Συγγραφέας:Καραμανωλάκης, Βαγγέλης Δ.
 
Τίτλος:Η συγκρότηση της ιστορικής επιστήμης και η διδασκαλία της ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (1837-1932)
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:42
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:2006
 
Σελίδες:551
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Εκπαίδευση-Τριτοβάθμια
 
Παιδεία-Εκπαίδευση
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα, Πανεπιστήμιο Αθηνών
 
Χρονική κάλυψη:1837-1932
 
Περίληψη:Αφετηριακή υπόθεση της εργασίας αυτής είναι ότι η ιστορία συγκροτείται ως επιστήμη μέσα από την καταλυτική επίδραση εκπαιδευτικών θεσμών για την παραγωγή και τη μετάδοση της γνώσης, όπως είναι το πανεπιστήμιο. Οι θεσμοί αυτοί επιβάλλουν σε μεγάλο βαθμό στην ιστοριογραφική παραγωγή τη λογική της συγκρότησης και της λειτουργίας τους, τις αξίες που τους διέπουν, τις πρακτικές ανάδειξης κύρους και τους συσχετισμούς δύναμης που επικρατούν στο εσωτερικό τους, τις σχέσεις τους με την πολιτική εξουσία και την κοινωνία. Η πανεπιστημιακή διδασκαλία της ιστορίας κατά την περίοδο που καλύπτει το βιβλίο συνδέθηκε με μια σειρά από παράγοντες και μεταβλητές, στοιχεία που καθόρισαν και το συγκεκριμένο πλαίσιο αναφοράς : το πανεπιστημιακό περιβάλλον, η ιστοριογραφική παράδοση, τα πρόσωπα που δίδαξαν και οι αποδέκτες της διδασκαλίας τους. Στόχος της παρούσας εργασίας είναι η συνεξέταση αυτών των παραγόντων μέσα στην ευρύτερη πολιτική και κοινωνική συγκυρία από την οποία σε μεγάλο βαθμό ορίστηκαν και την οποία εντέλει επανακαθόρισαν, με άλλα λόγια θέμα του βιβλίου είναι η συγκρότηση, στον χώρο του Πανεπιστημίου Αθηνών, μιας εθνικής-επιστημονικής ιστορίας με έντονο διδακτικό χαρακτήρα, η οποία επηρέασε καθοριστικά τη συνολική ιστοριογραφική παραγωγή, λόγω της σημαίνουσας θέσης του ιδρύματος, καθώς για έναν περίπου αιώνα αποτέλεσε τον μοναδικό οργανωμένο θεσμό της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης ο οποίος παρήγε ιστορική γνώση, κατάρτιζε τους φοιτητές και προετοίμαζε τους αποφοίτους του για τη διάχυση αυτής της γνώσης, μέσω κυρίως του σχολικού δικτύου, στο ελληνικό βασίλειο και στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 43.93 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 247-266 από: 554
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/247.gif&w=600&h=915

όπως τα σχολικά εγχειρίδια.626 Ταυτόχρονα διευρύνονταν και εξελίσσονταν οι διαδικασίες αξιολόγησης των υποψήφιων διδασκόντων, καθηγητών και υφηγητών, ενώ κωδικοποιούνταν μια σειρά από διαδικασίες όπως η εκπόνηση διδακτορικής διατριβής και η υποστήριξή της, οι οποίες αφορούσαν τη συγκρότηση και την αναπαραγωγή της πανεπιστημιακής κοινότητας. Από την απλή παράθεση των συγγραμμάτων του Λάμπρου που αφορούσαν τη γενική ιστορία, από τον Κ. Παπαρρηγόπουλο και την άρνησή του να γνωμοδοτήσει για την εκλογή φτάνουμε στην εμπεριστατωμένη έκθεση από τον Σπυρίδωνα Λάμπρο (1892), τη βασισμένη στο συγγραφικό έργο των υποψηφίων. Στην ίδια εκλογή βεβαίως ο Δ. Πατσόπουλος αρνήθηκε να τοποθετηθεί. Στις εκλογές των καθηγητών που ακολούθησαν η εμπεριστατωμένη έκθεση μιας τριμελούς επιτροπής ειδικών, η εκτενής συζήτηση του συγγραφικού έργου, η αιτιολογημένη δημόσια ψήφος των μελών της Σχολής αποτέλεσαν τον κανόνα για τη διαδικασία αξιολόγησης. Το επιστημονικό σύγγραμμα αποτελούσε πλέον απαραίτητο στοιχείο για την ένταξη στην πανεπιστημιακή κοινότητα, παρ' όλο που την περίοδο αυτή ούτε ο αριθμός των συγγραμμάτων είναι ιδιαίτερα μεγάλος, ούτε η ποιότητά τους υψηλή.

ΜΕΤΑΦΡΑΖΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΓΝΩΣΗ ΚΑΙ ΕΜΠΕΙΡΙΑ

Στη συζήτηση για τα συγγράμματα των καθηγητών και υφηγητών της Ιστορίας θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας και έναν άλλο παράγοντα: τις μεταφράσεις. Ο Σπυρίδων Λάμπρος αφιέρωσε σημαντικό μέρος της δραστηριότητάς του στο μεταφραστικό έργο. Δημοσίευσε μεταφράσεις πολύτομων έργων, οι οποίες εκτείνονταν σε όλο το εύρος της ελληνικής ιστορίας.627 Δεν ήταν ο πρώτος ούτε ο μόνος καθηγητής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών που ασχολήθηκε με τη μετάφραση. Το σύνολο των διδασκόντων που μελετώ έχουν εκπονήσει μια σειρά από μεταφράσεις και σχολιασμούς ξενόγλωσσων κειμένων, είτε μονογραφιών είτε μικρότερων άρθρων που δημοσιεύθηκαν σε περιοδικά και εφημερίδες. Οι μεταφράσεις αυτές κινούνταν προς δύο κατευθύνσεις : η μια αφορούσε τη σχολική κυρίως εκπαίδευση ή ένα ευρύτερο κοινό και συνδεόταν με βιοποριστικούς λόγους. Η μετάφραση του Λευί-Αλβαρές από

626. Για τη σημασία των υποσημειώσεων στη συγκρότηση της ιστορικής γραφής βλ. Anthony Grafton, Η υποσημείωση. Μια παράξενη ιστορία, μτφ.: Γκόλφω Μαγγίνη, Αθήνα, Πατάκης, 2001.

627. Για τις πλήρεις αναγραφές των μεταφράσεων βλ. την εργογραφία του Σπ. Λάμπρου.

Σελ. 247
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/248.gif&w=600&h=915

τον Κ. Παπαρρηγόπουλο, του Ν. Καραμζίν από τον Δ. Βερναρδάκη, του Ουίλλιαμ Σμιθ από τον Σ. Τσιβανόπουλο εξασφάλιζαν την προβολή του μεταφραστή και ταυτόχρονα οικονομικά ανταλλάγματα. Αναφέρομαι στις επώνυμες μεταφράσεις, όχι στη χρήση -η οποία κάποτε μπορεί να έφτανε και στη λογοκλοπή- αποσπασμάτων από ξένους συγγραφείς για τη σύνταξη σχολικών κυρίως εγχειριδίων.

Στο τέλος του 19ου αιώνα οι μεταφράσεις ιστορικών έργων πλήθυναν, δίνοντας την ευκαιρία στον αναγνώστη και στον φοιτητή να γνωρίσει μια ευρύτατη πρόσφατη βιβλιογραφία, κυρίως από τη Δυτική Ευρώπη, η οποία ήταν εστιασμένη κατά κύριο λόγο στην ελληνική ιστορία ή στην ιστορία της ευρύτερης περιοχής. Χωρίς να αγνοείται και το οικονομικό όφελος, η μετάφραση βιβλίων και ευρύτερα έργων ξένων ιστορικών ερχόταν να ενισχύσει τις απόψεις των ιστορικών-μεταφραστών, να συντελέσει στη διεύρυνση της ελληνόγλωσσης ιστοριογραφίας. Ο όγκος των συγκεκριμένων μεταφράσεων, η διάχυσή τους, τα σχόλια που προκάλεσαν είναι ενδεικτικά του κάθε άλλο παρά περιθωριακού ρόλου που διαδραμάτισαν στη συγκρότηση της ελληνικής εθνικής ιστορίας. Οι μεταφράσεις του Λάμπρου, ο οποίος συχνά προσέθετε προλόγους, σημειώσεις και επίμετρα, ήταν ενδεικτικές της πρόθεσής του να συμπληρώσει κενά της ελληνικής ιστορικής παραγωγής, κυρίως στην κατεύθυνση της ενσωμάτωσης νέων περιόδων (Φραγκοκρατία, Βυζάντιο), να βοηθήσει το ελληνικό κοινό να γνωρίσει πλευρές της πατρώας αλλά και της παγκόσμιας ιστορίας. Στην ίδια λογική ο Καρολίδης μετέφρασε τα έργα του Χέρτσμπεργκ, αλλά αντίστοιχα και τον Κριτόβουλο. Άλλωστε, ο Λάμπρος και ο Καρολίδης υπήρξαν μέλη της επιτροπής της Βιβλιοθήκης Μαρασλή, του σημαντικότερου εκδοτικού εγχειρήματος της εποχής, από την οποία δημοσιεύθηκαν μεταφράσεις γνωστών έργων της ευρωπαϊκής σκέψης.628 Στην εκδοτική παραγωγή της Βιβλιοθήκης, η οποία

628. Η Βιβλιοθήκη Μαρασλή ιδρύθηκε με δωρεά του Γρηγορίου Γ. Μαρασλή, πλούσιου ομογενούς εμπόρου στην Οδησσό. Η εκδοτική της παραγωγή εντοπίζεται σε μεταφράσεις σημαντικών επιστημονικών και λογοτεχνικών έργων καθώς και σε πρωτότυπα έργα ελλήνων συγγραφέων, ανάμεσά τους οι Ν. Πολίτης, Γ. Χατζιδάκις, Ιω. Σβορώνος, Κ. Κρουμπάχερ κ.ά. Η σειρά διεκόπη με τον θάνατο του Μαρασλή. Διευθυντές της Βιβλιοθήκης υπήρξαν ο εμπνευστής της, λόγιος Λύσσανδρος Κώνστας, και μετά τον θάνατό του ο Αναστάσιος Μάλτος. Η εκδοτική επιτροπή, η οποία είχε καθοριστικό ρόλο στην επιλογή των προς έκδοση έργων, αποτελούνταν από επιφανείς λόγιους της εποχής, όπως ο Π. Καρολίδης. ο Σπ. Λάμπρος, ο Γ. Σωτηριάδης, ο Ν. Γ. Πολίτης, ο Γεώργιος Στρέιτ κ.ά. Βλ. Κωνσταντίνος Κ. Παπουλίδης, Γρηγόριος Γ. Μαρασλής (1831 1907). Η ζωή και το έργο του. Συμβολή στη δραστηριότητα του ελληνισμού της Ρωσίας, Θεσσαλονίκη, Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου 222, 1989, σ. 72-74.

Σελ. 248
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/249.gif&w=600&h=915

υπερέβη τους εκατόν είκοσι τόμους σε διάστημα δέκα χρόνων, περιελήφθησαν σημαντικά ξενόγλωσσα ιστορικά έργα. Εκτός από τις μεταφράσεις του Σπ. Λάμπρου, σημειώνω τη μετάφραση της ιστορίας της βυζαντινής λογοτεχνίας του Κρουμπάχερ από τον Γεώργιο Σωτηριάδη, τις μεταφράσεις του Χέρτσμπεργκ από τον Καρολίδη, τη μετάφραση της ιστορίας της Αγγλίας του Μακώλεϋ από τον Εμμανουήλ Ροΐδη, των έργων του Ντρόυζεν από τον Ιωάννη Πανταζίδη κ.ά.629 Η οικονομική υποστήριξη του Γρηγορίου Γ. Μαρασλή υπήρξε πολύτιμη, στο μέτρο που εξασφάλισε την έκδοση πολυσέλιδων έργων, τα οποία δύσκολα θα κυκλοφορούσαν από κάποιον άλλο εκδότη.

Τα έργα αυτά εύλογα χρησιμοποιήθηκαν στην πανεπιστημιακή διδασκαλία. Πέρα από τις μαρτυρίες που διαθέτουμε, είναι λογικό ότι ένας φοιτητής που παρακολουθούσε τα μαθήματα του Σπ. Λάμπρου για τη ρωμαϊκή ή του Π. Καρολίδη για την ελληνική ιστορία θα χρησιμοποιούσε τις μεταφράσεις τους, στο μέτρο που οι δυο διδάσκοντες δεν είχαν εκδώσει αντίστοιχο έργο. Σημειώνω πάντως ότι η νεότερη γενεά ιστορικών που θα εξετάσουμε στο επόμενο κεφάλαιο δεν παρουσιάζει το μεταφραστικό έργο των προκατόχων της. Το στοιχείο αυτό ίσως συνδέεται με τη συνεχώς αυξανόμενη παρουσία νέων μεταφραστών, αλλά και με μια γενικότερη έλλειψη ενδιαφέροντος για μεταφράσεις, οι οποίες άλλωστε στην εικόνα που σταδιακά σχηματίζεται για τον επαγγελματία ιστορικό θεωρούνται υποδεέστερες από το πρωτότυπο έργο.

Στο πλαίσιο του ευρύτερου σχεδιασμού του για την εξέλιξη της ιστορικής επιστήμης στην Ελλάδα, ο Σπ. Λάμπρος ενδιαφέρθηκε ιδιαίτερα για τη δημιουργία της κατάλληλης βιβλιογραφικής υποδομής που θα ενίσχυε όσους θα ήθελαν να ασχοληθούν με την ιστορική έρευνα. Το 1903 κυκλοφόρησε η μετάφραση του βιβλίου του Έντουαρντ Τόμσον Εγχειρίδιον Ελληνικής και Λατινικής Παλαιογραφίας, το οποίο κάλυπτε ένα βασικό κενό σε έναν γνωστικό κλάδο που ο ίδιος ο καθηγητής της Αρχαίας ιστορίας είχε εισαγάγει στο πανεπιστημιακό πρόγραμμα. Έναν χρόνο πριν είχε κυκλοφορήσει η μετάφραση του πρώτου μεθοδολογικού ιστορικού εγχειριδίου των Σαρλ Βικτόρ Λανγκλουά και Σαρλ Σενιομπός Εισαγωγή εις τας ιστορικάς μελετάς (Αθήνα 1902), έργο το οποίο θα απαντούσε για πολλά χρόνια στις απορίες όσων ήθελαν να ασχοληθούν με την ιστορία, διαμορφώνοντας όρους και κανόνες για τη μελέτη της.630

629. Πλήρης κατάλογος των εκδόσεων στο ίδιο, σ. 75-95.

630. Σημειώνω ότι το πρώτο στην ουσία ελληνικό βιβλίο για τη θεωρία και μεθοδολογία της ιστορίας εκδόθηκε μόλις το 1925: Νικόλαος Βλάχος, θεωρητικά και Μεθοδολογικά προβλήματα της Ιστορίας, Αθήνα 1925.

Σελ. 249
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/250.gif&w=600&h=915

ΣΥΓΚΡΟΤΩΝΤΑΣ ΤΗ ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ

Στον πρόλογο του εγχειριδίου ο Σπ. Λάμπρος αιτιολογούσε στην πρώτη σελίδα τη μετάφρασή του : Αισθητή είνε η παρ' ημίν ανάγκη της καθοδηγήσεως των αναλαμβανόντων ιστοριοδιφικάς ή ιστορικάς εργασίας, οίτινες, ανερμάτιστοι προβαίνοντες εις το έργον, εργάζονται πολλάκις αμεθόδως και ου σπανίως αστοχούσι του επιδιωκομένου σκοπού. Η έκδοση του βιβλίου των δύο γάλλων ιστορικών στόχευε κατ' αρχήν στους λειτουργούς της μέσης εκπαίδευσης, οι οποίοι ήταν οι πλέον κατάλληλοι για την πρόοδο της ιστορικής έρευνας. Αντιμετώπιζαν όμως σοβαρά προβλήματα, με κυριότερο την έλλειψη βιβλίων και το μετέωρο της θέσης τους.

Η επιλογή του βιβλίου και η μετάφρασή του, τέσσερα μόλις χρόνια μετά την πρώτη έκδοσή του, συνδέονταν κατ' αρχάς με τη δημοσιότητα και την υψηλή απήχηση που είχε γνωρίσει στο εξωτερικό. Παρ' όλο που στο βιβλίο δεν γίνεται καμιά αναφορά στη γερμανική ιστορική σχολή, ούτε καν στον Ράνκε, είναι σαφής η επιρροή από το μοντέλο της γερμανικής ιστοριογραφίας, αποτέλεσμα της στροφής των γάλλων ιστορικών μετά την ήττα στον Γαλλοπρωσικό Πόλεμο του 1870 στην αρχειακή έρευνα και τεκμηρίωση.631

Εκπρόσωποι αυτού που ονομάστηκε γαλλικός θετικισμός ή μεθοδισμός, οι δύο συγγραφείς-ιστορικοί διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στην ιστορία, διαγράφοντας παράλληλες διαδρομές με εκείνες του Λάμπρου. Ο Λανγκλουά χρημάτισε καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης και από το 1913 διευθυντής των Εθνικών Αρχείων, ενώ ο Σενιομπός ήταν βοηθός του Ερνέστ Λαβίς στη Νεότερη ιστορία στο ίδιο Πανεπιστήμιο. Το 1907 κατέλαβε την πρώτη έδρα Ιστορικής μεθόδου, ενώ το 1921 μετακινήθηκε στην πρώτη έδρα Σύγχρονης πολιτικής ιστορίας. Σημειώνω ότι και οι δυο ανήκαν στον φιλελεύθερο πολιτικό χώρο.

Το 1901 ο Σενιομπός δημοσίευσε μόνος του, αναπτύσσοντας περαιτέρω τον κοινό προβληματισμό τους, το δοκίμιο La méthode historique appliquée aux sciences sociales (H ιστορική μέθοδος εφαρμοσμένη στις κοινωνικές επιστήμες). Σε αυτά τα κείμενα, που αποτελούσαν τη γαλλική απάντηση στα μεθοδολογικά δοκίμια του Ντρόυζεν, οι Λανγκλουά και Σενιομπός υποστηρίζουν ότι η ιστορία δεν μπορεί να θεωρείται επιστήμη όπως η φυσική και η βιολογία και ότι ο ιστορικός ψάχνει μέσα από ίχνη να αναπαραστήσει ένα αόρατο παρελθόν. Γι' αυτό οφείλει, αφού πρώτα αποκαταστήσει την αυθεντικότητα των

631. E. Gazi, ό.π., σ. 77.

Σελ. 250
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/251.gif&w=600&h=915

πηγών, να φανταστεί τι ήθελε να πει το ιστορικό υποκείμενο που μιλάει μέσα από τις πηγές και τι σημασία είχαν τα λόγια του για το ίδιο. Η αναγνώριση της μεσολάβησης της φαντασίας και της υποκειμενικότητας του ιστορικού προκειμένου να ανασυστήσει το παρελθόν θέτει βέβαια την ιστορία σε ελαφρώς υποδεέστερη θέση από τις φυσικές επιστήμες, ωστόσο δεν μειώνει καθόλου την επιστημονικότητά της. Όμως, αυτές οι παραδοχές ουσιαστικά έθεσαν εκτός παιχνιδιού τις ποσοτικές μεθόδους της κοινωνικής ιστορίας -όπως άρχιζαν να διαμορφώνονται από τον κύκλο των μαθητών του Εμίλ Ντυρκαίμκαι ευνόησαν την πολιτική ιστορία, όπου η φαντασία του ιστορικού μπορούσε ευκολότερα να διεισδύσει στην ψυχολογία των ιστορικών υποκειμένων.632 Η ανάπτυξη της ιστορικής μεθόδου αποτελούσε πρωταρχικό στόχο των μαθημάτων του Λάμπρου στο Πανεπιστήμιο. Στο φροντιστήριο του κυριάρχησαν τα χαρακτηριστικά που πρυτάνευαν στην ιστοριογραφική του παραγωγή : επιμονή στο συγκεκριμένο, διεύρυνση και εμπλουτισμός της έρευνας σε συνεργασία με άλλες επιστήμες, χρήση νέων τεχνικών. Εξειδικευμένα περιοδικά, υποσημειώσεις, επιστημονικά συγγράμματα, εγχειρίδια για τη μεθοδολογία της ιστορικής εργασίας: στοιχεία που οδηγούσαν στη συγκρότηση ενός επιστημονικού λόγου πυκνού και με συγκεκριμένα εννοιολογικά εργαλεία, διευρύνοντας σταδιακά την απόσταση ανάμεσα στον εξειδικευμένο ιστορικό και στον φιλίστορα. Η συγκροτημένη αντίληψη του Λάμπρου για την ιστορική εκπαίδευση στην Ελλάδα αλλά και γενικότερα για τη συγκρότηση της ιστορικής επιστήμης συνάντησε, έστω και μέσα από υπόγειες διαδρομές, την αντίδραση μιας παλαιότερης γενεάς, με κύριο εκπρόσωπο τον Κωνσταντίνο Παπαρρηγόπουλο.

632. Chr. Delacroix, Fr. Dosse, P. Garcia, ό.π., σ. 77-81.

Σελ. 251
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/252.gif&w=600&h=915 01 - 0002.htm

ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Σελ. 252
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/253.gif&w=600&h=915

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ζ'

Η ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΤΗΣ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑΣ: Η ΠΡΟΤΑΣΗ ΤΟΥ ΣΠΥΡΙΔΩΝΟΣ ΛΑΜΠΡΟΥ

[...] ο μύθος του Κρόνου του καταφαγόντος τα τέκνα αυτού ουδέποτε εικονίσθη πιστότερον ή υπό της τύχης των ιστορικών. Κ. Παπαρρηγόπουλος, «Αι περιπέτειαι της υστεροφημίας»

Το ακαδημαϊκό έτος 1891-1892 ο Κ. Παπαρρηγόπουλος δίδαξε για τελευταία φορά το μάθημα Τα διδακτικώτερα πορίσματα της ιστορίας του ελληνικού έθνους, τίτλος και του ύστερου βιβλίου του, το οποίο εκδόθηκε μετά τον θάνατό του. Στον εισιτήριο λόγο, ο οποίος αποτέλεσε και τον πρόλογο του ομώνυμου βιβλίου, ο ιστορικός επεσήμανε τους κινδύνους από μια νέα «σχολή» που είχε εμφανιστεί στην ελληνική ιστορία:

Όθεν έρχομαι εις ιστορικήν τι να σχολήν μάλλον αξιοσημείωτον. Κατά τους οπαδούς της σχολής ταύτης, ως παρατηρεί ο γνωστός της Revue des Deux Mondes Αρίσταρχος Brunetiere, πρώτον, η αλήθεια δεν υπάρχει ποτέ εν τοις εντύποις βιβλίοις, αλλά πάντοτε εν ανεκδότω τινί εγγράφω [...] και δεύτερον, η ιδίως καλουμένη ιστορία δέον να γράφηται, όπως η φυσική ιστορία, εν η ο φυσιοδίφης μετά του αυτού ενδιαφέροντος και της αυτής σπουδαιότητας μελετά τα κατά τον ελέφαντα και το άκαρι, τα κατά την κέδρον και την ύσσωπον. Εκ του πρώτον των αξιωμάτων τούτων έπεται, ότι ιστορία δεν ειμπορεί να γραφή ποτέ, διότι οσαιδήποτε και αν προεξεδόθησαν μαρτυρίαι, πάντοτε υπάρχουσιν έτεραι ανέκδοτοι, όταν δε και αύται εκδοθώσι, παύουσι, κατά την προκειμένην σχολήν, να λέγωσιν αλήθειαν, δι' αυτό τούτο ότι εξεδόθησαν. Αλλά και εκ του δευτέρου προπαρατεθέντος αξιώματος συνάγεται το ουδέν ήττον παράδοξον συμπέρασμα, ότι εν τη ιστορία δεν υπάρχουσι γεγονότα μεγάλα και μικρά, αλλά πάντα είναι ισότιμα, τα τε δηλαδή επενεργήσαντα εις την τύχην του κόσμου και τα μηδεμίαν δικαιούμενα να έχωσι τοιαύτην αξίωσιν.633

Ένα τμήμα του κειμένου αποτελούσε παράφραση σχολίου του γάλλου συ-

633. Πρόλογος στο «Τα διδακτικώτερα πορίσματα της Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους»: Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, Προλεγόμενα, ό.π., σ. 166-167.

Σελ. 253
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/254.gif&w=600&h=915

συνεργάτη της Revue des Deux Mondes Αριστάρκ Μπρυνετιέ. Η αναφορά στον γάλλο λόγιο μας παραπέμπει βέβαια στη θετικιστική σχολή, η οποία εκείνη την εποχή βρισκόταν στην πλήρη άνθηση της. Όμως δεν περιορίζεται σε αυτή. Λίγες γραμμές παρακάτω μια έντεχνη αποστροφή του λόγου του είναι αφιερωμένη στην υπερεκτίμηση της αξίας των επιγραφών, πάρθιο βέλος κατά του «αιώνιου» αντιπάλου του Στ. Κουμανούδη. Στο στόχαστρο του όμως βρίσκονται κυρίως όσοι -ανάμεσά τους κατέχει ξεχωριστή θέση ο Σπ. Λάμπρος- έθεταν επιτακτικά το αίτημα για μια εθνική ιστορία στηριγμένη στην αξιοποίηση των αρχειακών τεκμηρίων, όσοι προέτασσαν τη μελέτη των επιμέρους εις βάρος της ευρύτερης σύνθεσης. Στην οπτική του Παπαρρηγόπουλου οι λογικές αυτές οδηγούσαν στην απώλεια του αξιολογικού χαρακτήρα της ιστορίας, άρα και της ηθικής της διάστασης, στη μετατροπή της σε φυσική επιστήμη. Ο σκοπός του ιστορικού ήταν η δημιουργία του οικοδομήματος της εθνικής ιστορίας, το οποίο απαιτούσε το σύνολο των ενεργειών του: Καλός και ικανός..., αλλά εσκόρπισε τον νουν τον εις πολλά μαθήματα ήταν η ρήση του Κ. Παπαρρηγόπουλου όταν ο Λάμπρος ως υφηγητής είχε ζητήσει, στη συνεδρίαση της 3ης Οκτωβρίου 1879, από τη Φιλοσοφική να προταθεί στο υπουργείο Παιδείας ως κατάλληλος για τακτικός καθηγητής. Το αίτημα είχε τελικά απορριφθεί.

Το ζήτημα για τον Κ. Παπαρρηγόπουλο είχε έντονη προσωπική διάσταση. Πίσω από τις γραμμές είναι φανερή η δυσαρέσκεια προς όλους εκείνους που κατηγόρησαν την πολύτομη σύνθεση του για ανεπαρκή τεκμηρίωση και άκριτη , συχνά σιωπηρή, χρήση του έργου ξένων ιστορικών : Δυνάμεθα να είπωμεν ότι συμπιλών τις ιστορίαν από ξένων κρίσεων ανδρών σοφών ή δοκούντων σοφών, και μη μελετών την ελληνικήν ιστορίαν εκ των πηγών αυτών των διαυγών και ελληνικών της ερεύνης και γνώσεως, στερείται του αρίστου και ασφαλεστάτου ερείσματος της τε γνώσεως και της κρίσεως.634 Διανύουμε ακόμη την εποχή της κριτικής, όταν η Ιστορία του Ελληνικού Έθνους δεν έχει μνημειοποιηθεί και όταν ο Π. Καρολίδης δεν χρειαζόταν να αναφέρεται στη σχέση μαθητείας μαζί του. Ούτως ή άλλως, το ζήτημα των επιρροών που άσκησε ο εθνικός ιστορικός είναι περίπλοκο και ανοιχτό. Την έλλειψη ενός κύκλου μαθητών αντικατέστησε στα

634. Π. Καρολίδης, Εφημερίς (18 Ιανουαρίου 1889), ανθολογημένο από τον Κ. Θ. Δημαρά: Ύστερες κρίσεις..., ό.π., σ. 4-5. Στο μικρό αυτό φυλλάδιο, το οποίο αποτελεί ανεπτυγμένη μορφή των σ. 178-179 των Προλεγομένων, ο Δημαράς έχει συγκεντρώσει κρίσεις για τον Παπαρρηγόπουλο αναδεικνύοντας την κριτική διάθεση αλλά και τις παλινωδίες των συγχρόνων και μεταγενέστερων απέναντι σε ένα έργο που καθόρισε την ελληνική ιστοριογραφία.

Σελ. 254
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/255.gif&w=600&h=915

επόμενα χρόνια η αναφορά στη μαθητεία δίπλα του από ένα πλήθος ιστορικών οι οποίοι αναζήτησαν τη νομιμοποίηση στη σκιά του. Η κριτική ήταν ενδεικτική αφενός της θέσης που είχε καταλάβει από πολύ νωρίς στη συλλογική συνείδηση το έργο του Παπαρρηγόπουλου, ώστε να θεωρείται αναγκαία η «διόρθωση» ή η ανασκευή σελίδων της για να αποκατασταθεί η αλήθεια για περιόδους και πρόσωπα-635 αφετέρου ήταν χαρακτηριστική των νέων καιρών, αντανακλούσε ένα ευρύτερο κλίμα «επιστημονικοποίησης», στο οποίο αναφερθήκαμε στις προηγούμενες σελίδες.

Ο Παπαρρηγόπουλος απάντησε κατ' αρχάς με την προσπάθεια για την επιστημονικότερα έκδοση της Ιστορίας του το 1881, αφού πρώτα την είχε εξοπλίσει με υποσημειώσεις και βιβλιογραφία. Η αποτυχία του εγχειρήματος, με την έκδοση ενός μόνο τεύχους, ήταν ενδεικτική όχι μόνο των πολλών ενασχολήσεων του ιστορικού, αλλά και της αδυναμίας ή της απροθυμίας του να ανασυντάξει μια σύνθεση η οποία εξέφραζε εν πολλοίς τις αντιλήψεις του για την ιστορία χάριν των πολλών. Η συνεχής αναζήτηση των αρχειακών πηγών, η αναγωγή της αυτοψίας σε όρο απαραίτητο της ιστορικής συγγραφής δυσχέραιναν την κύρια επιδίωξή του, τη δημιουργία μιας ενιαίας ιστορίας, η οποία θα αποδείκνυε τη συνέχεια του ελληνισμού υποτάσσοντας τα επιμέρους στοιχεία σε αυτή την αναγκαιότητα.

Η επόμενη έκδοση της ΙΕΕ συνδεόταν με τη σημαντικότερη έμπρακτη κριτική προς αυτή. Το 1885 ο Λάμπρος ανήγγειλε την έκδοση του πολύτομου έργου του Ιστορία της Ελλάδος από τα αρχαία έως τα σύγχρονα χρόνια με κύριο αποδέκτη το πλατύ κοινό.636 Η πρόκληση ήταν σαφής, και η απάντηση από τον Κ. Παπαρρηγόπουλο ήλθε με την επανέκδοση της ΙΕΕ μέσα σε δυο χρόνια (1885-1887), με σημαντικές αλλαγές, αλλά και πάλι χωρίς βιβλιογραφική τεκμηρίωση. Η κριτική του Λάμπρου για το ίδιο το έργο γράφτηκε αρκετά χρόνια αργότερα, στο σχετικό με τις ιστορίες του ελληνικού έθνους κεφάλαιο στο ανέκδοτο έργο του Αι ιστορικαί μελεται εν Ελλάδι. Στο κείμενο του αναφερόταν στη συμβολή του Σπ. Ζαμπέλιου για τη συγκρότηση της έννοιας της

635. Σημειώνω την κριτική του Κωνσταντίνου Ράδου, ο οποίος κατηγόρησε τον Παπαρρηγόπουλο -τόσο στο πλαίσιο της έμφασης που έδινε στη συμμετοχή του ναυτικού στον Αγώνα του 1821, όσο και επηρεασμένος από το αντιπαπαρρηγοπούλειο κλίμα των Κόντου και Μιστριώτη- ότι αδίκησε τον Ανδρέα Μιαούλη καθώς για την παρουσίαση του χρησιμοποίησε κατά κύριο λόγο προφορικές μαρτυρίες και αγνόησε την πλουσιότατη βιβλιογραφία, την οποία αξιοποίησε ο νεότερος ιστορικός. (Βλ. Κ. Ν. Ράδος, Ο Μιαούλης προ της Επαναστάσεως, Αθήνα, Τυπογραφείον Π. Λεωνή, 1898, σ. 24.)

636. Βλ. εδώ, σ. 194-196.

Σελ. 255
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/256.gif&w=600&h=915

ενότητας του ελληνισμού και της ενσωμάτωσης της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας στην ελληνική ιστορία, αποδίδοντας τα δύο πιο σημαντικά χαρακτηριστικά της ιστορικής σύνθεσης του Παπαρρηγόπουλου, την ενότητα της ιστορίας του ελληνικού έθνους και την πραγμάτευση της εικονομαχίας, στον επτανήσιο ιστορικό.637 Ακόμη, επανερχόταν με δριμύτητα στο ζήτημα της τεκμηρίωσης και της άκριτης χρήσης των έργων ξένων ιστορικών, ενώ υποστήριζε ότι στην πραγματικότητα ο Κ. Παπαρρηγόπουλος με το έργο του αύξησε κατά μικρόν το ενδιαφέρον του κόσμου για την πάτρια ιστορία.638

Η κριτική του Λάμπρου, πέρα από τις όποιες προσωπικές αναφορές, απηχούσε τις γενικότερες αντιλήψεις του ιστορικού όπως αυτές αποτυπώθηκαν στο πανεπιστημιακό αλλά και στο ευρύτερο συγγραφικό του έργο. Το ενδιαφέρον του εστιαζόταν, στο πλαίσιο του τρίσημου σχήματος του Παπαρρηγόπουλου, στην ανάδειξη του αρχειακού υλικού, το οποίο θα βοηθούσε καλύτερα στην εγκόλπωση των αμφισβητούμενων ακόμη χρονικών περιόδων εντός του εθνικού αφηγήματος. Μια τέτοια προσέγγιση δεν αποποιούνταν τον εθνικό χαρακτήρα της ιστοριογραφίας, ούτε την αποστολή της.639 Είναι ενδεικτικός ο τρόπος που ο Λάμπρος επιχειρηματολογούσε υπέρ της μετατροπής της έδρας της Ιστορίας του ελληνικού έθνους σε έδρα Μελέτης των πηγών της ελληνικής ιστορίας : Κι είναι μεν αληθές, ότι ο μακαρίτης Παπαρρηγόπουλος δεν αντελαμβάνετο ούτω του έργου, όπερ επιβάλλει η έδρα της ελληνικής Ιστορίας. Κι έπραττεν ορθώς εν οις χρόνοις εδίδασκε θέλων να προετοιμάση το έδαφος, εφ' ω ημείς σήμερον ομαλότερον βαίνομεν.640 Το μάθημά του στο φροντιστήριο, στον χώρο δηλαδή όπου ο διδάσκων είχε απόλυτη ελευθερία επιλογής θεμάτων σε αντίθεση προς την ακαδημαϊκή διδασκαλία, στρά-

637. Τις θετικές κρίσεις του για το έργο του Ζαμπέλιου και τον προδρομικό του ρόλο στη συγκρότηση της εθνικής ιστορίας ο Λάμπρος τις είχε διατυπώσει πολύ νωρίτερα, στη νεκρολογία του επτανήσιου ιστορικού. Η επισήμανση των αρετών του, όμως, δεν συνοδευόταν -εύλογα, λόγω της χρονικής στιγμής και της φύσης του κειμένου- με κριτική προς τον Κ. Παπαρρηγόπουλο. Βλ. Σπ. Λάμπρος, «Σπυρίδων Ζαμπέλιος»: Λόγοι..., ό.π., σ. 569-573.

638. «Κεφάλαιον έβδομον. Γενικαί ιστορίαι του ελληνικού έθνους», ό.π.

639. Θα λέγαμε συνολικά ότι η στροφή προς τον θετικισμό δεν αμφισβήτησε τον εθνικοπλαστικό χαρακτήρα της ιστορίας. Στη γαλλική περίπτωση η ιστορία ως θεματοφύλακας του έθνους, όπως είχε ήδη διαμορφωθεί από τους ρομαντικούς ιστορικούς της προηγούμενης περιόδου, δεν αμφισβητήθηκε αλλά ενισχύθηκε ακόμη περισσότερο μετά από την ταπεινωτική ήττα στον Γαλλοπρωσικό Πόλεμο του 1870. Βλ. Chr. Delacroix, Fr. Dosse, P. Garcia, ό.π., σ. 53-56.

640. Βλ. ΠΣΦΣ, συνεδρίαση 17ης Απριλίου 1892, και εδώ, σ. 208.

Σελ. 256
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/257.gif&w=600&h=915

στράφηκε προς τη μεσαιωνική και νεότερη ελληνική ιστορία, ενώ με τους μαθητές του επιχείρησε να καταλογογραφήσει συλλογές τεκμηρίων για τις ίδιες περιόδους.

Η εισαγωγή της φροντιστηριακής διδασκαλίας αποτέλεσε βαρύνουσα εξέλιξη στη συγκρότηση των ελληνικών ιστορικών σπουδών. Η αναμφισβήτητη αυτή παραδοχή υποκρύπτει μια σειρά από αντιφάσεις και διαφορετικές αντιλήψεις, όπως αυτές αποτυπώθηκαν παραστατικά στα φροντιστήρια των τριών διδασκόντων. Ταυτόχρονα, η αποτίμησή της συνδέεται με τον γενικότερο ρόλο που διαδραμάτισαν τα εργαστήρια και τα φροντιστήρια στη μεταβολή της φυσιογνωμίας του Πανεπιστημίου στο γύρισμα του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα.

Στην περίπτωση της ιστορίας, η εξέλιξη προς έναν αυτόνομο θεωρητικά και μεθοδολογικά ιστορικό λόγο δεν ήταν το αποκλειστικά κυρίαρχο σχήμα. Την ίδια εποχή ο Πατσόπουλος συνέχισε την παράδοση της διδασκαλίας μεγάλων περιόδων με γενικούς τίτλους και χωρίς συγκεκριμένες τομές, την αξιολογική αποτίμηση του παρελθόντος που βασιζόταν στα μεγάλα αφηγήματα και όχι στις πηγές και στην αρχειακή μελέτη. Ο καθηγητής της Ιστορίας των μέσων και νεωτέρων χρόνων και λιγότερο ο Καρολίδης, με βάση τουλάχιστον τους απολογισμούς τους, αντιλαμβάνονταν το φροντιστήριο ως συνέχεια της ακαδημαϊκής διδασκαλίας τους, με περισσότερο εξειδικευμένα θέματα και με μεγαλύτερη τη συμμετοχή των φοιτητών. Εάν ο Πατσόπουλος εμφανιζόταν δεσμευμένος στη θεματολογία του μαθήματος του, οι άλλοι δύο διδάσκοντες διατήρησαν στα φροντιστήριά τους πλήρη ελευθερία επιλογής θεμάτων. Δίδαξαν δηλαδή στοιχεία που, με βάση και τις γενικότερες αντιλήψεις τους, πίστευαν ότι ήταν απαραίτητα για τη συγκρότηση του αποφοίτου της Φιλοσοφικής Σχολής. Ο Σπ. Λάμπρος επικέντρωσε τη διδασκαλία του στις βοηθητικές επιστήμες καθώς και στις μεθόδους επεξεργασίας των πηγών, συγκροτώντας την τεχνική υποδομή ενός μελλοντικού ιστορικού, ενώ ο Π. Καρολίδης ασχολήθηκε με μεθοδολογικά και θεωρητικά ιστορικά ζητήματα δίνοντας έμφαση στην αρχαιότητα με σαφή φιλοσοφική κατεύθυνση. Σε αντίθεση με τον Σπ. Λάμπρο, ο Καρολίδης δεν παρουσίασε τον μεγάλο κύκλο μαθητών του πρώτου. Πέρα από την προσωπικότητα του ανδρός, οφείλει κανείς να παρατηρήσει ότι η φροντιστηριακή του διδασκαλία, κατά μείζονα λόγο αφιερωμένη σε θεωρητικά ζητήματα χωρίς πρακτική εφαρμογή, δεν έδωσε τη δυνατότητα μεγαλύτερης συνεργασίας με τους φοιτητές του.

Συμπερασματικά, η φροντιστηριακή διδασκαλία του Σπ. Λάμπρου προσέφερε ένα διαφορετικό μοντέλο ιστορικής εκπαίδευσης στους φοιτητές του

Σελ. 257
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/258.gif&w=600&h=915

Πανεπιστημίου.641 Ο στόχος ήταν η εξειδίκευση, η εκμάθηση τεχνικών, η χρήση των πηγών, η συγκρότηση της απαραίτητης επιστημονικής πειθαρχίας. Ο Λάμπρος στάθηκε, όπως και ο Παπαρρηγόπουλος, εχθρικός απέναντι σε κάθε είδους φιλοσοφία της ιστορίας. Αναζήτησε σταθερά τη συνεργασία με την ευρωπαϊκή ιστορική κοινότητα, συμμετέχοντας όσο ελάχιστοι έλληνες συνάδελφοι του στη διεθνή επιστημονική σκηνή με δημοσιεύσεις σε ξενόγλωσσα περιοδικά και με τη συμμετοχή του σε συνέδρια. Άλλωστε, η ανάπτυξη των βαλκανικών κρατών και η διεκδίκηση πλέον ενός κοινού παρελθόντος όπως το βυζαντινό δημιουργούσαν νέους εχθρούς, οι οποίο ι απαιτούσαν τη δική τους αιτιολόγηση στο παρόν και την αντίστοιχη τεκμηρίωση στο παρελθόν. Στην περίπτωση της επιστημονικής παραγωγής του Λάμπρου, του Νικολάου Πολίτη, του Γεωργίου Χατζιδάκι και των επιγόνων τους, οι βαλκανικοί εθνικισμοί δημιουργούσαν νέες αντιπαλότητες, όπου η αναγνώριση και η συνηγορία από την κοινότητα των ευρωπαίων ιστορικών αποτελούσε σημαντικό διακύβευμα, το οποίο διεκδικούσαν από τους γείτονες συναδέλφους τους. Τα φροντιστήρια των δύο τελευταίων καθηγητών, στα οποία τέθηκε ως κύριος στόχος η στήριξη του παπαρρηγοπούλειου σχήματος σε δύο νέες επιστήμες -τη γλωσσολογία και τη λαογραφία-, τοποθετούνταν εγγύτερα στη λογική του αντίστοιχου φροντιστηρίου του Λάμπρου.

Η παρουσία του καθηγητή της Αρχαίας ιστορίας υπήρξε καταλυτική στην επιλογή των όρων συμμετοχής στην υπό διαμόρφωση επιστημονική κοινότητα των ιστορικών. Η πανεπιστημιακή εκπαίδευση, η εξειδίκευση, το επιστημονικό σύγγραμμα, η γνώση των απαραίτητων τεχνικών και μεθόδων προσέγγισης των πηγών αναδείχθηκαν σε όρους συμμετοχής σε μια κοινότητα η οποία δεν αμφισβητούσε την εθνική χρησιμότητα της ιστορίας, αντιθέτως την αναδείκνυε. Το παράδειγμα του Λάμπρου μετέθετε το κέντρο βάρους της ιστορικής διδασκαλίας από τη συγκρότηση ενήμερων πολιτών και κυρίως διδασκάλων στην προετοιμασία καλών ιστορικών με ισχυρά μεθοδολογικά εργαλεία.

Η γνώση αυτή ήταν συνδεδεμένη με τα εθνικά αιτούμενα, τα εξυπηρετούσε. Άλλωστε, όπως υποστήριζε ο ίδιος ο Λάμπρος από το πλέον επίσημο πανεπιστημιακό βήμα, εκείνο του πρύτανη, ζητώντας την οικονομική στήριξη

641. Παρά τις ελπίδες που γεννά ο τίτλος του άρθρου του Μιχαήλ Δ. Βολονάκη («Η Ελληνική Ιστοριογραφία και η εν αυτή θέσις του Σπυρίδωνος Λάμπρου»: Εις μνήμην..., ό.π., σ. 445-448) για αποτίμηση του έργου του Λάμπρου από έναν μαθητή του, ο συγγραφέας του περιορίζεται σε γενικότητες και ρητορείες, δίχως καμιά ουσιαστική πληροφορία ή κρίση για το έργο του παλαιού του καθηγητή.

Σελ. 258
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/259.gif&w=600&h=915

των ιστορικών ερευνών, δεν υπάρχει πράγματι αλληλεγγύη μεγαλειτέρα της μεταξύ τον γραφείου του ιστοριογράφου και της σκηνής του στρατοπέδου. Επ' αμφοτέρων μετεωρίζεται μία και αυτή σημαία, η σημαία της πατρίδος.642

Η πατρίδα όμως φαινόταν να μην ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για τη συγκρότηση της ιστορικής επιστήμης, τουλάχιστον για τη δημιουργία εκείνων των υποδομών που θα εξασφάλιζαν τη δημουργία και εξέλιξη μια ιστορικής κοινότητας εκτός Πανεπιστημίου. Εάν στις χώρες της Ευρώπης προϋπήρχαν ή δημιουργήθηκαν την ίδια εποχή τα δίκτυα των σχολών και των ιδρυμάτων για την ιστορία και την αρχειακή έρευνα (αρχεία, βιβλιοθήκες) με αποτέλεσμα τη δημιουργία των πρώτων ειδικευμένων θέσεων εργασίας εκτός Πανεπιστημίου, στην ελληνική κοινωνία, καθώς δεν είχαν διαμορφωθεί οι κατάλληλοι υποδοχείς, το σύνολο σχεδόν όσων παρακολούθησαν φροντιστήρια απορροφήθηκαν στη μέση εκπαίδευση.

Την κατάσταση περιέγραφε με μελανά χρώματα λίγα χρόνια αργότερα ο ίδιος ο πρωτεργάτης της φροντιστηριακής διδασκαλίας στο σώμα των καθηγητών της Φιλοσοφικής. Με αφορμή την απουσία υποψηφίου από τους φοιτητές που είχαν παρακολουθήσει τα φροντιστήριά του στην εκλογή έκτακτου καθηγητή της Ιστορίας κατά τη συνεδρίαση της Φιλοσοφικής Σχολής (25 Μαΐου 1915) ο Λάμπρος σημείωνε: Των εμών τουλάχιστον μαθητών τινες μεν ετράπησαν εις τας επικουρικάς μαθήσεις της ιστορίας, ιδιαίτερον δε την παλαιογραφίαν και τας βυζαντιακάς μελετάς, πλείονες δε τινες εις την φιλολογίαν, ουχί ακάρπως συνεισάγοντες εις αυτήν και τα εκ του εμού φροντιστηρίου διδάγματα. Λόγος δε της μη αποκλειστικής εις την ιστορίαν αφοσιώσεως των ημετέρων μαθητών εν ω αφθονώτεροι είναι οι περί την φιλολογίαν και την αρχαιολογίαν διατρίβοντες, είναι ότι τούτο μεν εν τη μέση εκπαιδεύσει δεν επεφυλάχθη ιδία θέσις εις διδασκάλους της ιστορίας και κατ' ακολουθίαν λείπει η ευκαψία ιδιαιτέρας μορφώσεως ιστορικών διδασκάλων και ερευνητών, τούτο δε ότι διά μεν τους ευδοκίμως φιλολογούντας πλην της εν τοις γυμνασίοις υπηρεσίας ανεώχθησαν έκδηλοι θέσεις εν τη εργασία του λεξικού της ελληνικής γλώσσης, εις δε τους ειδικώτερον περί την αρχαιολογίαν διατρίβοντας είνε ανοικταί και αι θέσεις εφόρων των αρχαιοτήτων, ων μάλιστα μεγάλως ηυξήθη ο αριθμός επ' εσχάτων, προσμειδιά δ' εις αυτάς και η μετ' ευδόκιμον υπηρεσίαν από της τάξεως των εφόρων είσοδος εις το Πανεπιστήμιον. Ευτυχούμεν δε πράγματι να έχομεν πέντε συναδέλφους εκ προϋπαρξάντων εφόρων αρχαιοτήτων. Εν ω δε τοιαύται ευκολίαι χάριν του πρακτικού βίου παρέχονται εις τους εξέχοντας μεταξύ των νεωτέρων φιλολόγων και αρχαιολόγων απροστάτευτοι

642. Σπ. Λάμπρος, Νέοι Ορίζοντες..., ό.π., σ. 28.

Σελ. 259
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/260.gif&w=600&h=915

μένουσιν οι θέλοντες να μορφωθώσι ειδικώς εν τη ιστορία. Ουδ' αυτός δ' ο επ' εσχάτων ψηφισθείς νόμος περί γενικών αρχείων του κράτους εμερίμνησεν επαρκώς περί συνδυασμού της εν' αυταίς υπαλληλίας προς την εξοικονόμησιν ειδικών ιστορικών.

Στην πραγματικότητα αρκετοί από τους φοιτητές της Φιλοσοφικής συνέχισαν την ενασχόληση τους με την ιστορία. Κάποιοι διατηρώντας σχέσεις με τους δασκάλους τους συγκρότησαν κύκλους λογίων, που στήριξαν εγχειρήματα όπως εκείνο της συλλογής παροιμιών και παραδόσεων από τον Νικόλαο Πολίτη και της έκδοσης του περιοδικού Λαογραφία. Ασχολήθηκαν όμως και ενεργά στη συγγραφή τοπικών κυρίως ιστοριών τη δεκαετία του 1920, ιστοριών οι οποίες διέθεταν αρκετές από τις αρετές που διδάχθηκαν δίπλα στον Λάμπρο. Μια μικρή ομάδα αναμείχθηκε, διαδραματίζοντας εξέχοντα ρόλο, στην πνευματική ζωή των επόμενων χρόνων (Φίλιππος Γεωργαντάς, Δ. Γληνός, Μ. Κλεάνθους). Λίγοι συνέχισαν το πανεπιστημιακό έργο των διδασκάλων τους στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη (αναφέρω ενδεικτικά στη Φιλοσοφική Σχολή τον Αδ. Αδαμαντίου, τον Ν. Βέη, τον Ιωάννη Βογιατζίδη, τον Ιωάννη Καλιτσουνάκι, τον Φαίδωνα Κουκουλέ, τον Σωκράτη Κουγέα, τον Γεώργιο Π. Οικονόμου, και στη Θεολογική τον Δημήτριο Μπαλάνο και τον Κωνσταντίνο Δυοβουνιώτη),643 δημιουργώντας μια νέα γενιά διδασκόντων με πολύ πιο έντονα τα κοινά χαρακτηριστικά από ό,τι οι προηγούμενοι διδάσκοντες και με σαφή αναφορά στη φροντιστηριακή διδασκαλία.

643. Βλ. ενδεικτικά τους απολογισμούς των καθηγητών Ιστορίας στους πρυτανικούς απολογισμούς των ακαδημαϊκών ετών 1896-1897, 1897-1898, 1898-1899, 19001901, 1901-1902 κ.α., όπου αναφορά στους φοιτητές που διακρίθηκαν.

Σελ. 260
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/261.gif&w=600&h=915

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Η'

Η ΔΙΑΧΥΣΗ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ: ΑΠΟ ΤΙΣ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΕΣ ΑΙΘΟΥΣΕΣ ΣΤΟΥΣ ΣΥΛΛΟΓΟΥΣ

Οι μεταβολές στη φυσιογνωμία του Πανεπιστημίου Αθηνών ενέτειναν ένα ζήτημα που ήδη είχε διαφανεί από τις αρχές της λειτουργίας του: εκείνο της υποδοχής των γνωστικών αντικειμένων, και στο προκείμενο της ιστορίας, από ένα πλατύτερο κοινό.644 Εάν τα ακροατήρια των αιθουσών περιορίζονταν στους φυσικούς αποδέκτες τους, παρέμενε έντονο το πρόβλημα της διάχυσης της ιστορίας, ιδιαίτερα της εθνικής, σε ένα κοινό που δεν ήταν σε θέση πλέον να ενταχθεί στον εκπαιδευτικό μηχανισμό, σε συνδυασμό και με έναν αριθμό λογίων που επιζητούσαν την ευρύτερη προβολή και επαφή τους με αυτό και την οικονομική ενίσχυσή τους. Το έδαφος ήταν πρόσφορο, καθώς διαφαινόταν όλο και πιο έντονο το ενδιαφέρον για την εθνική ιστορία, τόσο λόγω των πολιτικών συμβάντων όπως ο Κριμαϊκός Πόλεμος, καθώς και των σχέσεων με τους άλλους βαλκανικούς λαούς, στοιχεία τα οποία αποτυπώθηκαν και στη σύγχρονη ιστοριογραφική παραγωγή. Όπως σημείωνε ο Κ. Δ. Παπαρρηγόπουλος στην αγγελία του στην Πανδώρα για τη διεξαγωγή των έξι δημόσιων μαθημάτων επισημαίνοντας ιδιαίτερα τον επιστημονικό χαρακτήρα της ιστορίας : Η διάδοσις της επιστήμης εις τους πολλούς δεν επιτυγχάνεται τόσον διά της υψηλής πανεπιστημιακής διδασκαλίας, όσον διά παραδόσεών τινων αφελεστέρων, και εις πάντας κατά το μάλλον και ήττον προσιτών. Μάλιστα δε αναγκαίαι είναι τοιαύται, ούτως ειπείν δημώδεις, παραδόσεις της εθνικής ιστορίας, ήτις ενισχύει την προς την πατρίδα αγάπην, διδάσκει τα αληθή αυτής συμφέροντα και εν γενεί συντελεί, ως ουδέν άλλο, εις την μόρφωσιν καλών και αγαθών πολιτών.645

Από τις πληροφορίες που διαθέτουμε δεν γνωρίζουμε εάν τα μαθήματα του καθηγητή πραγματοποιήθηκαν. Η αγγελία όμως ήταν ενδεικτική της πρόθεσής του, σε συνάρτηση με το οικονομικό όφελος, να συνδιαλεχθεί με ένα ευρύτερο κοινό, το οποίο ενδιαφερόταν για την εθνική ιστορία. Το 1865 ο Πα-

644. Βλ. Β. Καραμανωλάκης, «Η Ιστορία και το κοινό...», ό.π., σ. 215-233.

645. Βλ. «Διδασκαλία της ιστορίας», ό.π., σ. 536.

Σελ. 261
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/262.gif&w=600&h=915

Παπαρρηγόπουλος, αλλά και ο έτερος καθηγητής της Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Δ. Βερναρδάκης συμμετείχαν στην ίδρυση του Συλλόγου «Αθήναιον», του πρώτου συλλόγου με στόχο τη διεξαγωγή δημόσιων ακροάσεων σε γλώσσα καταληπτή για ένα κοινό που δεν έτυχε συστηματικής παιδείας και ασχολούνταν με «αλλότρια» επαγγέλματα, ιδιαίτερα δε για τις γυναίκες. Επρόκειτο για έργο εθνικό, όπως τόνιζε και το ανώνυμο εισαγωγικό σημείωμα στη σχετική αγγελία στο περιοδικό Πανδώρα, τ ο οποίο αναφερόταν και στην επιρροή των αντίστοιχων ευρωπαϊκών συλλόγων και ιδιαίτερα του Ελληνικού Φιλολογικού Συλλόγου Κωνσταντινουπόλεως (ΕΦΣΚ), ο οποίος είχε ιδρυθεί το 1861.646 Έναν χρόνο πριν, στο ίδιο περιοδικό, ο εκδότης του Νικόλαος Δραγούμης είχε δημοσιεύσει ένα επιστολιμαίο άρθρο για τον ΕΦΣΚ, όπου επαινούσε ιδιαίτερα τα δημόσια μαθήματα που οργάνωνε ο σύλλογος. Σύμφωνα με τον συγγραφέα, η αγόρευση, σε αντίθεση με την ανάγνωση, αντί να βαρύνη αναψυχεί, διδάσκει και ηθοποιεί.6''1 Και σημείωνε ιδιαίτερα για την ιστορία : Νομίζω προ πάντων και αναγκαία και ωφέλιμα τα ιστορικά αναγνώσματα, καθ' όσον έκαστος οφείλει να έχη κατά το μάλλον και ήττον ιδέαν τινά της ιστορίας του έθνους εις ο ανήκει [..,].648 Στην ελληνική περίπτωση, η διδασκαλία της εθνικής ιστορίας ήταν απολύτως επιβεβλημένη και ιδιαίτερα επιβοηθητική για τον ρήτορα : Επειδή δε ουδενός έθνους ιστορία πλουτεί παραδειγμάτων μεγαλοπρεπών και αξιομιμήτων όσον η του ημετέρου, και επειδή ουδέν έθνος ανεβίβασε την ηθικήν εις τον κολοφώνα της τελειότητος όσον το ελληνικόν, εύκολο εις τον ευφυή ρήτορα να αρύεται εξ αυτών, και πλάσσων και υπομνηματίζων μετ' επιτηδειότητος και εγκρατείας λόγου να παραδίδη εις το ακροατήριον.649

Η αλλαγή του Συντάγματος το 1864 και η δυνατότητα δημιουργίας συλλόγων και σωματείων οδήγησαν σε έναν εξαιρετικά υψηλό αριθμό συλλογικοτήτων στο ελεύθερο ελληνικό κράτος, αλλά και στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, με βάση αντίστοιχες νομοθετικές μεταβολές. Το 1865 ιδρύθηκε από τον Σπυρίδωνα Λάμπρο και τα αδέλφια του ο Φιλολογικός Σύλλογος «Παρνασσός», τα δημόσια μαθήματα και οι διαλέξεις του οποίου αποτέλεσαν έναν από

646. Η βιβλιογραφία για τον Ελληνικό Φιλολογικό Σύλλογο Κωνσταντινουπόλεως διευρύνεται συνεχώς. Σημειώνω ενδεικτικά τη μελέτη του Χάρη Εξερτζόγλου, Εθνική ταυτότητα στην Κωνσταντινούπολη τον 19ο αι.: Ο Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος Κωνσταντινουπόλεως 1861-1912, Αθήνα, Νεφέλη, 1996, όπου και παλαιότερη βιβλιογραφία.

647. «Περί του Φιλολογικού Συλλόγου. Επιστολή Ζ'», Πανδώρα 15, 351 (1η Νοεμβρίου 1864), σ. 421.

648. Στο ίδιο, σ. 423.

649. Στο ίδιο.

Σελ. 262
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/263.gif&w=600&h=915

τους σημαντικότερους θεσμούς της αθηναϊκής κοινωνίας.650 Στη «συλλογομανία» που ακολούθησε το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα651 οι διαλέξεις, τα αναγνώσματα, τα δημόσια ή εσπερινά μαθήματα αποτέλεσαν, μαζί με τις άλλες δραστηριότητες των πολιτιστικών συλλόγων (κυρίως την ίδρυση σχολείων και άλλων κοινωφελών ιδρυμάτων, την καθιέρωση διαγωνισμών, τη διοργάνωση κοσμικών εκδηλώσεων), κεντρική δραστηριότητα, η οποία αποσκοπούσε σε ένα κοινό ενηλίκων, με όχημα μια γλώσσα καταληπτή και θέματα κυρίως από την ελληνική λογοτεχνία και ιστορία.652 Οι δημόσιες αυτές εκδηλώσεις συχνά διαχωρίζονταν σε εκείνες στις οποίες απαιτούνταν η καταβολή κάποιου αντιτίμου για την είσοδο, ενώ άλλες προσφέρονταν δωρεάν, όπως για παράδειγμα στην περίπτωση του Φιλολογικού Συλλόγου «Παρνασσός».

Η σχέση των συλλόγων με το Πανεπιστήμιο αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της ιστορίας του ανώτατου εκπαιδευτικού ιδρύματος αλλά και των συγκεκριμένων συλλογικοτήτων, το οποίο δεν έχει ακόμη γραφεί. Είτε παραπληρωματική είτε ανταγωνιστική, η σχέση αυτή διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στη φυσιογνωμία του ιδρύματος. Το 1879, στο πρώτο και μόνο συνέδριο των συλλόγων το Πανεπιστήμιο Αθηνών αποτελούσε τον πρώτο ιεραρχικά και λόγω παλαιότητας σύλλογο. Τριάντα πέντε περίπου χρόνια αργότερα, στην εορτή για τα σαράντα χρόνια της ΧΑΕ, ο πρύτανης Κωνσταντίνος Ζέγγελης σημείωνε : Κοιναί προσπάθειαι το συνδέουν, κοινός είνε ο μετ' αυτών αγών και κοινόν το γέρας. Η επιστημονική της Ελλάδος πρόοδος. [...] Τας Εταιρείας όθεν αυτάς δεν θεωρούμεν απλώς συμμάχους εν κοινώ αγώνι, αλλά τέκνα ιδία πνευματικής οικογενείας έξω του Πανεπιστημίου θεμελιώσαντα.653 Σύμφωνα με τον πρύτανη οι σύλλογοι αυτοί (ανάμεσά τους ο Φιλολογικός Σύλλογος «Παρνασσός», η Αρχαιολογική και η Ιατρική Εταιρεία) «αρδεύονταν» από το Πανεπιστήμιο, καθώς οι καθηγητές του ήταν πρόεδροι ή μέλη των διοικητικών συμβουλίων τους.

650. Βλ. Κωνσταντίνος Α. Βοβολίνης, Το χρονικόν του «Παρνασσού» (1865-1950), Αθήνα 1951.

651. Η βιβλιογραφία για τους συλλόγους είναι εξαιρετικά διευρυμένη, αν και συνήθως επικεντρώνεται σε συγκεκριμένους συλλόγους ή περιοχές, με ελάχιστες προσπάθειες κατανόησης του συνολικού φαινομένου. Από τις νεότερες προσεγγίσεις βλ. Λυδία Παπαδάκη, «Τοσούτοι οξύφωνοι αλέκτορες αναφωνούντες γρηγορείτε: οι ελληνικοί πολιτιστικοί σύλλογοι τον 19ο αιώνα», Τα Ιστορικά 14, 27 (Δεκέμβριος 1997), σ. 303-322.

652. Βλ. και το σχετικό κεφάλαιο για τις δημόσιες διαλέξεις στον κανονισμό του Ελληνικού Φιλολογικού Συλλόγου, Ο εν Κωνσταντινουπόλει Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος. Σύγγραμμα περιοδικόν, τ. 6 (1871-1872), σ. ζ'.

653. Πρυτανικοί λόγοι 1924-1925, σ. 26-27.

Σελ. 263
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/264.gif&w=600&h=915

Πανεπιστημιακοί όπως ο Κ. Παπαρρηγόπουλος, ο Δ. Βερναρδάκης, ο Σπ. Λάμπρος, ο Π. Καρολίδης, ο Γ. Κρέμος πρωτοστάτησαν στη δημιουργία συλλόγων και διαδραμάτισαν καθοριστικό ρόλο στη στελέχωσή τους. Η πανεπιστημιακή τους ιδιότητα αποτελούσε σημαντική παράμετρο της αποδοχής τους από την κοινή γνώμη, αλλά και των ηγετικών ρόλων που καταλάμβαναν.

Στα προγράμματα των δημόσιων μαθημάτων ή διαλέξεων, όπως τουλάχιστον μπορεί κανείς να διαπιστώσει από τα αντίστοιχα κείμενα που φιλοξενούν τα περιοδικά των δύο σημαντικότερων συλλόγων με δημόσια μαθήματα, του Φιλολογικού Συλλόγου «Παρνασσός» και του ΕΦΣΚ, η ιστορία κατείχε σημαντική θέση.654 Η διδασκαλία της εντασσόταν σε μια ευρύτερη στοχοθεσία, η οποία αφορούσε τη γνώση του εθνικού παρελθόντος και την ενίσχυση της εθνικής ταυτότητας των ακροατών. Η εθνική ιστορία, η διδασκαλία της γλώσσας, η ανάγνωση και ερμηνεία των έργων της αρχαίας ελληνικής γραμματείας αποτελούσαν απαραίτητα συστατικά των προγραμμάτων των δημόσιων μαθημάτων ή διαλέξεων. Πέρα από την εθνική, δεν απουσίαζε και η γενική ιστορία: η σταχυολόγηση συμβάντων από την παγκόσμια ιστορία, οι βιογραφίες μεγάλων ανδρών όπως ο Αβραάμ Λίνκολν ή ο Ιούλιος Καίσαρ, οι ηθικοπλαστικές ιστορίες από την αρχαιότητα, τα ανέκδοτα και τα παράξενα από τη νεότερη ιστορία, οι ιστορίες άλλων κρατών έκαναν αισθητή την παρουσία τους, όπως άλλωστε και στην ύλη των οικογενειακών περιοδικών και στις σελίδες των εφημερίδων. Ο στόχος ήταν η ψυχαγωγία και κυρίως η μόρφωση, η συγκρότηση του πολίτη. Η ελληνική αρχαιότητα, η νεότερη ελληνική ιστορία, κυρίως εντός του ελληνικού βασιλείου, και ιδιαίτερα η Βυζαντινή Αυτοκρατορία655 προσέφεραν μια σειρά από θέματα προς ανάπτυξη, ενώ ταυτόχρονα νοηματοδοτούσαν διαφορετικά τις σελίδες της παγκόσμιας ιστορίας. Μέσα από μια ελληνοκεντρική οπτική εύλογα διαφοροποιούνταν, λόγου χάρη, η θέση και ο ρόλος της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, ιδιαίτερα της ρωμαϊκής κυριαρχίας στον ελληνικό χώρο, ή η σχέση των Σταυροφόρων με το Βυζάντιο. Η

654. Τα προγράμματα αλλά και οι σύντομες συνήθως περιλήψεις των ανακοινώσεων στις αίθουσες των δύο συλλόγων φιλοξενήθηκαν στις σελίδες των ομώνυμων περιοδικών οργάνων τους.

655. Σημειώνω τις δύο διαλέξεις του Κ. Παπαρρηγόπουλου στο «Αθήναιον», οι οποίες δημοσιεύθηκαν την ίδια χρονιά που εκφωνήθηκαν: «Περί της Στάσεως της λεγομένης του Νίκα και περί του ναού της Αγίας Σοφίας», Πανδώρα 16, 382 (15 Φεβρουαρίου 1866), σ. 501-511, και «Περί των δύο πολιτικών ακολουθιών της Εκκλησίας ημών, ήτοι του Ακάθιστου Ύμνου και της Υψώσεως του Σταυρού», Πανδώρα 17, 403 (1η Ιανουαρίου 1867), σ. 457-467.

Σελ. 264
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/265.gif&w=600&h=915

ιστορία αποτελούσε απαραίτητο στοιχείο της ελληνικής ταυτότητας, καθώς η εμφάνιση και η ενδυνάμωση ανταγωνιστικών ορθόδοξων εθνών στα Βαλκάνια διαμφισβητούσε το εθνικό υποκείμενο και οδηγούσε εντονότερα στην ανάγκη ενίσχυσης της εθνικής συνείδησης τόσο των κατοίκων του ελληνικού κράτους όσο και των υπόδουλων ορθοδόξων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Σε αυτό το πλαίσιο η προβολή του Βυζαντίου και η ανάδειξή του ως προγονικής κληρονομιάς λειτούργησε ανταγωνιστικά προς τους υπόλοιπους βαλκανικούς εθνικισμούς.

Η θεματολογία των διαλέξεων συνδεόταν με τις εξελίξεις της εθνικής ιστοριογραφίας, απηχούσε τις μεταβολές και τον κυρίαρχο βηματισμό της. Οι διαλέξεις, σε συνδυασμό με τις εκδόσεις και τους διαγωνισμούς, αποτέλεσαν τα κατεξοχήν οχήματα μεταφοράς, ιδιαίτερα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, του σχήματος του Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου. Παράλληλα η αναζήτηση τεκμηρίων τοπικής-εθνικής ιστορίας και η επεξεργασία τους αποτέλεσε αγαπημένη ενασχόληση των λογίων, οι οποίοι είτε μέσα από τη φοίτησή τους στο ελληνικό Πανεπιστήμιο (στην καλύτερη περίπτωση), είτε μέσω της θητείας τους στους συλλόγους μετατρέπονταν σταδιακά από ιστοριοδίφες σε ιστορικούς.656 Η ενασχόληση αυτή με την εθνική ιστορία ενισχύθηκε από την ελληνική κυβέρνηση και από τους συλλόγους, οι οποίοι ανέλαβαν πολυάριθμες και ευαίσθητες πρωτοβουλίες, σκοπεύοντας ιδιαίτερα στην ενίσχυση ή και κάποτε στη δημιουργία του εθνικού φρονήματος στους πληθυσμούς που ζούσαν εκτός του ελληνικού κράτους.657

Η διδασκαλία της εθνικής ιστορίας προϋπέθετε τον ενθουσιασμό, τη συναισθηματική εμπλοκή του ακροατή, την ταύτισή του με τους ήρωες, τα θετικά πρότυπα : Τις δεν ανετινάσσετο και ακουσίως από του βάθρου του, ότε η νεότης του Πανεπιστημίου ομού και του άστεως το γήρας συνήρχοντο επί το αυτό, όπως ακούσωσιν αυτού αφηγουμένου εν συγκινήσει τας νίκας του Βελισσαρίου και του

656. Βλ. τις παρατηρήσεις της Ιωάννας Πετροπούλου, «Ο εκδημοκρατισμός της γραφής»: Πασχάλης Μ. Κιτρομηλίδης, Τριαντάφυλλος Ε. Σκλαβενίτης (επιμ.), Δ' Διε

θνές Συνέδριο Ιστορίας..., ό.π., τ. 2, σ. 623-654.

657. Σημειώνω ιδιαίτερα τη σύσταση το 1899 του Συλλόγου προς Διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων (ΣΩΒ). με σκοπό, όπως καταγράφεται στο καταστατικό του την ίδια χρονιά, τη διάδοση ωφέλιμων γνώσεων στον λαό, ιδιαίτερα με τη δημοσίευση μικρών βιβλίων, εύληπτων και ομοιόμορφων, που να φέρουν το όνομα και τη σφραγίδα του συλλόγου. Βλ. Ελένη Δ. Μπελιά, Ο Σύλλογος προς διάδοσιν ωφελίμων βιβλίων. Διαδρομή μιας εκατονταετίας 1899-1999, Αθήνα, Σύλλογος προς Διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων, 1999, σ. 15. Αρκετά από αυτά τα βιβλία γράφτηκαν από πανεπιστημιακούς ιστορικούς, όπως ο Π. Καρολίδης και ο Γ. Σωτηριάδης.

Σελ. 265
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/266.gif&w=600&h=915

Ηρακλείου, του Νικηφόρου Φωκά και του Βασιλείου, ότε οιονεί ανηρτημενοι από των χειλέων του αφηγήτορος πάντες παρίσταντο εις τας τελευταίας επώδυνους ημέρας της βασιλευούσης και εις τας υστάτας του εσχάτου βασιλέως στιγμάς ή ενόμιζον άλλοτε χαίροντες, ότι απηχεί εις τα ώτα των η βοή των μαχών και ο επινίκιος αλαλαγμός των ελευθερωτών της πατρίδος.658 Το προηγούμενο απόσπασμα από τον επικήδειο που εκφώνησε ο Σπ. Λάμπρος για τον Παπαρρηγόπουλο περιγράφει με τον πιο γλαφυρό τρόπο τα συναισθήματα των ακροατών του «Παρνασσού»: ενθουσιασμός ή κατανυκτική σιωπή, που την ακολουθούσε το ξέσπασμα των χειροκροτημάτων. Στερεότυπες αντιδράσεις, που συναντάμε σε πολλές από τις περιγραφές των διαλέξεων και των μαθημάτων και που υποδεικνύουν στην πραγματικότητα τον «ορθό» τρόπο ακρόασης της εθνικής ιστορίας. Σε αυτό που ήταν το «δράμα» της ιστορίας, στην τελετουργική διαδικασία όπως οριζόταν κάθε φορά από τους κανονισμούς και τα καταστατικά, σε μια διαδικασία άκρως ιεραρχημένη, το κοινό και ο ρήτορας αναλάμβαναν τους συγκεκριμένους ρόλους τους. Το κοινό αντιδρούσε, συμμετείχε, ερχόταν προετοιμασμένο για να μάθει την ιστορία των προγόνων του και μέσω αυτής της «συγγενικής» σχέσης να προσδιορίσει τον εαυτό του. Ο ρήτορας, ο δάσκαλος, οδηγούσε τους συμμετέχοντες σε αυτό το παρελθόν όχι πάντοτε με επιτυχία, άλλοτε λόγω έλλειψης ακροατηρίου και άλλοτε λόγω δικής του αδυναμίας. Από αυτή την εικόνα όμως έμειναν κυρίως τα κατάμεστα ακροατήρια και η συγκίνηση του κοινού, ενός εθνικού κοινού που η προσέγγισή του ήταν, θεωρητικά τουλάχιστον, πιο εύκολη, στο μέτρο που μια προφορική ανακοίνωση, ένα μάθημα, σε αντίθεση με ένα ακόμη και εκλαϊκευμένο κείμενο σε ένα περιοδικό, υπερέβαινε τον σκόπελο του αναλφαβητισμού.

Ο πολύ μεγάλος αριθμός των συλλόγων και οι διαφορετικές λειτουργίες που επιτέλεσαν εντός και εκτός της ελληνικής επικράτειας δυσκολεύουν την αποτίμηση αυτών των ακροατηρίων. Από τα στοιχεία που έχουμε για συλλόγους όπως ο Φιλολογικός Σύλλογος «Παρνασσός» ή ο ΕΦΣΚ, παρά τη σχετική ρητορεία δεν προκύπτει ότι τα μαθήματα αυτά ως αναγνώσματα, ως εσπερινά μαθήματα ή ως διαλέξεις μπόρεσαν να κινητοποιήσουν ευρύτερα σύνολα. Στην πραγματικότητα συνέρρεαν σε αυτά κυρίως εγγράμματοι αναγνώστες, μέλη της μεσαίας και ανώτερης τάξης, καθώς και φοιτητές ή μαθητές. Αναφέρομαι και πάλι στα μαθήματα και στις διαλέξεις, όχι στους εορτασμούς ή στις επετείους, τα οποία, λόγω του γεγονότος αυτού καθ' εαυτό, προσείλκυαν

658. Σπ. Λάμπρος, «Επικήδειος αποχαιρετισμός εις Κωνσταντίνον Παπαρρηγόπουλον», Λόγοι και Άρθρα..., ό.π., ο. 303-307.

Σελ. 266
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Η συγκρότηση της ιστορικής επιστήμης και η διδασκαλία της ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (1837-1932)
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 247
    

    όπως τα σχολικά εγχειρίδια.626 Ταυτόχρονα διευρύνονταν και εξελίσσονταν οι διαδικασίες αξιολόγησης των υποψήφιων διδασκόντων, καθηγητών και υφηγητών, ενώ κωδικοποιούνταν μια σειρά από διαδικασίες όπως η εκπόνηση διδακτορικής διατριβής και η υποστήριξή της, οι οποίες αφορούσαν τη συγκρότηση και την αναπαραγωγή της πανεπιστημιακής κοινότητας. Από την απλή παράθεση των συγγραμμάτων του Λάμπρου που αφορούσαν τη γενική ιστορία, από τον Κ. Παπαρρηγόπουλο και την άρνησή του να γνωμοδοτήσει για την εκλογή φτάνουμε στην εμπεριστατωμένη έκθεση από τον Σπυρίδωνα Λάμπρο (1892), τη βασισμένη στο συγγραφικό έργο των υποψηφίων. Στην ίδια εκλογή βεβαίως ο Δ. Πατσόπουλος αρνήθηκε να τοποθετηθεί. Στις εκλογές των καθηγητών που ακολούθησαν η εμπεριστατωμένη έκθεση μιας τριμελούς επιτροπής ειδικών, η εκτενής συζήτηση του συγγραφικού έργου, η αιτιολογημένη δημόσια ψήφος των μελών της Σχολής αποτέλεσαν τον κανόνα για τη διαδικασία αξιολόγησης. Το επιστημονικό σύγγραμμα αποτελούσε πλέον απαραίτητο στοιχείο για την ένταξη στην πανεπιστημιακή κοινότητα, παρ' όλο που την περίοδο αυτή ούτε ο αριθμός των συγγραμμάτων είναι ιδιαίτερα μεγάλος, ούτε η ποιότητά τους υψηλή.

    ΜΕΤΑΦΡΑΖΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΓΝΩΣΗ ΚΑΙ ΕΜΠΕΙΡΙΑ

    Στη συζήτηση για τα συγγράμματα των καθηγητών και υφηγητών της Ιστορίας θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας και έναν άλλο παράγοντα: τις μεταφράσεις. Ο Σπυρίδων Λάμπρος αφιέρωσε σημαντικό μέρος της δραστηριότητάς του στο μεταφραστικό έργο. Δημοσίευσε μεταφράσεις πολύτομων έργων, οι οποίες εκτείνονταν σε όλο το εύρος της ελληνικής ιστορίας.627 Δεν ήταν ο πρώτος ούτε ο μόνος καθηγητής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών που ασχολήθηκε με τη μετάφραση. Το σύνολο των διδασκόντων που μελετώ έχουν εκπονήσει μια σειρά από μεταφράσεις και σχολιασμούς ξενόγλωσσων κειμένων, είτε μονογραφιών είτε μικρότερων άρθρων που δημοσιεύθηκαν σε περιοδικά και εφημερίδες. Οι μεταφράσεις αυτές κινούνταν προς δύο κατευθύνσεις : η μια αφορούσε τη σχολική κυρίως εκπαίδευση ή ένα ευρύτερο κοινό και συνδεόταν με βιοποριστικούς λόγους. Η μετάφραση του Λευί-Αλβαρές από

    626. Για τη σημασία των υποσημειώσεων στη συγκρότηση της ιστορικής γραφής βλ. Anthony Grafton, Η υποσημείωση. Μια παράξενη ιστορία, μτφ.: Γκόλφω Μαγγίνη, Αθήνα, Πατάκης, 2001.

    627. Για τις πλήρεις αναγραφές των μεταφράσεων βλ. την εργογραφία του Σπ. Λάμπρου.