Συγγραφέας:Καραμανωλάκης, Βαγγέλης Δ.
 
Τίτλος:Η συγκρότηση της ιστορικής επιστήμης και η διδασκαλία της ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (1837-1932)
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:42
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:2006
 
Σελίδες:551
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Εκπαίδευση-Τριτοβάθμια
 
Παιδεία-Εκπαίδευση
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα, Πανεπιστήμιο Αθηνών
 
Χρονική κάλυψη:1837-1932
 
Περίληψη:Αφετηριακή υπόθεση της εργασίας αυτής είναι ότι η ιστορία συγκροτείται ως επιστήμη μέσα από την καταλυτική επίδραση εκπαιδευτικών θεσμών για την παραγωγή και τη μετάδοση της γνώσης, όπως είναι το πανεπιστήμιο. Οι θεσμοί αυτοί επιβάλλουν σε μεγάλο βαθμό στην ιστοριογραφική παραγωγή τη λογική της συγκρότησης και της λειτουργίας τους, τις αξίες που τους διέπουν, τις πρακτικές ανάδειξης κύρους και τους συσχετισμούς δύναμης που επικρατούν στο εσωτερικό τους, τις σχέσεις τους με την πολιτική εξουσία και την κοινωνία. Η πανεπιστημιακή διδασκαλία της ιστορίας κατά την περίοδο που καλύπτει το βιβλίο συνδέθηκε με μια σειρά από παράγοντες και μεταβλητές, στοιχεία που καθόρισαν και το συγκεκριμένο πλαίσιο αναφοράς : το πανεπιστημιακό περιβάλλον, η ιστοριογραφική παράδοση, τα πρόσωπα που δίδαξαν και οι αποδέκτες της διδασκαλίας τους. Στόχος της παρούσας εργασίας είναι η συνεξέταση αυτών των παραγόντων μέσα στην ευρύτερη πολιτική και κοινωνική συγκυρία από την οποία σε μεγάλο βαθμό ορίστηκαν και την οποία εντέλει επανακαθόρισαν, με άλλα λόγια θέμα του βιβλίου είναι η συγκρότηση, στον χώρο του Πανεπιστημίου Αθηνών, μιας εθνικής-επιστημονικής ιστορίας με έντονο διδακτικό χαρακτήρα, η οποία επηρέασε καθοριστικά τη συνολική ιστοριογραφική παραγωγή, λόγω της σημαίνουσας θέσης του ιδρύματος, καθώς για έναν περίπου αιώνα αποτέλεσε τον μοναδικό οργανωμένο θεσμό της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης ο οποίος παρήγε ιστορική γνώση, κατάρτιζε τους φοιτητές και προετοίμαζε τους αποφοίτους του για τη διάχυση αυτής της γνώσης, μέσω κυρίως του σχολικού δικτύου, στο ελληνικό βασίλειο και στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 43.93 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 219-238 από: 554
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/219.gif&w=600&h=915

κριτική. Το σύνολο της εργογραφίας του συγγραφέα, με λιγοστές εξαιρέσεις, επικρίθηκε εύλογα από πολλούς σύγχρονους και μεταγενέστερους για ρητορεία, φλυαρία, έλλειψη ιεράρχησης των επιχειρημάτων και συνεχείς παρεκβάσεις. Η προβληματική του έργου του εμφανιζόταν ξεπερασμένη συγκριτικά με τις κατευθύνσεις που χάρασσε την ίδια εποχή, ιδιαίτερα στη φροντιστηριακή του διδασκαλία, ο Σπ. Λάμπρος.

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ «ΑΝΑΚΑΛΥΨΗ» ΤΟΥ ΒΥΖΑΝΤΙΟΥ ΚΑΙ Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΟΥ

Η διδασκαλία της βυζαντινής ιστορίας από τον Π. Καρολίδη ως αυτοτελούς μαθήματος στο πανεπιστημιακό πρόγραμμα της ελληνικής ιστορίας συνδέεται με ένα ευρύτερο ακαδημαϊκό ενδιαφέρον για την ίδια περίοδο, ενδιαφέρον το οποίο αναπτύχθηκε τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ού στον χώρο της λογιοσύνης και της λογοτεχνίας, σε ελληνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο. Η ενασχόληση με το Βυζάντιο εντάχθηκε στη γενικότερη στροφή προς τον Μεσαίωνα, κοινή στα πανεπιστημιακά ιδρύματα της Δυτικής Ευρώπης, και υπήρξε ως έναν βαθμό απόρροια της ανάδυσης και κυριαρχίας του ρομαντισμού τον 19ο αιώνα. Το 1892 δημιουργήθηκε η πρώτη έδρα Βυζαντινής φιλολογίας σε δυτικοευρωπαϊκό πανεπιστήμιο, στο Μόναχο, με καθηγητή τον Καρλ Κρουμπάχερ, σε μια στιγμή έξαρσης του Ανατολικού ζητήματος, όταν η υπενθύμιση του αυτοκρατορικού ελληνικού παρελθόντος συνέβαλε στην ισότιμη αποδοχή του νεότερου ελληνικού κράτους από τα υπόλοιπα ευρωπαϊκά.552 Τον ίδιο χρόνο ο νέος καθηγητής εξέδωσε τη Byzantinische Zeitschrift, το πρώτο διεθνές περιοδικό για τις βυζαντινές σπουδές. Ο Κρουμπάχερ οργάνωσε ακόμη το πρώτο πανεπιστημιακό φροντιστήριο για τη μελέτη της συγκεκριμένης περιόδου (1899), το οποίο και χρηματοδοτήθηκε από την ελληνική κυβέρνηση και την ελληνική κοινότητα της Τεργέστης.553 Το 1899 δημιουργήθηκε η δεύτερη έδρα στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης που ήταν αφιερωμένη στο Βυζάντιο, με καθηγητή τον Σαρλ Ντιλ, γεγονός που και αυτό συνδεόταν με τη γαλλική πολιτική για την τύχη της Οθω-

552. Η πολιτική σημασία της έδρας εξηγούσε και την έντονη κινητοποίηση μερίδας ελλήνων λογίων, αλλά και της κρατικής μηχανής. Βλ Τόνια Κιουσοπούλου, «Η πρώτη έδρα Βυζαντινής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών», Μνήμων 15 (1993), σ. 261.

553. Βλ. Απόστολος Καρπόζηλος, «Ο Κάρολος Κρουμπάχερ και ο ελληνικός πολιτισμός»: Ευάγγελος Χρυσός (επιμ.), Ένας νέος κόσμος..., ό.π., σ. 139-140, και Τ. Κιουσοπούλου, ό.π., σ. 257-276.

Σελ. 219
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/220.gif&w=600&h=915

Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και τις ισορροπίες στη Βαλκανική χερσόνησο.554 Έντονο υπήρξε και το ενδιαφέρον της τσαρικής Ρωσίας για τη μελέτη της βυζαντινής περιόδου. Το 1894 ο ιστορικός Β. Βασιλιέφσκι εξέδωσε το περιοδικό Vizantijskij Vremennik, όπου δημοσιεύθηκε πλήθος ανέκδοτων πηγών.555

Ο Κρουμπάχερ θεωρήθηκε ο επιστήμονας που θεμελίωσε τη βυζαντινολογία με το έργο του, καθώς αντιμετώπισε το σύνολο της βυζαντινής γραμματείας ως αυτόνομο αντικείμενο συστηματικής μελέτης, οπτική που αποτυπώθηκε άλλωστε και στην έκδοση της ιστορίας του για τη βυζαντινή λογοτεχνία το 1891,556 Σε αντίθεση με τη συνηθισμένη έως τότε πορεία των μελετητών από την αρχαιότητα προς το Βυζάντιο, ο νέος καθηγητής στράφηκε προς την έρευνα της συγκεκριμένης περιόδου μέσα από ένα ενεργό ενδιαφέρον, ιδιαίτερα φιλολογικό και γλωσσικό, για τη νεότερη Ελλάδα.557 Η οπτική αυτή μετέθετε το κέντρο βάρους από το δίπολο αρχαιότητα - Βυζάντιο στο δίπολο Βυζάντιο - νεότερος ελληνισμός. Τον δρόμο του Κρουμπάχερ ακολούθησε με θέρμη ο Σπ. Λάμπρος : Υπό τον Βυζαντίνον κρύπτεται και παρά την αρχαΐζουσαν περιβολήν πολύ μάλλον ο νέος Έλλην ή ο απόγονος του Θουκυδίδου και του Ξενοφώντος.558 Το απόσπασμα προέρχεται από το άρθρο που δημοσίευσε ο Λάμπρος το 1892 στη Byzantinische Zeitschrift - μαζί με τον Γ. Χατζιδάκι ήταν οι δύο Έλληνες που έγραφαν στο πρώτο τεύχος του περιοδικού, ενδεικτικό του κύρους και της ευρύτερης αποδοχής που απολάμβαναν διεθνώς. Το άρθρο, το οποίο στη συνέχεια μεταφράστηκε στα ελληνικά, αποτέλεσε ένα προγραμματικό κείμενο που παρουσίαζε τα ζητούμενα της έρευνας για το Βυζάντιο, τις προαπαιτούμενες μελέτες για τη συγκρότηση της αναγκαίας υποδομής : η συστηματική ενασχόληση με τα έγγραφα, τα νομίσματα, τις επιγραφές, τις σφραγίδες, η συγκέντρωση των τοπωνυμίων, η επεξεργασία των αγιολογικών κειμένων κ.ά. Μελέτες στις οποίες συμμετείχαν και έλληνες ερευνητές, με κυ-

554. Στο ίδιο.

555. Μ. Νυσταζοπούλου-Πελεκίδου, ό.π., σ. 168-169.

556. Karl Krumbacher, Geschichte der byzantinischen Literatur von Iustinian bis zum Ende des oströmischen Reiches (527-1453), Μόναχο 1891. Η δεύτερη αναθεωρημένη έκδοση κυκλοφόρησε το 1897 και η ελληνική μετάφραση σε τρεις τόμους από τον Γεώργιο Σωτηριάδη στη Βιβλιοθήκη Μαρασλή (1897-1900). Για τη σημασία του έργου στην ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας βλ. τις θέσεις του Κωστή Παλαμά: Βενετία Αποστολίδου, Ο Κωστής Παλαμάς ιστορικός της νεοελληνικής λογοτεχνίας, Αθήνα, Θεμέλιο, 1992, σ. 81-84.

557. Βλ. Απ. Καρπόζηλος, ό.π., σ. 129-142.

558. Από τα «Βυζαντιακά παραλειπόμενα»: Σπ. Λάμπρος, Μικταί Σελίδες, Αθήνα, 1905, σ. 365, και passim, σ. 362-384.

Σελ. 220
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/221.gif&w=600&h=915

κυρίαρχη φυσιογνωμία τον συγγραφέα του άρθρου, ο οποίος εργάστηκε συστηματικά για την ανάδειξη του Βυζαντίου: δημοσίευσε εργασίες, συγκέντρωσε και εξέδωσε πηγές, συμμετείχε σε διεθνή συνέδρια, εκπαίδευσε τους φοιτητές του φροντιστηριακά στη μελέτη της βυζαντινής περιόδου. Τέλος, πρωτοστάτησε στη σύσταση της IEEE (1882), του πρώτου στο ελληνικό κράτος559 συλλόγου λογίων και ιστοριοδιφών με αντικείμενο την ιστορία των βυζαντινών και νεότερων χρόνων.

Οι σκοποί της Εταιρείας, σύμφωνα και με την ιδρυτική της πράξη, ήταν οι εξής : περισυναγωγή ιστορικής και εθνολογικής ύλης και παντοειδών αντικειμένων, συιπελούντων εις διαφώτισιν της μέσης και νέας ελληνικής ιστορίας και φιλολογίας, του βίου και της γλώσσης του ελληνικού λαού και η συστασις μουσείου περιλαμβάνοντος τα τοιαύτα μνημεία του εθνικού βίου.560 Στα ιδρυτικά της μέλη συγκαταλέγονταν γνωστοί πανεπιστημιακοί (Σπ. Λάμπρος, Νικόλαος Πολίτης, Γ. Κρέμος, Σπυρίδων Σακελλαρόπουλος), λόγιοι όπως ο Τιμολέων Αμπελάς, ο Δημήτριος Καμπούρογλου, ο Τιμολέων Φιλήμων, ο ποιητής Γεώργιος Δροσίνης, ο γλύπτης Γεώργιος Βρούτος κ.ά. Επρόκειτο κατά κύριο λύγο για τους εκπροσώπους μιας νεότερης γενιάς, η οποία, στη λογική της διδασκαλίας του Κ. Παπαρρηγόπουλου, στράφηκε στη μελέτη της ενιαίας και συνεχούς εθνικής ιστορίας σε όλες της τις εκφάνσεις, εμπνεόμενη κυρίως από τα βυζαντινά και μεταγενέστερα χρόνια.561 Η λογοτεχνία,562 οι εικαστικές τέχνες, νέοι επιστημονικοί κλάδοι όπως η λαογραφία και η γλωσσολογία «ανακάλυψαν» ως πεδίο μελέτης και έμπνευσης την υπόλοιπη, πλην αρχαιότητος, ελληνική ιστορία, αντιμετωπίζοντάς την κυρίως ως εθνική, προγονική κληρονομιά.

559. Είχε προηγηθεί το 1880 η σύσταση της Εταιρείας των Μεσαιωνικών Σπουδών στην Κωνσταντινούπολη.

560. Βλ. και Χαρίκλεια Γ. Δημακοπούλου, Η ίδρυσις της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος, Αθήνα 1982, σ. 4.

561. Βλ. την εκ των υστέρων περιγραφή του Γ. Δροσίνη: Όλγα Γκράτζιου, «...προς δόξαν της τε Εκκλησίας και της Πατρίδος. Το Χριστιανικόν Αρχαιολογικόν Μουσείον και ο Γεώργιος Λαμπάκης»: Όλγα Γκράτζιου, Αναστασία Λαζαρίδου, Από τη Χριστιανική συλλογή στο Βυζαντινό Μουσείο. Κατάλογος έκθεσης, Αθήνα, Υπουργείο Πολιτισμού, Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων, 2006, σ. 39-40.

562. Το έργο του Κωστή Παλαμά αποσκοπούσε προγραμματικά στην ανάδειξη μέσω της λογοτεχνίας του σχήματος του Κ. Παπαρρηγόπουλου. Βλ. Β. Αποστολίδου, ό.π., σ. 111-113. Βλ. ενδεικτικά για τη συγγραφή του Δωδεκάλογου του Γύφτου το άρθρο του Anthony Hirst " Two Cheers for Byzantium: Equivocal Attitudes in the Poetry of Palamas and Cavafy ": David Ricks, Paul Magdalino (επιμ.), ό.π., σ. 105-117. Βλ. ακόμη Μαριάννα Σπανάκη, Βυζάντιο και Μακεδονία στο έργο της Π. Σ. Δέλτα, Αθήνα, Ερμής, 2004.

Σελ. 221
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/222.gif&w=600&h=915

Παράλληλα με την ιστορική-εθνική προσέγγιση του Βυζαντίου εκδιπλώθηκε και το θεολογικό ενδιαφέρον για την ίδια περίοδο. Το 1884, με πρωτοβουλία του Γεωργίου Λαμπάκη, υφηγητή της Χριστιανικής αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, συστάθηκε η ΧΑΕ, με σκοπό να περισυναγάγη και διαφυλάξη τα εν Ελλάδι ή αλλαχού ευρισκόμενα έτι λείψανα της χριστιανικής αρχαιότητος, ων η διάσωσις και η μελέτη συμβάλλουσι προς διαφώτισιν της πατρώας ημών ιστορίας και τέχνης.563 Η Εταιρεία εξέδωσε δελτίο, ενώ συγκέντρωσε σημαντικό αριθμό εκθεμάτων για τη σύσταση σχετικού μουσείου. Στη συλλογιστική των μελών της, παρά την αναγνώριση των εθνικών χαρακτηριστικών της Αυτοκρατορίας, πρυτάνευε ο χριστιανικός χαρακτήρας της. Οι δύο εταιρείες, παρ' όλο που είχαν αντικείμενο την ίδια περίοδο, κινήθηκαν με διαφορετικούς τρόπους και αιτούμενα: η IEEE διατήρησε έναν ιστορικό-επιστημονικό χαρακτήρα με έντονη την εθνική διάσταση, ενώ η ΧΑΕ παρέμεινε προσανατολισμένη στην ανάδειξη της θρησκευτικής φυσιογνωμίας και του χριστιανικού πλούτου της περιόδου με τη σύσταση σχετικού μουσείου. Οι παράλληλες διαδρομές των δύο εταιρειών δεν συνέκλιναν ποτέ, στο μέτρο μάλιστα που οι ιθύνοντες της IEEE αντιλαμβάνονταν το έργο της ως εθνικό, μεγάλο και γενικό, υποβαθμίζοντας ως συμπληρωματικό το έργο της άλλης εταιρείας.564 Το 1909, η δημιουργία της Βυζαντιολογικής Εταιρείας, με κυρίαρχη φυσιογνωμία τον μετέπειτα καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών Νικόλαο Βέη, επισφράγιζε την επιστημονική και εθνική μελέτη του Βυζαντίου, όπως άλλωστε αποτυπώθηκε και στα δημοσιεύματα του οργάνου της, του βραχύβιου περιοδικού Βυζαντίς, του πρώτου ελληνικού περιοδικού που ήταν αφιερωμένο αποκλειστικά στη συγκεκριμένη περίοδο της ελληνικής ιστορίας.

Εκτός από τη Βυζαντίδα, στο τέλος του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ού το ενδιαφέρον για τη βυζαντινή και τη νεότερη ελληνική ιστορία αποτυπώθηκε στην έκδοση μιας σειράς περιοδικών εκδόσεων που προήλθαν από ατομικές πρωτοβουλίες ή συλλογικά εγχειρήματα. Τα περιοδικά αυτά δημιουργούσαν ένα νέο πεδίο ανταλλαγής ιδεών. Διεύρυναν την πληροφόρηση, ενώ παράλληλα ενθάρρυναν τον διάλογο ανάμεσα στους μελετητές. Συνεχίζοντας την παράδοση περιοδικών εκδόσεων όπως ο Παρνασσός και το περιοδικό του Ελληνικού Φιλολογικού Συλλόγου Κωνσταντινουπόλεως -τα οποία περιείχαν άρθρα από ποικίλα επιστημονικά πεδία, σύμφωνα και με τον χαρακτήρα των

563. Άρθρο 2 του Καταστατικού: Χριστιανική Αρχαιολογική Εταιρεία, Δελτίον Α'ον περιέχον τας εργασίας της Εταιρείας από της ιδρύσεως αυτής μέχρι της 31 Δεκεμβρίου 1891, Αθήνα 1892, σ. 6.

564. Βλ. Όλγα Γκράτζιου, ό.π., σ. 40-41.

Σελ. 222
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/223.gif&w=600&h=915

συλλόγων που τα εξέδιδαν-, την περίοδο αυτή εμφανίζονται περιοδικά όπως η Μελίτη του Συλλόγου προς Διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων (ΣΩΒ)565, τα οποία αφιερώνουν σημαντικό τμήμα της ύλης τους στην εθνική ιστορία. Παράλληλα όμως εκδίδονται περιοδικά αποκλειστικά προσανατολισμένα στα βυζαντινά και νεότερα χρόνια, όπως το Δελτίο ν της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας, ο Νεος Ελληνομνήμων, η Λαογραφία κ.ά.566

Συνολικά την περίοδο αυτή το ενδιαφέρον για το Βυζάντιο εκδηλώθηκε με πολλαπλούς τρόπους όπως έχουν επισημάνει η Τόνια Κιουσοπούλου και η Όλγα Γκράτζιου.567 Το ελληνικό πανεπιστήμιο παρέμεινε σχετικά δύσπιστο απέναντι στην περίοδο, όπως αποδεικνύει η απουσία αυτόνομων εδρών για τη διδασκαλία της. Οι κύριοι γνωστικοί κλάδοι της κατεξοχήν αρμόδιας σχολής, της Φιλοσοφικής, παρέμειναν προσηλωμένοι στην ελληνορωμαϊκή αρχαιότητα, παρά τις εξελίξεις που σημειώνονται εξωπανεπιστημιακά στους ίδιους κλάδους.568 Μοναδική εξαίρεση αποτέλεσε η ιστορία, όπου το Βυζάντιο, το οποίο ως τότε θεωρούνταν τμήμα της γενικής ιστορίας, διδάχθηκε από τον Παπαρρηγόπουλο στο πλαίσιο της ενιαίας ιστορίας του ελληνικού έθνους. Η είσοδος των νέων καθηγητών της Ιστορίας προώθησε τη διδασκαλία αυτή σε νέες κατευθύνσεις : είτε ως αυτοτελές μάθημα και αυτόνομη χρονικά περίοδο στη διδασκαλία του Καρολίδη, είτε με έμφαση στις πηγές και στη βυζαντινή πνευματική παραγωγή και φιλολογία στη φροντιστηριακή διδασκαλία του Σπ. Λάμπρου. Από την άλλη πλευρά δύο νέοι γνωστικοί κλάδοι, η λαογραφία

565. Για τον ΣΩΒ και τις εκδόσεις του για το Βυζάντιο, βλ. Κυριακή Μαμώνη, «Θεματογραφία Βυζαντινή στις εκδόσεις του Συλλόγου προς Διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων», Μ (λ (τη 1 (2004), σ. 313-325. Βιβλιογραφική παρουσίαση του περιοδικού: Κ. Δεμερτζής, Το περιοδικό του Συλλόγου προς Διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων «Η Μελέτη», Αθήνα, Σύλλογος προς Διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων 83, 1985.

566. Βλ. εδώ, τις σχετικές ενότητες.

567. Βλ. Όλγα Γκράτζιου, ό.π., και «Από την ιστορία του Βυζαντινού Μουσείου. Τα πρώτα χρόνια», Μνήμων 11 (1987), σ. 54-73. Βλ. ακόμη Τόνια Κιουσοπούλου, ό.π., και «Οι βυζαντινές σπουδές στην Ελλάδα»: Όλγα Γκράτζιου, Αναστασία Λαζαρίδου, Από τη Χριστιανική συλλογή στο Βυζαντινό Μουσείο. Κατάλογος έκθεσης, Αθήνα, Υπουργείο Πολιτισμού, Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων, 2006, σ. 25-36.

568. Σημειώνω ενδεικτικά ότι την τελευταία δεκαετία του 19ου αιώνα η Αρχαιολογική Εταιρεία ξεκίνησε για πρώτη φορά αναστηλωτικά έργα σε βυζαντινά μνημεία, στη Μονή Δαφνίου (1893) και στον Μυστρά (1895). Βλ. Νίκη Α. Σακκά, Αρχαιολογικές δραστηριότητες στην Ελλάδα (1928-1940): Πολιτικές και ιδεολογικές διαστάσεις, ανέκδοτη διδακτορική διατριβή στο Πανεπιστήμιο Κρήτης, Φιλοσοφική Σχολή, Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας, Ρέθυμνο 2002, σ. 91.

Σελ. 223
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/224.gif&w=600&h=915

και η γλωσσολογία, συμπεριέλαβαν στην ύλη τους τα βυζαντινά χρόνια, στη λογική μιας συνεχούς αφήγησης, υπαγορευμένης από το σχήμα του Κ. Δ. Παπαρρηγόπουλου. Σε αυτή την αφήγηση το Βυζάντιο αποτελούσε αδιάσπαστο και απαραίτητο κρίκο της αλυσίδας που συνδεόταν με τα εθνικά δίκαια της περιόδου. Ο λόγος των υφηγητών Γεωργίου Δέρβου και Γεωργίου Λαμπάκη, οι οποίοι δίδαξαν εκκλησιαστική ιστορία και χριστιανική αρχαιολογία αντίστοιχα στη Θεολογική, ήταν ενδεικτικός μιας άλλης οπτικής, ρητά επηρεασμένης από την ταυτότητα της σχολής τους, η οποία οδήγησε και στη σύσταση της ΧΑΕ.

Η απουσία εδρών για το Βυζάντιο στη Φιλοσοφική Σχολή δεν συνδέεται, όπως στην προηγούμενη περίοδο, με μια μερίδα φιλελεύθερων καθηγητών που αντιμετώπισαν δύσπιστα μια αυτοκρατορία στην οποία κυριάρχησε η θεοκρατία και ο δεσποτισμός. Η Τόνια Κιουσοπούλου έχει εύλογα επισημάνει ως βασική αιτία τη σύνδεση του Βυζαντίου και των εκπροσώπων του στην Ελλάδα με τον δημοτικισμό, ο οποίος αποτελούσε «κόκκινο πανί» για τους περισσότερους από τους αρχαιολάτρες καθηγητές της Φιλοσοφικής Σχολής.569 Η εύλογη αυτή σύνδεση υποκρύπτει και μια σειρά από άλλες πραγματικότητες. Σε αυτές θα αναφερθούμε αναλυτικά στο κεφάλαιο που είναι αφιερωμένο στην εξέλιξη των βυζαντινών σπουδών μετά το 1911.

Η ΜΕΓΑΛΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΣΤΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΜΑΘΗΜΑΤΩΝ

Η διδασκαλία τον Γεωργίου Κρέμου

Εισηγητής της αυτόνομης διδασκαλίας της Επανάστασης του 1821 στο Πανεπιστήμιο Αθηνών ήταν ο υφηγητής Γεώργιος Κρέμος.570 Από το ακαδημαϊκό έτος 1899-1900 προσέφερε σταθερά κατά τη διάρκεια της επταετούς παραμονής του στο Πανεπιστήμιο δύο μαθήματα : Μεγάλη Ελληνική Επανάστασίς και Αρχαία ελληνική ιστορία κατά τας πηγάς. Η επιλογή τους δεν ήταν

569. Βλ Τόνια Κιουσοπούλου, «Η πρώτη έδρα...», ό.π., σ. 269-270.

570. Βλ. Θανάσης Χρήστου, Γεώργιος Π. Κρέμος (1839-1926). Ένας κορυφαίος αραχωβίτης ιστορικός, Αθήνα 2005, και «Γεώργιος Π. Κρέμος (1840-1926). Από τους πρώτους οικιστές της Καλλιθέας: Ιστοριογραφία για τον ιστορικό από τον εγγονό του Γεώργιο Π. Κρέμο πλοίαρχο Π.Ν. (ε.α.)»: Χρήστος Παπάζογλου (επιμ. - έκδ.), Η Καλλιθέα του χθες και του σήμερα, Καλλιθέα, Έρευνα, 2000, σ. 53-68.

Σελ. 224
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/225.gif&w=600&h=915

τυχαία. Στο τέλος του 19ου αιώνα, ο υφηγητής ερχόταν με τη διδασκαλία του να καλύψει δύο αιτούμενα του πανεπιστημιακού προγράμματος : αφενός τη στροφή προς τις πηγές σχετικά με μια περίοδο για την οποία υπήρχε πάντα έντονο ενδιαφέρον, αφετέρου τη διδασκαλία της Επανάστασης του 1821 ως αυτόνομου μαθήματος. Δεν έχουμε πληροφορίες για τη σύντομη διδασκαλία του. Ήταν σαφής όμως, όπως φανέρωνε και ο τίτλος του μαθήματος, η σημασία που απέδιδε τόσο στο γεγονός όσο και στην αναφορά στις πηγές.571

Ο Γεώργιος Κρέμος (1840-1926) καταγόταν από φτωχή αγροτική οικογένεια της Αράχοβας και πραγματοποίησε τις εγκύκλιες σπουδές του στη Λιβαδειά.572 Με ενέργειες του Κωνσταντίνου Οικονόμου έγινε δεκτός στη Ριζάρειο και στη συνέχεια στη Θεολογική Σχολή. Το 1866 βραβεύθηκε για σύγγραμμά του με θέμα την παπική εκκλησία, ενώ μετά από πρόταση του Πανεπιστημίου έλαβε υποτροφία της ελληνικής κυβέρνησης και συνέχισε τις μεταπτυχιακές σπουδές του στο Πανεπιστήμιο της Λειψίας, πρώτα στη θεολογία και έπειτα στη φιλοσοφία και στην ιστορία. Μετά από επταετή παραμονή στη Γερμανία επέστρεψε στην Ελλάδα, όπου εργάστηκε ως καθηγητής στη Βαρβάκειο και στο Α' Γυμνάσιο και ως γυμνασιάρχης στο Γυμνάσιο του Πειραιά (1880-1883). Το 1874 υπήρξε συνεκδότης της εφημερίδας Νέα Ελλάς, ενώ από το 1882 έως το 1885 διετέλεσε έφορος της IEEE.

Ο Γεώργιος Κρέμος αποτέλεσε έναν κατεξοχήν ρωμαντικό ιστοριογράφο, όπως παρατηρεί ο Κ. Θ. Δημαράς.573 Το έργο του, ιδιαίτερα εκτεταμένο, υπήρξε αξιόλογο, ενώ η δημόσια παρουσία του σε συλλόγους και εταιρείες ήταν ενεργότατη. Αντίστοιχα με τον Σπ. Λάμπρο, ο Κρέμος αντιπροσώπευε έναν νέο τύπο ιστορικού, με έντονο ενδιαφέρον για την αρχειακή εργασία και τη βιβλιογραφική ενημέρωση. Ανέλαβε μάλιστα, με εντολή της Συγκλήτου, τη σύνταξη του καταλόγου των χειρογράφων της Εθνικής Βιβλιοθήκης και εξέδωσε το 1876 τον πρώτο τόμο, που ήταν αφιερωμένος στη θεολογία.574 Δημοσίευσε ακόμη ανέκδοτες πηγές και τεκμήρια για τη νεότερη ελληνική ιστορία,

571. Βλ. τον εισιτήριο λόγο του για την Επανάσταση του 1821, τον Μάρτιο του 1891: Γ. Κρέμος, Σύμμικτα, Αθήνα 1904, τ. 1, σ. 13-20.

572. «Γεώργιος Π. Κρέμος (1840-1926)...», ό.π., σ. 54, και Τ. Λάππας, «Η ζωή και το έργο του Γεωργίου Κρέμου», Νεοελληνικά Γράμματα 140 (5 Αυγούστου 1939), σ. 5.

573. Κ. Θ. Δημαράς, «Γ. Π. Κρέμος», Το Βήμα (3 Αυγούστου 1979).

574. Γεώργιος Π. Κρέμος, Κατάλογος των χειρογράφων της Εθνικής και της του Πανεπιστημίου Βιβλιοθήκης αλφαβητικός και περιγραφικός μετ' εικόνων και πανομοιοτύπων κατ' επιστήμας κατατεταγμένων, τ. 1, θεολογία, Αθήναι 1876.

Σελ. 225
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/226.gif&w=600&h=915

με έμφαση στην Επανάσταση του 1821. Παράλληλα προσπάθησε να διατυπώσει έναν θεωρητικό λόγο για την ιστορία.575

Παρά τα αδιαμφισβήτητα προσόντα του, ο Γεώργιος Κρέμος εκακοτύχησε576 σε πολλές πλευρές του βίου του, ανάμεσά τους και στην πανεπιστημιακή σταδιοδρομία του. Συνολικά δεν απέκτησε ούτε την αίγλη ούτε τα δημόσια αξιώματα άλλων ιστορικών της γενιάς του, όπως ο Λάμπρος και ο Καρολίδης, παρά την έντονη δημόσια παρουσία του. Σε μια εποχή εντονότατης κρίσης του θεσμού της υφηγεσίας δίδαξε ελάχιστα,577 ενώ εγκατέλειψε το Πανεπιστήμιο μετά την αποτυχημένη απόπειρα εκλογής του στην έδρα της Ιστορίας του ελληνικού έθνους. Η αποχώρησή του συνδεόταν ενδεχομένως με τη δυσμενή μετάθεσή του ως γυμνασιάρχη στη Λαμία από την κυβέρνηση Θεοδώρου Δηλιγιάννη, καθώς ήταν γνωστός υποστηρικτής και φίλος του Χ. Τρικούπη.578

Εκτός από τον Γ. Κρέμο, την Επανάσταση του 1821 δίδαξε την ίδια εποχή και ο Παύλος Καρολίδης. Σε αντίθεση με τον προκάτοχο του Κ. Παπαρρηγόπουλο, ο οποίος εισήγαγε την ιστορία του Αγώνα στο πλαίσιο της συνεχούς ιστορίας του ελληνικού έθνους, ο Καρολίδης δίδαξε αυτόνομα το γεγονός, τονίζοντας εξαρχής τη βαρύνουσα σημασία του στην παγκόσμια και ελληνική ιστορία. Σύμφωνα με τον ιστορικό, η Επανάσταση του 1821 αποτέλεσε το μείζον γεγονός για την ευρωπαϊκή ιστορία του 19ου αιώνα, καθώς οδήγησε σε μεγάλο βαθμό στην κατάλυση της Ιεράς Συμμαχίας, ενώ αφύπνισε τις εθνικές συνειδήσεις των υπηκόων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, οδηγώντας σε μεταρρυθμίσεις εντός της.579 Για τον λόγο αυτό ο κάτοχος της έδρας της Ιστορίας του ελληνικού έθνους αφιέρωσε τον δεύτερο (1892) από τους τρεις τόμους της Ιστορίας του 19ου αιώνος στον Αγώνα, μελετώντας όχι μόνο τα γεγονότα, αλλά κυρίως τα αίτια και τις επιπτώσεις τους στην ευρωπαϊκή ιστορία.

Την ίδια περίοδο της διδασκαλίας του Καρολίδη, ο έτερος ισχυρός καθηγητής Σπ. Λάμπρος, στο φροντιστήριο και με τη συνδρομή των φοιτητών του,

575. Βλ. Γ. Κρέμος, Νεωτάτη Γενική Ιστορία ως τέταρτος τόμος συμπληρωματικός της Γενικής Ιστορίας του Α. Πολυζωΐδου, Αθήνα, Σ. Κ. Βλαστός, 1890

576. Βλ. Κ. Θ. Δημαράς, ό.π.

577. Ο Γεώργιος Κρέμος δίδαξε, σύμφωνα με τους πρυτανικούς απολογισμούς, ένα-δύο έτη, το 1890-1891 και πιθανόν το 1889-1890.

578. «Γεώργιος Π. Κρέμος (1840-1926)...», ό.π., σ. 62. Ο Κρέμος μετά την αποχώρησή του συνέχισε τη σταδιοδρομία του ως γυμνασιάρχης για μια τριετία στη Λαμία και στη συνέχεια για έναν χρόνο στο Αίγιο, ώσπου το 1901 παραιτήθηκε από την ενεργό υπηρεσία. Βλ. Θ. Χρήστου, ό.π., σ. 60.

579. Κ. Γεωργιάδου, ό.π., σ. 30.

Σελ. 226
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/227.gif&w=600&h=915

εργάστηκε για την εκπόνηση καταλόγου των χειρογράφων της IEEE, τα οποία αφορούσαν την Επανάσταση του 1821. Συνεργάστηκε ακόμη με τους φοιτητές του στη σύνταξη βιβλιογραφίας του Αγώνα με τη χρήση ειδικών έντυπων δελτίων. Την τελευταία δεκαετία του 19ου αιώνα άρχισαν οι επισκέψεις των φοιτητών σε τόπους ιστορικού και αρχαιολογικού ενδιαφέροντος, με ιδιαίτερη έμφαση σε εκείνους που σχετίζονταν με το 1821.580

Η ενασχόληση με τον Αγώνα δεν γεννήθηκε βέβαια στο τέλος του 19ου αιώνα. Από τα πρώτα χρόνια ζωής του ελληνικού βασιλείου υπήρξε έντονο το ενδιαφέρον για το πλέον ένδοξο γεγονός της πρόσφατης ελληνικής ιστορίας. Στη δεκαετία του 1840, η Βουλή των Ελλήνων οργάνωσε και εμπλούτισε τα σχετικά αρχεία της με πρωτοβουλία του Γεωργίου Τερτσέτη, ενώ το 1857 εξέδωσε τον πρώτο τόμο της σειράς Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας,581 Η δημοσίευση σειράς μελετών, αυτοβιογραφικών κειμένων αλλά και αρχειακών συλλογών εξασφάλιζε σημαντικό τεκμηριωτικό και βιβλιογραφικό υλικό για τη μελέτη της. Με πρωτοπόρο και πάλι τον Κ. Παπαρρηγόπουλο και τη σχολική ιστορία του το 1853, η νεότερη ελληνική ιστορία εμφανίστηκε στα εγχειρίδια από τη δεκαετία του 1860 με έμφαση στο 1821. Η παρουσία του Αγώνα πύκνωσε τα επόμενα χρόνια τόσο στην κατώτερη όσο και στη μέση εκπαίδευση, όπου από το 1886 ρυθμίστηκε η διδασκαλία του αποκλειστικά στην τέταρτη τάξη.582 Το 1884 οι καταστατικοί στόχοι της IEEE οδήγησαν στην πρώτη ιστορική έκθεση κειμηλίων για την Επανάσταση του 1821, σε ένα συμβάν από εκείνα που συγκροτούν τη δημόσια ιστορική μνήμη, ενώ είχε αποτέλεσμα και την ίδρυση του πρώτου σχετικού μουσείου ,583

Ογδόντα περίπου χρόνια μετά την έναρξή της, εξήντα χρόνια μετά την ίδρυση του Πανεπιστημίου και είκοσι από την ιδανική συνεύρεση του Γρηγορίου Ε' με τον Ρήγα Φεραίο και τον Αδαμάντιο Κοραή, η Επανάσταση του 1821 διδασκόταν αυτοτελώς πλέον από την πανεπιστημιακή έδρα. Και πάλι σε σχέση με άλλες περιπτώσεις όπως η Γαλλική Επανάσταση,584 η Ελληνική Επανάσταση είχε από νωρίς εισαχθεί στο πρόγραμμα, στο πλαίσιο της διδασκαλίας του Κ. Παπαρρηγόπουλου.

580. Βλ. εδώ, σ. 237-238.

581. Βλ. Κώστας Λάππας, «Αρχειακές συλλογές (17ος-19ος αι.)»: Βασίλης Κρεμμυδάς, Τριαντάφυλλος Σκλαβενίτης, Κώστας Στάικος (επιμ.), θησαυροί της Εθνικής Βιβλιοθήκης, Αθήνα, Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος, 1999, σ. 50, και passim, σ. 49-53.

582. Βλ. Χρ. Κουλούρη, Ιστορία και γεωγραφία..., ό.π., σ. 51-55.

583. Βλ. εδώ, σ. 267-268.

584. Η Επανάσταση του 1789 δεν διδασκόταν σε κανένα γαλλικό πανεπιστήμιο

Σελ. 227
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/228.gif&w=600&h=915

Η επιστροφή στον Αγώνα στις αρχές της δεκαετίας του 1890 συνιστούσε τη σημαντικότερη υπόμνηση του χρέους της εθνικής ολοκλήρωσης, σε μια εποχή που κυριαρχούσαν οι ελπίδες για εδαφική επέκταση. Η Επανάσταση του 1821 ήταν ανολοκλήρωτη και οι φυσικοί απόγονοι των αγωνιστών της οι πλέον κατάλληλοι για να την ολοκληρώσουν πολεμώντας τον προαιώνιο εχθρό. Το βιολογικό τέλος της γενιάς των ανθρώπων που είχαν συμμετάσχει στον Αγώνα διευκόλυνε και την αποκάθαρσή του από προσωπικές ιδεολογικές και πολιτικές διαμάχες και επενδύσεις. Με στρογγυλεμένα πια τα αιχμηρά σημεία που απειλούσαν την ενότητα και την ομοψυχία, μπορούσε παραδειγματικά να ενταχθεί στο πρόγραμμα των μαθημάτων.585 Η ανάδειξή του σε εθνικό σύμβολο και σε πανεπιστημιακό μάθημα θα γνώριζε τώρα μια συνολική ανασημασιοδότηση, η οποία επρόκειτο να κυριαρχήσει τα επόμενα χρόνια.

έως και το 1880. Αποτελώντας το μέγιστο διακύβευμα της γαλλικής ιστοριογραφίας του 19ου αιώνα, ξεκίνησε να διδάσκεται από τη δεκαετία του 1880, όταν, λόγω του εορτασμού της εκατονταετηρίδας της, τρεις δήμοι πήραν πρωτοβουλίες για τη διεξαγωγή σχετικών μαθημάτων: ο δήμος του Παρισιού το 1886, ο δήμος της Λυόν το 1887 και ο δήμος της Τουλούζης το 1889. Η πρωτοβουλία του παρισινού δήμου κατέληξε στη δημιουργία της πρώτης έδρας για την Ιστορία της Γαλλικής Επανάστασης στη Σορβόννη το 1891 με καθηγητή τον Αλφόνς Ωλάρ, ο οποίος δημοσίευσε την ίδια χρονιά την Histoire politique de la Révolution française (Πολιτική ιστορία της Γαλλικής Επανάστασης), εστιάζοντας στις πολιτικές συζητήσεις και τους θεσμούς, ενώ δικαιολογούσε in fine την περίοδο της Τρομοκρατίας εξαιτίας της ξένης στρατιωτικής επίθεσης και των εσωτερικών ταραχών. Βλ. Chr. Delacroix, Fr. Dosse, P. Garcia, ό.π., σ. 91-92.

585. Σχετικά με τη διαδικασία της συμβολικής αυτής ένταξης των γεγονότων και των προσώπων στο εθνικό παρελθόν, βλ., για τις πορείες του Αδ. Κοραή και του Ιω. Καποδίστρια, Φ. Ηλιού, ό.π., και Χρ. Κουλούρη, Χρ. Λούκος, ό.π., αντίστοιχα.

Σελ. 228
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/229.gif&w=600&h=915

ΚΕΦΑΛΑΙΟ E'

ΤΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΘΗΝΩΝ ΩΣ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΙΣΤΟΡΙΚΗΣ ΓΝΩΣΗΣ: Η ΣΥΜΒΟΛΗ ΤΗΣ ΦΡΟΝΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑΣ

Η ΦΡΟΝΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ ΩΣ ΣΥΣΤΑΤΙΚΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΚΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ

Ο 19ος αιώνας αποτέλεσε καθοριστική περίοδο για τη συγκρότηση της ιστορικής επιστήμης στη Δυτική Ευρώπη: οι ιστορικές σπουδές απέκτησαν θεσμική υπόσταση προσλαμβάνοντας συγκεκριμένο περιεχόμενο και μεθόδους, ενώ τα πανεπιστήμια αναδείχθηκαν ως οι κατεξοχήν χώροι διαμόρφωσης των νέων ιστορικών.

Κομβικό ζήτημα σε αυτή την εξέλιξη αποτέλεσε η μετάβαση από την ιστορία ως ασχολία των πολυμαθών στην ιστορία με επιστημονικό προσανατολισμό , σε μια επιστήμη η οποία συνδύαζε την κριτική εξέταση των μαρτυριών με την ανασύνθεση των γεγονότων μέσω της αφήγησης. Η διαδικασία αυτή είχε αφετηρία τα γερμανικά πανεπιστήμια του 18ου αιώνα, ιδίως το Πανεπιστήμιο του Γκέττινγκεν. Οι καθηγητές του επιχείρησαν να μελετήσουν την ιστορία με βάση τα πραγματικά δεδομένα, επιμένοντας ιδιαίτερα στην απόκτηση τεχνικών δεξιοτήτων από τους φοιτητές για την προσέγγιση των πηγών. Για τον σκοπό αυτό δημιουργήθηκε στο ίδιο πανεπιστήμιο από τον Γκάττερερ το πρώτο φροντιστήριο στη δεκαετία του 1770, με έμφαση στην αρχαιότητα και στις φιλολογικές προσεγγίσεις των πηγών.586 Πρωτοπόρος όμως ήταν ο γνωστότερος γερμανός ιστορικός του 19ου αιώνα, ο Λέοπολντ φον Ράνκε, ο οποίος μετά τον διορισμό του στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου το 1825 καθιέρωσε το Ιστορικό Φροντιστήριο, στο οποίο οι φοιτητές καταρτίζονταν στη μελέτη μεσαιωνικών εγγράφων. Έως το 1848 το Ιστορικό Φροντιστήριο είχε εισαχθεί σε όλα τα γερμανικά πανεπιστήμια.587

586. Βλ. G.G. Iggers, "The University of Goettingen...", ό.π.

587. Βλ. Γκέοργκ Ίγκερς, Η ιστοριογραφία στον 20ό αιώνα..., ό.π., σ. 42.

Σελ. 229
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/230.gif&w=600&h=915

Το γερμανικό μοντέλο μελέτης της ιστορίας άσκησε ισχυρή ελκτική δύναμη στο εκπαιδευτικό σύστημα των άλλων χωρών. Χιλιάδες νέοι Αμερικανοί μετέβησαν στην Ευρώπη στη διάρκεια του 19ου αιώνα αναζητώντας επιστημονική εκπαίδευση στα γερμανόφωνα πανεπιστήμια.588 Το Ιστορικό Φροντιστήριο αποτέλεσε πρότυπο για τα υπόλοιπα εκπαιδευτικά συστήματα. Πέρα από όλους τους άλλους λόγους (οικονομικοί, επαγγελματική σταδιοδρομία), στα γερμανικά πανεπιστήμια ο φοιτητής τύχαινε ιστορικής παιδείας η οποία δεν έδινε έμφαση μόνο στην εκμάθηση των βοηθητικών επιστημών ή των ερευνητικών τεχνικών, αλλά στην αυστηρότητα, στην ακάματη και επίμονη έρευνα, στη συνεχή ικανότητα για επίπονη και δυσχερή αναζήτηση του γεγονότος.589 Δεν επρόκειτο απαραιτήτως για νέες δεξιότητες ή γνώσεις. Άλλωστε, η παράδοση της έκδοσης φιλολογικών κειμένων από καθολικούς μοναχούς εξόπλισε τη φιλολογική -κατ' επέκτασιν και την ιστορική- έρευνα με αυστηρές κριτικές μεθόδους. Στο νέο όμως πλαίσιο, η απόκτηση των ικανοτήτων αυτών συνδεόταν με την ευρύτερη φιλοσοφική προσέγγιση της ιστορίας και απέβλεπε στην ιστορική συγγραφή. Στόχο της τελευταίας αποτελούσε η ανάδειξη των πραγματικών γεγονότων, της «ιστορικής αλήθειας» όπως αυτή επιβεβαιωνόταν με τη βοήθεια των πηγών. Το ιδανικό ήταν ο ιστορικός που μπορούσε να διασχίσει έναν ωκεανό για να επαληθεύσει ένα κόμμα.590

Στο επίκεντρο αυτής της δραστηριότητας βρισκόταν η εθνική ιστορία. Η ιστορική επιστήμη δεν μπορούσε παρά να έχει εθνικές επιδιώξεις και να συνδέεται με την πολιτική. Ο τελικός σκοπός δεν ήταν άλλος από την αφήγηση, την ερμηνεία και τη δικαιολόγηση των αγώνων του έθνους για την πραγμάτωση των επιδιώξεών του. Όπως υποστήριζαν οι καθηγητές του Πανεπιστημίου του Βερολίνου το 1870,η αφύπνιση,η ενδυνάμωση και ο εξαγνισμός της αγάπης για τη μητέρα πατρίδα, η υποστήριξη του κράτους μέσω της επίσημης εκπαίδευσης ήταν όχι απλώς νόμιμα μα και επιθυμητά.591

Το φροντιστήριο αναγορεύθηκε στον χώρο εκπαίδευσης και απόκτησης των απαραίτητων γνώσεων, δεξιοτήτων και εξειδικευμένων τεχνικών που θα επέτρεπαν στους φοιτούντες να ενταχθούν σε μια κλειστή πλέον και ιεραρχημένη

588. Βλ. P. Novick, ό.π., σ. 22.

589. Βλ. και το εγκώμιο του Μπαρρές στη γερμανική μέθοδο, G. Thuillier, J. Tulard, Οι Ιστορικές Σχολές, μτφ.: Κική Καψαμπέλη, Αθήνα, Ινστιτούτο του Βιβλίου Μ. Καρδαμίτσα, 1993, σ. 31-32.

590. P. Novick, ό.π., σ. 23.

591. Βλ. Konrad larausch, Students, Society and Politics in Imperial Germany: the Rise of Academic Liberalism, Πρίνστον 1982, σ. 201-205.

Σελ. 230
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/231.gif&w=600&h=915

μένη κοινότητα ειδημόνων. Αρχειακή εργασία, πρωτογενής έρευνα, βιβλιογραφική ενημέρωση, εκπόνηση ατομικών και συλλογικών εργασιών αποτελούσαν απαραίτητα στοιχεία της ιστορικής εκπαίδευσης. Η έμφαση δινόταν στις νέες τεχνικές, στη χρήση μιας σειράς επεξεργασιών που προσέφεραν οι «βοηθητικές επιστήμες», στη διασταύρωση των στοιχείων που παρείχαν οι πηγές, στον τοπικό και χρονικό προσδιορισμό τους. Στον χώρο του φροντιστηρίου οι σχέσεις μαθητείας συνυπήρχαν με εκείνες της συναδελφικότητας ανάμεσα στους φοιτητές, της αναγνώρισης της κοινής ιδιότητάς τους, αλλά και του ανταγωνισμού για την επιβράβευση από τον διδάσκοντα. Πέρα από τον χώρο της τάξης, οι πλέον ικανοί διακρίνονταν και δημόσια, με την υπόμνηση του ονόματος τους στους ετήσιους απολογισμούς. Η επιτυχής κατάκτηση της γνώσης και η έμπρακτη απόδειξή της μέσω της πρωτότυπης εργασίας οδηγούσαν σε συμμετοχή στην κοινότητα των επαγγελματιών, στην ιστορική επιστημονική κοινότητα. Η επιδίωξη ήταν η καλλιέργεια ενός προτεσταντικού εργασιακού ήθους, το οποίο απέβλεπε σε μια σειρά χαρακτηριστικών της εργασίας του ερευνητή όπως αυταπάρνηση, σχολαστικότητα και παθητική προσήλωση στο αντικείμενο.592

Προνομιακό πεδίο για την εφαρμογή των συγκεκριμένων τεχνικών αποτελούσε η μεσαιωνική και νεότερη ιστορία. Η δημιουργία των κατάλληλων υποδομών, χώρων συγκέντρωσης αρχείων αλλά και εργασίας των νέων ιστορικών, καθώς και η έκδοση πηγών αποτέλεσαν μια από τις σημαντικότερες εξελίξεις για την ιστορική επιστήμη στον 19ο αιώνα, στενά συνδεδεμένη με τη δημιουργία των εθνών-κρατών και τη συγγραφή εθνικών ιστοριών. Η θεσμοθέτηση των ιστορικών σπουδών και η στροφή τους προς την εξειδίκευση συντελέστηκε στη Γερμανία μετά από το 1848, ενώ στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, στις ΗΠΑ και στην Ιαπωνία μετά το 1870. Στη Γαλλία το 1868 ιδρύθηκε η École Pratique des Hautes Études με έμφαση στην έρευνα, ενώ στη δεκαετία του 1870 δημιουργήθηκε πρόγραμμα εκπόνησης διδακτορικών διατριβών στο Πανεπιστήμιο Johns Hopkins στις ΗΠΑ. Εξαίρεση αποτέλεσε η Μεγάλη Βρετανία, όπου στη στοχοθεσία των πανεπιστημιακών σπουδών πρυτάνευε ακόμη η δημιουργία μιας μορφωμένης ελίτ, πέρα από εξειδικεύσεις και επαγγελματικές εκπαιδεύσεις.593 Νέα περιοδικά που εκδόθηκαν στο δεύτερο μισό

592. Βλ. Γ. Κόκκινος, Από την Ιστορία..., ό.π., σ. 185. Ο Γιώργος Κόκκινος χαρακτηρίζει τη συγκεκριμένη αντίληψη για την επιστήμη κρυπτομεταφυσική, χρησιμοποιώντας έναν όρο του Θεόφιλου Βέικου, καθώς η ιστορική έρευνα αναγορεύεται σε μηχανισμό αποκατάστασης της ιστορικής πραγματικότητας.

593. Βλ. και Γκ. Ίγκερς, Νέες κατευθύνσεις..., ό.π., σ. 36-37.

Σελ. 231
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/232.gif&w=600&h=915

του 19ου αιώνα ξέφευγαν από τον αρχαίο κόσμο και στρέφονταν προς τα νεότερα χρόνια, δίνοντας έμφαση στην ιστορική έρευνα. Σημειώνω τα Historische Zeitschrift (1859), Revue Historique (1876), Rivista Storica Italiana (1884), English Historical Review (1886), American Historical Review (1895). Η έννοια του επαγγελματία ιστορικού συνδεόταν με την εξειδικευμένη εκπαίδευσή του, η οποία απαιτούσε τα ανάλογα μεθοδολογικά εγχειρίδια. Ο νέος κόσμος της ιστορικής επιστήμης συνδύαζε τις μεθοδολογικές πειθαρχίες με την πίστη στο έθνος-κράτος.

ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΦΡΟΝΤΙΣΤΗΡΙΟ ΣΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ

Με βάση και τη διεθνή εμπειρία οργανώθηκε ο κανονισμός του Ιστορικού Φροντιστηρίου στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας. Παρά την εισαγωγή στο πανεπιστημιακό πρόγραμμα της φροντιστηριακής ιστορικής διδασκαλίας από τον Σπ. Λάμπρο το 1878, μόλις μία δεκαετία αργότερα, το 1888, με βασιλικό διάταγμα προστέθηκαν οι ιστορικές ασκήσεις στο πρόγραμμα του Φιλολογικού Φροντιστηρίου. Σκοπός τους ήταν η εκγύμναση των φοιτητών στη χρήση των πηγών και η προετοιμασία τους για τη διδασκαλία της ιστορίας στη μέση εκπαίδευση. Ειδικότερα για τους πρωτοετείς και δευτεροετείς φοιτητές προβλεπόταν η εκμάθηση της επιγραφικής και παλαιογραφίας και οι ασκήσεις σε διάφορα συστήματα χρονολόγησης. Οι φοιτητές των άλλων ετών εξασκούνταν στην έρευνα ειδικών ιστορικών ζητημάτων από τις πηγές και στην εκμάθηση της μεθόδου της διδασκαλίας της ιστορίας. Το Φροντιστήριο ήταν υποχρεωτικό για όλους τους φοιτητές του Φιλολογικού Τμήματος. Διδάσκων οριζόταν ο αρχαιότερος καθηγητής Ιστορίας, που αμειβόταν με ειδικό επιμίσθιο, ενώ ήταν υποχρεωμένος να συντάσσει ετήσιο απολογισμό των μαθημάτων του προς τον πρύτανη. Το μέτρο τηρήθηκε σποραδικά έως τη δεκαετία του 1910. Στοιχεία για τη διδασκαλία στα φροντιστήρια αντλούμε κυρίως από όσους απολογισμούς δημοσιεύονταν στις πρυτανικές λογοδοσίες.594

Παρά τη θεσμοθέτησή του, το Ιστορικό Φροντιστήριο ξεκίνησε τη λειτουργία του μόλις το 1891-1892, καθώς ο έως τότε αρχαιότερος καθηγητής Ιστορίας, ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, δεν έδειξε κανένα ενδιαφέρον να το

594. Πρόκειται για τους απολογισμούς ιστορικών φροντιστηρίων που δημοσιεύθηκαν στους παρακάτω πρυτανικούς απολογισμούς: φροντιστήριο Λάμπρου (1895-1896, 1896-1897, 1897-1898, 1898-1899, 1901-1902), φροντιστήριο Καρολίδη (1895-1896, 1896-1897, 1897-1898, 1898-1899, 1900-1901, 1901-1902, 1905-1906, 1913-1914) και φροντιστήριο Πατσόπουλου (1898-1899).

Σελ. 232
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/233.gif&w=600&h=915

διευθύνει. Το χειμερινό εξάμηνο 1890-1891 ο Παπαρρηγόπουλος δίδαξε για τελευταία φορά Τα διδακτικώτερα πορίσματα της Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους. Τα επόμενα χρόνια ο Λάμπρος δίδαξε Ιστορικάς ασκήσεις. Από το χειμερινό εξάμηνο 1895-1896 ο Π. Καρολίδης προσέφερε μαζί με τον Σπ. Λάμπρο Ασκήσεις εν τω ιστορικά φροντιστηρίω. Το ίδιο έτος νομοθετήθηκε νέος κανονισμός λειτουργίας του Φιλολογικού Φροντιστηρίου.595 Συγχωνεύθηκαν σε αυτό το Φιλοσοφικό, το Ιστορικό και το Γλωσσολογικό, ενώ προβλεπόταν και η ίδρυση και ενσωμάτωση Παιδαγωγικού Φροντιστηρίου. Στην πραγματικότητα, τα επόμενα χρόνια το Ιστορικό Φροντιστήριο αυτονομήθηκε πλήρως, ενώ οι καθηγητές Ιστορίας εμφανίστηκαν ως διευθυντές του, εξασφαλίζοντας το ανάλογο επιμίσθιο. Όπως θα δούμε και στη συνέχεια, το περιεχόμενο της φροντιστηριακής διδασκαλίας και η σύνδεσή της με τα ευρωπαϊκά αντίστοιχα σχετίζονταν σαφώς με την προσωπικότητα και τις σπουδές του κάθε καθηγητή.

ΤΟ ΦΡΟΝΤΙΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ Δ. ΠΑΤΣΟΠΟΥΛΟΥ

Σύμφωνα με τον μοναδικό απολογισμό που είχε δημοσιεύσει στην πρυτανική λογοδοσία τού 1898-1899 ο καθηγητής των Μέσων και νεωτέρων χρόνων, το φροντιστήριο του απευθυνόταν, όπως όριζε το πρόγραμμα, στους πρωτοετείς και δευτεροετείς φοιτητές. Λόγω των ελλιπών γνώσεων των φοιτητών, κατά τον καθηγητή, το φροντιστήριο του αφιερώθηκε στη συζήτηση για την επίλυση αποριών σχετικά με θέματα μέσης και νεότερης ευρωπαϊκής ιστορίας τα οποία είχε αναπτύξει στο μάθημά του, ενώ τους προετοίμαζε και για τη σύνταξη δικών τους εργασιών.596 Το ελάχιστο ενδιαφέρον που επέδειξε για τη φροντιστηριακή διδασκαλία εύλογα υποδεικνύει μια άλλη πραγματικότητα: εκείνη της υιοθέτησης του θεσμού λόγω οικονομικών ωφελειών.

ΤΟ ΦΡΟΝΤΙΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ Π. ΚΑΡΟΛΙΔΗ

Ο Παύλος Καρολίδης δίδαξε φροντιστηριακά μία ή δύο ώρες την εβδομάδα, με ακροατήριο τριτοετείς και τεταρτοετείς φοιτητές της Φιλοσοφικής, καθώς και της Θεολογικής Σχολής. Ο καθηγητής συγκροτούσε κατάλογο με τα ονό-

595. «Κανονιστικόν. Περί κανονισμού του εν τω Εθνικώ Πανεπιστημίω φιλολογικού φροντιστηρίου», 25 Σεπτεμβρίου 1895: Νόμοι και διατάγματα, 1896, ό.π., σ. 57-65.

596. Πρυτανικοί λόγοι 1898-1899, σ. 126-127.

Σελ. 233
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/234.gif&w=600&h=915

ονόματα των συμμετεχόντων, τον οποίο διάβαζε στην έναρξη του φροντιστηρίου σημειώνοντας τις απουσίες. Στη συνέχεια προσδιόριζε τα θέματα των εργασιών, τις οποίες εκπονούσαν οι φοιτητές και τις παρουσίαζαν στην αίθουσα. Ακολουθούσε συζήτηση υπό τη διεύθυνση του Καρολίδη, ο οποίος σημείωνε και στο τέλος τους βαθμούς ικανότητος και προόδου σε σχετικό βιβλίο.597 Αν και κύριο αντικείμενο του φροντιστηρίου του, το οποίο χαρακτήριζε Ιστορικοφιλολογικόν, ήταν η μελέτη των πηγών της αρχαίας ελληνικής και βυζαντινής ιστορίας, ο καθηγητής της Ιστορίας του ελληνικού έθνους συμπεριέλαβε σε αυτό και τη νεότερη ελληνική ιστορία. Ο Καρολίδης παρέδωσε μέθοδο διδασκαλίας βυζαντινής ιστορίας, ενώ εστίασε το ενδιαφέρον του σε ζητήματα μεθοδολογίας και θεωρίας της ιστορίας μέσα από το έργο του Ηροδότου και του Θουκυδίδη. Το μάθημα επικεντρώθηκε ιδιαίτερα στο προοίμιο της ιστορίας του Θουκυδίδη, ενώ με κριτική μελέτη και συζήτηση επιχειρήθηκε να διαλευκανθούν όλα τα ζητήματα που έθιγε ο αρχαίος ιστορικός στο κείμενο του. Η στενή σχέση της ιστορικής διδασκαλίας του Καρολίδη με την πολιτική αποτυπώθηκε και στη φροντιστηριακή διδασκαλία του. Το ακαδημαϊκό έτος 1895-1896 οι φοιτητές του εκπόνησαν εργασίες από την ιστορία του ελληνικού έθνους, ιδίως στους μεσαιωνικούς νεότερους και νεότατους, σύμφωνα με τον καθηγητή, χρόνους, όπως το «πολύκροτο» ζήτημα της καταγωγής των Ελλήνων, η παρουσία τους στην Ιλλυρική χερσόνησο, η κουτσοβλαχική εθνότητα, το εθνογραφικό όριο του ελληνισμού στην Ευρώπη και στην Ασία, το ζήτημα της καταγωγής των Θρακών και Μακεδόνων, ο ελληνισμός στη Μικρά Ασία.598

Ο «ΘΑΥΜΑΣΤΟΣ» ΚΟΣΜΟΣ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΚΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ: ΤΟ ΦΡΟΝΤΙΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΣΠ. ΛΑΜΠΡΟΥ

Ο Λάμπρος συνέχισε και ως καθηγητής τη φροντιστηριακή του εργασία με πρωτότυπο αρχειακό υλικό. Το ακροατήριο του αποτελούνταν από τριτοετείς και τεταρτοετείς φοιτητές της Φιλοσοφικής Σχολής, ενώ μνημονεύεται, όπως και στο φροντιστήριο του Καρολίδη, η μεμονωμένη παρουσία μικρού αριθμού φοιτητών της Θεολογικής. Σύμφωνα με τον πολυσέλιδο απολογισμό του φροντιστηρίου του, που δημοσιεύθηκε στον πρυτανικό απολογισμό του 18991900, σκοπός της διδασκαλίας του ήταν η άσκηση των φοιτητών στις βοηθητικές

597. Πρυτανικοί λόγοι 1895-1896, σ. 214.

598. Στο ίδιο, σ. 214-215.

Σελ. 234
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/235.gif&w=600&h=915

κές επιστήμες της ιστορίας και η εισαγωγή τους στην ιστορική μέθοδο και στην επιστημονική αυτενέργεια. Η φροντιστηριακή διδασκαλία ήταν απαραίτητη, στο μέτρο που οι απόφοιτοι των γυμνασίων προσέρχονταν στο Πανεπιστήμιο ακατάρτιστοι, χωρίς να γνωρίζουν πώς να αποκτήσουν επικουρικές γνώσεις.599

Ο Λάμπρος δίδαξε ασκήσεις συστηματικής χρονολόγησης, μελέτη μεσαιωνικών επιγραφών και χαραγμάτων, ανάγνωση και ερμηνεία χειρογράφων, σύνταξη καταλόγου κωδίκων από μοναστηριακές, σχολικές και άλλες βιβλιοθήκες της Αθήνας, προετοιμασία πηγών προς έκδοση. Παράλληλα παρέδιδε και υποδειγματική διδασκαλία της ελληνικής ιστορίας στο ελληνικό σχολείο και στο γυμνάσιο. Πραγματοποίησε ασκήσεις για μέτρα και σταθμά, καθώς και ασκήσεις οικοσημολογίας (εραλδικής), νομισματικής και γεωγραφίας. Πέρα από αυτές, δίδαξε και ασκήσεις ονοματολογίας ελληνικών τόπων, καθώς και οικογενειακών ονομάτων, βυζαντινών και νεότερων. Οι κύριες όμως ασκήσεις που προσέφερε ήταν χρονολογικές και παλαιογραφικές.

Οι χρονολογικές ασκήσεις σκόπευαν στη γνώση των χρονολογικών συστημάτων και αφορούσαν το σύνολο της πορείας του ελληνικού έθνους. Δίπλα στις ασκήσεις σχετικά με τη χρονολόγηση των Ολυμπιακών Αγώνων εξεταζόταν η «από Κτίσεως Κόσμου» διήγηση των βυζαντινών χρονικογράφων, καθώς και η χρονολόγηση του Πάσχα (διασώζονται και σχετικοί έντυποι πίνακες). Σε επόμενο στάδιο οι φοιτητές ασκούνταν στη διόρθωση εσφαλμένων χρονολογήσεων ή στη χρονολόγηση ανέκδοτων κειμένων. Στο πλαίσιο αυτό ο Λάμπρος συνεργάστηκε με φοιτητές του για τη χρονολόγηση βυζαντινών χρονικών με βάση χειρόγραφα που είχε συλλέξει ο ιστορικός από διάφορες βιβλιοθήκες. Εκτός από την Εθνική Βιβλιοθήκη, οι φοιτητές ασκούνταν στη βιβλιοθήκη της Γαλλικής Σχολής, ενώ με άδεια της γαλλικής κυβέρνησης η Εθνική Βιβλιοθήκη της Γαλλίας έστελνε αντίγραφα χειρογράφων παρόμοιων χρονικών.

Οι παλαιογραφικές ασκήσεις αποσκοπούσαν, πέρα από την ανάγνωση των χειρογράφων, στην καταγραφή, στη μελέτη και στην έκδοσή τους. Οι φοιτητές ασκούνταν ακόμη σε βιβλιογραφικές ασκήσεις, εκ των οποίων η σημαντικότερη ήταν η συγκρότηση της βιβλιογραφίας του ιερού αγώνος, της Επανάστασης του 1821, η οποία περιελάμβανε βιβλία, φυλλάδια, άρθρα σε περιοδικά και εφημερίδες. Για τον σκοπό αυτό τυπώθηκαν ειδικά βιβλιογραφικά δελτία, σύμφωνα με το υπόδειγμα γερμανικού περιοδικού και σχετικών εγχειριδίων

599. Πρυτανικοί λόγοι 1899-1900, σ. 115.

Σελ. 235
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/236.gif&w=600&h=915

δίων.600 Σημειώνω ενδεικτικά ότι κατά το ακαδημαϊκό έτος 1894-1895 οι φοιτητές του, σύμφωνα με τον απολογισμό του Λάμπρου, συμπλήρωσαν περισσότερα από 1.200 δελτία.601

Ο Λάμπρος χρησιμοποίησε για πρώτη φορά σε διδασκαλία στο Πανεπιστήμιο φωτογραφημένα χειρόγραφα και κώδικες από ξένες βιβλιοθήκες και αρχεία. Αναπαρήγαγε ακόμη σε πολλαπλά λιθογραφημένα αντίτυπα προς χάριν των φοιτητών του χρονολογικές και παλαιογραφικές ασκήσεις (διασώζονται κάποια στο Αρχείο Λάμπρου στη Φιλοσοφική Σχολή), υλικό νέο για τη διδασκαλία της ιστορίας. Ο Λάμπρος συνόδευσε τόσο την ακαδημαϊκή όσο και τη φροντιστηριακή διδασκαλία του με ευρύ εποπτικό υλικό: χάρτες, φωτεινές διαφάνειες (σλάιντς), φωτογραφίες χειρογράφων και κωδίκων. Τη γενικότερη πίστη του στην εξέλιξη της τεχνολογίας και στη βοήθεια που αυτή προσέφερε στην ιστορική έρευνα εξέφρασε και από το πλέον επίσημο βήμα, εκείνο του πρύτανη, το 1905.602

Το φροντιστήριο του Λάμπρου ήταν το μόνο από τα ιστορικά φροντιστήρια για το οποίο προβλεπόταν κονδύλι με σκοπό την αγορά εγγράφων και πινάκων.603 Η βιβλιοθήκη του ήταν εξαιρετικά πλούσια συγκριτικά με τις υπόλοιπες φροντιστηριακές βιβλιοθήκες. Το 1914 περιελάμβανε γύρω στους 360 τίτλους, εκ των οποίων οι 200 περίπου προέρχονταν από τη βιβλιοθήκη του Δ. Πατσόπουλου. Στους υπόλοιπους (περίπου 150) τίτλους περιλαμβάνονταν πρόσφατες εκδόσεις που είχαν σχέση με τη μελέτη της αρχαίας ελληνικής και βυζαντινής ιστορίας, καθώς και με την αρχειακή εργασία. Ανάμεσά τους υπήρχαν ακόμη 40 περίπου περιοδικές εκδόσεις στη γερμανική, ιταλική, γαλλική και ελληνική γλώσσα,604 ξενόγλωσσα (κυρίως γερμανόφωνα) εγκυκλοπαιδικά

600. Στο ίδιο, σ. 115-123. Πρόκειται, σύμφωνα με τον Λάμπρο, για το περιοδικό Jahresberichte fiir Gerschichtswissenschaft και το εγχειρίδιο του Ignaz Jastrow, Handbuch zu Litteraturberichten (Βερολίνο 1891).

601. Πρυτανικοί λόγοι 1894-1895, σ. 238-239.

602. Σπ. Λάμπρος, Νέοι Ορίζοντες εν τη ιστορική ερεύνη. Λόγος απαγγελθείς εν τω Εθνικώ Πανεπιστημίω την 15η Ιανουαρίου 1905 υπό Σπ. Λάμπρου αναλαμβάνοντας επισήμως την Πρυτανείαν του ακαδημαϊκού έτους, 1904-1905, Αθήνα 1905.

603. Βλ. για παράδειγμα τον πανεπιστημιακό προϋπολογισμό του 1898-1899. Εκτός από το φροντιστήριο του Λάμπρου, κονδύλια για τον ίδιο σκοπό διατέθηκαν στα φροντιστήρια των Γ. Χατζιδάκι, Ιω. Χατζιδάκι, Ν. Πολίτη, Μ. Ευαγγελίδη, Αντ. Οικονόμου, Σ. Βάσση και στο Φροντιστήριο Πατρολογίας στη Θεολογική Σχολή. Στη συνεδρία της 31ης Ιανουαρίου 1904, αυξήθηκε η πίστωση του κονδυλίου που είχε εγκριθεί για να παραχθούν φωτεινές διαφάνειες στα φροντιστήρια του Σπ. Λάμπρου και του Ν. Πολίτη.

604. Σημειώνω ενδεικτικά: Anallecta Bollandiana, Annuaire de l'association pour l'encouragement des études Grecques en France, Archiv für Papyrusforschung und Verwandte Ge-

Σελ. 236
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/237.gif&w=600&h=915

δικά λεξικά, κατάλογοι αρχαίων και μεσαιωνικών πηγών, συλλογές παπύρων, αρχαίοι συγγραφείς, εκτεταμένη σειρά έργων του Σπ. Λάμπρου (περίπου 50 τίτλοι).605

Οι φοιτητές του φροντιστηρίου του Λάμπρου για πρώτη φορά εργάστηκαν εντός και εκτός Πανεπιστημίου καταγράφοντας πηγές, συντάσσοντας καταλόγους, μελετώντας χειρόγραφα. Στο πλαίσιο του φροντιστηριακού του μαθήματος διδάχθηκαν τα ακόλουθα : Σύνταξις καταλόγων των χειρογράφων των εν Αθήναις βιβλιοθηκών, φροντιστηριακώς και Χρονολογικαί ασκήσεις εν τω φροντιστηρίω και αρχειακαί μελεται εν τω αρχείω της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας. Κατά τη διάρκεια της εκπαίδευσής τους δίπλα στον Λάμπρο οι φοιτητές μελετούσαν όλα τα είδη των χειρογράφων -διαχώριζε τις επιγραφές, γιατί ήταν γραμμένες σε σκληρό υλικό-, παπύρους, βυζαντινά χρυσόβουλα, οθωμανικά έγγραφα. Στις σχετικές παραδόσεις του για την ιστορία της βιβλιοθήκης και τους ρυθμούς της γραφής ενσωμάτωνε τη βυζαντινή περίοδο, ενώ επαινούσε ιδιαίτερα τον Κωνσταντίνο Σάθα και τον Ιωάννη Σακελλίωνος για την αναζήτηση και την έκδοση χειρογράφων. Ο Λάμπρος στα μαθήματα της ελληνικής γραφογνωσίας κάλυπτε ευρύτατο φάσμα χειρογράφων από την αρχαιότητα έως τα πρόσφατα χρόνια.

Ιδιαίτερα σημαντική ήταν και η συμβολή του Λάμπρου στην καθιέρωση των φοιτητικών εκδρομών. Οι φοιτητές επισκέπτονταν τόπους αρχαιολογικού και ιστορικού ενδιαφέροντος με τη συνοδεία καθηγητών, οι οποίοι τους ξεναγούσαν με σχετικές ομιλίες. Τις εκδρομές εισήγαγε ο Γ. Κρέμος ως μέσο ιστορικής διδασκαλίας στη μέση εκπαίδευση, ενώ η πρώτη εκδρομή στο Πανεπιστήμιο Αθηνών πραγματοποιήθηκε από τον Σπ. Λάμπρο στη Σαλαμίνα, στις αρχές της δεκαετίας του 1890. Προορισμοί τέτοιων εκδρομών ήταν συνήθως ιστορικές τοποθεσίες (Αίγινα, Λαύριο, Σούνιο, Μαραθώνας, Αχαρνές, Ναύπλιο, Μυκήνες, Τίρυνθα, Πάτρα, Πύργος, Ολυμπία), μέρη συνδεδεμένα κατά κύριο λόγο με την αρχαία Ελλάδα ή με τις μάχες του αγώνα του 1821.606 Ένας φοιτητής της Νομικής, ο οποίος εξέδωσε τις αναμνήσεις του από τις εκδρομές αυτές πιστεύοντας ότι θα ενδιέφεραν ένα ευρύτερο αναγνωστικό κοινό, στη

biete, Archiva, Archivam, Atene e Roma, Bessarione, Bolletino di filologia classica, Bulletin de Correspondance Hellénique, Bulletino, Βυζαντινά Χρονικά, Byzantinische Zeitschrift, Cultura, Échos d'Orient, Νέος Ελληνομνήμων, Eranos, Klio, Philologus, Revue des études grecques, Revue Historique, Rivista Storica Italiana, Studi Italiani di Filologia Classica.

605. Βλ. Πρυτανεία Γεωργίου I. Δέρβου (1913-1914)..., ό.π., σ. 127-145.

606. Βλ. τις παρατηρήσεις του Λάμπρου στο δέκατο έβδομο κεφάλαιο «Ιστορική διδασκαλία», Αι ιστορικαί μελέται..., ό.π.

Σελ. 237
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/238.gif&w=600&h=915

διάρκεια της φοιτητικής του ζωής είχε συμμετάσχει σε πανεπιστημιακές εκδρομές στη Σαλαμίνα, στον Μαραθώνα, στις Αχαρνές, στο Σούνιο, στην Αίγινα και στην Ολυμπία.607 Οι εκδρομές πραγματοποιούνταν με τη συμμετοχή των πρυτανικών αρχών, των τριών καθηγητών Ιστορίας αλλά και συναδέλφων τους από συναφείς κλάδους. Το 1906 ρυθμίστηκαν με βασιλικό διάταγμα ζητήματα αναφορικά με τις επισκέψεις σε αρχαία μνημεία και ιστορικούς τόπους. Οι εκδρομές αφορούσαν όσους μετείχαν στα ιστορικά φροντιστήρια, αλλά και τους φοιτητές της Φιλοσοφικής, εκτός των πρωτοετών. Οι διατάξεις μεριμνούσαν για τις εκτός Αθηνών εκδρομές, τρεις τουλάχιστον κατ' έτος. Μπορούσαν να πραγματοποιούνται και στις διακοπές των μαθημάτων, ενώ στη σύνταξη του προγράμματος τους μετείχαν οι καθηγητές της Ιστορίας της αρχαίας τέχνης, της Αρχαίας γενικής ιστορίας και της Ελληνικής αρχαιολογίας.608 Σημειώνω ενδεικτικά το πρόγραμμα αρχαιολογικής εκδρομής των φοιτητών της Φιλοσοφικής Σχολής (22-24 Φεβρουαρίου 1907) στο οποίο περιλαμβάνονταν ομιλίες των καθηγητών Σπ. Λάμπρου, Π. Καββαδία, Χρ. Τσούντα, Ν. Γ. Πολίτη και Π. Καρολίδη και επισκέψεις σε αρχαιολογικούς τόπους στην Τίρυνθα, στο Αργός, στις Μυκήνες, στο Ναύπλιο. Οι ομιλίες ήταν αφιερωμένες στην αρχαία Ελλάδα, αλλά και στην εθνοσυνέλευση του Αργούς και στη μάχη στα Δερβενάκια.609 Λίγους μήνες αργότερα (13-17 Μαΐου 1907), μια νέα εκδρομή στην Ολυμπία περιελάμβανε επισκέψεις στον αρχαιολογικό τόπο και στο Μουσείο, καθώς και ομιλίες των Λάμπρου, Πολίτη, Καββαδία και Τσούντα. Η καθιέρωση των εκδρομών εξασφάλιζε την αυτοψία και την επιτόπια έρευνα στο πρόγραμμα της Σχολής, καθώς μάλιστα τα έξοδα, πλην της τροφής, κατέβαλλε το Πανεπιστήμιο.610

Η σύνδεση του Λάμπρου με τους φοιτητές, ο τρόπος οργάνωσης του φροντιστηρίου του, η χρήση του αρχειακού υλικού παραπέμπουν στον θεσμό του ιστορικού φροντιστηρίου όπως διαμορφώθηκε στη Γερμανία και στη Γαλλία, καθώς ο καθηγητής της Αρχαίας ιστορίας, περισσότερο από όλους τους συναδέλφους του, επιχείρησε να οργανώσει το φροντιστήριο του εγγύτερα στη δυ-

607. Βλ. Γεώργιος Κ. Κοκκινάκης, Επιστημονικαί εκδρομαί ανά το Σούνιον, Αίγιναν και Ολυμπίαν υπό των φοιτητών της Νομικής και Φιλοσοφικής Σχολής, Αθήνα 1892.

608. Βλ. το βασιλικό διάταγμα της 22ας Φεβρουαρίου 1906 «Περί εκδρομών των φοιτητών του ιστορικού φροντιστηρίου κλπ. προς επίσκεψιν αρχαίων μνημείων και ιστορικών τόπων»: Νόμοι και Διατάγματα, 1906, ό.π., σ. 78-79.

609. 13-17 Μαίου 1907. Αρχαιολογική eκδρομή των φοιτητών της Φιλοσοφικής Σχολής εις Ολυμπίαν, Αθήνα, Τύποις Π.Δ. Σακελλαρίου, 1907, εσώφυλλο.

610. Στο ίδιο, σ. 1.

Σελ. 238
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Η συγκρότηση της ιστορικής επιστήμης και η διδασκαλία της ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (1837-1932)
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 219
    

    κριτική. Το σύνολο της εργογραφίας του συγγραφέα, με λιγοστές εξαιρέσεις, επικρίθηκε εύλογα από πολλούς σύγχρονους και μεταγενέστερους για ρητορεία, φλυαρία, έλλειψη ιεράρχησης των επιχειρημάτων και συνεχείς παρεκβάσεις. Η προβληματική του έργου του εμφανιζόταν ξεπερασμένη συγκριτικά με τις κατευθύνσεις που χάρασσε την ίδια εποχή, ιδιαίτερα στη φροντιστηριακή του διδασκαλία, ο Σπ. Λάμπρος.

    Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ «ΑΝΑΚΑΛΥΨΗ» ΤΟΥ ΒΥΖΑΝΤΙΟΥ ΚΑΙ Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΟΥ

    Η διδασκαλία της βυζαντινής ιστορίας από τον Π. Καρολίδη ως αυτοτελούς μαθήματος στο πανεπιστημιακό πρόγραμμα της ελληνικής ιστορίας συνδέεται με ένα ευρύτερο ακαδημαϊκό ενδιαφέρον για την ίδια περίοδο, ενδιαφέρον το οποίο αναπτύχθηκε τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ού στον χώρο της λογιοσύνης και της λογοτεχνίας, σε ελληνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο. Η ενασχόληση με το Βυζάντιο εντάχθηκε στη γενικότερη στροφή προς τον Μεσαίωνα, κοινή στα πανεπιστημιακά ιδρύματα της Δυτικής Ευρώπης, και υπήρξε ως έναν βαθμό απόρροια της ανάδυσης και κυριαρχίας του ρομαντισμού τον 19ο αιώνα. Το 1892 δημιουργήθηκε η πρώτη έδρα Βυζαντινής φιλολογίας σε δυτικοευρωπαϊκό πανεπιστήμιο, στο Μόναχο, με καθηγητή τον Καρλ Κρουμπάχερ, σε μια στιγμή έξαρσης του Ανατολικού ζητήματος, όταν η υπενθύμιση του αυτοκρατορικού ελληνικού παρελθόντος συνέβαλε στην ισότιμη αποδοχή του νεότερου ελληνικού κράτους από τα υπόλοιπα ευρωπαϊκά.552 Τον ίδιο χρόνο ο νέος καθηγητής εξέδωσε τη Byzantinische Zeitschrift, το πρώτο διεθνές περιοδικό για τις βυζαντινές σπουδές. Ο Κρουμπάχερ οργάνωσε ακόμη το πρώτο πανεπιστημιακό φροντιστήριο για τη μελέτη της συγκεκριμένης περιόδου (1899), το οποίο και χρηματοδοτήθηκε από την ελληνική κυβέρνηση και την ελληνική κοινότητα της Τεργέστης.553 Το 1899 δημιουργήθηκε η δεύτερη έδρα στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης που ήταν αφιερωμένη στο Βυζάντιο, με καθηγητή τον Σαρλ Ντιλ, γεγονός που και αυτό συνδεόταν με τη γαλλική πολιτική για την τύχη της Οθω-

    552. Η πολιτική σημασία της έδρας εξηγούσε και την έντονη κινητοποίηση μερίδας ελλήνων λογίων, αλλά και της κρατικής μηχανής. Βλ Τόνια Κιουσοπούλου, «Η πρώτη έδρα Βυζαντινής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών», Μνήμων 15 (1993), σ. 261.

    553. Βλ. Απόστολος Καρπόζηλος, «Ο Κάρολος Κρουμπάχερ και ο ελληνικός πολιτισμός»: Ευάγγελος Χρυσός (επιμ.), Ένας νέος κόσμος..., ό.π., σ. 139-140, και Τ. Κιουσοπούλου, ό.π., σ. 257-276.