Συγγραφέας:Καραμανωλάκης, Βαγγέλης Δ.
 
Τίτλος:Η συγκρότηση της ιστορικής επιστήμης και η διδασκαλία της ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (1837-1932)
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:42
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:2006
 
Σελίδες:551
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Εκπαίδευση-Τριτοβάθμια
 
Παιδεία-Εκπαίδευση
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα, Πανεπιστήμιο Αθηνών
 
Χρονική κάλυψη:1837-1932
 
Περίληψη:Αφετηριακή υπόθεση της εργασίας αυτής είναι ότι η ιστορία συγκροτείται ως επιστήμη μέσα από την καταλυτική επίδραση εκπαιδευτικών θεσμών για την παραγωγή και τη μετάδοση της γνώσης, όπως είναι το πανεπιστήμιο. Οι θεσμοί αυτοί επιβάλλουν σε μεγάλο βαθμό στην ιστοριογραφική παραγωγή τη λογική της συγκρότησης και της λειτουργίας τους, τις αξίες που τους διέπουν, τις πρακτικές ανάδειξης κύρους και τους συσχετισμούς δύναμης που επικρατούν στο εσωτερικό τους, τις σχέσεις τους με την πολιτική εξουσία και την κοινωνία. Η πανεπιστημιακή διδασκαλία της ιστορίας κατά την περίοδο που καλύπτει το βιβλίο συνδέθηκε με μια σειρά από παράγοντες και μεταβλητές, στοιχεία που καθόρισαν και το συγκεκριμένο πλαίσιο αναφοράς : το πανεπιστημιακό περιβάλλον, η ιστοριογραφική παράδοση, τα πρόσωπα που δίδαξαν και οι αποδέκτες της διδασκαλίας τους. Στόχος της παρούσας εργασίας είναι η συνεξέταση αυτών των παραγόντων μέσα στην ευρύτερη πολιτική και κοινωνική συγκυρία από την οποία σε μεγάλο βαθμό ορίστηκαν και την οποία εντέλει επανακαθόρισαν, με άλλα λόγια θέμα του βιβλίου είναι η συγκρότηση, στον χώρο του Πανεπιστημίου Αθηνών, μιας εθνικής-επιστημονικής ιστορίας με έντονο διδακτικό χαρακτήρα, η οποία επηρέασε καθοριστικά τη συνολική ιστοριογραφική παραγωγή, λόγω της σημαίνουσας θέσης του ιδρύματος, καθώς για έναν περίπου αιώνα αποτέλεσε τον μοναδικό οργανωμένο θεσμό της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης ο οποίος παρήγε ιστορική γνώση, κατάρτιζε τους φοιτητές και προετοίμαζε τους αποφοίτους του για τη διάχυση αυτής της γνώσης, μέσω κυρίως του σχολικού δικτύου, στο ελληνικό βασίλειο και στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 43.93 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 187-206 από: 554
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/187.gif&w=600&h=915

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β'

Η ΑΚΑΔΗΜΑΪΚΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ: ΤΑ ΚΕΚΤΗΜΕΝΑ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

Η ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΗ ΣΤΑΔΙΟΔΡΟΜΙΑ ΤΟΥ ΣΠ. ΛΑΜΠΡΟΥ

Η είσοδος του Σπυρίδωνος Λάμπρου (1851-1919)463 ως υφηγητή στην πανεπιστημιακή κονίστρα το 1877 προσέθεσε στο διδακτικό προσωπικό τον σημαντικότερο ιστορικό του καιρού του και τον διδάσκοντα με τις πλέον συγκροτημένες ιστορικές σπουδές στο ελληνικό Πανεπιστήμιο του 19ου αιώνα. Προερχόταν άλλωστε από ένα περιβάλλον γεμάτο πνευματικές και ιστορικές ανησυχίες. Πατέρας του ήταν ο χρυσοχόος και επιφανής νομισματολόγος Παύλος Λάμπρος και ανάδοχος του ο ιστορικός Ανδρέας Μουστοξύδης, ο οποίος ζούσε στην Κέρκυρα, όπου γεννήθηκε και πέρασε τα παιδικά του χρόνια ο Λάμπρος ώσπου να έλθει στην Αθήνα. Το 1865 ίδρυσε μαζί με τα αδέλφια του τον Φιλολογικό Σύλλογο «Παρνασσός», ο οποίος διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στη μετέπειτα δημόσια πνευματική ζωή. Ο Λάμπρος φοίτησε στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών (1867-1871) και συνέχισε με μεταπτυχιακές σπουδές στα Πανεπιστήμια του Βερολίνου και της Λειψίας (1872-1875), όπου έγινε διδάκτορας με την εργασία του για τους οικιστές των ελληνικών αποικιών.464 Σε μια εποχή όπου στα γερμανόφωνα πανεπιστήμια κυριαρχούσε η ιστορική Πρωσική σχολή,465 ο Λάμπρος παρακολούθησε συστηματικά μαθήματα επιφανών εκπροσώπων της, όπως ο Τεοντόρ Μόμμσεν, ο Ντρόυζεν, ο Χάινριχ φον Τράιτσκε, ο Βίλχελμ Βάττενμπαχ καθώς και ο Ερνστ Κούρτιους

463. Για τον Λάμπρο βλ. E. Gazi, ό.π., Γ. Χαριτάκης, «Σπυρίδων Λάμπρος - Αννα Λάμπρου»: Εις μνήμην Σπυρίδωνος Λάμπρου, Αθήνα 1935, σ. γ'-ιδ', και Δ. Σ. Μπαλάνος, «Σπυρίδων Π. Λάμπρος (1851-1919)», Ηπειρωτικά Χρονικά. Παράρτημα δεύτερον Βιογραφικόν, 1928, σ. 1-32.

464. Σπυρίδων Λάμπρος, Τα κατά τους οικιστάς των παρ' Έλλησι αποικιών και τας αυτοίς απονεμομένας τιμάς. Dissertatio inauguralis historica, Λειψία 1873.

465. Georg G. Iggers, The German Conception..., ό.π., a. 90-123, G.P. Gooch, ό.π., σ. 130-155, E. Gazi, ό.π., a. 29-37.

Σελ. 187
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/188.gif&w=600&h=915

ους.466 Μετά το πέρας των σπουδών του επισκέφθηκε για μια τριετία βιβλιοθήκες της Ολλανδίας, της Γαλλίας, του Βελγίου, της Αγγλίας και της Ιταλίας μελετώντας ελληνικά χειρόγραφα.

Ο νεαρός υφηγητής επέδειξε έντονη διδακτική δραστηριότητα, αντίθετη με τη συνήθη πρακτική των συναδέλφων του, ιδιαίτερα στη Φιλοσοφική Σχολή. Προσέφερε πλήθος μαθημάτων ελληνικής (κυρίως αρχαίας) ιστορίας : ιστορία του αρχαίου ελληνισμού, του αιώνα του Περικλή και για ένα εξάμηνο ιστορία της δυναστείας των Κομνηνών. Δίδαξε ακόμη ακαδημαϊκά για πρώτη φορά μάθημα το οποίο αναφερόταν στις πηγές : Περί των πηγών της ελληνικής ιστορίας. Η σημαντικότερη καινοτομία όμως ήταν άλλη : ο Λάμπρος ζήτησε και πήρε την άδεια από τη Σχολή -ως υφηγητής δεν είχε το δικαίωμα να διδάξει στο Φροντιστήριο- να προσφέρει φροντιστηριακά επιγραφική και παλαιογραφία (γραφογνωσία, όπως την ονόμασε ο ίδιος, εξ ου και η προσθήκη στον τίτλο του). Τον συνδυασμό σύμφωνα με τον υφηγητή απαίτησαν οι φοιτητές.467 Ο Λάμπρος περίμενε την ευκαιρία για την εκλογή του στην καθηγητική έδρα, η οποία και δεν άργησε να του δοθεί.

Εκλογή καθηγητή στην έδρα της Γενικής ιστορίας (1883)

Το 1883 προκηρύχθηκε, σύμφωνα με τις νέες διατάξεις, μια έδρα Γενικής ιστορίας. Υποψηφιότητα υπέβαλαν ο Σπ. Λάμπρος και ο Δ. Πατσόπουλος. Στη σχετική συνεδρίαση της Σχολής (7 Απριλίου 1883) το σώμα των καθηγητών επιχείρησε να ιεραρχήσει τα επιστημονικά εφόδια που απαιτούνταν για την εκλογή: συγγραφικό έργο και διδακτική πείρα. Από τους δύο υποψηφίους μόνο ο Σπ. Λάμπρος είχε υποβάλει συγγράμματα. Μια μερίδα των διδασκόντων υποστήριξε την υπεροχή της διδασκαλίας -ο Δ. Πατσόπουλος είχε ήδη διδάξει για μικρό χρονικό διάστημα- έναντι οιουδήποτε επιστημονικού συγγράμματος. Ο Κ. Παπαρρηγόπουλος προέταξε ως κύριο κριτήριο εκλογής το επιστημονικό συγγραφικό έργο, θεωρώντας το ανώτερο από τη διδακτική πείρα. Η άποψή του επικροτήθηκε από την πλειοψηφία, με αποτέλεσμα την απόρριψη της υποψηφιότητας Πατσόπουλου. Στη συζήτηση για την εναπομείνασα υποψηφιότητα διακρίθηκαν, και πάλι με πρόταση του Παπαρρηγόπουλου

466. E. Gazi, ό.π., σ. 77.

467. Βλ. τις παρατηρήσεις του για την εισαγωγή της παλαιογραφίας στο τέταρτο κεφάλαιο «Βοηθητικαί της ιστορίας επιστήμαι και τέχναι», του ανέκδοτου έργου του Αι ιστορικαί μελέται..., ό.π.

Σελ. 188
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/189.gif&w=600&h=915

πουλου, τα συγγράμματα του Λάμπρου που αφορούσαν τους μέσους και νεότερους χρόνους. Αποφασίστηκε στη συνέχεια η εκλογή να είναι μυστική, ώστε να μπορέσει να εκφράσει ο κάθε καθηγητής ελεύθερα τη γνώμη του. Στην ψηφοφορία που ακολούθησε αποφασίστηκε με ισχυρή πλειοψηφία -έντεκα υπέρ, τέσσερις κατά- ότι τα σχετικά συγγράμματα δεν επαρκούσαν για την εκλογή στην έδρα, η οποία παρέμεινε κενή.468

Εκλογή καθηγητών στις έδρες της Γενικής ιστορίας (1886)

Το 1886, μετά από πρόταση της Φιλοσοφικής, την οποία αποδέχτηκε το υπουργείο Παιδείας, προκηρύχθηκαν δύο, αντί για μία, έδρες Γενικής ιστορίας. Επρόκειτο για μια έδρα Αρχαίας και μια έδρα Μέσης / Νεότερης ιστορίας, με σκοπό τη διδασκαλία στα δύο πρώτα χρόνια φοίτησης όλης της ύλης του μαθήματος, σύμφωνα και με τις νέες νομοθετικές ρυθμίσεις, που προέβλεπαν την εξέταση των φοιτητών στα γενικά μαθήματα δύο χρόνια μετά από την εγγραφή τους.469 Υποψήφιοι ήταν πάλι ο Λάμπρος και ο Πατσόπουλος, ο Σ. Τσιβανόπουλος, καθώς και ο Παύλος Καρολίδης, μετά από παρέμβαση του κοσμήτορα, καθηγητή της Φιλοσοφίας Χρήστου Παπαδόπουλου. Σύμφωνα με πρόταση του Παπαρρηγόπουλου, οι καθηγητές μπορούσαν να ψηφίσουν και όποιον άλλο θεωρούσαν ότι έχει τα κατάλληλα προσόντα. Όπως διαβεβαίωσε ο κοσμήτορας, όσοι είχαν υποβάλει υποψηφιότητα είχαν καταθέσει τα συγγράμματά τους. Στη συνεδρίαση δεν έγινε ουσιαστική συζήτηση για τα προσόντα των υποψηφίων, ούτε διάκρισή τους αναφορικά με τις έδρες. Ο Γεώργιος Μιστριώτης και ο καθηγητής του Φυσικομαθηματικού Τμήματος Ιωάννης Χατζιδάκις ζήτησαν από τον Παπαρρηγόπουλο, ως ειδικό καθηγητή, να τοποθετηθεί επί των υποψηφιοτήτων. Ο τελευταίος αρνήθηκε λέγοντας ότι δεν πρόκειται περί αστρονομίας ή φυσικής αλλά περί ιστορίας, οπότε όλοι είχαν γνώμη και άποψη, και ότι η Σχολή έπρεπε να αποφασίσει χωρίς τη γνώμη κάποιου ειδικού. Εξελέγη ο Λάμπρος για την Αρχαία ιστορία (εννέα ψήφοι) και για τη Μεσαιωνική και νεότερη ο Πατσόπουλος (έντεκα ψήφοι). Ακολουθούσαν οι Καρολίδης και Τσιβανόπουλος, ενώ εμφανίστηκε με μία ψήφο το όνομα του Βερναρδάκη ,470

468. Πρακτικά Συνεδριάσεων της Φιλοσοφικής Σχολής (ΠΣΦΣ), συνεδρίαση 7ης Απριλίου 1883.

469. «Διάταγμα περί των εξετάσεων των γενικών μαθημάτων εν τω Εθν. Πανεπιστημίω», 11 Νοεμβρίου 1882, Αρ. Βαμπάς, ό.π., σ. 73.

470. ΠΣΦΣ, συνεδρίαση 17ης Οκτωβρίου 1886.

Σελ. 189
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/190.gif&w=600&h=915

Μετά την εκλογή του, ο Λάμπρος ξεκίνησε την καθηγητική του σταδιοδρομία με ιδιαίτερο ζήλο. Ως έκτακτος (1887-1891) και στη συνέχεια ως τακτικός καθηγητής της Ιστορίας των αρχαίων λαών ή της Αρχαίας ιστορίας αφιέρωσε τη διδασκαλία του στην αρχαιότητα, παγκόσμια και ελληνική. Δίδαξε ρωμαϊκή ιστορία, ιστορία των αρχαίων ανατολικών εθνών και αυτοτελή μαθήματα για συγκεκριμένες περιόδους της αρχαίας ελληνικής ιστορίας: Ιστορία της αρχαίας Ελλάδος από των Περσικών Πολέμων μέχρι της εις τους Ρωμαίους καθυποτάξεως, Ιστορία Αλεξάνδρου του Μεγάλου, διαδόχων και επιγόνων, Ιστορία των Περσικών Πολέμων, Ιστορία των ελληνικών αποικιών. Ήταν ο πρώτος καθηγητής που δίδαξε για δύο έτη Ιστορική γεωγραφία της Ελλάδος (18891891), ιστορία του πολιτισμού (Ιστορία του κρητικού και μυκηναίου πολιτισμού, 1904-1905) και Ιστορία των πηγών της ελληνικής ιστορίας (υπονοώντας κυρίως την αρχαία). Το μεγαλύτερο όμως μέρος της πανεπιστημιακής του διδασκαλίας αφιερώθηκε, όπως θα δούμε στη συνέχεια, στον θεσμό που ο ίδιος εισήγαγε : το Ιστορικό Φροντιστήριο.

Ο Λάμπρος υπήρξε ιδιαίτερα δημοφιλής στους πανεπιστημιακούς κύκλους. Εξελέγη δύο φορές από τους συναδέλφους του κοσμήτορας της Φιλοσοφικής Σχολής (1893-1894, 1912-1913) και πρύτανης του Πανεπιστημίου (1904-1905,1911-1912). Το 1905 διοργάνωσε τις προπαρασκευαστικές εργασίες για τη διεξαγωγή του Διεθνούς Αρχαιολογικού Συνεδρίου στην Αθήνα, ενώ το 1912 συμμετείχε στη διοργάνωση του Iς' συνεδρίου των Ανατολιστών, όπου και έλαβε χώρα ο εορτασμός για τα εβδομήντα πέντε χρόνια του Εθνικού Πανεπιστημίου. Υπήρξε αντιπρόσωπος του Πανεπιστημίου σε πολλά επιστημονικά συνέδρια και εκδηλώσεις στην Ευρώπη. Πέρα από τον Φιλολογικό Σύλλογο «Παρνασσός» συμμετείχε στην ίδρυση και διοίκηση πολλών επιστημονικών συλλόγων, ανάμεσα στους οποίους η IEEE.

Παράλληλα με την πανεπιστημιακή και επιστημονική του δραστηριότητα, ο Λάμπρος είχε εντονότατη παρουσία στον δημόσιο βίο. Συμμετείχε στην οργανωτική επιτροπή των Ολυμπιακών Αγώνων του 1896, ενώ διετέλεσε και γενικός γραμματέας της επιτροπής διοργάνωσης τους, από το 1901. Υπήρξε ακόμη πρόεδρος της Επιτροπής των Ηπειρωτών (1907). Η συμμετοχή του στο Διοικητικό Συμβούλιο της Εθνικής Εταιρείας και η ενεργός ανάμειξή του στον πόλεμο του 1897471 αποτέλεσε το μείζον έως τότε γεγονός στον δημόσιο βίο

471. Τον Δεκέμβριο του 1895 εντάχθηκε στους κόλπους της Εθνικής Εταιρείας ο Γ. Σωτηριάδης, ο δεύτερος πολίτης που δέχθηκαν οι στρατιωτικοί που την είχαν ιδρύσει, ενώ ακολούθησαν μερικούς μήνες αργότερα ο Λάμπρος και ο Νικόλαος Πολίτης.

Σελ. 190
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/191.gif&w=600&h=915

του, προκαλώντας πολλές αρνητικές κριτικές. Ανάμεσά τους και εκείνη του τότε πρωθυπουργού Θεοδώρου Δηληγιάννη, ο οποίος σε μεταγενέστερη συζήτηση για τα αίτια του πολέμου στη Βουλή κατηγόρησε τον Σπ. Λάμπρο ότι αναμείχθηκε στην εξωτερική πολιτική υποκινώντας τους φοιτητές σε πολεμική δράση, με λόγο που τους απηύθυνε με αφορμή τις διώξεις των Αρμενίων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.472

Στα χρόνια του Διχασμού, συγκεκριμένα στις 27 Σεπτεμβρίου 1916, ο Λάμπρος, γνωστός για τη φιλοβασιλική του τοποθέτηση, ορκίστηκε πρωθυπουργός και υπουργός Παιδείας. Οι ραγδαίες εξελίξεις (αποκλεισμός του Πειραιά από τα συμμαχικά στρατεύματα, διωγμοί των βενιζελικών, το «ανάθεμα» του Ελ. Βενιζέλου) και η ισχυροποίηση του φιλοσυμμαχικού στρατοπέδου οδήγησαν στην παραίτησή του, τον Απρίλιο του 1917. Τον Ιούνιο του ίδιου χρόνου ο Βενιζέλος επέστρεψε στην Αθήνα, σχημάτισε κυβέρνηση και προέβη σε ευρύτατες εκκαθαρίσεις. Ήδη ο καθηγητής της Ιστορίας, όπως και άλλα εξέχοντα φιλοβασιλικά στελέχη, είχε τεθεί υπό περιορισμό, ενώ τον Αύγουστο παραπέμφθηκε σε δίκη με τον νόμο «Περί ευθύνης υπουργών». Απολύθηκε από το Πανεπιστήμιο, η περιουσία του δημεύθηκε, εξορίστηκε στην Ύδρα και στη συνέχεια στη Σκόπελο, όπου και αρρώστησε. Επέστρεψε στην Αθήνα υπό καθεστώς επιτήρησης και πέθανε στην Κηφισιά την 23η Ιουλίου 1919.473

Πολυπράγμων και πολυγραφότατος, ο Λάμπρος δημοσίευσε πλήθος μικρών και μεγαλύτερων μελετών, πηγών, ανακοινώσεων σε συνέδρια, μεταφράσεων και βιβλιοκρισιών. Το μεγαλύτερο μέρος των κειμένων και της έρευνάς του επικεντρώθηκε στη βυζαντινή και νεότερη ελληνική ιστορία, ενώ πολύ μικρότερο στην αρχαία ιστορία, ιδιαίτερα στην ελληνική. Ένα σημαντικό τμήμα των δημοσιεύσεών του συνδεόταν με την πανεπιστημιακή του διδα-

Και οι τρεις συμμετείχαν στο Διοικητικό Συμβούλιο της Εταιρείας, ο Λάμπρος ως δεύτερος αντιπρόεδρος, καθώς και σε μυστικές αποστολές για την επίτευξη των στόχων της. Βλ. Γιάννης Ν. Γιαννουλόπουλος, «Η ευγενής μας τύφλωσις». Εξωτερική πολιτική και «εθνικά θέματα» από την ήττα του 1897 έως τη Μικρασιατική Καταστροφή, γ έκδ., Αθήνα, Βιβλιόραμα, 2001, σ. 38-39.

472. Βλ. Έφη Γαζή, «Συμβολικός λόγος και πολιτική πρακτική κατά την περίοδο του πολέμου του 1897: σύγκλιση, απόκλιση, σύγκρουση», Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας, Ο πόλεμος του 1897. Διήμερο με την ευκαιρία των 100 χρόνων (4 και 5 Δεκεμβρίου), Αθήνα 1999, σ. 105-109.

473. Για τα γεγονότα της περιόδου βλ. Γεώργιος Β. Λεονταρίτης, «Η Ελλάς και ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος», σ. 15-42, και Νικόλαος Οικονόμου, «Από την άφιξη του Βενιζέλου στην Αθήνα ως το τέλος του πολέμου», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. 15: «Νεότερος Ελληνισμός από 1913 ως 1941», Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1978, σ. 46-52.

Σελ. 191
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/192.gif&w=600&h=915

διδασκαλία: εισιτήριοι λόγοι, λιγοστά δημοσιευμένα μαθήματα, καθώς και παραδόσεις ιστορικής γεωγραφίας (1889-1891), ελληνικής ιστορίας, ιστορίας των ανατολικών εθνών και ρωμαϊκής ιστορίας, οι οποίες διασώζονται στο αρχείο του (Ιστορικό Σπουδαστήριο Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών) 474 Έντονη είναι η παρουσία των κειμένων που αφορούν γενικότερα την παρουσία του στο Πανεπιστήμιο: οι πρυτανικοί του λόγοι, ομιλίες σε επετείους, λόγοι προς τους φοιτητές, προσφωνήσεις σε συνέδρια.

Η ΑΡΧΑΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΣΤΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΕΝΟΣ ΙΣΤΟΡΙΚΟΥ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ

Το χειμερινό εξάμηνο 1877-1878 ο νεαρός υφηγητής αφιέρωσε τον εισιτήριο λόγο του στις μελέτες που είχαν γραφεί μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης για την ελληνική ιστορία από την αρχαιότητα έως τα σύγχρονα χρόνια. Ξεκινούσε με μια γλαφυρή περιγραφή της επίδρασης των βυζαντινών λογίων στη Δυτική Ευρώπη, ενώ έδινε έμφαση στις μελέτες που είχαν γραφεί για την αρχαία ελληνική ιστορία, επαινώντας εκείνες που είχαν προκύψει από την αυτοψία, τη συλλογή και τη μελέτη των πηγών. Αναφερόταν με έμφαση στον άγγλο ιστορικό Γκρότε, στους μεγάλους γερμανούς ιστορικούς -στους οποίους περιελάμβανε και τον Μπεκ- οι οποίοι είχαν εργαστεί με αυτό τον τρόπο, όπως οι Ρίττερ, Νήμπουρ, Ντρόυζεν, Κούρτιους, υπενθυμίζοντας και τις σχέσεις μαθητείας που τον συνέδεαν με τους δυο τελευταίους, καθώς και με τον Στ. Κουμανούδη. Ο λύγος του κατέληγε, μετά από μια σύντομη αναφορά στις μελέτες που είχαν γραφεί για το Βυζάντιο και τη νεότερη Ελλάδα, σε έπαινο προς τον Κ. Παπαρρηγόπουλο, τον εθνικό ιστοριογράφο. Επρόκειτο για έναν απολογιστικό λόγο, με τον οποίο ο νέος ιστορικός οριοθετούσε το πεδίο των ιστορικών σπουδών για την ελληνική ιστορία, σκιαγραφώντας τις προοπτικές διεύρυνσής του. Δέκα χρόνια αργότερα, το 1887, ο Λάμπρος στον πρώτο εισιτήριο λόγο του ως καθηγητή επιχειρούσε προγραμματικά να θέσει τα εφόδια που ήταν αναγκαία για τη μελέτη της ιστορίας, για την εξερεύνηση του συγκεκριμένου πεδίου.476

474. Βλ. την ενότητα «Παραδόσεις»: Φλωρεντία Ευαγγελάτου-Νοταρά, «Καταλογογράφησις του αρχείου Σπ. Λάμπρου», Επιστημονική Επετηρίς Φιλοσοφικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών 25 (1978), σ. 339-341.

475. «Εισιτήριος εις το μάθημα της ελληνικής ιστορίας»: Σπ. Λάμπρος, Λόγοι και άρθρα 1887-1902, Αθήνα 1902, σ. 145-173.

476. «Εισιτήριος εις την διδασκαλίαν της Γενικής Ιστορίας εν τω Εθνικώ Πανεπιστημίω»: Στο ίδιο, σ. 174-191.

Σελ. 192
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/193.gif&w=600&h=915

Στη συλλογιστική του Λάμπρου, αντικείμενο της ιστορικής έρευνας ήταν το σύνολο των εκδηλώσεων του ανθρώπινου βίου: η κοινωνική και ιδιωτική ζωή, η τέχνη, η φιλολογία, το εμπόριο κ.ά. Η ιστορία αποτελούσε πλέον τη «φυσιολογία» των λαών, όχι την «παθολογία» τους, όπως τα προηγούμενα χρόνια, όταν εξέταζε μόνο τα έκτακτα φαινόμενα (πόλεμοι, συνθήκες κ.ά.). Η ιστορική έρευνα όφειλε να προσεγγίσει όχι μόνο τον εξωτερικό κόσμο, όπως οι φυσικές επιστήμες, μα κυρίως τον ηθικό, μέσω και πάλι της προσέγγισης του αισθητού κόσμου.477 Κύριο έργο του ιστορικού ήταν: Η όσον ενεστι πλήρης περισυναγωγή της ύλης, η κριτική αυτής ανακάθαρσις, ο διά της εν ανάγκη ιστορικής αναλογίας πλουτισμός της υπαρχούσης και η ψυχολογική μελέτη των υπό εξέτασιν ιστορικών φαινομένων [...].478 Το σημαντικότερο όλων ήταν η αμεροληψία, η δύναμη και η θέληση του να βρει την αλήθεια. Αλήθεια που, όπως και στους δασκάλους του Λάμπρου, συνυφαινόταν απόλυτα με τα εθνικά δίκαια.

Ο αισιόδοξος λόγος του καθηγητή της Αρχαίας ιστορίας για την ιστορική έρευνα συνδεόταν με τη γενικότερη πίστη του στην εξέλιξη των επιστημών, ιδιαίτερα των φυσικών. Η μελέτη των πρωτογενών πηγών αποτελούσε το κλειδί για την ιστορική έρευνα, η εμπειρική προσέγγισή τους ήταν η ασφαλέστερη, σε έναν αιώνα εξόχως εμπειρικό, ο οποίος χαρακτηριζόταν από την πρόοδο των φυσικών επιστημών, βασισμένη στην αυτοψία και στο πείραμα.479

Η αναφορά στις ανακαλύψεις και στα σημαντικά επιτεύγματα της επιστήμης ανταποκρινόταν στην πάγια αντίληψη του καθηγητή για την αξία των τεχνικών μέσων και μεθόδων στην ιστορική έρευνα, μέσω των οποίων γινόταν οικείο το άγνωστο, το αχαρτογράφητο. Σε αυτό το πλαίσιο μελετούσε και δίδασκε και την αρχαία ιστορία. Εκκινώντας από τη στροφή του δυτικοευρωπαϊκού ενδιαφέροντος προς τους λαούς της Ανατολής, ο Λάμπρος μιλούσε -στον εισιτήριο λόγο του στο Πανεπιστήμιο αναφορικά με την ιστορία των ανατολικών εθνών- για μια σειρά από επιτεύγματα της ιστορικής επιστήμης που αναδείκνυαν και αποκρυπτογραφούσαν τον ασιατικό πολιτισμό. Οι ανακαλύψεις οδηγούσαν στην αναγέννηση και στην κατάκτηση εκ νέου της αρχαίας Ανατολής, η οποία είχε καλυφθεί από τη σκόνη και τα ερείπια χιλιετηρίδων, από τον βαρύ πέπλο μακραίωνης αμάθειας. Ο ιστορικός εναρμονιζόταν με ένα γενικότερο ρεύμα «ανακάλυψης» της Ανατολής, που έκανε έντονη την παρουσία του στη δυτική σκέψη, ιδιαίτερα το δεύτερο μισό του 19ου αι-

477. Στο ίδιο, σ. 175-176.

478. Στο ίδιο, σ. 189.

479. Στο ίδιο, σ. 175.

Σελ. 193
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/194.gif&w=600&h=915

αιώνα. Το ρεύμα αυτό, χωρίς να αμφισβητεί την υπεροχή του δυτικοευρωπαϊκού πολιτισμού, επεσήμαινε και την αξία του «αλλότριου» πολιτισμού.480 Στην ανάγνωση του Λάμπρου ο ανατολικός πολιτισμός συνδεόταν με τον ελληνικό, ήταν ο «αδελφός» του. Οι αρχαίοι λαοί της Μικράς Ασίας ήταν οι κτήτορες και κύριοι των χωρών, εις ων τας ακτάς εύρε ζηλωτόν όρμον η ελληνική τόλμη [...] Είναι τα έθνη μεθ' ων εδέησε να συνδεθή ως αδελφός ο ελληνισμός ή καθ' ων εχρειάσθη να παλαίση επί μακρόν ως πολέμιος [,..].481 Στο πλαίσιο της εξέλιξης των πολιτισμών, ο ελληνικός πολιτισμός ήταν το επόμενο σκαλοπάτι μετά τον ανατολικό, με τον οποίο συνδέθηκε με πολύπλοκες σχέσεις και ανταλλαγές, κορύφωση των οποίων υπήρξαν οι Περσικοί Πόλεμοι. Προεκτείνοντας το σχήμα της διάχυσης, ο Σπ. Λάμπρος αναφερόταν, όπως άλλωστε και ο Ντρόυζεν, στη μεταφορά του ελληνικού πολιτισμού και πάλι στην Ανατολή, χάρη στις κατακτήσεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου και στη συνάντησή του με τον χριστιανισμό, μέσω του οποίου μεταφέρθηκε στο Βυζάντιο 482

Η προσέγγιση της αρχαίας Ελλάδας συνδεόταν με την προβολή της διάστασής της ως έθνους και ως κρατικής οντότητας. Σημειώνω το στοιχείο αυτό και στην πιο ολοκληρωμένη απόπειρα του Σπ. Λάμπρου να γράψει αρχαία ιστορία: πρόκειται για τους δύο πρώτους τόμους της Ιστορίας της Ελλάδος.483 Παρ' όλο που η έκδοση, στο πνεύμα της εκλαΐκευσης, δεν περιείχε υποσημειώσεις, παραπομπές και βιβλιογραφία, όπως τόνιζε ο ιστορικός ήταν βασισμένη σε αρχειακές πηγές και τεκμήρια, εξ ου και η απόφαση του να σταματήσει -παρά τις αρχικές εξαγγελίες του για μια ιστορία του ελληνικού έθνους από τα αρχαία έως τα νεότατα χρόνια- στην Άλωση.

Σε αντίθεση με τον Παπαρρηγόπουλο, ο Λάμπρος προσανατόλισε το έργο

480. Βλ. και Edward W. Said, Οριενταλισμός, μτφ.: Φώτης Τερζάκης, Αθήνα, Νεφέλη, 1996, σ. 141-240.

481. «Εναρκτήριον μάθημα εις την ιστορίαν της αρχαίας ανατολής»: Σπυρίδων Λάμπρος, Λόγοι..., ό.π., σ. 205.

482. Σπυρίδων Λάμπρος, Ιστορία της Ελλάδος μετ ' εικόνων από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι της αλώσεως της Κωνσταντινουπόλεως, Α', Αθήνα, «Ελευθερουδάκης», 1886, σ. 18.

483. Ο πρώτος τόμος εκδόθηκε το 1886 και ο δεύτερος δύο χρόνια αργότερα. Οι τόμοι αυτοί ήταν αφιερωμένοι στην αρχαία Ελλάδα από τα προϊστορικά χρόνια έως την άλωση της Κορίνθου. Ακολούθησε ο τρίτος τόμος, το 1892, για τη ρωμαϊκή κυριαρχία και την ίδρυση του Βυζαντίου, ενώ ο τέταρτος (1898), ο πέμπτος (1902) και ο έκτος (1908) εξιστορούσαν τα της βυζαντινής ιστορίας έως την άλωση του 1453. Η αναλογία που ακολούθησε ο Λάμπρος στο έργο του ήταν ενδεικτική των ιστορικών του ενδιαφερόντων: δύο τόμοι για την αρχαία ελληνική ιστορία, μισός για τη ρωμαϊκή ιστορία και οι υπόλοιποι αφιερωμένοι στο Βυζάντιο.

Σελ. 194
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/195.gif&w=600&h=915

του στην ιστορία του τόπου. Ο γεωγραφικός προσδιορισμός ήταν πολύ έντονος. Επρόκειτο για μια οπισθόδρομη ανάγνωση, η οποία σε μεγάλο βαθμό ορίστηκε από τα σύγχρονα με τον Λάμπρο σύνορα του ελληνικού βασιλείου. Στο επίκεντρο της πολύτομης ιστορίας του ήταν ή γενική εικόνα του τμήματος εκείνον των ελληνικών χωρών, το οποίον υπήρξεν τρόπον τινά η μητρόπολις του ελληνισμού. Είνε δε τούτο η χώρα η κείμενη προς νότον του κόλπου της Άρτας, του Αμβρακικού λεγομένου, εκ δυσμών και των εκβολών του Πηνειού προς ανατολάς. Ταύτην εθεώρουν κυρίως Ελλάδα οι γεωγράφοι της αρχαιότητος. Της χώρας ταύτης η φύσις συνήργησεν ουσιωδώς εις την χαρακτηριστικωτάτην διαμόρφωσιν του βίου των Ελλήνων. Η χώρα αύτη υπήρξεν η γη εν η ετελέσθησαν επιφανέστατοι αγώνες του ελληνικού. Η χώρα αύτη υπήρξεν η εστία εξ ης διαδοθείς ο ελληνισμός εξημέρωσε και αυτούς τους βαρβάρους, υπό δε την επίδρασιν του χριστιανισμού νέον τύπον λαβών ίδρυσεν εκτεταμένον χιλιοετές βασίλειον. Η χώρα αύτη τέλος υπήρξεν εκείνη ην η θεία πρόνοια, ότε πέπλος δουλείας βαρύς εκάλυψε την πάσαν Ελλάδα, ώρισεν ως πυρήνα της νέας ελευθερίας [...].484

Η επικέντρωση στην επικράτεια του σημερινού ελληνικού κράτους δεν σήμαινε την απεμπόληση του δικαιώματος του έθνους για τα εδάφη που βρίσκονταν εκτός της : Αλλ' έπειτα Ελλάδα ονόμαζον οι αρχαίοι όλα τα μέρη τα κατοικούμενα υπό των Ελλήνων. Ούτω δ' ή Ελλάς εν τη ιστορία εκτείνεται και εις την Ήπειρον και εις την Θράκην και εις την Μακεδονίαν και εις την Μικράν Ασίαν. Ου μόνον δ' εκεί, αλλ' απανταχού όπου κατώκησαν Έλληνες, απανταχού όπου διεδόθη ο ελληνικός πολιτισμός υπήρξεν Ελλάς.is5 Επρόκειτο για ελληνική γη, καθώς εκεί κατοίκησαν οι γονείς των σημερινών Ελλήνων. Ήταν χαρακτηριστική η επίκληση της οικογένειας, που ενίσχυε τους στενούς δεσμούς του έθνους με τη γη: Ως αι αναμνήσεις οικογενείας συνδέονται προς τους τόπους εν οις κατώκησαν οι γονείς [...] ούτω και η ιστορία παντός έθνους συνδέεται αναποσπάστως προς την χώραν εν η τούτο το έθνος έχει τας οικήσεις αυτού. Η δε γνώσις του χαρακτήρος της χώρας ταύτης εινε αναγκαιοτάτη εν τη μελέτη της ιστορίας καθ' όσον συνήθως η περιστοιχίζουσα τον άνθρωπον φύσις επιδρά αισθητώς επί τας τύχας αυτού. Πολλά ιστορικά γεγονότα, πολλά φαινόμενα του έθνους τινός εξηγούνται εκ της φύσεως της χώρας εν η κατοικεί.486 Το εγχείρημά του, σημαντικό τμήμα του οποίου είχε γραφεί στα χρόνια των τρικουπικών κυβερνήσεων, εμφορούνταν από την ιδέα της εσωτερικής ανάπτυξης, της μελέτης του οικείου χώρου, όπως καθο-

484. Σπυρίδων Λάμπρος, ό.π., σ. 4.

485. Στο ίδιο, σ. 3.

486. Στο ίδιο.

Σελ. 195
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/196.gif&w=600&h=915

καθοριζόταν από τα σύνορα του νέου κράτους. Η αντίληψη αυτή δεν ήταν νέα. Τη συναντάμε στα έργα των μεγάλων ξένων ιστορικών που ασχολήθηκαν με την ελληνική αρχαιότητα, οι οποίοι εστίασαν στον κυρίως ελλαδικό χώρο. Καθώς όμως η Ιστορία του Λάμπρου αποτελεί το δεύτερο σημαντικό εγχείρημα συγγραφής μιας ενιαίας ιστορίας του ελληνικού έθνους, η σύγκριση με τον Παπαρρηγόπουλο, ο οποίος εστίασε το ενδιαφέρον του στη μεγάλη διασπορά του αρχαίου ελληνισμού στον χώρο, ήταν πολύ έντονη.

Η πανεπιστημιακή διδασκαλία της αρχαίας ελληνικής περιόδου από τον Λάμπρο , σε αντίθεση με τον Παπαρρηγόπουλο, που τη δίδασκε στο σύνολό της και σε όλη την ιστορική διαδρομή της, επικεντρώθηκε σε συγκεκριμένες «στιγμές» και θέματα: οι Περσικοί Πόλεμοι, οι αποικίες, ο αιώνας του Περικλή, ο Μέγας Αλέξανδρος και οι διάδοχοι του. Όπως υποστήριζε στον εισιτήριο λόγο του ως υφηγητή το 1878,487 η τμηματική, η μονογραφική παράσταση της ιστορίας -ιδιαίτερα για την ελληνική, την οποία οι φοιτητές είχαν διδαχθεί στο σύνολό της στο γυμνάσιο- ήταν η μόνη αρμόζουσα. Η προσέγγιση αυτή χώλαινε ως προς το ότι δεν έδινε ενιαία εικόνα του ελληνισμού στον φοιτητή, ούτε τη δυνατότητα να εξετάσει φιλοσοφικά τον συνολικό προορισμό του. Τα μειονεκτήματα αυτά όμως θεραπεύονταν στα οικεία μαθήματα της φιλοσοφίας της ιστορίας και της ιστορίας του ελληνικού έθνους. Τα πλεονεκτήματα στη μονογραφική παράσταση της ιστορίας υπερτερούσαν: ο περιορισμός της έρευνας βοηθούσε την αναλυτικότερη προσέγγιση των πηγών, επέτρεπε να εργαστούν οι φοιτητές μαζί με τον διδάσκοντα ώστε να γνωρίσουν τεχνικές προσπέλασής τους, να αναπλάσουν την εικόνα του παρελθόντος με βάση τα τεκμήρια. Η έδρα της Ιστορίας μεταβαλλόταν σε μελετητήριον, όπου η έρευνα εκτυλίσσεται μπροστά στα μάτια όσων συμμετέχουν. Το ιστορικό πόρισμα περιείχε τα σωζόμενα λείψανα αλλά και την εργασία των ιστορικών, οι οποίοι ερευνούσαν, συναρμολογούσαν, συμπλήρωναν τις πηγές, αναπλάθοντας την εικόνα του παρελθόντος.488

Εάν αυτή η μέθοδος διδασκαλίας, κοινή, όπως θα δούμε στη συνέχεια, και στις φροντιστηριακές παραδόσεις του, ήταν η πλέον κατάλληλη για την πάτρια ιστορία, δεν συνέβαινε το ίδιο με την αρχαία ανατολική ιστορία και τη ρωμαϊκή. Σε αυτές τις περιπτώσεις ο Λάμπρος δίδασκε τις μεγάλες περιόδους, το σύνολο της ιστορίας τους, καθώς αφενός οι φοιτητές δεν την είχαν ποτέ διδαχθεί, αφετέρου ο ίδιος ο καθηγητής, απορροφημένος από τη συγγραφή του πολύτομου έργου του για την ελληνική ιστορία, δεν είχε προχωρήσει

487. «Ο αιών του Περικλέους»: Σπ. Λάμπρος, Μικταί σελίδες, Αθήνα 1905, σ. 243-257.

488. Στο ίδιο, σ. 243-244.

Σελ. 196
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/197.gif&w=600&h=915

σει σε πρωτογενή έρευνα. Το 1893-1894 κυκλοφόρησαν οι δύο τόμοι της μετάφρασης του έργου του Φραντσέσκο Μπερτολίνι για τη ρωμαϊκή ιστορία.489 Όπως επεσήμανε ο Λάμπρος, η επιλογή του συγγράμματος, προορισμένου για κάθε φιλίστορα, ιδιαίτερα τους φοιτητές, είχε γίνει λόγω της γλαφυρότητας του έργου αλλά και της αρχειακής τεκμηρίωσής του.490 Επρόκειτο για μια πολιτική κατά κύριο λόγο ιστορία της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, η οποία ξεκινούσε από τα αρχαιότατα χρόνια για να καταλήξει στο 476 μ.Χ. και στην πτώση του δυτικού της τμήματος.

Στη διδασκαλία της αρχαίας ιστορίας από τον Λάμπρο κυριάρχησε το τρίσημο σχήμα όπως είχε παραδοθεί από τη γενική ιστορία: ιστορία των αρχαίων εθνών - ελληνική ιστορία με προέκταση στη μακεδόνικη - ρωμαϊκή ιστορία. Το σχήμα αυτό, το οποίο διαμορφώθηκε στον 18ο και στον 19ο αιώνα, βασίστηκε στην αλληλοδιαδοχή των αυτοκρατοριών και των πολιτισμών. Η διαδοχή αυτή δεν διαμορφώθηκε αποκλειστικά με βάση τη χρονολογική κατάταξη αλλά κυρίως με κριτήρια στρατιωτικής και πολιτικής κυριαρχίας και μεταφοράς της πολιτισμικής ισχύος. Η μετάβαση από τον πολιτισμό των αρχαίων ανατολικών εθνών σε εκείνον του ελληνικού κόσμου, η κατάκτηση του τελευταίου από τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και η διάχυση του πολιτισμού του σε όλο το Imperium αποτελούσαν στοιχεία μιας εξελικτικής πορείας που οδηγούσε στην πρόοδο, σύμφωνα και με την εγελιανή φιλοσοφία.491 Το σχήμα κυριάρχησε στην ευρωπαϊκή ιστοριογραφία για μεγάλο χρονικό διάστημα, στο μέτρο που έθετε στο επίκεντρο την ελληνορωμαϊκή αρχαιότητα, αναδεικνύοντας την υπεροχή του δυτικού πολιτισμού έναντι των υπολοίπων. Η λειτουργικότητα και η ανταπόκρισή του και στα αιτούμενα της εθνικής ιστορίας ενίσχυσε την κυριαρχία του και κατά τα μεταγενέστερα χρόνια στη διδασκαλία της ιστορίας στο Εθνικό Πανεπιστήμιο. Κατ' αρχάς η αρχαία ελληνική ιστορία διευρύνθηκε προς τα πίσω, με την προσθήκη των προϊστορικών χρόνων, και προς τα εμπρός, με την ενσωμάτωση των χρόνων του Μεγάλου Αλεξάνδρου και της ελληνιστικής περιόδου. Παράλληλα, στη διδασκαλία της αρχαίας ιστορίας η ιστορία των ανατολικών εθνών θεωρήθηκε κυρίως ο προθάλαμος της ελληνικής ιστορίας, το προστάδιο στο οποίο προετοιμάστηκαν στοιχεία όπως το αλφάβητο, που αργότερα στην ελληνορωμαϊκή περίοδο βρήκαν την

489. Φραγκίσκος Βερτολίνη, Ρωμαϊκή ιστορία, από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι καταλύσεως της Δυτικής Αυτοκρατορίας, 2 τ., μτφ.: Σπ. Λάμπρος, Αθήνα, Βιβλιοθήκη Μαρασλή, 1893-1894.

490. Στο ίδιο, σ. ε'-ζ'.

491. Δημήτρης Κυρτάτας, «Από τη σκοπιά της παγκόσμιας ιστορίας», ό.π., σ. 28-30.

Σελ. 197
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/198.gif&w=600&h=915

πλήρη ανάπτυξη τους. Τέλος, η αναφορά στην τεράστια εκπολιτιστική δύναμη του αρχαίου ελληνισμού και στη δυναμική εμφάνισή του στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία επέτρεπε την αναφορά σε μια αυτοκρατορία σε μεγάλο βαθμό εξελληνισμένη, στην κατάκτηση των κατακτητών από τους υπόδουλους. Στην πραγματικότητα η μη πρωτογενής ενασχόληση των ελλήνων ιστορικών με τη ρωμαϊκή ιδιαίτερα περίοδο τους οδηγούσε να υιοθετούν, μέσω κυρίως των μεταφράσεων, σχήματα και αφηγήσεις που απείχαν από τις προγραμματικές τους θέσεις για την ιστορία του ελληνικού έθνους. Στη μετάφραση του Μπερτολίνι,η δημιουργία της Κωνσταντινούπολης, ο Μέγας Κωνσταντίνος, τα χρόνια έως το 476 μ.Χ. εντάσσονται αρμονικά στη ρωμαϊκή ιστορία, χωρίς καμιά αναφορά στην ελληνικότητα της βυζαντινής ιστορίας. Το ίδιο συνέβαινε την περίοδο αυτή και στη βραχυχρόνια διδασκαλία του υφηγητή Δημητρίου Καλοποθάκη, ο οποίος προσέφερε για πρώτη φορά ως αυτόνομο αντικείμενο διδασκαλίας την ιστορία του Μεγάλου Αλεξάνδρου, ιδιαίτερα των επιγόνων του.

Ο Δημήτριος Καλοποθάκης και η αρχαιότητα

Ο Δημήτριος Καλοποθάκης (1867-1946)492 δίδαξε Ιστορία των διαδόχων τον Μεγάλου Αλεξάνδρου μέχρι της ρωμαϊκής ιστορίας και ρωμαϊκή ιστορία. Ήταν ο μόνος διδάσκων Ιστορίας την περίοδο αυτή που δεν ήταν χριστιανός ορθόδοξος. Όπως και ο πατέρας του, Μιχαήλ, που εξέδιδε την εφημερίδα Ο Αστήρ της Ανατολής, ο Δ. Καλοποθάκης ήταν επίλεκτο μέλος της ελληνικής ευαγγελικής κοινότητας. Μετά το τέλος των εγκύκλιων σπουδών του στην Αθήνα, ο Καλοποθάκης συνέχισε τις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ για τρία χρόνια (δεν υπήρξε άλλος διδάσκων ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών τον 19ο αιώνα που να είχε σπουδάσει στην Αμερική, γεγονός που πρέπει να αποδοθεί στις στενές σχέσεις του πατέρα του με τους εκεί ευαγγελιστές) ,493 ενώ ακολούθησαν μεταπτυχιακές σπουδές στο Βερολίνο. Μόλις επέστρεψε στην Ελλάδα ανέλαβε ανταποκριτής των Times του Λονδίνου έως το 1900.

492. Βλ. Ν. Θ. Μ(πουγάτσος), «Δημήτριος Καλαποθάκης», θρησκευτική και Ηϋική Εγκυκλοπαίδεια, Αθήνα, Εκδ. Α. Μαρτίνος, 1965, τ. 7, σ. 211.

493. Ο Μιχαήλ Καλοποθάκης είχε σπουδάσει θεολογία στη Νέα Υόρκη, όπου και έγινε πάστορας. Υπήρξε οπαδός του Ιωνά Κινγκ και αφιέρωσε όλη του τη ζωή στην οργάνωση και στη διάδοση της ευαγγελικής πίστης στην Ελλάδα, γεγονός που προκάλεσε τις αντιδράσεις της Ιεράς Συνόδου. Εξέδιδε την εφημερίδα Αστήρ της Ανατολής από το 1858. Ήταν ακόμη μέλος του «Παρνασσού» και εταίρος της Αρχαιολογικής Εταιρείας. Βλ. Ν. Θ. Μ(πουγάτσος), «Μιχαήλ Καλοποθάκης», στο ίδιο.

Σελ. 198
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/199.gif&w=600&h=915

Δεν διαθέτουμε πληροφορίες για τη βραχυχρόνια διδασκαλία του. Το συγγραφικό ιστορικό του έργο είναι μικρό - πρόκειται στην πραγματικότητα για τις εργασίες που συνέγραψε προκειμένου να λάβει τους ακαδημαϊκούς του τίτλους: η διατριβή του (De Thracia provincia Romana), η οποία εκδόθηκε το 1893 στο Βερολίνο, καθώς και η διατριβή του επί υφηγεσία.494 Τα ίδια συγγράμματα κατέθεσε και το 1912 για την υποψηφιότητά του στη θέση του καθηγητή της Μέσης και νεότερης ιστορίας.495 Εκτός από αυτά υπέβαλε και τρία αρθρίδια (δημοσιευμένα στο Dizionario Epigrafico di Antichità Romane με διευθυντή τον καθηγητή Έττορε ντε Ρουτζέρο στη δεκαετία του 1890), τα οποία δεν υπερέβαιναν τις επτά σελίδες όλα μαζί και, σύμφωνα με τον εισηγητή Ανδρέα Σκιά, ήταν μάλλον αρχαιολογικού παρά ιστορικού χαρακτήρα. Δεν έχω εντοπίσει άλλες δημοσιευμένες ιστορικές εργασίες του Καλοποθάκη, ο οποίος άλλωστε μετά την παραίτησή του από την υφηγεσία περιορίστηκε στον χώρο της δημοσιογραφίας, ενώ έπειτα από τον θάνατο του πατέρα του συνέχισε να εκδίδει τον Αστέρα της Ανατολής,496

Η πανεπιστημιακή του διδασκαλία, όπως εύλογα μπορούμε να υποθέσουμε, πρέπει να ήταν συνδεδεμένη με το συγγραφικό του έργο. Η εκδοθείσα στα ελληνικά υφηγεσία του είναι μια ολιγοσέλιδη (σαράντα μία σελίδες) εργασία, η οποία περιορίζεται αυστηρά στη ρωμαϊκή ιστορία, επιχειρώντας να απαντήσει σε ερωτήματα αναφορικά με τη φύση της διοίκησης ή τον χρονικό προσδιορισμό του χωρισμού της πολιτικής από τη στρατιωτική εξουσία στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα είναι η τεκμηρίωσή της, η οποία βασίστηκε σε ένα ευρύ σώμα πηγών αρχαίων συγγραφέων αλλά και αρχαιολογικών ευρημάτων, με την παράλληλη χρήση και δευτερογενούς, γερμανικής κατά μείζονα λόγο, βιβλιογραφίας. Δεν υπάρχει καμία αναφορά σε έλληνα νεότερο ιστορικό, ούτε και γενικότερα στην ελληνική ιστορία. Επισημαίνω ακόμη την αντιμετώπιση του Μεγάλου Κωνσταντίνου ως ρωμαίου αυτοκράτορα, σε μια εποχή που σε ένα μεγάλο μέρος της ελληνικής ιστοριογραφικής παραγωγής θεωρούνταν έλληνας αυτοκράτορας.

494. Δημήτριος Μ. Καλοποθάκης, Ο χωρισμός στρατιωτικής και πολιτικής εξουσίας και η ρωμαϊκή διοίκησις παρά τον κάτω Δούναβιν. Διατριβή επί υφηγεσία, Αθήνα, Βασιλικόν Τυπογραφείον Ν. Γ. Ιγγλέση, 1894.

495. Βλ. εδώ, σ. 293-294.

496. Ο Δ. Καλοποθάκης εργάστηκε ως ανταποκριτής εφημερίδας του Λονδίνου (1904-1920). Το 1913 διορίστηκε γραμματέας στην πρεσβεία των ΗΠΑ, ενώ υπηρέτησε ως διευθυντής του τμήματος Τόπου του υπουργείου των Εξωτερικών (19201930): Ν. Θ. Μ(πουγάτσος), «Δημήτριος Καλαποθάκης», ό.π.

Σελ. 199
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/200.gif&w=600&h=915

Ας επιστρέψουμε στον Σπ. Λάμπρο. Παρά τη συστηματική διδασκαλία της αρχαίας ιστορίας από τον καθηγητή, το μεγαλύτερο, πιο ενδιαφέρον και καινοτόμο μέρος της πανεπιστημιακής του σταδιοδρομίας αφιερώθηκε στο φροντιστήριο. Η ενασχόλησή του αυτή, απόρροια του γεγονότος ότι είχε καταλάβει μια πανεπιστημιακή έδρα που στην πραγματικότητα δεν ανταποκρινόταν στα ερευνητικά του ενδιαφέροντα, επιχειρήθηκε να δικαιολογηθεί από τους μαθητές του. Όπως σημείωνε ο παλαιός μαθητής και μετέπειτα συνάδελφος του φιλόλογος Ανδρέας Σκιάς, παρ' όλο που ο Λάμπρος θα μπορούσε να διαπρέψει στην αρχαία φιλολογία και ιστορία, αφιέρωσε το ερευνητικό και συγγραφικό του έργο στη μεσαιωνική και νεότερη ελληνική ιστορία. Και τούτο διότι η ελληνική αρχαιότητα αποτελούσε αντικείμενο μελέτης και θαυμασμού των αλλοεθνών, ενώ αντιθέτως η μεσαιωνική και νεότερη περίοδος ενδιέφερε μόνο τους Έλληνες, οι οποίοι θα μπορούσαν να βρουν και να διδάξουν την ιστορική αλήθεια για μια περίοδο στην οποία συντελέστηκε η εθνική συνένωση ολόκληρου του ελληνισμού.497 Σε αυτές τις δύο περιόδους άλλωστε αφιέρωσε κατά κύριο λόγο και τη φροντιστηριακή του διδασκαλία.

497. Βλ. και Ανδρέας Ν. Σκιάς, «Σπυρίδων Π. Λάμπρος», Νέος Ελληνομνήμων 14 (1917/1920), σ. 120-121.

Σελ. 200
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/201.gif&w=600&h=915

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ'

ΔΙΔΑΣΚΟΝΤΑΣ ΣΧΟΛΙΚΑ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΑ: Η ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΗ ΚΑΙ ΝΕΟΤΕΡΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ Δ. ΠΑΤΣΟΠΟΥΛΟΥ

Ο Δημήτριος Πατσόπουλος (1845-1920)498 υπήρξε ένας από τους μακροβιότερους καθηγητές Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Γεννημένος στην Ανδρίτσαινα της Ολυμπίας, απόφοιτος της Φιλοσοφικής και της Νομικής Σχολής της Αθήνας, ξεκίνησε τη σταδιοδρομία του το 1867 ως βοηθός στην Εθνική Βιβλιοθήκη. Με υποτροφία της ελληνικής κυβέρνησης μετέβη το 1870 για τρία χρόνια στη Γερμανία, ώστε να παρακολουθήσει μαθήματα βιβλιοθηκονομίας. Με την οικονομική ενίσχυση και του Πανεπιστημίου499 παρέμεινε τελικά έξι χρόνια στο εξωτερικό, όπου παρακολούθησε πανεπιστημιακά φιλολογικά μαθήματα. Μετά την επιστροφή του το 1876, δίδαξε στο Γ' Γυμνάσιο Αθηνών. Διορίστηκε καθηγητής στο Πανεπιστήμιο χωρίς να διαθέτει προϋπηρεσία ως υφηγητής ούτε σημαντικό συγγραφικό έργο.500 Στο πρόγραμμα του θερινού εξαμήνου 1881-1882 εμφανιζόταν να διδάσκει Ιστορίαν των νεωτέρων χρόνων,501 σύντομα όμως απολύθηκε λόγω των διαταγμάτων του 1882 για την εκλογή των καθηγητών. Επέστρεψε στο γυμνάσιο, περιμένοντας την ευκαιρία

498. Βλ. «Πατσόπουλος Δημήτριος», ΜΕΕ, Αθήνα 1927, τ. 19, σ. 806, Ιωάννα Λαλιώτου, «Δημήτριος Πατσόπουλος», ανακοίνωση στα Σεμινάρια της Ερμούπολης (Ιούλιος 1992), καθώς και τον σχετικό φάκελο: Δ. Αντωνίου, Τρ. Σκλαβενίτης, Οι λειτουργοί της Ανώτατης..., ό.π.

499. Βλ. τις συνεδριάσεις της Συγκλήτου για την ενίσχυση και συνέχιση των σπουδών του στις 9 Νοεμβρίου 1871, 18 Φεβρουαρίου και στις 17 Νοεμβρίου 1872.

500. Σε υπηρεσιακό σημείωμα του υπουργείου Παιδείας για τον Δημήτριο Πατσόπουλο, όταν υπηρετούσε ως καθηγητής γυμνασίου τη δεκαετία του 1870, υπάρχει η αόριστη αναφορά σε φιλοσοφικές και φιλολογικές πραγματείες του, οι οποίες είχαν δημοσιευθεί στην Εφημερίδα των Φιλομαθών, και σε μια ανέκδοτη πραγματεία του για την Επικούρεια σχολή στην Αθήνα, η οποία, από όσο γνωρίζω, δεν δημοσιεύθηκε ποτέ. (Στοιχεία από τον φάκελο του Δ. Πατσόπουλου στο ερευνητικό πρόγραμμα των Δ. Αντωνίου, Τρ. Σκλαβενίτη, ό.π.)

501. Ο Καρολίδης τον κατηγόρησε ότι δεν δίδαξε ποτέ. Βλ. Παύλος Καρολίδης, Ο (ψηφισμένος καθηγητής Δ. Πατσόπουλος. Υπόμνημα του υφηγητού της Γεν. Ιστορίας προς τον κοσμήτορα της Φιλοσοφικής Σχολής Ιωάννην Χατζηδάκιν, Αθήνα 1891, σ. 3-4.

Σελ. 201
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/202.gif&w=600&h=915

για να επανέλθει στην πανεπιστημιακή έδρα, κάτι που δεν άργησε να συμβεί με την εκλογή του το 1886.

Παρά την εκλογή του, ο Πατσόπουλος, για λόγους που δεν γνωρίζουμε, ξεκίνησε τη διδασκαλία του μόλις το 1891. Απολύθηκε το 1910.502 Στα είκοσι περίπου χρόνια πανεπιστημιακής παρουσίας του δίδαξε αδιατάρακτα γενική, μεσαιωνική, νεότερη και νέα ιστορία. Προσέφερε δύο μαθήματα εβδομαδιαίως (από τα οποία το ένα φροντιστηριακό), διάρκειας πέντε-έξι ωρών, προσπαθώντας να καλύψει την ύλη του μαθήματος σε δύο χρόνια.503

Δεν έχω εντοπίσει κάποια αναφορά ή πληροφορία για τη διδασκαλία του Δ. Πατσόπουλου. Το ερευνητικό του έργο ήταν μικρό έως ανύπαρκτο, ενώ η συγγραφική του δραστηριότητα πριν αλλά και μετά την εκλογή του επικεντρώθηκε στη συγγραφή εγχειριδίων για τη μέση εκπαίδευση : δύο εγχειρίδια ιστορίας για τα ρωμαϊκά χρόνια (1889,1901), ένα εγχειρίδιο για την ιστορία των νέων και νεότατων χρόνων (1886, επανέκδοση 1891), καθώς και τρία εγχειρίδια παγκόσμιας και ελληνικής φυσικής και πολιτικής γεωγραφίας, τα οποία κυκλοφόρησαν το 1909, έναν χρόνο πριν την απόλυσή του από το Πανεπιστήμιο (βλ. την εργογραφία του). Μοναδική εξαίρεση ιστορικής μελέτης αποτέλεσε μια μικρή μονογραφία για τις σχέσεις Βυζαντινών και Φράγκων, τη συνέχεια της οποίας είχε αναγγείλει, χωρίς όμως να την πραγματοποιήσει.504 Προετοίμαζε ακόμη την έκδοση σχολικού εγχειριδίου ιστορίας των ανατολικών εθνών, της αρχαίας Ελλάδας και των μεσαιωνικών χρόνων, το οποίο δεν εκδόθηκε ποτέ.505 Το γνωστό, λοιπόν, συγγραφικό του έργο που αφορούσε τη διδασκαλία του περιορίστηκε στο μελέτημά του για τη σχέση των Βυζαντινών και των Φράγκων, καθώς και στο σχολικό εγχειρίδιο για τα νέα και νεότατα χρόνια. Το έτος έκδοσης και των δύο (1886) ενδεχομένως συνδεόταν με την εκλογή του στην έδρα της Ιστορίας των μέσων και νεωτέρων χρόνων. Το 1882 η υποψηφιότητά του είχε απορριφθεί λόγω της έλλειψης συγγραφικού έργου, ενώ το 1912, σε μια νέα υποψηφιότητα, περιορίστηκε για άλλη μια φορά στην κα-

502. Βλ. εδώ, σ. 276.

503. Σε υπόμνημα του προς τον τότε κοσμήτορα Σπ. Λάμπρο (ακαδημαϊκό έτος 1894-1895), ο ιστορικός υποστήριζε ότι δεν επαρκούσε η διετία για την ολοκλήρωση της ύλης της γενικής ιστορίας και έπρεπε να προστεθεί ένας ακόμη χρόνος. Βλ. Ιω. Λαλιώτου, ό.π., σ. 3.

504. Δημήτριος Πατσόπουλος, Μεσαιωνικόν μελέτημα. Φράγκοι και Βυζάντιον, ιδίως επί Καρόλου του Μεγάλου και Ειρήνης, Αθήνα, Τυπογραφείον «Ο Παλαμήδης», 1886, σ. 80.

505. Βλ. τον «Πρόλογο» στο Εγχειρίδιον της Γενικής Ιστορίας προς χρήσιν των Γυμνασίων. Ιστορία των Ρωμαίων. Κατά το τελευταίον πρόγραμμα του Υπουργείου της Παιδείας, Αθήνα, Τυπογραφείον Αλεξάνδρου Παπαγεωργίου, 1889, σ. 3.

Σελ. 202
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/203.gif&w=600&h=915

κατάθεση των σχολικών συγγραμμάτων του, όπως επισημάνθηκε από τους κριτές του.506 Την πιθανότητα χρήσης των εγχειριδίων του στην πανεπιστημιακή διδασκαλία ενισχύει και η εξαγγελία της καταλληλότητάς τους όχι μόνο για τους μαθητές και τους καθηγητές, αλλά και για κάθε ενδιαφερόμενο λόγιο.507 Το μελέτημά του για τις σχέσεις Βυζαντινών και Φράγκων την περίοδο του Καρλομάγνου και της αυτοκράτειρας Ειρήνης σέβεται σε μεγάλο βαθμό τους κανόνες της επιστημονικής ιστορικής γραφής. Η σύντομη μελέτη του (ογδόντα σελίδες) βασίζεται -με εξαίρεση τον χρονικογράφο Θεοφάνη- στη σύγχρονή του γερμανόφωνη βιβλιογραφία, με την οποία ο συγγραφέας συχνά διαλέγεται, ενώ περιέχει και αρκετές αναφορές στο πολύτομο έργο του Κ. Παπαρρηγόπουλου. Σε κινητήρια δύναμη της ιστορικής εξέλιξης αναγορεύονται τα άτομα, η προσωπικότητα και η ηθική των οποίων αποτελούν τον μόνο σχεδόν παράγοντα δράσης, συγκροτώντας παραδείγματα για τους νεότερους.508

Η ιστοριογραφική αντίληψη του Πατσόπουλου φέρει εμφανή την επιρροή του Κ. Παπαρρηγόπουλου: το Βυζάντιο αποτελεί ελληνική αυτοκρατορία από πολύ νωρίς (ήδη ο Ιουστίνος Β' αποκαλείται έλληνας αυτοκράτορας),509 ενώ τονίζεται η προσφορά του στον παγκόσμιο πολιτισμό, ως γέφυρα μέσω της οποίας η αρχαιότητα μετέβη στους νεότερους χρόνους. Στο «οικοδόμημα του πολιτισμού» η Βυζαντινή Αυτοκρατορία προσέφερε την ελληνορωμαϊκή παιδεία στους Άραβες, στους Ευρωπαίους, στα γερμανικά φύλα.510 Η μελέτη αυτή, η οποία παρουσιάζεται συγκροτημένη αφηγηματικά και εμπεριστατωμένη, έστω και με δευτερογενή βιβλιογραφία, κατηγορήθηκε από τον πανεπιστημιακό αντίπαλο του συγγραφέα Π. Καρολίδη ως σύγγραμμα που είχε προέλθει από την κακή συρραφή και μετάφραση τριών γερμανικών φοιτητικών εργασιών.511 Σε αντίθεση με τη μικρή μελέτη του, στα σχολικά εγχειρίδια που συνέ-

506. Παράρτημα της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως του Βασιλείου της Ελλάδος, τχ. Β', φ. 10 (21η Ιανουαρίου 1912), σ. 46.

507. «Πρόλογος», ό.π.

508. Στη μελέτη του Πατσόπουλου οι σχέσεις Φράγκων και Βυζαντινών καθορίζονταν περισσότερο από τις προσωπικότητες του Καρλομάγνου και της αυτοκράτειρας Ειρήνης, η οποία λοιδωρούνταν για την άθλια συμπεριφορά προς τον γιο της, παρά από τις υπάρχουσες πολιτικές και οικονομικές συνθήκες. Στη ρωμαϊκή ιστορία του ίδιου (ό.π.) ήταν χαρακτηριστική η διαδοχή των αυτοκρατόρων, η σύνδεση της ανάπτυξης ή της παρακμής της Αυτοκρατορίας με την ηθική τους στάση και οι πολύ μικρές αναφορές στον πολιτισμό που αναπτύχθηκε στα χρόνια εκείνα.

509. Μεσαιωνικόν..., ό.π., σ. 12.

510. Στο ίδιο, σ. ε'-ζ'.

511. Π. Καρολίδης, Ο εψηφισμένος..., ό.π., σ. 5.

Σελ. 203
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/204.gif&w=600&h=915

συνέγραψε ο Πατσόπουλος δεν έδειξε κανένα ενδιαφέρον για τεκμηρίωση. Ιδιαίτερα στο εγχειρίδιο που συνδεόταν άμεσα με την πανεπιστημιακή διδασκαλία του, εκείνο για τα νεότερα χρόνια,512 δεν αναφέρεται καμία πηγή ή συγγραφέας. Στο βιβλίο αυτό η ιστορική αφήγηση είναι αυστηρά χρονολογική, οργανωμένη σε κεφάλαια με βάση σημαντικά γεγονότα της πολιτικής ιστορίας. Καθένα τους χωρίζεται σε υποκεφάλαια με βάση τα κράτη της εποχής, στην πραγματικότητα με μια αναδρομική ανάγνωση των κρατικών σχηματισμών σύμφωνα με τις πραγματικότητες του 19ου αιώνα: η Γαλλία, η Αγγλία, η Γερμανία, η Ιταλία, η Σουηδία, οι Κάτω Χώρες πρωταγωνιστούν στην ιστορία του Πατσόπουλου, η οποία συνίσταται στην αφήγηση πολεμικών γεγονότων και διπλωματικών συμφωνιών. Ο πολιτισμός, οι τέχνες, τα γράμματα, το εμπόριο και η βιομηχανία εξορίζονται στην αρχή και στο τέλος του βιβλίου, χωρίς να συνδέονται με την εξέλιξη των γεγονότων. Η μοναδική αναφορά στη νεότερη ελληνική ιστορία αφορά την Επανάσταση του 1821, και αυτή περιορίζεται σε δώδεκα σελίδες, οι οποίες διατηρούν όλα τα στερεότυπα μιας τρέχουσας εθνικής ρητορικής: αντιμετώπιση της Τουρκοκρατίας ως περιόδου προετοιμασίας της Επανάστασης του 1821, έξαρση του ηρωισμού, υποβάθμιση των εμφύλιων συρράξεων με αναφορά στην κακοδαιμονία της φυλής.513

Τα χαρακτηριστικά της ιστορίας του Πατσόπουλου συνδέονται με μια ηθική, διδακτική αντίληψη της ιστορίας : επικέντρωση στα πολιτικά γεγονότα, συνεχής παράθεση χρονολογιών, έμφαση στους πρωταγωνιστές, ανάδειξη της ηθικής διάστασης των συμβάντων. Και σε αυτή την περίπτωση, κομβικό ρόλο στην ερμηνεία των γεγονότων διαδραματίζουν τα πρόσωπα, οι ηγεμόνες των κρατών, στους οποίους αφιερώνεται άλλωστε και το μεγαλύτερο μέρος της συγγραφής με πληροφορίες και κρίσεις για τη δράση τους. Η ιστορική εξέλιξη εμφανίζεται ως αποτέλεσμα προσωπικών ικανοτήτων ή αδυναμιών, δύναμης χαρακτήρα και προσωπικότητας. Ο Φίλιππος Β' ήταν σκυθρωπός και αυστηρός, κι αυτό εξηγεί την αδυναμία του να βρει φίλους, άρα συμμάχους, για το ισπανικό κράτος.514 Για τη νύχτα του Αγίου Βαρθολομαίου υπεύθυνη ήταν η κακότροπη και πανούργα Αικατερίνη των Μεδίκων. Βαθιά συντηρητικός, ο Πατσόπουλος, στις λίγες γραμμές που αφιέρωσε στον γαλλικό Διαφωτισμό, τον χαρακτήριζε ως τη δύναμη που κλόνισε το πολιτικό και θρησκευτικό καθε-

512. Δημήτριος Πατσόπουλος, Εγχειρίδιον της Γενικής Ιστορίας. Προς χρήσιν των γυμνασίων Μέρος Γ'. Ιστορία των νέων και νεωτάτων χρόνων, β' έκδ. διορθωμένη, Αθήνα, Γεώργιος Κασδόνης, 1891.

513. Στο ίδιο, σ. 272-283.

514. Στο ίδιο, σ. 72.

Σελ. 204
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/205.gif&w=600&h=915

καθεστώς.515 Η συμμετοχή του λαού, η εισβολή του με την υποκίνηση δημαγωγών στο προσκήνιο, όπως στην περίπτωση της Γαλλικής Επανάστασης, οδήγησε στην οχλοκρατία, στα φοβερά εγκλήματα των ημερών εκείνων.516 Πέρα από τα πρόσωπα, κεντρικό ερμηνευτικό εργαλείο αποτελεί η θρησκευτική πίστη, η οποία αναδεικνύεται σε κινούν αίτιο για μια σειρά από συμπεριφορές και δράσεις. Ανεξάρτητα από τον πραγματικό ρόλο που διαδραμάτισε η θρησκευτική συνείδηση στα γεγονότα της εποχής, η έμφαση στις συγκρούσεις καθολικών προτεσταντών έδινε την ευκαιρία στον Δ. Πατσόπουλο να καυτηριάσει τις δύο Εκκλησίες, αναδεικνύοντας υπόρρητα την υπεροχή της Ορθόδοξης.

Στο βιβλίο του Πατσόπουλου άσκησε αυστηρότατη κριτική ο Παύλος Καρολίδης : ο συγγραφέας του δεν γνώριζε την ιστορία στο σύνολό της, αλλά κατά μέρος και πλάτος. Ο ιστορικός κόσμος δεν παρουσιαζόταν ως οργανισμός ούτε ως μηχανισμός, ενώ η ιστορία του αποτελούσε άθροισμα σημειώσεων βιογραφικών περί βασιλέων και στρατηγών και άλλων εν τη εξωτερική κινήσει της ανθρώπινης κοινωνίας δρώντων προσώπων. Τα δύο τρίτα του βιβλίου του ήταν πλήρη αποφάνσεων (ουχί κρίσεων), σχετλιασμών, αναθεματισμών και θαυμασμών.517 Η κριτική και οι διαμαρτυρίες του Καρολίδη δεν στάθηκαν εμπόδιο για την εισαγωγή του συγκεκριμένου βιβλίου στη μέση εκπαίδευση.

Ο Δ. Πατσόπουλος, σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, δίδαξε στους φοιτητές του με συνέπεια τη μεσαιωνική και νεότερη ιστορία. Χωρίς καμιά ερευνητική συμβολή, ο καθηγητής συνέχισε την παράδοση της διδασκαλίας μεγάλων περιόδων με γενικούς τίτλους και χωρίς συγκεκριμένες τομές. Δεν συνομίλησε στο συγγραφικό του έργο με την ιστοριογραφική παραγωγή του καιρού του. Είναι ενδεικτικό ότι στη βιβλιοθήκη του, η οποία περιελάμβανε σημαντικό αριθμό γερμανόφωνων εγχειριδίων και ελάχιστα γαλλόφωνα, το κύριο σώμα των βιβλίων είχε εκδοθεί έως το 1880, το διάστημα δηλαδή των σπουδών και της παραμονής του στη Γερμανία, ενώ για τα επόμενα χρόνια καταγράφεται πολύ μικρός αριθμός τίτλων, κυρίως εγχειρίδια που θα τον διευκόλυναν στη διδασκαλία και στη συγγραφή.518

515. Στο ίδιο, σ. 235-236.

516. Στο ίδιο, σ. 236-245.

517. Π. Καρολίδης, Ο εψηφισμένος..., ό.π., σ. 20-23.

518. Η βιβλιοθήκη του Δ. Πατσόπουλου αγοράστηκε από το Πανεπιστήμιο μετά την απόλυσή του και ενσωματώθηκε στη βιβλιοθήκη του φροντιστηρίου του Σπ. Λάμπρου. Βλ. Πρυτανεία Γεωργίου I. Δέρβου (1913-1914), Κατάλογος των φροντιστηριακών βιβλιοθηκών του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου, Αθήνα, Τυπογραφείο Παρασκευά Λεωνή, 1914. σ. 127-145.

Σελ. 205
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/206.gif&w=600&h=915

Ο καθηγητής της Μέσης και νεότερης ιστορίας προσέφερε την αξιολογική αποτίμηση του παρελθόντος, βασισμένη σε μια ηθικολογική αντίληψη της ιστορίας και όχι στις πηγές ή στην αρχειακή μελέτη. Ενστερνιζόμενος σε μεγάλο βαθμό το σχήμα του Κ. Παπαρρηγόπουλου, υπήρξε ο φορέας μιας διδακτικής στη σύλληψή της ιστορίας, η οποία μετέφερε σειρά από στερεότυπα: πόλεμοι, συμφωνίες και συμμαχίες, προσωπογραφίες ηγεμόνων. Η ισχνή παρουσία του στο Πανεπιστήμιο, σε συνδυασμό ενδεχομένως με τη γνωστή φιλοβασιλική του τοποθέτηση αλλά και την έλλειψη κοινωνικής δράσης, αιτιολογούν την επιλογή του ως ενός εκ των καθηγητών που απολύθηκαν το 1910.

Σελ. 206
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Η συγκρότηση της ιστορικής επιστήμης και η διδασκαλία της ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (1837-1932)
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 187
    

    ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β'

    Η ΑΚΑΔΗΜΑΪΚΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ: ΤΑ ΚΕΚΤΗΜΕΝΑ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

    Η ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΗ ΣΤΑΔΙΟΔΡΟΜΙΑ ΤΟΥ ΣΠ. ΛΑΜΠΡΟΥ

    Η είσοδος του Σπυρίδωνος Λάμπρου (1851-1919)463 ως υφηγητή στην πανεπιστημιακή κονίστρα το 1877 προσέθεσε στο διδακτικό προσωπικό τον σημαντικότερο ιστορικό του καιρού του και τον διδάσκοντα με τις πλέον συγκροτημένες ιστορικές σπουδές στο ελληνικό Πανεπιστήμιο του 19ου αιώνα. Προερχόταν άλλωστε από ένα περιβάλλον γεμάτο πνευματικές και ιστορικές ανησυχίες. Πατέρας του ήταν ο χρυσοχόος και επιφανής νομισματολόγος Παύλος Λάμπρος και ανάδοχος του ο ιστορικός Ανδρέας Μουστοξύδης, ο οποίος ζούσε στην Κέρκυρα, όπου γεννήθηκε και πέρασε τα παιδικά του χρόνια ο Λάμπρος ώσπου να έλθει στην Αθήνα. Το 1865 ίδρυσε μαζί με τα αδέλφια του τον Φιλολογικό Σύλλογο «Παρνασσός», ο οποίος διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στη μετέπειτα δημόσια πνευματική ζωή. Ο Λάμπρος φοίτησε στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών (1867-1871) και συνέχισε με μεταπτυχιακές σπουδές στα Πανεπιστήμια του Βερολίνου και της Λειψίας (1872-1875), όπου έγινε διδάκτορας με την εργασία του για τους οικιστές των ελληνικών αποικιών.464 Σε μια εποχή όπου στα γερμανόφωνα πανεπιστήμια κυριαρχούσε η ιστορική Πρωσική σχολή,465 ο Λάμπρος παρακολούθησε συστηματικά μαθήματα επιφανών εκπροσώπων της, όπως ο Τεοντόρ Μόμμσεν, ο Ντρόυζεν, ο Χάινριχ φον Τράιτσκε, ο Βίλχελμ Βάττενμπαχ καθώς και ο Ερνστ Κούρτιους

    463. Για τον Λάμπρο βλ. E. Gazi, ό.π., Γ. Χαριτάκης, «Σπυρίδων Λάμπρος - Αννα Λάμπρου»: Εις μνήμην Σπυρίδωνος Λάμπρου, Αθήνα 1935, σ. γ'-ιδ', και Δ. Σ. Μπαλάνος, «Σπυρίδων Π. Λάμπρος (1851-1919)», Ηπειρωτικά Χρονικά. Παράρτημα δεύτερον Βιογραφικόν, 1928, σ. 1-32.

    464. Σπυρίδων Λάμπρος, Τα κατά τους οικιστάς των παρ' Έλλησι αποικιών και τας αυτοίς απονεμομένας τιμάς. Dissertatio inauguralis historica, Λειψία 1873.

    465. Georg G. Iggers, The German Conception..., ό.π., a. 90-123, G.P. Gooch, ό.π., σ. 130-155, E. Gazi, ό.π., a. 29-37.