίμα αυτό βλ. και τις προσπάθειες για τη συγκρότηση πανεπιστημιακής βιβλιοθήκης: Τριαντάφυλλος Ε. Σκλαβενίτης, «Η βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου Αθηνών (19ος αιώνας), Πανεπιστήμιο: Ιδεολογία και Παιδεία..., ό.π., τ. 1, σ. 113-119.

Σελ. 184
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/185.gif&w=600&h=915

χρόνο της συνεχούς αφήγησης ή ανάγνωσης εμφανίστηκε εντονότερα ο διακεκομμένος χρόνος της ερωταπόκρισης, δίπλα στη λεκτική δραματοποίηση η αυτοψία και το πείραμα, δίπλα στα σχολικά βιβλία και στα γενικά συγγράμματα, τα οποία οι περισσότεροι καθηγητές διάβαζαν στις ακαδημαϊκές παραδόσεις, διανέμονταν οι λιθογραφημένες ασκήσεις, τις οποίες καλούνταν να λύσουν οι φοιτητές. Η εκτεταμένη είσοδος της φροντιστηριακής διδασκαλίας γέννησε, σε επίπεδο προθέσεων τουλάχιστον, μια νέα παιδαγωγική πειθαρχία. Ο φοιτητής δεν είχε πλέον την απόλυτη ελευθερία επιλογής μαθημάτων. Ήταν υποχρεωμένος να παρακολουθεί συγκεκριμένες ώρες και διδακτικά αντικείμενα.461

Σε μια τέτοια εξέλιξη εμφανίστηκαν πλήθος ανασχετικοί παράγοντες, οι οποίοι συνδυάζονταν με τις διαδικασίες εγκαθίδρυσης του θεσμού. Ο γρήγορος ρυθμός επέκτασης της φροντιστηριακής και εργαστηριακής διδασκαλίας προέκυψε βέβαια και από άλλα, «ταπεινότερα» κίνητρα. Αναφέρομαι κυρίως στο οικονομικό επίδομα, το οποίο είχε αποτέλεσμα σε αρκετές περιπτώσεις την ακύρωση του «εργαστηριακού» χαρακτήρα του μαθήματος και τη μετατροπή του σε ακαδημαϊκό. Η ανεπάρκεια του διδακτικού προσωπικού, ιδιαίτερα σε σχολές όπως η Φιλοσοφική όπου περίσσευαν ο στόμφος και η ρητορεία, συνέβαλε προς αυτή την κατεύθυνση. Σε αυτό συνέτεινε και ο υποχρεωτικός χαρακτήρας των φροντιστηρίων για όλους τους φοιτητές του Πανεπιστημίου, μέτρο που δεν συμφωνούσε με τα ειωθότα στα γερμανικά πανεπιστήμια. Στο κατά παράδοση εξαιρετικά φιλελεύθερο και ανεκτικό Αθήνησι, το υποχρεωτικό της παρακολούθησης αμφισβητήθηκε έμπρακτα από τους φοιτητές με τη συνενοχή των καθηγητών, γεγονός που αποτέλεσε ένα από τα μείζονα προβλήματα των πανεπιστημιακών αρχών. Για την κατανόηση των νέων συνθηκών οφείλει κανείς να συνεκτιμήσει την απόσταση ανάμεσα στον κανονιστικό λόγο των νομοθετημάτων ή τη ρητορεία των επίσημων κειμένων και σε μια

461. Για μια πρώτη επεξεργασία των θεμάτων που αφορούν τη φροντιστηριακή ιστορική διδασκαλία βλ. Βαγγέλης Καραμανωλάκης, «Η εισαγωγή της φροντιστηριακής ιστορικής διδασκαλίας στο πρόγραμμα σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών», Πρακτικά τον Διεθνούς Συμποσίου: Οι χρόνοι της ιστορίας. Για μια ιστορία της παιδικής ηλικίας και της νεότητας, Αθήνα, Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας - Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς, 1998, σ. 63-72. Βλ. και Κ. Λάππας, Πανεπιστήμιο και φοιτητές..., ό.π., σ. 137-142. Για τις θετικές επιστήμες βλ. Έ. Μανιάτη, ό.π., καθώς και το άρθρο του Γεωργίου Βλαχάκη "Introducing Sciences in the New States: The Establishment of the Physics and Chemistry Laboratories at the University of Athens": Efthymios Nicolaidis, Konstantinos Chatzis (επιμ.), Science, Technology and the 19th Century State, Conference Proceedings, Αθήνα 2000, σ. 89-104.

Σελ. 185
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/186.gif&w=600&h=915

διαφορετική και κάποτε μίζερη πραγματικότητα. Υπό τοιούτους όρους ουδέν θαύμα, εάν και τα Φροντιστήρια και τα Εργαστήρια παρ' ημίν αστοχώσιν εν πολλοίς του προορισμού των, εάν πολλοί των Καθηγητών, των διευθυνόντων τοιαύτα, ουδέν άλλο διαβλέπουσιν εν αυτοίς ή την εύσχημον δικαιολόγησιν ενός μηνιαίου επιμισθίου· ουδεν θαύμα, εάν τα Φροντιστήρια και τα Εργαστήρια ημών ουδεμίαν σχεδόν έχωσι να επιδείξωσιν αυτοτελή και πρωτότυπον εργασίαν, ουδέν ουδέποτε ζήτημα επιλύωσιν, εάν ούτως αυτά καθίστανται αληθής παρωδία των εν Γερμανία Φροντιστηρίων και Εργαστηρίων, εάν εν αυτοίς βασιλεύη παντελής επιστημονική νέκρωσις.462

Στο τέλος του αιώνα, η σκληρή κριτική της λειτουργίας των πανεπιστημιακών φροντιστηρίων και εργαστηρίων στην αιτιολογική έκθεση των νομοσχεδίων Ευταξία το 1899, από όπου και το αμέσως προηγούμενο παράθεμα -το πνεύμα του το συναντάμε σε όλα τα μεταρρυθμιστικά κείμενα όταν περιγράφουν την προτεραία κατάσταση-, δεν αναιρούσε την πραγματικότητα του θεσμού, επεσήμαινε όμως τις δυσκολίες και τα προβλήματά του.

Στην περίπτωση της ιστορίας, η εισαγωγή της φροντιστηριακής διδασκαλίας το 1888 αποτέλεσε, μαζί με άλλες εξελίξεις που θα μελετήσω στα επόμενα κεφάλαια, την πλέον βαρύνουσα καινοτομία στο πρόγραμμα της ιστορικής διδασκαλίας, συντελώντας καθοριστικά στη συγκρότηση των ιστορικών σπουδών στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Σε συνδυασμό με το ότι τα φροντιστήρια κατέλαβαν ένα σημαντικό ποσοστό της ιστορικής διδασκαλίας, αποφάσισα -παρά την αλληλουχία τους με τα υπόλοιπα μαθήματα- να τα μελετήσω ξεχωριστά, δίνοντας έμφαση στον νέο θεσμό, στη φιλοσοφία, στην εφαρμογή και στους προσανατολισμούς του.

462. «Αιτιολογική έκθεσις του νομοσχεδίου περί οργανισμού του Πανεπιστημίου»: Εφημερίς των Συζητήσεων της Βουλής. Παράρτημα 1899, σ. 996-997.

Σελ. 186
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/187.gif&w=600&h=915

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β'

Η ΑΚΑΔΗΜΑΪΚΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ: ΤΑ ΚΕΚΤΗΜΕΝΑ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

Η ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΗ ΣΤΑΔΙΟΔΡΟΜΙΑ ΤΟΥ ΣΠ. ΛΑΜΠΡΟΥ

Η είσοδος του Σπυρίδωνος Λάμπρου (1851-1919)463 ως υφηγητή στην πανεπιστημιακή κονίστρα το 1877 προσέθεσε στο διδακτικό προσωπικό τον σημαντικότερο ιστορικό του καιρού του και τον διδάσκοντα με τις πλέον συγκροτημένες ιστορικές σπουδές στο ελληνικό Πανεπιστήμιο του 19ου αιώνα. Προερχόταν άλλωστε από ένα περιβάλλον γεμάτο πνευματικές και ιστορικές ανησυχίες. Πατέρας του ήταν ο χρυσοχόος και επιφανής νομισματολόγος Παύλος Λάμπρος και ανάδοχος του ο ιστορικός Ανδρέας Μουστοξύδης, ο οποίος ζούσε στην Κέρκυρα, όπου γεννήθηκε και πέρασε τα παιδικά του χρόνια ο Λάμπρος ώσπου να έλθει στην Αθήνα. Το 1865 ίδρυσε μαζί με τα αδέλφια του τον Φιλολογικό Σύλλογο «Παρνασσός», ο οποίος διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στη μετέπειτα δημόσια πνευματική ζωή. Ο Λάμπρος φοίτησε στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών (1867-1871) και συνέχισε με μεταπτυχιακές σπουδές στα Πανεπιστήμια του Βερολίνου και της Λειψίας (1872-1875), όπου έγινε διδάκτορας με την εργασία του για τους οικιστές των ελληνικών αποικιών.464 Σε μια εποχή όπου στα γερμανόφωνα πανεπιστήμια κυριαρχούσε η ιστορική Πρωσική σχολή,465 ο Λάμπρος παρακολούθησε συστηματικά μαθήματα επιφανών εκπροσώπων της, όπως ο Τεοντόρ Μόμμσεν, ο Ντρόυζεν, ο Χάινριχ φον Τράιτσκε, ο Βίλχελμ Βάττενμπαχ καθώς και ο Ερνστ Κούρτιους

463. Για τον Λάμπρο βλ. E. Gazi, ό.π., Γ. Χαριτάκης, «Σπυρίδων Λάμπρος - Αννα Λάμπρου»: Εις μνήμην Σπυρίδωνος Λάμπρου, Αθήνα 1935, σ. γ'-ιδ', και Δ. Σ. Μπαλάνος, «Σπυρίδων Π. Λάμπρος (1851-1919)», Ηπειρωτικά Χρονικά. Παράρτημα δεύτερον Βιογραφικόν, 1928, σ. 1-32.

464. Σπυρίδων Λάμπρος, Τα κατά τους οικιστάς των παρ' Έλλησι αποικιών και τας αυτοίς απονεμομένας τιμάς. Dissertatio inauguralis historica, Λειψία 1873.

465. Georg G. Iggers, The German Conception..., ό.π., a. 90-123, G.P. Gooch, ό.π., σ. 130-155, E. Gazi, ό.π., a. 29-37.

Σελ. 187
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/188.gif&w=600&h=915

ους.466 Μετά το πέρας των σπουδών του επισκέφθηκε για μια τριετία βιβλιοθήκες της Ολλανδίας, της Γαλλίας, του Βελγίου, της Αγγλίας και της Ιταλίας μελετώντας ελληνικά χειρόγραφα.

Ο νεαρός υφηγητής επέδειξε έντονη διδακτική δραστηριότητα, αντίθετη με τη συνήθη πρακτική των συναδέλφων του, ιδιαίτερα στη Φιλοσοφική Σχολή. Προσέφερε πλήθος μαθημάτων ελληνικής (κυρίως αρχαίας) ιστορίας : ιστορία του αρχαίου ελληνισμού, του αιώνα του Περικλή και για ένα εξάμηνο ιστορία της δυναστείας των Κομνηνών. Δίδαξε ακόμη ακαδημαϊκά για πρώτη φορά μάθημα το οποίο αναφερόταν στις πηγές : Περί των πηγών της ελληνικής ιστορίας. Η σημαντικότερη καινοτομία όμως ήταν άλλη : ο Λάμπρος ζήτησε και πήρε την άδεια από τη Σχολή -ως υφηγητής δεν είχε το δικαίωμα να διδάξει στο Φροντιστήριο- να προσφέρει φροντιστηριακά επιγραφική και παλαιογραφία (γραφογνωσία, όπως την ονόμασε ο ίδιος, εξ ου και η προσθήκη στον τίτλο του). Τον συνδυασμό σύμφωνα με τον υφηγητή απαίτησαν οι φοιτητές.467 Ο Λάμπρος περίμενε την ευκαιρία για την εκλογή του στην καθηγητική έδρα, η οποία και δεν άργησε να του δοθεί.

Εκλογή καθηγητή στην έδρα της Γενικής ιστορίας (1883)

Το 1883 προκηρύχθηκε, σύμφωνα με τις νέες διατάξεις, μια έδρα Γενικής ιστορίας. Υποψηφιότητα υπέβαλαν ο Σπ. Λάμπρος και ο Δ. Πατσόπουλος. Στη σχετική συνεδρίαση της Σχολής (7 Απριλίου 1883) το σώμα των καθηγητών επιχείρησε να ιεραρχήσει τα επιστημονικά εφόδια που απαιτούνταν για την εκλογή: συγγραφικό έργο και διδακτική πείρα. Από τους δύο υποψηφίους μόνο ο Σπ. Λάμπρος είχε υποβάλει συγγράμματα. Μια μερίδα των διδασκόντων υποστήριξε την υπεροχή της διδασκαλίας -ο Δ. Πατσόπουλος είχε ήδη διδάξει για μικρό χρονικό διάστημα- έναντι οιουδήποτε επιστημονικού συγγράμματος. Ο Κ. Παπαρρηγόπουλος προέταξε ως κύριο κριτήριο εκλογής το επιστημονικό συγγραφικό έργο, θεωρώντας το ανώτερο από τη διδακτική πείρα. Η άποψή του επικροτήθηκε από την πλειοψηφία, με αποτέλεσμα την απόρριψη της υποψηφιότητας Πατσόπουλου. Στη συζήτηση για την εναπομείνασα υποψηφιότητα διακρίθηκαν, και πάλι με πρόταση του Παπαρρηγόπουλου

466. E. Gazi, ό.π., σ. 77.

467. Βλ. τις παρατηρήσεις του για την εισαγωγή της παλαιογραφίας στο τέταρτο κεφάλαιο «Βοηθητικαί της ιστορίας επιστήμαι και τέχναι», του ανέκδοτου έργου του Αι ιστορικαί μελέται..., ό.π.

Σελ. 188
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/189.gif&w=600&h=915

πουλου, τα συγγράμματα του Λάμπρου που αφορούσαν τους μέσους και νεότερους χρόνους. Αποφασίστηκε στη συνέχεια η εκλογή να είναι μυστική, ώστε να μπορέσει να εκφράσει ο κάθε καθηγητής ελεύθερα τη γνώμη του. Στην ψηφοφορία που ακολούθησε αποφασίστηκε με ισχυρή πλειοψηφία -έντεκα υπέρ, τέσσερις κατά- ότι τα σχετικά συγγράμματα δεν επαρκούσαν για την εκλογή στην έδρα, η οποία παρέμεινε κενή.468

Εκλογή καθηγητών στις έδρες της Γενικής ιστορίας (1886)

Το 1886, μετά από πρόταση της Φιλοσοφικής, την οποία αποδέχτηκε το υπουργείο Παιδείας, προκηρύχθηκαν δύο, αντί για μία, έδρες Γενικής ιστορίας. Επρόκειτο για μια έδρα Αρχαίας και μια έδρα Μέσης / Νεότερης ιστορίας, με σκοπό τη διδασκαλία στα δύο πρώτα χρόνια φοίτησης όλης της ύλης του μαθήματος, σύμφωνα και με τις νέες νομοθετικές ρυθμίσεις, που προέβλεπαν την εξέταση των φοιτητών στα γενικά μαθήματα δύο χρόνια μετά από την εγγραφή τους.469 Υποψήφιοι ήταν πάλι ο Λάμπρος και ο Πατσόπουλος, ο Σ. Τσιβανόπουλος, καθώς και ο Παύλος Καρολίδης, μετά από παρέμβαση του κοσμήτορα, καθηγητή της Φιλοσοφίας Χρήστου Παπαδόπουλου. Σύμφωνα με πρόταση του Παπαρρηγόπουλου, οι καθηγητές μπορούσαν να ψηφίσουν και όποιον άλλο θεωρούσαν ότι έχει τα κατάλληλα προσόντα. Όπως διαβεβαίωσε ο κοσμήτορας, όσοι είχαν υποβάλει υποψηφιότητα είχαν καταθέσει τα συγγράμματά τους. Στη συνεδρίαση δεν έγινε ουσιαστική συζήτηση για τα προσόντα των υποψηφίων, ούτε διάκρισή τους αναφορικά με τις έδρες. Ο Γεώργιος Μιστριώτης και ο καθηγητής του Φυσικομαθηματικού Τμήματος Ιωάννης Χατζιδάκις ζήτησαν από τον Παπαρρηγόπουλο, ως ειδικό καθηγητή, να τοποθετηθεί επί των υποψηφιοτήτων. Ο τελευταίος αρνήθηκε λέγοντας ότι δεν πρόκειται περί αστρονομίας ή φυσικής αλλά περί ιστορίας, οπότε όλοι είχαν γνώμη και άποψη, και ότι η Σχολή έπρεπε να αποφασίσει χωρίς τη γνώμη κάποιου ειδικού. Εξελέγη ο Λάμπρος για την Αρχαία ιστορία (εννέα ψήφοι) και για τη Μεσαιωνική και νεότερη ο Πατσόπουλος (έντεκα ψήφοι). Ακολουθούσαν οι Καρολίδης και Τσιβανόπουλος, ενώ εμφανίστηκε με μία ψήφο το όνομα του Βερναρδάκη ,470

468. Πρακτικά Συνεδριάσεων της Φιλοσοφικής Σχολής (ΠΣΦΣ), συνεδρίαση 7ης Απριλίου 1883.

469. «Διάταγμα περί των εξετάσεων των γενικών μαθημάτων εν τω Εθν. Πανεπιστημίω», 11 Νοεμβρίου 1882, Αρ. Βαμπάς, ό.π., σ. 73.

470. ΠΣΦΣ, συνεδρίαση 17ης Οκτωβρίου 1886.

Σελ. 189
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/190.gif&w=600&h=915

Μετά την εκλογή του, ο Λάμπρος ξεκίνησε την καθηγητική του σταδιοδρομία με ιδιαίτερο ζήλο. Ως έκτακτος (1887-1891) και στη συνέχεια ως τακτικός καθηγητής της Ιστορίας των αρχαίων λαών ή της Αρχαίας ιστορίας αφιέρωσε τη διδασκαλία του στην αρχαιότητα, παγκόσμια και ελληνική. Δίδαξε ρωμαϊκή ιστορία, ιστορία των αρχαίων ανατολικών εθνών και αυτοτελή μαθήματα για συγκεκριμένες περιόδους της αρχαίας ελληνικής ιστορίας: Ιστορία της αρχαίας Ελλάδος από των Περσικών Πολέμων μέχρι της εις τους Ρωμαίους καθυποτάξεως, Ιστορία Αλεξάνδρου του Μεγάλου, διαδόχων και επιγόνων, Ιστορία των Περσικών Πολέμων, Ιστορία των ελληνικών αποικιών. Ήταν ο πρώτος καθηγητής που δίδαξε για δύο έτη Ιστορική γεωγραφία της Ελλάδος (18891891), ιστορία του πολιτισμού (Ιστορία του κρητικού και μυκηναίου πολιτισμού, 1904-1905) και Ιστορία των πηγών της ελληνικής ιστορίας (υπονοώντας κυρίως την αρχαία). Το μεγαλύτερο όμως μέρος της πανεπιστημιακής του διδασκαλίας αφιερώθηκε, όπως θα δούμε στη συνέχεια, στον θεσμό που ο ίδιος εισήγαγε : το Ιστορικό Φροντιστήριο.

Ο Λάμπρος υπήρξε ιδιαίτερα δημοφιλής στους πανεπιστημιακούς κύκλους. Εξελέγη δύο φορές από τους συναδέλφους του κοσμήτορας της Φιλοσοφικής Σχολής (1893-1894, 1912-1913) και πρύτανης του Πανεπιστημίου (1904-1905,1911-1912). Το 1905 διοργάνωσε τις προπαρασκευαστικές εργασίες για τη διεξαγωγή του Διεθνούς Αρχαιολογικού Συνεδρίου στην Αθήνα, ενώ το 1912 συμμετείχε στη διοργάνωση του Iς' συνεδρίου των Ανατολιστών, όπου και έλαβε χώρα ο εορτασμός για τα εβδομήντα πέντε χρόνια του Εθνικού Πανεπιστημίου. Υπήρξε αντιπρόσωπος του Πανεπιστημίου σε πολλά επιστημονικά συνέδρια και εκδηλώσεις στην Ευρώπη. Πέρα από τον Φιλολογικό Σύλλογο «Παρνασσός» συμμετείχε στην ίδρυση και διοίκηση πολλών επιστημονικών συλλόγων, ανάμεσα στους οποίους η IEEE.

Παράλληλα με την πανεπιστημιακή και επιστημονική του δραστηριότητα, ο Λάμπρος είχε εντονότατη παρουσία στον δημόσιο βίο. Συμμετείχε στην οργανωτική επιτροπή των Ολυμπιακών Αγώνων του 1896, ενώ διετέλεσε και γενικός γραμματέας της επιτροπής διοργάνωσης τους, από το 1901. Υπήρξε ακόμη πρόεδρος της Επιτροπής των Ηπειρωτών (1907). Η συμμετοχή του στο Διοικητικό Συμβούλιο της Εθνικής Εταιρείας και η ενεργός ανάμειξή του στον πόλεμο του 1897471 αποτέλεσε το μείζον έως τότε γεγονός στον δημόσιο βίο

471. Τον Δεκέμβριο του 1895 εντάχθηκε στους κόλπους της Εθνικής Εταιρείας ο Γ. Σωτηριάδης, ο δεύτερος πολίτης που δέχθηκαν οι στρατιωτικοί που την είχαν ιδρύσει, ενώ ακολούθησαν μερικούς μήνες αργότερα ο Λάμπρος και ο Νικόλαος Πολίτης.

Σελ. 190
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/191.gif&w=600&h=915

του, προκαλώντας πολλές αρνητικές κριτικές. Ανάμεσά τους και εκείνη του τότε πρωθυπουργού Θεοδώρου Δηληγιάννη, ο οποίος σε μεταγενέστερη συζήτηση για τα αίτια του πολέμου στη Βουλή κατηγόρησε τον Σπ. Λάμπρο ότι αναμείχθηκε στην εξωτερική πολιτική υποκινώντας τους φοιτητές σε πολεμική δράση, με λόγο που τους απηύθυνε με αφορμή τις διώξεις των Αρμενίων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.472

Στα χρόνια του Διχασμού, συγκεκριμένα στις 27 Σεπτεμβρίου 1916, ο Λάμπρος, γνωστός για τη φιλοβασιλική του τοποθέτηση, ορκίστηκε πρωθυπουργός και υπουργός Παιδείας. Οι ραγδαίες εξελίξεις (αποκλεισμός του Πειραιά από τα συμμαχικά στρατεύματα, διωγμοί των βενιζελικών, το «ανάθεμα» του Ελ. Βενιζέλου) και η ισχυροποίηση του φιλοσυμμαχικού στρατοπέδου οδήγησαν στην παραίτησή του, τον Απρίλιο του 1917. Τον Ιούνιο του ίδιου χρόνου ο Βενιζέλος επέστρεψε στην Αθήνα, σχημάτισε κυβέρνηση και προέβη σε ευρύτατες εκκαθαρίσεις. Ήδη ο καθηγητής της Ιστορίας, όπως και άλλα εξέχοντα φιλοβασιλικά στελέχη, είχε τεθεί υπό περιορισμό, ενώ τον Αύγουστο παραπέμφθηκε σε δίκη με τον νόμο «Περί ευθύνης υπουργών». Απολύθηκε από το Πανεπιστήμιο, η περιουσία του δημεύθηκε, εξορίστηκε στην Ύδρα και στη συνέχεια στη Σκόπελο, όπου και αρρώστησε. Επέστρεψε στην Αθήνα υπό καθεστώς επιτήρησης και πέθανε στην Κηφισιά την 23η Ιουλίου 1919.473

Πολυπράγμων και πολυγραφότατος, ο Λάμπρος δημοσίευσε πλήθος μικρών και μεγαλύτερων μελετών, πηγών, ανακοινώσεων σε συνέδρια, μεταφράσεων και βιβλιοκρισιών. Το μεγαλύτερο μέρος των κειμένων και της έρευνάς του επικεντρώθηκε στη βυζαντινή και νεότερη ελληνική ιστορία, ενώ πολύ μικρότερο στην αρχαία ιστορία, ιδιαίτερα στην ελληνική. Ένα σημαντικό τμήμα των δημοσιεύσεών του συνδεόταν με την πανεπιστημιακή του διδα-

Και οι τρεις συμμετείχαν στο Διοικητικό Συμβούλιο της Εταιρείας, ο Λάμπρος ως δεύτερος αντιπρόεδρος, καθώς και σε μυστικές αποστολές για την επίτευξη των στόχων της. Βλ. Γιάννης Ν. Γιαννουλόπουλος, «Η ευγενής μας τύφλωσις». Εξωτερική πολιτική και «εθνικά θέματα» από την ήττα του 1897 έως τη Μικρασιατική Καταστροφή, γ έκδ., Αθήνα, Βιβλιόραμα, 2001, σ. 38-39.

472. Βλ. Έφη Γαζή, «Συμβολικός λόγος και πολιτική πρακτική κατά την περίοδο του πολέμου του 1897: σύγκλιση, απόκλιση, σύγκρουση», Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας, Ο πόλεμος του 1897. Διήμερο με την ευκαιρία των 100 χρόνων (4 και 5 Δεκεμβρίου), Αθήνα 1999, σ. 105-109.

473. Για τα γεγονότα της περιόδου βλ. Γεώργιος Β. Λεονταρίτης, «Η Ελλάς και ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος», σ. 15-42, και Νικόλαος Οικονόμου, «Από την άφιξη του Βενιζέλου στην Αθήνα ως το τέλος του πολέμου», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. 15: «Νεότερος Ελληνισμός από 1913 ως 1941», Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1978, σ. 46-52.

Σελ. 191
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/192.gif&w=600&h=915

διδασκαλία: εισιτήριοι λόγοι, λιγοστά δημοσιευμένα μαθήματα, καθώς και παραδόσεις ιστορικής γεωγραφίας (1889-1891), ελληνικής ιστορίας, ιστορίας των ανατολικών εθνών και ρωμαϊκής ιστορίας, οι οποίες διασώζονται στο αρχείο του (Ιστορικό Σπουδαστήριο Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών) 474 Έντονη είναι η παρουσία των κειμένων που αφορούν γενικότερα την παρουσία του στο Πανεπιστήμιο: οι πρυτανικοί του λόγοι, ομιλίες σε επετείους, λόγοι προς τους φοιτητές, προσφωνήσεις σε συνέδρια.

Η ΑΡΧΑΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΣΤΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΕΝΟΣ ΙΣΤΟΡΙΚΟΥ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ

Το χειμερινό εξάμηνο 1877-1878 ο νεαρός υφηγητής αφιέρωσε τον εισιτήριο λόγο του στις μελέτες που είχαν γραφεί μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης για την ελληνική ιστορία από την αρχαιότητα έως τα σύγχρονα χρόνια. Ξεκινούσε με μια γλαφυρή περιγραφή της επίδρασης των βυζαντινών λογίων στη Δυτική Ευρώπη, ενώ έδινε έμφαση στις μελέτες που είχαν γραφεί για την αρχαία ελληνική ιστορία, επαινώντας εκείνες που είχαν προκύψει από την αυτοψία, τη συλλογή και τη μελέτη των πηγών. Αναφερόταν με έμφαση στον άγγλο ιστορικό Γκρότε, στους μεγάλους γερμανούς ιστορικούς -στους οποίους περιελάμβανε και τον Μπεκ- οι οποίοι είχαν εργαστεί με αυτό τον τρόπο, όπως οι Ρίττερ, Νήμπουρ, Ντρόυζεν, Κούρτιους, υπενθυμίζοντας και τις σχέσεις μαθητείας που τον συνέδεαν με τους δυο τελευταίους, καθώς και με τον Στ. Κουμανούδη. Ο λύγος του κατέληγε, μετά από μια σύντομη αναφορά στις μελέτες που είχαν γραφεί για το Βυζάντιο και τη νεότερη Ελλάδα, σε έπαινο προς τον Κ. Παπαρρηγόπουλο, τον εθνικό ιστοριογράφο. Επρόκειτο για έναν απολογιστικό λόγο, με τον οποίο ο νέος ιστορικός οριοθετούσε το πεδίο των ιστορικών σπουδών για την ελληνική ιστορία, σκιαγραφώντας τις προοπτικές διεύρυνσής του. Δέκα χρόνια αργότερα, το 1887, ο Λάμπρος στον πρώτο εισιτήριο λόγο του ως καθηγητή επιχειρούσε προγραμματικά να θέσει τα εφόδια που ήταν αναγκαία για τη μελέτη της ιστορίας, για την εξερεύνηση του συγκεκριμένου πεδίου.476

474. Βλ. την ενότητα «Παραδόσεις»: Φλωρεντία Ευαγγελάτου-Νοταρά, «Καταλογογράφησις του αρχείου Σπ. Λάμπρου», Επιστημονική Επετηρίς Φιλοσοφικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών 25 (1978), σ. 339-341.

475. «Εισιτήριος εις το μάθημα της ελληνικής ιστορίας»: Σπ. Λάμπρος, Λόγοι και άρθρα 1887-1902, Αθήνα 1902, σ. 145-173.

476. «Εισιτήριος εις την διδασκαλίαν της Γενικής Ιστορίας εν τω Εθνικώ Πανεπιστημίω»: Στο ίδιο, σ. 174-191.

Σελ. 192
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/193.gif&w=600&h=915

Στη συλλογιστική του Λάμπρου, αντικείμενο της ιστορικής έρευνας ήταν το σύνολο των εκδηλώσεων του ανθρώπινου βίου: η κοινωνική και ιδιωτική ζωή, η τέχνη, η φιλολογία, το εμπόριο κ.ά. Η ιστορία αποτελούσε πλέον τη «φυσιολογία» των λαών, όχι την «παθολογία» τους, όπως τα προηγούμενα χρόνια, όταν εξέταζε μόνο τα έκτακτα φαινόμενα (πόλεμοι, συνθήκες κ.ά.). Η ιστορική έρευνα όφειλε να προσεγγίσει όχι μόνο τον εξωτερικό κόσμο, όπως οι φυσικές επιστήμες, μα κυρίως τον ηθικό, μέσω και πάλι της προσέγγισης του αισθητού κόσμου.477 Κύριο έργο του ιστορικού ήταν: Η όσον ενεστι πλήρης περισυναγωγή της ύλης, η κριτική αυτής ανακάθαρσις, ο διά της εν ανάγκη ιστορικής αναλογίας πλουτισμός της υπαρχούσης και η ψυχολογική μελέτη των υπό εξέτασιν ιστορικών φαινομένων [...].478 Το σημαντικότερο όλων ήταν η αμεροληψία, η δύναμη και η θέληση του να βρει την αλήθεια. Αλήθεια που, όπως και στους δασκάλους του Λάμπρου, συνυφαινόταν απόλυτα με τα εθνικά δίκαια.

Ο αισιόδοξος λόγος του καθηγητή της Αρχαίας ιστορίας για την ιστορική έρευνα συνδεόταν με τη γενικότερη πίστη του στην εξέλιξη των επιστημών, ιδιαίτερα των φυσικών. Η μελέτη των πρωτογενών πηγών αποτελούσε το κλειδί για την ιστορική έρευνα, η εμπειρική προσέγγισή τους ήταν η ασφαλέστερη, σε έναν αιώνα εξόχως εμπειρικό, ο οποίος χαρακτηριζόταν από την πρόοδο των φυσικών επιστημών, βασισμένη στην αυτοψία και στο πείραμα.479

Η αναφορά στις ανακαλύψεις και στα σημαντικά επιτεύγματα της επιστήμης ανταποκρινόταν στην πάγια αντίληψη του καθηγητή για την αξία των τεχνικών μέσων και μεθόδων στην ιστορική έρευνα, μέσω των οποίων γινόταν οικείο το άγνωστο, το αχαρτογράφητο. Σε αυτό το πλαίσιο μελετούσε και δίδασκε και την αρχαία ιστορία. Εκκινώντας από τη στροφή του δυτικοευρωπαϊκού ενδιαφέροντος προς τους λαούς της Ανατολής, ο Λάμπρος μιλούσε -στον εισιτήριο λόγο του στο Πανεπιστήμιο αναφορικά με την ιστορία των ανατολικών εθνών- για μια σειρά από επιτεύγματα της ιστορικής επιστήμης που αναδείκνυαν και αποκρυπτογραφούσαν τον ασιατικό πολιτισμό. Οι ανακαλύψεις οδηγούσαν στην αναγέννηση και στην κατάκτηση εκ νέου της αρχαίας Ανατολής, η οποία είχε καλυφθεί από τη σκόνη και τα ερείπια χιλιετηρίδων, από τον βαρύ πέπλο μακραίωνης αμάθειας. Ο ιστορικός εναρμονιζόταν με ένα γενικότερο ρεύμα «ανακάλυψης» της Ανατολής, που έκανε έντονη την παρουσία του στη δυτική σκέψη, ιδιαίτερα το δεύτερο μισό του 19ου αι-

477. Στο ίδιο, σ. 175-176.

478. Στο ίδιο, σ. 189.

479. Στο ίδιο, σ. 175.

Σελ. 193
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Η συγκρότηση της ιστορικής επιστήμης και η διδασκαλία της ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (1837-1932)
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 174
    

    Η ΑΛΛΑΓΗ ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΥ ΣΤΗΝ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ

    Εάν η γλώσσα διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στη συγκρότηση της ταυτότητας της Φιλοσοφικής Σχολής, την ίδια περίοδο η πανεπιστημιακή εκπαίδευση δέχτηκε μια σειρά από κριτικές για την αποστολή της :

    Τοιουτοτρόπως δε η ανωτέρα παιδεία, προς άλλον όλως σκοπόν εισαχθείσα εις την Ελλάδα, απέβη προϊόντος του χρόνου και υπό την αιγίδα του συνταγματικού πολιτεύματος καθαρά κηφηνοτροφία, όπως ήτο επόμενο421 [...] Μειράκια [οι φοιτητές], αστοιχείωτα τα πλείστα ως προς τας γνώσεις, ανερμάτιστα δε ηθικώς και θρησκευτικώς ως εκ της ανατροφής, και κοινωνικώς δε πολλάκις άξεστα, διερχόμενα αβρόχοις ποσίν ως επί το πολύ τα γυμνάσια του κράτους, εξ ων απολύονται συνήθως δι' απειλών και ύβρεων, εισέρχονται εις το Πανεπιστήμιον «με τα τσαρούχια» το δη λεγόμενον, όπου φυσιούνται και εξάππονται και τυφούνται, και αντί να εγκύπτωσιν εις την σπουδήν και μελέτην της επιστήμης, μεταβάλλουσι το ανώτατον εκπαιδευτήριον εις κονίστραν άμουσον και αηδή άλλοτε μεν φατριαστικών, άλλοτε δε αγρίων πολιτικών διαδηλώσεων και οχλαγωγιών και θορύβων και ταραχών.422

    Το καυστικό σχόλιο ενός παλαιού γνώστη του θεσμού, του Δημητρίου Βερναρδάκη , για τις πανεπιστημιακές σπουδές αποτύπωνε ένα γενικότερο ρεύμα κριτικής για την αποστολή του Πανεπιστημίου και ειδικότερα για την κατάρτιση των αποφοίτων του στο τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα.423 Στο στόχαστρο βρισκόταν ο συνεχώς αυξανόμενος αριθμός εισαχθέντων και αποφοίτων (ενδεικτικά το 1886-1887 εισήχθησαν 739 φοιτητές),424 ο οποίος προβλημάτιζε και τις πρυτανικές αρχές.425 Οξεία ήταν και η κριτική για το χαμηλό επίπεδο μόρφωσης και για την παραγωγή πλήθους άνεργων πτυχιούχων, ιδιαίτερα της Νομικής, με αποτέλεσμα την κάλυψη των συνεχώς αυξανόμενων αναγκών της κρατικής μηχανής και της ιδιωτικής αγοράς εργασίας από αποφοίτους «ημιμαθείς» και «θεσιθήρες». Σε μια εποχή σημαντικών αλλαγών στην ελληνική οικονομία, πέρα από τις ρητορείες για τον εκπολιτισμό της Ανατολής είχαν αρ-

    421. Δημήτριος Βερναρδάκης, Καποδίστριας και Όθων. Επιστολιμιαία βιβλιοκρισία, Αθήνα, Γαλαξίας, 1962, σ. 115.

    422. Στο ίδιο, σ. 120-121.

    423. Η βιβλιοκρισία του Βερναρδάκη δημοσιεύθηκε σε συνέχειες στη Νέα Ημέρα της Τεργέστης το 1875. Εκδόθηκε πρώτη φορά επωνύμως από τον Κωνσταντίνο Άμαντο ως επίμετρο στη γ' έκδοση του έργου του Νικολάου Δραγούμη Ιστορικαί Αναμνήσεις, Αθήνα, Στοχαστής, 1925, τ. 2, σ. 305-396

    424. Κ. Λάππας, ό.π., σ. 307.

    425. Βλ. ενδεικτικά Πρυτανικοί λόγοι 1896-1897, σ. 35-36.