Συγγραφέας:Καραμανωλάκης, Βαγγέλης Δ.
 
Τίτλος:Η συγκρότηση της ιστορικής επιστήμης και η διδασκαλία της ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (1837-1932)
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:42
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:2006
 
Σελίδες:551
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Εκπαίδευση-Τριτοβάθμια
 
Παιδεία-Εκπαίδευση
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα, Πανεπιστήμιο Αθηνών
 
Χρονική κάλυψη:1837-1932
 
Περίληψη:Αφετηριακή υπόθεση της εργασίας αυτής είναι ότι η ιστορία συγκροτείται ως επιστήμη μέσα από την καταλυτική επίδραση εκπαιδευτικών θεσμών για την παραγωγή και τη μετάδοση της γνώσης, όπως είναι το πανεπιστήμιο. Οι θεσμοί αυτοί επιβάλλουν σε μεγάλο βαθμό στην ιστοριογραφική παραγωγή τη λογική της συγκρότησης και της λειτουργίας τους, τις αξίες που τους διέπουν, τις πρακτικές ανάδειξης κύρους και τους συσχετισμούς δύναμης που επικρατούν στο εσωτερικό τους, τις σχέσεις τους με την πολιτική εξουσία και την κοινωνία. Η πανεπιστημιακή διδασκαλία της ιστορίας κατά την περίοδο που καλύπτει το βιβλίο συνδέθηκε με μια σειρά από παράγοντες και μεταβλητές, στοιχεία που καθόρισαν και το συγκεκριμένο πλαίσιο αναφοράς : το πανεπιστημιακό περιβάλλον, η ιστοριογραφική παράδοση, τα πρόσωπα που δίδαξαν και οι αποδέκτες της διδασκαλίας τους. Στόχος της παρούσας εργασίας είναι η συνεξέταση αυτών των παραγόντων μέσα στην ευρύτερη πολιτική και κοινωνική συγκυρία από την οποία σε μεγάλο βαθμό ορίστηκαν και την οποία εντέλει επανακαθόρισαν, με άλλα λόγια θέμα του βιβλίου είναι η συγκρότηση, στον χώρο του Πανεπιστημίου Αθηνών, μιας εθνικής-επιστημονικής ιστορίας με έντονο διδακτικό χαρακτήρα, η οποία επηρέασε καθοριστικά τη συνολική ιστοριογραφική παραγωγή, λόγω της σημαίνουσας θέσης του ιδρύματος, καθώς για έναν περίπου αιώνα αποτέλεσε τον μοναδικό οργανωμένο θεσμό της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης ο οποίος παρήγε ιστορική γνώση, κατάρτιζε τους φοιτητές και προετοίμαζε τους αποφοίτους του για τη διάχυση αυτής της γνώσης, μέσω κυρίως του σχολικού δικτύου, στο ελληνικό βασίλειο και στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 43.93 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 209-228 από: 554
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/209.gif&w=600&h=915

εγχειρίδιο βυζαντινής ιστορίας,521 αν και το συγγραφικό του έργο βρήκε πολλές εκβολές στο διδακτικό. Το 1908 εξελέγη βουλευτής στο οθωμανικό κοινοβούλιο και σταμάτησε την πανεπιστημιακή του διδασκαλία. Παρ' όλα αυτά τα μαθήματά του συνέχιζαν να εμφανίζονται στο πρόγραμμα μαθημάτων του Αθήνησι. Το 1911-1912, εγκαταλείποντας την Οθωμανική Αυτοκρατορία λόγω των γεγονότων της εποχής, μετακινήθηκε στη Γερμανία, από όπου επέστρεψε στην Ελλάδα το 1915. Απολύθηκε λόγω της φιλοβασιλικής του τοποθέτησης από το Πανεπιστήμιο το 1918, για να επαναπροσληφθεί το 1920. Το 1923 συνταξιοδοτήθηκε και για το υπόλοιπο του βίου του ασχολήθηκε με τη συγγραφή μερικών από τα πιο γνωστά ιστορικά του έργα.

Ο ΑΓΩΝΑΣ ΚΥΡΟΥΣ ΔΥΟ ΕΠΙΦΑΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΩΝ

Η παρουσία και η διαδρομή του Π. Καρολίδη στο Πανεπιστήμιο Αθηνών προσδιορίστηκε σε μεγάλο βαθμό από την έντονη σχέση του με τον έτερο ισχυρό καθηγητή της Ιστορίας, Σπ. Λάμπρο. Και οι δύο καθηγητές αποτέλεσαν εξέχουσες φυσιογνωμίες της πανεπιστημιακής κοινότητας, υπήρξαν ιστορικοί που με το έργο τους, ερευνητικό (ιδιαίτερα ο πρώτος), συγγραφικό και διδακτικό, επηρέασαν σε σημαντικό βαθμό τη νεοελληνική ιστοριογραφία.

Από την εποχή της υφηγεσίας του ο Π. Καρολίδης είχε κατηγορήσει τον καθηγητή της Αρχαίας γενικής ιστορίας522 ότι επιχείρησε δύο φορές να ανακόψει την πανεπιστημιακή του εξέλιξη υποστηρίζοντας υποψηφίους με πολύ λιγότερα ακαδημαϊκά προσόντα, τον Δ. Πατσόπουλο523 και τον Γ. Σωτηριάδη 524 εναντίον των οποίων δημοσίευσε και ξεχωριστούς λίβελους. Στις αιτιάσεις του Καρολίδη απάντησαν με δριμύτητα τόσο οι Πατσόπουλος και Σωτη-

521. Παύλος Καρολίδης, Εγχειρίδιον Βυζαντινής Ιστορίας μετά των κυριωτάτων κεφαλαίων της λοιπής μεσαιωνικής ιστορίας προς χρήσιν των φοιτητών της φιλολογίας, Αθήνα 1906.

522. Παύλος Καρολίδης, Διαμαρτυρία προς τον Κοσμήτορα της Φιλοσοφικής Σχολής Κύριον Κυπάρισσον Στεφάνου εναντίον Σπυρίδωνος Π. Λάμπρου καθηγητού, Α', Αθήνα 1892.

523. Παύλος Καρολίδης, Ο εψηφισμένος..., ό.π.

524. Παύλος Καρολίδης, Διαμαρτυρία προς το επί των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως Υπουργείον κατά της υπό της πλειονοψηφίας εγκριθείσης ιστορίας Γ. Σωτηριάδου ως διδακτικού βιβλίου διά την Α' του γυμνασίου τάξιν, καίπερ πασών των υποβληθεισών χειρίστης και παρά το επίσημον πρόγραμμα του Υπουργείου συντεταγμένης, Αθήνα 1894. Στον λίβελο απάντησε ο Σωτηριάδης: Π. Καρολίδης, ο διαμαρτυρόμενος Καππαδόκης, Αθήνα, Τυπογραφείον της Εστίας, 1894.

Σελ. 209
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/210.gif&w=600&h=915

Σωτηριάδης όσο και ο Λάμπρος,525 καταδεικνύοντας μια σειρά από λάθη που κατά τη γνώμη τους αποδείκνυαν την άγνοια και την ανεπαρκή επιστημονική συγκρότηση του κατηγόρου τους. Η έντονη διαμάχη και η λιβελογραφία μεταξύ των δύο καθηγητών σημάδεψαν τη σχέση τους, ενώ το 1912 ο Καρολίδης επανήλθε κατηγορώντας τον Λάμπρο ότι εξύφαινε μηχανορραφίες εναντίον του.526

Σε αντίθεση με προηγούμενες διαμάχες, όπου τα κίνητρα ήταν στενά συνδεδεμένα με την πολιτική, όπως στην περίπτωση των Μανούση - Σχινά - Παπαρρηγόπουλου, οι δύο άνδρες ακολούθησαν σχετικά κοινή πολιτική διαδρομή. Ανήκαν και οι δύο στο περιβάλλον του Χ. Τρικούπη, ενώ στα χρόνια του Διχασμού συμπαρατάχθηκαν με τους φιλοβασιλικούς κύκλους, με τις γνωστές για τον καθένα συνέπειες.527 Η σύγκρουσή τους, κατά τη γνώμη μου, συνδέεται, πέρα από χαρακτηρολογικά στοιχεία όπως το έντονο θυμικό του Καρολίδη, με υπαρκτές επιστημονικές διαφωνίες, και κυρίως με έναν αγώνα επιστημονικού και κοινωνικού κύρους εντός και εκτός Πανεπιστημίου, ο οποίος έφερε αντιμέτωπους δύο διαφορετικούς κόσμους. Από τη μια ο Σπ. Λάμπρος, γόνος γνωστής ελλαδικής οικογένειας, στέλεχος μιας σειράς συλλογικοτήτων της πρωτεύουσας, πρόσωπο ενεργά εμπλεκόμενο στην αθηναϊκή κοινωνική και πνευματική ζωή. Από την άλλη ο Π. Καρολίδης, Καππαδόκης, υπήκοος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, που διατήρησε σε όλη του τη ζωή ενεργό και ιδιαίτερα στενή σχέση με τη γενέθλια γη, όπως άλλωστε αποτυπώθηκε στο πρώιμο έργο του.528 Πέρα από την εκλογή του στο οθωμανικό κοινοβούλιο, ο ιστορικός διατήρησε έως τα ύστερά του χρόνια φιλικούς, επαγγελματικούς και οικογενειακούς δεσμούς -ο αδελφός του Ιορδάνης ήταν ιδιαίτερα γνωστός λόγιος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας- με την πατρογονική γη. Η αναγνώρισή του από τους συμπατριώτες του εκφράστηκε και με τη συμμετοχή και εκλογή του στη διοίκηση μιας σειράς μικρασιατικών σωματείων και ενώσεων. Επρόκειτο για προνομιακό πεδίο, απρόσιτο σε μεγάλο βαθμό στον άλλο ισχυρό άνδρα της Φιλοσοφικής, το οποίο προσέδιδε κύρος και κοινωνική αναγνώριση στον Π. Καρολίδη, ταυτόχρονα όμως τον έκανε ευάλωτο στις κριτικές

525. Σπ. Π. Λάμπρος, Καρολίδειοι ανεπιστασίαι, Αθήνα, Τυπογραφείον της Εστίας, 1892.

526. Βλ. εδώ, σ. 218.

527. Βλ. εδώ, σ. 278.

528. Βλ. Ιωάννα Πετροπούλου, «Ιστοριογραφικές προσεγγίσεις του Οθωμανικού παρελθόντος στην χριστιανική Ανατολή - 19ος αιώνας. Μια δειγματοληψία», Μνήμων 23 (2001), Εόρτιος Τριακονταετίας, σ. 284-287.

Σελ. 210
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/211.gif&w=600&h=915

που σχολίαζαν αρνητικά την εθνική καταγωγή του. Χαρακτηρισμοί όπως ό διαμαρτυρόμενος Καππαδόκης του Γ. Σωτηριάδη ή ό τουρκομερίτης του Δ. Πατσόπουλου στόχευαν στην περιθωριοποίηση, στην απομόνωσή του από την υπόλοιπη κοινότητα. Στη λογική αυτή του διαχωρισμού ο Καρολίδης απάντησε άμεσα, χωρίς να αποποιηθεί την καταγωγή του: Και δια της εν τω Πανεπιστημίω ευσυνείδητου και επιμελούς εργασίας μου, καίτοι Μικρασιανός και ξένος και έρημος ενταύθα [...] κατόρθωσα να δημιουργήσω περί εμαυτόν πνευματικήν κοινωνίαν ευγνωμονούντων και αφοσιωμενων ακροατών και συμπαθούντων μοι καθηγητών και άλλων επαϊόντων εν τω χώρω της επιστήμης αυτών.529 Οι αντιθέσεις των δύο ιστορικών αποτυπώθηκαν και στη συμμετοχή τους στις δυο εταιρείες που διαδραμάτισαν σημαντικότατο ρόλο στον εθνικό βίο κατά την τελευταία δεκαετία του 19ου αιώνα: ηγετικό στέλεχος της Εθνικής Εταιρείας ο Λάμπρος, μέλος του διοικητικού συμβουλίου του «Ελληνισμού» και τακτικός συνεργάτης του ομώνυμου περιοδικού ο Καρολίδης.

Πέρα από τις επαγγελματικές στοχεύσεις, ανάμεσα στους δύο ιστορικούς υπήρχαν σημαντικές επιστημονικές διαφωνίες. Ο Λάμπρος διακήρυξε την πίστη του σε μια επιστημονική ιστορία βασισμένη σε τεκμήρια, που επικοινωνούσε με τα σύγχρονα ευρωπαϊκά επιστημονικά ρεύματα. Ο Καρολίδης επικέντρωνε την προτίμησή του σε μια ιστοριογραφία στην οποία η φιλοσοφία της ιστορίας ήταν παρούσα και καθοριστική ,530 Χαρακτηριστικοί για τη διαφορετική φιλοσοφία των δύο ιστορικών υπήρξαν οι εισιτήριοι λόγοι τους ως υφηγητών. Ο Λάμπρος επαινούσε τις μελέτες που είχαν προκύψει από την αυτοψία και την ιστορική έρευνα, τονίζοντας τη σπουδαιότητα και των δύο για τη συγγραφή της εθνικής ιστορίας.531 Στον πυκνύ εισιτήριο λόγο του532 ο Π. Καρολίδης αναφερόταν στη σημασία του φιλοσοφικού στοχασμού για την εννοιολόγηση της ιστορίας, προκαλώντας την κριτική του Λάμπρου.533 Ο Καρολίδης σε όλο του τον επιστημονικό βίο υπερασπίστηκε τη σύνδεση της ιστορίας με τη φιλοσοφία, συγκροτώντας ένα μοναδικό παράδειγμα ιστορικού και καθηγητή στο τέλος του 19ου αιώνα.

529. Π. Καρολίδης, Ο εψηφισμένος..., ό.π., σ. 16.

530. Παύλος Καρολίδης, Διαμαρτυρία προς τον Κοσμήτορα..., ό.π., σ. 7-8. Για τη σύγκρουση των δυο ιστορικών βλ. και E. Gazi, ό.π., σ. 78-79.

531. Σπ. Λάμπρος, Εισιτήριος..., ό.π.

532. Λόγος εισιτήριος εις το μάθημα της Γενικής Ιστορίας εν τω Εθνικώ Πανεπιστημίω ρηθείς τη 14 Ιανουαρίου 1887, Αθήνα 1888.

533. Βλ. την εισήγηση του Σπ. Λάμπρου στη συνεδρίαση της Φιλοσοφικής στις 17 Απριλίου 1892.

Σελ. 211
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/212.gif&w=600&h=915

Η διαφοροποίηση αυτή εμφανίστηκε έντονα και στον τρόπο με τον οποίο οι δύο ιστορικοί διαχειρίστηκαν και διεύρυναν την κληρονομιά του Παπαρρηγόπουλου, υπηρέτησαν με το έργο τους το τρίσημο σχήμα του, χρωματίζοντάς το με τις δικές τους πινελιές, που κάποτε έρχονταν και σε αντίθεση με τη φιλοσοφία του δημιουργού του. Το βάρος, βέβαια, έπεφτε πιο βαρύ στους ώμους του διαδόχου του στην καθηγητική έδρα, ο οποίος το 1902 ανέλαβε την τέταρτη έκδοση της IEE.53i Θα ακολουθούσε, με πρόλογο, σημειώσεις και συμπλήρωμα για τα πρόσφατα χρόνια, άλλη μία έκδοση από τις εκδόσεις Ελευθερουδάκη το 1925,535 καθώς και μία μεταθανάτια το 1932, η οποία γνώρισε πολλές επανεκδόσεις, συνδέοντας άρρηκτα τα δύο ονόματα.536

Η ΚΑΡΟΛΙΔΕΙΟΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ

ΚΑΙ Η ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ

Σε αντίθεση με τον Κ. Παπαρρηγόπουλο και τον Σπ. Λάμπρο, οι οποίοι είχαν σταθεί αρνητικοί απέναντι σε κάθε είδους παγκόσμια ιστορία, ο Καρολίδης από τα νεανικά του χρόνια σχεδίασε την έκδοση καθολικής ιστορίας, επιχειρώντας να διαμορφώσει ένα σχήμα εξέλιξης της ιστορίας της ανθρωπότητας. Στο πλέον ολοκληρωμένο θεωρητικό του έργο, την Εισαγωγή εις την Καθολικήν Ιστορίαν -ένα από τα ελάχιστα εκτενή θεωρητικά κείμενα για την ιστορία και τις προσεγγίσεις της που κυκλοφόρησαν στην Ελλάδα στο τέλος του 19ου αιώνα- ο Καρολίδης πραγματεύθηκε σειρά ζητημάτων αναφορικά με τη συγκρότηση της ιστορικής επιστήμης: την έννοια της ιστορίας, τη μεθοδολογία, την περιοδολόγηση κ.ά. Το μεγαλύτερο μέρος του κειμένου ήταν αφιερωμένο στην έννοια της καθολικής ιστορίας. Στο σχήμα του Καρολίδη η καθολική

534. Ιστορία του Ελληνικού Έθνους από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι των καθ' ημάς. Έκδοσις τετάρτη συμπληρωθείσα κατά τα νεώτατα πορίσματα της επιστήμης υπό Παύλου Καρολίδου, καθηγητού εν τω Πανεπιστημίω, τ. 1-5, Αθήνα, εκδοτικός οίκος Γεωργίου Δ. Φέξη, 1902-1903.

535. Ιστορία του Ελληνικού Έθνους από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι των καθ' ημάς. Έκδοσις πέμπτη εικονογραφημένη μετά προσθηκών, σημειώσεων και βελτιώσεων επί τη βάσει των νεωτάτων πορισμάτων της ιστορικής ερεύνης υπό Παύλου Καρολίδου, καθηγητού εν τω Εθνικώ και Καποδιστριακώ Πανεπιστημίω, τ. 1-6, Αθήνα, εκδοτικός οίκος Ελευθερουδάκη, 1925.

536. Ιστορία του Ελληνικού Έθνους από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι του 1930. Έκδοσις έκτη εικονογραφημένη [Εκατονταετηρίδος] μετά προσθηκών, σημειώσεων και βελτιώσεων επί τη βάσει των νεωτάτων πορισμάτων της ιστορικής ερεύνης υπό Παύλου Καρολίδου, καθηγητού εν τω Εθνικώ και Καποδιστριακώ Πανεπιστημίω. τ. 1-6 + Παράρτημα, Αθήνα, εκδοτικός οίκος Ελευθερουδάκη, 1932.

Σελ. 212
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/213.gif&w=600&h=915

ιστορία δεν αποτελούσε απλώς άθροισμα εθνικών ιστοριών, αλλά ιδέα ιστορίας εχούσης εσωτερικήν ενότητα οργανικήν και ζωτικήν, συνάδουσαν προς την μεγάλην ιδεαν της ανθρωπότητος.537 Η ιδέα, έννοια που συνδεόταν άμεσα με τη θεία Πρόνοια και την ύπαρξη ηθικών νόμων, νοηματοδοτούσε το σύνολο των ανθρώπινων πράξεων, καθόριζε ποια από τις ιστορικές πράξεις αποτελούσε μέρος της παγκόσμιας ιστορίας.

Η θεωρητική σκέψη του Καρολίδη, η οποία εντασσόταν στο γενικότερο κλίμα της φιλοσοφίας της ιστορίας όπως είχε διαμορφωθεί κατά τον 18ο αιώνα, ερχόταν σε μεγάλο βαθμό σε αντίθεση με την ανάγνωση της παγκόσμιας ιστορίας του Ράνκε. Ο γερμανός ιστορικός είχε επιχειρήσει να συνθέσει μια νέα παγκόσμια ιστορία στηριγμένη κατ' αρχήν στις πηγές.538 Η συστηματική τεκμηρίωση, η αξιοποίηση όλων των γραπτών τεκμηρίων, η συνεχής αναζήτηση των πηγών αποτελούσαν προϋποθέσεις για τη μελέτη και της παγκόσμιας ιστορίας. Στο σχήμα του Ράνκε η έννοια της φιλοσοφίας της ιστορίας και του ενοποιητικού της ρόλου για την παγκόσμια ιστορία υποχωρούσε. Κεντρικές μονάδες της παγκόσμιας ιστορίας ήταν τα έθνη, και μάλιστα εκείνα τα οποία είχαν κρατική υπόσταση και πολιτισμική ισχύ και προσφορά. Εύλογα το κύριο βάρος έπεφτε στην Ευρώπη, ιδιαίτερα στα γερμανικά προτεσταντικά κράτη και στην Αγγλία, χώρες με σημαντική κατά τον Ράνκε ισχύ, όπως αποτυπώθηκε και στην εξωτερική πολιτική τους, ενώ υποδεέστερη εμφανιζόταν η Γαλλία και μια σειρά άλλα έθνη, τα οποία δεν είχαν να επιδείξουν σημαντικό πολιτισμό. Στην κριτική του προς τον γερμανό ιστορικό ο Καρολίδης επέμεινε στην ιδέα μιας καθολικής ιστορίας με ηθικά χαρακτηριστικά, η οποία σε μεγάλο βαθμό καθοριζόταν από τη θεία Πρόνοια.539

Οι θέσεις του Καρολίδη, όπως προκύπτει άλλωστε και από την επιχειρηματολογία που χρησιμοποιεί αλλά και τη μνημόνευση των ονομάτων τους, προσεγγίζουν τους ιστορικούς εκείνους του 19ου αιώνα που συγκρότησαν την επονομαζόμενη «σχολή της Χαϊδελβέργης». Πιο γνωστοί υπήρξαν οι καθηγητές του εκεί Πανεπιστημίου: Φρήντριχ Κριστόφ Σλόσσερ, ο μαθητής του Γκέοργκ Γκόττφρηντ Γκερβίνους και ο Λούντβιχ Χόυσσερ. Εκπρόσωποι του ρομαντισμού στη Γερμανία, δημοφιλείς ιστορικοί, συνέγραψαν παγκόσμια ιστο-

537. Βλ. Εισαγωγή εις την Καθολικήν ή Παγκόσμιον Ιστορίαν, Αθήνα 1894, σ. 144.

538. Βλ. κυρίως Ernst Schulin, "Universal History and National History, mainly in the Lectures of Leopold von Ranke": Georg G. Iggers, James M. Powell (επιμ.), Leopold von Ranke and the Shaping of the Historical Discipline, Νέα Υόρκη 1990, σ. 70-81.

539. Βλ. Εισαγωγή εις την Καθολικήν..., ό.π., σ. 167-179.

Σελ. 213
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/214.gif&w=600&h=915

ιστορία συνεχίζοντας σε μεγάλο βαθμό την παράδοση του 18ου αιώνα και του Πανεπιστημίου του Γκέττινγκεν.540 Η κριτική τους προς τον Ράνκε υπήρξε έντονη και εστιαζόταν στην εμμονή του για την αναζήτηση τεκμηρίων και τη μελέτη τους, στην υποβάθμιση της φιλοσοφίας της ιστορίας και στην περιθωριοποίηση των ηθικών αρχών που όριζαν την ιστορία. Πέρα από τις επιστημονικές, ήταν σαφείς και οι πολιτικές διαφορές. Φιλελεύθεροι διανοούμενοι, αντιμετώπισαν εχθρικά τη στροφή του Ράνκε και άλλων γερμανών ιστορικών προς το μοναρχικό πρωσικό κράτος, υποστηρίζοντας την κληρονομιά της Γαλλικής Επανάστασης. Παρ' όλο που το έργο τους γνώρισε μεγάλη δημοσιότητα, δέχθηκε έντονη κριτική για τη μεθοδολογία του και τη σύνδεση της ιστορίας με τη φιλοσοφία, ενώ υπερκεράστηκε γρήγορα από τη στροφή της ιστορίας στον θετικισμό. Είναι σαφές ότι σε μεγάλο βαθμό, και πέρα από τις πολιτικές διαφοροποιήσεις, η σύγκρουση Καρολίδη - Λάμπρου απηχούσε αυτές τις διενέξεις, οι οποίες πήραν μεγάλη έκταση στη Γερμανία στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα.

Ο Καρολίδης, αν και αναγνώριζε στον Ράνκε ότι «εξανθρώπισε» την καθολική ιστορία μεταθέτοντας την έναρξή της από την προϊστορική εποχή στη στιγμή της ανακάλυψης της γραφής, στη συνέχεια τον έψεγε γιατί με την επιλεκτική λογική του απέπεμπε ουσιαστικά από την παγκόσμια ιστορία τον ασιατικό πολιτισμό. Κατά τον Καρολίδη ο γερμανός ιστορικός δεν αναγνώριζε τον σημαντικό ρόλο του ασιατικού πολιτισμού στη δημιουργία του ελληνικού, θέση που υποστήριξε επί μακρόν ο έλληνας ιστορικός στον πρώτο τόμο του έργου του Ιστορία καθολική ή παγκόσμιος (Αθήνα 1895). Στην πρώτη φάση της παγκόσμιας ιστορίας, την ασιατική, ο άνθρωπος καθοριζόταν από τους φυσικούς νόμους και στερούνταν της ελεύθερης βούλησης, ενώ στη δεύτερη, η οποία εστιαζόταν στην Ευρώπη και στον αρχαιοελληνικό πολιτισμό, το άτομο έχει απαλλαγεί από τους φυσικούς νόμους, έχει πλέον συνείδηση και δημιουργικότητα. Η εμφάνιση του ελληνικού πολιτισμού σήμαινε και την έναρξη της «πραγματικής» ιστορίας του ανθρώπινου γένους.

Προερχόμενος από το διανοητικό κλίμα των ελλήνων λογίων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ο Καρολίδης θεωρούσε τη Μικρά Ασία κοιτίδα του ευρωπαϊκού πολιτισμού, εκεί όπου είχαν συναντηθεί ο ελληνικός και ο ασιατικός πολιτισμός και μέσω του πρώτου ο δεύτερος είχε βρει δίοδο στη γηραιά ήπειρο.541 Τις θέσεις του ο έλληνας ιστορικός τις είχε παρουσιάσει από τα

540. Βλ. G.P. Gooch, ό.π., ο. 103-112.

541. Κ. Γεωργιάδου, ό.π., σ. 8.

Σελ. 214
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/215.gif&w=600&h=915

πρώτα του έργα, γλωσσολογικές και ιστορικογεωγραφικές μελέτες που στόχευαν στην απόδειξη της συνέχειας του ελληνισμού στην Καππαδοκία.542 Οι μελέτες αυτές είχαν στηριχθεί σε ευρύ πραγματολογικό υλικό, αρχαιολογικά τεκμήρια και γλωσσολογικές συναγωγές, ενώ εντάσσονταν σε μια συνολικότερη πνευματική κίνηση, όπως έχει ήδη περιγραφεί από την Ιωάννα Πετροπούλου, ενίσχυσης της ελληνικότητας της περιοχής.543

Η ανάδειξη της κυρίαρχης θέσης του ελληνικού πολιτισμού, έστω και συνδεδεμένου με τον μικρασιατικό, στον αρχαίο κόσμο αποτελούσε κοινό τόπο της διεθνούς και ελληνικής ιστοριογραφίας. Η κύρια συμβολή του Καρολίδη ήταν η παρουσίαση της Ελλάδας ως πνευματικού και πολιτικού κέντρου της ανθρωπότητας, η ανάδειξη του ελληνισμού ως της κατεξοχήν Ιδέας, η οποία παρέμεινε ζωντανή και αναλλοίωτη στον χρόνο αποβάλλοντας τα νεκρά και άχρηστα στοιχεία από πάνω της και αφομοιώνοντας νέα. Ο Καρολίδης τόνισε την πολιτισμική υπεροχή του ελληνισμού και τον καθοριστικό του ρόλο για την ιστορία της ανθρωπότητας σε όλες τις περιόδους, ακόμη και την πλέον πρόσφατη. Προεκτείνοντας το έργο του Παπαρρηγόπουλου, εξέταζε το Βυζάντιο όχι πια στην εθνική του διάσταση αλλά στην ευρωπαϊκή. Το Βυζάντιο επέδρασε καταλυτικά στον παγκόσμιο πολιτισμό, διατηρώντας, μεταφέροντας και διαδίδοντας την αρχαιοελληνική σκέψη στον Μεσαίωνα, όχι μόνο στους Δυτικούς μετά την Άλωση, όπως ήταν ο συνήθης τόπος της ελληνικής ιστοριογραφίας, αλλά και στα γερμανικά φύλα.544

Η διδασκαλία από τον Π. Καρολίδη της βυζαντινής ιστορίας ως αυτοτελούς μαθήματος, ενταγμένου στην εθνική και όχι στην παγκόσμια ιστορία, συνοδεύθηκε από την έκδοση του πρώτου πανεπιστημιακού εγχειριδίου βυζα-

542. Βλ. ενδεικτικά Παύλος Καρολίδης, Καππαδοκικά, ήτοι πραγματεία ιστορική και αρχαιολογική περί Καππαδοκίας, Α', Κωνσταντινούπολη 1874. Η αναγνώριση του ασιατικού πολιτισμού συνδεόταν με την καταγωγή του Καρολίδη, καθώς επίσης και με τις αρχαιολογικές, γλωσσολογικές και άλλες ανακαλύψεις των Ευρωπαίων στην ασιατική ήπειρο τον 19ο αιώνα, στις οποίες είχε αναφερθεί σε πανεπιστημιακό εισιτήριο λόγο του και ο Σπ. Λάμπρος (βλ. εδώ, σ. 193-194). Η πληροφορία, λοιπόν, της από κοινού συνεννόησης των δύο ιστορικών για τη δημιουργία έδρας Ασιανολογίας στο Αθήνησι δεν ηχεί τόσο παράδοξη. Η αθέτηση της συμφωνίας από τον Λάμπρο με τη διδασκαλία της ιστορίας των ανατολικών λαών από την έδρα του προκάλεσε την μήνιν του Καρολίδη, ο οποίος τον κατηγόρησε για άγνοια των σχετικών με την Ασία (Π. Καρολίδης, Διαμαρτυρία προς τον κοσμήτορα..., ό.π.).

543. Βλ. Ιωάννα Πετροπούλου, «Ο εξελληνισμός-εξαρχαϊσμός των ονομάτων στην Καππαδοκία τον δέκατο ένατο αιώνα», Δελτίο Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών 7 (1988-1989), σ. 141-200.

544. Βλ. Εισαγωγή εις την Ιστορία του ΙΘ' αιώνος, Αθήνα 1890, σ. 6, 29-30.

Σελ. 215
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/216.gif&w=600&h=915

βυζαντινής ιστορίας. Στην εισαγωγή του εκτενούς (314 σελίδες) βιβλίου, ο συγγραφέας τόνιζε ότι απευθυνόταν προς τους φοιτητές της Φιλοσοφικής Σχολής, με σκοπό να αποκτήσουν ένα βοήθημα στην επιστημονική μελέτη του Βυζαντίου, καθώς για τη συγκεκριμένη περίοδο δεν υπήρχαν εγχειρίδια όπως για την αρχαία ιστορία.545 Οι πολύτομες ιστορίες των Παπαρρηγόπουλου και Λάμπρου δεν ήταν προσιτές στην πλειονότητα των φοιτητών. Ο Καρολίδης όπως σημείωνε στον πρόλογο συγκέντρωνε και κατέγραψε ό,τι εκείνος θεωρούσε πιο σημαντικό για τη μεσαιωνική ιστορία και ιδιαίτερα τη βυζαντινή, ενώ απέδιδε ιδιαίτερη έμφαση στις σχέσεις της Αυτοκρατορίας με τη χριστιανική Δύση και το Ισλάμ.546 Η έκδοση από τον Σύλλογο προς Διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων τριών μικρών εκλαϊκευτικών βιβλίων του για τους αυτοκράτορες Ιουστινιανό, Ηράκλειο και Ρωμανό Διογένη εξυπηρετούσε την όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ενσωμάτωση της βυζαντινής στον κορμό της εθνικής ιστορίας, με την παραδειγματική προβολή των συγκεκριμένων ηρωικών μορφών. Τον ίδιο σκοπό εξυπηρετούσε και η έκδοση (1908) από τον ίδιο σύλλογο του βιβλίου του Καρολίδη για τα ελληνικά γράμματα στα χρόνια του Χριστιανικού Ελληνισμού (βλ. εργογραφία Π. Καρολίδη).

Ο κεντρικός ρόλος του ελληνικού έθνους στην παγκόσμια ιστορία δεν περιοριζόταν στα αρχαία και στα μεσαιωνικά χρόνια. Συνεχιζόταν κατά τον ιστορικό και στα νεότερα, καθώς η Ελληνική Επανάσταση αποτέλεσε το μείζον γεγονός του 19ου αιώνα. Ο Καρολίδης δίδαξε αυτόνομα το συγκεκριμένο γεγονός, τονίζοντας εξαρχής τη βαρύνουσα σημασία του στην ευρωπαϊκή ιστορία. Από το 1907 έως το 1911 -στην πραγματικότητα έως την εκλογή του ως βουλευτή στο οθωμανικό κοινοβούλιο- δίδαξε και ιστορία της Φραγκοκρατίας και της Τουρκοκρατίας. Δεν έχουμε πληροφορίες για τη διδασκαλία του, βάσιμα όμως μπορούμε να υποθέσουμε ότι αντιμετώπισε, όπως και στο συγγραφικό του έργο, τις δύο αυτές περιόδους ως προπαρασκευαστικές για τον απελευθερωτικό αγώνα του 1821,547

Ο Καρολίδης υπερασπίστηκε με το συγγραφικό και μεταφραστικό του έργο τις ιστοριογραφικές του αντιλήψεις : η μετάφραση και έκδοση του τρίτομου έργου του Γκούσταβ Φρήντριχ Χέρτσμπεργκ Ιστορία της Ελλάδος επί της Ρωμαϊκής κυριαρχίας στη Βιβλιοθήκη Μαρασλή (1902) επεδίωκε να συνδέσει την περίοδο της ρωμαϊκής κυριαρχίας με την υπόλοιπη πορεία του ελληνικού έθνους, κατα-

545. Π. Καρολίδης, Εγχειρίδιον..., ό.π., σ. 5.

546. Στο ίδιο, σ. 6.

547. Βλ. εδώ, σ. 226.

Σελ. 216
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/217.gif&w=600&h=915

καταδεικνύοντας την πολιτισμική νίκη του ελληνισμού επί του «ρωμαϊσμού». Ήταν σαφής η παραλληλία του σχήματος με την κατάσταση του συγχρόνου του ελληνισμού και τη δυνατότητα πολιτισμικής κατάκτησης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Το 1906 εξέδωσε τη μετάφραση των τριών πρώτων τόμων έργου του ίδιου συγγραφέα για την ιστορία της Ελλάδας από την αρχαιότητα έως τη συγχρονία, ενώ το 1916 τμήμα της τετράτομης ιστορίας του για την Επανάσταση του 1821. Η επιλογή του αυτή συνδεόταν με τη σπουδαιότητα του έργου και με την υποστήριξη των θέσεών του για τη συνεχή προσφορά του ελληνισμού σε όλη τη διαδρομή της ανθρωπότητας. Μέσω και του έργου του Χέρτσμπεργκ ο Καρολίδης ενέτασσε τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία στον ελληνισμό, σε αντίθεση με τον Λάμπρο, που δίδαξε την ίδια εποχή την ελληνική ιστορία μέχρι καθυποτάξεως εις τους Ρωμαίους. Η διαφορά έγκειται προφανώς στην έμφαση που οι δύο ιστορικοί απέδιδαν στον εξελληνισμό και εκπολιτισμό των Ρωμαίων, η οποία συνδεόταν και με τον διαφορετικό χαρακτήρα των εδρών που κατείχαν (Γενικής ιστορίας ο Λάμπρος, Ιστορίας του ελληνικού έθνους ο Καρολίδης).

Οι ιστοριογραφικές αντιλήψεις του Π. Καρολίδη κινήθηκαν παράλληλα με τις πολιτικές. Σε μια ταραγμένη για το ελληνικό κράτος περίοδο, ο Καρολίδης έθεσε στο επίκεντρο της πολιτικής του δράσης το Μακεδονικό ζήτημα, θεωρώντας εξαιρετικά κρίσιμη για την πραγμάτωση της Μεγάλης Ιδέας την άμεση αντιμετώπιση των σλαβικών επεκτατικών σχεδίων στην περιοχή. Στόχος ήταν η διατήρηση της ελληνικής συνείδησης των κατοίκων στις περιοχές αυτές. Ο Καρολίδης στάθηκε ιδιαίτερα αρνητικός σε κάθε πιθανότητα ελληνοβουλγαρικής ή ελληνοσερβικής προσέγγισης. Η θέση αυτή συνοδευόταν από την επισήμανση για την ανάγκη αναδιάρθρωσης της εξωτερικής πολιτικής και στροφής από το εσωτερικό μέτωπο στο εξωτερικό. Έχοντας εδραιώσει στο παρελθόν τη στενή σχέση ασιανού και ελληνικού πολιτισμού, υποστήριξε τη σύναψη ελληνοτουρκικών σχέσεων με στόχο τη διάδοση του ελληνικού πολιτισμού στην περιοχή,548 τη συγκυριαρχία Ελλήνων και Τούρκων.549 Τις απόψεις του ο Καρολίδης τις υποστήριξε και με εκτεταμένη πολιτική αρθρογραφία στον ημερήσιο και περιοδικό Τύπο.

Ο Καρολίδης στάθηκε ιδιαίτερα θετικός στην ελληνοτουρκική προσέγγιση -βέβαια, ας μην το ξεχνάμε, πάντα ως τρόπου επικράτησης της Μεγάλης Ιδέας

548. Κ. Γεωργιάδου, ό.π., σ. 36-38.

549. Βλ. για τις γενικότερες αντιλήψεις της εποχής Έλλη Σκοπετέα, «Οι Έλληνες και οι εχθροί τους. Η κατάσταση του έθνους στις αρχές του 20ού αιώνα»: Χρ. Χατζηιωσήφ (επιμ.), Ιστορία της Ελλάδας..., ό.π., Α', 2, σ. 9-35, σ. 12-13.

Σελ. 217
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/218.gif&w=600&h=915

ας-, όπως προκύπτει και από το ιστοριογραφικό του έργο. Η καταγωγή και οι θέσεις του εξηγούν και την επιλογή του ως υποψηφίου και την εκλογή του στο οθωμανικό κοινοβούλιο. Η πολιτική που ακολούθησε εκεί, πιστή στις γενικές του θεωρήσεις, τον οδήγησε γρήγορα σε σύγκρουση με το ελλαδικό κέντρο . Η σταδιακή απομάκρυνση των θέσεών του από εκείνες των άλλων ελλήνων βουλευτών, η μη συμμόρφωσή του στις οδηγίες της Οργάνωσης της Κωνσταντινούπολης, η υποψηφιότητά του τέλος ως βουλευτή με το τουρκικό κομιτάτο της «Ένωσης και Προόδου» (1912), τη στιγμή που η ελληνική εξωτερική πολιτική εργαζόταν για τη σύναψη βαλκανικής αντιτουρκικής συμμαχίας, οδήγησαν στην περιθωριοποίησή του. Την ίδια εποχή μετέφρασε, σύμφωνα με τον μαθητή του Αδαμάντιο Αδαμαντίου, μετά από επιθυμία του σουλτάνου Μουράτ Ε' και της Ακαδημίας των Ιστορικών Επιστημών στην Κωνσταντινούπολη, την ιστορία του βυζαντινού ιστορικού Κριτόβουλου, ενώ συνέταξε και στην τουρκική γλώσσα ιστορία του «ελληνικού κράτους του Βυζαντίου μέχρι της ιδρύσεως του οθωμανικού κράτους».550 Τον Απρίλιο του 1912 επέστρεψε στην Αθήνα για να συμμετάσχει στο Ασιανολογικό Συνέδριο. Σύμφωνα με τις καταγγελίες του, σε συνεργασία με την πολιτική ηγεσία ο Σπ. Λάμπρος και ο Ιωάννης Χατζιδάκις απέτρεψαν τη συμμετοχή του στο συνέδριο. Ο Καρολίδης εγκατέλειψε την Αθήνα και επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη, όπου είχε εκλεγεί βουλευτής. Λίγους μήνες αργότερα, με την έναρξη των Βαλκανικών Πολέμων, κατέφυγε στη Γερμανία.551

Ο Παύλος Καρολίδης διήνυσε τον προσωπικό του βίο συνδυάζοντας την πολιτική παρέμβαση με την ιστοριογραφική παραγωγή. Οι επιστημονικές του θέσεις διαμορφώθηκαν σε συνεχή διάλογο με τις πολιτικές, είτε αυτό αφορούσε την ελληνοτουρκική προσέγγιση, είτε τον φόβο του πανσλαβισμού, είτε τη στήριξη της βασιλείας. Με το κύρος του καθηγητή της Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών κατέφευγε στο παρελθόν αναζητώντας την αιτιολόγηση της σύγχρονης πολιτικής δράσης, ενώ συμμετείχε στον δημόσιο διάλογο μέσα από μια πυκνή πολιτική αρθρογραφία στον ημερήσιο και περιοδικό Τύπο.

Παρά την προνομιακή θέση που απέδιδε στον ελληνισμό, το έργο του διαδόχου του Παπαρρηγόπουλου γνώρισε εξαρχής έντονη αμφισβήτηση και κρι-

550. Αδαμαντίου Αδαμάντιος, «Π. Καρολίδης», ΜΕΕ, τ. 13, Αθήνα 1927, σ. 873-874.

551. Κ. Γεωργιάδου, ό.π., σ. 78-79. Βλ. και το απολογητικό βιβλίο του Λόγοι και Υπομνήματα, ήτοι λόγοι απαγγελθέντες εν τη Οθωμανική Βουλή και υπομνήματα πεμφθέντα από Κωνσταντινουπόλεως προς τον επί των Εξωτερικών Υπουργόν κ. Γ. Βαλτατζήν και προς τον Πρόεδρον της Κυβερνήσεως κ. Ε. Βενιζέλον, Α', Αθήνα 1913.

Σελ. 218
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/219.gif&w=600&h=915

κριτική. Το σύνολο της εργογραφίας του συγγραφέα, με λιγοστές εξαιρέσεις, επικρίθηκε εύλογα από πολλούς σύγχρονους και μεταγενέστερους για ρητορεία, φλυαρία, έλλειψη ιεράρχησης των επιχειρημάτων και συνεχείς παρεκβάσεις. Η προβληματική του έργου του εμφανιζόταν ξεπερασμένη συγκριτικά με τις κατευθύνσεις που χάρασσε την ίδια εποχή, ιδιαίτερα στη φροντιστηριακή του διδασκαλία, ο Σπ. Λάμπρος.

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ «ΑΝΑΚΑΛΥΨΗ» ΤΟΥ ΒΥΖΑΝΤΙΟΥ ΚΑΙ Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΟΥ

Η διδασκαλία της βυζαντινής ιστορίας από τον Π. Καρολίδη ως αυτοτελούς μαθήματος στο πανεπιστημιακό πρόγραμμα της ελληνικής ιστορίας συνδέεται με ένα ευρύτερο ακαδημαϊκό ενδιαφέρον για την ίδια περίοδο, ενδιαφέρον το οποίο αναπτύχθηκε τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ού στον χώρο της λογιοσύνης και της λογοτεχνίας, σε ελληνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο. Η ενασχόληση με το Βυζάντιο εντάχθηκε στη γενικότερη στροφή προς τον Μεσαίωνα, κοινή στα πανεπιστημιακά ιδρύματα της Δυτικής Ευρώπης, και υπήρξε ως έναν βαθμό απόρροια της ανάδυσης και κυριαρχίας του ρομαντισμού τον 19ο αιώνα. Το 1892 δημιουργήθηκε η πρώτη έδρα Βυζαντινής φιλολογίας σε δυτικοευρωπαϊκό πανεπιστήμιο, στο Μόναχο, με καθηγητή τον Καρλ Κρουμπάχερ, σε μια στιγμή έξαρσης του Ανατολικού ζητήματος, όταν η υπενθύμιση του αυτοκρατορικού ελληνικού παρελθόντος συνέβαλε στην ισότιμη αποδοχή του νεότερου ελληνικού κράτους από τα υπόλοιπα ευρωπαϊκά.552 Τον ίδιο χρόνο ο νέος καθηγητής εξέδωσε τη Byzantinische Zeitschrift, το πρώτο διεθνές περιοδικό για τις βυζαντινές σπουδές. Ο Κρουμπάχερ οργάνωσε ακόμη το πρώτο πανεπιστημιακό φροντιστήριο για τη μελέτη της συγκεκριμένης περιόδου (1899), το οποίο και χρηματοδοτήθηκε από την ελληνική κυβέρνηση και την ελληνική κοινότητα της Τεργέστης.553 Το 1899 δημιουργήθηκε η δεύτερη έδρα στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης που ήταν αφιερωμένη στο Βυζάντιο, με καθηγητή τον Σαρλ Ντιλ, γεγονός που και αυτό συνδεόταν με τη γαλλική πολιτική για την τύχη της Οθω-

552. Η πολιτική σημασία της έδρας εξηγούσε και την έντονη κινητοποίηση μερίδας ελλήνων λογίων, αλλά και της κρατικής μηχανής. Βλ Τόνια Κιουσοπούλου, «Η πρώτη έδρα Βυζαντινής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών», Μνήμων 15 (1993), σ. 261.

553. Βλ. Απόστολος Καρπόζηλος, «Ο Κάρολος Κρουμπάχερ και ο ελληνικός πολιτισμός»: Ευάγγελος Χρυσός (επιμ.), Ένας νέος κόσμος..., ό.π., σ. 139-140, και Τ. Κιουσοπούλου, ό.π., σ. 257-276.

Σελ. 219
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/220.gif&w=600&h=915

Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και τις ισορροπίες στη Βαλκανική χερσόνησο.554 Έντονο υπήρξε και το ενδιαφέρον της τσαρικής Ρωσίας για τη μελέτη της βυζαντινής περιόδου. Το 1894 ο ιστορικός Β. Βασιλιέφσκι εξέδωσε το περιοδικό Vizantijskij Vremennik, όπου δημοσιεύθηκε πλήθος ανέκδοτων πηγών.555

Ο Κρουμπάχερ θεωρήθηκε ο επιστήμονας που θεμελίωσε τη βυζαντινολογία με το έργο του, καθώς αντιμετώπισε το σύνολο της βυζαντινής γραμματείας ως αυτόνομο αντικείμενο συστηματικής μελέτης, οπτική που αποτυπώθηκε άλλωστε και στην έκδοση της ιστορίας του για τη βυζαντινή λογοτεχνία το 1891,556 Σε αντίθεση με τη συνηθισμένη έως τότε πορεία των μελετητών από την αρχαιότητα προς το Βυζάντιο, ο νέος καθηγητής στράφηκε προς την έρευνα της συγκεκριμένης περιόδου μέσα από ένα ενεργό ενδιαφέρον, ιδιαίτερα φιλολογικό και γλωσσικό, για τη νεότερη Ελλάδα.557 Η οπτική αυτή μετέθετε το κέντρο βάρους από το δίπολο αρχαιότητα - Βυζάντιο στο δίπολο Βυζάντιο - νεότερος ελληνισμός. Τον δρόμο του Κρουμπάχερ ακολούθησε με θέρμη ο Σπ. Λάμπρος : Υπό τον Βυζαντίνον κρύπτεται και παρά την αρχαΐζουσαν περιβολήν πολύ μάλλον ο νέος Έλλην ή ο απόγονος του Θουκυδίδου και του Ξενοφώντος.558 Το απόσπασμα προέρχεται από το άρθρο που δημοσίευσε ο Λάμπρος το 1892 στη Byzantinische Zeitschrift - μαζί με τον Γ. Χατζιδάκι ήταν οι δύο Έλληνες που έγραφαν στο πρώτο τεύχος του περιοδικού, ενδεικτικό του κύρους και της ευρύτερης αποδοχής που απολάμβαναν διεθνώς. Το άρθρο, το οποίο στη συνέχεια μεταφράστηκε στα ελληνικά, αποτέλεσε ένα προγραμματικό κείμενο που παρουσίαζε τα ζητούμενα της έρευνας για το Βυζάντιο, τις προαπαιτούμενες μελέτες για τη συγκρότηση της αναγκαίας υποδομής : η συστηματική ενασχόληση με τα έγγραφα, τα νομίσματα, τις επιγραφές, τις σφραγίδες, η συγκέντρωση των τοπωνυμίων, η επεξεργασία των αγιολογικών κειμένων κ.ά. Μελέτες στις οποίες συμμετείχαν και έλληνες ερευνητές, με κυ-

554. Στο ίδιο.

555. Μ. Νυσταζοπούλου-Πελεκίδου, ό.π., σ. 168-169.

556. Karl Krumbacher, Geschichte der byzantinischen Literatur von Iustinian bis zum Ende des oströmischen Reiches (527-1453), Μόναχο 1891. Η δεύτερη αναθεωρημένη έκδοση κυκλοφόρησε το 1897 και η ελληνική μετάφραση σε τρεις τόμους από τον Γεώργιο Σωτηριάδη στη Βιβλιοθήκη Μαρασλή (1897-1900). Για τη σημασία του έργου στην ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας βλ. τις θέσεις του Κωστή Παλαμά: Βενετία Αποστολίδου, Ο Κωστής Παλαμάς ιστορικός της νεοελληνικής λογοτεχνίας, Αθήνα, Θεμέλιο, 1992, σ. 81-84.

557. Βλ. Απ. Καρπόζηλος, ό.π., σ. 129-142.

558. Από τα «Βυζαντιακά παραλειπόμενα»: Σπ. Λάμπρος, Μικταί Σελίδες, Αθήνα, 1905, σ. 365, και passim, σ. 362-384.

Σελ. 220
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/221.gif&w=600&h=915

κυρίαρχη φυσιογνωμία τον συγγραφέα του άρθρου, ο οποίος εργάστηκε συστηματικά για την ανάδειξη του Βυζαντίου: δημοσίευσε εργασίες, συγκέντρωσε και εξέδωσε πηγές, συμμετείχε σε διεθνή συνέδρια, εκπαίδευσε τους φοιτητές του φροντιστηριακά στη μελέτη της βυζαντινής περιόδου. Τέλος, πρωτοστάτησε στη σύσταση της IEEE (1882), του πρώτου στο ελληνικό κράτος559 συλλόγου λογίων και ιστοριοδιφών με αντικείμενο την ιστορία των βυζαντινών και νεότερων χρόνων.

Οι σκοποί της Εταιρείας, σύμφωνα και με την ιδρυτική της πράξη, ήταν οι εξής : περισυναγωγή ιστορικής και εθνολογικής ύλης και παντοειδών αντικειμένων, συιπελούντων εις διαφώτισιν της μέσης και νέας ελληνικής ιστορίας και φιλολογίας, του βίου και της γλώσσης του ελληνικού λαού και η συστασις μουσείου περιλαμβάνοντος τα τοιαύτα μνημεία του εθνικού βίου.560 Στα ιδρυτικά της μέλη συγκαταλέγονταν γνωστοί πανεπιστημιακοί (Σπ. Λάμπρος, Νικόλαος Πολίτης, Γ. Κρέμος, Σπυρίδων Σακελλαρόπουλος), λόγιοι όπως ο Τιμολέων Αμπελάς, ο Δημήτριος Καμπούρογλου, ο Τιμολέων Φιλήμων, ο ποιητής Γεώργιος Δροσίνης, ο γλύπτης Γεώργιος Βρούτος κ.ά. Επρόκειτο κατά κύριο λύγο για τους εκπροσώπους μιας νεότερης γενιάς, η οποία, στη λογική της διδασκαλίας του Κ. Παπαρρηγόπουλου, στράφηκε στη μελέτη της ενιαίας και συνεχούς εθνικής ιστορίας σε όλες της τις εκφάνσεις, εμπνεόμενη κυρίως από τα βυζαντινά και μεταγενέστερα χρόνια.561 Η λογοτεχνία,562 οι εικαστικές τέχνες, νέοι επιστημονικοί κλάδοι όπως η λαογραφία και η γλωσσολογία «ανακάλυψαν» ως πεδίο μελέτης και έμπνευσης την υπόλοιπη, πλην αρχαιότητος, ελληνική ιστορία, αντιμετωπίζοντάς την κυρίως ως εθνική, προγονική κληρονομιά.

559. Είχε προηγηθεί το 1880 η σύσταση της Εταιρείας των Μεσαιωνικών Σπουδών στην Κωνσταντινούπολη.

560. Βλ. και Χαρίκλεια Γ. Δημακοπούλου, Η ίδρυσις της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος, Αθήνα 1982, σ. 4.

561. Βλ. την εκ των υστέρων περιγραφή του Γ. Δροσίνη: Όλγα Γκράτζιου, «...προς δόξαν της τε Εκκλησίας και της Πατρίδος. Το Χριστιανικόν Αρχαιολογικόν Μουσείον και ο Γεώργιος Λαμπάκης»: Όλγα Γκράτζιου, Αναστασία Λαζαρίδου, Από τη Χριστιανική συλλογή στο Βυζαντινό Μουσείο. Κατάλογος έκθεσης, Αθήνα, Υπουργείο Πολιτισμού, Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων, 2006, σ. 39-40.

562. Το έργο του Κωστή Παλαμά αποσκοπούσε προγραμματικά στην ανάδειξη μέσω της λογοτεχνίας του σχήματος του Κ. Παπαρρηγόπουλου. Βλ. Β. Αποστολίδου, ό.π., σ. 111-113. Βλ. ενδεικτικά για τη συγγραφή του Δωδεκάλογου του Γύφτου το άρθρο του Anthony Hirst " Two Cheers for Byzantium: Equivocal Attitudes in the Poetry of Palamas and Cavafy ": David Ricks, Paul Magdalino (επιμ.), ό.π., σ. 105-117. Βλ. ακόμη Μαριάννα Σπανάκη, Βυζάντιο και Μακεδονία στο έργο της Π. Σ. Δέλτα, Αθήνα, Ερμής, 2004.

Σελ. 221
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/222.gif&w=600&h=915

Παράλληλα με την ιστορική-εθνική προσέγγιση του Βυζαντίου εκδιπλώθηκε και το θεολογικό ενδιαφέρον για την ίδια περίοδο. Το 1884, με πρωτοβουλία του Γεωργίου Λαμπάκη, υφηγητή της Χριστιανικής αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, συστάθηκε η ΧΑΕ, με σκοπό να περισυναγάγη και διαφυλάξη τα εν Ελλάδι ή αλλαχού ευρισκόμενα έτι λείψανα της χριστιανικής αρχαιότητος, ων η διάσωσις και η μελέτη συμβάλλουσι προς διαφώτισιν της πατρώας ημών ιστορίας και τέχνης.563 Η Εταιρεία εξέδωσε δελτίο, ενώ συγκέντρωσε σημαντικό αριθμό εκθεμάτων για τη σύσταση σχετικού μουσείου. Στη συλλογιστική των μελών της, παρά την αναγνώριση των εθνικών χαρακτηριστικών της Αυτοκρατορίας, πρυτάνευε ο χριστιανικός χαρακτήρας της. Οι δύο εταιρείες, παρ' όλο που είχαν αντικείμενο την ίδια περίοδο, κινήθηκαν με διαφορετικούς τρόπους και αιτούμενα: η IEEE διατήρησε έναν ιστορικό-επιστημονικό χαρακτήρα με έντονη την εθνική διάσταση, ενώ η ΧΑΕ παρέμεινε προσανατολισμένη στην ανάδειξη της θρησκευτικής φυσιογνωμίας και του χριστιανικού πλούτου της περιόδου με τη σύσταση σχετικού μουσείου. Οι παράλληλες διαδρομές των δύο εταιρειών δεν συνέκλιναν ποτέ, στο μέτρο μάλιστα που οι ιθύνοντες της IEEE αντιλαμβάνονταν το έργο της ως εθνικό, μεγάλο και γενικό, υποβαθμίζοντας ως συμπληρωματικό το έργο της άλλης εταιρείας.564 Το 1909, η δημιουργία της Βυζαντιολογικής Εταιρείας, με κυρίαρχη φυσιογνωμία τον μετέπειτα καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών Νικόλαο Βέη, επισφράγιζε την επιστημονική και εθνική μελέτη του Βυζαντίου, όπως άλλωστε αποτυπώθηκε και στα δημοσιεύματα του οργάνου της, του βραχύβιου περιοδικού Βυζαντίς, του πρώτου ελληνικού περιοδικού που ήταν αφιερωμένο αποκλειστικά στη συγκεκριμένη περίοδο της ελληνικής ιστορίας.

Εκτός από τη Βυζαντίδα, στο τέλος του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ού το ενδιαφέρον για τη βυζαντινή και τη νεότερη ελληνική ιστορία αποτυπώθηκε στην έκδοση μιας σειράς περιοδικών εκδόσεων που προήλθαν από ατομικές πρωτοβουλίες ή συλλογικά εγχειρήματα. Τα περιοδικά αυτά δημιουργούσαν ένα νέο πεδίο ανταλλαγής ιδεών. Διεύρυναν την πληροφόρηση, ενώ παράλληλα ενθάρρυναν τον διάλογο ανάμεσα στους μελετητές. Συνεχίζοντας την παράδοση περιοδικών εκδόσεων όπως ο Παρνασσός και το περιοδικό του Ελληνικού Φιλολογικού Συλλόγου Κωνσταντινουπόλεως -τα οποία περιείχαν άρθρα από ποικίλα επιστημονικά πεδία, σύμφωνα και με τον χαρακτήρα των

563. Άρθρο 2 του Καταστατικού: Χριστιανική Αρχαιολογική Εταιρεία, Δελτίον Α'ον περιέχον τας εργασίας της Εταιρείας από της ιδρύσεως αυτής μέχρι της 31 Δεκεμβρίου 1891, Αθήνα 1892, σ. 6.

564. Βλ. Όλγα Γκράτζιου, ό.π., σ. 40-41.

Σελ. 222
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/223.gif&w=600&h=915

συλλόγων που τα εξέδιδαν-, την περίοδο αυτή εμφανίζονται περιοδικά όπως η Μελίτη του Συλλόγου προς Διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων (ΣΩΒ)565, τα οποία αφιερώνουν σημαντικό τμήμα της ύλης τους στην εθνική ιστορία. Παράλληλα όμως εκδίδονται περιοδικά αποκλειστικά προσανατολισμένα στα βυζαντινά και νεότερα χρόνια, όπως το Δελτίο ν της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας, ο Νεος Ελληνομνήμων, η Λαογραφία κ.ά.566

Συνολικά την περίοδο αυτή το ενδιαφέρον για το Βυζάντιο εκδηλώθηκε με πολλαπλούς τρόπους όπως έχουν επισημάνει η Τόνια Κιουσοπούλου και η Όλγα Γκράτζιου.567 Το ελληνικό πανεπιστήμιο παρέμεινε σχετικά δύσπιστο απέναντι στην περίοδο, όπως αποδεικνύει η απουσία αυτόνομων εδρών για τη διδασκαλία της. Οι κύριοι γνωστικοί κλάδοι της κατεξοχήν αρμόδιας σχολής, της Φιλοσοφικής, παρέμειναν προσηλωμένοι στην ελληνορωμαϊκή αρχαιότητα, παρά τις εξελίξεις που σημειώνονται εξωπανεπιστημιακά στους ίδιους κλάδους.568 Μοναδική εξαίρεση αποτέλεσε η ιστορία, όπου το Βυζάντιο, το οποίο ως τότε θεωρούνταν τμήμα της γενικής ιστορίας, διδάχθηκε από τον Παπαρρηγόπουλο στο πλαίσιο της ενιαίας ιστορίας του ελληνικού έθνους. Η είσοδος των νέων καθηγητών της Ιστορίας προώθησε τη διδασκαλία αυτή σε νέες κατευθύνσεις : είτε ως αυτοτελές μάθημα και αυτόνομη χρονικά περίοδο στη διδασκαλία του Καρολίδη, είτε με έμφαση στις πηγές και στη βυζαντινή πνευματική παραγωγή και φιλολογία στη φροντιστηριακή διδασκαλία του Σπ. Λάμπρου. Από την άλλη πλευρά δύο νέοι γνωστικοί κλάδοι, η λαογραφία

565. Για τον ΣΩΒ και τις εκδόσεις του για το Βυζάντιο, βλ. Κυριακή Μαμώνη, «Θεματογραφία Βυζαντινή στις εκδόσεις του Συλλόγου προς Διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων», Μ (λ (τη 1 (2004), σ. 313-325. Βιβλιογραφική παρουσίαση του περιοδικού: Κ. Δεμερτζής, Το περιοδικό του Συλλόγου προς Διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων «Η Μελέτη», Αθήνα, Σύλλογος προς Διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων 83, 1985.

566. Βλ. εδώ, τις σχετικές ενότητες.

567. Βλ. Όλγα Γκράτζιου, ό.π., και «Από την ιστορία του Βυζαντινού Μουσείου. Τα πρώτα χρόνια», Μνήμων 11 (1987), σ. 54-73. Βλ. ακόμη Τόνια Κιουσοπούλου, ό.π., και «Οι βυζαντινές σπουδές στην Ελλάδα»: Όλγα Γκράτζιου, Αναστασία Λαζαρίδου, Από τη Χριστιανική συλλογή στο Βυζαντινό Μουσείο. Κατάλογος έκθεσης, Αθήνα, Υπουργείο Πολιτισμού, Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων, 2006, σ. 25-36.

568. Σημειώνω ενδεικτικά ότι την τελευταία δεκαετία του 19ου αιώνα η Αρχαιολογική Εταιρεία ξεκίνησε για πρώτη φορά αναστηλωτικά έργα σε βυζαντινά μνημεία, στη Μονή Δαφνίου (1893) και στον Μυστρά (1895). Βλ. Νίκη Α. Σακκά, Αρχαιολογικές δραστηριότητες στην Ελλάδα (1928-1940): Πολιτικές και ιδεολογικές διαστάσεις, ανέκδοτη διδακτορική διατριβή στο Πανεπιστήμιο Κρήτης, Φιλοσοφική Σχολή, Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας, Ρέθυμνο 2002, σ. 91.

Σελ. 223
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/224.gif&w=600&h=915

και η γλωσσολογία, συμπεριέλαβαν στην ύλη τους τα βυζαντινά χρόνια, στη λογική μιας συνεχούς αφήγησης, υπαγορευμένης από το σχήμα του Κ. Δ. Παπαρρηγόπουλου. Σε αυτή την αφήγηση το Βυζάντιο αποτελούσε αδιάσπαστο και απαραίτητο κρίκο της αλυσίδας που συνδεόταν με τα εθνικά δίκαια της περιόδου. Ο λόγος των υφηγητών Γεωργίου Δέρβου και Γεωργίου Λαμπάκη, οι οποίοι δίδαξαν εκκλησιαστική ιστορία και χριστιανική αρχαιολογία αντίστοιχα στη Θεολογική, ήταν ενδεικτικός μιας άλλης οπτικής, ρητά επηρεασμένης από την ταυτότητα της σχολής τους, η οποία οδήγησε και στη σύσταση της ΧΑΕ.

Η απουσία εδρών για το Βυζάντιο στη Φιλοσοφική Σχολή δεν συνδέεται, όπως στην προηγούμενη περίοδο, με μια μερίδα φιλελεύθερων καθηγητών που αντιμετώπισαν δύσπιστα μια αυτοκρατορία στην οποία κυριάρχησε η θεοκρατία και ο δεσποτισμός. Η Τόνια Κιουσοπούλου έχει εύλογα επισημάνει ως βασική αιτία τη σύνδεση του Βυζαντίου και των εκπροσώπων του στην Ελλάδα με τον δημοτικισμό, ο οποίος αποτελούσε «κόκκινο πανί» για τους περισσότερους από τους αρχαιολάτρες καθηγητές της Φιλοσοφικής Σχολής.569 Η εύλογη αυτή σύνδεση υποκρύπτει και μια σειρά από άλλες πραγματικότητες. Σε αυτές θα αναφερθούμε αναλυτικά στο κεφάλαιο που είναι αφιερωμένο στην εξέλιξη των βυζαντινών σπουδών μετά το 1911.

Η ΜΕΓΑΛΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΣΤΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΜΑΘΗΜΑΤΩΝ

Η διδασκαλία τον Γεωργίου Κρέμου

Εισηγητής της αυτόνομης διδασκαλίας της Επανάστασης του 1821 στο Πανεπιστήμιο Αθηνών ήταν ο υφηγητής Γεώργιος Κρέμος.570 Από το ακαδημαϊκό έτος 1899-1900 προσέφερε σταθερά κατά τη διάρκεια της επταετούς παραμονής του στο Πανεπιστήμιο δύο μαθήματα : Μεγάλη Ελληνική Επανάστασίς και Αρχαία ελληνική ιστορία κατά τας πηγάς. Η επιλογή τους δεν ήταν

569. Βλ Τόνια Κιουσοπούλου, «Η πρώτη έδρα...», ό.π., σ. 269-270.

570. Βλ. Θανάσης Χρήστου, Γεώργιος Π. Κρέμος (1839-1926). Ένας κορυφαίος αραχωβίτης ιστορικός, Αθήνα 2005, και «Γεώργιος Π. Κρέμος (1840-1926). Από τους πρώτους οικιστές της Καλλιθέας: Ιστοριογραφία για τον ιστορικό από τον εγγονό του Γεώργιο Π. Κρέμο πλοίαρχο Π.Ν. (ε.α.)»: Χρήστος Παπάζογλου (επιμ. - έκδ.), Η Καλλιθέα του χθες και του σήμερα, Καλλιθέα, Έρευνα, 2000, σ. 53-68.

Σελ. 224
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/225.gif&w=600&h=915

τυχαία. Στο τέλος του 19ου αιώνα, ο υφηγητής ερχόταν με τη διδασκαλία του να καλύψει δύο αιτούμενα του πανεπιστημιακού προγράμματος : αφενός τη στροφή προς τις πηγές σχετικά με μια περίοδο για την οποία υπήρχε πάντα έντονο ενδιαφέρον, αφετέρου τη διδασκαλία της Επανάστασης του 1821 ως αυτόνομου μαθήματος. Δεν έχουμε πληροφορίες για τη σύντομη διδασκαλία του. Ήταν σαφής όμως, όπως φανέρωνε και ο τίτλος του μαθήματος, η σημασία που απέδιδε τόσο στο γεγονός όσο και στην αναφορά στις πηγές.571

Ο Γεώργιος Κρέμος (1840-1926) καταγόταν από φτωχή αγροτική οικογένεια της Αράχοβας και πραγματοποίησε τις εγκύκλιες σπουδές του στη Λιβαδειά.572 Με ενέργειες του Κωνσταντίνου Οικονόμου έγινε δεκτός στη Ριζάρειο και στη συνέχεια στη Θεολογική Σχολή. Το 1866 βραβεύθηκε για σύγγραμμά του με θέμα την παπική εκκλησία, ενώ μετά από πρόταση του Πανεπιστημίου έλαβε υποτροφία της ελληνικής κυβέρνησης και συνέχισε τις μεταπτυχιακές σπουδές του στο Πανεπιστήμιο της Λειψίας, πρώτα στη θεολογία και έπειτα στη φιλοσοφία και στην ιστορία. Μετά από επταετή παραμονή στη Γερμανία επέστρεψε στην Ελλάδα, όπου εργάστηκε ως καθηγητής στη Βαρβάκειο και στο Α' Γυμνάσιο και ως γυμνασιάρχης στο Γυμνάσιο του Πειραιά (1880-1883). Το 1874 υπήρξε συνεκδότης της εφημερίδας Νέα Ελλάς, ενώ από το 1882 έως το 1885 διετέλεσε έφορος της IEEE.

Ο Γεώργιος Κρέμος αποτέλεσε έναν κατεξοχήν ρωμαντικό ιστοριογράφο, όπως παρατηρεί ο Κ. Θ. Δημαράς.573 Το έργο του, ιδιαίτερα εκτεταμένο, υπήρξε αξιόλογο, ενώ η δημόσια παρουσία του σε συλλόγους και εταιρείες ήταν ενεργότατη. Αντίστοιχα με τον Σπ. Λάμπρο, ο Κρέμος αντιπροσώπευε έναν νέο τύπο ιστορικού, με έντονο ενδιαφέρον για την αρχειακή εργασία και τη βιβλιογραφική ενημέρωση. Ανέλαβε μάλιστα, με εντολή της Συγκλήτου, τη σύνταξη του καταλόγου των χειρογράφων της Εθνικής Βιβλιοθήκης και εξέδωσε το 1876 τον πρώτο τόμο, που ήταν αφιερωμένος στη θεολογία.574 Δημοσίευσε ακόμη ανέκδοτες πηγές και τεκμήρια για τη νεότερη ελληνική ιστορία,

571. Βλ. τον εισιτήριο λόγο του για την Επανάσταση του 1821, τον Μάρτιο του 1891: Γ. Κρέμος, Σύμμικτα, Αθήνα 1904, τ. 1, σ. 13-20.

572. «Γεώργιος Π. Κρέμος (1840-1926)...», ό.π., σ. 54, και Τ. Λάππας, «Η ζωή και το έργο του Γεωργίου Κρέμου», Νεοελληνικά Γράμματα 140 (5 Αυγούστου 1939), σ. 5.

573. Κ. Θ. Δημαράς, «Γ. Π. Κρέμος», Το Βήμα (3 Αυγούστου 1979).

574. Γεώργιος Π. Κρέμος, Κατάλογος των χειρογράφων της Εθνικής και της του Πανεπιστημίου Βιβλιοθήκης αλφαβητικός και περιγραφικός μετ' εικόνων και πανομοιοτύπων κατ' επιστήμας κατατεταγμένων, τ. 1, θεολογία, Αθήναι 1876.

Σελ. 225
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/226.gif&w=600&h=915

με έμφαση στην Επανάσταση του 1821. Παράλληλα προσπάθησε να διατυπώσει έναν θεωρητικό λόγο για την ιστορία.575

Παρά τα αδιαμφισβήτητα προσόντα του, ο Γεώργιος Κρέμος εκακοτύχησε576 σε πολλές πλευρές του βίου του, ανάμεσά τους και στην πανεπιστημιακή σταδιοδρομία του. Συνολικά δεν απέκτησε ούτε την αίγλη ούτε τα δημόσια αξιώματα άλλων ιστορικών της γενιάς του, όπως ο Λάμπρος και ο Καρολίδης, παρά την έντονη δημόσια παρουσία του. Σε μια εποχή εντονότατης κρίσης του θεσμού της υφηγεσίας δίδαξε ελάχιστα,577 ενώ εγκατέλειψε το Πανεπιστήμιο μετά την αποτυχημένη απόπειρα εκλογής του στην έδρα της Ιστορίας του ελληνικού έθνους. Η αποχώρησή του συνδεόταν ενδεχομένως με τη δυσμενή μετάθεσή του ως γυμνασιάρχη στη Λαμία από την κυβέρνηση Θεοδώρου Δηλιγιάννη, καθώς ήταν γνωστός υποστηρικτής και φίλος του Χ. Τρικούπη.578

Εκτός από τον Γ. Κρέμο, την Επανάσταση του 1821 δίδαξε την ίδια εποχή και ο Παύλος Καρολίδης. Σε αντίθεση με τον προκάτοχο του Κ. Παπαρρηγόπουλο, ο οποίος εισήγαγε την ιστορία του Αγώνα στο πλαίσιο της συνεχούς ιστορίας του ελληνικού έθνους, ο Καρολίδης δίδαξε αυτόνομα το γεγονός, τονίζοντας εξαρχής τη βαρύνουσα σημασία του στην παγκόσμια και ελληνική ιστορία. Σύμφωνα με τον ιστορικό, η Επανάσταση του 1821 αποτέλεσε το μείζον γεγονός για την ευρωπαϊκή ιστορία του 19ου αιώνα, καθώς οδήγησε σε μεγάλο βαθμό στην κατάλυση της Ιεράς Συμμαχίας, ενώ αφύπνισε τις εθνικές συνειδήσεις των υπηκόων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, οδηγώντας σε μεταρρυθμίσεις εντός της.579 Για τον λόγο αυτό ο κάτοχος της έδρας της Ιστορίας του ελληνικού έθνους αφιέρωσε τον δεύτερο (1892) από τους τρεις τόμους της Ιστορίας του 19ου αιώνος στον Αγώνα, μελετώντας όχι μόνο τα γεγονότα, αλλά κυρίως τα αίτια και τις επιπτώσεις τους στην ευρωπαϊκή ιστορία.

Την ίδια περίοδο της διδασκαλίας του Καρολίδη, ο έτερος ισχυρός καθηγητής Σπ. Λάμπρος, στο φροντιστήριο και με τη συνδρομή των φοιτητών του,

575. Βλ. Γ. Κρέμος, Νεωτάτη Γενική Ιστορία ως τέταρτος τόμος συμπληρωματικός της Γενικής Ιστορίας του Α. Πολυζωΐδου, Αθήνα, Σ. Κ. Βλαστός, 1890

576. Βλ. Κ. Θ. Δημαράς, ό.π.

577. Ο Γεώργιος Κρέμος δίδαξε, σύμφωνα με τους πρυτανικούς απολογισμούς, ένα-δύο έτη, το 1890-1891 και πιθανόν το 1889-1890.

578. «Γεώργιος Π. Κρέμος (1840-1926)...», ό.π., σ. 62. Ο Κρέμος μετά την αποχώρησή του συνέχισε τη σταδιοδρομία του ως γυμνασιάρχης για μια τριετία στη Λαμία και στη συνέχεια για έναν χρόνο στο Αίγιο, ώσπου το 1901 παραιτήθηκε από την ενεργό υπηρεσία. Βλ. Θ. Χρήστου, ό.π., σ. 60.

579. Κ. Γεωργιάδου, ό.π., σ. 30.

Σελ. 226
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/227.gif&w=600&h=915

εργάστηκε για την εκπόνηση καταλόγου των χειρογράφων της IEEE, τα οποία αφορούσαν την Επανάσταση του 1821. Συνεργάστηκε ακόμη με τους φοιτητές του στη σύνταξη βιβλιογραφίας του Αγώνα με τη χρήση ειδικών έντυπων δελτίων. Την τελευταία δεκαετία του 19ου αιώνα άρχισαν οι επισκέψεις των φοιτητών σε τόπους ιστορικού και αρχαιολογικού ενδιαφέροντος, με ιδιαίτερη έμφαση σε εκείνους που σχετίζονταν με το 1821.580

Η ενασχόληση με τον Αγώνα δεν γεννήθηκε βέβαια στο τέλος του 19ου αιώνα. Από τα πρώτα χρόνια ζωής του ελληνικού βασιλείου υπήρξε έντονο το ενδιαφέρον για το πλέον ένδοξο γεγονός της πρόσφατης ελληνικής ιστορίας. Στη δεκαετία του 1840, η Βουλή των Ελλήνων οργάνωσε και εμπλούτισε τα σχετικά αρχεία της με πρωτοβουλία του Γεωργίου Τερτσέτη, ενώ το 1857 εξέδωσε τον πρώτο τόμο της σειράς Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας,581 Η δημοσίευση σειράς μελετών, αυτοβιογραφικών κειμένων αλλά και αρχειακών συλλογών εξασφάλιζε σημαντικό τεκμηριωτικό και βιβλιογραφικό υλικό για τη μελέτη της. Με πρωτοπόρο και πάλι τον Κ. Παπαρρηγόπουλο και τη σχολική ιστορία του το 1853, η νεότερη ελληνική ιστορία εμφανίστηκε στα εγχειρίδια από τη δεκαετία του 1860 με έμφαση στο 1821. Η παρουσία του Αγώνα πύκνωσε τα επόμενα χρόνια τόσο στην κατώτερη όσο και στη μέση εκπαίδευση, όπου από το 1886 ρυθμίστηκε η διδασκαλία του αποκλειστικά στην τέταρτη τάξη.582 Το 1884 οι καταστατικοί στόχοι της IEEE οδήγησαν στην πρώτη ιστορική έκθεση κειμηλίων για την Επανάσταση του 1821, σε ένα συμβάν από εκείνα που συγκροτούν τη δημόσια ιστορική μνήμη, ενώ είχε αποτέλεσμα και την ίδρυση του πρώτου σχετικού μουσείου ,583

Ογδόντα περίπου χρόνια μετά την έναρξή της, εξήντα χρόνια μετά την ίδρυση του Πανεπιστημίου και είκοσι από την ιδανική συνεύρεση του Γρηγορίου Ε' με τον Ρήγα Φεραίο και τον Αδαμάντιο Κοραή, η Επανάσταση του 1821 διδασκόταν αυτοτελώς πλέον από την πανεπιστημιακή έδρα. Και πάλι σε σχέση με άλλες περιπτώσεις όπως η Γαλλική Επανάσταση,584 η Ελληνική Επανάσταση είχε από νωρίς εισαχθεί στο πρόγραμμα, στο πλαίσιο της διδασκαλίας του Κ. Παπαρρηγόπουλου.

580. Βλ. εδώ, σ. 237-238.

581. Βλ. Κώστας Λάππας, «Αρχειακές συλλογές (17ος-19ος αι.)»: Βασίλης Κρεμμυδάς, Τριαντάφυλλος Σκλαβενίτης, Κώστας Στάικος (επιμ.), θησαυροί της Εθνικής Βιβλιοθήκης, Αθήνα, Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος, 1999, σ. 50, και passim, σ. 49-53.

582. Βλ. Χρ. Κουλούρη, Ιστορία και γεωγραφία..., ό.π., σ. 51-55.

583. Βλ. εδώ, σ. 267-268.

584. Η Επανάσταση του 1789 δεν διδασκόταν σε κανένα γαλλικό πανεπιστήμιο

Σελ. 227
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/228.gif&w=600&h=915

Η επιστροφή στον Αγώνα στις αρχές της δεκαετίας του 1890 συνιστούσε τη σημαντικότερη υπόμνηση του χρέους της εθνικής ολοκλήρωσης, σε μια εποχή που κυριαρχούσαν οι ελπίδες για εδαφική επέκταση. Η Επανάσταση του 1821 ήταν ανολοκλήρωτη και οι φυσικοί απόγονοι των αγωνιστών της οι πλέον κατάλληλοι για να την ολοκληρώσουν πολεμώντας τον προαιώνιο εχθρό. Το βιολογικό τέλος της γενιάς των ανθρώπων που είχαν συμμετάσχει στον Αγώνα διευκόλυνε και την αποκάθαρσή του από προσωπικές ιδεολογικές και πολιτικές διαμάχες και επενδύσεις. Με στρογγυλεμένα πια τα αιχμηρά σημεία που απειλούσαν την ενότητα και την ομοψυχία, μπορούσε παραδειγματικά να ενταχθεί στο πρόγραμμα των μαθημάτων.585 Η ανάδειξή του σε εθνικό σύμβολο και σε πανεπιστημιακό μάθημα θα γνώριζε τώρα μια συνολική ανασημασιοδότηση, η οποία επρόκειτο να κυριαρχήσει τα επόμενα χρόνια.

έως και το 1880. Αποτελώντας το μέγιστο διακύβευμα της γαλλικής ιστοριογραφίας του 19ου αιώνα, ξεκίνησε να διδάσκεται από τη δεκαετία του 1880, όταν, λόγω του εορτασμού της εκατονταετηρίδας της, τρεις δήμοι πήραν πρωτοβουλίες για τη διεξαγωγή σχετικών μαθημάτων: ο δήμος του Παρισιού το 1886, ο δήμος της Λυόν το 1887 και ο δήμος της Τουλούζης το 1889. Η πρωτοβουλία του παρισινού δήμου κατέληξε στη δημιουργία της πρώτης έδρας για την Ιστορία της Γαλλικής Επανάστασης στη Σορβόννη το 1891 με καθηγητή τον Αλφόνς Ωλάρ, ο οποίος δημοσίευσε την ίδια χρονιά την Histoire politique de la Révolution française (Πολιτική ιστορία της Γαλλικής Επανάστασης), εστιάζοντας στις πολιτικές συζητήσεις και τους θεσμούς, ενώ δικαιολογούσε in fine την περίοδο της Τρομοκρατίας εξαιτίας της ξένης στρατιωτικής επίθεσης και των εσωτερικών ταραχών. Βλ. Chr. Delacroix, Fr. Dosse, P. Garcia, ό.π., σ. 91-92.

585. Σχετικά με τη διαδικασία της συμβολικής αυτής ένταξης των γεγονότων και των προσώπων στο εθνικό παρελθόν, βλ., για τις πορείες του Αδ. Κοραή και του Ιω. Καποδίστρια, Φ. Ηλιού, ό.π., και Χρ. Κουλούρη, Χρ. Λούκος, ό.π., αντίστοιχα.

Σελ. 228
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Η συγκρότηση της ιστορικής επιστήμης και η διδασκαλία της ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (1837-1932)
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 209
    

    εγχειρίδιο βυζαντινής ιστορίας,521 αν και το συγγραφικό του έργο βρήκε πολλές εκβολές στο διδακτικό. Το 1908 εξελέγη βουλευτής στο οθωμανικό κοινοβούλιο και σταμάτησε την πανεπιστημιακή του διδασκαλία. Παρ' όλα αυτά τα μαθήματά του συνέχιζαν να εμφανίζονται στο πρόγραμμα μαθημάτων του Αθήνησι. Το 1911-1912, εγκαταλείποντας την Οθωμανική Αυτοκρατορία λόγω των γεγονότων της εποχής, μετακινήθηκε στη Γερμανία, από όπου επέστρεψε στην Ελλάδα το 1915. Απολύθηκε λόγω της φιλοβασιλικής του τοποθέτησης από το Πανεπιστήμιο το 1918, για να επαναπροσληφθεί το 1920. Το 1923 συνταξιοδοτήθηκε και για το υπόλοιπο του βίου του ασχολήθηκε με τη συγγραφή μερικών από τα πιο γνωστά ιστορικά του έργα.

    Ο ΑΓΩΝΑΣ ΚΥΡΟΥΣ ΔΥΟ ΕΠΙΦΑΝΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΩΝ

    Η παρουσία και η διαδρομή του Π. Καρολίδη στο Πανεπιστήμιο Αθηνών προσδιορίστηκε σε μεγάλο βαθμό από την έντονη σχέση του με τον έτερο ισχυρό καθηγητή της Ιστορίας, Σπ. Λάμπρο. Και οι δύο καθηγητές αποτέλεσαν εξέχουσες φυσιογνωμίες της πανεπιστημιακής κοινότητας, υπήρξαν ιστορικοί που με το έργο τους, ερευνητικό (ιδιαίτερα ο πρώτος), συγγραφικό και διδακτικό, επηρέασαν σε σημαντικό βαθμό τη νεοελληνική ιστοριογραφία.

    Από την εποχή της υφηγεσίας του ο Π. Καρολίδης είχε κατηγορήσει τον καθηγητή της Αρχαίας γενικής ιστορίας522 ότι επιχείρησε δύο φορές να ανακόψει την πανεπιστημιακή του εξέλιξη υποστηρίζοντας υποψηφίους με πολύ λιγότερα ακαδημαϊκά προσόντα, τον Δ. Πατσόπουλο523 και τον Γ. Σωτηριάδη 524 εναντίον των οποίων δημοσίευσε και ξεχωριστούς λίβελους. Στις αιτιάσεις του Καρολίδη απάντησαν με δριμύτητα τόσο οι Πατσόπουλος και Σωτη-

    521. Παύλος Καρολίδης, Εγχειρίδιον Βυζαντινής Ιστορίας μετά των κυριωτάτων κεφαλαίων της λοιπής μεσαιωνικής ιστορίας προς χρήσιν των φοιτητών της φιλολογίας, Αθήνα 1906.

    522. Παύλος Καρολίδης, Διαμαρτυρία προς τον Κοσμήτορα της Φιλοσοφικής Σχολής Κύριον Κυπάρισσον Στεφάνου εναντίον Σπυρίδωνος Π. Λάμπρου καθηγητού, Α', Αθήνα 1892.

    523. Παύλος Καρολίδης, Ο εψηφισμένος..., ό.π.

    524. Παύλος Καρολίδης, Διαμαρτυρία προς το επί των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως Υπουργείον κατά της υπό της πλειονοψηφίας εγκριθείσης ιστορίας Γ. Σωτηριάδου ως διδακτικού βιβλίου διά την Α' του γυμνασίου τάξιν, καίπερ πασών των υποβληθεισών χειρίστης και παρά το επίσημον πρόγραμμα του Υπουργείου συντεταγμένης, Αθήνα 1894. Στον λίβελο απάντησε ο Σωτηριάδης: Π. Καρολίδης, ο διαμαρτυρόμενος Καππαδόκης, Αθήνα, Τυπογραφείον της Εστίας, 1894.