Συγγραφέας:Καραμανωλάκης, Βαγγέλης Δ.
 
Τίτλος:Η συγκρότηση της ιστορικής επιστήμης και η διδασκαλία της ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (1837-1932)
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:42
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:2006
 
Σελίδες:551
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Εκπαίδευση-Τριτοβάθμια
 
Παιδεία-Εκπαίδευση
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα, Πανεπιστήμιο Αθηνών
 
Χρονική κάλυψη:1837-1932
 
Περίληψη:Αφετηριακή υπόθεση της εργασίας αυτής είναι ότι η ιστορία συγκροτείται ως επιστήμη μέσα από την καταλυτική επίδραση εκπαιδευτικών θεσμών για την παραγωγή και τη μετάδοση της γνώσης, όπως είναι το πανεπιστήμιο. Οι θεσμοί αυτοί επιβάλλουν σε μεγάλο βαθμό στην ιστοριογραφική παραγωγή τη λογική της συγκρότησης και της λειτουργίας τους, τις αξίες που τους διέπουν, τις πρακτικές ανάδειξης κύρους και τους συσχετισμούς δύναμης που επικρατούν στο εσωτερικό τους, τις σχέσεις τους με την πολιτική εξουσία και την κοινωνία. Η πανεπιστημιακή διδασκαλία της ιστορίας κατά την περίοδο που καλύπτει το βιβλίο συνδέθηκε με μια σειρά από παράγοντες και μεταβλητές, στοιχεία που καθόρισαν και το συγκεκριμένο πλαίσιο αναφοράς : το πανεπιστημιακό περιβάλλον, η ιστοριογραφική παράδοση, τα πρόσωπα που δίδαξαν και οι αποδέκτες της διδασκαλίας τους. Στόχος της παρούσας εργασίας είναι η συνεξέταση αυτών των παραγόντων μέσα στην ευρύτερη πολιτική και κοινωνική συγκυρία από την οποία σε μεγάλο βαθμό ορίστηκαν και την οποία εντέλει επανακαθόρισαν, με άλλα λόγια θέμα του βιβλίου είναι η συγκρότηση, στον χώρο του Πανεπιστημίου Αθηνών, μιας εθνικής-επιστημονικής ιστορίας με έντονο διδακτικό χαρακτήρα, η οποία επηρέασε καθοριστικά τη συνολική ιστοριογραφική παραγωγή, λόγω της σημαίνουσας θέσης του ιδρύματος, καθώς για έναν περίπου αιώνα αποτέλεσε τον μοναδικό οργανωμένο θεσμό της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης ο οποίος παρήγε ιστορική γνώση, κατάρτιζε τους φοιτητές και προετοίμαζε τους αποφοίτους του για τη διάχυση αυτής της γνώσης, μέσω κυρίως του σχολικού δικτύου, στο ελληνικό βασίλειο και στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 43.93 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 283-302 από: 554
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/283.gif&w=600&h=915

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β'

ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΣΚΑΛΙ: Η ΑΡΧΑΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΣΩΚΡΑΤΗ ΚΟΥΓΕΑ ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΣΥΝΕΧΕΙΑΣ

Ο Σωκράτης Κουγέας (1877-1966)689 ήταν ο πρώτος καθηγητής Ιστορίας που εξελέγη μετά τη μεταρρύθμιση του 1911 στη Φιλοσοφική Σχολή. Γεννήθηκε στους Δολούς της Λακωνίας, όπου πραγματοποίησε τις εγκύκλιες σπουδές του, ενώ στη συνέχεια φοίτησε στη Φιλοσοφική Σχολή της Αθήνας. Παράλληλα εργάστηκε στην κριτική έκδοση της Καινής Διαθήκης από τον βαρόνο Χέρμανν Φράιχερρ φον Ζόντεν, αναζητώντας και μελετώντας σχετικά χειρόγραφα σε ελληνικές βιβλιοθήκες. Μετά την αποφοίτησή του (1901) υπηρέτησε ως ελληνοδιδάσκαλος και σχολάρχης. Από το 1904 έως το 1909 σπούδασε με κρατική υποτροφία κατ' αρχάς στο Πανεπιστήμιο του Χάλλε με διδάσκοντες τον επιγραφολόγο Βίλχελμ Ντιττενμπέργκερ, τον φιλόλογο Καρλ Ρόμπερτ, τον ιστορικό Φρήντριχ Βίλκεν, τον λατινιστή φιλόλογο Γκέοργκ Βισσόβα. Στη συνέχεια παρακολούθησε στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου μαθήματα μερικών από τους πιο γνωστούς επιστήμονες της εποχής του: του Καρλ Κρουμπάχερ, του φιλολόγου Όττο Κρούζιους, του αρχαιολόγου Άντολφ Φουρτβένγκλερ. Ο Κουγέας ολοκλήρωσε τις σπουδές του στο Βερολίνο παρακολουθώντας μαθήματα του διάσημου φιλολόγου Ούρλιχ φον Βιλαμόβιτς Μαίλλεντορφ, του ιστορικού της αρχαιότητας Έντουαρντ Μάγερ, του κλασικού φιλολόγου Έντουαρντ Νόρντεν και του θεολόγου Άντολφ φον Χάρνακ. Στο Παρίσι εργάστηκε στην Εθνική Βιβλιοθήκη σε ελληνικά χειρόγραφα και παπυρολογικά κείμενα, ενώ παρακολούθησε μαθήματα του βυζαντινολόγου Σαρλ Ντιλ. Μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα εργάστηκε στη μέση εκπαίδευση και στα Γενικά Αρχεία του Κράτους (1916-1918), ενώ δίδαξε ελληνικά και γεωγραφία στο Πολυτεχνείο.

689. Για τον Σ. Κουγέα βλ. Διονύσιος Α. Ζακυθηνός, Παναγιώτης Πουλίτσας, Απόστολος Δασκαλάκης, Λίνος Πολίτης, I. Μ. Παναγιωτόπουλος, Ηλίας Βενέζης, Θεόδωρος Ξύδης, «Σωκρ. Β. Κουγέας», αφιέρωμα στη Néa Εστία 7, 80 (15 Οκτωβρίου 1966), σ. 1438-1450, και Διονύσιος Α. Ζακυθηνός, «Σωκράτης Κουγέας», Πρακτικά της Ακαδημίας Αθηνών 48 (1973), σ. 211-225, και «Βιβλιογραφία δημοσιευμάτων Σωκράτους Β. Κουγέα»: Ελληνικά, Τιμητικός τόμος Σωκράτους Β. Κουγέα, 15 (1957), σ. ζ'-ιε'.

Σελ. 283
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/284.gif&w=600&h=915

Στενός μαθητής και συνεργάτης του Σπυρίδωνος Λάμπρου -τον είχε συνοδεύσει ως φοιτητής δύο φορές σε αποστολές στο Άγιον Όρος-, ο Σ. Κουγέας προτάθηκε ως αντικαταστάτης του τον Ιανουάριο του 1917, όταν ο γνωστός ιστορικός παραιτήθηκε αναλαμβάνοντας την πρωθυπουργία της χώρας. Στη διεκδίκηση της έδρας συμμετείχαν ο Παντελής Κοντογιάννης και ο Κωνσταντίνος Ράδος. Στην έκθεση της η επιτροπή, που την αποτελούσαν ο Αδ. Αδαμαντίου, ο Π. Καρολίδης και ο Γ. Σωτηριάδης, αφού εξέτασε τα έργα των υποψηφίων τούς απέρριψε όλους, ευχόμενη να επανέλθει στη θέση του ο Λάμπρος. Υπερβαίνοντας όμως τις αρμοδιότητές της, πρότεινε ομόφωνα ως πλέον κατάλληλο τον Σ. Κουγέα με βάση το υπόμνημα που είχε υποβάλει για την έκτακτη έδρα της Νεοελληνικής φιλολογίας και παπυρολογίας.690 Η επιτροπή αναφερόταν εν εκτάσει στο έργο του, ενώ τόνιζε και τις σχέσεις μαθητείας που τον συνέδεαν με τον προκάτοχο της έδρας.691

Τον Ιανουάριο του 1918 συζητήθηκε εκ νέου στη Φιλοσοφική Σχολή η πλήρωση της έδρας του Σπ. Λάμπρου, σε ένα τελείως διαφορετικό κλίμα μετά την απομάκρυνσή του από την πρωθυπουργία. Υποψηφιότητα έθεσαν οι Μιχαήλ Βολονάκης, Σ. Κουγέας, Π. Κοντογιάννης και Κ. Ράδος, ενώ παρέμεινε η ίδια εισηγητική επιτροπή. Η τελευταία προέκρινε ομόφωνα τον Σ. Κουγέα, ενώ ο Π. Καρολίδης υποστήριξε και την υποψηφιότητα του Μ. Βολονάκη. Στη σχετική συζήτηση στη Φιλοσοφική ο Γ. Σωτηριάδης υπήρξε ιδιαίτερα οξύς με τον Μ. Βολονάκη, καταγγέλλοντας την ανυπαρξία οποιασδήποτε πρωτότυπης και άξιας λόγου εργασίας του υποψηφίου. Όπως αποκάλυψε στους συναδέλφους του, και τα τρία μέλη της επιτροπής αρχικά θεώρησαν αναίδεια την υποψηφιότητά του και ήταν ιδιαίτερα αρνητικοί έναντι της. Στη συνέχεια όμως, και για λόγους που ο Σωτηριάδης δεν γνώριζε, ο Π. Καρολίδης μετέβαλε τη στάση του και υποστήριξε τον Βολονάκη. Ο Γ. Χατζιδάκις με μακρά και βασισμένη στο έργο των υποψηφίων έκθεση κατέκρινε την επιτροπή γιατί μερολήπτησε υπέρ των Βολονάκη και Κουγέα, ενώ τόνισε την αξία του έργου του Ράδου και του Κοντογιάννη. Κριτική στον Μ. Βολονάκη άσκησε και ο Νικόλαος

690. Η συζήτηση για την έδρα, με πλήθος υποψηφίων, είχε διεξαχθεί επί μακρόν στη Φιλοσοφική τον Μάιο του 1915, και με την υποστήριξη του Λάμπρου ο Κουγέας είχε συγκεντρώσει τις περισσότερες ψήφους. Βλ. ΠΣΦΣ, συνεδριάσεις 20ης και 25ης Μαΐου 1915. Η έκτακτη έδρα καταργήθηκε χωρίς να διδάξει ο Κουγέας.

691. Βλ. «Έκθεσις της διά την τακτικήν έδραν της Γενικής Ιστορίας ορισθείσης επιτροπείας. Αναγνωσθείσα εις την Φιλοσοφικήν Σχολήν τη 25 Ιανουαρίου 1917», Καποδιστριακόν Πανεπιστήμιον, Έκθεσις της υπό της Φιλοσοφικής Σχολής ορισθείσης επιτροπείας διά την τακτικήν έδραν της Γενικής Ιστορίας, Αθήνα, Τυπογραφείον «Εστία», 1918, σ. 49-65.

Σελ. 284
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/285.gif&w=600&h=915

Πολίτης, τονίζοντας το θράσος του να υποβάλει υποψηφιότητα μετασκευάζοντας εργασίες ώστε να αντεπεξέλθει στις απαιτήσεις του νόμου. Στην τοποθέτησή του, με την οποία συμφωνούσε και ο Σ. Μενάρδος, ο καθηγητής της Λατινικής φιλολογίας Θεοφάνης Κακριδής υποστήριξε ότι το έργο του Κουγέα ήταν περισσότερο φιλολογικό παρά ιστορικό. Απορρίπτοντας τον Ράδο και τον Βολονάκη, ο Κακριδής κατέληγε στην υποστήριξη της υποψηφιότητας Κοντογιάννη. Τελικά με οκτώ ψήφους (Σπ. Σακελλαρόπουλος, Ν. Πολίτης, Γρ. Βερναρδάκης, Παναγής Καββαδίας, Χρίστος Τσούντας, Α. Σκιάς, Α. Αδαμαντίου, Γ. Σωτηριάδης) έναντι τεσσάρων υπέρ του Κοντογιάννη (Γ. Χατζιδάκις, Σ. Μενάρδος, Θεόφιλος Βορέας, Θ. Κακριδής), εξελέγη ο Κουγέας 692

Κατά τη διάρκεια της καθηγεσίας του, ο Κουγέας δίδαξε στις ακαδημαϊκές του παραδόσεις αποκλειστικά αρχαία ιστορία, από τους αρχαίους ανατολικούς λαούς έως και τους Ρωμαίους. Σταθερή επιδίωξη, όπως προκύπτει και από τη διαδοχή των μαθημάτων, ήταν η κάλυψη όλης της αρχαίας ιστορίας σε χρονική ακολουθία: στο πρώτο έτος δίδασκε ιστορία των ανατολικών λαών, στη συνέχεια ένα ή δύο έτη αρχαία ελληνική ιστορία (από τα αρχαιότατα χρόνια έως τη μάχη της Χαιρώνειας), ένα έτος ιστορία του μακεδονικού ελληνισμού και ένα έτος ρωμαϊκή ιστορία. Συνολικά στα μαθήματα που δίδαξε προηγήθηκε η αρχαία Ελλάδα. Δίδαξε τρία ακαδημαϊκά έτη ιστορία των αρχαίων ανατολικών λαών ή εθνών, δύο έτη ρωμαϊκή ιστορία, έξι έτη αρχαία ελληνική ιστορία και τρία έτη ιστορία του μακεδονικού ελληνισμού. Ο Κουγέας έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στις ασκήσεις των φοιτητών. Προσέφερε οκτώ έτη φροντιστηριακές ασκήσεις στην έρευνα και στη χρήση των πηγών της αρχαίας ιστορίας, παλαιογραφικές ασκήσεις στο Τμήμα Χειρογράφων της Εθνικής Βιβλιοθήκης, ανάγνωση χειρογράφων (δύο έτη), ανάγνωση χειρογράφων και χρήση και ερμηνεία ή έρευνα των ιστορικών πηγών (έξι έτη), άλλοτε για πρωτοετείς και άλλοτε για τεταρτοετείς φοιτητές.693

Όπως και ο προκάτοχος του, ο Σ. Κουγέας είχε πριν από τον διορισμό του σημαντικό συγγραφικό και ερευνητικό έργο, επικεντρωμένο κυρίως στα βυζαντινά και νεότερα χρόνια. Η εργογραφία του είναι εξαιρετικά εκτεταμένη και καλύπτει το σύνολο σχεδόν της ελληνικής ιστορίας : μονογραφίες, άρθρα, συμμετοχές σε συνέδρια, βιβλιοκρισίες, αποτύπωση μιας πλούσιας συγγραφικής

692. ΠΣΦΣ, συνεδρίαση 24ης Ιανουαρίου 1918. Βλ. και Πρακτικόν της συνεδρίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου διά την εκλογήν τακτικού καθηγητού της Γενικής Ιστορίας, Αθήνα, Τυπογραφείον «Εστία», 1918.

693. Βλ. εδώ το Παράρτημα, με τους τίτλους των μαθημάτων.

Σελ. 285
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/286.gif&w=600&h=915

και ερευνητικής δραστηριότητας. Στο σύνολο του εκδοθέντος έργου του -με εξαίρεση κάποια υπερασπιστικά κείμενα ή λίβελους αναφορικά με την εκλογή και γενικότερα την πανεπιστημιακή του σταδιοδρομία, καθώς και επετειακούς λόγους, κυρίως για τους εορτασμούς των εκατό χρόνων από την έναρξη του Αγώνα- σπανίζουν εκδόσεις συνδεδεμένες με την πανεπιστημιακή διδασκαλία του. Η διαπίστωση αυτή αφορά κυρίως τις ακαδημαϊκές παραδόσεις του και λιγότερο τα φροντιστήρια, όπου πιθανόν να χρησιμοποίησε ως αντικείμενο διδασκαλίας κάποιες από τις επιγραφές, τα χειρόγραφα, τους κώδικες και άλλα έγγραφα τα οποία είχε επισημάνει και μελετήσει σε δημοσιεύσεις του.

Ένα από τα ελάχιστα συγκροτημένα κείμενα του Σωκράτη Κουγέα το οποίο αφορούσε την αρχαία ιστορία ήταν η συμμετοχή του στην Παγκόσμια Ιστορία, την οποία εξέδωσε ο εκδοτικός οίκος «Ελευθερουδάκης».694 Το κείμενο του αφορούσε την αρχαία ελληνική ιστορία, από την κάθοδο των «ελληνικών φυλών» έως και τη βασιλεία του Φιλίππου Β' στους Μακεδόνες. Πρόκειται για ένα και λόγω του προορισμού του εκλαϊκευτικό κείμενο, δίχως βιβλιογραφία και αναφορές σε πηγές. Ο συγγραφέας ανακεφαλαίωνε την αρχαία ελληνική ιστορία σε απλή καθαρεύουσα, ενώ κεντρικός άξονας του κειμένου ήταν η εκ προοιμίου ελληνικότητα όσων κατοίκησαν στον χώρο και η αντιμετώπισή τους εξαρχής ως ενός ενιαίου έθνους: οι ελληνικές φυλές, οι Έλληνες που συνασπίστηκαν για να αντιμετωπίσουν τους Πέρσες, ο Πελοποννησιακός εμφύλιος πόλεμος και, τέλος, η ανάγκη για έναν ισχυρό μονάρχη, την οποία κάλυψε ο Φίλιππος. Αξιομνημόνευτη ήταν επίσης η ισχυρή παρουσία των επιτευγμάτων στον χώρο της τέχνης και της λογοτεχνίας, στοιχείο που θεωρήθηκε το κατεξοχήν ενδεικτικό για την ανωτερότητα του πολιτισμού των Ελλήνων.

Η παρουσία της περιόδου του Μεγάλου Αλεξάνδρου και των διαδόχων του υπήρξε ισχυρή στη διδασκαλία του καθηγητή της Αρχαίας ιστορίας. Η επιλογή αυτή συνδέεται ενδεχομένως με την ενασχόλησή του με την περίοδο αυτή 695 όσο και με την προβολή, σε μια ταραγμένη περίοδο, της ελληνικότητας του παρελθόντος της Μακεδονίας, όπως άλλωστε φανέρωνε και ο όρος μακεδόνικος ελληνισμός που χρησιμοποίησε για να χαρακτηρίσει την περίοδο, πρώ-

694. Σωκράτης Κουγέας, «Αρχαία ιστορία»: Στάθης Καραβίας (διεύθ.), Παγκόσμια Ιστορία, τ. 1, Αθήνα, Ελευθερουδάκης, 1932, σ. 414-458. Το κείμενο δεν έχει περιληφθεί στη δημοσιευμένη εργογραφία του καθηγητή. Ευχαριστώ τον κ. Κ. Μπουραζέλη που μου το επεσήμανε.

695. Ο Ζακυθηνός αναφέρει την ενασχόληση του Κουγέα με τον μακεδονικό αλλά και τον ρωμαϊκό ελληνισμό ως έναν από τους σταθμούς του έργου του. Βλ. Δ. Ζακυθηνός, «Σωκράτης Κουγέας», ό.π., σ. 214. Στην πραγματικότητα, όπως μπορεί κανείς

Σελ. 286
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/287.gif&w=600&h=915

πρώτη φορά στη διδασκαλία του μαθήματος στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Η έλλειψη δημοσιεύσεων του Κουγέα που να αφορούν τη διδασκαλία του δυσχεραίνει εξαιρετικά την αποτίμησή της. Η απουσία αυτή σχολιάστηκε δυσμενέστατα και από τους πολυάριθμους επικριτές του, καθώς κατά τη διάρκεια του βίου του ο ιστορικός είχε έλθει σε σύγκρουση με αρκετούς πανεπιστημιακούς, και όχι μόνο, συναδέλφους του. Είναι χαρακτηριστική η κριτική του καθηγητή της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών Νικολάου Τωμαδάκη, ο οποίος υπήρξε και φοιτητής του, ότι ο Κουγέας δίδασκε Μηδικούς Πολέμους και Πελοποννησιακό Πόλεμο με βάση τα σχολικά εγχειρίδια του Νικολάου Βραχνού.696 Σύμφωνα με τις ίδιες αιτιάσεις, η φροντιστηριακή του διδασκαλία ξεκινούσε πολύ αργά, μόλις τον Μάρτιο, ενώ χρησιμοποιούσε στο μάθημά του τους πίνακες που είχε συντάξει για τη φροντιστηριακή του διδασκαλία ο Σπ. Λάμπρος. Ο Τωμαδάκης τον κατηγορούσε ακόμη ότι δεν είχε επισκεφθεί ποτέ με τους φοιτητές του το Τμήμα Χειρογράφων της Εθνικής Βιβλιοθήκης όπου ήταν διευθυντής, ότι στη διάρκεια της πανεπιστημιακής του θητείας δεν είχε πάρει μαζί του ούτε έναν φοιτητή σε παλαιογραφικό ταξίδι, ενώ, με εξαίρεση τον μετέπειτα καθηγητή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Λίνο Πολίτη, δεν είχε άλλους μαθητές.697 Οι κατηγορίες αυτές, σαφέστατα επηρεασμένες από την αντιπαλότητα του Τωμαδάκη προς τον Κουγέα, έρχονται σε αντίθεση με μια άλλη εκ των υστέρων μαρτυρία, εκείνη της Αικατερίνης Χριστοφιλοπούλου,η οποία θυμάται -αν και επισημαίνει πως η ακαδημαϊκή του διδασκαλία δεν ανταποκρινόταν σε όσα θα περίμενε κανείς-ότι με τη φροντιστηριακή διδασκαλία του ο καθηγητής της Αρχαίας ιστορίας κέντριζε το νου και την ψυχή μας, καθώς για πρώτη φορά ξανοιγόταν στα μάτια μας άγνωστος θαυμαστός κόσμος με τη μύηση στη βυζαντινή παλαιογραφία [,..].698 Σύμφωνα και με τη

να διαπιστώσει διατρέχοντας την εργογραφία του, πρόκειται για μικρές εργασίες, βασισμένες κυρίως στη μελέτη επιγραφικού υλικού της περιόδου.

696. Ο Νικόλαος Βραχνός υπήρξε πολυγραφότατος συγγραφέας σχολικών εγχειριδίων στις αρχές του 20ού αιώνα. Βλ. εργογραφία του στη βιβλιογραφία του ανθολογίου της Χρ. Κουλούρη, ό.π., σ. 593-734.

697. Βλ. Ευμάθιος Καυσοκαλυβίτης, μοναχός [Νικόλαος Β. Τωμαδάκης], Ιστορικά Ραπίσματα Διανομή Δευτέρα ή Σωκράτης ο Δόλιος (εκ Δολών). Η Ακαδημία Αθηνών και Ρωμανός ο Μελωδός, Θεσσαλονίκη 1956, σ. 16.

698. Αικατερίνη Χριστοφιλοπούλου, «Οι βυζαντινές σπουδές στο Πανεπιστήμιο Αθηνών κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου», Νέα Εστία 136 (1994), σ. 985. Στο άρθρο περιγράφονται τα φοιτητικά χρόνια της ιστορικού με αναφορές σε όλους τους καθηγητές που ασχολήθηκαν με το Βυζάντιο στη Φιλοσοφική Σχολή κατά τον Μεσοπόλεμο.

Σελ. 287
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/288.gif&w=600&h=915

μαρτυρία του Μιχάλη Σακελλαρίου, στο μάθημα του Κουγέα οι φοιτητές κρατούσαν σημειώσεις, ενώ υπήρχαν περιορισμένες αναφορές σε ξένους ερευνητές και ιστορικούς, με σημαντικότερη εκείνη στον Καρλ Γιούλιους Μπέλοχ.

Η παρουσία του Κουγέα στο Πανεπιστήμιο δεν μπορεί να περιοριστεί στη διδασκαλία της αρχαίας ιστορίας. Πρόσωπο με οξεία κρίση και τόλμη (όπως μπορεί κανείς να διαπιστώσει τόσο από τις δημόσιες παρεμβάσεις του όσο και από εκείνες εντός των τειχών της Φιλοσοφικής), με συγκροτημένη αντίληψη για την ιστορική επιστήμη (όπως αποτυπώνεται και στις πολυπληθείς βιβλιοκρισίες του, ιδιαίτερα στο περιοδικό Ελληνικά), ενέπνευσε τους φοιτητές του απολαμβάνοντας τον σεβασμό και την εκτίμησή τους ως το τέλος του βίου του, το οποίο άλλωστε επήλθε πολλά χρόνια μετά την αποχώρησή του από τη Σχολή.699

Ανατρέχοντας στη διαδρομή της αρχαίας ελληνικής ιστορίας στο Πανεπιστήμιο, θα παρατηρούσε κανείς ότι, με εξαίρεση τον Κ. Σχινά, ο οποίος δίδαξε αρχαία ιστορία ως αυτόνομο γνωστικό αντικείμενο με βάση τις σπουδές του, οι υπόλοιποι διδάσκοντες ασχολήθηκαν με την αρχαία ιστορία στο πλαίσιο της συνεχούς ελληνικής ή παγκόσμιας ιστορίας. Από τους ιστορικούς που δίδαξαν αρχαία ιστορία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, κανείς δεν έχει να επιδείξει σημαντικό έργο αναφορικά με την περίοδο αυτή. Ο Κ. Παπαρρηγόπουλος υιοθέτησε μια σειρά από σχήματα δυτικών ιστορικών, ενώ, με εξαίρεση ίσως τις πρώιμες γλωσσολογικές του μελέτες, ο Π. Καρολίδης δεν προσέφερε τίποτε άξιο λόγου στην αρχαία ιστορία παρά τις πομπώδεις συνδέσεις του ανατολικού με τον αρχαιοελληνικό πολιτισμό. Ο Σπ. Λάμπρος και ο Σ. Κουγέας αφιέρωσαν το κύριο μέρος της ερευνητικής τους μα και της φροντιστηριακής τους διδασκαλίας στα μεσαιωνικά και νεότερα χρόνια, «διεκπεραιώνοντας» τρόπον τινά τη διδασκαλία της ιστορίας της αρχαίας περιόδου.

Όπως παρατηρεί ο Δημήτρης Κυρτάτας για το σύνολο της ιστοριογραφικής παραγωγής, η διαχρονική μελέτη της ελληνικής ιστορίας απορρόφησε την αυτοτελή της αρχαίας, με σοβαρές συνέπειες στην κατεύθυνση και στην πρόοδο των αρχαιογνωστικών σπουδών: οι έλληνες ιστορικοί ασχολήθηκαν κυ-

699. Είναι χαρακτηριστικό το κείμενο που δημοσίευσε μετά τον θάνατο του Κουγέα ο Ζήσιμος Λορεντζάτος, παλαιός φοιτητής του, λόγιος, που κατατάσσεται γενικά στη Γενιά του '30. Το άρθρο συνιστά μια σημαντική στην πραγματικότητα πηγή και για τον συγγραφέα του, στο μέτρο που, σε αντίθεση με διανοητές της ίδιας γενιάς όπως ο Κ. Θ. Δημαράς, ο Λορεντζάτος δημοσίευσε ελάχιστα αντίστοιχα κείμενα eις μνήμην. Βλ. Ζήσιμος Λορεντζάτος, «Ο Σ. Β. Κουγέας και η μέσα-Ελλάδα», Εποχές 48 (Απρίλιος 1967), σ. 311-320.

Σελ. 288
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/289.gif&w=600&h=915

κυρίως με την αναζήτηση της συνέχειας, αλλά και οι ξένες συμβολές αξιολογήθηκαν με βάση τη θέση που έπαιρναν στο ζήτημα της διαχρονικής επιβίωσης και πορείας του ελληνικού έθνους.700 Η εμμονή στη συνέχεια και η ιδεολογική αντιμετώπιση της αρχαίας ιστορίας αποτέλεσαν χαρακτηριστικά της συνθετικής μελέτης της και στα χρόνια που ακολούθησαν.701

Πέρα από την ανάδειξη της συνέχειας της ιστορίας του ελληνικού έθνους ως βασικής προτεραιότητας στη διδασκαλία των καθηγητών και υφηγητών του Πανεπιστημίου, υπήρξε και μια σειρά άλλων παραγόντων που εξηγούν την ισχνή ανάπτυξη της αρχαίας ελληνικής ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Ο σημαντικότερος είναι η αποσύνδεση της ερευνητικής δραστηριότητας από τη διδακτική πράξη. Σε αντίθεση με τα βυζαντινά και νεότερα χρόνια, στα οποία αφιερώθηκε κατεξοχήν η φροντιστηριακή διδασκαλία, η αρχαία ιστορία παρέμεινε μάθημα που διδάχθηκε μέσω των ακαδημαϊκών παραδόσεων. Οι ανεπάρκειες και το μικρό ερευνητικό ενδιαφέρον του διδακτικού προσωπικού δεν ενθάρρυναν την άσκηση των φοιτητών στην αρχαία ιστορία. Αποτέλεσμα των προηγουμένων ήταν η απουσία εδρών βοηθητικών επιστημών για την ιστορία -έλλειψη που χαρακτηρίζει το σύνολο της πανεπιστημιακής διδασκαλίας- να πλήξει ιδιαίτερα την αρχαία ιστορία. Η επιγραφική, η νομισματική, η παλαιογραφία -οι οποίες παρά τις θεωρητικές εξαγγελίες διδάχθηκαν ελάχιστα ή και καθόλου ως αυτόνομα γνωστικά αντικείμενα- για τα βυζαντινά και νεότερα χρόνια προσφέρθηκαν φροντιστηριακά κυρίως από τον Λάμπρο, που προσπάθησε να αναπληρώσει τις ελλείψεις. Όσον αφορά όμως τον αρχαίο κόσμο, μόνο το Φιλολογικό Φροντιστήριο προσέφερε αυτές τις γνώσεις, σε μια διαφορετική προοπτική συγκριτικά με εκείνη του Ιστορικού.

Η έλλειψη πραγματικού ενδιαφέροντος των διδασκόντων για την αρχαία ιστορία αντανακλάται και στο σύνολο των φοιτητών και μαθητών τους. Ελάχιστοι ήταν όσοι αυτή την περίοδο ασχολήθηκαν με την αρχαία Ελλάδα. Γενικότερα, τα πρώτα χρόνια του 20ού αιώνα δεν υπήρξε στην υπό διαμόρφωση ελληνική ιστορική κοινότητα μια ομάδα που να ασχολήθηκε με την αρχαία ελληνική ιστορία, όπως συνέβαινε με το Βυζάντιο. Από τους καθηγητές δε οι οποίοι είχαν αναλάβει το έργο αυτό στο Πανεπιστήμιο Αθηνών κανείς δεν ανέλαβε πρωτοβουλίες για τη συγκρότηση μιας παρόμοιας ομάδας. Είναι χα-

700. Βλ. Δ. Κυρτάτας, ό.π., σ. 114.

701. Βλ. ενδεικτικά Κώστας Μπουραζέλης, «Ιστοριογραφία της Αρχαιότητας και νεοελληνικές ιδεολογίες. Μια πρώτη ανίχνευση κατευθύνσεων της προβληματικής και προβλημάτων επιστημονικότητας σε τρία συνθετικά έργα της περιόδου μετά από τον Β' παγκόσμιο πόλεμο», Μνήμων 14 (1992), σ. 223-235, και Άλ. Βερέβη, ό.π.

Σελ. 289
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/290.gif&w=600&h=915

χαρακτηριστική η έλλειψη σχετικών περιοδικών, όταν την ίδια περίοδο κυκλοφόρησαν τρεις τουλάχιστον περιοδικές εκδόσεις αφιερωμένες στο Βυζάντιο.702 Η κατάσταση δεν ήταν καλύτερη και στο νεότευκτο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Την αρχαία ιστορία εκεί δίδαξε ο Γεώργιος Σωτηριάδης, αρχαιολόγος περισσότερο παρά ιστορικός, στο πλαίσιο μάλιστα μιας έδρας Μέσων και νεωτέρων χρόνων. Για τους περισσότερους από τους ιστορικούς της περιόδου η αναφορά στην αρχαία ιστορία αποτελούσε είτε ένα απαραίτητο στάδιο στην ανάδειξη της συνέχειας, είτε αφορμή για κάποιο μικρό δημοσίευμα, συνήθως γύρω από κάποιο εύρημα, ενώ απουσίασε γενικότερα ο διάλογος με τους ξένους συναδέλφους τους.

Εάν η μελέτη των πηγών της αρχαίας ιστορίας απουσίαζε σε μεγάλο βαθμό από τα φροντιστήρια της ιστορίας, δεν συνέβαινε το ίδιο με την αρχαιολογία. Οι μαρτυρίες τόσο του Μιχάλη Σακελλαρίου, του Δικαίου Βαγιακάκου και του Γιώργου Αλισανδράτου, οι οποίοι σπούδασαν στη Φιλοσοφική Σχολή κατά τον Μεσοπόλεμο, συνέκλιναν στη διαπίστωση ότι η πλέον σημαντική εργασία στην αρχαία ιστορία γινόταν στα φροντιστήρια αρχαιολόγων όπως ο Γεώργιος Οικονόμου και ο Αντώνιος Κεραμόπουλλος. Στο φροντιστήριο του τελευταίου οι φοιτητές πραγματοποιούσαν, με βάση κυρίως επιγραφές, ιστορικές εργασίες. Συνολικότερα, η αρχαιολογία των αρχαίων ελληνικών χρόνων γνώρισε μεγαλύτερη άνθηση από ό,τι η ιστορία της ίδιας περιόδου το διάστημα αυτό. Σε μεγάλο βαθμό η αρχαιολογία αναλάμβανε να στηρίξει τα εθνικά δίκαια εκεί όπου η ιστορία εξαρχής παρουσιαζόταν αδύναμη. Είναι χαρακτηριστική η περίπτωση της Μακεδονίας, η ελληνικότητα της οποίας ήταν πολύ δύσκολο να αποδειχθεί πριν από τον 4ο π.Χ. αιώνα, όταν απουσίαζαν οι γραπτές πηγές. Το αποτέλεσμα ήταν εκτεταμένες ανασκαφικές έρευνες,703 όπως εκείνες του Γ. Σωτηριάδη στο Δίον και του Α. Κεραμόπουλλου στη Σιάτιστα.704 Όπως επισημαίνει η Νίκη Σακκά, στην περίπτωση των ελλήνων αρχαιολόγων η παρακολούθηση των δυτικών επιστημονικών ρευμάτων -θα μπορούσε κανείς να θεωρήσει ότι η παρουσία των ξένων αρχαιολογικών σχολών στην Ελλάδα λειτούργησε καταλυτικά προς αυτή την κατεύθυνση- και η συνεργασία τους με την εκτελεστική εξουσία, παρά τις παλινωδίες και την αλλαγή προτεραιοτήτων της τελευταίας, οδήγησαν σε συγκεκριμένα επιστημονικά αποτελέσματα. Δεν υπήρξε όμως συστηματική και συνεχής προσπάθεια,

702. Βλ. το σχετικό με τη βυζαντινή ιστορία κεφάλαιο.

703. Νίκη Σακκά, ό.π., σ. 74-81.

704. Στο ίδιο, σ. 78.

Σελ. 290
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/291.gif&w=600&h=915

στοιχείο που οφειλόταν βέβαια και στις οικονομικές δυσκολίες, αντανακλούσε όμως και την άποψη ότι η αρχαιολογία και τα πορίσματά της δεν μπορούσαν παρά να διαδραματίσουν εντέλει περιορισμένο ρόλο στον διπλωματικό στίβο και στην ενίσχυση της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Στην περίπτωση της Θράκης, παρά την κινητοποίηση των Βουλγάρων, οι ελληνικές κυβερνήσεις δεν ενίσχυσαν ανάλογες πρωτοβουλίες καθώς είχαν επικεντρώσει το ενδιαφέρον τους στη γειτονική Μακεδονία, ενώ οι μεμονωμένες δραστηριότητες, κυρίως συσσωματώσεις πολιτών, δεν οδήγησαν σε σπουδαία αποτελέσματα.705

705. Στο ίδιο, σ. 81-90.

Σελ. 291
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/292.gif&w=600&h=915 01 - 0002.htm

ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Σελ. 292
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/293.gif&w=600&h=915

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ'

Η ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΕ ΝΕΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ: ΟΙ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΙ ΚΑΙ ΕΞΩΤΕΡΙΚΟΙ ΕΧΘΡΟΙ

ΕΞΟΦΛΩΝΤΑΣ ΠΑΛΑΙΑ ΧΡΕΗ: Η ΚΑΘΗΓΕΣΙΑ ΤΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΣΩΤΗΡΙΑΔΗ

Η εκκαθάριση του 1910 στέρησε το Πανεπιστήμιο από έναν σημαντικό αριθμό καθηγητών, προκαλώντας προβλήματα στο πρόγραμμα μαθημάτων. Τα προβλήματα λύθηκαν είτε με την επαναπρόσληψη απολυθέντων είτε με τον διορισμό νέων καθηγητών, οι οποίοι επιλέχθηκαν από επιτροπές, παρά τις ρυθμίσεις της νομοθεσίας του 1911, που συγκροτήθηκαν ειδικά γι' αυτό τον σκοπό. Έτσι, το 1912 συστάθηκε επιτροπή για την επιλογή καθηγητή Μέσης και νεωτέρας ιστορίας, με μέλη της τον καθηγητή της Ιστορίας της φιλοσοφίας Μαργαρίτη Ευαγγελίδη και τους καθηγητές της Αρχαίας ελληνικής φιλολογίας Γρηγόριο Βερναρδάκη και Ανδρέα Σκιά (σημειώνω την απουσία του αρμόδιου καθηγητή Σπ. Λάμπρου). Υποψήφιοι ήταν ο Γ. Σωτηριάδης, ο απολυθείς Δ. Πατσόπουλος, ο Δ. Καλοποθάκης706 και ο καθηγητής του γυμνασίου Γεώργιος Παπανδρέου.707 Στην έκθεση που συνέταξε ο Γρ. Βερναρδάκης πρότεινε

706. Το 1910 ο Δ. Καλοποθάκης ζήτησε την επιστροφή του στο Πανεπιστήμιο, ισχυριζόμενος ότι η διακοπή των παραδόσεών του ως υφηγητή οφειλόταν σε επιστημονικές ενασχολήσεις του στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, καθώς και στη «σύγκρουση» των ωρών διδασκαλίας του με τις αντίστοιχες των καθηγητών, με αποτέλεσμα να μην έχει ακροατήριο. Η Σχολή απέρριψε την αίτηση λόγω μη επαρκούς αιτιολόγησης της διακοπής της διδασκαλίας του. Βλ. ΠΣΦΣ, συνεδρίαση 6ης Οκτωβρίου και 13ης Νοεμβρίου 1910.

707. Ο Γ. Παπανδρέου γεννήθηκε στα Καλάβρυτα, όπου έκανε και τις εγκύκλιες σπουδές του. Φοίτησε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, συνδέθηκε με τους αντιδημοτικιστικούς κύκλους και εκπόνησε διατριβή με θέμα «Περί της αρχαίας Ψωφίδος». Βλ. Κωνσταντίνος Θ. Κυριακόπουλος, «Συμβολή στη βιογραφία και την εργογραφία του Γεωργίου Α. Παπανδρέου (1859-1940)», Επετηρίς των Καλαβρύτων 14 (1982), σ. 115-232.

Σελ. 293
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/294.gif&w=600&h=915

τον Γ. Σωτηριάδη, επιλογή με την οποίοι συμφώνησε και ο Α. Σκιάς. Αντέδρασε ο Μ. Ευαγγελίδης, ο οποίος ανεπιτυχώς πρότεινε τον Δ. Πατσόπουλο.708 Είκοσι χρόνια μετά την αποτυχημένη του προσπάθεια να εκλεγεί στην έδρα της Ιστορίας του ελληνικού έθνους, ο Γ. Σωτηριάδης καταλάμβανε επιτέλους τον πολυπόθητο πανεπιστημιακό θώκο.

Ο διορισμός του συνδεόταν ενδεχομένως με την πολιτική του τοποθέτηση (ήταν βενιζελικός) και τη σχέση του με τον Σπ. Λάμπρο, καθώς υπήρξαν και οι δυο ιδρυτικά μέλη της Εθνικής Εταιρείας. Η παρουσία του Σωτηριάδη δεν προκάλεσε αντιδράσεις στο συντηρητικό γλωσσικά σώμα των καθηγητών της Φιλοσοφικής Σχολής, παρ' όλο που ο νέος καθηγητής το 1903 είχε μεταφράσει την Ορέστεια, προκαλώντας τα γνωστά επεισόδια.709

Χωρίς πρωτότυπο και συγκροτημένο ιστορικό έργο, με πολλαπλά και διάσπαρτα ενδιαφέροντα, ο καινούριος καθηγητής, εύλογα και λόγω ηλικίας, αντιπροσώπευε έναν τύπο «παλαιού» διδάσκοντος, με μικρή έως ασήμαντη συμβολή στην πανεπιστημιακή διδασκαλία της ιστορίας. Ο διορισμός του στο Πανεπιστήμιο Αθηνών οδήγησε στην παραίτησή του από την Αρχαιολογική Υπηρεσία, στην οποία εργαζόταν από το 1896. Μέλος της Αρχαιολογικής Εταιρείας και για σύντομο χρονικό διάστημα αντιπρόεδρος του Διοικητικού της Συμβουλίου (1918-1920), ο Σωτηριάδης (1852-1941) αποτέλεσε παράδειγμα ακάματου αρχαιολόγου, πραγματοποιώντας πολλές και μεγάλες ανασκαφές στον Θέρμο, στη Βοιωτία, στη Φωκίδα, στη Λοκρίδα και στον Μαραθώνα. Με καταγωγή από το Σιδηρόκαστρο της Μακεδονίας, ασχολήθηκε ιδιαίτερα με τις ανασκαφές στο Δίον, δημοσιεύοντας εκθέσεις και άρθρα για τα ευρήματά του.710 Στο Πανεπιστήμιο Αθηνών δίδαξε έως το 1924, οπότε συνταξιοδοτήθηκε και αναγορεύθηκε ομότιμος καθηγητής. Πολύ σύντομα όμως συνέχισε τη σταδιοδρομία του στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, όπου και εξελέγη πρύτανης την περίοδο 1926-1928.

Η σύνδεση του Γεωργίου Σωτηριάδη με το κόμμα των Φιλελευθέρων και τον Ελευθέριο Βενιζέλο του κόστισε ποικιλοτρόπως τις δύσκολες ημέρες του Διχασμού. Τον Ιανουάριο του 1916 κατηγορήθηκε ότι εκφράστηκε ανευλαβώς

708. Παράρτημα της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως..., ό.π., σ. 46-47.

709. Βλ. εδώ, σ. 172.

710. Βλ. Βασίλειος Χ. Πετράκος, Η εν Αθήναις Αρχαιολογική Εταιρεία. Η ιστορία των 150 χρόνων της 1837-1987, Αθήνα, Βιβλιοθήκη της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας, αρ. 104, 1987, σ. 293. Ο Σωτηριάδης δημοσίευσε πολυάριθμες εκθέσεις ανασκαφών στα Πρακτικά της Αρχαιολογικής Εταιρείας και στην Αρχαιολογική Εφημερίδα. Βλ. τον σχετικό κατάλογο στο ίδιο, σ. 343 κ. εξ.

Σελ. 294
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/295.gif&w=600&h=915

για το πρόσωπο του βασιλιά σε διάλεξή του σε αίθουσα της Νομικής Σχολής. Πραγματοποιήθηκαν αρχικά ανακρίσεις από τον πρύτανη του Πανεπιστημίου Ιωάννη Μεσολωρά και στη συνέχεια από τις δικαστικές ανακριτικές αρχές, από τις οποίες όμως δεν προέκυψαν ευθύνες για τον καθηγητή. Τον Νοέμβριο του ίδιου έτους ο καθηγητής κατηγορήθηκε μαζί με πέντε άλλους συναδέλφους του, ανάμεσά τους και ο Νικόλαος Πολίτης, ότι είχαν υπογράψει επιστολή προς τον βασιλιά Κωνσταντίνο, με την οποία τον προέτρεπαν να βγει η Ελλάδα από την ουδετερότητα και να γίνει αποδεκτή η πολιτική του Ε. Βενιζέλου. Οι καθηγητές αρνήθηκαν την επιστολή, ενώ παρά την κάλυψη της πρυτανείας κλήθηκαν από τον πρωθυπουργό Σπ. Λάμπρο να υπογράψουν δήλωση για το ανυπόστατο της.711 Οι καθηγητές, στους οποίους μεταβίβασε την επιθυμία του Λάμπρου ο πρύτανης, αρνήθηκαν λέγοντας ότι μόνο εγγράφως θα το έκαναν, εάν τους το ζητούσε εγγράφως και ο πρωθυπουργός και υπουργός Παιδείας. Το γεγονός δεν πήρε μεγαλύτερη έκταση. Λίγες ημέρες αργότερα, στα Νοεμβριανά, με τη σύγκρουση των γαλλικών στρατευμάτων με τους επίστρατους, ο Σωτηριάδης κρατήθηκε για λίγες ημέρες.712

Το συγγραφικό έργο του Γ. Σωτηριάδη που αφορούσε τη διδασκαλία του ήταν εξαιρετικά φτωχό. Στο υπόμνημα που κατέθεσε στην επιτροπή το 1912 περιλαμβάνονταν μόλις έξι μελέτες, με σημαντικότερη τη διατριβή του Zur Kritik des Johannes von Antiochia (1887), η οποία είχε επαινεθεί και από τον Σπ. Λάμπρο στην κρίση τού 1893. Επρόκειτο, όπως σχολιάστηκε από τους κριτές του, για έργα κυρίως αρχαιολογικού και τοπογραφικού χαρακτήρα, με έμφαση στην αρχαία ελληνική ιστορία.713

Δεν έχουμε σαφή εικόνα της διδασκαλίας του Σωτηριάδη, καθώς δίδαξε σε μια δεκαετία όπου λόγω των σημαντικών πολιτικών και πολεμικών γεγονότων υπήρξαν διακοπές στη λειτουργία του Πανεπιστημίου, όπως αποτυπώνονται και στις σειρές των προγραμμάτων μαθημάτων. Ο νέος καθηγητής συνέχισε τη

711. Βλ. ΠΑΣ, συνεδρίαση 10ης Δεκεμβρίου 1916.

712. Τα στοιχεία έχει συγκεντρώσει από εφημερίδες της εποχής και αναπτύσσει διεξοδικά η Περσεφόνη Α. Σιμενή στην υπό εκπόνηση διατριβή της Η Φιλοσοφική Σχολή τον Πανεπιστημίου Αθηνών και οι εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις 1904-1925. Την ευχαριστώ για την παραχώρηση τους.

713. Το γεγονός ότι στο υπόμνημα που κατέθεσε δεν συμπεριλαμβάνεται το έργο του Ο Μένανδρος και η αρχαία κωμωδία (Αθήνα, Εστία, 1909) οφειλόταν ενδεχομένως στη γλώσσα που ήταν γραμμένο (δημοτική). Από το υπόμνημα του 1912 απουσίαζαν επίσης τα σχολικά εγχειρίδια του (ένα το 1894 και ακολούθησε άλλο το 1915, και τα δύο αφιερωμένα στον αρχαίο κόσμο), καθώς και τα εκλαϊκευτικά έργα που εξέδωσε από τον Σύλλογο προς Διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων (βλ. εργογραφία).

Σελ. 295
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/296.gif&w=600&h=915

διδασκαλία μαθημάτων γενικής ιστορίας, ευρωπαϊκής και παγκόσμιας. Για τη φροντιστηριακή του διδασκαλία -μία ώρα την εβδομάδα- πέρα από τον γενικόλογο τίτλο (Φροντιστηριακαί ασκήσεις) δεν διαθέτουμε κάποια άλλη πληροφορία, εκτός από το ότι για ένα εξάμηνο είχε αντικείμενο το έβδομο βιβλίο του Θουκυδίδη για τους δευτεροετείς και τριτοετείς φοιτητές. Δίδαξε κυρίως γενική ιστορία με έμφαση στον ευρωπαϊκό Μεσαίωνα. Τα ορόσημα της διδασκαλίας του ανταποκρίνονταν στις μεγάλες τομές της ευρωπαϊκής ιστορίας : οι μεταναστεύσεις, η κατάλυση του Δυτικού Ρωμαϊκού Κράτους, ο θάνατος του Καρλομάγνου, οι Σταυροφορίες, η θρησκευτική μεταρρύθμιση. Η σημαντικότερη καινοτομία του στο πρόγραμμα ήταν η εκτεταμένη διδασκαλία ιστορίας του πολιτισμού της ανθρωπότητας γενικά και κατά τον μέσο αιώνα, ιδιαίτερα η ιστορία του αραβικού πολιτισμού. Την ιστορία του πολιτισμού την είχε εισαγάγει στο πρόγραμμα του Πανεπιστημίου ο Σπ. Λάμπρος διδάσκοντας Ιστορία του κρητικού και μυκηναίου πολιτισμού (1904-1905). Επρόκειτο για μεταφορά της γερμανικής Kulturgeschichte, της ιστορίας «της εσωτερικής ζωής» των εθνών και του κόσμου. Ο στόχος ήταν η μελέτη του συνόλου του ανθρώπινου παρελθόντος, καθώς λειτουργούσε σε συνδυασμό με την εξωτερική ζωή, την πολιτική ιστορία. Η διδασκαλία της ήταν εκτεταμένη στη γερμανική εκπαίδευση, ιδιαίτερα τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα, ενώ υπήρξαν πρωτοβουλίες για την εισαγωγή της και στην ελληνική μέση εκπαίδευση.714

Δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι η διδασκαλία του Σωτηριάδη διαφοροποιήθηκε από κοινούς τόπους των ελληνικών σχολικών εγχειριδίων αναφορικά με τις κορυφαίες στιγμές των πολιτισμών. Επρόκειτο για εγκυκλοπαιδικού τύπου μόρφωση,η οποία έδινε μεγάλο βάρος στην αρχαιότητα. Είναι χαρακτηριστική η μαρτυρία του μετέπειτα καθηγητή της Φιλοσοφικής Χρίστου Καπνουκάγια για τις παραδόσεις του Σωτηριάδη την περίοδο αυτή, οι οποίες, αν και θα έπρεπε να αφορούν τη μέση και νεότερη ιστορία, ξεκινούσαν από την ιστορία των ανατολικών λαών και ιδιαίτερα των Βαβυλωνίων, θέμα με το οποίο είχε ασχοληθεί και στα διδακτικά του εγχειρίδια.715

Ο Γ. Σωτηριάδης, σε μια εποχή που νέοι καθηγητές συνέχιζαν το έργο του Σπ. Λάμπρου, έφερε στο Πανεπιστήμιο μια διδασκαλία από το παρελθόν, διδασκαλία που δεν άφησε ίχνη στο συγγραφικό του έργο ή στις αναμνήσεις των φοιτητών του.

714. Βλ. εδώ, σ. 142.

715. Βλ. Χρίστος Καπνουκάγιας, Οι δι δάσκαλοι και καθηγηταί μου. Τεύχος τρίτον: Οι καθηγηταί μου των Πανεπιστημίων Αθηνών (της Ελλάδος) και Λιψίας και Βερολίνου της Γερμανίας, Θεσσαλονίκη 1977, σ. 269-270.

Σελ. 296
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/297.gif&w=600&h=915

ΕΘΝΙΚΟΠΟΙΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ: Η ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΟΥ ΜΙΧΑΗΛ ΒΟΛΟΝΑΚΗ

Ο τελευταίος, για την περίοδο που εξετάζω, καθηγητής στην έδρα της Ιστορίας των μέσων και νεωτέρων χρόνων, παρά την πληθώρα των μαθημάτων που δίδαξε, αποτέλεσε έναν από τους πλέον συνήθεις στόχους της φοιτητικής κριτικής για την ποιότητα της διδασκαλίας του και τη γενικότερη στάση του εντός Πανεπιστημίου.716 Γενικός γραμματέας του υπουργείου Παιδείας, γυμνασιάρχης στην Κύπρο, ο Μιχαήλ Βολονάκης717 προσπάθησε επίμονα να εισέλθει στη Φιλοσοφική, αντιμετωπίζοντας τη σκληρή κριτική των καθηγητών της Σχολής. Όταν τελικά εισήλθε, συμπαρατάχθηκε με το στρατύπεδο των καθηγητών που πολέμησαν τη δημοτική γλώσσα και υπήρξε ένας εκ των ηγετων της αντικομμουνιστικής εκστρατείας. Ο Βολονάκης ανήκε σε διαφορετικό ιδεολογικό και γλωσσικό στρατόπεδο από τους άλλους δύο καθηγητές Ιστορίας (Κουγέας και Άμαντος), οι οποίοι άλλωστε είχαν σταθεί ιδιαίτερα αρνητικοί απέναντι του.718 Η εκλογή του το 1925 στην κενή έδρα του Γεωργίου Σωτηριάδη επιτεύχθηκε παρά την αρνητική εισήγηση και ψήφο και των δύο.

Εκλογή στην έδρα των Μεσαίων και νεωτέρων χρόνων

Τον Μάιο του 1925 η Φιλοσοφική Σχολή συζήτησε τις υποψηφιότητες για την έδρα της Ιστορίας των Μεσαίων και νεωτέρων χρόνων. Υποψήφιοι ήταν τρεις παλαιοί γνώριμοι της Σχολής : ο Π. Κοντογιάννης, ο Ιω. Βογιατζίδης και ο Μ. Βολονάκης. Στην προκήρυξη της έδρας είχε τονιστεί η διεύρυνση της θεματολογίας της προς τη νεότερη ελληνική ιστορία, διεύρυνση που είχε αποφασίσει κατ' αρχήν η Σύγκλητος και είχε επικυρώσει και η Φιλοσοφική. Παρά ταύτα, στην πρόταση της εισηγητικής επιτροπής, το ένα μέλος της, ο Αδ. Αδαμαντίου, υποστήριξε την ανάγκη περιορισμού της έδρας στη νεότερη ευρωπαϊκή (και όχι πλέον παγκόσμια) ιστορία. Τα άλλα δύο μέλη (Σ. Κουγέας, Κ. Άμα-

716. Χαρακτηριστικές των έντονων καταγγελιών ήταν οι εκ των υστέρων αναμνήσεις του φοιτητή Π. Παπά, Αντ. Φλούντζης, ό.π., σ. 110.

717. Βλ. Νικόλαος Βλάχος, «Μιχαήλ Βολονάκης», Δωδεκανησιακό Αρχείο 1 (1955), σ. 36-47, και Κωνσταντίνος Σπυριδάκης, Μιχαήλ Βολονάκης, Λευκωσία 1950.

718. Ο Βολονάκης είχε ζητήσει την εξαίρεση του Σ. Κουγέα από την τριμελή επιτροπή για την εκλογή τού 1925 λόγω προσωπικής έριδας. Παρ' όλο που ο Κουγέας παραιτήθηκε, η παραίτηση δεν έγινε δεκτή από τη Σχολή, καθώς θεωρήθηκε απαραίτητος λόγω του γνωστικού αντικειμένου της έδρας του (συνεδρίαση 6ης Μαρτίου 1925).

Σελ. 297
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/298.gif&w=600&h=915

Άμαντος) επέμειναν στην ανάγκη διδασκαλίας και της ελληνικής ιστορίας, αφενός γιατί ήταν δύσκολο να υπάρξει υποψήφιος με έργο αφιερωμένο αποκλειστικά στην ξένη ιστορία, αφετέρου γιατί επρόκειτο για μια σπουδαιοτάτη περίοδο της ιστορίας μας, η οποία θα μπορούσε να διδαχθεί και από δύο έδρες : την κενή μετά τη συνταξιοδότηση του Καρολίδη έδρα της Ιστορίας του ελληνικού έθνους, και την έδρα της Ιστορίας των μέσων και νεωτέρων χρόνων.119 Το σύνολο των καθηγητών συντάχθηκε με την τελευταία άποψη. Ο Κουγέας και ο Άμαντος υποστήριξαν την υποψηφιότητα Κοντογιάννη, ο Αδαμαντίου όμως, ο οποίος είχε αρνηθεί να πάρει θέση, υποστήριξε τον Βολονάκη, προκαλώντας την αντίδραση των άλλων μελών της επιτροπής καθώς και αρκετών καθηγητων της Σχολής. Στην ψηφοφορία έξι καθηγητές ψήφισαν υπέρ του Βολονάκη (Κωνσταντίνος Λογοθέτης, Νικόλαος Εξαρχόπουλος, Θ. Βορέας, Σ. Μενάρδος, Αδ. Αδαμαντίου, Ερ. Σκάσσης) και πέντε υπέρ του Κοντογιάννη (Χρ. Τσούντας, Σ. Κουγέας, Κ. Άμαντος, Παναγής Λορεντζάτος, Θ. Κακριδής). Στην επόμενη συνεδρίαση (22 Μαΐου 1925) η εκλογή επαναλήφθηκε. Το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας ήταν το ίδιο και εξελέγη ο Βολονάκης.

Ο Μ. Βολονάκης ήταν ο πρώτος καθηγητής στην έδρα της Ιστορίας των μεσαίων και νεωτέρων χρόνων που μοίρασε τη διδασκαλία του ανάμεσα στη μέση ευρωπαϊκή ιστορία, κυρίως τη νεότερη, και στη νεότερη ελληνική. Απουσίαζε η βυζαντινή ιστορία -εύλογα, λόγω της έδρας του Κ. Άμαντου-, ενώ η πλειονότητα των μαθημάτων της ελληνικής ιστορίας αφορούσε την Επανάσταση του 1821.

Η διδασκαλία της ιστορίας κατά τον καθηγητή είχε σαφή διδακτικό και παραδειγματικό χαρακτήρα. Σύμφωνα με τον εισιτήριο λόγο του το ακαδημαϊκό έτος 1925-1926 -γεμάτο ρητορεία, εγκυκλοπαιδισμούς, τετριμμένες εκφράσεις και στερεότυπες θέσεις για την ιστορία ως επιστήμη- η μελέτη της παγκόσμιας ιστορίας αποτελούσε το συγκριτικύ πλαίσιο μέσα στο οποίο αναδεικνυόταν η αξία της εθνικής.720 Η διδασκαλία του ευρωπαϊκού Μεσαίωνα φανέρωνε την ανωτερότητα του βυζαντινού πολιτισμού. Η Αναγέννηση ήταν σε μεγάλο βαθμό δημιούργημα της επίδρασης των βυζαντινών λογίων που εγκαταστάθηκαν στη Δύση μετά από την Άλωση. Η ιστορία των άλλων κρατών

719. Έκθεσις της Επιτροπείας της ορισθείσης υπό της Φιλοσοφικής Σχολής διά την κρίσιν των έργων των υποψηφίων εις την έδραν της Ιστορίας των Μέσων και Νεωτέρων Χρόνων (6 Απριλίου 1925), σ. 5-6.

720. «Πώς και πότε ωφελεί η Ιστορία (1925-1926)», Μιχαήλ Βολονάκης, Ελληνικαί Σελίδες. Μελέται ιστορικαί, γεωγραφικαί, αρχαιολογικαί, κοινωνιολογικαί, φιλολογικαί, αισθητικαί. Λόγοι, προσφωνήσεις, άρθρα και εντυπώσεις, Αθήνα 1939, σ. 537-560.

Σελ. 298
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/299.gif&w=600&h=915

τών και εθνών είτε αφορούσε πλέον σχηματισμούς που είχαν μέγιστη θέση στην παγκόσμια ιστορία, είτε συνδεόταν άμεσα με το ελληνικό έθνος. Στην πρώτη περίπτωση ανήκαν κράτη όπως η Αγγλία, η Γερμανία, οι Κάτω Χώρες, ενώ στη δεύτερη η Τουρκία και τα κράτη της χερσονήσου του Αίμου, της ελληνικής χερσονήσου. Η διδασκαλία της ιστορίας των τελευταίων είχε στόχο κατ' αρχάς τη γνωριμία των φοιτητών με το παρελθόν τους, όταν επί χίλια και πλέον έτη ο εθνικός και πολιτικός τους βίος εξυφαίνετο εντός του ελληνισμού, στο πλαίσιο της αυτοκρατορίας του Βυζαντίου, εκεί όπου γνώρισαν τον πολιτισμό και τη θεσμική οργάνωση. Πέραν αυτού όμως στόχος ήταν η γνωριμία με τη σύγχρονη κατάσταση των λαών αυτών, στο πλαίσιο των ραγδαίων πολιτικών και διεθνών εξελίξεων.721

Η ΑΝΑΚΑΛΥΨΗ ΤΩΝ ΒΟΡΕΙΩΝ ΓΕΙΤΟΝΩΝ

Σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, μέχρι και τη δεκαετία του 1920 η διδασκαλία της ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών είχε terminus ante τις αρχές του 19ου αιώνα, με συμβολικό ορόσημο την Επανάσταση του 1821. Εκτός από την πολιτειογραφία, στην πρώτη δεκαετία ζωής του Πανεπιστημίου δεν υπήρξαν άλλα μαθήματα με ιστορική προοπτική που να αναφέρονται στα πολύ πρόσφατα χρόνια. Με τη διδασκαλία του Μιχαήλ Βολονάκη η ιστορία του «παρόντος» εισαγόταν για πρώτη φορά στο πανεπιστημιακό πρόγραμμα. Ένας φοιτητής μπορούσε να παρακολουθήσει τα μαθήματά του για τη σύγχρονη ιστορία κρατών, είτε γειτονικών (Σερβία, Ρουμανία, Βουλγαρία, Τουρκία, Αίγυπτος, Ιταλία),είτε πιο μακρινών (Αγγλία, Γερμανία, Κάτω Χώρες, Πολωνία, Ρωσία, Αιθιοπία), λιγότερο ή περισσότερο ισχυρών, τα οποία συνδέονταν με συγκεκριμένες στιγμές της παγκόσμιας και ελληνικής ιστορίας. Ακόμη, στο πλαίσιο της ξένης ιστορίας μπορούσε επίσης να παρακολουθήσει τα μαθήματα του νεαρού υφηγητή Νικολάου Βλάχου για την εξέλιξη του Ανατολικού ζητήματος από του Βερολινείου συνεδρίου μέχρι το 1914. Στην περίπτωση της ελληνικής ιστορίας, η Επανάσταση του 1821 και τα πρώτα μετεπαναστατικά χρόνια εξακολουθούσαν να αποτελούν το όριο και κατά τη δεκαετία του 1920.

Η στροφή αυτή δεν υπήρξε ελληνική ιδιοτυπία. Κατά τον 19ο αιώνα η παγίωση της ιστορικής επιστήμης στον δυτικό κόσμο ως του κατεξοχήν γνω-

721. «Εναρκτήριος κατά το πανεπιστημιακόν έτος (1934-1935)», στο ίδιο, σ. 561565. Βλ. αντίστοιχες σκέψεις και στους εναρκτήριους λόγους των ετών 1935-1936, 1936-1937 και 1937-1938, στο ίδιο, σ. 566-580.

Σελ. 299
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/300.gif&w=600&h=915

γνωστικού κλάδου που ασχολείται με το παρελθόν βάσει συγκεκριμένων μεθόδων και αρχών είχε οδηγήσει στην περιχαράκωση των χρονικών ορίων των ιστορικών μαθημάτων σε σύγκριση με τη χρονική ευρυχωρία παλαιότερων ειδών όπως η γενική ιστορία. Στο τέλος του αιώνα και κυρίως μετά από τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο εμφανίστηκε ένα νέο ιστοριογραφικό ρεύμα,722 καθώς μια σειρά ιστορικών ύστερα από την εμπειρία του πολέμου επιχείρησαν να αναδείξουν την επήρεια του παρόντος επί του παρελθόντος, την ανάγκη μελέτης της σύγχρονης ιστορίας,723 στο πλαίσιο πάντα μιας εθνοκεντρικής αντίληψης.

Στο ελληνικό πανεπιστήμιο η σύνδεση με τα εθνικά θέματα διαμόρφωνε κατά τη δεύτερη και την τρίτη δεκαετία του 20ού αιώνα τη διδασκαλία για την ξένη ιστορία έως και τα πλέον πρόσφατα χρόνια. Το ενδιαφέρον εστιαζόταν κυρίως στην ιστορία και στη θέση των κρατών εκείνων με τα οποία το ελληνικό βρισκόταν σε διαμάχη, διεκδικούσε από κοινού έδαφος και κυριαρχία, δηλαδή των γειτονικών.

Η στροφή προς την ιστορία των γειτονικών λαών δεν αποτελούσε ιδιαιτερότητα της διδασκαλίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Την ίδια εποχή, στο νεοσύστατο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης ο Μιχαήλ Λάσκαρις,724 ο νεότερος

722. Είναι χαρακτηριστικό ότι ένα από τα σπουδαιότερα έργα του γαλλικού θετικισμού, η δεκαοκτάτομη Histoire de France (Ιστορία της Γαλλίας) του Ερνέστ Λαβίς, με τη συνεργασία των Λανγκλουά, Σενιομπός και πολλών άλλων, κυρίως μαθητών του, άρχισε να εκδίδεται το 1903 και έφτανε μέχρι τη Γαλλική Επανάσταση. Μετά από τη νίκη της Γαλλίας στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, εκδόθηκε και μια δεύτερη σειρά με τίτλο Histoire de la France contemporaine (Ιστορία της σύγχρονης Γαλλίας), η οποία εκτεινόταν τώρα μέχρι και το 1920. Πρόκειται για ιστορίες γεγονοτικές, στις οποίες η κορύφωση της ιστορίας του γαλλικού έθνους είναι η Γαλλική Επανάσταση. Βλ. Guy Bourde, Herve Martin, Les écoles historiques, Παρίσι 1983, σ. 150-155, Chr. Delacroix, Fr. Dosse, P. Garcia, ό.π., σ. 90.

723. Λίνα Βεντούρα, «Συνηγορία υπέρ της σύγχρονης ιστορίας ή ιστορίας του παρόντος», Μνήμων 24 (2002), Εόρτιος Τριακονταετίας, σ. 372, και passim, σ. 369-386.

724. Ο Μιχαήλ Λάσκαρις αποτελεί μια από τις πιο ενδιαφέρουσες φυσιογνωμίες του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Είχε σπουδάσει στο Παρίσι φιλοσοφία και συνέχισε τις σπουδές του στο Βελιγράδι, όπου αναγορεύθηκε και διδάκτορας. Το 1940 προβιβάστηκε σε τακτικό καθηγητή της Ιστορίας των μέσων και νεωτέρων χρόνων, ενώ το 1959 παραιτήθηκε και διορίστηκε διευθυντής του Κέντρου Νεοελληνικών Ερευνών του Βασιλικού Ιδρύματος Ερευνών. Το σημαντικότερο συγγραφικό του έργο είναι αναμφίβολα Το Ανατολικόν Ζήτημα 1800-1923 (Θεσσαλονίκη 1948), ενώ δημοσίευσε και πολλές μελέτες για τις σχέσεις Βυζαντινών και Νεοελλήνων με τους άλλους βαλκανικούς λαούς. Βλ. Στέφανος I. Παπαδόπουλος, «Μιχαήλ Θ. Λάσκαρις», Ελληνικά 19 (1966), σ. 187-189.

Σελ. 300
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/301.gif&w=600&h=915

(είκοσι τριών χρονών) καθηγητής στην έδρα της Ιστορίας και φιλολογίας των λαών της Χερσονήσου του Αίμου, δίδασκε συστηματικά ιστορία των βαλκανικών λαών από το Βυζάντιο και μετά.725 Οι αλλαγές αυτές ανταποκρίνονταν σε μεγάλο βαθμό στις εξελίξεις που είχαν σημειωθεί από τις αρχές του 20ού αιώνα στην ελληνική ιστοριογραφία. Οι βαλκανικοί λαοί, οι σχέσεις των γειτονικών κρατών με το ελληνικό κράτος, οι μειονότητες στο πλαίσιο των νέων σχηματισμών βρέθηκαν εύλογα, σε μια περίοδο αλλαγών των συνόρων, στο επίκεντρο ιστορικών έργων.726

Αντίθετα με τον Μ. Βολονάκη, ο οποίος, αν και ο καθ' ύλην αρμόδιος καθηγητής, δεν ασχολήθηκε συστηματικά με το θέμα, ο Κ. Άμαντος συνέγραψε πλήθος μελετών αναφορικά με τους γείτονες της Ελλάδας. Ήδη το 1923 είχε δημοσιεύσει ένα από τα πιο γνωστά ιστοριογραφικά κείμενα του για τους βαλκανικούς λαούς (Οι Βόρειοι γείτονες της Ελλάδος: Βούλγαροι, Αλβανοί Νοτιοσλάβοι). Στον πρόλογο του βιβλίου η ενασχόληση με την ιστορία των συγκεκριμένων λαών προσλάμβανε ιδιαίτερη σημασία για κάθε Έλληνα διότι συνδεόταν με την ιστορία και τα σημερινά ζωτικά προβλήματα του. Η ανάλυση των σχέσεων με τους γειτονικούς λαούς απαιτούσε τη γνώση της ιστορικής εξέλιξής τους, των διαχρονικών τους σχέσεων με το ελληνικό έθνος. Η εθνογραφική οπτική του Άμαντου πόρρω απέχει από προηγούμενα έργα, τα οποία αντιμετώπιζαν σχεδόν ρατσιστικά τους γειτονικούς λαούς, ιδιαίτερα τους Βούλγαρους.727 Παρ' όλα αυτά τονίζονταν συνεχώς τα ελληνικά δίκαια, ιδιαίτερα στην πολύ πρόσφατη συγκυρία, καθώς και η πολιτισμική υπεροχή του ελληνισμού, ο οποίος άλλωστε, όπως θα δούμε και στο οικείο κεφάλαιο για τη διδασκαλία του Άμαντου, άσκησε στα χρόνια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας καθοριστικό ρόλο στον εκπολιτισμό τους. Το βιβλίο, εμμένοντας σε χαρακτηρολογικά στοιχεία, περιορίζεται σε μια σχετικά επίπεδη ανάλυση των πρόσφατων γεγονότων, χωρίς ιδιαίτερη συνθετική διάσταση. Ο εκπολιτιστικός ρόλος του ελληνισμού επηρέαζε γενικότερα τη συγκυρία, όπως αποτυπώθηκε

725. Ενδεικτικά, το ακαδημαϊκό έτος 1930-1931 δίδαξε μεσαιωνική βουλγαρική ιστορία, σχέσεις Ελλάδας και Σερβίας (1804-1912) και ερμηνεία πηγών της σερβικής και ρουμανικής ιστορίας. Βλ. Πανεπιστήμιον Θεσσαλονίκης, Επετηρίς του πανεπιστημιακού έτους 1930-1931, Θεσσαλονίκη 1930, σ. 24-25.

726. Βλ. και Έλλη Σκοπετέα, «Οι Έλληνες και οι εχθροί τους...», ό.π.

727. Είναι χαρακτηριστικές οι διατυπώσεις για τους Βουλγάρους σε ένα από τα πρώτα κείμενα που γράφονται στον 20ό αιώνα για το Μακεδονικό από τον καθηγητή της Νομικής Σχολής και πρόεδρο του συλλόγου «Ελληνισμός» Νεοκλή Καζάζη. Βλ. Το Μακεδονικόν πρόβλημα, Αθήνα 1907.

Σελ. 301
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/302.gif&w=600&h=915

για παράδειγμα στη μελέτη της Κοινωνίας των Εθνών από τον Σωκράτη Κουγέα.728 Η αναγωγή της προέλευσής της στις αμφικτιονίες των αρχαιοελληνικών πόλεων αναδείκνυε για άλλη μια φορά τον πρωτοπόρο ρόλο του έθνους.

Η στροφή προς την ιστορία των βαλκανικών λαών συνιστούσε επιλογή που συμπορευόταν με τα πολιτικά αιτούμενα ή και πήγαζε από αυτά. Τον βηματισμό τον είχε δώσει για άλλη μια φορά ο Σπυρίδων Λάμπρος : Έθνος, οίον το ελληνικόν, προβάλλον εις εαυτό ως πρόγραμμα την εθνικήν ολοκλήρωσιν διά της επεκτάσεως εις τας υπό ομοφύλων οικουμένας χώρας και της απελευθερώσεως των αλυτρώτων αδελφών, ώφειλε να προπαρασκευάση το απελευθερωτικόν έργον εγκύπτον εις την μελέτην των κατά τον κατακτητήν λαόν, τα σύνοικα και γειτονικά εν τη χερσονήσω του Αίμου έθνη, τα εθνικά δίκαια και το ανατολικόν λεγόμενον ζήτημα, ου η λύσις ήθελε συνεπαγάγει την τελείαν αποκατάστασιν της ελληνικής φυλής.729

Οι παρατηρήσεις του ήταν ενδεικτικές για τους νέους προσανατολισμούς της ιστορικής έρευνας ως απόρροια σε μεγάλο βαθμό των διαδρομών της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, στις οποίες άλλωστε ο καθηγητής είχε εμπλακεί ενεργά. Η μελέτη των γειτονικών κρατών εμφανιζόταν επιβεβλημένη στο μέτρο που προπαρασκεύαζε την απελευθέρωση των ομοφύλων αδελφών. Καθώς τα ελληνικά στρατεύματα ετοιμάζονταν να πάρουν τον δρόμο προς τη Μικρά Ασία, ο ιστορικός και πρώην πρωθυπουργός διατυμπάνιζε την ανάγκη μελέτης των πάλαι ποτέ κατακτητών, την ανάγκη στροφής προς την ιστορία των σύνοικων και γειτονικών λαών. Συνολικά, στο πεδίο των βαλκανικών ανταγωνισμών του Μεσοπολέμου επιστήμες όπως η αρχαιολογία και η ιστορία προσέφεραν σημαντικό τεκμηριωτικό υλικό στη διπλωματική κονίστρα για την εδραίωση των διεκδικήσεων. Η επιλογή αυτή υποστηρίχθηκε από την επιστημονική και κυρίως την πανεπιστημιακή κοινότητα μέσω των δημοσιεύσεων και των μελετών της και ενισχύθηκε από την Πολιτεία, η οποία χρηματοδότησε συγκεκριμένες έρευνες και εκδόσεις.730

728. Βλ. Η Κοινωνία των Εθνών. Σκοπός-Προέλευσις-Οργάνωσις-Δράσις, Αθήνα 1925, και Η ιδέα της Κοινωνίας των Εθνών παρά τοις Έλλησι (Πραγματεία βραβευθείσα εν τω Α' Κανδηλωρείω αγώνι το 1921), Αθήνα 1928. Θα μπορούσαμε να ανιχνεύσουμε εδώ κοινά στοιχεία με τις Δελφικές Εορτές (1927 και 1930), τις οποίες οργάνωσε ο Άγγελος Σικελιανός στο πνεύμα μιας παγκόσμιας συναδέλφωσης με κέντρο την ελληνική γη και τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό.

729. Απόσπασμα από το «Κεφάλαιον δέκατον πέμπτον: Αι χώραι και οι λαοί της χερσονήσου του Αίμου και το ανατολικόν ζήτημα»: Σπ. Λάμπρος, Αι ιστορικαί μελέται..., ό.π.

730. Ν. Σακκά, ό.π., σ. 114-115.

Σελ. 302
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Η συγκρότηση της ιστορικής επιστήμης και η διδασκαλία της ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (1837-1932)
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 283
    

    ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β'

    ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΣΚΑΛΙ: Η ΑΡΧΑΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΣΩΚΡΑΤΗ ΚΟΥΓΕΑ ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΣΥΝΕΧΕΙΑΣ

    Ο Σωκράτης Κουγέας (1877-1966)689 ήταν ο πρώτος καθηγητής Ιστορίας που εξελέγη μετά τη μεταρρύθμιση του 1911 στη Φιλοσοφική Σχολή. Γεννήθηκε στους Δολούς της Λακωνίας, όπου πραγματοποίησε τις εγκύκλιες σπουδές του, ενώ στη συνέχεια φοίτησε στη Φιλοσοφική Σχολή της Αθήνας. Παράλληλα εργάστηκε στην κριτική έκδοση της Καινής Διαθήκης από τον βαρόνο Χέρμανν Φράιχερρ φον Ζόντεν, αναζητώντας και μελετώντας σχετικά χειρόγραφα σε ελληνικές βιβλιοθήκες. Μετά την αποφοίτησή του (1901) υπηρέτησε ως ελληνοδιδάσκαλος και σχολάρχης. Από το 1904 έως το 1909 σπούδασε με κρατική υποτροφία κατ' αρχάς στο Πανεπιστήμιο του Χάλλε με διδάσκοντες τον επιγραφολόγο Βίλχελμ Ντιττενμπέργκερ, τον φιλόλογο Καρλ Ρόμπερτ, τον ιστορικό Φρήντριχ Βίλκεν, τον λατινιστή φιλόλογο Γκέοργκ Βισσόβα. Στη συνέχεια παρακολούθησε στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου μαθήματα μερικών από τους πιο γνωστούς επιστήμονες της εποχής του: του Καρλ Κρουμπάχερ, του φιλολόγου Όττο Κρούζιους, του αρχαιολόγου Άντολφ Φουρτβένγκλερ. Ο Κουγέας ολοκλήρωσε τις σπουδές του στο Βερολίνο παρακολουθώντας μαθήματα του διάσημου φιλολόγου Ούρλιχ φον Βιλαμόβιτς Μαίλλεντορφ, του ιστορικού της αρχαιότητας Έντουαρντ Μάγερ, του κλασικού φιλολόγου Έντουαρντ Νόρντεν και του θεολόγου Άντολφ φον Χάρνακ. Στο Παρίσι εργάστηκε στην Εθνική Βιβλιοθήκη σε ελληνικά χειρόγραφα και παπυρολογικά κείμενα, ενώ παρακολούθησε μαθήματα του βυζαντινολόγου Σαρλ Ντιλ. Μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα εργάστηκε στη μέση εκπαίδευση και στα Γενικά Αρχεία του Κράτους (1916-1918), ενώ δίδαξε ελληνικά και γεωγραφία στο Πολυτεχνείο.

    689. Για τον Σ. Κουγέα βλ. Διονύσιος Α. Ζακυθηνός, Παναγιώτης Πουλίτσας, Απόστολος Δασκαλάκης, Λίνος Πολίτης, I. Μ. Παναγιωτόπουλος, Ηλίας Βενέζης, Θεόδωρος Ξύδης, «Σωκρ. Β. Κουγέας», αφιέρωμα στη Néa Εστία 7, 80 (15 Οκτωβρίου 1966), σ. 1438-1450, και Διονύσιος Α. Ζακυθηνός, «Σωκράτης Κουγέας», Πρακτικά της Ακαδημίας Αθηνών 48 (1973), σ. 211-225, και «Βιβλιογραφία δημοσιευμάτων Σωκράτους Β. Κουγέα»: Ελληνικά, Τιμητικός τόμος Σωκράτους Β. Κουγέα, 15 (1957), σ. ζ'-ιε'.