Συγγραφέας:Καραμανωλάκης, Βαγγέλης Δ.
 
Τίτλος:Η συγκρότηση της ιστορικής επιστήμης και η διδασκαλία της ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (1837-1932)
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:42
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:2006
 
Σελίδες:551
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Εκπαίδευση-Τριτοβάθμια
 
Παιδεία-Εκπαίδευση
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα, Πανεπιστήμιο Αθηνών
 
Χρονική κάλυψη:1837-1932
 
Περίληψη:Αφετηριακή υπόθεση της εργασίας αυτής είναι ότι η ιστορία συγκροτείται ως επιστήμη μέσα από την καταλυτική επίδραση εκπαιδευτικών θεσμών για την παραγωγή και τη μετάδοση της γνώσης, όπως είναι το πανεπιστήμιο. Οι θεσμοί αυτοί επιβάλλουν σε μεγάλο βαθμό στην ιστοριογραφική παραγωγή τη λογική της συγκρότησης και της λειτουργίας τους, τις αξίες που τους διέπουν, τις πρακτικές ανάδειξης κύρους και τους συσχετισμούς δύναμης που επικρατούν στο εσωτερικό τους, τις σχέσεις τους με την πολιτική εξουσία και την κοινωνία. Η πανεπιστημιακή διδασκαλία της ιστορίας κατά την περίοδο που καλύπτει το βιβλίο συνδέθηκε με μια σειρά από παράγοντες και μεταβλητές, στοιχεία που καθόρισαν και το συγκεκριμένο πλαίσιο αναφοράς : το πανεπιστημιακό περιβάλλον, η ιστοριογραφική παράδοση, τα πρόσωπα που δίδαξαν και οι αποδέκτες της διδασκαλίας τους. Στόχος της παρούσας εργασίας είναι η συνεξέταση αυτών των παραγόντων μέσα στην ευρύτερη πολιτική και κοινωνική συγκυρία από την οποία σε μεγάλο βαθμό ορίστηκαν και την οποία εντέλει επανακαθόρισαν, με άλλα λόγια θέμα του βιβλίου είναι η συγκρότηση, στον χώρο του Πανεπιστημίου Αθηνών, μιας εθνικής-επιστημονικής ιστορίας με έντονο διδακτικό χαρακτήρα, η οποία επηρέασε καθοριστικά τη συνολική ιστοριογραφική παραγωγή, λόγω της σημαίνουσας θέσης του ιδρύματος, καθώς για έναν περίπου αιώνα αποτέλεσε τον μοναδικό οργανωμένο θεσμό της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης ο οποίος παρήγε ιστορική γνώση, κατάρτιζε τους φοιτητές και προετοίμαζε τους αποφοίτους του για τη διάχυση αυτής της γνώσης, μέσω κυρίως του σχολικού δικτύου, στο ελληνικό βασίλειο και στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 43.93 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 271-290 από: 554
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/271.gif&w=600&h=915

ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟ

ΟΙ ΑΓΩΝΙΕΣ ΤΩΝ ΕΠΙΓΟΝΩΝ: Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΒΥΖΑΝΤΙΟΥ - ΝΕΟΤΕΡΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ

(1910-1932)

Σελ. 271
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/272.gif&w=600&h=915 01 - 0002.htm

ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Σελ. 272
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/273.gif&w=600&h=915

ΚΕΦΑΛΑΙΟ A'

ΔΙΕΥΡΥΝΟΝΤΑΣ ΤΟ ΤΟΠΙΟ (1910-1932): ΤΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΘΗΝΩΝ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΑ ΝΕΑ ΑΝΩΤΑΤΑ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΑ ΙΔΡΥΜΑΤΑ

Δυο εκτεταμένες και πολλές μικρές νομοθετικές αλλαγές, σε συνδυασμό με κύματα εκκαθαρίσεων του διδακτικού προσωπικού, διαμόρφωσαν τη νέα εικόνα του Πανεπιστημίου Αθηνών την περίοδο αυτή. Αλλαγές και εκκαθαρίσεις πριν και κατά τον ταραγμένο ελληνικό Μεσοπόλεμο, σε μια εποχή μεγάλων πολιτικών και κοινωνικών ανακατατάξεων, όπου η ελληνική κοινωνία αναδιαμορφώθηκε, νέες δυνάμεις εμφανίστηκαν στο προσκήνιο, παλαιοί πρωταγωνιστές υποχώρησαν στα παρασκήνια. Στο νέο τοπίο τοποθετήθηκε εκ νέου το Πανεπιστήμιο Αθηνών αλλά και γενικότερα η τριτοβάθμια εκπαίδευση, η οποία γνώρισε την πιο σημαντική έως τότε επέκτασή της.

Η ίδρυση του Πανεπιστημίου της Σμύρνης και η σύντομη ζωή του (19191920),666 η έναρξη της λειτουργίας του Πανεπιστημίου της Θεσσαλονίκης (1926), η αναβάθμιση του Πολυτεχνείου, η ίδρυση άλλων ανώτατων σχολών (Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών, Ανωτάτη Γεωπονική Σχολή, ΑΣΟΕΕ, Πάντειος) περιόριζαν εύλογα τον χώρο τού έως τότε μοναδικού τριτοβάθμιου εκπαιδευτικού ιδρύματος και των λειτουργών του ,667 Παράλληλα μια σειρά από σημαίνουσες εξελίξεις μετέβαλαν τη φυσιογνωμία του.

Κατ' αρχήν συντελέστηκε μια συνολική αναμόρφωση του πανεπιστημιακού προγράμματος και της στοχοθεσίας του: η πανεπιστημιακή μόρφωση πέρα από τη γνωστική της διάσταση έπρεπε πλέον να υπηρετήσει την εξειδίκευση και, έστω και σε θεωρητικό επίπεδο, τις παραγωγικές διαδικασίες,

666. Β. Γ. Σολομωνίδης, «Ιωνικό Πανεπιστήμιο Σμύρνης: συμβολή στην ειρηνική συνύπαρξη», Πανεπιστήμιο: Ιδεολογία και Παιδεία..., ό.π., τ. 2, σ. 387-396.

667. Βλ. Κ. Παπαπάνου, ό.π., σ. 159-257, και Νίκος Ε. Παπαδάκης, «Διευρύνοντας την σκέπη της σοφίας. Αναπτυξιακή προοπτική, κοινωνικο-οικονομικες μεταρρυθμίσεις και πανεπιστημιακή πολιτική στο Μεσοπόλεμο: Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, ΑΣΚΤ, Ανώτατη Γεωπονική Σχολή, ΑΣΟΕΕ και Πάντειος», Πανεπιστήμιο 5 (2002), σ. 3-59.

Σελ. 273
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/274.gif&w=600&h=915

αποβλέποντας στην προετοιμασία ενημερωμένων και ειδικευμένων νέων επιστημόνων. Ακόμη, τέθηκε σε εφαρμογή το νέο κτιριολογικό πρόγραμμα του Πανεπιστημίου Αθηνών, με στόχο την κάλυψη των διδακτικών αναγκών των φοιτητών και τη δημιουργία των ανάλογων υποδομών για εργαστηριακή και φροντιστηριακή διδασκαλία. Τέλος, η καθιέρωση των εισιτήριων εξετάσεων το 1926, με τη συγκεκριμενοποίηση του αριθμού των εισακτέων το 1930, συντέλεσαν καθοριστικά στη φυσιογνωμία του φοιτητικού πληθυσμού, ο οποίος, όπως και το διδακτικό προσωπικό, διευρύνθηκε σημαντικά. Οι πολλαπλές νομοθετικές παρεμβάσεις, εξαρτώμενες κατά κύριο λόγο από τις πολιτικές θέσεις και τις μικροπολιτικές επιδιώξεις των κυβερνώντων, κατέληξαν στην πολυνομία, στην αντιφατικότητα και σε αλληλοσυγκρουόμενα μέτρα και ρυθμίσεις, τα οποία τελικά δυσχέραιναν αντί να διευκολύνουν τη λειτουργία του Πανεπιστημίου ,668

Μια από τις πλέον σημαίνουσες εξελίξεις υπήρξε η δυναμική, πολύ περισσότερο πλέον οργανωμένη και «χρωματισμένη» πολιτικά παρουσία του φοιτητικού κινήματος. Το 1910 ιδρύθηκε η Φοιτητική Συντροφιά, το πρώτο φοιτητικό σωματείο με καταστατικό γραμμένο στη δημοτική γλώσσα, με σκοπό ανάμεσα σε άλλους τη χρήση και διάδοση της τελευταίας. Οι πρωτοποριακές ιδέες των μελών του, η συστράτευση στις γραμμές του ενός μικρού αριθμού φοιτητών που αργότερα επρόκειτο να κάνουν αισθητή την παρουσία τους στην πνευματική ζωή, η προβολή των θέσεών τους με την έκδοση εντύπων αλλά και τη διοργάνωση διαλέξεων και άλλων εκδηλώσεων οδήγησαν πολύ γρήγορα στην καθιέρωσή του.669 Την ίδια εποχή το Πανεπιστήμιο Αθηνών, ιδιαίτερα η Φιλοσοφική, οργάνωνε την αντίδρασή του και εξέφραζε τους φόβους του για τις επερχόμενες μεταρρυθμίσεις. Με πρωτεργάτη και πάλι τον Γ. Μιστριώτη οργανώθηκε η Μεγάλη των Φοιτητών Επιτροπεία προς Έννομον Άμυναν της Εθνικής Γλώσσης, η οποία αγωνίστηκε και συγκρούστηκε για την καταπολέμηση της δημοτικής γλώσσας. Το 1911, με αφορμή το άρθρο για τη γλώσσα στο νέο Σύνταγμα, ο Μιστριώτης και οι οπαδοί του αναστάτωσαν το κέντρο της Αθήνας με συνεχείς διαδηλώσεις και συλλαλητήρια, με αποκορύφωμα

668. Για τις αλλαγές στην πανεπιστημιακή εκπαίδευση την περίοδο αυτή βλ. Κ. Παπαπάνου, ό.π., σ. 160-178, 202-218.

669. Βλ. Ρένα Σταυρίδη-Πατρικίου, «Η Φοιτητική Συντροφιά», Γλώσσα, εκπαίδευση και πολιτική, Αθήνα, Ολκός, 1999, σ. 99-111. Βλ. ακόμη Λιλή Κ. Αλιβιζάτου, «Φοιτητική Συντροφιά 1925-1926 (με βάση στοιχεία από το αρχείο του Γιώργου Θεοτοκά)», Σύγχρονα θέματα 15 (Σεπτέμβριος 1982), σ. 25-61.

Σελ. 274
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/275.gif&w=600&h=915

μα την ομιλία του καθηγητή τον Νοέμβριο στο Πανεπιστήμιο εναντίον της δημοτικής.670

Στον ευαίσθητο χώρο του Πανεπιστημίου, η ριζοσπαστικοποίηση του φοιτητικού κινήματος και ο κεντρικός ρόλος της αριστεράς, κυρίως κομμουνιστικής, στη συγκρότησή του, ιδιαίτερα από τα μέσα της δεκαετίας του 1920 και μετά, λειτούργησαν καταλυτικά στη δημόσια παρουσία του, αναδιαμορφώνοντας τελείως τους στόχους και τις πρακτικές του. Η δημοτική γλώσσα κυριάρχησε σταδιακά στα φοιτητικά ακροατήρια, διαμορφώνοντας μαζί με την αριστερή πολιτική τοποθέτηση ένα νέο είδος φοιτητή. Οι φοιτητικές συσσωματώσεις αυξήθηκαν αντανακλώντας σε μια περίοδο συνεχών μεταβολών τον πολιτικό χάρτη της χώρας. Οι διαμαρτυρίες των φοιτητών, με αποκορύφωμα τη μεγάλη φοιτητική απεργία του 1929-1930, οι συγκεντρώσεις, τα συλλαλητήρια, οι συγκρούσεις με τις αρχές ασφαλείας αποτελούσαν οικεία εικόνα της εποχής. Το προαύλιο αποτέλεσε περισσότερο από ποτέ εστία ζυμώσεων, στρατολογήσεων και συγκρούσεων, τον χώρο όπου διατυπώθηκε ένας λόγος παράλληλος και συχνότερα αντιθετικός με εκείνον που εκπορευόταν από τις πανεπιστημιακές αίθουσες, ιδιαίτερα στο μάθημα της ιστορίας.

Οι εξελίξεις αυτές συνέτειναν στην επαναδιαμόρφωση των προτεραιοτήτων των πρυτανικών αρχών, οι οποίες έθεσαν ως έναν από τους κυριότερους σκοπούς τους την καταπολέμηση του κομμουνισμού με θεωρητικές αναφορές και κατασταλτικές πρακτικές.671 Η σύνδεση της αριστερής ιδεολογίας με τον δημοτικισμό συνέδραμε ουσιαστικά στη διαμόρφωση του αντίπαλου δέους της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης. Η έννοια του αγαθού και χρηστού πολίτη, έννοια που συνδεόταν με τις απαρχές της λειτουργίας του Πανεπιστημίου, υπέστη εύλογα όπως και ο θεσμός, στο πέρασμα των χρόνων και μετά από βαθιές τομές, μια σειρά από επανασημασιοδοτήσεις : Το Πανεπιστήμιον δεν είναι επαγγελματικόν σχολείον, αλλά της επιστήμης άμα και της αρετής φυτώριον, ως αναγνωρίζομεν πάντες [...]. Αλλά σήμερον είναι ανάγκη πολύ μεγαλειτερα προς τούτο να καταβληθή προσπάθεια. Το περιβάλλον εν ω ζώμεν από των χρόνων των τελευταίων πολέμων, δεν είναι πλέον το περιβάλλον της αρετής. Αδιαφορία προς τα γενναία και τα υψηλά, ηθική κατάπτωσις, φρονήματα αντεθνικά, σαπρά ιδανικά προβάλλονται πολλαχώς εις την νεολαίαν, όχι μόνον παρ' ημίν, αλλά και εν άλλαις χώραις. Και ταύτα, ενώ κατά τους χρόνους τους καθ' ημάς έχομεν οι πάντες ανάγκην περι-

670. Στρ. Μπουρνάζος, ό.π., σ. 266-277.

671. Βλ. ενδεικτικά Αντ. Φλούντζης, ό.π., και ΟΚΝΕ 1922-1943, Αθήνα 1974. Βλ. ακόμη Γ. Γιάνναρης, ό.π., σ. 327-451, και Χρ. Λάζος, ό.π., σ. 245-262.

Σελ. 275
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/276.gif&w=600&h=915

περισυλλογής και παρασκευής χαρακτήρων, ανθρώπων, οίτινες και αυτοί θα ζώσι κατ' αρετήν και θα γίνωνται το φως των ανθρώπων και το άλας της κοινωνίας.672

Ο κανονισμός του 1911

Το κίνημα στο Γουδί το 1909 και οι ανακατατάξεις που προκάλεσε στον δημόσιο βίο δημιούργησαν τριγμούς και έφεραν νέες ισορροπίες. Σημαντικότερη θεσμική τροποποίηση αποτέλεσε η επικύρωση του νέου κανονισμού λειτουργίας του Πανεπιστημίου, μετά απύ ογδόντα τέσσερα χρόνια διατήρησης του προσωρινού, με τους νόμους ,ΓΩΚΓ' και ,ΓΩΓΕ' (Ιούλιος 1911) της κυβέρνησης Ελευθερίου Βενιζέλου.673 Είχε προηγηθεί το 1910 η μεγαλύτερη στην έως τότε ιστορία του Αθήνησι «εκκαθάριση» του διδακτικού προσωπικού, με τον νόμο ,ΓΨΛΑ' από τη μεταβατική κυβέρνηση Στεφάνου Δραγούμη. Απολύθηκαν δεκαεπτά καθηγητές, ανάμεσά τους και ο Δ. Πατσόπουλος, ο οποίος δεν επέστρεψε ποτέ στη Φιλοσοφική -παρά τις επαναπροσλήψεις μεγάλου αριθμού από τους απολυθέντες- καθώς συνταξιοδοτήθηκε.

Ο νέος κανονισμός οδήγησε κατ' αρχήν στη διχοτόμηση του Πανεπιστημίου -ώστε να εκπληρωθούν τύποις οι όροι του κληροδοτήματος Ιωάννη Δόμπολησε Εθνικό και Καποδιστριακό, με κοινή όμως Σύγκλητο και πρύτανη. Το Εθνικό περιελάμβανε την Ιατρική και τη Φυσικομαθηματική, ενώ το Καποδιστριακό τη Θεολογική, τη Νομική και τη Φιλοσοφική Σχολή. Ο νομοθέτης εισήγαγε μια σειρά από καινοτομίες που ενίσχυαν την αυτονομία του Πανεπιστημίου έναντι της κυβερνητικής εξουσίας. Με τον ίδιο κανονισμό ορίστηκε και η διεξαγωγή τμηματικών προφορικών εξετάσεων δύο φορές τον χρόνο, ενώ θεσμοθετήθηκε για πρώτη φορά η διάκριση μεταξύ πτυχίου και διδακτορικού διπλώματος.674

Η μεταρρύθμιση του 1911 στάθηκε δειλή αναφορικά με την ιστορία. Επικυρώνοντας το δικαίωμα της εκτελεστικής εξουσίας στη θέσπιση των εδρών διατήρησε στην πραγματικότητα τις τρεις προϋπάρχουσες έδρες : δύο τακτικές Γενικής ιστορίας και μια έδρα Ιστορίας του ελληνικού έθνους. Θεσπίστηκε για πρώτη φορά έδρα που αφορούσε το Βυζάντιο, η έδρα της Βυζαντινής τέχνης και αρχαιολογίας, την οποία κατέλαβε την επόμενη χρονιά ο Αδαμάντιος Αδαμαντίου. Λίγους μήνες αργότερα, όταν ανακοινώθηκαν και οι έκτακτες έδρες,

672. Πρυτανικοί λόγοι 1929-1930, σ. 17.

673. Πρυτανεία Ιωάννου Ε. Μεσολωρά..., ό.π. Βλ. επίσης Άννη Βρυχέα, Κώστας Γαβρόγλου, Απόπειρες μεταρρύθμισης της Ανώτατης Εκπαίδευσης 1911-1981, Θεσσαλονίκη, Σύγχρονα Θέματα, 1982, σ. 20-27.

674. Κ. Παπαπάνου, ό.π., σ. 170-172.

Σελ. 276
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/277.gif&w=600&h=915

θεσπίστηκε ακόμη μία έκτακτη έδρα Ιστορικής γεωγραφίας, η οποία δεν επανδρώθηκε ποτέ, καθώς και μια έκτακτη επικουρική έδρα Ιστορίας.

Εκτός από τη διατήρηση των τριών εδρών, η μεταρρύθμιση του 1911 προέβλεπε ένα γενναίο άνοιγμα σε μια σειρά από νέους γνωστικούς κλάδους, απόρροια κατά μείζονα λόγο της διεύρυνσης του Πανεπιστημίου αλλά και της εξέλιξης των θεωρητικών κυρίως επιστημών στον χώρο της Δυτικής Ευρώπης με την επίδραση του θετικισμού. Οι κλάδοι αυτοί στην πανεπιστημιακή ιεραρχία οριοθετήθηκαν κατά κύριο λόγο στον χώρο των έκτακτων εδρών, στο πλαίσιο ακριβώς και του χαρακτηρισμού τους ως βοηθητικών επιστημών. Η ιστορική γεωγραφία, η παπυρολογία, η νομισματική, η σφραγιδογλυφία τέθηκαν σε δεύτερη μοίρα συγκριτικά με τους κύριους γνωστικούς κλάδους, ενώ οι περισσότερες έδρες από αυτές παρέμειναν κενές και καταργήθηκαν.

Το 1912 το υπουργείο Παιδείας συγκρότησε επιτροπή για τον διορισμό καθηγητή στην κενή έδρα του Δ. Πατσόπουλου, η οποία επέλεξε τον Γεώργιο Σωτηριάδη. Η επόμενη έδρα που επρόκειτο να πληρωθεί ήταν η έκτακτη επικουρική έδρα της Ιστορίας. Το 1915 η θέση προκηρύχθηκε και υποψηφιότητα έθεσαν ο Παντελής Κοντογιάννης675 και ο Ιάκωβος Χ. Δραγάτσης676. Στην εισήγησή του ο Σπ. Λάμπρος ως αρμόδιος καθηγητής καυτηρίασε τη στάση του I. Δραγάτση, ο οποίος δεν είχε καταθέσει συγγράμματα -καθώς ο υποψήφιος υποστήριζε ότι η νομοθεσία δεν το επέβαλλε-, ενώ η προτίμησή του προς τον Κοντογιάννη αιτιολογήθηκε με εκτεταμένη αναφορά στο συγγραφικό του έργο. Η Σχολή εξέλεξε με δώδεκα ψήφους υπέρ και μία λευκή τον Π. Κοντογιάννη ·677 Η εκλογή δεν ίσχυσε, όπως και των υπόλοιπων καθηγητών σε έκτακτες θέσεις.

675. Ο Π. Κοντογιάννης γεννήθηκε στη Χίο, σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου. Δίδαξε πολλά χρόνια ως καθηγητής σε γυμνάσια. Εξελέγη το 1926 καθηγητής στην έδρα Ιστορίας της τουρκοκρατουμένης και νεωτέρας Ελλάδος του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Η καθηγεσία του ήταν πολύ σύντομη, καθώς δύο χρόνια αργότερα, και κατά τη διάρκεια της πρυτανικής του θητείας, πέθανε. Βλ. Μ. Λάσκαρις, «Παντελής Μ. Κοντογιάννης», Επιστημονική Επετηρίς της Φιλοσοφικής Σχολής Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης 1 (1927), σ. 226-237, όπου και εργογραφία.

676. Ο I. Δραγάτσης ήταν απόφοιτος της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών. Εργάστηκε στη μέση εκπαίδευση και ίδρυσε ιδιωτικό σχολείο. Πραγματοποίησε εκτεταμένες αρχαιολογικές ανασκαφές στον Πειραιά. Το έργο του ήταν αρχαιολογικού και παιδαγωγικού περιεχομένου, ενώ τα ιστορικά του έργα αφορούσαν κυρίως την αρχαιότητα. Βλ. Ιάκ. Χ. Δραγάτσης Η ζωή μου (1853-1933), Αθήνα χ.χ., Όσα έγραφα: Εξηκονταετηρίς εργασίας 1872-1932, Αθήνα 1932.

677. ΠΣΦΣ, συνεδρίαση 25ης Μαΐου 1915.

Σελ. 277
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/278.gif&w=600&h=915

Τον Δεκέμβριο του 1916 επανήλθε στη Σχολή το ζήτημα της εκλογής έκτακτου καθηγητή στην Ιστορία. Υποψήφιοι ήταν πάλι ο Π. Κοντογιάννης και ο Κωνσταντίνος Ράδος. Στη συνεδρίαση της 9ης Ιανουαρίου 1917 ο κοσμήτορας της Σχολής Σίμος Μενάρδος ανακοίνωσε την απόσυρση της υποψηφιότητας Κοντογιάννη, ενώ ζήτησε από τη Σχολή την τήρηση των διαδικασιών για την εκλογή έκτακτου καθηγητή. Σύμφωνα με αυτές, η Σχολή επέλεξε τριάντα θέματα, από τα οποία θα κληρωνόταν ένα, το οποίο θα ανέπτυσσε ο υποψήφιος. Επιλέχθηκαν επίσης δύο μελέτες του Ράδου,678 τις οποίες θα ελάμβαναν οι καθηγητές υπόψη για την κρίση του υποψηφίου. Την επόμενη ημέρα ο Ράδος ανέπτυξε επί τρία τέταρτα της ώρας ενώπιον της Σχολής το θέμα «Κατάστασις της παποσύνης υπό Λέοντος του Μεγάλου μέχρι Γρηγορίου Ζ'». Παρ' όλο που η ανάπτυξη του θέματος κρίθηκε ανεπαρκέστατη από όλους τους διδάσκοντες, τελικά η πλειοψηφία, θεωρώντας πολύ πιο σημαντική τη συγγραφική του δράση από την προφορική δοκιμασία, αποφάσισε την εκλογή του. Ο Ράδος δίδαξε ελληνική κυρίως ιστορία έως το 1924.

Τον Ιανουάριο του 1918 εξελέγη στην κενή έδρα του Σπ. Λάμπρου ο Σωκράτης Κουγέας. Στο κλίμα των πολιτικών εκκαθαρίσεων, στις 24 Ιανουαρίου 1918 με νόμο του υπουργείου Παιδείας απολύθηκαν, χωρίς δικαίωμα μελλοντικού αναδιορισμού, δεκαέξι καθηγητές του Πανεπιστημίου, ανάμεσά τους και ο Π. Καρολίδης, ο οποίος είχε επιστρέψει στη Σχολή το χειμερινό εξάμηνο 1915-1916.679

Μετά τις εκλογές της 14ης Νοεμβρίου 1920 και τη νίκη της φιλοβασιλικής παράταξης, το πορτρέτο του Σπ. Λάμπρου βρήκε τη θέση του ανάμεσα στους πίνακες των άλλων καθηγητών.680 Μέσα στο φορτισμένο κλίμα των πρώτων ημερών της κυβέρνησης Δημητρίου Ράλλη και την ήττα του κόμματος των Φιλελευθέρων, η απόλυση του Καρολίδη ακυρώθηκε, ενώ στην ίδια συνεδρίαση της Συγκλήτου (12 Δεκεμβρίου 1920) όπου χαιρετίστηκε η επιστροφή του ανακοινώθηκε η απόλυση του Σ. Κουγέα, όπως και όλων όσοι είχαν διοριστεί μετά το 1917.681

678. Βλ. Les guerres médiques. La bataille de Salamis, Παρίσι 1915, καθώς και «Έγγραφα και επιστολαί Γεωργίου Κ. Βοϊνέσκου, υπασπιστού του κατά την Ανατολικήν Ελλάδαν στρατάρχου Δ. Υψηλάντου», Δελτίον της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας 7 (1916), σ. 243-426.

679. Πρ. Παπαστράτης, ό.π., σ. 152-154.

680. Στο ίδιο, α. 162.

681. Στο ίδιο, σ. 163.

Σελ. 278
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/279.gif&w=600&h=915

Η μεταρρύθμιση του 1922

Η κυβέρνηση του Δημητρίου Γούναρη προετοίμασε τον νέο οργανισμό του Πανεπιστημίου, ο οποίος τελικά, με υπουργό Παιδείας τον πρύτανη, καθηγητή της Νομικής Κωνσταντίνο Μαυρογένη, ψηφίστηκε τον Αύγουστο του 1922, την ώρα που βρισκόταν σε πλήρη εξέλιξη η εκστρατεία στη Μικρά Ασία. Με τον νόμο αυτό το καθηγητικό σώμα διασφάλιζε -σε μια στιγμή αδυναμίας της εκτελεστικής εξουσίας, αδιαφορίας της κοινής γνώμης και παρουσίας στο πηδάλιο του υπουργείου Παιδείας ενός εξέχοντος πανεπιστημιακού- μια σειρά από μέτρα τα οποία στο πνεύμα της μεταρρύθμισης του 1911 διεύρυναν την αυτονομία του ιδρύματος και ενίσχυαν τη θέση των τακτικών καθηγητών εντός του.682 Στον νέο οργανισμό (ν. 2905/1922) οι σχολές ενώθηκαν και πάλι τυπικά σε ένα ίδρυμα, στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο.683 Όπως και στον κανονισμό του 1911 ορίστηκε ο αριθμός των εδρών, ενώ το περιεχόμενο τους έμελλε να οριστεί με βασιλικό διάταγμα.684

Η κατάληξη της Μικρασιατικής Εκστρατείας είχε συνέπειες και στο εσωτερικό του Πανεπιστημίου. Η εγκαθίδρυση της Επαναστατικής Επιτροπής με αρχηγό τον Στυλιανό Γονατά οδήγησε στην επιστροφή των απολυθέντων πριν από το 1920, άρα και του Σ. Κουγέα. Ανάμεσα στους καθηγητές που απομακρύνθηκαν τώρα ήταν και ο Αδ. Αδαμαντίου, ο οποίος όμως επέστρεψε τον Δεκέμβριο του 1925, μετά την κατάληψη της εξουσίας από τον Θεόδωρο Πάγκαλο τον Ιούνιο του ίδιου έτους.685 Την ίδια χρονιά εξελέγη στην κενή έδρα του Γ. Σωτηριάδη ο Μιχαήλ Βολονάκης, ενώ είχε προηγηθεί το 1924 ο Κωνσταντίνος Άμαντος στη νεοσύστατη έδρα της Βυζαντινής ιστορίας.

Το 1930 ο Νικόλαος Βλάχος686 αναγορεύθηκε υφηγητής των Μέσων και νεωτέρων χρόνων στη Φιλοσοφική. Η διδασκαλία του, η οποία εκδιπλώθηκε τα επόμενα χρόνια ως τη δεκαετία του 1950, βρίσκεται εκτός των χρονικών ορίων της παρούσας εργασίας.

682. Ά. Βρυχέα, Κ. Γαβρόγλου, ό.π., σ. 27-28.

683. «Περί Οργανισμού...», ό.π., σ. 609.

684. Στο ίδιο, σ. 614.

685. Πρ. Παπαστράτης, ό.π., σ. 179-183.

686. Για τον Ν. Βλάχο βλ. Ελευθέριος Γ. Πρεβελάκης, «Νικόλαος Βλάχος», Δελτίον Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος 11 (1956), σ. 293-295, Χρύσανθος Χρήστου, «Νικόλαος Βλάχος (Μια φυσιογνωμία της σύγχρονης ιστοριογραφίας)», Καθημερινή (4 Φεβρουαρίου 1956), και Διονύσιος Ζακυθηνός «Νικόλαος Β. Βλάχος», Επετηρίς Εταιρείας Κυκλαδικών Σπουδών 5 (1965-66), σ. 736- 744, όπου και «Αναγραφή των κυριωτέρων δημοσιευμάτων του καθηγητού Νικολάου Βλάχου. Καταρτισθείσα υπό των Φοιτητών του Ιστορικού και Αρχαιολογικού Τμήματος».

Σελ. 279
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/280.gif&w=600&h=915

Το 1932 ο νέος οργανικός νόμος του Πανεπιστημίου (ν. 5343 της 23ης Μαρτίου 1932) προέβλεπε, για πρώτη φορά στην ιστορία του θεσμού, τη διάκριση της Φιλοσοφικής Σχολής σε τρία τμήματα, τα οποία θα απένεμαν και τα αντίστοιχα πτυχία: Αρχαιολογικό, Ιστορικό, Φιλολογικό. Η Σχολή αποδέχθηκε τελικά τον νόμο, διεκδίκησε όμως και πέτυχε τη διαίρεσή της σε δύο τμήματα: Φιλολογικό και Ιστορικό-Αρχαιολογικό.

Οι νέες έδρες

Στη συνεδρίαση της 18ης Απριλίου 1932 συζητήθηκαν τα γνωστικά αντικείμενα των δεκαοκτώ εδρών της Φιλοσοφικής Σχολής. Σύμφωνα με τον νέο νόμο, η Σχολή έπρεπε εντός δύο μηνών να αποφασίσει και να προτείνει στο υπουργείο Παιδείας, το οποίο και θα αποφάσιζε τελικά, το περιεχόμενο τους. Ήδη δύο μήνες πριν, στη συνεδρίαση της 15ης Φεβρουαρίου, είχε αποφασιστεί η κατάργηση της κενής έδρας της Ιστορίας του ελληνικού έθνους. Η Σχολή πρότεινε στο υπουργείο τις εξής έδρες για τις παρακάτω περιόδους : Αρχαία ιστορία (Ιστορία των αρχαίων λαών της Ανατολής, Αρχαία ελληνική ιστορία, Ρωμαϊκή ιστορία), Βυζαντινή ιστορία (Πολιτική ιστορία από του Μ. Κωνσταντίνου μέχρι της αλώσεως της Κωνσταντινουπόλεως υπό των Τούρκων [1453] σε συσχετισμό με την ιστορίαν των πολιτισμών του αυτού χρόνου) και Ιστορία των μέσων και νεωτέρων χρόνων (Ιστορία των μέσων και νεωτέρων χρόνων εξαιρουμένης ιδία της ιστορίας του ελληνισμού από της αλώσεως της Κωνσταντινουπόλεως μέχρι των καθ' ημάς χρόνων, ως και της των θεσμών της νεωτέρας ελληνικής πολιτείας). Οι βοηθητικές επιστήμες περιορίστηκαν στο επίπεδο των έκτακτων αυτοτελών εδρών. Σύμφωνα λοιπόν με τον σχεδιασμό της Σχολής καθορίστηκαν οι ακόλουθες έδρες: έδρα της Παπυρολογίας και της Παλαιογραφίας, έδρα της Νομισματολογίας, Πετρολογίας και Σφραγιδογλυφίας, έδρα της Ιστορικής γεωγραφίας, έδρα της Προϊστορικής αρχαιολογίας και Συγκριτικής εθνολογίας. Έκτακτες έδρες προορίζονταν ακόμη για τα γνωστικά αντικείμενα της λαογραφίας, της μεσαιωνικής και νεότερης τέχνης, της ιστορίας και αρχαιολογίας των αρχαίων ανατολικών εθνών.687 Με τα σχετικά διατάγματα επικυρώθηκαν όλες οι προτάσεις της Σχολής.688

Η μεταρρύθμιση του 1911 άνοιγε μια περίοδο -τουλάχιστον ως το 1932-

687. ΠΣΦΣ, συνεδρίαση 16ης Μαΐου 1932.

688. Βλ. τα σχετικά διατάγματα: Εθνικόν και Καποδιστριακόν Πανεπιστήμιον Αθηνών, Επετηρίς του πανεπιστημιακού έτους 1933-1934, Αθήνα 1933, σ. 80-81.

Σελ. 280
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/281.gif&w=600&h=915

σημαντικών ανακατατάξεων για το Πανεπιστήμιο Αθηνών. Σε επίπεδο διδακτικού προσωπικού ήταν σαφής η περαιτέρω θεσμοθέτηση των διαδικασιών εκλογής του σε συνδυασμό με την ενίσχυση των επιστημονικών εφοδίων που απαιτούνταν για την κατάληψη της θέσης, στο πλαίσιο της διεύρυνσης της αυτονομίας του ιδρύματος. Την ίδια στιγμή βέβαια οι κυβερνήσεις επενέβαιναν με τον πλέον απροσχημάτιστο τρόπο στο εσωτερικό του ιδρύματος, προβαίνοντας σε εκτεταμένες εκκαθαρίσεις, ενώ διατήρησαν, έστω και με τη συμμετοχή του Πανεπιστημίου, το δικαίωμα καθορισμού των εδρών, το γνωστικό αντικείμενο των οποίων οριζόταν, θεωρητικά τουλάχιστον, με αυστηρότητα.

Οι εξελίξεις ήταν σημαντικές και για την ιστορία. Η δημιουργία της νέας έκτακτης έδρας το 1911 είχε στόχο, όπως παρατηρούσε ο Γεώργιος Χατζιδάκις, τη διδασκαλία της μέσης και νεότερης ελληνικής ιστορίας, περιόδου που είχε μείνει ακαλλιέργητος, καθώς οι Φράγκοι λόγω του θρησκευτικού Σχίσματος δεν είχαν ενδιαφερθεί να τη μελετήσουν (ΠΣΦΣ, συνεδρίαση 22ας Δεκεμβρίου 1916). Η εκλογή του Κωνσταντίνου Ράδου στη συγκεκριμένη έδρα και ο διορισμός στην έδρα της Ιστορίας των μέσων και νεωτέρων χρόνων του Γεωργίου Σωτηριάδη -πρόσωπα τα οποία και ηλικιακά παρέπεμπαν στην προηγούμενη γενιά διδασκόντων- δεν μετέβαλαν ουσιαστικά τους όρους και το περιεχόμενο της διδασκαλίας. Οι αλλαγές συνδέθηκαν με μια νεότερη γενιά καθηγητών που κατέλαβαν τις έδρες οι οποίες εκκενώθηκαν από τους παλαιότερους. Η εκλογή του Σωκράτη Κουγέα στην έδρα του Σπ. Λάμπρου εξασφάλισε τη συνέχεια της φροντιστηριακής διδασκαλίας του προκατόχου του, αλλά και την επικέντρωση του ακαδημαϊκού μαθήματος του στην αρχαία Ελλάδα. Η θεσμοθέτηση της έδρας της Βυζαντινής ιστορίας δημιούργησε για πρώτη φορά στη δεκαετία του 1920 μια έδρα αφιερωμένη στην ελληνική μεσαιωνική ιστορία, η οποία, σε συνδυασμό με την έδρα της Βυζαντινής αρχαιολογίας και τέχνης που είχε προηγηθεί αλλά και με άλλες που έπονταν, όπως θα δούμε στο οικείο κεφάλαιο, συγκροτούσαν ένα νέο ερευνητικό και διδακτικό πεδίο στη Σχολή, εκείνο της βυζαντινολογίας. Ταυτόχρονα η εκλογή του Μιχαήλ Βολονάκη στην έδρα της Ιστορίας των μέσων και νεωτέρων χρόνων εξασφάλισε και τη διδασκαλία της νεότερης ελληνικής ιστορίας, στο μέτρο μάλιστα που εθνικές και επετειακές ανάγκες, όπως ο εορτασμός των εκατό χρόνων από την Επανάσταση του 1821, το επέβαλλαν. Στις αρχές της δεκαετίας του 1930 η κατάργηση της έδρας της Ιστορίας του ελληνικού έθνους και λίγο αργότερα -το 1936, με τη δημιουργία της έδρας της Ιστορίας της νεωτέρας Ευρώπης και ιδία της Ελλάδος, που κατέλαβε ο Νικόλαος Βλάχος- η εξασφάλιση της διδασκαλίας της ιστορίας της νεότερης Ελλάδας από μια ιδιαίτερη έδρα

Σελ. 281
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/282.gif&w=600&h=915

σηματοδοτούσαν την πλήρη διάχυση της ελληνικής ιστορίας σε όλες τις έδρες Ιστορίας της Σχολής. Το γεγονός αυτό, καθώς και η έναρξη της λειτουργίας του Ιστορικού-Αρχαιολογικού Τμήματος έθεταν τέλος σε μια σημαντική περίοδο της διδασκαλίας της ιστορίας στη Φιλοσοφική Σχολή, αλλά αποτελούσαν και την αρχή ενός νέου κεφαλαίου, που σε μεγάλο βαθμό συνεχίζεται έως σήμερα.

Σελ. 282
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/283.gif&w=600&h=915

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β'

ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΣΚΑΛΙ: Η ΑΡΧΑΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΣΩΚΡΑΤΗ ΚΟΥΓΕΑ ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΣΥΝΕΧΕΙΑΣ

Ο Σωκράτης Κουγέας (1877-1966)689 ήταν ο πρώτος καθηγητής Ιστορίας που εξελέγη μετά τη μεταρρύθμιση του 1911 στη Φιλοσοφική Σχολή. Γεννήθηκε στους Δολούς της Λακωνίας, όπου πραγματοποίησε τις εγκύκλιες σπουδές του, ενώ στη συνέχεια φοίτησε στη Φιλοσοφική Σχολή της Αθήνας. Παράλληλα εργάστηκε στην κριτική έκδοση της Καινής Διαθήκης από τον βαρόνο Χέρμανν Φράιχερρ φον Ζόντεν, αναζητώντας και μελετώντας σχετικά χειρόγραφα σε ελληνικές βιβλιοθήκες. Μετά την αποφοίτησή του (1901) υπηρέτησε ως ελληνοδιδάσκαλος και σχολάρχης. Από το 1904 έως το 1909 σπούδασε με κρατική υποτροφία κατ' αρχάς στο Πανεπιστήμιο του Χάλλε με διδάσκοντες τον επιγραφολόγο Βίλχελμ Ντιττενμπέργκερ, τον φιλόλογο Καρλ Ρόμπερτ, τον ιστορικό Φρήντριχ Βίλκεν, τον λατινιστή φιλόλογο Γκέοργκ Βισσόβα. Στη συνέχεια παρακολούθησε στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου μαθήματα μερικών από τους πιο γνωστούς επιστήμονες της εποχής του: του Καρλ Κρουμπάχερ, του φιλολόγου Όττο Κρούζιους, του αρχαιολόγου Άντολφ Φουρτβένγκλερ. Ο Κουγέας ολοκλήρωσε τις σπουδές του στο Βερολίνο παρακολουθώντας μαθήματα του διάσημου φιλολόγου Ούρλιχ φον Βιλαμόβιτς Μαίλλεντορφ, του ιστορικού της αρχαιότητας Έντουαρντ Μάγερ, του κλασικού φιλολόγου Έντουαρντ Νόρντεν και του θεολόγου Άντολφ φον Χάρνακ. Στο Παρίσι εργάστηκε στην Εθνική Βιβλιοθήκη σε ελληνικά χειρόγραφα και παπυρολογικά κείμενα, ενώ παρακολούθησε μαθήματα του βυζαντινολόγου Σαρλ Ντιλ. Μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα εργάστηκε στη μέση εκπαίδευση και στα Γενικά Αρχεία του Κράτους (1916-1918), ενώ δίδαξε ελληνικά και γεωγραφία στο Πολυτεχνείο.

689. Για τον Σ. Κουγέα βλ. Διονύσιος Α. Ζακυθηνός, Παναγιώτης Πουλίτσας, Απόστολος Δασκαλάκης, Λίνος Πολίτης, I. Μ. Παναγιωτόπουλος, Ηλίας Βενέζης, Θεόδωρος Ξύδης, «Σωκρ. Β. Κουγέας», αφιέρωμα στη Néa Εστία 7, 80 (15 Οκτωβρίου 1966), σ. 1438-1450, και Διονύσιος Α. Ζακυθηνός, «Σωκράτης Κουγέας», Πρακτικά της Ακαδημίας Αθηνών 48 (1973), σ. 211-225, και «Βιβλιογραφία δημοσιευμάτων Σωκράτους Β. Κουγέα»: Ελληνικά, Τιμητικός τόμος Σωκράτους Β. Κουγέα, 15 (1957), σ. ζ'-ιε'.

Σελ. 283
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/284.gif&w=600&h=915

Στενός μαθητής και συνεργάτης του Σπυρίδωνος Λάμπρου -τον είχε συνοδεύσει ως φοιτητής δύο φορές σε αποστολές στο Άγιον Όρος-, ο Σ. Κουγέας προτάθηκε ως αντικαταστάτης του τον Ιανουάριο του 1917, όταν ο γνωστός ιστορικός παραιτήθηκε αναλαμβάνοντας την πρωθυπουργία της χώρας. Στη διεκδίκηση της έδρας συμμετείχαν ο Παντελής Κοντογιάννης και ο Κωνσταντίνος Ράδος. Στην έκθεση της η επιτροπή, που την αποτελούσαν ο Αδ. Αδαμαντίου, ο Π. Καρολίδης και ο Γ. Σωτηριάδης, αφού εξέτασε τα έργα των υποψηφίων τούς απέρριψε όλους, ευχόμενη να επανέλθει στη θέση του ο Λάμπρος. Υπερβαίνοντας όμως τις αρμοδιότητές της, πρότεινε ομόφωνα ως πλέον κατάλληλο τον Σ. Κουγέα με βάση το υπόμνημα που είχε υποβάλει για την έκτακτη έδρα της Νεοελληνικής φιλολογίας και παπυρολογίας.690 Η επιτροπή αναφερόταν εν εκτάσει στο έργο του, ενώ τόνιζε και τις σχέσεις μαθητείας που τον συνέδεαν με τον προκάτοχο της έδρας.691

Τον Ιανουάριο του 1918 συζητήθηκε εκ νέου στη Φιλοσοφική Σχολή η πλήρωση της έδρας του Σπ. Λάμπρου, σε ένα τελείως διαφορετικό κλίμα μετά την απομάκρυνσή του από την πρωθυπουργία. Υποψηφιότητα έθεσαν οι Μιχαήλ Βολονάκης, Σ. Κουγέας, Π. Κοντογιάννης και Κ. Ράδος, ενώ παρέμεινε η ίδια εισηγητική επιτροπή. Η τελευταία προέκρινε ομόφωνα τον Σ. Κουγέα, ενώ ο Π. Καρολίδης υποστήριξε και την υποψηφιότητα του Μ. Βολονάκη. Στη σχετική συζήτηση στη Φιλοσοφική ο Γ. Σωτηριάδης υπήρξε ιδιαίτερα οξύς με τον Μ. Βολονάκη, καταγγέλλοντας την ανυπαρξία οποιασδήποτε πρωτότυπης και άξιας λόγου εργασίας του υποψηφίου. Όπως αποκάλυψε στους συναδέλφους του, και τα τρία μέλη της επιτροπής αρχικά θεώρησαν αναίδεια την υποψηφιότητά του και ήταν ιδιαίτερα αρνητικοί έναντι της. Στη συνέχεια όμως, και για λόγους που ο Σωτηριάδης δεν γνώριζε, ο Π. Καρολίδης μετέβαλε τη στάση του και υποστήριξε τον Βολονάκη. Ο Γ. Χατζιδάκις με μακρά και βασισμένη στο έργο των υποψηφίων έκθεση κατέκρινε την επιτροπή γιατί μερολήπτησε υπέρ των Βολονάκη και Κουγέα, ενώ τόνισε την αξία του έργου του Ράδου και του Κοντογιάννη. Κριτική στον Μ. Βολονάκη άσκησε και ο Νικόλαος

690. Η συζήτηση για την έδρα, με πλήθος υποψηφίων, είχε διεξαχθεί επί μακρόν στη Φιλοσοφική τον Μάιο του 1915, και με την υποστήριξη του Λάμπρου ο Κουγέας είχε συγκεντρώσει τις περισσότερες ψήφους. Βλ. ΠΣΦΣ, συνεδριάσεις 20ης και 25ης Μαΐου 1915. Η έκτακτη έδρα καταργήθηκε χωρίς να διδάξει ο Κουγέας.

691. Βλ. «Έκθεσις της διά την τακτικήν έδραν της Γενικής Ιστορίας ορισθείσης επιτροπείας. Αναγνωσθείσα εις την Φιλοσοφικήν Σχολήν τη 25 Ιανουαρίου 1917», Καποδιστριακόν Πανεπιστήμιον, Έκθεσις της υπό της Φιλοσοφικής Σχολής ορισθείσης επιτροπείας διά την τακτικήν έδραν της Γενικής Ιστορίας, Αθήνα, Τυπογραφείον «Εστία», 1918, σ. 49-65.

Σελ. 284
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/285.gif&w=600&h=915

Πολίτης, τονίζοντας το θράσος του να υποβάλει υποψηφιότητα μετασκευάζοντας εργασίες ώστε να αντεπεξέλθει στις απαιτήσεις του νόμου. Στην τοποθέτησή του, με την οποία συμφωνούσε και ο Σ. Μενάρδος, ο καθηγητής της Λατινικής φιλολογίας Θεοφάνης Κακριδής υποστήριξε ότι το έργο του Κουγέα ήταν περισσότερο φιλολογικό παρά ιστορικό. Απορρίπτοντας τον Ράδο και τον Βολονάκη, ο Κακριδής κατέληγε στην υποστήριξη της υποψηφιότητας Κοντογιάννη. Τελικά με οκτώ ψήφους (Σπ. Σακελλαρόπουλος, Ν. Πολίτης, Γρ. Βερναρδάκης, Παναγής Καββαδίας, Χρίστος Τσούντας, Α. Σκιάς, Α. Αδαμαντίου, Γ. Σωτηριάδης) έναντι τεσσάρων υπέρ του Κοντογιάννη (Γ. Χατζιδάκις, Σ. Μενάρδος, Θεόφιλος Βορέας, Θ. Κακριδής), εξελέγη ο Κουγέας 692

Κατά τη διάρκεια της καθηγεσίας του, ο Κουγέας δίδαξε στις ακαδημαϊκές του παραδόσεις αποκλειστικά αρχαία ιστορία, από τους αρχαίους ανατολικούς λαούς έως και τους Ρωμαίους. Σταθερή επιδίωξη, όπως προκύπτει και από τη διαδοχή των μαθημάτων, ήταν η κάλυψη όλης της αρχαίας ιστορίας σε χρονική ακολουθία: στο πρώτο έτος δίδασκε ιστορία των ανατολικών λαών, στη συνέχεια ένα ή δύο έτη αρχαία ελληνική ιστορία (από τα αρχαιότατα χρόνια έως τη μάχη της Χαιρώνειας), ένα έτος ιστορία του μακεδονικού ελληνισμού και ένα έτος ρωμαϊκή ιστορία. Συνολικά στα μαθήματα που δίδαξε προηγήθηκε η αρχαία Ελλάδα. Δίδαξε τρία ακαδημαϊκά έτη ιστορία των αρχαίων ανατολικών λαών ή εθνών, δύο έτη ρωμαϊκή ιστορία, έξι έτη αρχαία ελληνική ιστορία και τρία έτη ιστορία του μακεδονικού ελληνισμού. Ο Κουγέας έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στις ασκήσεις των φοιτητών. Προσέφερε οκτώ έτη φροντιστηριακές ασκήσεις στην έρευνα και στη χρήση των πηγών της αρχαίας ιστορίας, παλαιογραφικές ασκήσεις στο Τμήμα Χειρογράφων της Εθνικής Βιβλιοθήκης, ανάγνωση χειρογράφων (δύο έτη), ανάγνωση χειρογράφων και χρήση και ερμηνεία ή έρευνα των ιστορικών πηγών (έξι έτη), άλλοτε για πρωτοετείς και άλλοτε για τεταρτοετείς φοιτητές.693

Όπως και ο προκάτοχος του, ο Σ. Κουγέας είχε πριν από τον διορισμό του σημαντικό συγγραφικό και ερευνητικό έργο, επικεντρωμένο κυρίως στα βυζαντινά και νεότερα χρόνια. Η εργογραφία του είναι εξαιρετικά εκτεταμένη και καλύπτει το σύνολο σχεδόν της ελληνικής ιστορίας : μονογραφίες, άρθρα, συμμετοχές σε συνέδρια, βιβλιοκρισίες, αποτύπωση μιας πλούσιας συγγραφικής

692. ΠΣΦΣ, συνεδρίαση 24ης Ιανουαρίου 1918. Βλ. και Πρακτικόν της συνεδρίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου διά την εκλογήν τακτικού καθηγητού της Γενικής Ιστορίας, Αθήνα, Τυπογραφείον «Εστία», 1918.

693. Βλ. εδώ το Παράρτημα, με τους τίτλους των μαθημάτων.

Σελ. 285
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/286.gif&w=600&h=915

και ερευνητικής δραστηριότητας. Στο σύνολο του εκδοθέντος έργου του -με εξαίρεση κάποια υπερασπιστικά κείμενα ή λίβελους αναφορικά με την εκλογή και γενικότερα την πανεπιστημιακή του σταδιοδρομία, καθώς και επετειακούς λόγους, κυρίως για τους εορτασμούς των εκατό χρόνων από την έναρξη του Αγώνα- σπανίζουν εκδόσεις συνδεδεμένες με την πανεπιστημιακή διδασκαλία του. Η διαπίστωση αυτή αφορά κυρίως τις ακαδημαϊκές παραδόσεις του και λιγότερο τα φροντιστήρια, όπου πιθανόν να χρησιμοποίησε ως αντικείμενο διδασκαλίας κάποιες από τις επιγραφές, τα χειρόγραφα, τους κώδικες και άλλα έγγραφα τα οποία είχε επισημάνει και μελετήσει σε δημοσιεύσεις του.

Ένα από τα ελάχιστα συγκροτημένα κείμενα του Σωκράτη Κουγέα το οποίο αφορούσε την αρχαία ιστορία ήταν η συμμετοχή του στην Παγκόσμια Ιστορία, την οποία εξέδωσε ο εκδοτικός οίκος «Ελευθερουδάκης».694 Το κείμενο του αφορούσε την αρχαία ελληνική ιστορία, από την κάθοδο των «ελληνικών φυλών» έως και τη βασιλεία του Φιλίππου Β' στους Μακεδόνες. Πρόκειται για ένα και λόγω του προορισμού του εκλαϊκευτικό κείμενο, δίχως βιβλιογραφία και αναφορές σε πηγές. Ο συγγραφέας ανακεφαλαίωνε την αρχαία ελληνική ιστορία σε απλή καθαρεύουσα, ενώ κεντρικός άξονας του κειμένου ήταν η εκ προοιμίου ελληνικότητα όσων κατοίκησαν στον χώρο και η αντιμετώπισή τους εξαρχής ως ενός ενιαίου έθνους: οι ελληνικές φυλές, οι Έλληνες που συνασπίστηκαν για να αντιμετωπίσουν τους Πέρσες, ο Πελοποννησιακός εμφύλιος πόλεμος και, τέλος, η ανάγκη για έναν ισχυρό μονάρχη, την οποία κάλυψε ο Φίλιππος. Αξιομνημόνευτη ήταν επίσης η ισχυρή παρουσία των επιτευγμάτων στον χώρο της τέχνης και της λογοτεχνίας, στοιχείο που θεωρήθηκε το κατεξοχήν ενδεικτικό για την ανωτερότητα του πολιτισμού των Ελλήνων.

Η παρουσία της περιόδου του Μεγάλου Αλεξάνδρου και των διαδόχων του υπήρξε ισχυρή στη διδασκαλία του καθηγητή της Αρχαίας ιστορίας. Η επιλογή αυτή συνδέεται ενδεχομένως με την ενασχόλησή του με την περίοδο αυτή 695 όσο και με την προβολή, σε μια ταραγμένη περίοδο, της ελληνικότητας του παρελθόντος της Μακεδονίας, όπως άλλωστε φανέρωνε και ο όρος μακεδόνικος ελληνισμός που χρησιμοποίησε για να χαρακτηρίσει την περίοδο, πρώ-

694. Σωκράτης Κουγέας, «Αρχαία ιστορία»: Στάθης Καραβίας (διεύθ.), Παγκόσμια Ιστορία, τ. 1, Αθήνα, Ελευθερουδάκης, 1932, σ. 414-458. Το κείμενο δεν έχει περιληφθεί στη δημοσιευμένη εργογραφία του καθηγητή. Ευχαριστώ τον κ. Κ. Μπουραζέλη που μου το επεσήμανε.

695. Ο Ζακυθηνός αναφέρει την ενασχόληση του Κουγέα με τον μακεδονικό αλλά και τον ρωμαϊκό ελληνισμό ως έναν από τους σταθμούς του έργου του. Βλ. Δ. Ζακυθηνός, «Σωκράτης Κουγέας», ό.π., σ. 214. Στην πραγματικότητα, όπως μπορεί κανείς

Σελ. 286
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/287.gif&w=600&h=915

πρώτη φορά στη διδασκαλία του μαθήματος στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Η έλλειψη δημοσιεύσεων του Κουγέα που να αφορούν τη διδασκαλία του δυσχεραίνει εξαιρετικά την αποτίμησή της. Η απουσία αυτή σχολιάστηκε δυσμενέστατα και από τους πολυάριθμους επικριτές του, καθώς κατά τη διάρκεια του βίου του ο ιστορικός είχε έλθει σε σύγκρουση με αρκετούς πανεπιστημιακούς, και όχι μόνο, συναδέλφους του. Είναι χαρακτηριστική η κριτική του καθηγητή της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών Νικολάου Τωμαδάκη, ο οποίος υπήρξε και φοιτητής του, ότι ο Κουγέας δίδασκε Μηδικούς Πολέμους και Πελοποννησιακό Πόλεμο με βάση τα σχολικά εγχειρίδια του Νικολάου Βραχνού.696 Σύμφωνα με τις ίδιες αιτιάσεις, η φροντιστηριακή του διδασκαλία ξεκινούσε πολύ αργά, μόλις τον Μάρτιο, ενώ χρησιμοποιούσε στο μάθημά του τους πίνακες που είχε συντάξει για τη φροντιστηριακή του διδασκαλία ο Σπ. Λάμπρος. Ο Τωμαδάκης τον κατηγορούσε ακόμη ότι δεν είχε επισκεφθεί ποτέ με τους φοιτητές του το Τμήμα Χειρογράφων της Εθνικής Βιβλιοθήκης όπου ήταν διευθυντής, ότι στη διάρκεια της πανεπιστημιακής του θητείας δεν είχε πάρει μαζί του ούτε έναν φοιτητή σε παλαιογραφικό ταξίδι, ενώ, με εξαίρεση τον μετέπειτα καθηγητή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Λίνο Πολίτη, δεν είχε άλλους μαθητές.697 Οι κατηγορίες αυτές, σαφέστατα επηρεασμένες από την αντιπαλότητα του Τωμαδάκη προς τον Κουγέα, έρχονται σε αντίθεση με μια άλλη εκ των υστέρων μαρτυρία, εκείνη της Αικατερίνης Χριστοφιλοπούλου,η οποία θυμάται -αν και επισημαίνει πως η ακαδημαϊκή του διδασκαλία δεν ανταποκρινόταν σε όσα θα περίμενε κανείς-ότι με τη φροντιστηριακή διδασκαλία του ο καθηγητής της Αρχαίας ιστορίας κέντριζε το νου και την ψυχή μας, καθώς για πρώτη φορά ξανοιγόταν στα μάτια μας άγνωστος θαυμαστός κόσμος με τη μύηση στη βυζαντινή παλαιογραφία [,..].698 Σύμφωνα και με τη

να διαπιστώσει διατρέχοντας την εργογραφία του, πρόκειται για μικρές εργασίες, βασισμένες κυρίως στη μελέτη επιγραφικού υλικού της περιόδου.

696. Ο Νικόλαος Βραχνός υπήρξε πολυγραφότατος συγγραφέας σχολικών εγχειριδίων στις αρχές του 20ού αιώνα. Βλ. εργογραφία του στη βιβλιογραφία του ανθολογίου της Χρ. Κουλούρη, ό.π., σ. 593-734.

697. Βλ. Ευμάθιος Καυσοκαλυβίτης, μοναχός [Νικόλαος Β. Τωμαδάκης], Ιστορικά Ραπίσματα Διανομή Δευτέρα ή Σωκράτης ο Δόλιος (εκ Δολών). Η Ακαδημία Αθηνών και Ρωμανός ο Μελωδός, Θεσσαλονίκη 1956, σ. 16.

698. Αικατερίνη Χριστοφιλοπούλου, «Οι βυζαντινές σπουδές στο Πανεπιστήμιο Αθηνών κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου», Νέα Εστία 136 (1994), σ. 985. Στο άρθρο περιγράφονται τα φοιτητικά χρόνια της ιστορικού με αναφορές σε όλους τους καθηγητές που ασχολήθηκαν με το Βυζάντιο στη Φιλοσοφική Σχολή κατά τον Μεσοπόλεμο.

Σελ. 287
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/288.gif&w=600&h=915

μαρτυρία του Μιχάλη Σακελλαρίου, στο μάθημα του Κουγέα οι φοιτητές κρατούσαν σημειώσεις, ενώ υπήρχαν περιορισμένες αναφορές σε ξένους ερευνητές και ιστορικούς, με σημαντικότερη εκείνη στον Καρλ Γιούλιους Μπέλοχ.

Η παρουσία του Κουγέα στο Πανεπιστήμιο δεν μπορεί να περιοριστεί στη διδασκαλία της αρχαίας ιστορίας. Πρόσωπο με οξεία κρίση και τόλμη (όπως μπορεί κανείς να διαπιστώσει τόσο από τις δημόσιες παρεμβάσεις του όσο και από εκείνες εντός των τειχών της Φιλοσοφικής), με συγκροτημένη αντίληψη για την ιστορική επιστήμη (όπως αποτυπώνεται και στις πολυπληθείς βιβλιοκρισίες του, ιδιαίτερα στο περιοδικό Ελληνικά), ενέπνευσε τους φοιτητές του απολαμβάνοντας τον σεβασμό και την εκτίμησή τους ως το τέλος του βίου του, το οποίο άλλωστε επήλθε πολλά χρόνια μετά την αποχώρησή του από τη Σχολή.699

Ανατρέχοντας στη διαδρομή της αρχαίας ελληνικής ιστορίας στο Πανεπιστήμιο, θα παρατηρούσε κανείς ότι, με εξαίρεση τον Κ. Σχινά, ο οποίος δίδαξε αρχαία ιστορία ως αυτόνομο γνωστικό αντικείμενο με βάση τις σπουδές του, οι υπόλοιποι διδάσκοντες ασχολήθηκαν με την αρχαία ιστορία στο πλαίσιο της συνεχούς ελληνικής ή παγκόσμιας ιστορίας. Από τους ιστορικούς που δίδαξαν αρχαία ιστορία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, κανείς δεν έχει να επιδείξει σημαντικό έργο αναφορικά με την περίοδο αυτή. Ο Κ. Παπαρρηγόπουλος υιοθέτησε μια σειρά από σχήματα δυτικών ιστορικών, ενώ, με εξαίρεση ίσως τις πρώιμες γλωσσολογικές του μελέτες, ο Π. Καρολίδης δεν προσέφερε τίποτε άξιο λόγου στην αρχαία ιστορία παρά τις πομπώδεις συνδέσεις του ανατολικού με τον αρχαιοελληνικό πολιτισμό. Ο Σπ. Λάμπρος και ο Σ. Κουγέας αφιέρωσαν το κύριο μέρος της ερευνητικής τους μα και της φροντιστηριακής τους διδασκαλίας στα μεσαιωνικά και νεότερα χρόνια, «διεκπεραιώνοντας» τρόπον τινά τη διδασκαλία της ιστορίας της αρχαίας περιόδου.

Όπως παρατηρεί ο Δημήτρης Κυρτάτας για το σύνολο της ιστοριογραφικής παραγωγής, η διαχρονική μελέτη της ελληνικής ιστορίας απορρόφησε την αυτοτελή της αρχαίας, με σοβαρές συνέπειες στην κατεύθυνση και στην πρόοδο των αρχαιογνωστικών σπουδών: οι έλληνες ιστορικοί ασχολήθηκαν κυ-

699. Είναι χαρακτηριστικό το κείμενο που δημοσίευσε μετά τον θάνατο του Κουγέα ο Ζήσιμος Λορεντζάτος, παλαιός φοιτητής του, λόγιος, που κατατάσσεται γενικά στη Γενιά του '30. Το άρθρο συνιστά μια σημαντική στην πραγματικότητα πηγή και για τον συγγραφέα του, στο μέτρο που, σε αντίθεση με διανοητές της ίδιας γενιάς όπως ο Κ. Θ. Δημαράς, ο Λορεντζάτος δημοσίευσε ελάχιστα αντίστοιχα κείμενα eις μνήμην. Βλ. Ζήσιμος Λορεντζάτος, «Ο Σ. Β. Κουγέας και η μέσα-Ελλάδα», Εποχές 48 (Απρίλιος 1967), σ. 311-320.

Σελ. 288
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/289.gif&w=600&h=915

κυρίως με την αναζήτηση της συνέχειας, αλλά και οι ξένες συμβολές αξιολογήθηκαν με βάση τη θέση που έπαιρναν στο ζήτημα της διαχρονικής επιβίωσης και πορείας του ελληνικού έθνους.700 Η εμμονή στη συνέχεια και η ιδεολογική αντιμετώπιση της αρχαίας ιστορίας αποτέλεσαν χαρακτηριστικά της συνθετικής μελέτης της και στα χρόνια που ακολούθησαν.701

Πέρα από την ανάδειξη της συνέχειας της ιστορίας του ελληνικού έθνους ως βασικής προτεραιότητας στη διδασκαλία των καθηγητών και υφηγητών του Πανεπιστημίου, υπήρξε και μια σειρά άλλων παραγόντων που εξηγούν την ισχνή ανάπτυξη της αρχαίας ελληνικής ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Ο σημαντικότερος είναι η αποσύνδεση της ερευνητικής δραστηριότητας από τη διδακτική πράξη. Σε αντίθεση με τα βυζαντινά και νεότερα χρόνια, στα οποία αφιερώθηκε κατεξοχήν η φροντιστηριακή διδασκαλία, η αρχαία ιστορία παρέμεινε μάθημα που διδάχθηκε μέσω των ακαδημαϊκών παραδόσεων. Οι ανεπάρκειες και το μικρό ερευνητικό ενδιαφέρον του διδακτικού προσωπικού δεν ενθάρρυναν την άσκηση των φοιτητών στην αρχαία ιστορία. Αποτέλεσμα των προηγουμένων ήταν η απουσία εδρών βοηθητικών επιστημών για την ιστορία -έλλειψη που χαρακτηρίζει το σύνολο της πανεπιστημιακής διδασκαλίας- να πλήξει ιδιαίτερα την αρχαία ιστορία. Η επιγραφική, η νομισματική, η παλαιογραφία -οι οποίες παρά τις θεωρητικές εξαγγελίες διδάχθηκαν ελάχιστα ή και καθόλου ως αυτόνομα γνωστικά αντικείμενα- για τα βυζαντινά και νεότερα χρόνια προσφέρθηκαν φροντιστηριακά κυρίως από τον Λάμπρο, που προσπάθησε να αναπληρώσει τις ελλείψεις. Όσον αφορά όμως τον αρχαίο κόσμο, μόνο το Φιλολογικό Φροντιστήριο προσέφερε αυτές τις γνώσεις, σε μια διαφορετική προοπτική συγκριτικά με εκείνη του Ιστορικού.

Η έλλειψη πραγματικού ενδιαφέροντος των διδασκόντων για την αρχαία ιστορία αντανακλάται και στο σύνολο των φοιτητών και μαθητών τους. Ελάχιστοι ήταν όσοι αυτή την περίοδο ασχολήθηκαν με την αρχαία Ελλάδα. Γενικότερα, τα πρώτα χρόνια του 20ού αιώνα δεν υπήρξε στην υπό διαμόρφωση ελληνική ιστορική κοινότητα μια ομάδα που να ασχολήθηκε με την αρχαία ελληνική ιστορία, όπως συνέβαινε με το Βυζάντιο. Από τους καθηγητές δε οι οποίοι είχαν αναλάβει το έργο αυτό στο Πανεπιστήμιο Αθηνών κανείς δεν ανέλαβε πρωτοβουλίες για τη συγκρότηση μιας παρόμοιας ομάδας. Είναι χα-

700. Βλ. Δ. Κυρτάτας, ό.π., σ. 114.

701. Βλ. ενδεικτικά Κώστας Μπουραζέλης, «Ιστοριογραφία της Αρχαιότητας και νεοελληνικές ιδεολογίες. Μια πρώτη ανίχνευση κατευθύνσεων της προβληματικής και προβλημάτων επιστημονικότητας σε τρία συνθετικά έργα της περιόδου μετά από τον Β' παγκόσμιο πόλεμο», Μνήμων 14 (1992), σ. 223-235, και Άλ. Βερέβη, ό.π.

Σελ. 289
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/290.gif&w=600&h=915

χαρακτηριστική η έλλειψη σχετικών περιοδικών, όταν την ίδια περίοδο κυκλοφόρησαν τρεις τουλάχιστον περιοδικές εκδόσεις αφιερωμένες στο Βυζάντιο.702 Η κατάσταση δεν ήταν καλύτερη και στο νεότευκτο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Την αρχαία ιστορία εκεί δίδαξε ο Γεώργιος Σωτηριάδης, αρχαιολόγος περισσότερο παρά ιστορικός, στο πλαίσιο μάλιστα μιας έδρας Μέσων και νεωτέρων χρόνων. Για τους περισσότερους από τους ιστορικούς της περιόδου η αναφορά στην αρχαία ιστορία αποτελούσε είτε ένα απαραίτητο στάδιο στην ανάδειξη της συνέχειας, είτε αφορμή για κάποιο μικρό δημοσίευμα, συνήθως γύρω από κάποιο εύρημα, ενώ απουσίασε γενικότερα ο διάλογος με τους ξένους συναδέλφους τους.

Εάν η μελέτη των πηγών της αρχαίας ιστορίας απουσίαζε σε μεγάλο βαθμό από τα φροντιστήρια της ιστορίας, δεν συνέβαινε το ίδιο με την αρχαιολογία. Οι μαρτυρίες τόσο του Μιχάλη Σακελλαρίου, του Δικαίου Βαγιακάκου και του Γιώργου Αλισανδράτου, οι οποίοι σπούδασαν στη Φιλοσοφική Σχολή κατά τον Μεσοπόλεμο, συνέκλιναν στη διαπίστωση ότι η πλέον σημαντική εργασία στην αρχαία ιστορία γινόταν στα φροντιστήρια αρχαιολόγων όπως ο Γεώργιος Οικονόμου και ο Αντώνιος Κεραμόπουλλος. Στο φροντιστήριο του τελευταίου οι φοιτητές πραγματοποιούσαν, με βάση κυρίως επιγραφές, ιστορικές εργασίες. Συνολικότερα, η αρχαιολογία των αρχαίων ελληνικών χρόνων γνώρισε μεγαλύτερη άνθηση από ό,τι η ιστορία της ίδιας περιόδου το διάστημα αυτό. Σε μεγάλο βαθμό η αρχαιολογία αναλάμβανε να στηρίξει τα εθνικά δίκαια εκεί όπου η ιστορία εξαρχής παρουσιαζόταν αδύναμη. Είναι χαρακτηριστική η περίπτωση της Μακεδονίας, η ελληνικότητα της οποίας ήταν πολύ δύσκολο να αποδειχθεί πριν από τον 4ο π.Χ. αιώνα, όταν απουσίαζαν οι γραπτές πηγές. Το αποτέλεσμα ήταν εκτεταμένες ανασκαφικές έρευνες,703 όπως εκείνες του Γ. Σωτηριάδη στο Δίον και του Α. Κεραμόπουλλου στη Σιάτιστα.704 Όπως επισημαίνει η Νίκη Σακκά, στην περίπτωση των ελλήνων αρχαιολόγων η παρακολούθηση των δυτικών επιστημονικών ρευμάτων -θα μπορούσε κανείς να θεωρήσει ότι η παρουσία των ξένων αρχαιολογικών σχολών στην Ελλάδα λειτούργησε καταλυτικά προς αυτή την κατεύθυνση- και η συνεργασία τους με την εκτελεστική εξουσία, παρά τις παλινωδίες και την αλλαγή προτεραιοτήτων της τελευταίας, οδήγησαν σε συγκεκριμένα επιστημονικά αποτελέσματα. Δεν υπήρξε όμως συστηματική και συνεχής προσπάθεια,

702. Βλ. το σχετικό με τη βυζαντινή ιστορία κεφάλαιο.

703. Νίκη Σακκά, ό.π., σ. 74-81.

704. Στο ίδιο, σ. 78.

Σελ. 290
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Η συγκρότηση της ιστορικής επιστήμης και η διδασκαλία της ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (1837-1932)
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 271
    

    ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟ

    ΟΙ ΑΓΩΝΙΕΣ ΤΩΝ ΕΠΙΓΟΝΩΝ: Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΒΥΖΑΝΤΙΟΥ - ΝΕΟΤΕΡΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ

    (1910-1932)