Συγγραφέας:Καραμανωλάκης, Βαγγέλης Δ.
 
Τίτλος:Η συγκρότηση της ιστορικής επιστήμης και η διδασκαλία της ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (1837-1932)
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:42
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:2006
 
Σελίδες:551
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Εκπαίδευση-Τριτοβάθμια
 
Παιδεία-Εκπαίδευση
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα, Πανεπιστήμιο Αθηνών
 
Χρονική κάλυψη:1837-1932
 
Περίληψη:Αφετηριακή υπόθεση της εργασίας αυτής είναι ότι η ιστορία συγκροτείται ως επιστήμη μέσα από την καταλυτική επίδραση εκπαιδευτικών θεσμών για την παραγωγή και τη μετάδοση της γνώσης, όπως είναι το πανεπιστήμιο. Οι θεσμοί αυτοί επιβάλλουν σε μεγάλο βαθμό στην ιστοριογραφική παραγωγή τη λογική της συγκρότησης και της λειτουργίας τους, τις αξίες που τους διέπουν, τις πρακτικές ανάδειξης κύρους και τους συσχετισμούς δύναμης που επικρατούν στο εσωτερικό τους, τις σχέσεις τους με την πολιτική εξουσία και την κοινωνία. Η πανεπιστημιακή διδασκαλία της ιστορίας κατά την περίοδο που καλύπτει το βιβλίο συνδέθηκε με μια σειρά από παράγοντες και μεταβλητές, στοιχεία που καθόρισαν και το συγκεκριμένο πλαίσιο αναφοράς : το πανεπιστημιακό περιβάλλον, η ιστοριογραφική παράδοση, τα πρόσωπα που δίδαξαν και οι αποδέκτες της διδασκαλίας τους. Στόχος της παρούσας εργασίας είναι η συνεξέταση αυτών των παραγόντων μέσα στην ευρύτερη πολιτική και κοινωνική συγκυρία από την οποία σε μεγάλο βαθμό ορίστηκαν και την οποία εντέλει επανακαθόρισαν, με άλλα λόγια θέμα του βιβλίου είναι η συγκρότηση, στον χώρο του Πανεπιστημίου Αθηνών, μιας εθνικής-επιστημονικής ιστορίας με έντονο διδακτικό χαρακτήρα, η οποία επηρέασε καθοριστικά τη συνολική ιστοριογραφική παραγωγή, λόγω της σημαίνουσας θέσης του ιδρύματος, καθώς για έναν περίπου αιώνα αποτέλεσε τον μοναδικό οργανωμένο θεσμό της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης ο οποίος παρήγε ιστορική γνώση, κατάρτιζε τους φοιτητές και προετοίμαζε τους αποφοίτους του για τη διάχυση αυτής της γνώσης, μέσω κυρίως του σχολικού δικτύου, στο ελληνικό βασίλειο και στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 43.93 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 192-211 από: 554
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/192.gif&w=600&h=915

διδασκαλία: εισιτήριοι λόγοι, λιγοστά δημοσιευμένα μαθήματα, καθώς και παραδόσεις ιστορικής γεωγραφίας (1889-1891), ελληνικής ιστορίας, ιστορίας των ανατολικών εθνών και ρωμαϊκής ιστορίας, οι οποίες διασώζονται στο αρχείο του (Ιστορικό Σπουδαστήριο Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών) 474 Έντονη είναι η παρουσία των κειμένων που αφορούν γενικότερα την παρουσία του στο Πανεπιστήμιο: οι πρυτανικοί του λόγοι, ομιλίες σε επετείους, λόγοι προς τους φοιτητές, προσφωνήσεις σε συνέδρια.

Η ΑΡΧΑΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΣΤΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΕΝΟΣ ΙΣΤΟΡΙΚΟΥ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ

Το χειμερινό εξάμηνο 1877-1878 ο νεαρός υφηγητής αφιέρωσε τον εισιτήριο λόγο του στις μελέτες που είχαν γραφεί μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης για την ελληνική ιστορία από την αρχαιότητα έως τα σύγχρονα χρόνια. Ξεκινούσε με μια γλαφυρή περιγραφή της επίδρασης των βυζαντινών λογίων στη Δυτική Ευρώπη, ενώ έδινε έμφαση στις μελέτες που είχαν γραφεί για την αρχαία ελληνική ιστορία, επαινώντας εκείνες που είχαν προκύψει από την αυτοψία, τη συλλογή και τη μελέτη των πηγών. Αναφερόταν με έμφαση στον άγγλο ιστορικό Γκρότε, στους μεγάλους γερμανούς ιστορικούς -στους οποίους περιελάμβανε και τον Μπεκ- οι οποίοι είχαν εργαστεί με αυτό τον τρόπο, όπως οι Ρίττερ, Νήμπουρ, Ντρόυζεν, Κούρτιους, υπενθυμίζοντας και τις σχέσεις μαθητείας που τον συνέδεαν με τους δυο τελευταίους, καθώς και με τον Στ. Κουμανούδη. Ο λύγος του κατέληγε, μετά από μια σύντομη αναφορά στις μελέτες που είχαν γραφεί για το Βυζάντιο και τη νεότερη Ελλάδα, σε έπαινο προς τον Κ. Παπαρρηγόπουλο, τον εθνικό ιστοριογράφο. Επρόκειτο για έναν απολογιστικό λόγο, με τον οποίο ο νέος ιστορικός οριοθετούσε το πεδίο των ιστορικών σπουδών για την ελληνική ιστορία, σκιαγραφώντας τις προοπτικές διεύρυνσής του. Δέκα χρόνια αργότερα, το 1887, ο Λάμπρος στον πρώτο εισιτήριο λόγο του ως καθηγητή επιχειρούσε προγραμματικά να θέσει τα εφόδια που ήταν αναγκαία για τη μελέτη της ιστορίας, για την εξερεύνηση του συγκεκριμένου πεδίου.476

474. Βλ. την ενότητα «Παραδόσεις»: Φλωρεντία Ευαγγελάτου-Νοταρά, «Καταλογογράφησις του αρχείου Σπ. Λάμπρου», Επιστημονική Επετηρίς Φιλοσοφικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών 25 (1978), σ. 339-341.

475. «Εισιτήριος εις το μάθημα της ελληνικής ιστορίας»: Σπ. Λάμπρος, Λόγοι και άρθρα 1887-1902, Αθήνα 1902, σ. 145-173.

476. «Εισιτήριος εις την διδασκαλίαν της Γενικής Ιστορίας εν τω Εθνικώ Πανεπιστημίω»: Στο ίδιο, σ. 174-191.

Σελ. 192
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/193.gif&w=600&h=915

Στη συλλογιστική του Λάμπρου, αντικείμενο της ιστορικής έρευνας ήταν το σύνολο των εκδηλώσεων του ανθρώπινου βίου: η κοινωνική και ιδιωτική ζωή, η τέχνη, η φιλολογία, το εμπόριο κ.ά. Η ιστορία αποτελούσε πλέον τη «φυσιολογία» των λαών, όχι την «παθολογία» τους, όπως τα προηγούμενα χρόνια, όταν εξέταζε μόνο τα έκτακτα φαινόμενα (πόλεμοι, συνθήκες κ.ά.). Η ιστορική έρευνα όφειλε να προσεγγίσει όχι μόνο τον εξωτερικό κόσμο, όπως οι φυσικές επιστήμες, μα κυρίως τον ηθικό, μέσω και πάλι της προσέγγισης του αισθητού κόσμου.477 Κύριο έργο του ιστορικού ήταν: Η όσον ενεστι πλήρης περισυναγωγή της ύλης, η κριτική αυτής ανακάθαρσις, ο διά της εν ανάγκη ιστορικής αναλογίας πλουτισμός της υπαρχούσης και η ψυχολογική μελέτη των υπό εξέτασιν ιστορικών φαινομένων [...].478 Το σημαντικότερο όλων ήταν η αμεροληψία, η δύναμη και η θέληση του να βρει την αλήθεια. Αλήθεια που, όπως και στους δασκάλους του Λάμπρου, συνυφαινόταν απόλυτα με τα εθνικά δίκαια.

Ο αισιόδοξος λόγος του καθηγητή της Αρχαίας ιστορίας για την ιστορική έρευνα συνδεόταν με τη γενικότερη πίστη του στην εξέλιξη των επιστημών, ιδιαίτερα των φυσικών. Η μελέτη των πρωτογενών πηγών αποτελούσε το κλειδί για την ιστορική έρευνα, η εμπειρική προσέγγισή τους ήταν η ασφαλέστερη, σε έναν αιώνα εξόχως εμπειρικό, ο οποίος χαρακτηριζόταν από την πρόοδο των φυσικών επιστημών, βασισμένη στην αυτοψία και στο πείραμα.479

Η αναφορά στις ανακαλύψεις και στα σημαντικά επιτεύγματα της επιστήμης ανταποκρινόταν στην πάγια αντίληψη του καθηγητή για την αξία των τεχνικών μέσων και μεθόδων στην ιστορική έρευνα, μέσω των οποίων γινόταν οικείο το άγνωστο, το αχαρτογράφητο. Σε αυτό το πλαίσιο μελετούσε και δίδασκε και την αρχαία ιστορία. Εκκινώντας από τη στροφή του δυτικοευρωπαϊκού ενδιαφέροντος προς τους λαούς της Ανατολής, ο Λάμπρος μιλούσε -στον εισιτήριο λόγο του στο Πανεπιστήμιο αναφορικά με την ιστορία των ανατολικών εθνών- για μια σειρά από επιτεύγματα της ιστορικής επιστήμης που αναδείκνυαν και αποκρυπτογραφούσαν τον ασιατικό πολιτισμό. Οι ανακαλύψεις οδηγούσαν στην αναγέννηση και στην κατάκτηση εκ νέου της αρχαίας Ανατολής, η οποία είχε καλυφθεί από τη σκόνη και τα ερείπια χιλιετηρίδων, από τον βαρύ πέπλο μακραίωνης αμάθειας. Ο ιστορικός εναρμονιζόταν με ένα γενικότερο ρεύμα «ανακάλυψης» της Ανατολής, που έκανε έντονη την παρουσία του στη δυτική σκέψη, ιδιαίτερα το δεύτερο μισό του 19ου αι-

477. Στο ίδιο, σ. 175-176.

478. Στο ίδιο, σ. 189.

479. Στο ίδιο, σ. 175.

Σελ. 193
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/194.gif&w=600&h=915

αιώνα. Το ρεύμα αυτό, χωρίς να αμφισβητεί την υπεροχή του δυτικοευρωπαϊκού πολιτισμού, επεσήμαινε και την αξία του «αλλότριου» πολιτισμού.480 Στην ανάγνωση του Λάμπρου ο ανατολικός πολιτισμός συνδεόταν με τον ελληνικό, ήταν ο «αδελφός» του. Οι αρχαίοι λαοί της Μικράς Ασίας ήταν οι κτήτορες και κύριοι των χωρών, εις ων τας ακτάς εύρε ζηλωτόν όρμον η ελληνική τόλμη [...] Είναι τα έθνη μεθ' ων εδέησε να συνδεθή ως αδελφός ο ελληνισμός ή καθ' ων εχρειάσθη να παλαίση επί μακρόν ως πολέμιος [,..].481 Στο πλαίσιο της εξέλιξης των πολιτισμών, ο ελληνικός πολιτισμός ήταν το επόμενο σκαλοπάτι μετά τον ανατολικό, με τον οποίο συνδέθηκε με πολύπλοκες σχέσεις και ανταλλαγές, κορύφωση των οποίων υπήρξαν οι Περσικοί Πόλεμοι. Προεκτείνοντας το σχήμα της διάχυσης, ο Σπ. Λάμπρος αναφερόταν, όπως άλλωστε και ο Ντρόυζεν, στη μεταφορά του ελληνικού πολιτισμού και πάλι στην Ανατολή, χάρη στις κατακτήσεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου και στη συνάντησή του με τον χριστιανισμό, μέσω του οποίου μεταφέρθηκε στο Βυζάντιο 482

Η προσέγγιση της αρχαίας Ελλάδας συνδεόταν με την προβολή της διάστασής της ως έθνους και ως κρατικής οντότητας. Σημειώνω το στοιχείο αυτό και στην πιο ολοκληρωμένη απόπειρα του Σπ. Λάμπρου να γράψει αρχαία ιστορία: πρόκειται για τους δύο πρώτους τόμους της Ιστορίας της Ελλάδος.483 Παρ' όλο που η έκδοση, στο πνεύμα της εκλαΐκευσης, δεν περιείχε υποσημειώσεις, παραπομπές και βιβλιογραφία, όπως τόνιζε ο ιστορικός ήταν βασισμένη σε αρχειακές πηγές και τεκμήρια, εξ ου και η απόφαση του να σταματήσει -παρά τις αρχικές εξαγγελίες του για μια ιστορία του ελληνικού έθνους από τα αρχαία έως τα νεότατα χρόνια- στην Άλωση.

Σε αντίθεση με τον Παπαρρηγόπουλο, ο Λάμπρος προσανατόλισε το έργο

480. Βλ. και Edward W. Said, Οριενταλισμός, μτφ.: Φώτης Τερζάκης, Αθήνα, Νεφέλη, 1996, σ. 141-240.

481. «Εναρκτήριον μάθημα εις την ιστορίαν της αρχαίας ανατολής»: Σπυρίδων Λάμπρος, Λόγοι..., ό.π., σ. 205.

482. Σπυρίδων Λάμπρος, Ιστορία της Ελλάδος μετ ' εικόνων από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι της αλώσεως της Κωνσταντινουπόλεως, Α', Αθήνα, «Ελευθερουδάκης», 1886, σ. 18.

483. Ο πρώτος τόμος εκδόθηκε το 1886 και ο δεύτερος δύο χρόνια αργότερα. Οι τόμοι αυτοί ήταν αφιερωμένοι στην αρχαία Ελλάδα από τα προϊστορικά χρόνια έως την άλωση της Κορίνθου. Ακολούθησε ο τρίτος τόμος, το 1892, για τη ρωμαϊκή κυριαρχία και την ίδρυση του Βυζαντίου, ενώ ο τέταρτος (1898), ο πέμπτος (1902) και ο έκτος (1908) εξιστορούσαν τα της βυζαντινής ιστορίας έως την άλωση του 1453. Η αναλογία που ακολούθησε ο Λάμπρος στο έργο του ήταν ενδεικτική των ιστορικών του ενδιαφερόντων: δύο τόμοι για την αρχαία ελληνική ιστορία, μισός για τη ρωμαϊκή ιστορία και οι υπόλοιποι αφιερωμένοι στο Βυζάντιο.

Σελ. 194
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/195.gif&w=600&h=915

του στην ιστορία του τόπου. Ο γεωγραφικός προσδιορισμός ήταν πολύ έντονος. Επρόκειτο για μια οπισθόδρομη ανάγνωση, η οποία σε μεγάλο βαθμό ορίστηκε από τα σύγχρονα με τον Λάμπρο σύνορα του ελληνικού βασιλείου. Στο επίκεντρο της πολύτομης ιστορίας του ήταν ή γενική εικόνα του τμήματος εκείνον των ελληνικών χωρών, το οποίον υπήρξεν τρόπον τινά η μητρόπολις του ελληνισμού. Είνε δε τούτο η χώρα η κείμενη προς νότον του κόλπου της Άρτας, του Αμβρακικού λεγομένου, εκ δυσμών και των εκβολών του Πηνειού προς ανατολάς. Ταύτην εθεώρουν κυρίως Ελλάδα οι γεωγράφοι της αρχαιότητος. Της χώρας ταύτης η φύσις συνήργησεν ουσιωδώς εις την χαρακτηριστικωτάτην διαμόρφωσιν του βίου των Ελλήνων. Η χώρα αύτη υπήρξεν η γη εν η ετελέσθησαν επιφανέστατοι αγώνες του ελληνικού. Η χώρα αύτη υπήρξεν η εστία εξ ης διαδοθείς ο ελληνισμός εξημέρωσε και αυτούς τους βαρβάρους, υπό δε την επίδρασιν του χριστιανισμού νέον τύπον λαβών ίδρυσεν εκτεταμένον χιλιοετές βασίλειον. Η χώρα αύτη τέλος υπήρξεν εκείνη ην η θεία πρόνοια, ότε πέπλος δουλείας βαρύς εκάλυψε την πάσαν Ελλάδα, ώρισεν ως πυρήνα της νέας ελευθερίας [...].484

Η επικέντρωση στην επικράτεια του σημερινού ελληνικού κράτους δεν σήμαινε την απεμπόληση του δικαιώματος του έθνους για τα εδάφη που βρίσκονταν εκτός της : Αλλ' έπειτα Ελλάδα ονόμαζον οι αρχαίοι όλα τα μέρη τα κατοικούμενα υπό των Ελλήνων. Ούτω δ' ή Ελλάς εν τη ιστορία εκτείνεται και εις την Ήπειρον και εις την Θράκην και εις την Μακεδονίαν και εις την Μικράν Ασίαν. Ου μόνον δ' εκεί, αλλ' απανταχού όπου κατώκησαν Έλληνες, απανταχού όπου διεδόθη ο ελληνικός πολιτισμός υπήρξεν Ελλάς.is5 Επρόκειτο για ελληνική γη, καθώς εκεί κατοίκησαν οι γονείς των σημερινών Ελλήνων. Ήταν χαρακτηριστική η επίκληση της οικογένειας, που ενίσχυε τους στενούς δεσμούς του έθνους με τη γη: Ως αι αναμνήσεις οικογενείας συνδέονται προς τους τόπους εν οις κατώκησαν οι γονείς [...] ούτω και η ιστορία παντός έθνους συνδέεται αναποσπάστως προς την χώραν εν η τούτο το έθνος έχει τας οικήσεις αυτού. Η δε γνώσις του χαρακτήρος της χώρας ταύτης εινε αναγκαιοτάτη εν τη μελέτη της ιστορίας καθ' όσον συνήθως η περιστοιχίζουσα τον άνθρωπον φύσις επιδρά αισθητώς επί τας τύχας αυτού. Πολλά ιστορικά γεγονότα, πολλά φαινόμενα του έθνους τινός εξηγούνται εκ της φύσεως της χώρας εν η κατοικεί.486 Το εγχείρημά του, σημαντικό τμήμα του οποίου είχε γραφεί στα χρόνια των τρικουπικών κυβερνήσεων, εμφορούνταν από την ιδέα της εσωτερικής ανάπτυξης, της μελέτης του οικείου χώρου, όπως καθο-

484. Σπυρίδων Λάμπρος, ό.π., σ. 4.

485. Στο ίδιο, σ. 3.

486. Στο ίδιο.

Σελ. 195
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/196.gif&w=600&h=915

καθοριζόταν από τα σύνορα του νέου κράτους. Η αντίληψη αυτή δεν ήταν νέα. Τη συναντάμε στα έργα των μεγάλων ξένων ιστορικών που ασχολήθηκαν με την ελληνική αρχαιότητα, οι οποίοι εστίασαν στον κυρίως ελλαδικό χώρο. Καθώς όμως η Ιστορία του Λάμπρου αποτελεί το δεύτερο σημαντικό εγχείρημα συγγραφής μιας ενιαίας ιστορίας του ελληνικού έθνους, η σύγκριση με τον Παπαρρηγόπουλο, ο οποίος εστίασε το ενδιαφέρον του στη μεγάλη διασπορά του αρχαίου ελληνισμού στον χώρο, ήταν πολύ έντονη.

Η πανεπιστημιακή διδασκαλία της αρχαίας ελληνικής περιόδου από τον Λάμπρο , σε αντίθεση με τον Παπαρρηγόπουλο, που τη δίδασκε στο σύνολό της και σε όλη την ιστορική διαδρομή της, επικεντρώθηκε σε συγκεκριμένες «στιγμές» και θέματα: οι Περσικοί Πόλεμοι, οι αποικίες, ο αιώνας του Περικλή, ο Μέγας Αλέξανδρος και οι διάδοχοι του. Όπως υποστήριζε στον εισιτήριο λόγο του ως υφηγητή το 1878,487 η τμηματική, η μονογραφική παράσταση της ιστορίας -ιδιαίτερα για την ελληνική, την οποία οι φοιτητές είχαν διδαχθεί στο σύνολό της στο γυμνάσιο- ήταν η μόνη αρμόζουσα. Η προσέγγιση αυτή χώλαινε ως προς το ότι δεν έδινε ενιαία εικόνα του ελληνισμού στον φοιτητή, ούτε τη δυνατότητα να εξετάσει φιλοσοφικά τον συνολικό προορισμό του. Τα μειονεκτήματα αυτά όμως θεραπεύονταν στα οικεία μαθήματα της φιλοσοφίας της ιστορίας και της ιστορίας του ελληνικού έθνους. Τα πλεονεκτήματα στη μονογραφική παράσταση της ιστορίας υπερτερούσαν: ο περιορισμός της έρευνας βοηθούσε την αναλυτικότερη προσέγγιση των πηγών, επέτρεπε να εργαστούν οι φοιτητές μαζί με τον διδάσκοντα ώστε να γνωρίσουν τεχνικές προσπέλασής τους, να αναπλάσουν την εικόνα του παρελθόντος με βάση τα τεκμήρια. Η έδρα της Ιστορίας μεταβαλλόταν σε μελετητήριον, όπου η έρευνα εκτυλίσσεται μπροστά στα μάτια όσων συμμετέχουν. Το ιστορικό πόρισμα περιείχε τα σωζόμενα λείψανα αλλά και την εργασία των ιστορικών, οι οποίοι ερευνούσαν, συναρμολογούσαν, συμπλήρωναν τις πηγές, αναπλάθοντας την εικόνα του παρελθόντος.488

Εάν αυτή η μέθοδος διδασκαλίας, κοινή, όπως θα δούμε στη συνέχεια, και στις φροντιστηριακές παραδόσεις του, ήταν η πλέον κατάλληλη για την πάτρια ιστορία, δεν συνέβαινε το ίδιο με την αρχαία ανατολική ιστορία και τη ρωμαϊκή. Σε αυτές τις περιπτώσεις ο Λάμπρος δίδασκε τις μεγάλες περιόδους, το σύνολο της ιστορίας τους, καθώς αφενός οι φοιτητές δεν την είχαν ποτέ διδαχθεί, αφετέρου ο ίδιος ο καθηγητής, απορροφημένος από τη συγγραφή του πολύτομου έργου του για την ελληνική ιστορία, δεν είχε προχωρήσει

487. «Ο αιών του Περικλέους»: Σπ. Λάμπρος, Μικταί σελίδες, Αθήνα 1905, σ. 243-257.

488. Στο ίδιο, σ. 243-244.

Σελ. 196
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/197.gif&w=600&h=915

σει σε πρωτογενή έρευνα. Το 1893-1894 κυκλοφόρησαν οι δύο τόμοι της μετάφρασης του έργου του Φραντσέσκο Μπερτολίνι για τη ρωμαϊκή ιστορία.489 Όπως επεσήμανε ο Λάμπρος, η επιλογή του συγγράμματος, προορισμένου για κάθε φιλίστορα, ιδιαίτερα τους φοιτητές, είχε γίνει λόγω της γλαφυρότητας του έργου αλλά και της αρχειακής τεκμηρίωσής του.490 Επρόκειτο για μια πολιτική κατά κύριο λόγο ιστορία της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, η οποία ξεκινούσε από τα αρχαιότατα χρόνια για να καταλήξει στο 476 μ.Χ. και στην πτώση του δυτικού της τμήματος.

Στη διδασκαλία της αρχαίας ιστορίας από τον Λάμπρο κυριάρχησε το τρίσημο σχήμα όπως είχε παραδοθεί από τη γενική ιστορία: ιστορία των αρχαίων εθνών - ελληνική ιστορία με προέκταση στη μακεδόνικη - ρωμαϊκή ιστορία. Το σχήμα αυτό, το οποίο διαμορφώθηκε στον 18ο και στον 19ο αιώνα, βασίστηκε στην αλληλοδιαδοχή των αυτοκρατοριών και των πολιτισμών. Η διαδοχή αυτή δεν διαμορφώθηκε αποκλειστικά με βάση τη χρονολογική κατάταξη αλλά κυρίως με κριτήρια στρατιωτικής και πολιτικής κυριαρχίας και μεταφοράς της πολιτισμικής ισχύος. Η μετάβαση από τον πολιτισμό των αρχαίων ανατολικών εθνών σε εκείνον του ελληνικού κόσμου, η κατάκτηση του τελευταίου από τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και η διάχυση του πολιτισμού του σε όλο το Imperium αποτελούσαν στοιχεία μιας εξελικτικής πορείας που οδηγούσε στην πρόοδο, σύμφωνα και με την εγελιανή φιλοσοφία.491 Το σχήμα κυριάρχησε στην ευρωπαϊκή ιστοριογραφία για μεγάλο χρονικό διάστημα, στο μέτρο που έθετε στο επίκεντρο την ελληνορωμαϊκή αρχαιότητα, αναδεικνύοντας την υπεροχή του δυτικού πολιτισμού έναντι των υπολοίπων. Η λειτουργικότητα και η ανταπόκρισή του και στα αιτούμενα της εθνικής ιστορίας ενίσχυσε την κυριαρχία του και κατά τα μεταγενέστερα χρόνια στη διδασκαλία της ιστορίας στο Εθνικό Πανεπιστήμιο. Κατ' αρχάς η αρχαία ελληνική ιστορία διευρύνθηκε προς τα πίσω, με την προσθήκη των προϊστορικών χρόνων, και προς τα εμπρός, με την ενσωμάτωση των χρόνων του Μεγάλου Αλεξάνδρου και της ελληνιστικής περιόδου. Παράλληλα, στη διδασκαλία της αρχαίας ιστορίας η ιστορία των ανατολικών εθνών θεωρήθηκε κυρίως ο προθάλαμος της ελληνικής ιστορίας, το προστάδιο στο οποίο προετοιμάστηκαν στοιχεία όπως το αλφάβητο, που αργότερα στην ελληνορωμαϊκή περίοδο βρήκαν την

489. Φραγκίσκος Βερτολίνη, Ρωμαϊκή ιστορία, από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι καταλύσεως της Δυτικής Αυτοκρατορίας, 2 τ., μτφ.: Σπ. Λάμπρος, Αθήνα, Βιβλιοθήκη Μαρασλή, 1893-1894.

490. Στο ίδιο, σ. ε'-ζ'.

491. Δημήτρης Κυρτάτας, «Από τη σκοπιά της παγκόσμιας ιστορίας», ό.π., σ. 28-30.

Σελ. 197
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/198.gif&w=600&h=915

πλήρη ανάπτυξη τους. Τέλος, η αναφορά στην τεράστια εκπολιτιστική δύναμη του αρχαίου ελληνισμού και στη δυναμική εμφάνισή του στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία επέτρεπε την αναφορά σε μια αυτοκρατορία σε μεγάλο βαθμό εξελληνισμένη, στην κατάκτηση των κατακτητών από τους υπόδουλους. Στην πραγματικότητα η μη πρωτογενής ενασχόληση των ελλήνων ιστορικών με τη ρωμαϊκή ιδιαίτερα περίοδο τους οδηγούσε να υιοθετούν, μέσω κυρίως των μεταφράσεων, σχήματα και αφηγήσεις που απείχαν από τις προγραμματικές τους θέσεις για την ιστορία του ελληνικού έθνους. Στη μετάφραση του Μπερτολίνι,η δημιουργία της Κωνσταντινούπολης, ο Μέγας Κωνσταντίνος, τα χρόνια έως το 476 μ.Χ. εντάσσονται αρμονικά στη ρωμαϊκή ιστορία, χωρίς καμιά αναφορά στην ελληνικότητα της βυζαντινής ιστορίας. Το ίδιο συνέβαινε την περίοδο αυτή και στη βραχυχρόνια διδασκαλία του υφηγητή Δημητρίου Καλοποθάκη, ο οποίος προσέφερε για πρώτη φορά ως αυτόνομο αντικείμενο διδασκαλίας την ιστορία του Μεγάλου Αλεξάνδρου, ιδιαίτερα των επιγόνων του.

Ο Δημήτριος Καλοποθάκης και η αρχαιότητα

Ο Δημήτριος Καλοποθάκης (1867-1946)492 δίδαξε Ιστορία των διαδόχων τον Μεγάλου Αλεξάνδρου μέχρι της ρωμαϊκής ιστορίας και ρωμαϊκή ιστορία. Ήταν ο μόνος διδάσκων Ιστορίας την περίοδο αυτή που δεν ήταν χριστιανός ορθόδοξος. Όπως και ο πατέρας του, Μιχαήλ, που εξέδιδε την εφημερίδα Ο Αστήρ της Ανατολής, ο Δ. Καλοποθάκης ήταν επίλεκτο μέλος της ελληνικής ευαγγελικής κοινότητας. Μετά το τέλος των εγκύκλιων σπουδών του στην Αθήνα, ο Καλοποθάκης συνέχισε τις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ για τρία χρόνια (δεν υπήρξε άλλος διδάσκων ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών τον 19ο αιώνα που να είχε σπουδάσει στην Αμερική, γεγονός που πρέπει να αποδοθεί στις στενές σχέσεις του πατέρα του με τους εκεί ευαγγελιστές) ,493 ενώ ακολούθησαν μεταπτυχιακές σπουδές στο Βερολίνο. Μόλις επέστρεψε στην Ελλάδα ανέλαβε ανταποκριτής των Times του Λονδίνου έως το 1900.

492. Βλ. Ν. Θ. Μ(πουγάτσος), «Δημήτριος Καλαποθάκης», θρησκευτική και Ηϋική Εγκυκλοπαίδεια, Αθήνα, Εκδ. Α. Μαρτίνος, 1965, τ. 7, σ. 211.

493. Ο Μιχαήλ Καλοποθάκης είχε σπουδάσει θεολογία στη Νέα Υόρκη, όπου και έγινε πάστορας. Υπήρξε οπαδός του Ιωνά Κινγκ και αφιέρωσε όλη του τη ζωή στην οργάνωση και στη διάδοση της ευαγγελικής πίστης στην Ελλάδα, γεγονός που προκάλεσε τις αντιδράσεις της Ιεράς Συνόδου. Εξέδιδε την εφημερίδα Αστήρ της Ανατολής από το 1858. Ήταν ακόμη μέλος του «Παρνασσού» και εταίρος της Αρχαιολογικής Εταιρείας. Βλ. Ν. Θ. Μ(πουγάτσος), «Μιχαήλ Καλοποθάκης», στο ίδιο.

Σελ. 198
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/199.gif&w=600&h=915

Δεν διαθέτουμε πληροφορίες για τη βραχυχρόνια διδασκαλία του. Το συγγραφικό ιστορικό του έργο είναι μικρό - πρόκειται στην πραγματικότητα για τις εργασίες που συνέγραψε προκειμένου να λάβει τους ακαδημαϊκούς του τίτλους: η διατριβή του (De Thracia provincia Romana), η οποία εκδόθηκε το 1893 στο Βερολίνο, καθώς και η διατριβή του επί υφηγεσία.494 Τα ίδια συγγράμματα κατέθεσε και το 1912 για την υποψηφιότητά του στη θέση του καθηγητή της Μέσης και νεότερης ιστορίας.495 Εκτός από αυτά υπέβαλε και τρία αρθρίδια (δημοσιευμένα στο Dizionario Epigrafico di Antichità Romane με διευθυντή τον καθηγητή Έττορε ντε Ρουτζέρο στη δεκαετία του 1890), τα οποία δεν υπερέβαιναν τις επτά σελίδες όλα μαζί και, σύμφωνα με τον εισηγητή Ανδρέα Σκιά, ήταν μάλλον αρχαιολογικού παρά ιστορικού χαρακτήρα. Δεν έχω εντοπίσει άλλες δημοσιευμένες ιστορικές εργασίες του Καλοποθάκη, ο οποίος άλλωστε μετά την παραίτησή του από την υφηγεσία περιορίστηκε στον χώρο της δημοσιογραφίας, ενώ έπειτα από τον θάνατο του πατέρα του συνέχισε να εκδίδει τον Αστέρα της Ανατολής,496

Η πανεπιστημιακή του διδασκαλία, όπως εύλογα μπορούμε να υποθέσουμε, πρέπει να ήταν συνδεδεμένη με το συγγραφικό του έργο. Η εκδοθείσα στα ελληνικά υφηγεσία του είναι μια ολιγοσέλιδη (σαράντα μία σελίδες) εργασία, η οποία περιορίζεται αυστηρά στη ρωμαϊκή ιστορία, επιχειρώντας να απαντήσει σε ερωτήματα αναφορικά με τη φύση της διοίκησης ή τον χρονικό προσδιορισμό του χωρισμού της πολιτικής από τη στρατιωτική εξουσία στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα είναι η τεκμηρίωσή της, η οποία βασίστηκε σε ένα ευρύ σώμα πηγών αρχαίων συγγραφέων αλλά και αρχαιολογικών ευρημάτων, με την παράλληλη χρήση και δευτερογενούς, γερμανικής κατά μείζονα λόγο, βιβλιογραφίας. Δεν υπάρχει καμία αναφορά σε έλληνα νεότερο ιστορικό, ούτε και γενικότερα στην ελληνική ιστορία. Επισημαίνω ακόμη την αντιμετώπιση του Μεγάλου Κωνσταντίνου ως ρωμαίου αυτοκράτορα, σε μια εποχή που σε ένα μεγάλο μέρος της ελληνικής ιστοριογραφικής παραγωγής θεωρούνταν έλληνας αυτοκράτορας.

494. Δημήτριος Μ. Καλοποθάκης, Ο χωρισμός στρατιωτικής και πολιτικής εξουσίας και η ρωμαϊκή διοίκησις παρά τον κάτω Δούναβιν. Διατριβή επί υφηγεσία, Αθήνα, Βασιλικόν Τυπογραφείον Ν. Γ. Ιγγλέση, 1894.

495. Βλ. εδώ, σ. 293-294.

496. Ο Δ. Καλοποθάκης εργάστηκε ως ανταποκριτής εφημερίδας του Λονδίνου (1904-1920). Το 1913 διορίστηκε γραμματέας στην πρεσβεία των ΗΠΑ, ενώ υπηρέτησε ως διευθυντής του τμήματος Τόπου του υπουργείου των Εξωτερικών (19201930): Ν. Θ. Μ(πουγάτσος), «Δημήτριος Καλαποθάκης», ό.π.

Σελ. 199
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/200.gif&w=600&h=915

Ας επιστρέψουμε στον Σπ. Λάμπρο. Παρά τη συστηματική διδασκαλία της αρχαίας ιστορίας από τον καθηγητή, το μεγαλύτερο, πιο ενδιαφέρον και καινοτόμο μέρος της πανεπιστημιακής του σταδιοδρομίας αφιερώθηκε στο φροντιστήριο. Η ενασχόλησή του αυτή, απόρροια του γεγονότος ότι είχε καταλάβει μια πανεπιστημιακή έδρα που στην πραγματικότητα δεν ανταποκρινόταν στα ερευνητικά του ενδιαφέροντα, επιχειρήθηκε να δικαιολογηθεί από τους μαθητές του. Όπως σημείωνε ο παλαιός μαθητής και μετέπειτα συνάδελφος του φιλόλογος Ανδρέας Σκιάς, παρ' όλο που ο Λάμπρος θα μπορούσε να διαπρέψει στην αρχαία φιλολογία και ιστορία, αφιέρωσε το ερευνητικό και συγγραφικό του έργο στη μεσαιωνική και νεότερη ελληνική ιστορία. Και τούτο διότι η ελληνική αρχαιότητα αποτελούσε αντικείμενο μελέτης και θαυμασμού των αλλοεθνών, ενώ αντιθέτως η μεσαιωνική και νεότερη περίοδος ενδιέφερε μόνο τους Έλληνες, οι οποίοι θα μπορούσαν να βρουν και να διδάξουν την ιστορική αλήθεια για μια περίοδο στην οποία συντελέστηκε η εθνική συνένωση ολόκληρου του ελληνισμού.497 Σε αυτές τις δύο περιόδους άλλωστε αφιέρωσε κατά κύριο λόγο και τη φροντιστηριακή του διδασκαλία.

497. Βλ. και Ανδρέας Ν. Σκιάς, «Σπυρίδων Π. Λάμπρος», Νέος Ελληνομνήμων 14 (1917/1920), σ. 120-121.

Σελ. 200
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/201.gif&w=600&h=915

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ'

ΔΙΔΑΣΚΟΝΤΑΣ ΣΧΟΛΙΚΑ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΑ: Η ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΗ ΚΑΙ ΝΕΟΤΕΡΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ Δ. ΠΑΤΣΟΠΟΥΛΟΥ

Ο Δημήτριος Πατσόπουλος (1845-1920)498 υπήρξε ένας από τους μακροβιότερους καθηγητές Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Γεννημένος στην Ανδρίτσαινα της Ολυμπίας, απόφοιτος της Φιλοσοφικής και της Νομικής Σχολής της Αθήνας, ξεκίνησε τη σταδιοδρομία του το 1867 ως βοηθός στην Εθνική Βιβλιοθήκη. Με υποτροφία της ελληνικής κυβέρνησης μετέβη το 1870 για τρία χρόνια στη Γερμανία, ώστε να παρακολουθήσει μαθήματα βιβλιοθηκονομίας. Με την οικονομική ενίσχυση και του Πανεπιστημίου499 παρέμεινε τελικά έξι χρόνια στο εξωτερικό, όπου παρακολούθησε πανεπιστημιακά φιλολογικά μαθήματα. Μετά την επιστροφή του το 1876, δίδαξε στο Γ' Γυμνάσιο Αθηνών. Διορίστηκε καθηγητής στο Πανεπιστήμιο χωρίς να διαθέτει προϋπηρεσία ως υφηγητής ούτε σημαντικό συγγραφικό έργο.500 Στο πρόγραμμα του θερινού εξαμήνου 1881-1882 εμφανιζόταν να διδάσκει Ιστορίαν των νεωτέρων χρόνων,501 σύντομα όμως απολύθηκε λόγω των διαταγμάτων του 1882 για την εκλογή των καθηγητών. Επέστρεψε στο γυμνάσιο, περιμένοντας την ευκαιρία

498. Βλ. «Πατσόπουλος Δημήτριος», ΜΕΕ, Αθήνα 1927, τ. 19, σ. 806, Ιωάννα Λαλιώτου, «Δημήτριος Πατσόπουλος», ανακοίνωση στα Σεμινάρια της Ερμούπολης (Ιούλιος 1992), καθώς και τον σχετικό φάκελο: Δ. Αντωνίου, Τρ. Σκλαβενίτης, Οι λειτουργοί της Ανώτατης..., ό.π.

499. Βλ. τις συνεδριάσεις της Συγκλήτου για την ενίσχυση και συνέχιση των σπουδών του στις 9 Νοεμβρίου 1871, 18 Φεβρουαρίου και στις 17 Νοεμβρίου 1872.

500. Σε υπηρεσιακό σημείωμα του υπουργείου Παιδείας για τον Δημήτριο Πατσόπουλο, όταν υπηρετούσε ως καθηγητής γυμνασίου τη δεκαετία του 1870, υπάρχει η αόριστη αναφορά σε φιλοσοφικές και φιλολογικές πραγματείες του, οι οποίες είχαν δημοσιευθεί στην Εφημερίδα των Φιλομαθών, και σε μια ανέκδοτη πραγματεία του για την Επικούρεια σχολή στην Αθήνα, η οποία, από όσο γνωρίζω, δεν δημοσιεύθηκε ποτέ. (Στοιχεία από τον φάκελο του Δ. Πατσόπουλου στο ερευνητικό πρόγραμμα των Δ. Αντωνίου, Τρ. Σκλαβενίτη, ό.π.)

501. Ο Καρολίδης τον κατηγόρησε ότι δεν δίδαξε ποτέ. Βλ. Παύλος Καρολίδης, Ο (ψηφισμένος καθηγητής Δ. Πατσόπουλος. Υπόμνημα του υφηγητού της Γεν. Ιστορίας προς τον κοσμήτορα της Φιλοσοφικής Σχολής Ιωάννην Χατζηδάκιν, Αθήνα 1891, σ. 3-4.

Σελ. 201
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/202.gif&w=600&h=915

για να επανέλθει στην πανεπιστημιακή έδρα, κάτι που δεν άργησε να συμβεί με την εκλογή του το 1886.

Παρά την εκλογή του, ο Πατσόπουλος, για λόγους που δεν γνωρίζουμε, ξεκίνησε τη διδασκαλία του μόλις το 1891. Απολύθηκε το 1910.502 Στα είκοσι περίπου χρόνια πανεπιστημιακής παρουσίας του δίδαξε αδιατάρακτα γενική, μεσαιωνική, νεότερη και νέα ιστορία. Προσέφερε δύο μαθήματα εβδομαδιαίως (από τα οποία το ένα φροντιστηριακό), διάρκειας πέντε-έξι ωρών, προσπαθώντας να καλύψει την ύλη του μαθήματος σε δύο χρόνια.503

Δεν έχω εντοπίσει κάποια αναφορά ή πληροφορία για τη διδασκαλία του Δ. Πατσόπουλου. Το ερευνητικό του έργο ήταν μικρό έως ανύπαρκτο, ενώ η συγγραφική του δραστηριότητα πριν αλλά και μετά την εκλογή του επικεντρώθηκε στη συγγραφή εγχειριδίων για τη μέση εκπαίδευση : δύο εγχειρίδια ιστορίας για τα ρωμαϊκά χρόνια (1889,1901), ένα εγχειρίδιο για την ιστορία των νέων και νεότατων χρόνων (1886, επανέκδοση 1891), καθώς και τρία εγχειρίδια παγκόσμιας και ελληνικής φυσικής και πολιτικής γεωγραφίας, τα οποία κυκλοφόρησαν το 1909, έναν χρόνο πριν την απόλυσή του από το Πανεπιστήμιο (βλ. την εργογραφία του). Μοναδική εξαίρεση ιστορικής μελέτης αποτέλεσε μια μικρή μονογραφία για τις σχέσεις Βυζαντινών και Φράγκων, τη συνέχεια της οποίας είχε αναγγείλει, χωρίς όμως να την πραγματοποιήσει.504 Προετοίμαζε ακόμη την έκδοση σχολικού εγχειριδίου ιστορίας των ανατολικών εθνών, της αρχαίας Ελλάδας και των μεσαιωνικών χρόνων, το οποίο δεν εκδόθηκε ποτέ.505 Το γνωστό, λοιπόν, συγγραφικό του έργο που αφορούσε τη διδασκαλία του περιορίστηκε στο μελέτημά του για τη σχέση των Βυζαντινών και των Φράγκων, καθώς και στο σχολικό εγχειρίδιο για τα νέα και νεότατα χρόνια. Το έτος έκδοσης και των δύο (1886) ενδεχομένως συνδεόταν με την εκλογή του στην έδρα της Ιστορίας των μέσων και νεωτέρων χρόνων. Το 1882 η υποψηφιότητά του είχε απορριφθεί λόγω της έλλειψης συγγραφικού έργου, ενώ το 1912, σε μια νέα υποψηφιότητα, περιορίστηκε για άλλη μια φορά στην κα-

502. Βλ. εδώ, σ. 276.

503. Σε υπόμνημα του προς τον τότε κοσμήτορα Σπ. Λάμπρο (ακαδημαϊκό έτος 1894-1895), ο ιστορικός υποστήριζε ότι δεν επαρκούσε η διετία για την ολοκλήρωση της ύλης της γενικής ιστορίας και έπρεπε να προστεθεί ένας ακόμη χρόνος. Βλ. Ιω. Λαλιώτου, ό.π., σ. 3.

504. Δημήτριος Πατσόπουλος, Μεσαιωνικόν μελέτημα. Φράγκοι και Βυζάντιον, ιδίως επί Καρόλου του Μεγάλου και Ειρήνης, Αθήνα, Τυπογραφείον «Ο Παλαμήδης», 1886, σ. 80.

505. Βλ. τον «Πρόλογο» στο Εγχειρίδιον της Γενικής Ιστορίας προς χρήσιν των Γυμνασίων. Ιστορία των Ρωμαίων. Κατά το τελευταίον πρόγραμμα του Υπουργείου της Παιδείας, Αθήνα, Τυπογραφείον Αλεξάνδρου Παπαγεωργίου, 1889, σ. 3.

Σελ. 202
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/203.gif&w=600&h=915

κατάθεση των σχολικών συγγραμμάτων του, όπως επισημάνθηκε από τους κριτές του.506 Την πιθανότητα χρήσης των εγχειριδίων του στην πανεπιστημιακή διδασκαλία ενισχύει και η εξαγγελία της καταλληλότητάς τους όχι μόνο για τους μαθητές και τους καθηγητές, αλλά και για κάθε ενδιαφερόμενο λόγιο.507 Το μελέτημά του για τις σχέσεις Βυζαντινών και Φράγκων την περίοδο του Καρλομάγνου και της αυτοκράτειρας Ειρήνης σέβεται σε μεγάλο βαθμό τους κανόνες της επιστημονικής ιστορικής γραφής. Η σύντομη μελέτη του (ογδόντα σελίδες) βασίζεται -με εξαίρεση τον χρονικογράφο Θεοφάνη- στη σύγχρονή του γερμανόφωνη βιβλιογραφία, με την οποία ο συγγραφέας συχνά διαλέγεται, ενώ περιέχει και αρκετές αναφορές στο πολύτομο έργο του Κ. Παπαρρηγόπουλου. Σε κινητήρια δύναμη της ιστορικής εξέλιξης αναγορεύονται τα άτομα, η προσωπικότητα και η ηθική των οποίων αποτελούν τον μόνο σχεδόν παράγοντα δράσης, συγκροτώντας παραδείγματα για τους νεότερους.508

Η ιστοριογραφική αντίληψη του Πατσόπουλου φέρει εμφανή την επιρροή του Κ. Παπαρρηγόπουλου: το Βυζάντιο αποτελεί ελληνική αυτοκρατορία από πολύ νωρίς (ήδη ο Ιουστίνος Β' αποκαλείται έλληνας αυτοκράτορας),509 ενώ τονίζεται η προσφορά του στον παγκόσμιο πολιτισμό, ως γέφυρα μέσω της οποίας η αρχαιότητα μετέβη στους νεότερους χρόνους. Στο «οικοδόμημα του πολιτισμού» η Βυζαντινή Αυτοκρατορία προσέφερε την ελληνορωμαϊκή παιδεία στους Άραβες, στους Ευρωπαίους, στα γερμανικά φύλα.510 Η μελέτη αυτή, η οποία παρουσιάζεται συγκροτημένη αφηγηματικά και εμπεριστατωμένη, έστω και με δευτερογενή βιβλιογραφία, κατηγορήθηκε από τον πανεπιστημιακό αντίπαλο του συγγραφέα Π. Καρολίδη ως σύγγραμμα που είχε προέλθει από την κακή συρραφή και μετάφραση τριών γερμανικών φοιτητικών εργασιών.511 Σε αντίθεση με τη μικρή μελέτη του, στα σχολικά εγχειρίδια που συνέ-

506. Παράρτημα της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως του Βασιλείου της Ελλάδος, τχ. Β', φ. 10 (21η Ιανουαρίου 1912), σ. 46.

507. «Πρόλογος», ό.π.

508. Στη μελέτη του Πατσόπουλου οι σχέσεις Φράγκων και Βυζαντινών καθορίζονταν περισσότερο από τις προσωπικότητες του Καρλομάγνου και της αυτοκράτειρας Ειρήνης, η οποία λοιδωρούνταν για την άθλια συμπεριφορά προς τον γιο της, παρά από τις υπάρχουσες πολιτικές και οικονομικές συνθήκες. Στη ρωμαϊκή ιστορία του ίδιου (ό.π.) ήταν χαρακτηριστική η διαδοχή των αυτοκρατόρων, η σύνδεση της ανάπτυξης ή της παρακμής της Αυτοκρατορίας με την ηθική τους στάση και οι πολύ μικρές αναφορές στον πολιτισμό που αναπτύχθηκε στα χρόνια εκείνα.

509. Μεσαιωνικόν..., ό.π., σ. 12.

510. Στο ίδιο, σ. ε'-ζ'.

511. Π. Καρολίδης, Ο εψηφισμένος..., ό.π., σ. 5.

Σελ. 203
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/204.gif&w=600&h=915

συνέγραψε ο Πατσόπουλος δεν έδειξε κανένα ενδιαφέρον για τεκμηρίωση. Ιδιαίτερα στο εγχειρίδιο που συνδεόταν άμεσα με την πανεπιστημιακή διδασκαλία του, εκείνο για τα νεότερα χρόνια,512 δεν αναφέρεται καμία πηγή ή συγγραφέας. Στο βιβλίο αυτό η ιστορική αφήγηση είναι αυστηρά χρονολογική, οργανωμένη σε κεφάλαια με βάση σημαντικά γεγονότα της πολιτικής ιστορίας. Καθένα τους χωρίζεται σε υποκεφάλαια με βάση τα κράτη της εποχής, στην πραγματικότητα με μια αναδρομική ανάγνωση των κρατικών σχηματισμών σύμφωνα με τις πραγματικότητες του 19ου αιώνα: η Γαλλία, η Αγγλία, η Γερμανία, η Ιταλία, η Σουηδία, οι Κάτω Χώρες πρωταγωνιστούν στην ιστορία του Πατσόπουλου, η οποία συνίσταται στην αφήγηση πολεμικών γεγονότων και διπλωματικών συμφωνιών. Ο πολιτισμός, οι τέχνες, τα γράμματα, το εμπόριο και η βιομηχανία εξορίζονται στην αρχή και στο τέλος του βιβλίου, χωρίς να συνδέονται με την εξέλιξη των γεγονότων. Η μοναδική αναφορά στη νεότερη ελληνική ιστορία αφορά την Επανάσταση του 1821, και αυτή περιορίζεται σε δώδεκα σελίδες, οι οποίες διατηρούν όλα τα στερεότυπα μιας τρέχουσας εθνικής ρητορικής: αντιμετώπιση της Τουρκοκρατίας ως περιόδου προετοιμασίας της Επανάστασης του 1821, έξαρση του ηρωισμού, υποβάθμιση των εμφύλιων συρράξεων με αναφορά στην κακοδαιμονία της φυλής.513

Τα χαρακτηριστικά της ιστορίας του Πατσόπουλου συνδέονται με μια ηθική, διδακτική αντίληψη της ιστορίας : επικέντρωση στα πολιτικά γεγονότα, συνεχής παράθεση χρονολογιών, έμφαση στους πρωταγωνιστές, ανάδειξη της ηθικής διάστασης των συμβάντων. Και σε αυτή την περίπτωση, κομβικό ρόλο στην ερμηνεία των γεγονότων διαδραματίζουν τα πρόσωπα, οι ηγεμόνες των κρατών, στους οποίους αφιερώνεται άλλωστε και το μεγαλύτερο μέρος της συγγραφής με πληροφορίες και κρίσεις για τη δράση τους. Η ιστορική εξέλιξη εμφανίζεται ως αποτέλεσμα προσωπικών ικανοτήτων ή αδυναμιών, δύναμης χαρακτήρα και προσωπικότητας. Ο Φίλιππος Β' ήταν σκυθρωπός και αυστηρός, κι αυτό εξηγεί την αδυναμία του να βρει φίλους, άρα συμμάχους, για το ισπανικό κράτος.514 Για τη νύχτα του Αγίου Βαρθολομαίου υπεύθυνη ήταν η κακότροπη και πανούργα Αικατερίνη των Μεδίκων. Βαθιά συντηρητικός, ο Πατσόπουλος, στις λίγες γραμμές που αφιέρωσε στον γαλλικό Διαφωτισμό, τον χαρακτήριζε ως τη δύναμη που κλόνισε το πολιτικό και θρησκευτικό καθε-

512. Δημήτριος Πατσόπουλος, Εγχειρίδιον της Γενικής Ιστορίας. Προς χρήσιν των γυμνασίων Μέρος Γ'. Ιστορία των νέων και νεωτάτων χρόνων, β' έκδ. διορθωμένη, Αθήνα, Γεώργιος Κασδόνης, 1891.

513. Στο ίδιο, σ. 272-283.

514. Στο ίδιο, σ. 72.

Σελ. 204
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/205.gif&w=600&h=915

καθεστώς.515 Η συμμετοχή του λαού, η εισβολή του με την υποκίνηση δημαγωγών στο προσκήνιο, όπως στην περίπτωση της Γαλλικής Επανάστασης, οδήγησε στην οχλοκρατία, στα φοβερά εγκλήματα των ημερών εκείνων.516 Πέρα από τα πρόσωπα, κεντρικό ερμηνευτικό εργαλείο αποτελεί η θρησκευτική πίστη, η οποία αναδεικνύεται σε κινούν αίτιο για μια σειρά από συμπεριφορές και δράσεις. Ανεξάρτητα από τον πραγματικό ρόλο που διαδραμάτισε η θρησκευτική συνείδηση στα γεγονότα της εποχής, η έμφαση στις συγκρούσεις καθολικών προτεσταντών έδινε την ευκαιρία στον Δ. Πατσόπουλο να καυτηριάσει τις δύο Εκκλησίες, αναδεικνύοντας υπόρρητα την υπεροχή της Ορθόδοξης.

Στο βιβλίο του Πατσόπουλου άσκησε αυστηρότατη κριτική ο Παύλος Καρολίδης : ο συγγραφέας του δεν γνώριζε την ιστορία στο σύνολό της, αλλά κατά μέρος και πλάτος. Ο ιστορικός κόσμος δεν παρουσιαζόταν ως οργανισμός ούτε ως μηχανισμός, ενώ η ιστορία του αποτελούσε άθροισμα σημειώσεων βιογραφικών περί βασιλέων και στρατηγών και άλλων εν τη εξωτερική κινήσει της ανθρώπινης κοινωνίας δρώντων προσώπων. Τα δύο τρίτα του βιβλίου του ήταν πλήρη αποφάνσεων (ουχί κρίσεων), σχετλιασμών, αναθεματισμών και θαυμασμών.517 Η κριτική και οι διαμαρτυρίες του Καρολίδη δεν στάθηκαν εμπόδιο για την εισαγωγή του συγκεκριμένου βιβλίου στη μέση εκπαίδευση.

Ο Δ. Πατσόπουλος, σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, δίδαξε στους φοιτητές του με συνέπεια τη μεσαιωνική και νεότερη ιστορία. Χωρίς καμιά ερευνητική συμβολή, ο καθηγητής συνέχισε την παράδοση της διδασκαλίας μεγάλων περιόδων με γενικούς τίτλους και χωρίς συγκεκριμένες τομές. Δεν συνομίλησε στο συγγραφικό του έργο με την ιστοριογραφική παραγωγή του καιρού του. Είναι ενδεικτικό ότι στη βιβλιοθήκη του, η οποία περιελάμβανε σημαντικό αριθμό γερμανόφωνων εγχειριδίων και ελάχιστα γαλλόφωνα, το κύριο σώμα των βιβλίων είχε εκδοθεί έως το 1880, το διάστημα δηλαδή των σπουδών και της παραμονής του στη Γερμανία, ενώ για τα επόμενα χρόνια καταγράφεται πολύ μικρός αριθμός τίτλων, κυρίως εγχειρίδια που θα τον διευκόλυναν στη διδασκαλία και στη συγγραφή.518

515. Στο ίδιο, σ. 235-236.

516. Στο ίδιο, σ. 236-245.

517. Π. Καρολίδης, Ο εψηφισμένος..., ό.π., σ. 20-23.

518. Η βιβλιοθήκη του Δ. Πατσόπουλου αγοράστηκε από το Πανεπιστήμιο μετά την απόλυσή του και ενσωματώθηκε στη βιβλιοθήκη του φροντιστηρίου του Σπ. Λάμπρου. Βλ. Πρυτανεία Γεωργίου I. Δέρβου (1913-1914), Κατάλογος των φροντιστηριακών βιβλιοθηκών του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου, Αθήνα, Τυπογραφείο Παρασκευά Λεωνή, 1914. σ. 127-145.

Σελ. 205
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/206.gif&w=600&h=915

Ο καθηγητής της Μέσης και νεότερης ιστορίας προσέφερε την αξιολογική αποτίμηση του παρελθόντος, βασισμένη σε μια ηθικολογική αντίληψη της ιστορίας και όχι στις πηγές ή στην αρχειακή μελέτη. Ενστερνιζόμενος σε μεγάλο βαθμό το σχήμα του Κ. Παπαρρηγόπουλου, υπήρξε ο φορέας μιας διδακτικής στη σύλληψή της ιστορίας, η οποία μετέφερε σειρά από στερεότυπα: πόλεμοι, συμφωνίες και συμμαχίες, προσωπογραφίες ηγεμόνων. Η ισχνή παρουσία του στο Πανεπιστήμιο, σε συνδυασμό ενδεχομένως με τη γνωστή φιλοβασιλική του τοποθέτηση αλλά και την έλλειψη κοινωνικής δράσης, αιτιολογούν την επιλογή του ως ενός εκ των καθηγητών που απολύθηκαν το 1910.

Σελ. 206
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/207.gif&w=600&h=915

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ'

Η ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ: ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ ΣΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1821

ΕΝΑΣ «ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΟΜΕΝΟΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΗΣ» ΣΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ

Ο Παύλος Καρολίδης (1849-1930)519 χάραξε τη δική του πορεία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, με πολλά εμπόδια και αρκετές διακοπές στη διάρκεια της. Γόνος πλούσιας αγροτικής οικογένειας από το Ανδρονίκιο της Καππαδοκίας, με μητρική γλώσσα την τουρκική, ακολούθησε έναν τυπικό κύκλο σπουδών για νεαρό εύπορο Μικρασιάτη ελληνικής καταγωγής : Ευαγγελική Σχολή (Σμύρνη), Μεγάλη του Γένους Σχολή (Κωνσταντινούπολη), Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών. Με υποτροφία του Σίμωνος Σίνα παρακολούθησε πανεπιστημιακά μαθήματα στο Μόναχο, στο Στρασβούργο και στο Τύμπινγκεν, όπου το 1872 αναγορεύθηκε διδάκτορας. Δεν έχουμε πληροφορίες για τους καθηγητές του. Ο ίδιος αναφέρει τον διάσημο θεολόγο της εποχής Άνταλμπερτ Μερξ, ενώ σύμφωνα με πληροφορία του μαθητή του Σωκράτη Κουγέα παρακολούθησε μαθήματα του φιλολόγου Γκέοργκ Κούρτιους.520

Μετά την επιστροφή του στην Οθωμανική Αυτοκρατορία ο Καρολίδης δίδαξε σε γυμνάσια στην Κωνσταντινούπολη και στη Σμύρνη, ενώ προέβη στις πρώτες του συγγραφικές απόπειρες. Το 1886, με την παρακίνηση των Χ. Τρικούπη και Κ. Κόντου, ταξίδεψε στην Αθήνα, όπου δίδαξε σε σχολείο, ενώ από το χειμερινό εξάμηνο 1887-1888 εγκαινίασε τη διδασκαλία του ως υφηγητής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών με το μάθημα της Ιστορίας των μέσων και νεωτάτων αιώνων, διακόπτοντας τη μονοκρατορία της ελληνικής ιστορίας. Η υφηγεσία του συνοδεύθηκε από την υποψηφιότητά του για την έδρα του καθηγητή της Γενικής ιστορίας, υποσκελίζοντας στην ψηφοφορία παλαιούς διδάσκοντες. Σε

519. Για τη ζωή και το έργο του Καρολίδη βλ. Κ. Γεωργιάδου, ό.π., όπου και βιβλιογραφία.

520. Σ. Β. Κουγέας, «Παύλος Καρολίδης», Νέα Εστία 30 (1930), σ. 935.

Σελ. 207
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/208.gif&w=600&h=915

όλη τη διάρκεια της υφηγεσίας του έως το 1893 προσέφερε ένα τρίωρο μάθημα γενικής ιστορίας.

Το 1892 ο Καρολίδης υπέβαλε υποψηφιότητα, μαζί με τους Γεώργιο Κρέμο και Γεώργιο Σωτηριάδη,για την κενή έδρα του Κ. Παπαρρηγόπουλου. Στη σχετική συνεδρίαση της Φιλοσοφικής, στις 17 Απριλίου 1892, ζητήθηκε από τους δύο καθηγητές Ιστορίας, τον Σπ. Λάμπρο και τον Δ. Πατσόπουλο, να συντάξουν έκθεση για τους τρεις υποψηφίους. Ο πρώτος ξεκίνησε την εισήγησή του προτείνοντας τη μετατροπή της έδρας σε έδρα Μελέτης των πηγών της ελληνικής ιστορίας, πρόταση που δεν συνάντησε την αποδοχή των υπόλοιπων καθηγητών. Στη συνέχεια διάβασε εκτενή έκθεση για τους τρεις διεκδικητές της έδρας, την οποία είχε συντάξει με βάση τα επιστημονικά συγγράμματά τους. Αρνήθηκε όμως να τοποθετηθεί για τον καταλληλότερο, θεωρώντας ότι έτσι παραβιαζόταν η αρχή της μυστικότητας της ψήφου. Το ίδιο υποστήριξε και ο Δ. Πατσόπουλος, ο οποίος επιπροσθέτως δεν αναφέρθηκε καθόλου στο έργο των υποψηφίων, προτάσσοντας το επιχείρημα που είχε διατυπώσει ο Κ. Παπαρρηγόπουλος στην εκλογή τού 1886 για τον γενικό χαρακτήρα του συγκεκριμένου μαθήματος. Εντέλει, και με βάση το επιστημονικό τους έργο, η συνέλευση των καθηγητών πρότεινε στο υπουργείο Παιδείας τον Γ. Σωτηριάδη. Παρ' όλα αυτά, έναν χρόνο αργότερα διορίστηκε καθηγητής, λόγω των στενών σχέσεών του με το τρικουπικό περιβάλλον, ο Καρολίδης.

Ο Π. Καρολίδης δίδαξε το 1893-1894 Ιστορία του ελληνικού έθνους για επτά ώρες εβδομαδιαίως. Από το επόμενο έτος όμως διαφοροποιήθηκε από τη λογική του ενιαίου τίτλου διδάσκοντας συγκεκριμένες περιόδους της ελληνικής ιστορίας, αρχαίας, βυζαντινής και νεότερης. Ως το 1908 προσέφερε τα ακόλουθα μαθήματα: Ιστορία της αρχαίας Ελλάδος, Ιστορία του ρωμαϊκού και του βυζαντινού ελληνισμού, Ιστορία των μετά Αλεξάνδρου χρόνων και του βυζαντινού ελληνισμού, Ιστορία των μετά την άλωσιν Κωνσταντινουπόλεως χρόνων και της μεγάλης ελληνικής επαναστάσεως, Ελληνική ιστορία κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας και Τουρκοκρατίας και Ιστορία της μεγάλης ελληνικής επαναστάσεως του 1821 (μάθημα που είχε εισαγάγει ο Γ. Κρέμος). Ήταν ο πρώτος διδάσκων που δίδαξε ως αυτόνομα αντικείμενα την περίοδο της Φραγκοκρατίας και της Τουρκοκρατίας. Με εξαίρεση ένα μάθημα που αναφερόταν αόριστα στα νεότατα χρόνια, χρονικό όριο της διδασκαλίας του αποτελούσε το 1821.

Πολυγραφότατος ιστορικός, με μονογραφίες, άρθρα και συνεχείς δημοσιεύσεις στον Τύπο, και παράλληλα έντονη προσωπικότητα με εκτεταμένη κοινωνική και πολιτική δράση, ο Καρολίδης αφιέρωσε σημαντικό τμήμα της δραστηριότητας του στο Πανεπιστήμιο. Εξέδωσε μόλις ένα πανεπιστημιακό εγ-

Σελ. 208
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/209.gif&w=600&h=915

εγχειρίδιο βυζαντινής ιστορίας,521 αν και το συγγραφικό του έργο βρήκε πολλές εκβολές στο διδακτικό. Το 1908 εξελέγη βουλευτής στο οθωμανικό κοινοβούλιο και σταμάτησε την πανεπιστημιακή του διδασκαλία. Παρ' όλα αυτά τα μαθήματά του συνέχιζαν να εμφανίζονται στο πρόγραμμα μαθημάτων του Αθήνησι. Το 1911-1912, εγκαταλείποντας την Οθωμανική Αυτοκρατορία λόγω των γεγονότων της εποχής, μετακινήθηκε στη Γερμανία, από όπου επέστρεψε στην Ελλάδα το 1915. Απολύθηκε λόγω της φιλοβασιλικής του τοποθέτησης από το Πανεπιστήμιο το 1918, για να επαναπροσληφθεί το 1920. Το 1923 συνταξιοδοτήθηκε και για το υπόλοιπο του βίου του ασχολήθηκε με τη συγγραφή μερικών από τα πιο γνωστά ιστορικά του έργα.

Ο ΑΓΩΝΑΣ ΚΥΡΟΥΣ ΔΥΟ ΕΠΙΦΑΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΩΝ

Η παρουσία και η διαδρομή του Π. Καρολίδη στο Πανεπιστήμιο Αθηνών προσδιορίστηκε σε μεγάλο βαθμό από την έντονη σχέση του με τον έτερο ισχυρό καθηγητή της Ιστορίας, Σπ. Λάμπρο. Και οι δύο καθηγητές αποτέλεσαν εξέχουσες φυσιογνωμίες της πανεπιστημιακής κοινότητας, υπήρξαν ιστορικοί που με το έργο τους, ερευνητικό (ιδιαίτερα ο πρώτος), συγγραφικό και διδακτικό, επηρέασαν σε σημαντικό βαθμό τη νεοελληνική ιστοριογραφία.

Από την εποχή της υφηγεσίας του ο Π. Καρολίδης είχε κατηγορήσει τον καθηγητή της Αρχαίας γενικής ιστορίας522 ότι επιχείρησε δύο φορές να ανακόψει την πανεπιστημιακή του εξέλιξη υποστηρίζοντας υποψηφίους με πολύ λιγότερα ακαδημαϊκά προσόντα, τον Δ. Πατσόπουλο523 και τον Γ. Σωτηριάδη 524 εναντίον των οποίων δημοσίευσε και ξεχωριστούς λίβελους. Στις αιτιάσεις του Καρολίδη απάντησαν με δριμύτητα τόσο οι Πατσόπουλος και Σωτη-

521. Παύλος Καρολίδης, Εγχειρίδιον Βυζαντινής Ιστορίας μετά των κυριωτάτων κεφαλαίων της λοιπής μεσαιωνικής ιστορίας προς χρήσιν των φοιτητών της φιλολογίας, Αθήνα 1906.

522. Παύλος Καρολίδης, Διαμαρτυρία προς τον Κοσμήτορα της Φιλοσοφικής Σχολής Κύριον Κυπάρισσον Στεφάνου εναντίον Σπυρίδωνος Π. Λάμπρου καθηγητού, Α', Αθήνα 1892.

523. Παύλος Καρολίδης, Ο εψηφισμένος..., ό.π.

524. Παύλος Καρολίδης, Διαμαρτυρία προς το επί των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως Υπουργείον κατά της υπό της πλειονοψηφίας εγκριθείσης ιστορίας Γ. Σωτηριάδου ως διδακτικού βιβλίου διά την Α' του γυμνασίου τάξιν, καίπερ πασών των υποβληθεισών χειρίστης και παρά το επίσημον πρόγραμμα του Υπουργείου συντεταγμένης, Αθήνα 1894. Στον λίβελο απάντησε ο Σωτηριάδης: Π. Καρολίδης, ο διαμαρτυρόμενος Καππαδόκης, Αθήνα, Τυπογραφείον της Εστίας, 1894.

Σελ. 209
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/210.gif&w=600&h=915

Σωτηριάδης όσο και ο Λάμπρος,525 καταδεικνύοντας μια σειρά από λάθη που κατά τη γνώμη τους αποδείκνυαν την άγνοια και την ανεπαρκή επιστημονική συγκρότηση του κατηγόρου τους. Η έντονη διαμάχη και η λιβελογραφία μεταξύ των δύο καθηγητών σημάδεψαν τη σχέση τους, ενώ το 1912 ο Καρολίδης επανήλθε κατηγορώντας τον Λάμπρο ότι εξύφαινε μηχανορραφίες εναντίον του.526

Σε αντίθεση με προηγούμενες διαμάχες, όπου τα κίνητρα ήταν στενά συνδεδεμένα με την πολιτική, όπως στην περίπτωση των Μανούση - Σχινά - Παπαρρηγόπουλου, οι δύο άνδρες ακολούθησαν σχετικά κοινή πολιτική διαδρομή. Ανήκαν και οι δύο στο περιβάλλον του Χ. Τρικούπη, ενώ στα χρόνια του Διχασμού συμπαρατάχθηκαν με τους φιλοβασιλικούς κύκλους, με τις γνωστές για τον καθένα συνέπειες.527 Η σύγκρουσή τους, κατά τη γνώμη μου, συνδέεται, πέρα από χαρακτηρολογικά στοιχεία όπως το έντονο θυμικό του Καρολίδη, με υπαρκτές επιστημονικές διαφωνίες, και κυρίως με έναν αγώνα επιστημονικού και κοινωνικού κύρους εντός και εκτός Πανεπιστημίου, ο οποίος έφερε αντιμέτωπους δύο διαφορετικούς κόσμους. Από τη μια ο Σπ. Λάμπρος, γόνος γνωστής ελλαδικής οικογένειας, στέλεχος μιας σειράς συλλογικοτήτων της πρωτεύουσας, πρόσωπο ενεργά εμπλεκόμενο στην αθηναϊκή κοινωνική και πνευματική ζωή. Από την άλλη ο Π. Καρολίδης, Καππαδόκης, υπήκοος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, που διατήρησε σε όλη του τη ζωή ενεργό και ιδιαίτερα στενή σχέση με τη γενέθλια γη, όπως άλλωστε αποτυπώθηκε στο πρώιμο έργο του.528 Πέρα από την εκλογή του στο οθωμανικό κοινοβούλιο, ο ιστορικός διατήρησε έως τα ύστερά του χρόνια φιλικούς, επαγγελματικούς και οικογενειακούς δεσμούς -ο αδελφός του Ιορδάνης ήταν ιδιαίτερα γνωστός λόγιος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας- με την πατρογονική γη. Η αναγνώρισή του από τους συμπατριώτες του εκφράστηκε και με τη συμμετοχή και εκλογή του στη διοίκηση μιας σειράς μικρασιατικών σωματείων και ενώσεων. Επρόκειτο για προνομιακό πεδίο, απρόσιτο σε μεγάλο βαθμό στον άλλο ισχυρό άνδρα της Φιλοσοφικής, το οποίο προσέδιδε κύρος και κοινωνική αναγνώριση στον Π. Καρολίδη, ταυτόχρονα όμως τον έκανε ευάλωτο στις κριτικές

525. Σπ. Π. Λάμπρος, Καρολίδειοι ανεπιστασίαι, Αθήνα, Τυπογραφείον της Εστίας, 1892.

526. Βλ. εδώ, σ. 218.

527. Βλ. εδώ, σ. 278.

528. Βλ. Ιωάννα Πετροπούλου, «Ιστοριογραφικές προσεγγίσεις του Οθωμανικού παρελθόντος στην χριστιανική Ανατολή - 19ος αιώνας. Μια δειγματοληψία», Μνήμων 23 (2001), Εόρτιος Τριακονταετίας, σ. 284-287.

Σελ. 210
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/211.gif&w=600&h=915

που σχολίαζαν αρνητικά την εθνική καταγωγή του. Χαρακτηρισμοί όπως ό διαμαρτυρόμενος Καππαδόκης του Γ. Σωτηριάδη ή ό τουρκομερίτης του Δ. Πατσόπουλου στόχευαν στην περιθωριοποίηση, στην απομόνωσή του από την υπόλοιπη κοινότητα. Στη λογική αυτή του διαχωρισμού ο Καρολίδης απάντησε άμεσα, χωρίς να αποποιηθεί την καταγωγή του: Και δια της εν τω Πανεπιστημίω ευσυνείδητου και επιμελούς εργασίας μου, καίτοι Μικρασιανός και ξένος και έρημος ενταύθα [...] κατόρθωσα να δημιουργήσω περί εμαυτόν πνευματικήν κοινωνίαν ευγνωμονούντων και αφοσιωμενων ακροατών και συμπαθούντων μοι καθηγητών και άλλων επαϊόντων εν τω χώρω της επιστήμης αυτών.529 Οι αντιθέσεις των δύο ιστορικών αποτυπώθηκαν και στη συμμετοχή τους στις δυο εταιρείες που διαδραμάτισαν σημαντικότατο ρόλο στον εθνικό βίο κατά την τελευταία δεκαετία του 19ου αιώνα: ηγετικό στέλεχος της Εθνικής Εταιρείας ο Λάμπρος, μέλος του διοικητικού συμβουλίου του «Ελληνισμού» και τακτικός συνεργάτης του ομώνυμου περιοδικού ο Καρολίδης.

Πέρα από τις επαγγελματικές στοχεύσεις, ανάμεσα στους δύο ιστορικούς υπήρχαν σημαντικές επιστημονικές διαφωνίες. Ο Λάμπρος διακήρυξε την πίστη του σε μια επιστημονική ιστορία βασισμένη σε τεκμήρια, που επικοινωνούσε με τα σύγχρονα ευρωπαϊκά επιστημονικά ρεύματα. Ο Καρολίδης επικέντρωνε την προτίμησή του σε μια ιστοριογραφία στην οποία η φιλοσοφία της ιστορίας ήταν παρούσα και καθοριστική ,530 Χαρακτηριστικοί για τη διαφορετική φιλοσοφία των δύο ιστορικών υπήρξαν οι εισιτήριοι λόγοι τους ως υφηγητών. Ο Λάμπρος επαινούσε τις μελέτες που είχαν προκύψει από την αυτοψία και την ιστορική έρευνα, τονίζοντας τη σπουδαιότητα και των δύο για τη συγγραφή της εθνικής ιστορίας.531 Στον πυκνύ εισιτήριο λόγο του532 ο Π. Καρολίδης αναφερόταν στη σημασία του φιλοσοφικού στοχασμού για την εννοιολόγηση της ιστορίας, προκαλώντας την κριτική του Λάμπρου.533 Ο Καρολίδης σε όλο του τον επιστημονικό βίο υπερασπίστηκε τη σύνδεση της ιστορίας με τη φιλοσοφία, συγκροτώντας ένα μοναδικό παράδειγμα ιστορικού και καθηγητή στο τέλος του 19ου αιώνα.

529. Π. Καρολίδης, Ο εψηφισμένος..., ό.π., σ. 16.

530. Παύλος Καρολίδης, Διαμαρτυρία προς τον Κοσμήτορα..., ό.π., σ. 7-8. Για τη σύγκρουση των δυο ιστορικών βλ. και E. Gazi, ό.π., σ. 78-79.

531. Σπ. Λάμπρος, Εισιτήριος..., ό.π.

532. Λόγος εισιτήριος εις το μάθημα της Γενικής Ιστορίας εν τω Εθνικώ Πανεπιστημίω ρηθείς τη 14 Ιανουαρίου 1887, Αθήνα 1888.

533. Βλ. την εισήγηση του Σπ. Λάμπρου στη συνεδρίαση της Φιλοσοφικής στις 17 Απριλίου 1892.

Σελ. 211
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Η συγκρότηση της ιστορικής επιστήμης και η διδασκαλία της ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (1837-1932)
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 192
    

    διδασκαλία: εισιτήριοι λόγοι, λιγοστά δημοσιευμένα μαθήματα, καθώς και παραδόσεις ιστορικής γεωγραφίας (1889-1891), ελληνικής ιστορίας, ιστορίας των ανατολικών εθνών και ρωμαϊκής ιστορίας, οι οποίες διασώζονται στο αρχείο του (Ιστορικό Σπουδαστήριο Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών) 474 Έντονη είναι η παρουσία των κειμένων που αφορούν γενικότερα την παρουσία του στο Πανεπιστήμιο: οι πρυτανικοί του λόγοι, ομιλίες σε επετείους, λόγοι προς τους φοιτητές, προσφωνήσεις σε συνέδρια.

    Η ΑΡΧΑΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΣΤΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΕΝΟΣ ΙΣΤΟΡΙΚΟΥ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ

    Το χειμερινό εξάμηνο 1877-1878 ο νεαρός υφηγητής αφιέρωσε τον εισιτήριο λόγο του στις μελέτες που είχαν γραφεί μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης για την ελληνική ιστορία από την αρχαιότητα έως τα σύγχρονα χρόνια. Ξεκινούσε με μια γλαφυρή περιγραφή της επίδρασης των βυζαντινών λογίων στη Δυτική Ευρώπη, ενώ έδινε έμφαση στις μελέτες που είχαν γραφεί για την αρχαία ελληνική ιστορία, επαινώντας εκείνες που είχαν προκύψει από την αυτοψία, τη συλλογή και τη μελέτη των πηγών. Αναφερόταν με έμφαση στον άγγλο ιστορικό Γκρότε, στους μεγάλους γερμανούς ιστορικούς -στους οποίους περιελάμβανε και τον Μπεκ- οι οποίοι είχαν εργαστεί με αυτό τον τρόπο, όπως οι Ρίττερ, Νήμπουρ, Ντρόυζεν, Κούρτιους, υπενθυμίζοντας και τις σχέσεις μαθητείας που τον συνέδεαν με τους δυο τελευταίους, καθώς και με τον Στ. Κουμανούδη. Ο λύγος του κατέληγε, μετά από μια σύντομη αναφορά στις μελέτες που είχαν γραφεί για το Βυζάντιο και τη νεότερη Ελλάδα, σε έπαινο προς τον Κ. Παπαρρηγόπουλο, τον εθνικό ιστοριογράφο. Επρόκειτο για έναν απολογιστικό λόγο, με τον οποίο ο νέος ιστορικός οριοθετούσε το πεδίο των ιστορικών σπουδών για την ελληνική ιστορία, σκιαγραφώντας τις προοπτικές διεύρυνσής του. Δέκα χρόνια αργότερα, το 1887, ο Λάμπρος στον πρώτο εισιτήριο λόγο του ως καθηγητή επιχειρούσε προγραμματικά να θέσει τα εφόδια που ήταν αναγκαία για τη μελέτη της ιστορίας, για την εξερεύνηση του συγκεκριμένου πεδίου.476

    474. Βλ. την ενότητα «Παραδόσεις»: Φλωρεντία Ευαγγελάτου-Νοταρά, «Καταλογογράφησις του αρχείου Σπ. Λάμπρου», Επιστημονική Επετηρίς Φιλοσοφικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών 25 (1978), σ. 339-341.

    475. «Εισιτήριος εις το μάθημα της ελληνικής ιστορίας»: Σπ. Λάμπρος, Λόγοι και άρθρα 1887-1902, Αθήνα 1902, σ. 145-173.

    476. «Εισιτήριος εις την διδασκαλίαν της Γενικής Ιστορίας εν τω Εθνικώ Πανεπιστημίω»: Στο ίδιο, σ. 174-191.