Συγγραφέας:Καραμανωλάκης, Βαγγέλης Δ.
 
Τίτλος:Η συγκρότηση της ιστορικής επιστήμης και η διδασκαλία της ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (1837-1932)
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:42
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:2006
 
Σελίδες:551
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Εκπαίδευση-Τριτοβάθμια
 
Παιδεία-Εκπαίδευση
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα, Πανεπιστήμιο Αθηνών
 
Χρονική κάλυψη:1837-1932
 
Περίληψη:Αφετηριακή υπόθεση της εργασίας αυτής είναι ότι η ιστορία συγκροτείται ως επιστήμη μέσα από την καταλυτική επίδραση εκπαιδευτικών θεσμών για την παραγωγή και τη μετάδοση της γνώσης, όπως είναι το πανεπιστήμιο. Οι θεσμοί αυτοί επιβάλλουν σε μεγάλο βαθμό στην ιστοριογραφική παραγωγή τη λογική της συγκρότησης και της λειτουργίας τους, τις αξίες που τους διέπουν, τις πρακτικές ανάδειξης κύρους και τους συσχετισμούς δύναμης που επικρατούν στο εσωτερικό τους, τις σχέσεις τους με την πολιτική εξουσία και την κοινωνία. Η πανεπιστημιακή διδασκαλία της ιστορίας κατά την περίοδο που καλύπτει το βιβλίο συνδέθηκε με μια σειρά από παράγοντες και μεταβλητές, στοιχεία που καθόρισαν και το συγκεκριμένο πλαίσιο αναφοράς : το πανεπιστημιακό περιβάλλον, η ιστοριογραφική παράδοση, τα πρόσωπα που δίδαξαν και οι αποδέκτες της διδασκαλίας τους. Στόχος της παρούσας εργασίας είναι η συνεξέταση αυτών των παραγόντων μέσα στην ευρύτερη πολιτική και κοινωνική συγκυρία από την οποία σε μεγάλο βαθμό ορίστηκαν και την οποία εντέλει επανακαθόρισαν, με άλλα λόγια θέμα του βιβλίου είναι η συγκρότηση, στον χώρο του Πανεπιστημίου Αθηνών, μιας εθνικής-επιστημονικής ιστορίας με έντονο διδακτικό χαρακτήρα, η οποία επηρέασε καθοριστικά τη συνολική ιστοριογραφική παραγωγή, λόγω της σημαίνουσας θέσης του ιδρύματος, καθώς για έναν περίπου αιώνα αποτέλεσε τον μοναδικό οργανωμένο θεσμό της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης ο οποίος παρήγε ιστορική γνώση, κατάρτιζε τους φοιτητές και προετοίμαζε τους αποφοίτους του για τη διάχυση αυτής της γνώσης, μέσω κυρίως του σχολικού δικτύου, στο ελληνικό βασίλειο και στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 43.93 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 241-260 από: 554
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/241.gif&w=600&h=915

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ς'

Η ΕΘΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΣΤΟΝ ΑΣΤΕΡΙΣΜΟ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ ΣΧΗΜΑΤΙΖΟΝΤΑΣ ΤΟ ΣΩΜΑ ΤΩΝ ΠΗΓΩΝ

Ένα εκτεταμένο τμήμα της δραστηριότητας του Σπ. Λάμπρου αφιερώθηκε στον εντοπισμό και στην καταγραφή αρχειακών και έντυπων τεκμηρίων, τα οποία είτε εξέδωσε αυτούσια είτε τα χρησιμοποίησε ως πηγές στη συγγραφή ιστορικών μελετών. Η ενασχόλησή του με τις πηγές εντάσσεται σε ένα συνολικότερο ενδιαφέρον, το οποίο αναπτύχθηκε σταδιακά κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα στο ελληνικό βασίλειο σε αντιστοιχία με τα ευρωπαϊκά παράλληλα. Οι πρώτες αναζητήσεις, κατά κύριο λόγο χειρογράφων, ξεκίνησαν από ξένους και έλληνες ερευνητές, ενώ υπήρξε και επιλεκτική ενίσχυση των προσπαθειών αυτών από κρατικούς φορείς. Σημείο αιχμής αποτέλεσε η Επανάσταση του 1821, για τα τεκμήρια της οποίας εκδηλώθηκε από πολύ νωρίς έντονο ενδιαφέρον, ως το πλέον ένδοξο γεγονός της πρόσφατης ελληνικής ιστορίας. Προηγήθηκε η Βουλή των Ελλήνων,611 ενώ το 1882 η ίδρυση από ιδιώτες της IEEE αποτέλεσε σημαντική τομή στις σχετικές προσπάθειες. Η δράση της Εταιρείας άνοιγε διαύλους για τη διάχυση των θέσεων του Λάμπρου και των άλλων μελών σχετικά με τη συγκρότηση του σώματος των πηγών της ελληνικής ιστορίας για τα βυζαντινά και νεότερα χρόνια, όπως αποτυπώθηκαν στην έκθεση του 1884 και στην ίδρυση του Μουσείου της.612 Το 1895 η Εθνική Βιβλιοθήκη συγκρότησε το Ιστορικό Αρχείο της, με πρωτοβουλία του επιμελητή χειρογράφων Δημητρίου Γρ. Καμπούρογλου, στο οποίο συγκεντρώθηκαν σημαντικότατα τεκμήρια για το 1821.613

Ο Λάμπρος, στο πνεύμα των ημερών, εκδήλωσε εντονότατο ενδιαφέρον για την αναζήτηση πηγών. Ο κύριος όγκος αφορούσε τη βυζαντινή και νεότερη

611. Βλ. εδώ, σ. 227.

612. Βλ. εδώ, σ. 268-269.

613. Κ. Λάππας, «Αρχειακές συλλογές», ό.π.

Σελ. 241
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/242.gif&w=600&h=915

ρη ελληνική ιστορία, ενώ απαρτιζόταν κυρίως από αρχεία, έντυπα, χειρόγραφους κώδικες, έγγραφα. Πέρα από την τρίχρονη παραμονή του στο εξωτερικό αμέσως μετά το τέλος των σπουδών του, ο ιστορικός είχε την ευκαιρία να επισκεφθεί πολλές φορές στη συνέχεια βιβλιοθήκες και αρχεία, μονές και ιδιωτικές συλλογές στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, συνοδευόμενος συχνά από φοιτητές του. Σημειώνω ιδιαίτερα την αποστολή του Λάμπρου για την καταλογογράφηση των χειρογράφων στις μονές του Αγίου Όρους, η οποία συντελέστηκε με χρηματοδότηση της Βουλής των Ελλήνων. Η αποστολή αυτή είχε πρότυπο αντίστοιχες πρωτοβουλίες στη Δυτική Ευρώπη, ενώ η έκθεση του Λάμπρου προς τη Βουλή με τα πρώτα αποτελέσματα των ερευνών μεταφράστηκε και στα γερμανικά.614

Ο καθηγητής της Αρχαίας ιστορίας εργάστηκε συστηματικά και με πρωτοποριακή μέθοδο στον εντοπισμό και στη δημοσίευση πηγών και ανέκδοτων έργων.615 Πέρα από τις αυτοτελείς εκδόσεις δημοσίευσε πλήθος εγγράφων σε περιοδικές εκδόσεις, ιδιαίτερα στο Δελτίον της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας. Η πλειονότητα όμως των εγγράφων που είχε συγκεντρώσει δημοσιεύθηκε στις σελίδες του περιοδικού Νέος Ελληνομνήμων, που εξέδιδε από το 1904 ως τον θάνατό του. Ο τίτλος του περιοδικού παρέπεμπε σαφώς στο πρώτο ελληνικό ιστορικό περιοδικό που είχε κυκλοφορήσει στα Επτάνησα, τον Ελληνομνήμονα, με εκδότη τον ανάδοχο του Λάμπρου, Ανδρέα Μουστοξύδη. Οι περισσότερες δημοσιεύσεις του περιοδικού, το οποίο ήταν αφιερωμένο προγραμματικά στο Βυζάντιο και στη νεότερη ελληνική ιστορία, υπογράφονταν από τον εκδότη του. Σύμφωνα και με την παράδοση του Ελληνομνήμονα αλλά και με τις πρακτικές του Byzantinische Zeitschrift, στους 21 τόμους του περιοδικού -13 όσο ζούσε ο Λάμπρος και άλλοι 8 που εκδόθηκαν από τα κατάλοιπά του- δημοσιεύθηκαν πρωτογενείς πηγές, κατάλογοι βιβλιοθηκών και αρχείων, βιβλιοκρισίες, μεταφράσεις κ.ά.616

Το ενδιαφέρον του Λάμπρου για την αρχειακή έρευνα αποτυπώθηκε και στις προσπάθειές του για την ίδρυση δημόσιου αρχείου, οι οποίες συντέλεσαν το 1914 στην ίδρυση των Γενικών Αρχείων του Κράτους (ΓΑΚ). Το 1916, όντας

614. E. Gazi, ό.π., σ. 94-95.

615. Βλ. την εργογραφία του, σε συνδυασμό με τον κατάλογο του αρχείου του. Για μια συνοπτική περιγραφή των θεμάτων που τον απασχόλησαν και για τα οποία δημοσίευσε αρχειακό υλικό, στο ίδιο, σ. 96-99.

616. Βλ. τον κατάλογο των δημοσιευμάτων του Λάμπρου, όπως τον συνέταξε η Καλλιόπη Γιοτσαλίτη μετά τον θάνατό του, Νέος Ελληνομνήμων 14 (1917/1920), σ. 145-195.

Σελ. 242
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/243.gif&w=600&h=915

πρωθυπουργός και υπουργός Παιδείας, προχώρησε σε μια σειρά από ρυθμίσεις για την ενίσχυση της πατρώας ιστορίας : δημιουργία προγράμματος προστασίας μεσαιωνικών μνημείων, οικονομική ενίσχυση ανασκαφών στην Πελοπόννησο για βυζαντινά και νεότερα μνημεία, εμπλουτισμός των συλλογών των ΓΑΚ και του Βυζαντινού και Χριστιανικού Μουσείου.617

Ο Λάμπρος συνέχισε τη μακρά παράδοση της γερμανικής ιστοριογραφίας που εκκινούσε από τον Σαβινιύ, συνέχιζε στον Ράνκε και κατέληγε στους δασκάλους του της Πρωσικής σχολής όπως ο Ντρόυζεν και ο Μόμμσεν. Δημοσίευσε αυτούσιες ή στήριξε τις μελέτες του σε πλήθος πηγών, συνδυάζοντας την ιστορική έρευνα με το εθνικό συμφέρον. Ο εντοπισμός των πηγών της εθνικής ιστορίας αποτελούσε υποχρέωση του ιστορικού. Στην περίπτωση του Αγίου Όρους, λόγου χάρη, η αποστολή του έλληνα ερευνητή ήταν η πλέον ενδεδειγμένη, καθώς εκείνος μπορούσε να αντέξει το κλίμα της περιοχής, να γίνει δεκτός θετικά από τους μοναχούς λόγω της «εθνικής φιλοτιμίας» τους και κυρίως να φροντίσει μέσω των χειρογράφων τη διαλεύκανση των μοιραίων εκείνων χρόνων της πατρίου ιστορίας, οίτινες πρέπει να μελετώνται τόσω συμπαθέστερον, όσω κακοδαιμονέστεροι υπήρξαν.™

Με τη δημοσίευση των συγκεκριμένων κειμένων ο Λάμπρος συντέλεσε σημαντικά στη συγκρότηση, όπως μπορεί κανείς να διαπιστώσει από τις παραπομπές των ιστορικών που συνέχισαν το έργο του στο Πανεπιστήμιο, του πλαισίου μέσα στο οποίο κινήθηκε η ελληνική ιστοριογραφία τα επόμενα χρόνια. Εντόπισε, δημιούργησε στην ουσία, ένα σημαντικό τμήμα του σώματος των πηγών της ελληνικής ιστορίας εντός και εκτός Πανεπιστημίου, όπως για παράδειγμα οι συλλογές τεκμηρίων της IEEE, ενσωματώνοντας ή αποκλείοντας τεκμήρια, στρέφοντας την ιστορική έρευνα προς συγκεκριμένες κατευθύνσεις. Σε αντίθεση με προηγούμενες προσπάθειες, η έκδοση των πηγών έγινε από τον Λάμπρο με βάση συγκεκριμένη μεθοδολογία και πρακτική, στοιχεία τα οποία αποτέλεσαν αντικείμενο διδασκαλίας στο φροντιστήριο του.

Η σημαντικότερη συμβολή του Λάμπρου στο ζήτημα των πηγών, πέρα από την έκδοσή τους, ήταν η εκπαίδευση, ή έστω η ευαισθητοποίηση, των φοιτητών σε ζητήματα αρχειακής τεκμηρίωσης. Ο δάσκαλος μυούσε τους μαθητές

617. E. Gazi, ό.π., σ. 130.

618. Σπυρίδων Π. Λάμπρος, Έκθεσις Σπυρίδωνος Π. Λάμπρου δ.φ. υφηγητού προς την Βουλήν των Ελλήνων περί της εις το Άγιον Όρος αποστολής αυτού κατά το θέρος του 1880, Αθήνα, Τυπογραφείον του Αιώνος, 1880, σ. 8.

Σελ. 243
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/244.gif&w=600&h=915

του στην έρευνα, συνέδεε την επιστήμη με την αρχειακή τεκμηρίωση, δημιουργούσε τους μελλοντικούς ιστορικούς, οι οποίοι θα συνέχιζαν το έργο της αναζήτησης και της έκδοσης των πηγών.

Ο ίδιος ο Λάμπρος δεν μπορούσε παρά να νιώθει υπερηφάνεια, όπως ρητά το εξέφρασε στο απολογιστικό κείμενο του 1900, όπου αναφερόταν στον κύκλο των μαθητών του, με τους οποίους συνεργάστηκε σε σημαντικές ιστορικές εργασίες.619 Το κείμενο περιελάμβανε έναν μακρύ κατάλογο με ονόματα φοιτητών που τον συνόδευσαν σε αποστολές του για τη συγκέντρωση και συλλογή χειρογράφων ή εργάστηκαν με υπόδειξή του σε παρόμοιες αποστολές. Σημειώνω ενδεικτικά ότι στην ομάδα που μετέβη στο Άγιον Όρος συμμετείχαν οι φοιτητές του Ιωάννης Παρχαρίδης, Φίλιππος Γεωργαντάς και Γεώργιος Γουβέλης, οι οποίοι εργάστηκαν στην καταγραφή και διασταύρωση των χειρογράφων.620 Η συνεργασία του Λάμπρου με τους φοιτητές του συνεχιζόταν και πέραν του Πανεπιστημίου. Οι απόφοιτοι της Σχολής ασχολούνταν με την εύρεση και δημοσίευση ανέκδοτων χειρογράφων, ιδιαίτερα στον χώρο της Ανατολής, κάποια από τα οποία μετά από υπόδειξη του Λάμπρου περιέρχονταν στην Εθνική Βιβλιοθήκη ή στην IEEE.621 Ενδεικτική της στενής σχέσης του με τους φοιτητές του ήταν και η πρόθεσή του να εκδώσει περιοδικό όπου θα δημοσίευε τις σημαντικότερες μελέτες τους, σχέδιο που δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ λόγω έλλειψης οικονομικής στήριξης από το Πανεπιστήμιο ·622 Στα ανεφάρμοστα σχέδιά του ανήκε και η σύνταξη, σε συνεργασία με τους φοιτητές του, νέου καταλόγου των χειρογράφων της Εθνικής Βιβλιοθήκης, που θα αντικαθιστούσε τον παλαιότερο του Ιωάννη Σακελλίωνος. Αντ' αυτού εκπονήθηκε ο κατάλογος των χειρογράφων της Βουλής των Ελλήνων, ο οποίος δημοσιεύθηκε στον Νέο Ελληνομνήμονα, το έντυπο που σε μεγάλο βαθμό αναπλήρωσε το κενό ενός περιοδικού με εργασίες των φοιτητών που σχεδίαζε ο καθηγητής της Αρχαίας ιστορίας. Η σύνταξη του καταλόγου ξεκίνησε τον Ιανουάριο του 1904 και ολοκληρώθηκε τον Μάρτιο του 1909 από φοιτητές του φροντιστηρίου του Λάμπρου. Ο κατάλογος των συμμετεχόντων περιελάμβανε πενήντα εφτά φοιτητές και πέντε φοιτήτριες, ανάμεσά τους η Σοφία Μινέικο και η παιδαγωγός Μυρσίνη Κλεάνθους.623

619. Πρυτανικοί λόγοι 1899-1900, σ. 115-123.

620. Έκθεσις Σπυρίδωνος Π. Λάμπρου, ό.π., σ. 10-11.

621. Πρυτανικοί λόγοι, ό.π., 122-123.

622. Στο ίδιο, σ. 121-122.

623. «Κατάλογος των κωδίκων της Βιβλιοθήκης της Βουλής», Νέος Ελληνομνήμων 6 (1909), σ. 101.

Σελ. 244
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/245.gif&w=600&h=915

ΓΡΑΦΟΝΤΑΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

Ο Λάμπρος υπήρξε ένας από τους πλέον σημαντικούς υποστηρικτές της θέσπισης κανόνων αναφορικά με την ιστορική γραφή, την ανάδειξη των κριτηρίων βάσει των οποίων ένα κείμενο χαρακτηρίζεται επιστημονικό. Η επιμονή του στην τεκμηρίωση της ιστορικής γραφής, στη σωστή αναφορά των πηγών, στην ορθή χρήση των υποσημειώσεων χαρακτηρίζουν και τις κριτικές του κατά τη διαδικασία εκλογής νέων διδασκόντων. Ο Λάμπρος δίδαξε τις αρχές αυτές στους φοιτητές του, απαιτώντας την εφαρμογή τους στις φροντιστηριακές εργασίες, στις διατριβές,624 μα και στα δόκιμα ιστορικά έργα. Οι αντιλήψεις του για την ιστορική τεκμηρίωση συνδέονταν με ευρύτερες μεταβολές στην έννοια του ιστορικού συγγράμματος, δείγμα μιας σταδιακής οριοθέτησης του επιστημονικού πεδίου και του ακαδημαϊκού χώρου στην Ελλάδα, αντίστοιχα με τις εξελίξεις στη Δυτική Ευρώπη.

Στην περίπτωση του Πανεπιστημίου, οι ανακατατάξεις από τη δεκαετία του 1860 και μετά ενέτειναν τις συζητήσεις, τόσο σχετικά με την έλλειψη των συγγραμμάτων, όσο και με τις διαδικασίες επιλογής του διδακτικού προσωπικού. Η ανάγκη θέσπισης κριτηρίων, η κριτική μιας νεότερης γενιάς για την έλλειψη επιστημονικής συγκρότησης της προηγούμενης ήταν ενδεικτικές αφενός της διεύρυνσης της κοινότητας με εκείνους που θα μπορούσαν να επανδρώσουν τις πανεπιστημιακές θέσεις και αφετέρου των νέων παραδοχών που συγκροτούνταν για τα κριτήρια εκλογής τους. Σημειώνω την κριτική που ασκήθηκε από το περιβάλλον του Κ. Κόντου εναντίον του Βερναρδάκη: ανήρ ποικίλην έχων μεν παιδείαν και πολλήν στωμυλίαν, αλλ ' ομολογουμένως περί ουδέν ειδικός. Σήμερον όμως ότε αι επιστημαι έλαβον τεραστίας διαστάσεις εν τη αναπτύξει αυτών, δεν αρκεί η πρώην εγκυκλοπαιδική μάθησις, όπως ασφαλώς επιλαμβάνηταί τις παντός ζητήματος προς έρευναν και λύσιν αυτού.625 Πέρα από προσωπικές επιδιώξεις και συμφέροντα, η επίκληση των συγκεκριμένων αιτιάσεων ήταν ενδεικτική για το κλίμα της εποχής και τη ρητορική που διαμορφωνόταν προς ένα πρόσωπο που στο παρελθόν είχε θεωρηθεί από τα πλέον μορφωμένα.

624. Σε μια εποχή όπου συγκροτούνται σταδιακά τα κριτήρια για την κρίση μιας διδακτορικής διατριβής, ο Λάμπρος εμφανίζεται εξαιρετικά σταθερός στα αιτούμενά του. Στη συνεδρίαση της Σχολής, στις 28 Μαΐου 1905, ο καθηγητής της Αρχαίας ιστορίας απαιτεί για τις διατριβές να έχουν μέθοδο, να φέρνουν νέα στοιχεία στην επιστήμη και να σέβονται τον όρο της πρωτοτυπίας.

625. Κ. Κοντόπουλος, «Αι περί γλώσσης συζητήσεις», Δελτίον της Εβδομάδος, φ. 41 (9 Δεκεμβρίου 1884), σ. 1.

Σελ. 245
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/246.gif&w=600&h=915

Η θεσμοθέτηση το 1882 διαδικασίας εκλογής του διδακτικού προσωπικού έθεσε έντονα το ζήτημα των κριτηρίων αξιολόγησης των υποψηφίων. Η επιλογή του επιστημονικού συγγράμματος ως πρωτεύοντος κριτηρίου, γεγονός που υποβάθμιζε τη διδακτική πείρα, όπως συνέβη στην περίπτωση Πατσόπουλου στην εκλογή του 1882, αναδιέτασσε, έστω και σε επίπεδο προθέσεων, τη φυσιογνωμία των καθηγητών της Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο. Μετά από τη συγκεκριμένη άγονη διαδικασία εκλογής λόγω έλλειψης συγγραμμάτων, μπορεί βάσιμα να υποθέσει κανείς ότι η εκλογή τού 1886 αποτέλεσε το έναυσμα για τη συγγραφή και έκδοση βιβλίων από τους υποψηφίους. Στην περίπτωση του Δ. Πατσόπουλου, ο οποίος εξελέγη το 1886, η μελέτη που δημοσίευσε την ίδια χρονιά αποτέλεσε το μοναδικό ίσως έργο του που δεν προοριζόταν για σχολική χρήση. Ο Σ. Τσιβανόπουλος, μετά και από το τέλος της βουλευτικής θητείας του, επέδειξε έντονη συγγραφική δραστηριότητα με στόχο την παραγωγή βιβλίων για σχολική χρήση, αλλά και για το ευρύτερο κοινό. Σε αντίθεση με τους προηγούμενους, ο Σπ. Λάμπρος πραγματοποίησε από την αρχή της επιστημονικής του σταδιοδρομίας σημαντικό αριθμό δημοσιεύσεων επί ποικίλων θεμάτων και χρονικών περιόδων. Το 1891 ο Π. Καρολίδης με τη δημοσίευση του έργου του Εισαγωγή εις την Ιστορίαν του ΙΘ' αιώνος εγκατέλειψε την προηγούμενη θεματολογία του και στράφηκε πλέον προς τη συγγραφή αμιγώς ιστορικών βιβλίων ελληνικής και ξένης ιστορίας. Η διεκδίκηση της έδρας της Ιστορίας του ελληνικού έθνους απαιτούσε ένα άλλο συγγραφικό έργο από εκείνο των ετών 1884-1891.

Είναι σαφής από τα προηγούμενα, τα οποία σε γενικές γραμμές ίσχυσαν για όλη την περίοδο που μελετώ, η αναβάθμιση του επιστημονικού συγγράμματος, η αναγωγή του σε αποκλειστικό σχεδόν κριτήριο για την εκλογή του διδάσκοντος. Σε αυτό το πλαίσιο συγκροτήθηκε μια τυπολογία της ιστορικής γραφής, ένας κοινός κώδικας συγγραφής, κυριάρχησε η έννοια της τεκμηρίωσης, της απόδειξης των γραφομένων. Χαρακτηριστική του νέου κλίματος είναι η διαφορά ανάμεσα στις δυο μεγάλες ιστορίες των Παπαρρηγόπουλου και Λάμπρου. Ούτε το ένα ούτε το άλλο έργο υποστηρίζονται με υποσημειώσεις. Ωστόσο, η ιστορία του Λάμπρου απέπνεε έναν διαφορετικό αέρα, ήταν δομημένη σε μια άλλου είδους αφήγηση. Αφήγηση στέρεη, ευθύγραμμη, χωρίς σχόλια και αποφάνσεις, χωρίς δευτερεύουσες διηγήσεις όπως εκείνη του Παπαρρηγόπουλου, η οποία έβριθε χαρακτηρισμών και παρεκβάσεων.

Η κυρίαρχη πλέον θέση των υποσημειώσεων στην ιστορική γραφή οδήγησε στην περιχαράκωση των ιστορικών συγγραμμάτων, αποκλείοντας έργα

Σελ. 246
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/247.gif&w=600&h=915

όπως τα σχολικά εγχειρίδια.626 Ταυτόχρονα διευρύνονταν και εξελίσσονταν οι διαδικασίες αξιολόγησης των υποψήφιων διδασκόντων, καθηγητών και υφηγητών, ενώ κωδικοποιούνταν μια σειρά από διαδικασίες όπως η εκπόνηση διδακτορικής διατριβής και η υποστήριξή της, οι οποίες αφορούσαν τη συγκρότηση και την αναπαραγωγή της πανεπιστημιακής κοινότητας. Από την απλή παράθεση των συγγραμμάτων του Λάμπρου που αφορούσαν τη γενική ιστορία, από τον Κ. Παπαρρηγόπουλο και την άρνησή του να γνωμοδοτήσει για την εκλογή φτάνουμε στην εμπεριστατωμένη έκθεση από τον Σπυρίδωνα Λάμπρο (1892), τη βασισμένη στο συγγραφικό έργο των υποψηφίων. Στην ίδια εκλογή βεβαίως ο Δ. Πατσόπουλος αρνήθηκε να τοποθετηθεί. Στις εκλογές των καθηγητών που ακολούθησαν η εμπεριστατωμένη έκθεση μιας τριμελούς επιτροπής ειδικών, η εκτενής συζήτηση του συγγραφικού έργου, η αιτιολογημένη δημόσια ψήφος των μελών της Σχολής αποτέλεσαν τον κανόνα για τη διαδικασία αξιολόγησης. Το επιστημονικό σύγγραμμα αποτελούσε πλέον απαραίτητο στοιχείο για την ένταξη στην πανεπιστημιακή κοινότητα, παρ' όλο που την περίοδο αυτή ούτε ο αριθμός των συγγραμμάτων είναι ιδιαίτερα μεγάλος, ούτε η ποιότητά τους υψηλή.

ΜΕΤΑΦΡΑΖΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΓΝΩΣΗ ΚΑΙ ΕΜΠΕΙΡΙΑ

Στη συζήτηση για τα συγγράμματα των καθηγητών και υφηγητών της Ιστορίας θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας και έναν άλλο παράγοντα: τις μεταφράσεις. Ο Σπυρίδων Λάμπρος αφιέρωσε σημαντικό μέρος της δραστηριότητάς του στο μεταφραστικό έργο. Δημοσίευσε μεταφράσεις πολύτομων έργων, οι οποίες εκτείνονταν σε όλο το εύρος της ελληνικής ιστορίας.627 Δεν ήταν ο πρώτος ούτε ο μόνος καθηγητής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών που ασχολήθηκε με τη μετάφραση. Το σύνολο των διδασκόντων που μελετώ έχουν εκπονήσει μια σειρά από μεταφράσεις και σχολιασμούς ξενόγλωσσων κειμένων, είτε μονογραφιών είτε μικρότερων άρθρων που δημοσιεύθηκαν σε περιοδικά και εφημερίδες. Οι μεταφράσεις αυτές κινούνταν προς δύο κατευθύνσεις : η μια αφορούσε τη σχολική κυρίως εκπαίδευση ή ένα ευρύτερο κοινό και συνδεόταν με βιοποριστικούς λόγους. Η μετάφραση του Λευί-Αλβαρές από

626. Για τη σημασία των υποσημειώσεων στη συγκρότηση της ιστορικής γραφής βλ. Anthony Grafton, Η υποσημείωση. Μια παράξενη ιστορία, μτφ.: Γκόλφω Μαγγίνη, Αθήνα, Πατάκης, 2001.

627. Για τις πλήρεις αναγραφές των μεταφράσεων βλ. την εργογραφία του Σπ. Λάμπρου.

Σελ. 247
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/248.gif&w=600&h=915

τον Κ. Παπαρρηγόπουλο, του Ν. Καραμζίν από τον Δ. Βερναρδάκη, του Ουίλλιαμ Σμιθ από τον Σ. Τσιβανόπουλο εξασφάλιζαν την προβολή του μεταφραστή και ταυτόχρονα οικονομικά ανταλλάγματα. Αναφέρομαι στις επώνυμες μεταφράσεις, όχι στη χρήση -η οποία κάποτε μπορεί να έφτανε και στη λογοκλοπή- αποσπασμάτων από ξένους συγγραφείς για τη σύνταξη σχολικών κυρίως εγχειριδίων.

Στο τέλος του 19ου αιώνα οι μεταφράσεις ιστορικών έργων πλήθυναν, δίνοντας την ευκαιρία στον αναγνώστη και στον φοιτητή να γνωρίσει μια ευρύτατη πρόσφατη βιβλιογραφία, κυρίως από τη Δυτική Ευρώπη, η οποία ήταν εστιασμένη κατά κύριο λόγο στην ελληνική ιστορία ή στην ιστορία της ευρύτερης περιοχής. Χωρίς να αγνοείται και το οικονομικό όφελος, η μετάφραση βιβλίων και ευρύτερα έργων ξένων ιστορικών ερχόταν να ενισχύσει τις απόψεις των ιστορικών-μεταφραστών, να συντελέσει στη διεύρυνση της ελληνόγλωσσης ιστοριογραφίας. Ο όγκος των συγκεκριμένων μεταφράσεων, η διάχυσή τους, τα σχόλια που προκάλεσαν είναι ενδεικτικά του κάθε άλλο παρά περιθωριακού ρόλου που διαδραμάτισαν στη συγκρότηση της ελληνικής εθνικής ιστορίας. Οι μεταφράσεις του Λάμπρου, ο οποίος συχνά προσέθετε προλόγους, σημειώσεις και επίμετρα, ήταν ενδεικτικές της πρόθεσής του να συμπληρώσει κενά της ελληνικής ιστορικής παραγωγής, κυρίως στην κατεύθυνση της ενσωμάτωσης νέων περιόδων (Φραγκοκρατία, Βυζάντιο), να βοηθήσει το ελληνικό κοινό να γνωρίσει πλευρές της πατρώας αλλά και της παγκόσμιας ιστορίας. Στην ίδια λογική ο Καρολίδης μετέφρασε τα έργα του Χέρτσμπεργκ, αλλά αντίστοιχα και τον Κριτόβουλο. Άλλωστε, ο Λάμπρος και ο Καρολίδης υπήρξαν μέλη της επιτροπής της Βιβλιοθήκης Μαρασλή, του σημαντικότερου εκδοτικού εγχειρήματος της εποχής, από την οποία δημοσιεύθηκαν μεταφράσεις γνωστών έργων της ευρωπαϊκής σκέψης.628 Στην εκδοτική παραγωγή της Βιβλιοθήκης, η οποία

628. Η Βιβλιοθήκη Μαρασλή ιδρύθηκε με δωρεά του Γρηγορίου Γ. Μαρασλή, πλούσιου ομογενούς εμπόρου στην Οδησσό. Η εκδοτική της παραγωγή εντοπίζεται σε μεταφράσεις σημαντικών επιστημονικών και λογοτεχνικών έργων καθώς και σε πρωτότυπα έργα ελλήνων συγγραφέων, ανάμεσά τους οι Ν. Πολίτης, Γ. Χατζιδάκις, Ιω. Σβορώνος, Κ. Κρουμπάχερ κ.ά. Η σειρά διεκόπη με τον θάνατο του Μαρασλή. Διευθυντές της Βιβλιοθήκης υπήρξαν ο εμπνευστής της, λόγιος Λύσσανδρος Κώνστας, και μετά τον θάνατό του ο Αναστάσιος Μάλτος. Η εκδοτική επιτροπή, η οποία είχε καθοριστικό ρόλο στην επιλογή των προς έκδοση έργων, αποτελούνταν από επιφανείς λόγιους της εποχής, όπως ο Π. Καρολίδης. ο Σπ. Λάμπρος, ο Γ. Σωτηριάδης, ο Ν. Γ. Πολίτης, ο Γεώργιος Στρέιτ κ.ά. Βλ. Κωνσταντίνος Κ. Παπουλίδης, Γρηγόριος Γ. Μαρασλής (1831 1907). Η ζωή και το έργο του. Συμβολή στη δραστηριότητα του ελληνισμού της Ρωσίας, Θεσσαλονίκη, Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου 222, 1989, σ. 72-74.

Σελ. 248
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/249.gif&w=600&h=915

υπερέβη τους εκατόν είκοσι τόμους σε διάστημα δέκα χρόνων, περιελήφθησαν σημαντικά ξενόγλωσσα ιστορικά έργα. Εκτός από τις μεταφράσεις του Σπ. Λάμπρου, σημειώνω τη μετάφραση της ιστορίας της βυζαντινής λογοτεχνίας του Κρουμπάχερ από τον Γεώργιο Σωτηριάδη, τις μεταφράσεις του Χέρτσμπεργκ από τον Καρολίδη, τη μετάφραση της ιστορίας της Αγγλίας του Μακώλεϋ από τον Εμμανουήλ Ροΐδη, των έργων του Ντρόυζεν από τον Ιωάννη Πανταζίδη κ.ά.629 Η οικονομική υποστήριξη του Γρηγορίου Γ. Μαρασλή υπήρξε πολύτιμη, στο μέτρο που εξασφάλισε την έκδοση πολυσέλιδων έργων, τα οποία δύσκολα θα κυκλοφορούσαν από κάποιον άλλο εκδότη.

Τα έργα αυτά εύλογα χρησιμοποιήθηκαν στην πανεπιστημιακή διδασκαλία. Πέρα από τις μαρτυρίες που διαθέτουμε, είναι λογικό ότι ένας φοιτητής που παρακολουθούσε τα μαθήματα του Σπ. Λάμπρου για τη ρωμαϊκή ή του Π. Καρολίδη για την ελληνική ιστορία θα χρησιμοποιούσε τις μεταφράσεις τους, στο μέτρο που οι δυο διδάσκοντες δεν είχαν εκδώσει αντίστοιχο έργο. Σημειώνω πάντως ότι η νεότερη γενεά ιστορικών που θα εξετάσουμε στο επόμενο κεφάλαιο δεν παρουσιάζει το μεταφραστικό έργο των προκατόχων της. Το στοιχείο αυτό ίσως συνδέεται με τη συνεχώς αυξανόμενη παρουσία νέων μεταφραστών, αλλά και με μια γενικότερη έλλειψη ενδιαφέροντος για μεταφράσεις, οι οποίες άλλωστε στην εικόνα που σταδιακά σχηματίζεται για τον επαγγελματία ιστορικό θεωρούνται υποδεέστερες από το πρωτότυπο έργο.

Στο πλαίσιο του ευρύτερου σχεδιασμού του για την εξέλιξη της ιστορικής επιστήμης στην Ελλάδα, ο Σπ. Λάμπρος ενδιαφέρθηκε ιδιαίτερα για τη δημιουργία της κατάλληλης βιβλιογραφικής υποδομής που θα ενίσχυε όσους θα ήθελαν να ασχοληθούν με την ιστορική έρευνα. Το 1903 κυκλοφόρησε η μετάφραση του βιβλίου του Έντουαρντ Τόμσον Εγχειρίδιον Ελληνικής και Λατινικής Παλαιογραφίας, το οποίο κάλυπτε ένα βασικό κενό σε έναν γνωστικό κλάδο που ο ίδιος ο καθηγητής της Αρχαίας ιστορίας είχε εισαγάγει στο πανεπιστημιακό πρόγραμμα. Έναν χρόνο πριν είχε κυκλοφορήσει η μετάφραση του πρώτου μεθοδολογικού ιστορικού εγχειριδίου των Σαρλ Βικτόρ Λανγκλουά και Σαρλ Σενιομπός Εισαγωγή εις τας ιστορικάς μελετάς (Αθήνα 1902), έργο το οποίο θα απαντούσε για πολλά χρόνια στις απορίες όσων ήθελαν να ασχοληθούν με την ιστορία, διαμορφώνοντας όρους και κανόνες για τη μελέτη της.630

629. Πλήρης κατάλογος των εκδόσεων στο ίδιο, σ. 75-95.

630. Σημειώνω ότι το πρώτο στην ουσία ελληνικό βιβλίο για τη θεωρία και μεθοδολογία της ιστορίας εκδόθηκε μόλις το 1925: Νικόλαος Βλάχος, θεωρητικά και Μεθοδολογικά προβλήματα της Ιστορίας, Αθήνα 1925.

Σελ. 249
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/250.gif&w=600&h=915

ΣΥΓΚΡΟΤΩΝΤΑΣ ΤΗ ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ

Στον πρόλογο του εγχειριδίου ο Σπ. Λάμπρος αιτιολογούσε στην πρώτη σελίδα τη μετάφρασή του : Αισθητή είνε η παρ' ημίν ανάγκη της καθοδηγήσεως των αναλαμβανόντων ιστοριοδιφικάς ή ιστορικάς εργασίας, οίτινες, ανερμάτιστοι προβαίνοντες εις το έργον, εργάζονται πολλάκις αμεθόδως και ου σπανίως αστοχούσι του επιδιωκομένου σκοπού. Η έκδοση του βιβλίου των δύο γάλλων ιστορικών στόχευε κατ' αρχήν στους λειτουργούς της μέσης εκπαίδευσης, οι οποίοι ήταν οι πλέον κατάλληλοι για την πρόοδο της ιστορικής έρευνας. Αντιμετώπιζαν όμως σοβαρά προβλήματα, με κυριότερο την έλλειψη βιβλίων και το μετέωρο της θέσης τους.

Η επιλογή του βιβλίου και η μετάφρασή του, τέσσερα μόλις χρόνια μετά την πρώτη έκδοσή του, συνδέονταν κατ' αρχάς με τη δημοσιότητα και την υψηλή απήχηση που είχε γνωρίσει στο εξωτερικό. Παρ' όλο που στο βιβλίο δεν γίνεται καμιά αναφορά στη γερμανική ιστορική σχολή, ούτε καν στον Ράνκε, είναι σαφής η επιρροή από το μοντέλο της γερμανικής ιστοριογραφίας, αποτέλεσμα της στροφής των γάλλων ιστορικών μετά την ήττα στον Γαλλοπρωσικό Πόλεμο του 1870 στην αρχειακή έρευνα και τεκμηρίωση.631

Εκπρόσωποι αυτού που ονομάστηκε γαλλικός θετικισμός ή μεθοδισμός, οι δύο συγγραφείς-ιστορικοί διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στην ιστορία, διαγράφοντας παράλληλες διαδρομές με εκείνες του Λάμπρου. Ο Λανγκλουά χρημάτισε καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης και από το 1913 διευθυντής των Εθνικών Αρχείων, ενώ ο Σενιομπός ήταν βοηθός του Ερνέστ Λαβίς στη Νεότερη ιστορία στο ίδιο Πανεπιστήμιο. Το 1907 κατέλαβε την πρώτη έδρα Ιστορικής μεθόδου, ενώ το 1921 μετακινήθηκε στην πρώτη έδρα Σύγχρονης πολιτικής ιστορίας. Σημειώνω ότι και οι δυο ανήκαν στον φιλελεύθερο πολιτικό χώρο.

Το 1901 ο Σενιομπός δημοσίευσε μόνος του, αναπτύσσοντας περαιτέρω τον κοινό προβληματισμό τους, το δοκίμιο La méthode historique appliquée aux sciences sociales (H ιστορική μέθοδος εφαρμοσμένη στις κοινωνικές επιστήμες). Σε αυτά τα κείμενα, που αποτελούσαν τη γαλλική απάντηση στα μεθοδολογικά δοκίμια του Ντρόυζεν, οι Λανγκλουά και Σενιομπός υποστηρίζουν ότι η ιστορία δεν μπορεί να θεωρείται επιστήμη όπως η φυσική και η βιολογία και ότι ο ιστορικός ψάχνει μέσα από ίχνη να αναπαραστήσει ένα αόρατο παρελθόν. Γι' αυτό οφείλει, αφού πρώτα αποκαταστήσει την αυθεντικότητα των

631. E. Gazi, ό.π., σ. 77.

Σελ. 250
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/251.gif&w=600&h=915

πηγών, να φανταστεί τι ήθελε να πει το ιστορικό υποκείμενο που μιλάει μέσα από τις πηγές και τι σημασία είχαν τα λόγια του για το ίδιο. Η αναγνώριση της μεσολάβησης της φαντασίας και της υποκειμενικότητας του ιστορικού προκειμένου να ανασυστήσει το παρελθόν θέτει βέβαια την ιστορία σε ελαφρώς υποδεέστερη θέση από τις φυσικές επιστήμες, ωστόσο δεν μειώνει καθόλου την επιστημονικότητά της. Όμως, αυτές οι παραδοχές ουσιαστικά έθεσαν εκτός παιχνιδιού τις ποσοτικές μεθόδους της κοινωνικής ιστορίας -όπως άρχιζαν να διαμορφώνονται από τον κύκλο των μαθητών του Εμίλ Ντυρκαίμκαι ευνόησαν την πολιτική ιστορία, όπου η φαντασία του ιστορικού μπορούσε ευκολότερα να διεισδύσει στην ψυχολογία των ιστορικών υποκειμένων.632 Η ανάπτυξη της ιστορικής μεθόδου αποτελούσε πρωταρχικό στόχο των μαθημάτων του Λάμπρου στο Πανεπιστήμιο. Στο φροντιστήριο του κυριάρχησαν τα χαρακτηριστικά που πρυτάνευαν στην ιστοριογραφική του παραγωγή : επιμονή στο συγκεκριμένο, διεύρυνση και εμπλουτισμός της έρευνας σε συνεργασία με άλλες επιστήμες, χρήση νέων τεχνικών. Εξειδικευμένα περιοδικά, υποσημειώσεις, επιστημονικά συγγράμματα, εγχειρίδια για τη μεθοδολογία της ιστορικής εργασίας: στοιχεία που οδηγούσαν στη συγκρότηση ενός επιστημονικού λόγου πυκνού και με συγκεκριμένα εννοιολογικά εργαλεία, διευρύνοντας σταδιακά την απόσταση ανάμεσα στον εξειδικευμένο ιστορικό και στον φιλίστορα. Η συγκροτημένη αντίληψη του Λάμπρου για την ιστορική εκπαίδευση στην Ελλάδα αλλά και γενικότερα για τη συγκρότηση της ιστορικής επιστήμης συνάντησε, έστω και μέσα από υπόγειες διαδρομές, την αντίδραση μιας παλαιότερης γενεάς, με κύριο εκπρόσωπο τον Κωνσταντίνο Παπαρρηγόπουλο.

632. Chr. Delacroix, Fr. Dosse, P. Garcia, ό.π., σ. 77-81.

Σελ. 251
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/252.gif&w=600&h=915 01 - 0002.htm

ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Σελ. 252
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/253.gif&w=600&h=915

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ζ'

Η ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΤΗΣ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑΣ: Η ΠΡΟΤΑΣΗ ΤΟΥ ΣΠΥΡΙΔΩΝΟΣ ΛΑΜΠΡΟΥ

[...] ο μύθος του Κρόνου του καταφαγόντος τα τέκνα αυτού ουδέποτε εικονίσθη πιστότερον ή υπό της τύχης των ιστορικών. Κ. Παπαρρηγόπουλος, «Αι περιπέτειαι της υστεροφημίας»

Το ακαδημαϊκό έτος 1891-1892 ο Κ. Παπαρρηγόπουλος δίδαξε για τελευταία φορά το μάθημα Τα διδακτικώτερα πορίσματα της ιστορίας του ελληνικού έθνους, τίτλος και του ύστερου βιβλίου του, το οποίο εκδόθηκε μετά τον θάνατό του. Στον εισιτήριο λόγο, ο οποίος αποτέλεσε και τον πρόλογο του ομώνυμου βιβλίου, ο ιστορικός επεσήμανε τους κινδύνους από μια νέα «σχολή» που είχε εμφανιστεί στην ελληνική ιστορία:

Όθεν έρχομαι εις ιστορικήν τι να σχολήν μάλλον αξιοσημείωτον. Κατά τους οπαδούς της σχολής ταύτης, ως παρατηρεί ο γνωστός της Revue des Deux Mondes Αρίσταρχος Brunetiere, πρώτον, η αλήθεια δεν υπάρχει ποτέ εν τοις εντύποις βιβλίοις, αλλά πάντοτε εν ανεκδότω τινί εγγράφω [...] και δεύτερον, η ιδίως καλουμένη ιστορία δέον να γράφηται, όπως η φυσική ιστορία, εν η ο φυσιοδίφης μετά του αυτού ενδιαφέροντος και της αυτής σπουδαιότητας μελετά τα κατά τον ελέφαντα και το άκαρι, τα κατά την κέδρον και την ύσσωπον. Εκ του πρώτον των αξιωμάτων τούτων έπεται, ότι ιστορία δεν ειμπορεί να γραφή ποτέ, διότι οσαιδήποτε και αν προεξεδόθησαν μαρτυρίαι, πάντοτε υπάρχουσιν έτεραι ανέκδοτοι, όταν δε και αύται εκδοθώσι, παύουσι, κατά την προκειμένην σχολήν, να λέγωσιν αλήθειαν, δι' αυτό τούτο ότι εξεδόθησαν. Αλλά και εκ του δευτέρου προπαρατεθέντος αξιώματος συνάγεται το ουδέν ήττον παράδοξον συμπέρασμα, ότι εν τη ιστορία δεν υπάρχουσι γεγονότα μεγάλα και μικρά, αλλά πάντα είναι ισότιμα, τα τε δηλαδή επενεργήσαντα εις την τύχην του κόσμου και τα μηδεμίαν δικαιούμενα να έχωσι τοιαύτην αξίωσιν.633

Ένα τμήμα του κειμένου αποτελούσε παράφραση σχολίου του γάλλου συ-

633. Πρόλογος στο «Τα διδακτικώτερα πορίσματα της Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους»: Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, Προλεγόμενα, ό.π., σ. 166-167.

Σελ. 253
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/254.gif&w=600&h=915

συνεργάτη της Revue des Deux Mondes Αριστάρκ Μπρυνετιέ. Η αναφορά στον γάλλο λόγιο μας παραπέμπει βέβαια στη θετικιστική σχολή, η οποία εκείνη την εποχή βρισκόταν στην πλήρη άνθηση της. Όμως δεν περιορίζεται σε αυτή. Λίγες γραμμές παρακάτω μια έντεχνη αποστροφή του λόγου του είναι αφιερωμένη στην υπερεκτίμηση της αξίας των επιγραφών, πάρθιο βέλος κατά του «αιώνιου» αντιπάλου του Στ. Κουμανούδη. Στο στόχαστρο του όμως βρίσκονται κυρίως όσοι -ανάμεσά τους κατέχει ξεχωριστή θέση ο Σπ. Λάμπρος- έθεταν επιτακτικά το αίτημα για μια εθνική ιστορία στηριγμένη στην αξιοποίηση των αρχειακών τεκμηρίων, όσοι προέτασσαν τη μελέτη των επιμέρους εις βάρος της ευρύτερης σύνθεσης. Στην οπτική του Παπαρρηγόπουλου οι λογικές αυτές οδηγούσαν στην απώλεια του αξιολογικού χαρακτήρα της ιστορίας, άρα και της ηθικής της διάστασης, στη μετατροπή της σε φυσική επιστήμη. Ο σκοπός του ιστορικού ήταν η δημιουργία του οικοδομήματος της εθνικής ιστορίας, το οποίο απαιτούσε το σύνολο των ενεργειών του: Καλός και ικανός..., αλλά εσκόρπισε τον νουν τον εις πολλά μαθήματα ήταν η ρήση του Κ. Παπαρρηγόπουλου όταν ο Λάμπρος ως υφηγητής είχε ζητήσει, στη συνεδρίαση της 3ης Οκτωβρίου 1879, από τη Φιλοσοφική να προταθεί στο υπουργείο Παιδείας ως κατάλληλος για τακτικός καθηγητής. Το αίτημα είχε τελικά απορριφθεί.

Το ζήτημα για τον Κ. Παπαρρηγόπουλο είχε έντονη προσωπική διάσταση. Πίσω από τις γραμμές είναι φανερή η δυσαρέσκεια προς όλους εκείνους που κατηγόρησαν την πολύτομη σύνθεση του για ανεπαρκή τεκμηρίωση και άκριτη , συχνά σιωπηρή, χρήση του έργου ξένων ιστορικών : Δυνάμεθα να είπωμεν ότι συμπιλών τις ιστορίαν από ξένων κρίσεων ανδρών σοφών ή δοκούντων σοφών, και μη μελετών την ελληνικήν ιστορίαν εκ των πηγών αυτών των διαυγών και ελληνικών της ερεύνης και γνώσεως, στερείται του αρίστου και ασφαλεστάτου ερείσματος της τε γνώσεως και της κρίσεως.634 Διανύουμε ακόμη την εποχή της κριτικής, όταν η Ιστορία του Ελληνικού Έθνους δεν έχει μνημειοποιηθεί και όταν ο Π. Καρολίδης δεν χρειαζόταν να αναφέρεται στη σχέση μαθητείας μαζί του. Ούτως ή άλλως, το ζήτημα των επιρροών που άσκησε ο εθνικός ιστορικός είναι περίπλοκο και ανοιχτό. Την έλλειψη ενός κύκλου μαθητών αντικατέστησε στα

634. Π. Καρολίδης, Εφημερίς (18 Ιανουαρίου 1889), ανθολογημένο από τον Κ. Θ. Δημαρά: Ύστερες κρίσεις..., ό.π., σ. 4-5. Στο μικρό αυτό φυλλάδιο, το οποίο αποτελεί ανεπτυγμένη μορφή των σ. 178-179 των Προλεγομένων, ο Δημαράς έχει συγκεντρώσει κρίσεις για τον Παπαρρηγόπουλο αναδεικνύοντας την κριτική διάθεση αλλά και τις παλινωδίες των συγχρόνων και μεταγενέστερων απέναντι σε ένα έργο που καθόρισε την ελληνική ιστοριογραφία.

Σελ. 254
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/255.gif&w=600&h=915

επόμενα χρόνια η αναφορά στη μαθητεία δίπλα του από ένα πλήθος ιστορικών οι οποίοι αναζήτησαν τη νομιμοποίηση στη σκιά του. Η κριτική ήταν ενδεικτική αφενός της θέσης που είχε καταλάβει από πολύ νωρίς στη συλλογική συνείδηση το έργο του Παπαρρηγόπουλου, ώστε να θεωρείται αναγκαία η «διόρθωση» ή η ανασκευή σελίδων της για να αποκατασταθεί η αλήθεια για περιόδους και πρόσωπα-635 αφετέρου ήταν χαρακτηριστική των νέων καιρών, αντανακλούσε ένα ευρύτερο κλίμα «επιστημονικοποίησης», στο οποίο αναφερθήκαμε στις προηγούμενες σελίδες.

Ο Παπαρρηγόπουλος απάντησε κατ' αρχάς με την προσπάθεια για την επιστημονικότερα έκδοση της Ιστορίας του το 1881, αφού πρώτα την είχε εξοπλίσει με υποσημειώσεις και βιβλιογραφία. Η αποτυχία του εγχειρήματος, με την έκδοση ενός μόνο τεύχους, ήταν ενδεικτική όχι μόνο των πολλών ενασχολήσεων του ιστορικού, αλλά και της αδυναμίας ή της απροθυμίας του να ανασυντάξει μια σύνθεση η οποία εξέφραζε εν πολλοίς τις αντιλήψεις του για την ιστορία χάριν των πολλών. Η συνεχής αναζήτηση των αρχειακών πηγών, η αναγωγή της αυτοψίας σε όρο απαραίτητο της ιστορικής συγγραφής δυσχέραιναν την κύρια επιδίωξή του, τη δημιουργία μιας ενιαίας ιστορίας, η οποία θα αποδείκνυε τη συνέχεια του ελληνισμού υποτάσσοντας τα επιμέρους στοιχεία σε αυτή την αναγκαιότητα.

Η επόμενη έκδοση της ΙΕΕ συνδεόταν με τη σημαντικότερη έμπρακτη κριτική προς αυτή. Το 1885 ο Λάμπρος ανήγγειλε την έκδοση του πολύτομου έργου του Ιστορία της Ελλάδος από τα αρχαία έως τα σύγχρονα χρόνια με κύριο αποδέκτη το πλατύ κοινό.636 Η πρόκληση ήταν σαφής, και η απάντηση από τον Κ. Παπαρρηγόπουλο ήλθε με την επανέκδοση της ΙΕΕ μέσα σε δυο χρόνια (1885-1887), με σημαντικές αλλαγές, αλλά και πάλι χωρίς βιβλιογραφική τεκμηρίωση. Η κριτική του Λάμπρου για το ίδιο το έργο γράφτηκε αρκετά χρόνια αργότερα, στο σχετικό με τις ιστορίες του ελληνικού έθνους κεφάλαιο στο ανέκδοτο έργο του Αι ιστορικαί μελεται εν Ελλάδι. Στο κείμενο του αναφερόταν στη συμβολή του Σπ. Ζαμπέλιου για τη συγκρότηση της έννοιας της

635. Σημειώνω την κριτική του Κωνσταντίνου Ράδου, ο οποίος κατηγόρησε τον Παπαρρηγόπουλο -τόσο στο πλαίσιο της έμφασης που έδινε στη συμμετοχή του ναυτικού στον Αγώνα του 1821, όσο και επηρεασμένος από το αντιπαπαρρηγοπούλειο κλίμα των Κόντου και Μιστριώτη- ότι αδίκησε τον Ανδρέα Μιαούλη καθώς για την παρουσίαση του χρησιμοποίησε κατά κύριο λόγο προφορικές μαρτυρίες και αγνόησε την πλουσιότατη βιβλιογραφία, την οποία αξιοποίησε ο νεότερος ιστορικός. (Βλ. Κ. Ν. Ράδος, Ο Μιαούλης προ της Επαναστάσεως, Αθήνα, Τυπογραφείον Π. Λεωνή, 1898, σ. 24.)

636. Βλ. εδώ, σ. 194-196.

Σελ. 255
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/256.gif&w=600&h=915

ενότητας του ελληνισμού και της ενσωμάτωσης της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας στην ελληνική ιστορία, αποδίδοντας τα δύο πιο σημαντικά χαρακτηριστικά της ιστορικής σύνθεσης του Παπαρρηγόπουλου, την ενότητα της ιστορίας του ελληνικού έθνους και την πραγμάτευση της εικονομαχίας, στον επτανήσιο ιστορικό.637 Ακόμη, επανερχόταν με δριμύτητα στο ζήτημα της τεκμηρίωσης και της άκριτης χρήσης των έργων ξένων ιστορικών, ενώ υποστήριζε ότι στην πραγματικότητα ο Κ. Παπαρρηγόπουλος με το έργο του αύξησε κατά μικρόν το ενδιαφέρον του κόσμου για την πάτρια ιστορία.638

Η κριτική του Λάμπρου, πέρα από τις όποιες προσωπικές αναφορές, απηχούσε τις γενικότερες αντιλήψεις του ιστορικού όπως αυτές αποτυπώθηκαν στο πανεπιστημιακό αλλά και στο ευρύτερο συγγραφικό του έργο. Το ενδιαφέρον του εστιαζόταν, στο πλαίσιο του τρίσημου σχήματος του Παπαρρηγόπουλου, στην ανάδειξη του αρχειακού υλικού, το οποίο θα βοηθούσε καλύτερα στην εγκόλπωση των αμφισβητούμενων ακόμη χρονικών περιόδων εντός του εθνικού αφηγήματος. Μια τέτοια προσέγγιση δεν αποποιούνταν τον εθνικό χαρακτήρα της ιστοριογραφίας, ούτε την αποστολή της.639 Είναι ενδεικτικός ο τρόπος που ο Λάμπρος επιχειρηματολογούσε υπέρ της μετατροπής της έδρας της Ιστορίας του ελληνικού έθνους σε έδρα Μελέτης των πηγών της ελληνικής ιστορίας : Κι είναι μεν αληθές, ότι ο μακαρίτης Παπαρρηγόπουλος δεν αντελαμβάνετο ούτω του έργου, όπερ επιβάλλει η έδρα της ελληνικής Ιστορίας. Κι έπραττεν ορθώς εν οις χρόνοις εδίδασκε θέλων να προετοιμάση το έδαφος, εφ' ω ημείς σήμερον ομαλότερον βαίνομεν.640 Το μάθημά του στο φροντιστήριο, στον χώρο δηλαδή όπου ο διδάσκων είχε απόλυτη ελευθερία επιλογής θεμάτων σε αντίθεση προς την ακαδημαϊκή διδασκαλία, στρά-

637. Τις θετικές κρίσεις του για το έργο του Ζαμπέλιου και τον προδρομικό του ρόλο στη συγκρότηση της εθνικής ιστορίας ο Λάμπρος τις είχε διατυπώσει πολύ νωρίτερα, στη νεκρολογία του επτανήσιου ιστορικού. Η επισήμανση των αρετών του, όμως, δεν συνοδευόταν -εύλογα, λόγω της χρονικής στιγμής και της φύσης του κειμένου- με κριτική προς τον Κ. Παπαρρηγόπουλο. Βλ. Σπ. Λάμπρος, «Σπυρίδων Ζαμπέλιος»: Λόγοι..., ό.π., σ. 569-573.

638. «Κεφάλαιον έβδομον. Γενικαί ιστορίαι του ελληνικού έθνους», ό.π.

639. Θα λέγαμε συνολικά ότι η στροφή προς τον θετικισμό δεν αμφισβήτησε τον εθνικοπλαστικό χαρακτήρα της ιστορίας. Στη γαλλική περίπτωση η ιστορία ως θεματοφύλακας του έθνους, όπως είχε ήδη διαμορφωθεί από τους ρομαντικούς ιστορικούς της προηγούμενης περιόδου, δεν αμφισβητήθηκε αλλά ενισχύθηκε ακόμη περισσότερο μετά από την ταπεινωτική ήττα στον Γαλλοπρωσικό Πόλεμο του 1870. Βλ. Chr. Delacroix, Fr. Dosse, P. Garcia, ό.π., σ. 53-56.

640. Βλ. ΠΣΦΣ, συνεδρίαση 17ης Απριλίου 1892, και εδώ, σ. 208.

Σελ. 256
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/257.gif&w=600&h=915

στράφηκε προς τη μεσαιωνική και νεότερη ελληνική ιστορία, ενώ με τους μαθητές του επιχείρησε να καταλογογραφήσει συλλογές τεκμηρίων για τις ίδιες περιόδους.

Η εισαγωγή της φροντιστηριακής διδασκαλίας αποτέλεσε βαρύνουσα εξέλιξη στη συγκρότηση των ελληνικών ιστορικών σπουδών. Η αναμφισβήτητη αυτή παραδοχή υποκρύπτει μια σειρά από αντιφάσεις και διαφορετικές αντιλήψεις, όπως αυτές αποτυπώθηκαν παραστατικά στα φροντιστήρια των τριών διδασκόντων. Ταυτόχρονα, η αποτίμησή της συνδέεται με τον γενικότερο ρόλο που διαδραμάτισαν τα εργαστήρια και τα φροντιστήρια στη μεταβολή της φυσιογνωμίας του Πανεπιστημίου στο γύρισμα του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα.

Στην περίπτωση της ιστορίας, η εξέλιξη προς έναν αυτόνομο θεωρητικά και μεθοδολογικά ιστορικό λόγο δεν ήταν το αποκλειστικά κυρίαρχο σχήμα. Την ίδια εποχή ο Πατσόπουλος συνέχισε την παράδοση της διδασκαλίας μεγάλων περιόδων με γενικούς τίτλους και χωρίς συγκεκριμένες τομές, την αξιολογική αποτίμηση του παρελθόντος που βασιζόταν στα μεγάλα αφηγήματα και όχι στις πηγές και στην αρχειακή μελέτη. Ο καθηγητής της Ιστορίας των μέσων και νεωτέρων χρόνων και λιγότερο ο Καρολίδης, με βάση τουλάχιστον τους απολογισμούς τους, αντιλαμβάνονταν το φροντιστήριο ως συνέχεια της ακαδημαϊκής διδασκαλίας τους, με περισσότερο εξειδικευμένα θέματα και με μεγαλύτερη τη συμμετοχή των φοιτητών. Εάν ο Πατσόπουλος εμφανιζόταν δεσμευμένος στη θεματολογία του μαθήματος του, οι άλλοι δύο διδάσκοντες διατήρησαν στα φροντιστήριά τους πλήρη ελευθερία επιλογής θεμάτων. Δίδαξαν δηλαδή στοιχεία που, με βάση και τις γενικότερες αντιλήψεις τους, πίστευαν ότι ήταν απαραίτητα για τη συγκρότηση του αποφοίτου της Φιλοσοφικής Σχολής. Ο Σπ. Λάμπρος επικέντρωσε τη διδασκαλία του στις βοηθητικές επιστήμες καθώς και στις μεθόδους επεξεργασίας των πηγών, συγκροτώντας την τεχνική υποδομή ενός μελλοντικού ιστορικού, ενώ ο Π. Καρολίδης ασχολήθηκε με μεθοδολογικά και θεωρητικά ιστορικά ζητήματα δίνοντας έμφαση στην αρχαιότητα με σαφή φιλοσοφική κατεύθυνση. Σε αντίθεση με τον Σπ. Λάμπρο, ο Καρολίδης δεν παρουσίασε τον μεγάλο κύκλο μαθητών του πρώτου. Πέρα από την προσωπικότητα του ανδρός, οφείλει κανείς να παρατηρήσει ότι η φροντιστηριακή του διδασκαλία, κατά μείζονα λόγο αφιερωμένη σε θεωρητικά ζητήματα χωρίς πρακτική εφαρμογή, δεν έδωσε τη δυνατότητα μεγαλύτερης συνεργασίας με τους φοιτητές του.

Συμπερασματικά, η φροντιστηριακή διδασκαλία του Σπ. Λάμπρου προσέφερε ένα διαφορετικό μοντέλο ιστορικής εκπαίδευσης στους φοιτητές του

Σελ. 257
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/258.gif&w=600&h=915

Πανεπιστημίου.641 Ο στόχος ήταν η εξειδίκευση, η εκμάθηση τεχνικών, η χρήση των πηγών, η συγκρότηση της απαραίτητης επιστημονικής πειθαρχίας. Ο Λάμπρος στάθηκε, όπως και ο Παπαρρηγόπουλος, εχθρικός απέναντι σε κάθε είδους φιλοσοφία της ιστορίας. Αναζήτησε σταθερά τη συνεργασία με την ευρωπαϊκή ιστορική κοινότητα, συμμετέχοντας όσο ελάχιστοι έλληνες συνάδελφοι του στη διεθνή επιστημονική σκηνή με δημοσιεύσεις σε ξενόγλωσσα περιοδικά και με τη συμμετοχή του σε συνέδρια. Άλλωστε, η ανάπτυξη των βαλκανικών κρατών και η διεκδίκηση πλέον ενός κοινού παρελθόντος όπως το βυζαντινό δημιουργούσαν νέους εχθρούς, οι οποίο ι απαιτούσαν τη δική τους αιτιολόγηση στο παρόν και την αντίστοιχη τεκμηρίωση στο παρελθόν. Στην περίπτωση της επιστημονικής παραγωγής του Λάμπρου, του Νικολάου Πολίτη, του Γεωργίου Χατζιδάκι και των επιγόνων τους, οι βαλκανικοί εθνικισμοί δημιουργούσαν νέες αντιπαλότητες, όπου η αναγνώριση και η συνηγορία από την κοινότητα των ευρωπαίων ιστορικών αποτελούσε σημαντικό διακύβευμα, το οποίο διεκδικούσαν από τους γείτονες συναδέλφους τους. Τα φροντιστήρια των δύο τελευταίων καθηγητών, στα οποία τέθηκε ως κύριος στόχος η στήριξη του παπαρρηγοπούλειου σχήματος σε δύο νέες επιστήμες -τη γλωσσολογία και τη λαογραφία-, τοποθετούνταν εγγύτερα στη λογική του αντίστοιχου φροντιστηρίου του Λάμπρου.

Η παρουσία του καθηγητή της Αρχαίας ιστορίας υπήρξε καταλυτική στην επιλογή των όρων συμμετοχής στην υπό διαμόρφωση επιστημονική κοινότητα των ιστορικών. Η πανεπιστημιακή εκπαίδευση, η εξειδίκευση, το επιστημονικό σύγγραμμα, η γνώση των απαραίτητων τεχνικών και μεθόδων προσέγγισης των πηγών αναδείχθηκαν σε όρους συμμετοχής σε μια κοινότητα η οποία δεν αμφισβητούσε την εθνική χρησιμότητα της ιστορίας, αντιθέτως την αναδείκνυε. Το παράδειγμα του Λάμπρου μετέθετε το κέντρο βάρους της ιστορικής διδασκαλίας από τη συγκρότηση ενήμερων πολιτών και κυρίως διδασκάλων στην προετοιμασία καλών ιστορικών με ισχυρά μεθοδολογικά εργαλεία.

Η γνώση αυτή ήταν συνδεδεμένη με τα εθνικά αιτούμενα, τα εξυπηρετούσε. Άλλωστε, όπως υποστήριζε ο ίδιος ο Λάμπρος από το πλέον επίσημο πανεπιστημιακό βήμα, εκείνο του πρύτανη, ζητώντας την οικονομική στήριξη

641. Παρά τις ελπίδες που γεννά ο τίτλος του άρθρου του Μιχαήλ Δ. Βολονάκη («Η Ελληνική Ιστοριογραφία και η εν αυτή θέσις του Σπυρίδωνος Λάμπρου»: Εις μνήμην..., ό.π., σ. 445-448) για αποτίμηση του έργου του Λάμπρου από έναν μαθητή του, ο συγγραφέας του περιορίζεται σε γενικότητες και ρητορείες, δίχως καμιά ουσιαστική πληροφορία ή κρίση για το έργο του παλαιού του καθηγητή.

Σελ. 258
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/259.gif&w=600&h=915

των ιστορικών ερευνών, δεν υπάρχει πράγματι αλληλεγγύη μεγαλειτέρα της μεταξύ τον γραφείου του ιστοριογράφου και της σκηνής του στρατοπέδου. Επ' αμφοτέρων μετεωρίζεται μία και αυτή σημαία, η σημαία της πατρίδος.642

Η πατρίδα όμως φαινόταν να μην ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για τη συγκρότηση της ιστορικής επιστήμης, τουλάχιστον για τη δημιουργία εκείνων των υποδομών που θα εξασφάλιζαν τη δημουργία και εξέλιξη μια ιστορικής κοινότητας εκτός Πανεπιστημίου. Εάν στις χώρες της Ευρώπης προϋπήρχαν ή δημιουργήθηκαν την ίδια εποχή τα δίκτυα των σχολών και των ιδρυμάτων για την ιστορία και την αρχειακή έρευνα (αρχεία, βιβλιοθήκες) με αποτέλεσμα τη δημιουργία των πρώτων ειδικευμένων θέσεων εργασίας εκτός Πανεπιστημίου, στην ελληνική κοινωνία, καθώς δεν είχαν διαμορφωθεί οι κατάλληλοι υποδοχείς, το σύνολο σχεδόν όσων παρακολούθησαν φροντιστήρια απορροφήθηκαν στη μέση εκπαίδευση.

Την κατάσταση περιέγραφε με μελανά χρώματα λίγα χρόνια αργότερα ο ίδιος ο πρωτεργάτης της φροντιστηριακής διδασκαλίας στο σώμα των καθηγητών της Φιλοσοφικής. Με αφορμή την απουσία υποψηφίου από τους φοιτητές που είχαν παρακολουθήσει τα φροντιστήριά του στην εκλογή έκτακτου καθηγητή της Ιστορίας κατά τη συνεδρίαση της Φιλοσοφικής Σχολής (25 Μαΐου 1915) ο Λάμπρος σημείωνε: Των εμών τουλάχιστον μαθητών τινες μεν ετράπησαν εις τας επικουρικάς μαθήσεις της ιστορίας, ιδιαίτερον δε την παλαιογραφίαν και τας βυζαντιακάς μελετάς, πλείονες δε τινες εις την φιλολογίαν, ουχί ακάρπως συνεισάγοντες εις αυτήν και τα εκ του εμού φροντιστηρίου διδάγματα. Λόγος δε της μη αποκλειστικής εις την ιστορίαν αφοσιώσεως των ημετέρων μαθητών εν ω αφθονώτεροι είναι οι περί την φιλολογίαν και την αρχαιολογίαν διατρίβοντες, είναι ότι τούτο μεν εν τη μέση εκπαιδεύσει δεν επεφυλάχθη ιδία θέσις εις διδασκάλους της ιστορίας και κατ' ακολουθίαν λείπει η ευκαψία ιδιαιτέρας μορφώσεως ιστορικών διδασκάλων και ερευνητών, τούτο δε ότι διά μεν τους ευδοκίμως φιλολογούντας πλην της εν τοις γυμνασίοις υπηρεσίας ανεώχθησαν έκδηλοι θέσεις εν τη εργασία του λεξικού της ελληνικής γλώσσης, εις δε τους ειδικώτερον περί την αρχαιολογίαν διατρίβοντας είνε ανοικταί και αι θέσεις εφόρων των αρχαιοτήτων, ων μάλιστα μεγάλως ηυξήθη ο αριθμός επ' εσχάτων, προσμειδιά δ' εις αυτάς και η μετ' ευδόκιμον υπηρεσίαν από της τάξεως των εφόρων είσοδος εις το Πανεπιστήμιον. Ευτυχούμεν δε πράγματι να έχομεν πέντε συναδέλφους εκ προϋπαρξάντων εφόρων αρχαιοτήτων. Εν ω δε τοιαύται ευκολίαι χάριν του πρακτικού βίου παρέχονται εις τους εξέχοντας μεταξύ των νεωτέρων φιλολόγων και αρχαιολόγων απροστάτευτοι

642. Σπ. Λάμπρος, Νέοι Ορίζοντες..., ό.π., σ. 28.

Σελ. 259
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/260.gif&w=600&h=915

μένουσιν οι θέλοντες να μορφωθώσι ειδικώς εν τη ιστορία. Ουδ' αυτός δ' ο επ' εσχάτων ψηφισθείς νόμος περί γενικών αρχείων του κράτους εμερίμνησεν επαρκώς περί συνδυασμού της εν' αυταίς υπαλληλίας προς την εξοικονόμησιν ειδικών ιστορικών.

Στην πραγματικότητα αρκετοί από τους φοιτητές της Φιλοσοφικής συνέχισαν την ενασχόληση τους με την ιστορία. Κάποιοι διατηρώντας σχέσεις με τους δασκάλους τους συγκρότησαν κύκλους λογίων, που στήριξαν εγχειρήματα όπως εκείνο της συλλογής παροιμιών και παραδόσεων από τον Νικόλαο Πολίτη και της έκδοσης του περιοδικού Λαογραφία. Ασχολήθηκαν όμως και ενεργά στη συγγραφή τοπικών κυρίως ιστοριών τη δεκαετία του 1920, ιστοριών οι οποίες διέθεταν αρκετές από τις αρετές που διδάχθηκαν δίπλα στον Λάμπρο. Μια μικρή ομάδα αναμείχθηκε, διαδραματίζοντας εξέχοντα ρόλο, στην πνευματική ζωή των επόμενων χρόνων (Φίλιππος Γεωργαντάς, Δ. Γληνός, Μ. Κλεάνθους). Λίγοι συνέχισαν το πανεπιστημιακό έργο των διδασκάλων τους στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη (αναφέρω ενδεικτικά στη Φιλοσοφική Σχολή τον Αδ. Αδαμαντίου, τον Ν. Βέη, τον Ιωάννη Βογιατζίδη, τον Ιωάννη Καλιτσουνάκι, τον Φαίδωνα Κουκουλέ, τον Σωκράτη Κουγέα, τον Γεώργιο Π. Οικονόμου, και στη Θεολογική τον Δημήτριο Μπαλάνο και τον Κωνσταντίνο Δυοβουνιώτη),643 δημιουργώντας μια νέα γενιά διδασκόντων με πολύ πιο έντονα τα κοινά χαρακτηριστικά από ό,τι οι προηγούμενοι διδάσκοντες και με σαφή αναφορά στη φροντιστηριακή διδασκαλία.

643. Βλ. ενδεικτικά τους απολογισμούς των καθηγητών Ιστορίας στους πρυτανικούς απολογισμούς των ακαδημαϊκών ετών 1896-1897, 1897-1898, 1898-1899, 19001901, 1901-1902 κ.α., όπου αναφορά στους φοιτητές που διακρίθηκαν.

Σελ. 260
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Η συγκρότηση της ιστορικής επιστήμης και η διδασκαλία της ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (1837-1932)
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 241
    

    ΚΕΦΑΛΑΙΟ ς'

    Η ΕΘΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΣΤΟΝ ΑΣΤΕΡΙΣΜΟ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ ΣΧΗΜΑΤΙΖΟΝΤΑΣ ΤΟ ΣΩΜΑ ΤΩΝ ΠΗΓΩΝ

    Ένα εκτεταμένο τμήμα της δραστηριότητας του Σπ. Λάμπρου αφιερώθηκε στον εντοπισμό και στην καταγραφή αρχειακών και έντυπων τεκμηρίων, τα οποία είτε εξέδωσε αυτούσια είτε τα χρησιμοποίησε ως πηγές στη συγγραφή ιστορικών μελετών. Η ενασχόλησή του με τις πηγές εντάσσεται σε ένα συνολικότερο ενδιαφέρον, το οποίο αναπτύχθηκε σταδιακά κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα στο ελληνικό βασίλειο σε αντιστοιχία με τα ευρωπαϊκά παράλληλα. Οι πρώτες αναζητήσεις, κατά κύριο λόγο χειρογράφων, ξεκίνησαν από ξένους και έλληνες ερευνητές, ενώ υπήρξε και επιλεκτική ενίσχυση των προσπαθειών αυτών από κρατικούς φορείς. Σημείο αιχμής αποτέλεσε η Επανάσταση του 1821, για τα τεκμήρια της οποίας εκδηλώθηκε από πολύ νωρίς έντονο ενδιαφέρον, ως το πλέον ένδοξο γεγονός της πρόσφατης ελληνικής ιστορίας. Προηγήθηκε η Βουλή των Ελλήνων,611 ενώ το 1882 η ίδρυση από ιδιώτες της IEEE αποτέλεσε σημαντική τομή στις σχετικές προσπάθειες. Η δράση της Εταιρείας άνοιγε διαύλους για τη διάχυση των θέσεων του Λάμπρου και των άλλων μελών σχετικά με τη συγκρότηση του σώματος των πηγών της ελληνικής ιστορίας για τα βυζαντινά και νεότερα χρόνια, όπως αποτυπώθηκαν στην έκθεση του 1884 και στην ίδρυση του Μουσείου της.612 Το 1895 η Εθνική Βιβλιοθήκη συγκρότησε το Ιστορικό Αρχείο της, με πρωτοβουλία του επιμελητή χειρογράφων Δημητρίου Γρ. Καμπούρογλου, στο οποίο συγκεντρώθηκαν σημαντικότατα τεκμήρια για το 1821.613

    Ο Λάμπρος, στο πνεύμα των ημερών, εκδήλωσε εντονότατο ενδιαφέρον για την αναζήτηση πηγών. Ο κύριος όγκος αφορούσε τη βυζαντινή και νεότερη

    611. Βλ. εδώ, σ. 227.

    612. Βλ. εδώ, σ. 268-269.

    613. Κ. Λάππας, «Αρχειακές συλλογές», ό.π.