Συγγραφέας:Καραμανωλάκης, Βαγγέλης Δ.
 
Τίτλος:Η συγκρότηση της ιστορικής επιστήμης και η διδασκαλία της ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (1837-1932)
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:42
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:2006
 
Σελίδες:551
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Εκπαίδευση-Τριτοβάθμια
 
Παιδεία-Εκπαίδευση
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα, Πανεπιστήμιο Αθηνών
 
Χρονική κάλυψη:1837-1932
 
Περίληψη:Αφετηριακή υπόθεση της εργασίας αυτής είναι ότι η ιστορία συγκροτείται ως επιστήμη μέσα από την καταλυτική επίδραση εκπαιδευτικών θεσμών για την παραγωγή και τη μετάδοση της γνώσης, όπως είναι το πανεπιστήμιο. Οι θεσμοί αυτοί επιβάλλουν σε μεγάλο βαθμό στην ιστοριογραφική παραγωγή τη λογική της συγκρότησης και της λειτουργίας τους, τις αξίες που τους διέπουν, τις πρακτικές ανάδειξης κύρους και τους συσχετισμούς δύναμης που επικρατούν στο εσωτερικό τους, τις σχέσεις τους με την πολιτική εξουσία και την κοινωνία. Η πανεπιστημιακή διδασκαλία της ιστορίας κατά την περίοδο που καλύπτει το βιβλίο συνδέθηκε με μια σειρά από παράγοντες και μεταβλητές, στοιχεία που καθόρισαν και το συγκεκριμένο πλαίσιο αναφοράς : το πανεπιστημιακό περιβάλλον, η ιστοριογραφική παράδοση, τα πρόσωπα που δίδαξαν και οι αποδέκτες της διδασκαλίας τους. Στόχος της παρούσας εργασίας είναι η συνεξέταση αυτών των παραγόντων μέσα στην ευρύτερη πολιτική και κοινωνική συγκυρία από την οποία σε μεγάλο βαθμό ορίστηκαν και την οποία εντέλει επανακαθόρισαν, με άλλα λόγια θέμα του βιβλίου είναι η συγκρότηση, στον χώρο του Πανεπιστημίου Αθηνών, μιας εθνικής-επιστημονικής ιστορίας με έντονο διδακτικό χαρακτήρα, η οποία επηρέασε καθοριστικά τη συνολική ιστοριογραφική παραγωγή, λόγω της σημαίνουσας θέσης του ιδρύματος, καθώς για έναν περίπου αιώνα αποτέλεσε τον μοναδικό οργανωμένο θεσμό της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης ο οποίος παρήγε ιστορική γνώση, κατάρτιζε τους φοιτητές και προετοίμαζε τους αποφοίτους του για τη διάχυση αυτής της γνώσης, μέσω κυρίως του σχολικού δικτύου, στο ελληνικό βασίλειο και στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 43.93 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 201-220 από: 554
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/201.gif&w=600&h=915

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ'

ΔΙΔΑΣΚΟΝΤΑΣ ΣΧΟΛΙΚΑ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΑ: Η ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΗ ΚΑΙ ΝΕΟΤΕΡΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ Δ. ΠΑΤΣΟΠΟΥΛΟΥ

Ο Δημήτριος Πατσόπουλος (1845-1920)498 υπήρξε ένας από τους μακροβιότερους καθηγητές Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Γεννημένος στην Ανδρίτσαινα της Ολυμπίας, απόφοιτος της Φιλοσοφικής και της Νομικής Σχολής της Αθήνας, ξεκίνησε τη σταδιοδρομία του το 1867 ως βοηθός στην Εθνική Βιβλιοθήκη. Με υποτροφία της ελληνικής κυβέρνησης μετέβη το 1870 για τρία χρόνια στη Γερμανία, ώστε να παρακολουθήσει μαθήματα βιβλιοθηκονομίας. Με την οικονομική ενίσχυση και του Πανεπιστημίου499 παρέμεινε τελικά έξι χρόνια στο εξωτερικό, όπου παρακολούθησε πανεπιστημιακά φιλολογικά μαθήματα. Μετά την επιστροφή του το 1876, δίδαξε στο Γ' Γυμνάσιο Αθηνών. Διορίστηκε καθηγητής στο Πανεπιστήμιο χωρίς να διαθέτει προϋπηρεσία ως υφηγητής ούτε σημαντικό συγγραφικό έργο.500 Στο πρόγραμμα του θερινού εξαμήνου 1881-1882 εμφανιζόταν να διδάσκει Ιστορίαν των νεωτέρων χρόνων,501 σύντομα όμως απολύθηκε λόγω των διαταγμάτων του 1882 για την εκλογή των καθηγητών. Επέστρεψε στο γυμνάσιο, περιμένοντας την ευκαιρία

498. Βλ. «Πατσόπουλος Δημήτριος», ΜΕΕ, Αθήνα 1927, τ. 19, σ. 806, Ιωάννα Λαλιώτου, «Δημήτριος Πατσόπουλος», ανακοίνωση στα Σεμινάρια της Ερμούπολης (Ιούλιος 1992), καθώς και τον σχετικό φάκελο: Δ. Αντωνίου, Τρ. Σκλαβενίτης, Οι λειτουργοί της Ανώτατης..., ό.π.

499. Βλ. τις συνεδριάσεις της Συγκλήτου για την ενίσχυση και συνέχιση των σπουδών του στις 9 Νοεμβρίου 1871, 18 Φεβρουαρίου και στις 17 Νοεμβρίου 1872.

500. Σε υπηρεσιακό σημείωμα του υπουργείου Παιδείας για τον Δημήτριο Πατσόπουλο, όταν υπηρετούσε ως καθηγητής γυμνασίου τη δεκαετία του 1870, υπάρχει η αόριστη αναφορά σε φιλοσοφικές και φιλολογικές πραγματείες του, οι οποίες είχαν δημοσιευθεί στην Εφημερίδα των Φιλομαθών, και σε μια ανέκδοτη πραγματεία του για την Επικούρεια σχολή στην Αθήνα, η οποία, από όσο γνωρίζω, δεν δημοσιεύθηκε ποτέ. (Στοιχεία από τον φάκελο του Δ. Πατσόπουλου στο ερευνητικό πρόγραμμα των Δ. Αντωνίου, Τρ. Σκλαβενίτη, ό.π.)

501. Ο Καρολίδης τον κατηγόρησε ότι δεν δίδαξε ποτέ. Βλ. Παύλος Καρολίδης, Ο (ψηφισμένος καθηγητής Δ. Πατσόπουλος. Υπόμνημα του υφηγητού της Γεν. Ιστορίας προς τον κοσμήτορα της Φιλοσοφικής Σχολής Ιωάννην Χατζηδάκιν, Αθήνα 1891, σ. 3-4.

Σελ. 201
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/202.gif&w=600&h=915

για να επανέλθει στην πανεπιστημιακή έδρα, κάτι που δεν άργησε να συμβεί με την εκλογή του το 1886.

Παρά την εκλογή του, ο Πατσόπουλος, για λόγους που δεν γνωρίζουμε, ξεκίνησε τη διδασκαλία του μόλις το 1891. Απολύθηκε το 1910.502 Στα είκοσι περίπου χρόνια πανεπιστημιακής παρουσίας του δίδαξε αδιατάρακτα γενική, μεσαιωνική, νεότερη και νέα ιστορία. Προσέφερε δύο μαθήματα εβδομαδιαίως (από τα οποία το ένα φροντιστηριακό), διάρκειας πέντε-έξι ωρών, προσπαθώντας να καλύψει την ύλη του μαθήματος σε δύο χρόνια.503

Δεν έχω εντοπίσει κάποια αναφορά ή πληροφορία για τη διδασκαλία του Δ. Πατσόπουλου. Το ερευνητικό του έργο ήταν μικρό έως ανύπαρκτο, ενώ η συγγραφική του δραστηριότητα πριν αλλά και μετά την εκλογή του επικεντρώθηκε στη συγγραφή εγχειριδίων για τη μέση εκπαίδευση : δύο εγχειρίδια ιστορίας για τα ρωμαϊκά χρόνια (1889,1901), ένα εγχειρίδιο για την ιστορία των νέων και νεότατων χρόνων (1886, επανέκδοση 1891), καθώς και τρία εγχειρίδια παγκόσμιας και ελληνικής φυσικής και πολιτικής γεωγραφίας, τα οποία κυκλοφόρησαν το 1909, έναν χρόνο πριν την απόλυσή του από το Πανεπιστήμιο (βλ. την εργογραφία του). Μοναδική εξαίρεση ιστορικής μελέτης αποτέλεσε μια μικρή μονογραφία για τις σχέσεις Βυζαντινών και Φράγκων, τη συνέχεια της οποίας είχε αναγγείλει, χωρίς όμως να την πραγματοποιήσει.504 Προετοίμαζε ακόμη την έκδοση σχολικού εγχειριδίου ιστορίας των ανατολικών εθνών, της αρχαίας Ελλάδας και των μεσαιωνικών χρόνων, το οποίο δεν εκδόθηκε ποτέ.505 Το γνωστό, λοιπόν, συγγραφικό του έργο που αφορούσε τη διδασκαλία του περιορίστηκε στο μελέτημά του για τη σχέση των Βυζαντινών και των Φράγκων, καθώς και στο σχολικό εγχειρίδιο για τα νέα και νεότατα χρόνια. Το έτος έκδοσης και των δύο (1886) ενδεχομένως συνδεόταν με την εκλογή του στην έδρα της Ιστορίας των μέσων και νεωτέρων χρόνων. Το 1882 η υποψηφιότητά του είχε απορριφθεί λόγω της έλλειψης συγγραφικού έργου, ενώ το 1912, σε μια νέα υποψηφιότητα, περιορίστηκε για άλλη μια φορά στην κα-

502. Βλ. εδώ, σ. 276.

503. Σε υπόμνημα του προς τον τότε κοσμήτορα Σπ. Λάμπρο (ακαδημαϊκό έτος 1894-1895), ο ιστορικός υποστήριζε ότι δεν επαρκούσε η διετία για την ολοκλήρωση της ύλης της γενικής ιστορίας και έπρεπε να προστεθεί ένας ακόμη χρόνος. Βλ. Ιω. Λαλιώτου, ό.π., σ. 3.

504. Δημήτριος Πατσόπουλος, Μεσαιωνικόν μελέτημα. Φράγκοι και Βυζάντιον, ιδίως επί Καρόλου του Μεγάλου και Ειρήνης, Αθήνα, Τυπογραφείον «Ο Παλαμήδης», 1886, σ. 80.

505. Βλ. τον «Πρόλογο» στο Εγχειρίδιον της Γενικής Ιστορίας προς χρήσιν των Γυμνασίων. Ιστορία των Ρωμαίων. Κατά το τελευταίον πρόγραμμα του Υπουργείου της Παιδείας, Αθήνα, Τυπογραφείον Αλεξάνδρου Παπαγεωργίου, 1889, σ. 3.

Σελ. 202
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/203.gif&w=600&h=915

κατάθεση των σχολικών συγγραμμάτων του, όπως επισημάνθηκε από τους κριτές του.506 Την πιθανότητα χρήσης των εγχειριδίων του στην πανεπιστημιακή διδασκαλία ενισχύει και η εξαγγελία της καταλληλότητάς τους όχι μόνο για τους μαθητές και τους καθηγητές, αλλά και για κάθε ενδιαφερόμενο λόγιο.507 Το μελέτημά του για τις σχέσεις Βυζαντινών και Φράγκων την περίοδο του Καρλομάγνου και της αυτοκράτειρας Ειρήνης σέβεται σε μεγάλο βαθμό τους κανόνες της επιστημονικής ιστορικής γραφής. Η σύντομη μελέτη του (ογδόντα σελίδες) βασίζεται -με εξαίρεση τον χρονικογράφο Θεοφάνη- στη σύγχρονή του γερμανόφωνη βιβλιογραφία, με την οποία ο συγγραφέας συχνά διαλέγεται, ενώ περιέχει και αρκετές αναφορές στο πολύτομο έργο του Κ. Παπαρρηγόπουλου. Σε κινητήρια δύναμη της ιστορικής εξέλιξης αναγορεύονται τα άτομα, η προσωπικότητα και η ηθική των οποίων αποτελούν τον μόνο σχεδόν παράγοντα δράσης, συγκροτώντας παραδείγματα για τους νεότερους.508

Η ιστοριογραφική αντίληψη του Πατσόπουλου φέρει εμφανή την επιρροή του Κ. Παπαρρηγόπουλου: το Βυζάντιο αποτελεί ελληνική αυτοκρατορία από πολύ νωρίς (ήδη ο Ιουστίνος Β' αποκαλείται έλληνας αυτοκράτορας),509 ενώ τονίζεται η προσφορά του στον παγκόσμιο πολιτισμό, ως γέφυρα μέσω της οποίας η αρχαιότητα μετέβη στους νεότερους χρόνους. Στο «οικοδόμημα του πολιτισμού» η Βυζαντινή Αυτοκρατορία προσέφερε την ελληνορωμαϊκή παιδεία στους Άραβες, στους Ευρωπαίους, στα γερμανικά φύλα.510 Η μελέτη αυτή, η οποία παρουσιάζεται συγκροτημένη αφηγηματικά και εμπεριστατωμένη, έστω και με δευτερογενή βιβλιογραφία, κατηγορήθηκε από τον πανεπιστημιακό αντίπαλο του συγγραφέα Π. Καρολίδη ως σύγγραμμα που είχε προέλθει από την κακή συρραφή και μετάφραση τριών γερμανικών φοιτητικών εργασιών.511 Σε αντίθεση με τη μικρή μελέτη του, στα σχολικά εγχειρίδια που συνέ-

506. Παράρτημα της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως του Βασιλείου της Ελλάδος, τχ. Β', φ. 10 (21η Ιανουαρίου 1912), σ. 46.

507. «Πρόλογος», ό.π.

508. Στη μελέτη του Πατσόπουλου οι σχέσεις Φράγκων και Βυζαντινών καθορίζονταν περισσότερο από τις προσωπικότητες του Καρλομάγνου και της αυτοκράτειρας Ειρήνης, η οποία λοιδωρούνταν για την άθλια συμπεριφορά προς τον γιο της, παρά από τις υπάρχουσες πολιτικές και οικονομικές συνθήκες. Στη ρωμαϊκή ιστορία του ίδιου (ό.π.) ήταν χαρακτηριστική η διαδοχή των αυτοκρατόρων, η σύνδεση της ανάπτυξης ή της παρακμής της Αυτοκρατορίας με την ηθική τους στάση και οι πολύ μικρές αναφορές στον πολιτισμό που αναπτύχθηκε στα χρόνια εκείνα.

509. Μεσαιωνικόν..., ό.π., σ. 12.

510. Στο ίδιο, σ. ε'-ζ'.

511. Π. Καρολίδης, Ο εψηφισμένος..., ό.π., σ. 5.

Σελ. 203
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/204.gif&w=600&h=915

συνέγραψε ο Πατσόπουλος δεν έδειξε κανένα ενδιαφέρον για τεκμηρίωση. Ιδιαίτερα στο εγχειρίδιο που συνδεόταν άμεσα με την πανεπιστημιακή διδασκαλία του, εκείνο για τα νεότερα χρόνια,512 δεν αναφέρεται καμία πηγή ή συγγραφέας. Στο βιβλίο αυτό η ιστορική αφήγηση είναι αυστηρά χρονολογική, οργανωμένη σε κεφάλαια με βάση σημαντικά γεγονότα της πολιτικής ιστορίας. Καθένα τους χωρίζεται σε υποκεφάλαια με βάση τα κράτη της εποχής, στην πραγματικότητα με μια αναδρομική ανάγνωση των κρατικών σχηματισμών σύμφωνα με τις πραγματικότητες του 19ου αιώνα: η Γαλλία, η Αγγλία, η Γερμανία, η Ιταλία, η Σουηδία, οι Κάτω Χώρες πρωταγωνιστούν στην ιστορία του Πατσόπουλου, η οποία συνίσταται στην αφήγηση πολεμικών γεγονότων και διπλωματικών συμφωνιών. Ο πολιτισμός, οι τέχνες, τα γράμματα, το εμπόριο και η βιομηχανία εξορίζονται στην αρχή και στο τέλος του βιβλίου, χωρίς να συνδέονται με την εξέλιξη των γεγονότων. Η μοναδική αναφορά στη νεότερη ελληνική ιστορία αφορά την Επανάσταση του 1821, και αυτή περιορίζεται σε δώδεκα σελίδες, οι οποίες διατηρούν όλα τα στερεότυπα μιας τρέχουσας εθνικής ρητορικής: αντιμετώπιση της Τουρκοκρατίας ως περιόδου προετοιμασίας της Επανάστασης του 1821, έξαρση του ηρωισμού, υποβάθμιση των εμφύλιων συρράξεων με αναφορά στην κακοδαιμονία της φυλής.513

Τα χαρακτηριστικά της ιστορίας του Πατσόπουλου συνδέονται με μια ηθική, διδακτική αντίληψη της ιστορίας : επικέντρωση στα πολιτικά γεγονότα, συνεχής παράθεση χρονολογιών, έμφαση στους πρωταγωνιστές, ανάδειξη της ηθικής διάστασης των συμβάντων. Και σε αυτή την περίπτωση, κομβικό ρόλο στην ερμηνεία των γεγονότων διαδραματίζουν τα πρόσωπα, οι ηγεμόνες των κρατών, στους οποίους αφιερώνεται άλλωστε και το μεγαλύτερο μέρος της συγγραφής με πληροφορίες και κρίσεις για τη δράση τους. Η ιστορική εξέλιξη εμφανίζεται ως αποτέλεσμα προσωπικών ικανοτήτων ή αδυναμιών, δύναμης χαρακτήρα και προσωπικότητας. Ο Φίλιππος Β' ήταν σκυθρωπός και αυστηρός, κι αυτό εξηγεί την αδυναμία του να βρει φίλους, άρα συμμάχους, για το ισπανικό κράτος.514 Για τη νύχτα του Αγίου Βαρθολομαίου υπεύθυνη ήταν η κακότροπη και πανούργα Αικατερίνη των Μεδίκων. Βαθιά συντηρητικός, ο Πατσόπουλος, στις λίγες γραμμές που αφιέρωσε στον γαλλικό Διαφωτισμό, τον χαρακτήριζε ως τη δύναμη που κλόνισε το πολιτικό και θρησκευτικό καθε-

512. Δημήτριος Πατσόπουλος, Εγχειρίδιον της Γενικής Ιστορίας. Προς χρήσιν των γυμνασίων Μέρος Γ'. Ιστορία των νέων και νεωτάτων χρόνων, β' έκδ. διορθωμένη, Αθήνα, Γεώργιος Κασδόνης, 1891.

513. Στο ίδιο, σ. 272-283.

514. Στο ίδιο, σ. 72.

Σελ. 204
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/205.gif&w=600&h=915

καθεστώς.515 Η συμμετοχή του λαού, η εισβολή του με την υποκίνηση δημαγωγών στο προσκήνιο, όπως στην περίπτωση της Γαλλικής Επανάστασης, οδήγησε στην οχλοκρατία, στα φοβερά εγκλήματα των ημερών εκείνων.516 Πέρα από τα πρόσωπα, κεντρικό ερμηνευτικό εργαλείο αποτελεί η θρησκευτική πίστη, η οποία αναδεικνύεται σε κινούν αίτιο για μια σειρά από συμπεριφορές και δράσεις. Ανεξάρτητα από τον πραγματικό ρόλο που διαδραμάτισε η θρησκευτική συνείδηση στα γεγονότα της εποχής, η έμφαση στις συγκρούσεις καθολικών προτεσταντών έδινε την ευκαιρία στον Δ. Πατσόπουλο να καυτηριάσει τις δύο Εκκλησίες, αναδεικνύοντας υπόρρητα την υπεροχή της Ορθόδοξης.

Στο βιβλίο του Πατσόπουλου άσκησε αυστηρότατη κριτική ο Παύλος Καρολίδης : ο συγγραφέας του δεν γνώριζε την ιστορία στο σύνολό της, αλλά κατά μέρος και πλάτος. Ο ιστορικός κόσμος δεν παρουσιαζόταν ως οργανισμός ούτε ως μηχανισμός, ενώ η ιστορία του αποτελούσε άθροισμα σημειώσεων βιογραφικών περί βασιλέων και στρατηγών και άλλων εν τη εξωτερική κινήσει της ανθρώπινης κοινωνίας δρώντων προσώπων. Τα δύο τρίτα του βιβλίου του ήταν πλήρη αποφάνσεων (ουχί κρίσεων), σχετλιασμών, αναθεματισμών και θαυμασμών.517 Η κριτική και οι διαμαρτυρίες του Καρολίδη δεν στάθηκαν εμπόδιο για την εισαγωγή του συγκεκριμένου βιβλίου στη μέση εκπαίδευση.

Ο Δ. Πατσόπουλος, σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, δίδαξε στους φοιτητές του με συνέπεια τη μεσαιωνική και νεότερη ιστορία. Χωρίς καμιά ερευνητική συμβολή, ο καθηγητής συνέχισε την παράδοση της διδασκαλίας μεγάλων περιόδων με γενικούς τίτλους και χωρίς συγκεκριμένες τομές. Δεν συνομίλησε στο συγγραφικό του έργο με την ιστοριογραφική παραγωγή του καιρού του. Είναι ενδεικτικό ότι στη βιβλιοθήκη του, η οποία περιελάμβανε σημαντικό αριθμό γερμανόφωνων εγχειριδίων και ελάχιστα γαλλόφωνα, το κύριο σώμα των βιβλίων είχε εκδοθεί έως το 1880, το διάστημα δηλαδή των σπουδών και της παραμονής του στη Γερμανία, ενώ για τα επόμενα χρόνια καταγράφεται πολύ μικρός αριθμός τίτλων, κυρίως εγχειρίδια που θα τον διευκόλυναν στη διδασκαλία και στη συγγραφή.518

515. Στο ίδιο, σ. 235-236.

516. Στο ίδιο, σ. 236-245.

517. Π. Καρολίδης, Ο εψηφισμένος..., ό.π., σ. 20-23.

518. Η βιβλιοθήκη του Δ. Πατσόπουλου αγοράστηκε από το Πανεπιστήμιο μετά την απόλυσή του και ενσωματώθηκε στη βιβλιοθήκη του φροντιστηρίου του Σπ. Λάμπρου. Βλ. Πρυτανεία Γεωργίου I. Δέρβου (1913-1914), Κατάλογος των φροντιστηριακών βιβλιοθηκών του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου, Αθήνα, Τυπογραφείο Παρασκευά Λεωνή, 1914. σ. 127-145.

Σελ. 205
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/206.gif&w=600&h=915

Ο καθηγητής της Μέσης και νεότερης ιστορίας προσέφερε την αξιολογική αποτίμηση του παρελθόντος, βασισμένη σε μια ηθικολογική αντίληψη της ιστορίας και όχι στις πηγές ή στην αρχειακή μελέτη. Ενστερνιζόμενος σε μεγάλο βαθμό το σχήμα του Κ. Παπαρρηγόπουλου, υπήρξε ο φορέας μιας διδακτικής στη σύλληψή της ιστορίας, η οποία μετέφερε σειρά από στερεότυπα: πόλεμοι, συμφωνίες και συμμαχίες, προσωπογραφίες ηγεμόνων. Η ισχνή παρουσία του στο Πανεπιστήμιο, σε συνδυασμό ενδεχομένως με τη γνωστή φιλοβασιλική του τοποθέτηση αλλά και την έλλειψη κοινωνικής δράσης, αιτιολογούν την επιλογή του ως ενός εκ των καθηγητών που απολύθηκαν το 1910.

Σελ. 206
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/207.gif&w=600&h=915

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ'

Η ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ: ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ ΣΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1821

ΕΝΑΣ «ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΟΜΕΝΟΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΗΣ» ΣΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ

Ο Παύλος Καρολίδης (1849-1930)519 χάραξε τη δική του πορεία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, με πολλά εμπόδια και αρκετές διακοπές στη διάρκεια της. Γόνος πλούσιας αγροτικής οικογένειας από το Ανδρονίκιο της Καππαδοκίας, με μητρική γλώσσα την τουρκική, ακολούθησε έναν τυπικό κύκλο σπουδών για νεαρό εύπορο Μικρασιάτη ελληνικής καταγωγής : Ευαγγελική Σχολή (Σμύρνη), Μεγάλη του Γένους Σχολή (Κωνσταντινούπολη), Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών. Με υποτροφία του Σίμωνος Σίνα παρακολούθησε πανεπιστημιακά μαθήματα στο Μόναχο, στο Στρασβούργο και στο Τύμπινγκεν, όπου το 1872 αναγορεύθηκε διδάκτορας. Δεν έχουμε πληροφορίες για τους καθηγητές του. Ο ίδιος αναφέρει τον διάσημο θεολόγο της εποχής Άνταλμπερτ Μερξ, ενώ σύμφωνα με πληροφορία του μαθητή του Σωκράτη Κουγέα παρακολούθησε μαθήματα του φιλολόγου Γκέοργκ Κούρτιους.520

Μετά την επιστροφή του στην Οθωμανική Αυτοκρατορία ο Καρολίδης δίδαξε σε γυμνάσια στην Κωνσταντινούπολη και στη Σμύρνη, ενώ προέβη στις πρώτες του συγγραφικές απόπειρες. Το 1886, με την παρακίνηση των Χ. Τρικούπη και Κ. Κόντου, ταξίδεψε στην Αθήνα, όπου δίδαξε σε σχολείο, ενώ από το χειμερινό εξάμηνο 1887-1888 εγκαινίασε τη διδασκαλία του ως υφηγητής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών με το μάθημα της Ιστορίας των μέσων και νεωτάτων αιώνων, διακόπτοντας τη μονοκρατορία της ελληνικής ιστορίας. Η υφηγεσία του συνοδεύθηκε από την υποψηφιότητά του για την έδρα του καθηγητή της Γενικής ιστορίας, υποσκελίζοντας στην ψηφοφορία παλαιούς διδάσκοντες. Σε

519. Για τη ζωή και το έργο του Καρολίδη βλ. Κ. Γεωργιάδου, ό.π., όπου και βιβλιογραφία.

520. Σ. Β. Κουγέας, «Παύλος Καρολίδης», Νέα Εστία 30 (1930), σ. 935.

Σελ. 207
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/208.gif&w=600&h=915

όλη τη διάρκεια της υφηγεσίας του έως το 1893 προσέφερε ένα τρίωρο μάθημα γενικής ιστορίας.

Το 1892 ο Καρολίδης υπέβαλε υποψηφιότητα, μαζί με τους Γεώργιο Κρέμο και Γεώργιο Σωτηριάδη,για την κενή έδρα του Κ. Παπαρρηγόπουλου. Στη σχετική συνεδρίαση της Φιλοσοφικής, στις 17 Απριλίου 1892, ζητήθηκε από τους δύο καθηγητές Ιστορίας, τον Σπ. Λάμπρο και τον Δ. Πατσόπουλο, να συντάξουν έκθεση για τους τρεις υποψηφίους. Ο πρώτος ξεκίνησε την εισήγησή του προτείνοντας τη μετατροπή της έδρας σε έδρα Μελέτης των πηγών της ελληνικής ιστορίας, πρόταση που δεν συνάντησε την αποδοχή των υπόλοιπων καθηγητών. Στη συνέχεια διάβασε εκτενή έκθεση για τους τρεις διεκδικητές της έδρας, την οποία είχε συντάξει με βάση τα επιστημονικά συγγράμματά τους. Αρνήθηκε όμως να τοποθετηθεί για τον καταλληλότερο, θεωρώντας ότι έτσι παραβιαζόταν η αρχή της μυστικότητας της ψήφου. Το ίδιο υποστήριξε και ο Δ. Πατσόπουλος, ο οποίος επιπροσθέτως δεν αναφέρθηκε καθόλου στο έργο των υποψηφίων, προτάσσοντας το επιχείρημα που είχε διατυπώσει ο Κ. Παπαρρηγόπουλος στην εκλογή τού 1886 για τον γενικό χαρακτήρα του συγκεκριμένου μαθήματος. Εντέλει, και με βάση το επιστημονικό τους έργο, η συνέλευση των καθηγητών πρότεινε στο υπουργείο Παιδείας τον Γ. Σωτηριάδη. Παρ' όλα αυτά, έναν χρόνο αργότερα διορίστηκε καθηγητής, λόγω των στενών σχέσεών του με το τρικουπικό περιβάλλον, ο Καρολίδης.

Ο Π. Καρολίδης δίδαξε το 1893-1894 Ιστορία του ελληνικού έθνους για επτά ώρες εβδομαδιαίως. Από το επόμενο έτος όμως διαφοροποιήθηκε από τη λογική του ενιαίου τίτλου διδάσκοντας συγκεκριμένες περιόδους της ελληνικής ιστορίας, αρχαίας, βυζαντινής και νεότερης. Ως το 1908 προσέφερε τα ακόλουθα μαθήματα: Ιστορία της αρχαίας Ελλάδος, Ιστορία του ρωμαϊκού και του βυζαντινού ελληνισμού, Ιστορία των μετά Αλεξάνδρου χρόνων και του βυζαντινού ελληνισμού, Ιστορία των μετά την άλωσιν Κωνσταντινουπόλεως χρόνων και της μεγάλης ελληνικής επαναστάσεως, Ελληνική ιστορία κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας και Τουρκοκρατίας και Ιστορία της μεγάλης ελληνικής επαναστάσεως του 1821 (μάθημα που είχε εισαγάγει ο Γ. Κρέμος). Ήταν ο πρώτος διδάσκων που δίδαξε ως αυτόνομα αντικείμενα την περίοδο της Φραγκοκρατίας και της Τουρκοκρατίας. Με εξαίρεση ένα μάθημα που αναφερόταν αόριστα στα νεότατα χρόνια, χρονικό όριο της διδασκαλίας του αποτελούσε το 1821.

Πολυγραφότατος ιστορικός, με μονογραφίες, άρθρα και συνεχείς δημοσιεύσεις στον Τύπο, και παράλληλα έντονη προσωπικότητα με εκτεταμένη κοινωνική και πολιτική δράση, ο Καρολίδης αφιέρωσε σημαντικό τμήμα της δραστηριότητας του στο Πανεπιστήμιο. Εξέδωσε μόλις ένα πανεπιστημιακό εγ-

Σελ. 208
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/209.gif&w=600&h=915

εγχειρίδιο βυζαντινής ιστορίας,521 αν και το συγγραφικό του έργο βρήκε πολλές εκβολές στο διδακτικό. Το 1908 εξελέγη βουλευτής στο οθωμανικό κοινοβούλιο και σταμάτησε την πανεπιστημιακή του διδασκαλία. Παρ' όλα αυτά τα μαθήματά του συνέχιζαν να εμφανίζονται στο πρόγραμμα μαθημάτων του Αθήνησι. Το 1911-1912, εγκαταλείποντας την Οθωμανική Αυτοκρατορία λόγω των γεγονότων της εποχής, μετακινήθηκε στη Γερμανία, από όπου επέστρεψε στην Ελλάδα το 1915. Απολύθηκε λόγω της φιλοβασιλικής του τοποθέτησης από το Πανεπιστήμιο το 1918, για να επαναπροσληφθεί το 1920. Το 1923 συνταξιοδοτήθηκε και για το υπόλοιπο του βίου του ασχολήθηκε με τη συγγραφή μερικών από τα πιο γνωστά ιστορικά του έργα.

Ο ΑΓΩΝΑΣ ΚΥΡΟΥΣ ΔΥΟ ΕΠΙΦΑΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΩΝ

Η παρουσία και η διαδρομή του Π. Καρολίδη στο Πανεπιστήμιο Αθηνών προσδιορίστηκε σε μεγάλο βαθμό από την έντονη σχέση του με τον έτερο ισχυρό καθηγητή της Ιστορίας, Σπ. Λάμπρο. Και οι δύο καθηγητές αποτέλεσαν εξέχουσες φυσιογνωμίες της πανεπιστημιακής κοινότητας, υπήρξαν ιστορικοί που με το έργο τους, ερευνητικό (ιδιαίτερα ο πρώτος), συγγραφικό και διδακτικό, επηρέασαν σε σημαντικό βαθμό τη νεοελληνική ιστοριογραφία.

Από την εποχή της υφηγεσίας του ο Π. Καρολίδης είχε κατηγορήσει τον καθηγητή της Αρχαίας γενικής ιστορίας522 ότι επιχείρησε δύο φορές να ανακόψει την πανεπιστημιακή του εξέλιξη υποστηρίζοντας υποψηφίους με πολύ λιγότερα ακαδημαϊκά προσόντα, τον Δ. Πατσόπουλο523 και τον Γ. Σωτηριάδη 524 εναντίον των οποίων δημοσίευσε και ξεχωριστούς λίβελους. Στις αιτιάσεις του Καρολίδη απάντησαν με δριμύτητα τόσο οι Πατσόπουλος και Σωτη-

521. Παύλος Καρολίδης, Εγχειρίδιον Βυζαντινής Ιστορίας μετά των κυριωτάτων κεφαλαίων της λοιπής μεσαιωνικής ιστορίας προς χρήσιν των φοιτητών της φιλολογίας, Αθήνα 1906.

522. Παύλος Καρολίδης, Διαμαρτυρία προς τον Κοσμήτορα της Φιλοσοφικής Σχολής Κύριον Κυπάρισσον Στεφάνου εναντίον Σπυρίδωνος Π. Λάμπρου καθηγητού, Α', Αθήνα 1892.

523. Παύλος Καρολίδης, Ο εψηφισμένος..., ό.π.

524. Παύλος Καρολίδης, Διαμαρτυρία προς το επί των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως Υπουργείον κατά της υπό της πλειονοψηφίας εγκριθείσης ιστορίας Γ. Σωτηριάδου ως διδακτικού βιβλίου διά την Α' του γυμνασίου τάξιν, καίπερ πασών των υποβληθεισών χειρίστης και παρά το επίσημον πρόγραμμα του Υπουργείου συντεταγμένης, Αθήνα 1894. Στον λίβελο απάντησε ο Σωτηριάδης: Π. Καρολίδης, ο διαμαρτυρόμενος Καππαδόκης, Αθήνα, Τυπογραφείον της Εστίας, 1894.

Σελ. 209
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/210.gif&w=600&h=915

Σωτηριάδης όσο και ο Λάμπρος,525 καταδεικνύοντας μια σειρά από λάθη που κατά τη γνώμη τους αποδείκνυαν την άγνοια και την ανεπαρκή επιστημονική συγκρότηση του κατηγόρου τους. Η έντονη διαμάχη και η λιβελογραφία μεταξύ των δύο καθηγητών σημάδεψαν τη σχέση τους, ενώ το 1912 ο Καρολίδης επανήλθε κατηγορώντας τον Λάμπρο ότι εξύφαινε μηχανορραφίες εναντίον του.526

Σε αντίθεση με προηγούμενες διαμάχες, όπου τα κίνητρα ήταν στενά συνδεδεμένα με την πολιτική, όπως στην περίπτωση των Μανούση - Σχινά - Παπαρρηγόπουλου, οι δύο άνδρες ακολούθησαν σχετικά κοινή πολιτική διαδρομή. Ανήκαν και οι δύο στο περιβάλλον του Χ. Τρικούπη, ενώ στα χρόνια του Διχασμού συμπαρατάχθηκαν με τους φιλοβασιλικούς κύκλους, με τις γνωστές για τον καθένα συνέπειες.527 Η σύγκρουσή τους, κατά τη γνώμη μου, συνδέεται, πέρα από χαρακτηρολογικά στοιχεία όπως το έντονο θυμικό του Καρολίδη, με υπαρκτές επιστημονικές διαφωνίες, και κυρίως με έναν αγώνα επιστημονικού και κοινωνικού κύρους εντός και εκτός Πανεπιστημίου, ο οποίος έφερε αντιμέτωπους δύο διαφορετικούς κόσμους. Από τη μια ο Σπ. Λάμπρος, γόνος γνωστής ελλαδικής οικογένειας, στέλεχος μιας σειράς συλλογικοτήτων της πρωτεύουσας, πρόσωπο ενεργά εμπλεκόμενο στην αθηναϊκή κοινωνική και πνευματική ζωή. Από την άλλη ο Π. Καρολίδης, Καππαδόκης, υπήκοος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, που διατήρησε σε όλη του τη ζωή ενεργό και ιδιαίτερα στενή σχέση με τη γενέθλια γη, όπως άλλωστε αποτυπώθηκε στο πρώιμο έργο του.528 Πέρα από την εκλογή του στο οθωμανικό κοινοβούλιο, ο ιστορικός διατήρησε έως τα ύστερά του χρόνια φιλικούς, επαγγελματικούς και οικογενειακούς δεσμούς -ο αδελφός του Ιορδάνης ήταν ιδιαίτερα γνωστός λόγιος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας- με την πατρογονική γη. Η αναγνώρισή του από τους συμπατριώτες του εκφράστηκε και με τη συμμετοχή και εκλογή του στη διοίκηση μιας σειράς μικρασιατικών σωματείων και ενώσεων. Επρόκειτο για προνομιακό πεδίο, απρόσιτο σε μεγάλο βαθμό στον άλλο ισχυρό άνδρα της Φιλοσοφικής, το οποίο προσέδιδε κύρος και κοινωνική αναγνώριση στον Π. Καρολίδη, ταυτόχρονα όμως τον έκανε ευάλωτο στις κριτικές

525. Σπ. Π. Λάμπρος, Καρολίδειοι ανεπιστασίαι, Αθήνα, Τυπογραφείον της Εστίας, 1892.

526. Βλ. εδώ, σ. 218.

527. Βλ. εδώ, σ. 278.

528. Βλ. Ιωάννα Πετροπούλου, «Ιστοριογραφικές προσεγγίσεις του Οθωμανικού παρελθόντος στην χριστιανική Ανατολή - 19ος αιώνας. Μια δειγματοληψία», Μνήμων 23 (2001), Εόρτιος Τριακονταετίας, σ. 284-287.

Σελ. 210
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/211.gif&w=600&h=915

που σχολίαζαν αρνητικά την εθνική καταγωγή του. Χαρακτηρισμοί όπως ό διαμαρτυρόμενος Καππαδόκης του Γ. Σωτηριάδη ή ό τουρκομερίτης του Δ. Πατσόπουλου στόχευαν στην περιθωριοποίηση, στην απομόνωσή του από την υπόλοιπη κοινότητα. Στη λογική αυτή του διαχωρισμού ο Καρολίδης απάντησε άμεσα, χωρίς να αποποιηθεί την καταγωγή του: Και δια της εν τω Πανεπιστημίω ευσυνείδητου και επιμελούς εργασίας μου, καίτοι Μικρασιανός και ξένος και έρημος ενταύθα [...] κατόρθωσα να δημιουργήσω περί εμαυτόν πνευματικήν κοινωνίαν ευγνωμονούντων και αφοσιωμενων ακροατών και συμπαθούντων μοι καθηγητών και άλλων επαϊόντων εν τω χώρω της επιστήμης αυτών.529 Οι αντιθέσεις των δύο ιστορικών αποτυπώθηκαν και στη συμμετοχή τους στις δυο εταιρείες που διαδραμάτισαν σημαντικότατο ρόλο στον εθνικό βίο κατά την τελευταία δεκαετία του 19ου αιώνα: ηγετικό στέλεχος της Εθνικής Εταιρείας ο Λάμπρος, μέλος του διοικητικού συμβουλίου του «Ελληνισμού» και τακτικός συνεργάτης του ομώνυμου περιοδικού ο Καρολίδης.

Πέρα από τις επαγγελματικές στοχεύσεις, ανάμεσα στους δύο ιστορικούς υπήρχαν σημαντικές επιστημονικές διαφωνίες. Ο Λάμπρος διακήρυξε την πίστη του σε μια επιστημονική ιστορία βασισμένη σε τεκμήρια, που επικοινωνούσε με τα σύγχρονα ευρωπαϊκά επιστημονικά ρεύματα. Ο Καρολίδης επικέντρωνε την προτίμησή του σε μια ιστοριογραφία στην οποία η φιλοσοφία της ιστορίας ήταν παρούσα και καθοριστική ,530 Χαρακτηριστικοί για τη διαφορετική φιλοσοφία των δύο ιστορικών υπήρξαν οι εισιτήριοι λόγοι τους ως υφηγητών. Ο Λάμπρος επαινούσε τις μελέτες που είχαν προκύψει από την αυτοψία και την ιστορική έρευνα, τονίζοντας τη σπουδαιότητα και των δύο για τη συγγραφή της εθνικής ιστορίας.531 Στον πυκνύ εισιτήριο λόγο του532 ο Π. Καρολίδης αναφερόταν στη σημασία του φιλοσοφικού στοχασμού για την εννοιολόγηση της ιστορίας, προκαλώντας την κριτική του Λάμπρου.533 Ο Καρολίδης σε όλο του τον επιστημονικό βίο υπερασπίστηκε τη σύνδεση της ιστορίας με τη φιλοσοφία, συγκροτώντας ένα μοναδικό παράδειγμα ιστορικού και καθηγητή στο τέλος του 19ου αιώνα.

529. Π. Καρολίδης, Ο εψηφισμένος..., ό.π., σ. 16.

530. Παύλος Καρολίδης, Διαμαρτυρία προς τον Κοσμήτορα..., ό.π., σ. 7-8. Για τη σύγκρουση των δυο ιστορικών βλ. και E. Gazi, ό.π., σ. 78-79.

531. Σπ. Λάμπρος, Εισιτήριος..., ό.π.

532. Λόγος εισιτήριος εις το μάθημα της Γενικής Ιστορίας εν τω Εθνικώ Πανεπιστημίω ρηθείς τη 14 Ιανουαρίου 1887, Αθήνα 1888.

533. Βλ. την εισήγηση του Σπ. Λάμπρου στη συνεδρίαση της Φιλοσοφικής στις 17 Απριλίου 1892.

Σελ. 211
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/212.gif&w=600&h=915

Η διαφοροποίηση αυτή εμφανίστηκε έντονα και στον τρόπο με τον οποίο οι δύο ιστορικοί διαχειρίστηκαν και διεύρυναν την κληρονομιά του Παπαρρηγόπουλου, υπηρέτησαν με το έργο τους το τρίσημο σχήμα του, χρωματίζοντάς το με τις δικές τους πινελιές, που κάποτε έρχονταν και σε αντίθεση με τη φιλοσοφία του δημιουργού του. Το βάρος, βέβαια, έπεφτε πιο βαρύ στους ώμους του διαδόχου του στην καθηγητική έδρα, ο οποίος το 1902 ανέλαβε την τέταρτη έκδοση της IEE.53i Θα ακολουθούσε, με πρόλογο, σημειώσεις και συμπλήρωμα για τα πρόσφατα χρόνια, άλλη μία έκδοση από τις εκδόσεις Ελευθερουδάκη το 1925,535 καθώς και μία μεταθανάτια το 1932, η οποία γνώρισε πολλές επανεκδόσεις, συνδέοντας άρρηκτα τα δύο ονόματα.536

Η ΚΑΡΟΛΙΔΕΙΟΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ

ΚΑΙ Η ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ

Σε αντίθεση με τον Κ. Παπαρρηγόπουλο και τον Σπ. Λάμπρο, οι οποίοι είχαν σταθεί αρνητικοί απέναντι σε κάθε είδους παγκόσμια ιστορία, ο Καρολίδης από τα νεανικά του χρόνια σχεδίασε την έκδοση καθολικής ιστορίας, επιχειρώντας να διαμορφώσει ένα σχήμα εξέλιξης της ιστορίας της ανθρωπότητας. Στο πλέον ολοκληρωμένο θεωρητικό του έργο, την Εισαγωγή εις την Καθολικήν Ιστορίαν -ένα από τα ελάχιστα εκτενή θεωρητικά κείμενα για την ιστορία και τις προσεγγίσεις της που κυκλοφόρησαν στην Ελλάδα στο τέλος του 19ου αιώνα- ο Καρολίδης πραγματεύθηκε σειρά ζητημάτων αναφορικά με τη συγκρότηση της ιστορικής επιστήμης: την έννοια της ιστορίας, τη μεθοδολογία, την περιοδολόγηση κ.ά. Το μεγαλύτερο μέρος του κειμένου ήταν αφιερωμένο στην έννοια της καθολικής ιστορίας. Στο σχήμα του Καρολίδη η καθολική

534. Ιστορία του Ελληνικού Έθνους από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι των καθ' ημάς. Έκδοσις τετάρτη συμπληρωθείσα κατά τα νεώτατα πορίσματα της επιστήμης υπό Παύλου Καρολίδου, καθηγητού εν τω Πανεπιστημίω, τ. 1-5, Αθήνα, εκδοτικός οίκος Γεωργίου Δ. Φέξη, 1902-1903.

535. Ιστορία του Ελληνικού Έθνους από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι των καθ' ημάς. Έκδοσις πέμπτη εικονογραφημένη μετά προσθηκών, σημειώσεων και βελτιώσεων επί τη βάσει των νεωτάτων πορισμάτων της ιστορικής ερεύνης υπό Παύλου Καρολίδου, καθηγητού εν τω Εθνικώ και Καποδιστριακώ Πανεπιστημίω, τ. 1-6, Αθήνα, εκδοτικός οίκος Ελευθερουδάκη, 1925.

536. Ιστορία του Ελληνικού Έθνους από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι του 1930. Έκδοσις έκτη εικονογραφημένη [Εκατονταετηρίδος] μετά προσθηκών, σημειώσεων και βελτιώσεων επί τη βάσει των νεωτάτων πορισμάτων της ιστορικής ερεύνης υπό Παύλου Καρολίδου, καθηγητού εν τω Εθνικώ και Καποδιστριακώ Πανεπιστημίω. τ. 1-6 + Παράρτημα, Αθήνα, εκδοτικός οίκος Ελευθερουδάκη, 1932.

Σελ. 212
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/213.gif&w=600&h=915

ιστορία δεν αποτελούσε απλώς άθροισμα εθνικών ιστοριών, αλλά ιδέα ιστορίας εχούσης εσωτερικήν ενότητα οργανικήν και ζωτικήν, συνάδουσαν προς την μεγάλην ιδεαν της ανθρωπότητος.537 Η ιδέα, έννοια που συνδεόταν άμεσα με τη θεία Πρόνοια και την ύπαρξη ηθικών νόμων, νοηματοδοτούσε το σύνολο των ανθρώπινων πράξεων, καθόριζε ποια από τις ιστορικές πράξεις αποτελούσε μέρος της παγκόσμιας ιστορίας.

Η θεωρητική σκέψη του Καρολίδη, η οποία εντασσόταν στο γενικότερο κλίμα της φιλοσοφίας της ιστορίας όπως είχε διαμορφωθεί κατά τον 18ο αιώνα, ερχόταν σε μεγάλο βαθμό σε αντίθεση με την ανάγνωση της παγκόσμιας ιστορίας του Ράνκε. Ο γερμανός ιστορικός είχε επιχειρήσει να συνθέσει μια νέα παγκόσμια ιστορία στηριγμένη κατ' αρχήν στις πηγές.538 Η συστηματική τεκμηρίωση, η αξιοποίηση όλων των γραπτών τεκμηρίων, η συνεχής αναζήτηση των πηγών αποτελούσαν προϋποθέσεις για τη μελέτη και της παγκόσμιας ιστορίας. Στο σχήμα του Ράνκε η έννοια της φιλοσοφίας της ιστορίας και του ενοποιητικού της ρόλου για την παγκόσμια ιστορία υποχωρούσε. Κεντρικές μονάδες της παγκόσμιας ιστορίας ήταν τα έθνη, και μάλιστα εκείνα τα οποία είχαν κρατική υπόσταση και πολιτισμική ισχύ και προσφορά. Εύλογα το κύριο βάρος έπεφτε στην Ευρώπη, ιδιαίτερα στα γερμανικά προτεσταντικά κράτη και στην Αγγλία, χώρες με σημαντική κατά τον Ράνκε ισχύ, όπως αποτυπώθηκε και στην εξωτερική πολιτική τους, ενώ υποδεέστερη εμφανιζόταν η Γαλλία και μια σειρά άλλα έθνη, τα οποία δεν είχαν να επιδείξουν σημαντικό πολιτισμό. Στην κριτική του προς τον γερμανό ιστορικό ο Καρολίδης επέμεινε στην ιδέα μιας καθολικής ιστορίας με ηθικά χαρακτηριστικά, η οποία σε μεγάλο βαθμό καθοριζόταν από τη θεία Πρόνοια.539

Οι θέσεις του Καρολίδη, όπως προκύπτει άλλωστε και από την επιχειρηματολογία που χρησιμοποιεί αλλά και τη μνημόνευση των ονομάτων τους, προσεγγίζουν τους ιστορικούς εκείνους του 19ου αιώνα που συγκρότησαν την επονομαζόμενη «σχολή της Χαϊδελβέργης». Πιο γνωστοί υπήρξαν οι καθηγητές του εκεί Πανεπιστημίου: Φρήντριχ Κριστόφ Σλόσσερ, ο μαθητής του Γκέοργκ Γκόττφρηντ Γκερβίνους και ο Λούντβιχ Χόυσσερ. Εκπρόσωποι του ρομαντισμού στη Γερμανία, δημοφιλείς ιστορικοί, συνέγραψαν παγκόσμια ιστο-

537. Βλ. Εισαγωγή εις την Καθολικήν ή Παγκόσμιον Ιστορίαν, Αθήνα 1894, σ. 144.

538. Βλ. κυρίως Ernst Schulin, "Universal History and National History, mainly in the Lectures of Leopold von Ranke": Georg G. Iggers, James M. Powell (επιμ.), Leopold von Ranke and the Shaping of the Historical Discipline, Νέα Υόρκη 1990, σ. 70-81.

539. Βλ. Εισαγωγή εις την Καθολικήν..., ό.π., σ. 167-179.

Σελ. 213
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/214.gif&w=600&h=915

ιστορία συνεχίζοντας σε μεγάλο βαθμό την παράδοση του 18ου αιώνα και του Πανεπιστημίου του Γκέττινγκεν.540 Η κριτική τους προς τον Ράνκε υπήρξε έντονη και εστιαζόταν στην εμμονή του για την αναζήτηση τεκμηρίων και τη μελέτη τους, στην υποβάθμιση της φιλοσοφίας της ιστορίας και στην περιθωριοποίηση των ηθικών αρχών που όριζαν την ιστορία. Πέρα από τις επιστημονικές, ήταν σαφείς και οι πολιτικές διαφορές. Φιλελεύθεροι διανοούμενοι, αντιμετώπισαν εχθρικά τη στροφή του Ράνκε και άλλων γερμανών ιστορικών προς το μοναρχικό πρωσικό κράτος, υποστηρίζοντας την κληρονομιά της Γαλλικής Επανάστασης. Παρ' όλο που το έργο τους γνώρισε μεγάλη δημοσιότητα, δέχθηκε έντονη κριτική για τη μεθοδολογία του και τη σύνδεση της ιστορίας με τη φιλοσοφία, ενώ υπερκεράστηκε γρήγορα από τη στροφή της ιστορίας στον θετικισμό. Είναι σαφές ότι σε μεγάλο βαθμό, και πέρα από τις πολιτικές διαφοροποιήσεις, η σύγκρουση Καρολίδη - Λάμπρου απηχούσε αυτές τις διενέξεις, οι οποίες πήραν μεγάλη έκταση στη Γερμανία στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα.

Ο Καρολίδης, αν και αναγνώριζε στον Ράνκε ότι «εξανθρώπισε» την καθολική ιστορία μεταθέτοντας την έναρξή της από την προϊστορική εποχή στη στιγμή της ανακάλυψης της γραφής, στη συνέχεια τον έψεγε γιατί με την επιλεκτική λογική του απέπεμπε ουσιαστικά από την παγκόσμια ιστορία τον ασιατικό πολιτισμό. Κατά τον Καρολίδη ο γερμανός ιστορικός δεν αναγνώριζε τον σημαντικό ρόλο του ασιατικού πολιτισμού στη δημιουργία του ελληνικού, θέση που υποστήριξε επί μακρόν ο έλληνας ιστορικός στον πρώτο τόμο του έργου του Ιστορία καθολική ή παγκόσμιος (Αθήνα 1895). Στην πρώτη φάση της παγκόσμιας ιστορίας, την ασιατική, ο άνθρωπος καθοριζόταν από τους φυσικούς νόμους και στερούνταν της ελεύθερης βούλησης, ενώ στη δεύτερη, η οποία εστιαζόταν στην Ευρώπη και στον αρχαιοελληνικό πολιτισμό, το άτομο έχει απαλλαγεί από τους φυσικούς νόμους, έχει πλέον συνείδηση και δημιουργικότητα. Η εμφάνιση του ελληνικού πολιτισμού σήμαινε και την έναρξη της «πραγματικής» ιστορίας του ανθρώπινου γένους.

Προερχόμενος από το διανοητικό κλίμα των ελλήνων λογίων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ο Καρολίδης θεωρούσε τη Μικρά Ασία κοιτίδα του ευρωπαϊκού πολιτισμού, εκεί όπου είχαν συναντηθεί ο ελληνικός και ο ασιατικός πολιτισμός και μέσω του πρώτου ο δεύτερος είχε βρει δίοδο στη γηραιά ήπειρο.541 Τις θέσεις του ο έλληνας ιστορικός τις είχε παρουσιάσει από τα

540. Βλ. G.P. Gooch, ό.π., ο. 103-112.

541. Κ. Γεωργιάδου, ό.π., σ. 8.

Σελ. 214
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/215.gif&w=600&h=915

πρώτα του έργα, γλωσσολογικές και ιστορικογεωγραφικές μελέτες που στόχευαν στην απόδειξη της συνέχειας του ελληνισμού στην Καππαδοκία.542 Οι μελέτες αυτές είχαν στηριχθεί σε ευρύ πραγματολογικό υλικό, αρχαιολογικά τεκμήρια και γλωσσολογικές συναγωγές, ενώ εντάσσονταν σε μια συνολικότερη πνευματική κίνηση, όπως έχει ήδη περιγραφεί από την Ιωάννα Πετροπούλου, ενίσχυσης της ελληνικότητας της περιοχής.543

Η ανάδειξη της κυρίαρχης θέσης του ελληνικού πολιτισμού, έστω και συνδεδεμένου με τον μικρασιατικό, στον αρχαίο κόσμο αποτελούσε κοινό τόπο της διεθνούς και ελληνικής ιστοριογραφίας. Η κύρια συμβολή του Καρολίδη ήταν η παρουσίαση της Ελλάδας ως πνευματικού και πολιτικού κέντρου της ανθρωπότητας, η ανάδειξη του ελληνισμού ως της κατεξοχήν Ιδέας, η οποία παρέμεινε ζωντανή και αναλλοίωτη στον χρόνο αποβάλλοντας τα νεκρά και άχρηστα στοιχεία από πάνω της και αφομοιώνοντας νέα. Ο Καρολίδης τόνισε την πολιτισμική υπεροχή του ελληνισμού και τον καθοριστικό του ρόλο για την ιστορία της ανθρωπότητας σε όλες τις περιόδους, ακόμη και την πλέον πρόσφατη. Προεκτείνοντας το έργο του Παπαρρηγόπουλου, εξέταζε το Βυζάντιο όχι πια στην εθνική του διάσταση αλλά στην ευρωπαϊκή. Το Βυζάντιο επέδρασε καταλυτικά στον παγκόσμιο πολιτισμό, διατηρώντας, μεταφέροντας και διαδίδοντας την αρχαιοελληνική σκέψη στον Μεσαίωνα, όχι μόνο στους Δυτικούς μετά την Άλωση, όπως ήταν ο συνήθης τόπος της ελληνικής ιστοριογραφίας, αλλά και στα γερμανικά φύλα.544

Η διδασκαλία από τον Π. Καρολίδη της βυζαντινής ιστορίας ως αυτοτελούς μαθήματος, ενταγμένου στην εθνική και όχι στην παγκόσμια ιστορία, συνοδεύθηκε από την έκδοση του πρώτου πανεπιστημιακού εγχειριδίου βυζα-

542. Βλ. ενδεικτικά Παύλος Καρολίδης, Καππαδοκικά, ήτοι πραγματεία ιστορική και αρχαιολογική περί Καππαδοκίας, Α', Κωνσταντινούπολη 1874. Η αναγνώριση του ασιατικού πολιτισμού συνδεόταν με την καταγωγή του Καρολίδη, καθώς επίσης και με τις αρχαιολογικές, γλωσσολογικές και άλλες ανακαλύψεις των Ευρωπαίων στην ασιατική ήπειρο τον 19ο αιώνα, στις οποίες είχε αναφερθεί σε πανεπιστημιακό εισιτήριο λόγο του και ο Σπ. Λάμπρος (βλ. εδώ, σ. 193-194). Η πληροφορία, λοιπόν, της από κοινού συνεννόησης των δύο ιστορικών για τη δημιουργία έδρας Ασιανολογίας στο Αθήνησι δεν ηχεί τόσο παράδοξη. Η αθέτηση της συμφωνίας από τον Λάμπρο με τη διδασκαλία της ιστορίας των ανατολικών λαών από την έδρα του προκάλεσε την μήνιν του Καρολίδη, ο οποίος τον κατηγόρησε για άγνοια των σχετικών με την Ασία (Π. Καρολίδης, Διαμαρτυρία προς τον κοσμήτορα..., ό.π.).

543. Βλ. Ιωάννα Πετροπούλου, «Ο εξελληνισμός-εξαρχαϊσμός των ονομάτων στην Καππαδοκία τον δέκατο ένατο αιώνα», Δελτίο Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών 7 (1988-1989), σ. 141-200.

544. Βλ. Εισαγωγή εις την Ιστορία του ΙΘ' αιώνος, Αθήνα 1890, σ. 6, 29-30.

Σελ. 215
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/216.gif&w=600&h=915

βυζαντινής ιστορίας. Στην εισαγωγή του εκτενούς (314 σελίδες) βιβλίου, ο συγγραφέας τόνιζε ότι απευθυνόταν προς τους φοιτητές της Φιλοσοφικής Σχολής, με σκοπό να αποκτήσουν ένα βοήθημα στην επιστημονική μελέτη του Βυζαντίου, καθώς για τη συγκεκριμένη περίοδο δεν υπήρχαν εγχειρίδια όπως για την αρχαία ιστορία.545 Οι πολύτομες ιστορίες των Παπαρρηγόπουλου και Λάμπρου δεν ήταν προσιτές στην πλειονότητα των φοιτητών. Ο Καρολίδης όπως σημείωνε στον πρόλογο συγκέντρωνε και κατέγραψε ό,τι εκείνος θεωρούσε πιο σημαντικό για τη μεσαιωνική ιστορία και ιδιαίτερα τη βυζαντινή, ενώ απέδιδε ιδιαίτερη έμφαση στις σχέσεις της Αυτοκρατορίας με τη χριστιανική Δύση και το Ισλάμ.546 Η έκδοση από τον Σύλλογο προς Διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων τριών μικρών εκλαϊκευτικών βιβλίων του για τους αυτοκράτορες Ιουστινιανό, Ηράκλειο και Ρωμανό Διογένη εξυπηρετούσε την όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ενσωμάτωση της βυζαντινής στον κορμό της εθνικής ιστορίας, με την παραδειγματική προβολή των συγκεκριμένων ηρωικών μορφών. Τον ίδιο σκοπό εξυπηρετούσε και η έκδοση (1908) από τον ίδιο σύλλογο του βιβλίου του Καρολίδη για τα ελληνικά γράμματα στα χρόνια του Χριστιανικού Ελληνισμού (βλ. εργογραφία Π. Καρολίδη).

Ο κεντρικός ρόλος του ελληνικού έθνους στην παγκόσμια ιστορία δεν περιοριζόταν στα αρχαία και στα μεσαιωνικά χρόνια. Συνεχιζόταν κατά τον ιστορικό και στα νεότερα, καθώς η Ελληνική Επανάσταση αποτέλεσε το μείζον γεγονός του 19ου αιώνα. Ο Καρολίδης δίδαξε αυτόνομα το συγκεκριμένο γεγονός, τονίζοντας εξαρχής τη βαρύνουσα σημασία του στην ευρωπαϊκή ιστορία. Από το 1907 έως το 1911 -στην πραγματικότητα έως την εκλογή του ως βουλευτή στο οθωμανικό κοινοβούλιο- δίδαξε και ιστορία της Φραγκοκρατίας και της Τουρκοκρατίας. Δεν έχουμε πληροφορίες για τη διδασκαλία του, βάσιμα όμως μπορούμε να υποθέσουμε ότι αντιμετώπισε, όπως και στο συγγραφικό του έργο, τις δύο αυτές περιόδους ως προπαρασκευαστικές για τον απελευθερωτικό αγώνα του 1821,547

Ο Καρολίδης υπερασπίστηκε με το συγγραφικό και μεταφραστικό του έργο τις ιστοριογραφικές του αντιλήψεις : η μετάφραση και έκδοση του τρίτομου έργου του Γκούσταβ Φρήντριχ Χέρτσμπεργκ Ιστορία της Ελλάδος επί της Ρωμαϊκής κυριαρχίας στη Βιβλιοθήκη Μαρασλή (1902) επεδίωκε να συνδέσει την περίοδο της ρωμαϊκής κυριαρχίας με την υπόλοιπη πορεία του ελληνικού έθνους, κατα-

545. Π. Καρολίδης, Εγχειρίδιον..., ό.π., σ. 5.

546. Στο ίδιο, σ. 6.

547. Βλ. εδώ, σ. 226.

Σελ. 216
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/217.gif&w=600&h=915

καταδεικνύοντας την πολιτισμική νίκη του ελληνισμού επί του «ρωμαϊσμού». Ήταν σαφής η παραλληλία του σχήματος με την κατάσταση του συγχρόνου του ελληνισμού και τη δυνατότητα πολιτισμικής κατάκτησης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Το 1906 εξέδωσε τη μετάφραση των τριών πρώτων τόμων έργου του ίδιου συγγραφέα για την ιστορία της Ελλάδας από την αρχαιότητα έως τη συγχρονία, ενώ το 1916 τμήμα της τετράτομης ιστορίας του για την Επανάσταση του 1821. Η επιλογή του αυτή συνδεόταν με τη σπουδαιότητα του έργου και με την υποστήριξη των θέσεών του για τη συνεχή προσφορά του ελληνισμού σε όλη τη διαδρομή της ανθρωπότητας. Μέσω και του έργου του Χέρτσμπεργκ ο Καρολίδης ενέτασσε τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία στον ελληνισμό, σε αντίθεση με τον Λάμπρο, που δίδαξε την ίδια εποχή την ελληνική ιστορία μέχρι καθυποτάξεως εις τους Ρωμαίους. Η διαφορά έγκειται προφανώς στην έμφαση που οι δύο ιστορικοί απέδιδαν στον εξελληνισμό και εκπολιτισμό των Ρωμαίων, η οποία συνδεόταν και με τον διαφορετικό χαρακτήρα των εδρών που κατείχαν (Γενικής ιστορίας ο Λάμπρος, Ιστορίας του ελληνικού έθνους ο Καρολίδης).

Οι ιστοριογραφικές αντιλήψεις του Π. Καρολίδη κινήθηκαν παράλληλα με τις πολιτικές. Σε μια ταραγμένη για το ελληνικό κράτος περίοδο, ο Καρολίδης έθεσε στο επίκεντρο της πολιτικής του δράσης το Μακεδονικό ζήτημα, θεωρώντας εξαιρετικά κρίσιμη για την πραγμάτωση της Μεγάλης Ιδέας την άμεση αντιμετώπιση των σλαβικών επεκτατικών σχεδίων στην περιοχή. Στόχος ήταν η διατήρηση της ελληνικής συνείδησης των κατοίκων στις περιοχές αυτές. Ο Καρολίδης στάθηκε ιδιαίτερα αρνητικός σε κάθε πιθανότητα ελληνοβουλγαρικής ή ελληνοσερβικής προσέγγισης. Η θέση αυτή συνοδευόταν από την επισήμανση για την ανάγκη αναδιάρθρωσης της εξωτερικής πολιτικής και στροφής από το εσωτερικό μέτωπο στο εξωτερικό. Έχοντας εδραιώσει στο παρελθόν τη στενή σχέση ασιανού και ελληνικού πολιτισμού, υποστήριξε τη σύναψη ελληνοτουρκικών σχέσεων με στόχο τη διάδοση του ελληνικού πολιτισμού στην περιοχή,548 τη συγκυριαρχία Ελλήνων και Τούρκων.549 Τις απόψεις του ο Καρολίδης τις υποστήριξε και με εκτεταμένη πολιτική αρθρογραφία στον ημερήσιο και περιοδικό Τύπο.

Ο Καρολίδης στάθηκε ιδιαίτερα θετικός στην ελληνοτουρκική προσέγγιση -βέβαια, ας μην το ξεχνάμε, πάντα ως τρόπου επικράτησης της Μεγάλης Ιδέας

548. Κ. Γεωργιάδου, ό.π., σ. 36-38.

549. Βλ. για τις γενικότερες αντιλήψεις της εποχής Έλλη Σκοπετέα, «Οι Έλληνες και οι εχθροί τους. Η κατάσταση του έθνους στις αρχές του 20ού αιώνα»: Χρ. Χατζηιωσήφ (επιμ.), Ιστορία της Ελλάδας..., ό.π., Α', 2, σ. 9-35, σ. 12-13.

Σελ. 217
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/218.gif&w=600&h=915

ας-, όπως προκύπτει και από το ιστοριογραφικό του έργο. Η καταγωγή και οι θέσεις του εξηγούν και την επιλογή του ως υποψηφίου και την εκλογή του στο οθωμανικό κοινοβούλιο. Η πολιτική που ακολούθησε εκεί, πιστή στις γενικές του θεωρήσεις, τον οδήγησε γρήγορα σε σύγκρουση με το ελλαδικό κέντρο . Η σταδιακή απομάκρυνση των θέσεών του από εκείνες των άλλων ελλήνων βουλευτών, η μη συμμόρφωσή του στις οδηγίες της Οργάνωσης της Κωνσταντινούπολης, η υποψηφιότητά του τέλος ως βουλευτή με το τουρκικό κομιτάτο της «Ένωσης και Προόδου» (1912), τη στιγμή που η ελληνική εξωτερική πολιτική εργαζόταν για τη σύναψη βαλκανικής αντιτουρκικής συμμαχίας, οδήγησαν στην περιθωριοποίησή του. Την ίδια εποχή μετέφρασε, σύμφωνα με τον μαθητή του Αδαμάντιο Αδαμαντίου, μετά από επιθυμία του σουλτάνου Μουράτ Ε' και της Ακαδημίας των Ιστορικών Επιστημών στην Κωνσταντινούπολη, την ιστορία του βυζαντινού ιστορικού Κριτόβουλου, ενώ συνέταξε και στην τουρκική γλώσσα ιστορία του «ελληνικού κράτους του Βυζαντίου μέχρι της ιδρύσεως του οθωμανικού κράτους».550 Τον Απρίλιο του 1912 επέστρεψε στην Αθήνα για να συμμετάσχει στο Ασιανολογικό Συνέδριο. Σύμφωνα με τις καταγγελίες του, σε συνεργασία με την πολιτική ηγεσία ο Σπ. Λάμπρος και ο Ιωάννης Χατζιδάκις απέτρεψαν τη συμμετοχή του στο συνέδριο. Ο Καρολίδης εγκατέλειψε την Αθήνα και επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη, όπου είχε εκλεγεί βουλευτής. Λίγους μήνες αργότερα, με την έναρξη των Βαλκανικών Πολέμων, κατέφυγε στη Γερμανία.551

Ο Παύλος Καρολίδης διήνυσε τον προσωπικό του βίο συνδυάζοντας την πολιτική παρέμβαση με την ιστοριογραφική παραγωγή. Οι επιστημονικές του θέσεις διαμορφώθηκαν σε συνεχή διάλογο με τις πολιτικές, είτε αυτό αφορούσε την ελληνοτουρκική προσέγγιση, είτε τον φόβο του πανσλαβισμού, είτε τη στήριξη της βασιλείας. Με το κύρος του καθηγητή της Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών κατέφευγε στο παρελθόν αναζητώντας την αιτιολόγηση της σύγχρονης πολιτικής δράσης, ενώ συμμετείχε στον δημόσιο διάλογο μέσα από μια πυκνή πολιτική αρθρογραφία στον ημερήσιο και περιοδικό Τύπο.

Παρά την προνομιακή θέση που απέδιδε στον ελληνισμό, το έργο του διαδόχου του Παπαρρηγόπουλου γνώρισε εξαρχής έντονη αμφισβήτηση και κρι-

550. Αδαμαντίου Αδαμάντιος, «Π. Καρολίδης», ΜΕΕ, τ. 13, Αθήνα 1927, σ. 873-874.

551. Κ. Γεωργιάδου, ό.π., σ. 78-79. Βλ. και το απολογητικό βιβλίο του Λόγοι και Υπομνήματα, ήτοι λόγοι απαγγελθέντες εν τη Οθωμανική Βουλή και υπομνήματα πεμφθέντα από Κωνσταντινουπόλεως προς τον επί των Εξωτερικών Υπουργόν κ. Γ. Βαλτατζήν και προς τον Πρόεδρον της Κυβερνήσεως κ. Ε. Βενιζέλον, Α', Αθήνα 1913.

Σελ. 218
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/219.gif&w=600&h=915

κριτική. Το σύνολο της εργογραφίας του συγγραφέα, με λιγοστές εξαιρέσεις, επικρίθηκε εύλογα από πολλούς σύγχρονους και μεταγενέστερους για ρητορεία, φλυαρία, έλλειψη ιεράρχησης των επιχειρημάτων και συνεχείς παρεκβάσεις. Η προβληματική του έργου του εμφανιζόταν ξεπερασμένη συγκριτικά με τις κατευθύνσεις που χάρασσε την ίδια εποχή, ιδιαίτερα στη φροντιστηριακή του διδασκαλία, ο Σπ. Λάμπρος.

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ «ΑΝΑΚΑΛΥΨΗ» ΤΟΥ ΒΥΖΑΝΤΙΟΥ ΚΑΙ Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΟΥ

Η διδασκαλία της βυζαντινής ιστορίας από τον Π. Καρολίδη ως αυτοτελούς μαθήματος στο πανεπιστημιακό πρόγραμμα της ελληνικής ιστορίας συνδέεται με ένα ευρύτερο ακαδημαϊκό ενδιαφέρον για την ίδια περίοδο, ενδιαφέρον το οποίο αναπτύχθηκε τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ού στον χώρο της λογιοσύνης και της λογοτεχνίας, σε ελληνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο. Η ενασχόληση με το Βυζάντιο εντάχθηκε στη γενικότερη στροφή προς τον Μεσαίωνα, κοινή στα πανεπιστημιακά ιδρύματα της Δυτικής Ευρώπης, και υπήρξε ως έναν βαθμό απόρροια της ανάδυσης και κυριαρχίας του ρομαντισμού τον 19ο αιώνα. Το 1892 δημιουργήθηκε η πρώτη έδρα Βυζαντινής φιλολογίας σε δυτικοευρωπαϊκό πανεπιστήμιο, στο Μόναχο, με καθηγητή τον Καρλ Κρουμπάχερ, σε μια στιγμή έξαρσης του Ανατολικού ζητήματος, όταν η υπενθύμιση του αυτοκρατορικού ελληνικού παρελθόντος συνέβαλε στην ισότιμη αποδοχή του νεότερου ελληνικού κράτους από τα υπόλοιπα ευρωπαϊκά.552 Τον ίδιο χρόνο ο νέος καθηγητής εξέδωσε τη Byzantinische Zeitschrift, το πρώτο διεθνές περιοδικό για τις βυζαντινές σπουδές. Ο Κρουμπάχερ οργάνωσε ακόμη το πρώτο πανεπιστημιακό φροντιστήριο για τη μελέτη της συγκεκριμένης περιόδου (1899), το οποίο και χρηματοδοτήθηκε από την ελληνική κυβέρνηση και την ελληνική κοινότητα της Τεργέστης.553 Το 1899 δημιουργήθηκε η δεύτερη έδρα στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης που ήταν αφιερωμένη στο Βυζάντιο, με καθηγητή τον Σαρλ Ντιλ, γεγονός που και αυτό συνδεόταν με τη γαλλική πολιτική για την τύχη της Οθω-

552. Η πολιτική σημασία της έδρας εξηγούσε και την έντονη κινητοποίηση μερίδας ελλήνων λογίων, αλλά και της κρατικής μηχανής. Βλ Τόνια Κιουσοπούλου, «Η πρώτη έδρα Βυζαντινής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών», Μνήμων 15 (1993), σ. 261.

553. Βλ. Απόστολος Καρπόζηλος, «Ο Κάρολος Κρουμπάχερ και ο ελληνικός πολιτισμός»: Ευάγγελος Χρυσός (επιμ.), Ένας νέος κόσμος..., ό.π., σ. 139-140, και Τ. Κιουσοπούλου, ό.π., σ. 257-276.

Σελ. 219
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/220.gif&w=600&h=915

Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και τις ισορροπίες στη Βαλκανική χερσόνησο.554 Έντονο υπήρξε και το ενδιαφέρον της τσαρικής Ρωσίας για τη μελέτη της βυζαντινής περιόδου. Το 1894 ο ιστορικός Β. Βασιλιέφσκι εξέδωσε το περιοδικό Vizantijskij Vremennik, όπου δημοσιεύθηκε πλήθος ανέκδοτων πηγών.555

Ο Κρουμπάχερ θεωρήθηκε ο επιστήμονας που θεμελίωσε τη βυζαντινολογία με το έργο του, καθώς αντιμετώπισε το σύνολο της βυζαντινής γραμματείας ως αυτόνομο αντικείμενο συστηματικής μελέτης, οπτική που αποτυπώθηκε άλλωστε και στην έκδοση της ιστορίας του για τη βυζαντινή λογοτεχνία το 1891,556 Σε αντίθεση με τη συνηθισμένη έως τότε πορεία των μελετητών από την αρχαιότητα προς το Βυζάντιο, ο νέος καθηγητής στράφηκε προς την έρευνα της συγκεκριμένης περιόδου μέσα από ένα ενεργό ενδιαφέρον, ιδιαίτερα φιλολογικό και γλωσσικό, για τη νεότερη Ελλάδα.557 Η οπτική αυτή μετέθετε το κέντρο βάρους από το δίπολο αρχαιότητα - Βυζάντιο στο δίπολο Βυζάντιο - νεότερος ελληνισμός. Τον δρόμο του Κρουμπάχερ ακολούθησε με θέρμη ο Σπ. Λάμπρος : Υπό τον Βυζαντίνον κρύπτεται και παρά την αρχαΐζουσαν περιβολήν πολύ μάλλον ο νέος Έλλην ή ο απόγονος του Θουκυδίδου και του Ξενοφώντος.558 Το απόσπασμα προέρχεται από το άρθρο που δημοσίευσε ο Λάμπρος το 1892 στη Byzantinische Zeitschrift - μαζί με τον Γ. Χατζιδάκι ήταν οι δύο Έλληνες που έγραφαν στο πρώτο τεύχος του περιοδικού, ενδεικτικό του κύρους και της ευρύτερης αποδοχής που απολάμβαναν διεθνώς. Το άρθρο, το οποίο στη συνέχεια μεταφράστηκε στα ελληνικά, αποτέλεσε ένα προγραμματικό κείμενο που παρουσίαζε τα ζητούμενα της έρευνας για το Βυζάντιο, τις προαπαιτούμενες μελέτες για τη συγκρότηση της αναγκαίας υποδομής : η συστηματική ενασχόληση με τα έγγραφα, τα νομίσματα, τις επιγραφές, τις σφραγίδες, η συγκέντρωση των τοπωνυμίων, η επεξεργασία των αγιολογικών κειμένων κ.ά. Μελέτες στις οποίες συμμετείχαν και έλληνες ερευνητές, με κυ-

554. Στο ίδιο.

555. Μ. Νυσταζοπούλου-Πελεκίδου, ό.π., σ. 168-169.

556. Karl Krumbacher, Geschichte der byzantinischen Literatur von Iustinian bis zum Ende des oströmischen Reiches (527-1453), Μόναχο 1891. Η δεύτερη αναθεωρημένη έκδοση κυκλοφόρησε το 1897 και η ελληνική μετάφραση σε τρεις τόμους από τον Γεώργιο Σωτηριάδη στη Βιβλιοθήκη Μαρασλή (1897-1900). Για τη σημασία του έργου στην ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας βλ. τις θέσεις του Κωστή Παλαμά: Βενετία Αποστολίδου, Ο Κωστής Παλαμάς ιστορικός της νεοελληνικής λογοτεχνίας, Αθήνα, Θεμέλιο, 1992, σ. 81-84.

557. Βλ. Απ. Καρπόζηλος, ό.π., σ. 129-142.

558. Από τα «Βυζαντιακά παραλειπόμενα»: Σπ. Λάμπρος, Μικταί Σελίδες, Αθήνα, 1905, σ. 365, και passim, σ. 362-384.

Σελ. 220
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Η συγκρότηση της ιστορικής επιστήμης και η διδασκαλία της ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (1837-1932)
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 201
    

    ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ'

    ΔΙΔΑΣΚΟΝΤΑΣ ΣΧΟΛΙΚΑ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΑ: Η ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΗ ΚΑΙ ΝΕΟΤΕΡΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ Δ. ΠΑΤΣΟΠΟΥΛΟΥ

    Ο Δημήτριος Πατσόπουλος (1845-1920)498 υπήρξε ένας από τους μακροβιότερους καθηγητές Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Γεννημένος στην Ανδρίτσαινα της Ολυμπίας, απόφοιτος της Φιλοσοφικής και της Νομικής Σχολής της Αθήνας, ξεκίνησε τη σταδιοδρομία του το 1867 ως βοηθός στην Εθνική Βιβλιοθήκη. Με υποτροφία της ελληνικής κυβέρνησης μετέβη το 1870 για τρία χρόνια στη Γερμανία, ώστε να παρακολουθήσει μαθήματα βιβλιοθηκονομίας. Με την οικονομική ενίσχυση και του Πανεπιστημίου499 παρέμεινε τελικά έξι χρόνια στο εξωτερικό, όπου παρακολούθησε πανεπιστημιακά φιλολογικά μαθήματα. Μετά την επιστροφή του το 1876, δίδαξε στο Γ' Γυμνάσιο Αθηνών. Διορίστηκε καθηγητής στο Πανεπιστήμιο χωρίς να διαθέτει προϋπηρεσία ως υφηγητής ούτε σημαντικό συγγραφικό έργο.500 Στο πρόγραμμα του θερινού εξαμήνου 1881-1882 εμφανιζόταν να διδάσκει Ιστορίαν των νεωτέρων χρόνων,501 σύντομα όμως απολύθηκε λόγω των διαταγμάτων του 1882 για την εκλογή των καθηγητών. Επέστρεψε στο γυμνάσιο, περιμένοντας την ευκαιρία

    498. Βλ. «Πατσόπουλος Δημήτριος», ΜΕΕ, Αθήνα 1927, τ. 19, σ. 806, Ιωάννα Λαλιώτου, «Δημήτριος Πατσόπουλος», ανακοίνωση στα Σεμινάρια της Ερμούπολης (Ιούλιος 1992), καθώς και τον σχετικό φάκελο: Δ. Αντωνίου, Τρ. Σκλαβενίτης, Οι λειτουργοί της Ανώτατης..., ό.π.

    499. Βλ. τις συνεδριάσεις της Συγκλήτου για την ενίσχυση και συνέχιση των σπουδών του στις 9 Νοεμβρίου 1871, 18 Φεβρουαρίου και στις 17 Νοεμβρίου 1872.

    500. Σε υπηρεσιακό σημείωμα του υπουργείου Παιδείας για τον Δημήτριο Πατσόπουλο, όταν υπηρετούσε ως καθηγητής γυμνασίου τη δεκαετία του 1870, υπάρχει η αόριστη αναφορά σε φιλοσοφικές και φιλολογικές πραγματείες του, οι οποίες είχαν δημοσιευθεί στην Εφημερίδα των Φιλομαθών, και σε μια ανέκδοτη πραγματεία του για την Επικούρεια σχολή στην Αθήνα, η οποία, από όσο γνωρίζω, δεν δημοσιεύθηκε ποτέ. (Στοιχεία από τον φάκελο του Δ. Πατσόπουλου στο ερευνητικό πρόγραμμα των Δ. Αντωνίου, Τρ. Σκλαβενίτη, ό.π.)

    501. Ο Καρολίδης τον κατηγόρησε ότι δεν δίδαξε ποτέ. Βλ. Παύλος Καρολίδης, Ο (ψηφισμένος καθηγητής Δ. Πατσόπουλος. Υπόμνημα του υφηγητού της Γεν. Ιστορίας προς τον κοσμήτορα της Φιλοσοφικής Σχολής Ιωάννην Χατζηδάκιν, Αθήνα 1891, σ. 3-4.