Συγγραφέας:Καραμανωλάκης, Βαγγέλης Δ.
 
Τίτλος:Η συγκρότηση της ιστορικής επιστήμης και η διδασκαλία της ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (1837-1932)
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:42
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:2006
 
Σελίδες:551
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Εκπαίδευση-Τριτοβάθμια
 
Παιδεία-Εκπαίδευση
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα, Πανεπιστήμιο Αθηνών
 
Χρονική κάλυψη:1837-1932
 
Περίληψη:Αφετηριακή υπόθεση της εργασίας αυτής είναι ότι η ιστορία συγκροτείται ως επιστήμη μέσα από την καταλυτική επίδραση εκπαιδευτικών θεσμών για την παραγωγή και τη μετάδοση της γνώσης, όπως είναι το πανεπιστήμιο. Οι θεσμοί αυτοί επιβάλλουν σε μεγάλο βαθμό στην ιστοριογραφική παραγωγή τη λογική της συγκρότησης και της λειτουργίας τους, τις αξίες που τους διέπουν, τις πρακτικές ανάδειξης κύρους και τους συσχετισμούς δύναμης που επικρατούν στο εσωτερικό τους, τις σχέσεις τους με την πολιτική εξουσία και την κοινωνία. Η πανεπιστημιακή διδασκαλία της ιστορίας κατά την περίοδο που καλύπτει το βιβλίο συνδέθηκε με μια σειρά από παράγοντες και μεταβλητές, στοιχεία που καθόρισαν και το συγκεκριμένο πλαίσιο αναφοράς : το πανεπιστημιακό περιβάλλον, η ιστοριογραφική παράδοση, τα πρόσωπα που δίδαξαν και οι αποδέκτες της διδασκαλίας τους. Στόχος της παρούσας εργασίας είναι η συνεξέταση αυτών των παραγόντων μέσα στην ευρύτερη πολιτική και κοινωνική συγκυρία από την οποία σε μεγάλο βαθμό ορίστηκαν και την οποία εντέλει επανακαθόρισαν, με άλλα λόγια θέμα του βιβλίου είναι η συγκρότηση, στον χώρο του Πανεπιστημίου Αθηνών, μιας εθνικής-επιστημονικής ιστορίας με έντονο διδακτικό χαρακτήρα, η οποία επηρέασε καθοριστικά τη συνολική ιστοριογραφική παραγωγή, λόγω της σημαίνουσας θέσης του ιδρύματος, καθώς για έναν περίπου αιώνα αποτέλεσε τον μοναδικό οργανωμένο θεσμό της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης ο οποίος παρήγε ιστορική γνώση, κατάρτιζε τους φοιτητές και προετοίμαζε τους αποφοίτους του για τη διάχυση αυτής της γνώσης, μέσω κυρίως του σχολικού δικτύου, στο ελληνικό βασίλειο και στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 43.93 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 29-48 από: 554
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/29.gif&w=600&h=915

ΚΕΦΑΛΑΙΟ A

ΤΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΘΗΝΩΝ: ΑΠΟ ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΣΧΕΔΙΑ ΣΤΗΝ ΕΓΚΑΘΙΔΡΥΣΗ

Το Οθώνειο Πανεπιστήμιο εγκαινίασε τη λειτουργία του στις 3 Μαΐου 1837. Αποτέλεσμα διπλής γέννας -το ιδρυτικό διάταγμα της Αντιβασιλείας καταργήθηκε, για να αντικατασταθεί από το οριστικό, το οποίο υπέγραψε ο βασιλιάς Όθων-, συνιστούσε προϊόν μακροχρόνιας και επίπονης ισορροπίας ανάμεσα στο εφικτό και στο ιδεώδες. Σε ένα ανεξάρτητο κράτος το οποίο έμοιαζε πολύ μικρό σε σχέση με τις προσδοκίες που είχε γεννήσει ο Αγώνας, η δημιουργία του Πανεπιστημίου αποτελούσε ανέλπιστο σχεδόν συμβάν, που προκάλεσε και τις ανάλογες αντιδράσεις. Από τη μια πλευρά πρυτάνευσαν οι επιφυλάξεις για την πρώιμη ίδρυσή του, η οποία ενδεχομένως θα το οδηγούσε στη συρρίκνωση και στον μαρασμό.15 Από την άλλη κυριάρχησε ο ενθουσιασμός, τα μεγαλεπήβολα σχέδια ικανής μερίδας λογίων και κρατικών αξιωματούχων ως προς τον ρόλο που θα διαδραμάτιζε μελλοντικά ένα ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα : η πρόσληψη της γνώσης από τη Δύση, η ανάπτυξη της και η μετάδοσή της στην Ανατολή, η εξυπηρέτηση των ευρύτερων επιδιώξεων του ελληνικού βασιλείου στις νέες γεωπολιτικές συνθήκες της περιοχής.16 Με στραμμένο το βλέμμα στους εκτός Ελλάδος και εντός Οθωμανικής Αυτοκρατορίας χριστιανικούς πληθυσμούς, η κοινή γνώμη ενδιαφέρθηκε εξαρχής για το νέο εκπαιδευτικό ίδρυμα, τους στόχους, τη διάρθρωση, και κυρίως τη στελέχωσή του.

Τα πρώτα σχέδια

Από τους πρώτους σχεδιασμούς για την ίδρυση πανεπιστημίου στο ελληνικό

15. Βλ. Ιω. Πανταζίδης, ό.π., σ. 4-5, και Μιχαήλ Δ. Στασινόπουλος, Τα πρώτα βήματα της ανωτάτης παιδείας μετά την απελευθέρωσιν, Αθήνα 1971, σ. 28-30.

16. Για τα ιδεολογήματα γύρω από την ίδρυση και τον προορισμό του Πανεπιστημίου βλ. Κ. Θ. Δημαράς, Εν Αθήναις..., ό.π., και «Ιδεολογήματα...», ό.π. Βλ. ακόμη Κ. Λάππας, ό.π., σ. 99-105, 123-142.

Σελ. 29
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/30.gif&w=600&h=915

κράτος17 η ιστορία κατέλαβε σημαντική θέση στον προγραμματισμό των σχολών. Στο πρόγραμμα που συνέταξε ο γερμανός λόγιος Φρήντριχ φον Τηρς για την ανασυγκρότηση της ελληνικής εκπαίδευσης προβλεπόταν η ίδρυση πανεπιστημίου με φιλοσοφική σχολή, η οποία θα περιελάμβανε τμήμα ιστορίας της διπλωματίας, σύμφωνα με το πρότυπο των βαυαρικών πανεπιστημίων.18 Την ίδια χρονιά η Αντιβασιλεία συγκρότησε επιτροπή για την οργάνωση του εκπαιδευτικού συστήματος, στην οποία συμμετείχαν γνωστοί λόγιοι, ανάμεσά τους και ο μετέπειτα καθηγητής Ιστορίας Κωνσταντίνος Δ. Σχινάς.19 Στο σχέδιο η επιτροπή καθόριζε τη λειτουργία πανεπιστημίου (υπό τον αρχαιοελληνικό τίτλο Μουσείον), στη διάρθρωση του οποίου η ιστορία θα κατείχε εξέχουσα θέση. Προβλεπόταν η δημιουργία ειδικής σχολής (Ιστορική), μίας από τις έξι που θα συμπεριελάμβανε το ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα (Φιλοσοφική , Θεολογική, Ιστορική, Νομική, Φυσική και Ιατρική) .20

Στον πρώτο κανονισμό21 που συνέταξε η Αντιβασιλεία οι σχολές περιορίζονταν σε τέσσερις: Σχολή των Γενικών Επιστημών (φιλοσοφίας, φιλολογίας, μαθηματικών, φυσικής, χημείας, αστρονομίας, γεωγραφίας και ιστορίας), Θεολογίας, Ιατρικής, και Νομικών και Πολιτικών Επιστημών, ή Δικαστική. Ιστορία επρόκειτο να διδάξει στη Σχολή των Γενικών Επιστημών ως τακτικός καθηγητής ο Γεώργιος Ψύλλας,22 με σπουδές στα Πανεπιστήμια της Ιένας και του Γκέττινγκεν.23 Η ιστορία παρέμενε ως αυτόνομο αντικείμενο διδασκαλίας στη Φιλοσοφική και στον νέο προσωρινό κανονισμό, τον Απρίλιο του 1837, ο οποίος ρύθμισε τη λειτουργία του Πανεπιστημίου για τα επόμενα ογδόντα χρόνια.

17. Βλ. Κ. Λάππας, ό.π., σ. 57-75.

18. Στο ίδιο, σ. 41. Βλ. και Ελένη Κούκκου, «Ο Φρίντριχ Τιρς και το ελληνικό Πανεπιστήμιο», Ο Φρίντριχ Τιρς και η γένεση του ελληνικού κράτους από τη σκοπιά του 20ού αιώνα. Συμπόσιο στο Ινστιτούτο Γκαίτε, Αθήνα, Ινστιτούτο Γκαίτε, 1990, σ. 85-93.

19. Δαυίδ Αντωνίου, Οι απαρχές του εκπαιδευτικού σχεδιασμού στο νεοελληνικό κράτος: το σχέδιο της Επιτροπής του 1833, Αθήνα, Πατάκης, 1992, σ. 21.

20. Στο ίδιο, σ. 111-112.

21. «Διάταγμα περί συστάσεως του Πανεπιστημίου», 31 Δεκεμβρίου 1836: Αριστείδης Βαμπάς (επιμ.), Οι νόμοι του Εθνικού Πανεπιστημίου, Αθήνα 1885, σ. 1-27.

22. Στο ίδιο, σ. 69.

23. Βλ. Γεώργιος Ψύλλας, Απομνημονεύματα του βίου μου, Αθήνα, επιμ.: Ελευθέριος Πρεβελάκης, Ακαδημία Αθηνών, Κέντρον Ερεύνης της Ιστορίας του Νεωτέρου Ελληνισμού, 1974.

Σελ. 30
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/31.gif&w=600&h=915

Η συγκράτηση του Οθώνειου Πανεπιστημίου

Στον νέο κανονισμό του Πανεπιστημίου, το οποίο ονομάστηκε Οθώνειο προς τιμήν του ιδρυτή του, διατηρούνταν οι τέσσερις σχολές : Θεολογίας, Ιατρικής, Νομικών Επιστημών, Φιλοσοφίας και της άλλης εγκυκλίου παιδείας.24 Το διδακτικό προσωπικό του διακρινόταν σε καθηγητές (τακτικοί, έκτακτοι και επιτίμιοι, όσοι δηλαδή κατείχαν και άλλο δημόσιο αξίωμα) και υφηγητές.25 Οι καθηγητές διορίζονταν από τον βασιλιά μετά από πρόταση της γραμματείας της Εκπαιδεύσεως. Σχετική ρήτρα προέβλεπε ότι με την πάροδο πέντε ετών από την ίδρυση του Πανεπιστημίου η Σύγκλητος και οι σχολές θα συμμετείχαν, με τρόπο που θα καθοριζόταν, στην επαναπλήρωση των εδρών που θα χήρευαν26 μέτρο το οποίο εφαρμόστηκε μόλις το 1882.

Το δικαίωμα διδασκαλίας στους υφηγητές το έδινε η Σχολή, εφόσον όμως ο υποψήφιος διέθετε κάποιον ακαδημαϊκό τίτλο σπουδών.27 Ακόμη, ήταν αναγκαία η έγκριση του υπουργείου της Παιδείας. Οι υφηγητές, όπως και οι επιτίμιοι, σε αντίθεση με τους τακτικούς και τους έκτακτους καθηγητές δεν μισθοδοτούνταν από το κράτος. Προβλεπόταν όμως η οικονομική τους ενίσχυση , όπως και των υπόλοιπων διδασκόντων, από τα δίδακτρα τα οποία θα κατέβαλλαν οι φοιτητές. Η σχετική με τα δίδακτρα διάταξη ανεστάλη το 1838, για να επιβληθεί τελικά για μικρό χρονικό διάστημα στη δεκαετία του 1890, προβλέποντας όμως την απόδοση των καταβαλλόμενων ποσών στο κράτος και όχι στους διδάσκοντες.28 Συνολικά, από το 1837 έως το 1932 οι επιτίμιοι, για όσο ίσχυσε ο θεσμός, και οι υφηγητές δίδαξαν δίχως αμοιβή.

24. Από τη βιβλιογραφία για την ίδρυση του Αθήνησι βλ. κυρίως Μ. Δ. Στασινόπουλος, ό.π., Β. Σφυρόερας, ό.π., Κ. Θ. Δημαράς, «Εν Αθήναις...», ό.π., Κ. Λάππας, ό.π., σ. 57-105, Π. Γ. Κιμουρτζής, ό.π., σ. 87-113, Γιάννης Καρακώστας, Ο Βασιλεύς Όθων, το Οθώνειο Πανεπιστήμιο και τη Νομική του Σχολή, Αθήνα, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, 2004.

25. Αρ. Βαμπάς, ό.π., σ. 31-41. Για το διδακτικό προσωπικό βλ. κυρίως Κώστας Λάππας, «Το διδακτικό προσωπικό του Πανεπιστημίου Αθηνών τον ΙΘ' αιώνα»: Πανεπιστήμιο: Ιδεολογία και Παιδεία..., ό.π., τ. 1, σ. 137-147, και του ίδιου, Πανεπιστήμιο και φοιτητές..., ό.π., σ. 143-174.

26. Αρ. Βαμπάς, ό.π., ο. 31.

27. Για τον θεσμό των υφηγητών βλ. Κ. Λάππας, «Το διδακτικό προσωπικό...», ό.π., σ. 141-147, Πανεπιστήμιο και φοιτητές..., ό.π., σ. 134-140, και Π. Κιμουρτζής, ό.π., σ. 215-280.

28. Βλ. Κώστας Λάππας, «Το ζήτημα των διδάκτρων στο Πανεπιστήμιο Αθηνών κατά τον 19ο αιώνα»: Προσεγγίσεις στις νοοτροπίες των βαλκανικών λαών, 15ος-20ός αι. Οικονομικές αντιλήψεις και συμπεριφορές, Αθήνα, I. Σ. Ζαχαρόπουλος, 1988, σ. 131-152.

Σελ. 31
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/32.gif&w=600&h=915

Διορισμός διδακτικού προσωπικού

Στον κατάλογο που συνόδευε τον προσωρινό κανονισμό λειτουργίας καθοριζόταν το διδακτικό προσωπικό. Στη Φιλοσοφική Σχολή διορίστηκαν πέντε τακτικοί καθηγητές: ο Νεόφυτος Βάμβας, ο Γεώργιος Γεννάδιος, ο Χέρμανν Ούλριχς, ο Λούντβιχ Ροσς και ο Κ. Δ. Σχινάς, οι οποίοι θα δίδασκαν φιλοσοφία, ελληνική και λατινική φιλολογία, αρχαιολογία και ιστορία αντίστοιχα. Προβλεπόταν ακόμη ένας έκτακτος για τη διδασκαλία της φιλολογίας και της αισθητικής (Αλέξανδρος Σούτσος) και τέσσερις επιτίμιοι καθηγητές: ο Θεόφιλος Καΐρης και ο Κωνσταντίνος Κοντογόνης για τη φιλοσοφία, ο Νεόφυτος Δούκας για την ελληνική φιλολογία και ο Θεόδωρος Μανούσης για το μάθημα της Παιδείας, όπως είχε ονομάσει ο ίδιος το διδακτικό αντικείμενο της έδρας του, το οποίο αργότερα μετονόμασε σε πολιτειογραφία.29 Ο τελευταίος ήταν και ο μόνος επιτίμιος καθηγητής ο οποίος δίδαξε. Το θερινό εξάμηνο 1836-1837 το Οθώνειο εγκαινίασε τη λειτουργία του με λιγοστούς διδάσκοντες και ακόμη πιο λίγους αναλογικά φοιτητές: 52 φοιτητές, εκ των οποίων 8 στη Θεολογική, 22 στη Νομική, 4 στην Ιατρική, 18 στη Φιλοσοφική, και 75 τακτικοί ακροατές,30 οι 71 στη Νομική. Ο αριθμός τους διευρύνθηκε σύντομα: 159 φοιτητές (47 στη Φιλοσοφική Σχολή) και 133 τακτικοί ακροατές.31 Το Πανεπιστήμιο στεγάστηκε αρχικά στο σπίτι του αρχιτέκτονα Σταματίου Κλεάνθη, στη βορειοανατολική πλευρά της Ακρόπολης. Σύντομα ξεκίνησαν οι εργασίες για την ανοικοδόμηση του νέου κτιρίου του στο κέντρο της πόλης. Στις 2 Ιουλίου 1839 ο Όθων έθεσε τον θεμέλιο λίθο, ενώ με τη συνδρομή ιδιωτών ολοκληρώθηκε το 1843 η μπροστινή πτέρυγα, στο ισόγειο της οποίας δημιουργήθηκαν τέσσερις αίθουσες, όπου και μεταφέρθηκε η διδασκαλία ,32

29. Αρ. Βαμπάς, ό.π., σ. 64- 70.

30. Οι ακροατές μπορούσαν να παρακολουθούν συγκεκριμένα μαθήματα και να παίρνουν πιστοποιητικά φοίτησης ή και να εξετάζονται σε αυτά. Όπως παρατηρεί ο Κ. Λάππας, ο θεσμός, γερμανικής προέλευσης, δεν λειτούργησε παρά για λίγα χρόνια λόγω της δυσπιστίας της κρατικής μηχανής και της απουσίας κινήτρων για τους ακροατές. Βλ. Πανεπιστήμιο και φοιτητές..., ό.π., σ. 144-147.

31. Ιω. Πανταζίδης, ό.π., σ. 29-31.

32. Βλ. Β. Σφυρόερας, ό.π., σ. 12-13, και Κώστας Η. Μπίρης, Αι Αθήναι από του 19ου εις τον 20όν αιώνα, στ' έκδ., Αθήνα, Μέλισσα, 1999, σ. 116-120.

Σελ. 32
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/33.gif&w=600&h=915

Οι έδρες

Το πρόγραμμα σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών βασίστηκε εξαρχής στη διάρθρωση των εδρών. Σύμφωνα με το άρθρο 4 του προσωρινού κανονισμού λειτουργίας : Εκάστη σχολή έχει ωρισμένον αριθμόν καθεδρών και σχηματίζει καθ' εαυτήν ανεξάρτητον σύλλογον λογίων ως προς τα επιστημονικά, αδιαίρετον όμως από το σώμα του πανεπιστημίου, και μένοντα εις διηνεκή οργανικόν μετ' αυτού σύνδεσμον,33 Η πραγματικότητα ήταν αρκετά διαφορετική. Στον κατάλογο του καθηγητικού προσωπικού που διορίστηκε το 1837, μόνο στη Φιλοσοφική και στην Ιατρική Σχολή καθορίζονταν τα γνωστικά αντικείμενα, οι έδρες που καταλάμβαναν οι διδάσκοντες, ενώ στις άλλες δύο σχολές η επιλογή του αντικειμένου διδασκαλίας παρέμενε στη διακριτική ευχέρεια των καθηγητών.34 Έως το 1888, ο αριθμός των καθηγητών, άρα και των εδρών, καθοριζόταν από την πίστωση για τους μισθούς τους, η οποία αναγραφόταν στον ετήσιο κρατικό προϋπολογισμό.35 Το επίδικο δεν ήταν το περιεχόμενο της διδασκαλίας αλλά οι διδάσκοντες, οι οποίοι διατηρούσαν το πλήρες δικαίωμα της επιλογής της προσφερόμενης ύλης. Οι έδρες ήταν απολύτως προσωποπαγείς και οι καθηγητές υπεύθυνοι για την επιλογή των μαθημάτων.

Το πρόγραμμα μαθημάτων

Τρεις μήνες πριν από το τέλος κάθε εξαμήνου οι καθηγητές συνεδρίαζαν κατά σχολή και πρότειναν τα μαθήματα που επιθυμούσαν να διδάξουν το επόμενο εξάμηνο. Σύμφωνα με τον προσωρινό κανονισμό η διδασκαλία ήταν ακροαματική μετά διαλογικών γυμνασμάτων, ενώ προβλεπόταν τριετής κύκλος για κάθε μάθημα,36 μέτρο που δεν τηρήθηκε, καθώς αρκετοί διδάσκοντες προσέφεραν διαφορετικά γνωστικά αντικείμενα κατ' έτος. Οι σχολές αποδέχονταν τα μαθήματα, ελέγχοντας συνήθως τις προτάσεις των υφηγητών ώστε να μην υπάρχουν αλληλεπικαλύψεις. Τα προγράμματα υποβάλλονταν στο υπουργείο Παιδείας, το οποίο τα ενέκρινε και τα δημοσίευε στον Τύπο. Όπως διαπιστώνεται και από το Αρχείο Πρωτοκόλλου (ΙΑΠΑ), ο έλεγχος που ασκούσε το υπουργείο ήταν τυπικός: δεν παρενέβαινε στην επιλογή των μαθη-

33. Αρ. Βαμπάς, ό.π., σ. 29.

34. Στο ίδιο, σ. 64- 70.

35. Βλ. Κώστας Παπαπάνου, Χρονικό - Ιστορία της Ανωτάτης μας Εκπαιδεύσεως, Αθήνα, Αμερικανικό Κολλέγιο Θηλέων, 1970, σ. 42.

36. Αρ. Βαμπάς, ό.π., σ. 30-31.

Σελ. 33
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/34.gif&w=600&h=915

μαθημάτων, αφήνοντας την, εκτός λιγοστών εξαιρέσεων, εξ ολοκλήρου στις σχολές.37 Έως το 1911 εκδίδονταν δύο ξεχωριστά προγράμματα, ένα για το χειμερινό και ένα για το θερινό εξάμηνο. Ο νέος κανονισμός καθόριζε την έκδοση ενός προγράμματος για όλο το ακαδημαϊκό έτος, το οποίο συντασσόταν κάθε Ιούνιο. Ο νομοθέτης απαιτούσε και πάλι τη γνωμοδότηση της Συγκλήτου και την έγκριση του υπουργείου Παιδείας, ενώ δεν προβλεπόταν η δημοσιοποίησή του μέσω του Τύπου.38 Στη μεταρρύθμιση του 1922 δεν χρειαζόταν πλέον η έγκριση του υπουργείου, στο οποίο απλώς ανακοινωνόταν το πρόγραμμα.39

Οι εξετάσεις

Στον προσωρινό κανονισμό η ιστορία αποτελούσε ένα από τα γενικά μαθήματα (μαθήματα ιστορίας, φιλολογίας και φιλοσοφίας), τα οποία κάθε φοιτητής έπρεπε να παρακολουθήσει για έναν χρόνο και να προσκομίσει τα αντίστοιχα αποδεικτικά.40 Το 1842 καθορίστηκαν με βασιλικό διάταγμα τα γενικά μαθήματα στη Φιλοσοφική Σχολή (λογική, ηθική, μεταφυσική, φυσικό δίκαιο, ψυχολογία, γενική ιστορία, στοιχειώδη μαθηματικά και πειραματική φυσική)41, ενώ θεσπίστηκαν μέτρα για την αξιολόγηση των φοιτητών, τα οποία σε γενικές γραμμές ίσχυσαν σε ολόκληρο τον 19ο αιώνα.42 Μετά το πέρας των τετραετών σπουδών τους οι φοιτητές προσκόμιζαν τα πιστοποιητικά παρακολούθησης των ειδικών μαθημάτων που είχε ορίσει κάθε σχολή στο πρόγραμμά της και τα αντίστοιχα για τα γενικά μαθήματα, μαζί με βεβαιώσεις ότι είχαν εξεταστεί επιτυχώς στα τελευταία και ότι συμμετείχαν στις πτυχιακές εξετάσεις, οι οποίες ήταν δύο κατηγοριών: διδακτορικές και απολυτήριες. Αμφότερες προέβλεπαν προφορικές και γραπτές εξετάσεις από εξεταστικές επιτροπές

37. Μ. Δ. Στασινόπουλος, ό.π., σ. 40-41.

38. Πρυτανεία Ιωάννου Ε. Μεσολωρά. Συλλογή Νόμων και Β. Διαταγμάτων περί οργανισμού του Εθνικού και του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου, Αθήνα 1916, σ. 127.

39. Βλ. το άρθρο 169: «Περί Οργανισμού του Αθήνησιν Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου», Εφημερίς της Κυβερνήσεως του Βασιλείου της Ελλάδος 127 (27 Ιουλίου 1922), σ. 625.

40. Αρ. Βαμπάς, ό.π., σ. 47. Για το πρόγραμμα του Οθώνειου βλ. S. Chantzistefanidou, ό.π.

41. «Διάταγμα περί εξετάσεως των φοιτητών του Πανεπιστημίου», Αρ. Βαμπάς, ό.π., σ. 71-83.

42. Συνολικά για τις εξετάσεις την περίοδο αυτή βλ. το σχετικό κεφάλαιο «Πτυχιακές εξετάσεις και διπλώματα», στο βιβλίο του Κ. Λάππα, ό.π., σ. 217-224.

Σελ. 34
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/35.gif&w=600&h=915

στις οποίες συμμετείχαν όλοι οι καθηγητές της σχολής, που βαθμολογούσαν τους υποψηφίους στο σύνολο των μαθημάτων. Για την απόκτηση του τίτλου του διδάκτορα (πτυχιούχου με τους σημερινούς όρους) ο τελειόφοιτος ήταν υποχρεωμένος να καταθέσει διδακτορική διατριβή με θέμα συναφές προς την επιστήμη του, γραμμένη στην αρχαία ελληνική. Στην πραγματικότητα, οι εξεταστικές επιτροπές ήταν ελαστικές ως προς τα αποδεικτικά παρακολούθησης των γενικών μαθημάτων. Οι περισσότερες διδακτορικές διατριβές αποτελούσαν ολιγοσέλιδα γυμνάσματα ή συμπιλήματα από πανεπιστημιακά συγγράμματα και παραδόσεις,43 με πενιχρό περιεχόμενο και μικρή έκταση, τα οποία συχνά παρέμεναν ημιτελή. Κάποιες από αυτές εκδόθηκαν αυτοτελώς ή δημοσιεύθηκαν στον περιοδικό Τύπο.

43. Στο ίδιο, σ. 222.

Σελ. 35
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/36.gif&w=600&h=915 01 - 0002.htm

ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Σελ. 36
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/37.gif&w=600&h=915

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β'

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΙΖΟΝΤΑΣ ΤΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ: ΟΙ ΟΔΗΓΟΙ ΣΠΟΥΔΩΝ ΚΑΙ Η ΙΣΤΟΡΙΑ

Το 1838 το Πανεπιστήμιο Αθηνών, ακολουθώντας ανάλογες πρακτικές των γερμανικών πανεπιστημίων, εξέδωσε τον πρώτο οδηγό σπουδών για τους φοιτητές. Σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, τον είχε συντάξει ο τότε πρύτανης Κ. Δ. Σχινάς.44 Ακολούθησε και ένας δεύτερος οδηγός το 1853, ενώ τέσσερα χρόνια αργότερα ο καθηγητής της Φιλοσοφικής Σχολής Αθανάσιος Ρουσόπουλος εξέδωσε με πρωτοβουλία του άλλον ένα. Οι οδηγοί αυτοί αναφέρονταν κυρίως στη δεοντολογία των πανεπιστημιακών σπουδών, παρέχοντας πληροφορίες και παραινέσεις. Παρασάγγας απείχαν από τους σημερινούς αντίστοιχους οδηγούς, αλλά και από εκείνους που άρχισαν να εκδίδονται με ιδιωτική πρωτοβουλία στο τέλος του 19ου αιώνα και απευθύνονταν σε ένα πολυπληθέστερο και πιο οργανωμένο πανεπιστήμιο ·45

Κεντρικό θέμα των δύο πανεπιστημιακών οδηγών αποτελούσε ο θεσμός των γενικών μαθημάτων. Αιτιολογώντας την επιλογή τους, ο Κ. Σχινάς στον πρόλογο του αναφερόταν στον σκοπό της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης. Η πανεπιστημιακή φοίτηση δεν αποτελούσε μόνο μέσο πορισμού της ζωής, όπως υποστήριζε μια «χυδαία» αντίληψη, αλλά συνδεόταν με την καλλιέργεια και την κατάρτιση ελεύθερων ανθρώπων.46 Στην πραγμάτωση του στόχου αυτού προορίζονταν να συμβάλουν τα μέγιστα τα γενικά μαθήματα, ανάμεσά τους και η ιστορία, με τις γνώσεις που προσέφεραν, οι οποίες ήταν απαραίτητες για οτιδήποτε επιχειρούσε ένας φοιτητής μετά το πέρας των σπουδών του.

44. Βλ. Θανάσης Χρήστου, «Ο Κ. Δ. Σχινάς και η πρώτη πρυτανεία στο Οθώνειο Πανεπιστήμιο (1837-1838)», Τα Ιστορικά 9, 17 (1992), σ. 371-384.

45. Βλ. Κ. Λάππας, Πανεπιστήμιο και φοιτητές..., ό.π., σ. 188-202, και Θανάσης Χρήστου, «Ο θεσμός του Οδηγού Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Αθηνών»: Πρακτικά του ΙΔ' Πανελληνίου Ιστορικού Συνεδρίου, Θεσσαλονίκη 1994, σ. 601-613.

46. Οδηγίαι προς τους φοιτητάς εκάστης σχολής. Περί της αλληλουχίας των διαφόρων επιστημών και περί της κατά την εξακολούθησιν των εν τω Πανεπιστημίω σπουδών διατηρητέας μεθόδου και τάξεως, Αθήνα 1838, σ. 4-5.

Σελ. 37
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/38.gif&w=600&h=915

Όπως επεσήμανε ο Μανούσης αναλαμβάνοντας την πρυτανεία, η σπουδή των γενικών μαθημάτων εξασφάλιζε τον σύνδεσμο ανάμεσα στη γυμνασιακή και στην ακαδημαϊκή μάθηση, ήταν αναγκαία στη γενικότερη παίδευση του μυαλού και στην κατανόηση των επιμέρους επιστημών.47

Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε από τον πρώτο οδηγό στην αρχαία ελληνική ιστορία, η οποία θεωρούνταν απαραίτητο εφόδιο κάθε πολίτη, προϋπόθεση για τη μελέτη του δικαίου και των πολιτικών επιστημών.48 Στον δεύτερο, ο πρύτανης, καθηγητής της Νομικής Περικλής Αργυρόπουλος, στο ίδιο πνεύμα με τον Σχινά υποστήριξε ότι σκοπός του πανεπιστημίου δεν ήταν η επαγγελματική εξασφάλιση αλλά κατ' αρχήν η επιστημονική πρόοδος και ευδοκίμηση, ενώ η σπουδή των γενικών μαθημάτων ενίσχυε την ηθική προσωπικότητα των φοιτητών, όξυνε το αισθητήριο του καλού, εξευγένιζε την ψυχή και την καρδιά και τις προσανατόλιζε προς τους αιώνιους νόμους της αρετής και της ηθικής.49 Δίπλα στον πρακτικό βίο, το πανεπιστήμιο προετοίμαζε τον φοιτητή για την εκπλήρωση των κοινωνικών του καθηκόντων.50

Στον οδηγό του ο Ρουσόπουλος επεσήμαινε ότι η επιστημονική κατάρτιση, που συμπεριελάμβανε τη γνώση της επιστήμης αλλά και την ηθική μόρφωση, απέβλεπε στη βελτίωση του βίου, στον εξευγενισμό των ανθρώπων.51 Η παρακολούθηση των γενικών μαθημάτων αποτελούσε απαραίτητη προϋπόθεση για την κατάκτηση της αρετής της επιστήμης. Η διδασκαλία της ιστορίας (την αποκαλούσε αδεκαστον του παρόντος κριτήν και προφήτην του μέλλοντος, λαμπάδα της επιστήμης) απέβλεπε στη σπουδή του φιλοσοφικού πνεύματος της επιστήμης, το οποίο επενεργούσε στις πράξεις και στις τύχες των λαών του κόσμου.52

47. Πρυτανικοί λόγοι 1844-1845, σ. 2. Οι πρυτανικοί απολογισμοί του 19ου αιώνα έχουν καταγραφεί από την Ευφημία Εξίσου, «Πρυτανικοί και πανηγυρικοί λόγοι του Πανεπιστημίου Αθηνών 1837-1900. Βιβλιογραφική Καταγραφή», Τετράδια Εργασίας ΚΝΕ-ΕΙΕ 10 (1988), σ. 471-507. Για λόγους συντομίας στις υποσημειώσεις καταγράφω απλώς το έτος στο οποίο αναφέρεται ο απολογισμός ενώ η πλήρης καταγραφή βρίσκεται στη βιβλιογραφία.

48. Οδηγίαι..., 1838, ό.π., σ. 6.

49. Οδηγίαι προς τους φοιτητάς εκάστης σχολής. Περί της αλληλουχίας των διαφόρων επιστημών και περί της τηρητέας μεθόδου και τάξεως κατά τας ακαδημαϊκάς σπουδάς, Αθήνα 1853, σ. 4-«.

50. Πρυτανικοί λόγοι, ό.π., σ. 2.

51. Αθανάσιος Σ. Ρουσόπουλος, Οδηγός των φοιτητών του Πανεπιστημίου Όθωνος, περιέχων παραίνεσιν εις επιστημονικήν παιδείαν, μέθοδον εις επίτευξιν αυτής και τους νόμους του Πανεπιστημίου, Αθήνα 1857, σ. 20.

52. Στο ίδιο, σ. 20-22.

Σελ. 38
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/39.gif&w=600&h=915

Στον δεύτερο οδηγό, εκτός από τις γενικές παραινέσεις του πρύτανη, οι κοσμήτορες έδιναν συγκεκριμένες οδηγίες στους φοιτητές τους. Ο κοσμήτορας της Νομικής Κωνσταντίνος Φρεαρίτης ανέφερε ότι η παρακολούθηση των γενικών μαθημάτων προσέφερε στους φοιτητές τη δυνατότητα διαμόρφωσης χαρακτήρος, ενώ η σπουδή της ιστορίας ήταν απαραίτητη στον νομικό, η επιστήμη του οποίου έχει μέγιστη συνάφεια με το παρελθόν. Καθώς η νομοθεσία συνιστούσε μέρος της ιστορίας της ανθρωπότητας, η γνώση της ιστορίας του βίου και του πολιτισμού των εθνών ήταν απαραίτητη για την κατανόηση των νόμων, ιδιαίτερα η γνώση της πατρίου και της ρωμαϊκής ιστορίας.53 Στον κατάλογο των μαθημάτων που θεωρούνταν ενδεδειγμένα για πλήρεις νομικές σπουδές, ο Φρεαρίτης, εκτός από την ιστορία, προσέθετε την πολιτική οικονομία και την πολιτειογραφία. Στο κείμενο του ο κοσμήτορας της Φιλοσοφικής Φίλιππος Ιωάννου επικεντρωνόταν στη γενική ιστορία, στην οποία εκτίθενται εν τη προσηκούση τάξει και αλληλουχία τα αξιολογώτερα ιστορικά γεγονότα ιδίως εκείνων των λαών, οίτινες παρίστανται ως κυριώτερα πρόσωπα εις το παγκόσμιον δράμα, της ανθρωπότητος.54 Η ιστορία του ελληνικού έθνους, το οποίο πρωταγωνίστησε στην αρχαιότητα και συντέλεσε τα μέγιστα στην ανάπτυξη του ανθρώπινου πνεύματος και στον πολιτισμό, κρινόταν ως η πλέον διδακτική για κάθε άνθρωπο, ιδιαίτερα δε για τους Έλληνες, οι οποίοι όπου και αν έστρεφαν τα μάτια τους έβλεπαν ίχνη της ζωής και μνημεία της μεγαλουργίας του.55

Ο όρος ιστορία ήταν ένας από τους πλέον χρησιμοποιούμενους στο πρόγραμμα όλων των σχολών. Στη Φιλοσοφική η ιστορία των γνωστικών αντικειμένων, η παρουσίαση της εξέλιξής τους, στάθηκε ο κατεξοχήν τρόπος διδασκαλίας της φιλολογίας, της αρχαιολογίας και της φιλοσοφίας. Μαθήματα όπως η ιστορία της φιλοσοφίας, η ιστορία των καλλιτεχνημάτων, η ιστορία της φιλολογίας κυριάρχησαν στο Φιλολογικό Τμήμα. Στην Ιατρική η ιστορία της ιατρικής, στη Θεολογική η εκκλησιαστική ιστορία, στη Νομική η ιστορία του ρωμαϊκού δικαίου αποτελούσαν καθοριστικά μαθήματα για τη συγκρότηση της ταυτότητας κάθε σχολής και προσφέρονταν καθ' όλη την περίοδο που εξετάζω από διαφορετικούς διδάσκοντες.

Στον πρώτο οδηγό σπουδών, τα προτεινόμενα στους φοιτητές μαθήματα περιελάμβαναν, εκτός από την ιστορία, και μαθήματα σχετικά με την ιστορική εξέλιξη συγκεκριμένων γνωστικών αντικειμένων : στη Θεολογική Σχολή τη

53. Οδηγίαι..., 1853, ό.π., σ. 10-11.

54. Στο ίδιο, σ. 24-25.

55. Στο ίδιο.

Σελ. 39
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/40.gif&w=600&h=915

διδασκαλία της εκκλησιαστικής ιστορίας, της κριτικής ιστορίας των Αγίων Πατέρων, της αρχαιολογίας των Εβραίων και των όμορων αρχαίων εθνών, ενώ στην Ιατρική την ιστορία της ιατρικής.56 Και στον δεύτερο οδηγό, ιδιαίτερα δε στις πολύ συντομότερες οδηγίες προς τους φοιτητές της Θεολογικής και της Ιατρικής Σχολής, παρέμεναν τα ίδια μαθήματα.57

Για τους φοιτητές της Φιλοσοφικής προβλέπονταν στον πρώτο οδηγό δύο κύκλοι σπουδών, ένας σύντομος (έξι εξάμηνα) και ένας εκτεταμένος (οκτώ εξάμηνα), κύκλοι, βέβαια, που δεν είχαν καμία σχέση με τις πραγματικότητες του Οθώνειου. Στον δεύτερο κύκλο περιλαμβάνονταν διαδοχικά τα εξής ιστορικά μαθήματα: γενική αρχαία ιστορία, ιστορία της αρχαίας Ελλάδος, ιστορία των Ρωμαίων, ιστορία των Βυζαντινών, ιστορία του Μεσαίωνα, ιστορία των τριών τελευταίων αιώνων, ιστορία της Αγγλίας και της Γαλλίας και τέλος εγκυκλοπαίδεια των ιστορικών επιστημών (χρονολογία, διπλωματική, κριτική κ.ά.). Τα δύο τελευταία μαθήματα αποκλείονταν από τον συντομότερο κύκλο σπουδών.58 Αντίστοιχης λογικής ήταν και το πολύ πιο εμπλουτισμένο διάγραμμα σπουδών που πρότεινε ο Αθ. Ρουσόπουλος: οκτώ επιστήμες, τέσσερις γενικές (φιλοσοφία, ιστορία, μαθηματικά και φυσικά, φιλολογία) στη Φιλοσοφική και τέσσερις μερικές (θεολογία, νομική, πολιτική, ιατρική) που αφορούσαν τις άλλες σχολές.59 Τα μαθήματα διακρίνονταν σε κύρια και βοηθητικά, κατά τη διάρκεια ενός τριετούς κύκλου σπουδών.60

Η διδασκαλία λοιπόν της ιστορίας εντασσόταν, σύμφωνα με τους οδηγούς σπουδών, στο πλέγμα μιας σειράς γνώσεων που δεν απέβλεπαν μόνο στην επαγγελματική αποκατάσταση, αλλά κυρίως στην ηθική βελτίωση και στην πνευματική εξύψωση, στη συγκρότηση ηθικών, ελεύθερων61 και μορφωμένων πολιτών, στόχευση η οποία ενέπνευσε όλες τις εκπαιδευτικές βαθμίδες.62 Στον

56. Οδηγίαι..., 1838, ό.π., σ. 10-11, 18.

57. Οδηγίαι..., 1853, ό.π., σ. 7-8, 17.

58. Οδηγίαι..., 1838, ό.π., σ. 19-23.

59. Α. Σ. Ρουσόπουλος, ό.π., σ. 35.

60. Στο ίδιο, σ. 39-42.

61. Στο βιβλίο με θέμα τις πανεπιστημιακές σπουδές που εξέδωσε ο καθηγητής Φιλοσοφίας Νικόλαος Κοτζιάς αναγόρευε την ελευθερία ως κυρίαρχο συστατικό τους, κατηγορώντας τη μονομερή γνώση και επιμένοντας στην ενότητα των επιστημών με κυρίαρχη τη φιλοσοφία (Περί πανεπιστημιακής σπουδής δοκίμιον, Αθήνα 1858, σ. 1-16).

62. Στην πίστη για τη θετική επίδραση της εκπαίδευσης, όπως ερχόταν από τα χρόνια του Διαφωτισμού, η ιστορία αποτελούσε τον κατεξοχήν διδάσκαλο των ανθρώπων, ηθικό οδηγό για το παρόν και το μέλλον. Βλ. τις παρατηρήσεις της Χριστίνας Κουλούρη για τη σχολική εκπαίδευση τα πρώτα χρόνια του ανεξάρτητου βασι-

Σελ. 40
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/41.gif&w=600&h=915

πανεπιστημιακό θεσμό η συγκεκριμένη στόχευση λειτούργησε καθοριστικά για τη φυσιογνωμία του,63 αναδεικνύοντας σε ευρωπαϊκό επίπεδο την ελληνορωμαϊκή αρχαιότητα ως συστατικό στοιχείο του προγράμματος μαθημάτων. Στην περίπτωση των αγγλικών πανεπιστημίων η ευρεία κλασική παιδεία αποσκοπούσε στη διαμόρφωση «ενάρετων ανθρώπων», οι οποίοι θα καταλάμβαναν τις καίριες θέσεις εξουσίας του βασιλείου και θα το οδηγούσαν σε ακόμα υψηλότερο σημείο. Ήταν διάχυτη η αποστροφή για την εξειδίκευση, καθώς εθεωρείτο ότι μια προσωπικότητα διαμορφωμένη από την κλασική παιδεία ήταν ικανή να αντεπεξέλθει σε κάθε επιμέρους πρόβλημα με την ισχύ του πνεύματος της.64 Το έργο του Πανεπιστημίου του Βερολίνου όπως το εμπνεύστηκε ο Βίλχελμ φον Χούμπολτ στο πλαίσιο του νεοουμανισμού ήταν η κατάκτηση της κουλτούρας της γνώσης (Bildung), μιας γνώσης «αυτοαναφορικής» και «μη εργαλειακής», και η εκμάθηση των απαραίτητων ερευνητικών τεχνικών προσπέλασής της. Η κατάκτηση της αποτελούσε στοιχείο προσωπικής καταξίωσης αλλά και αναγκαίο πολιτισμικό κεφάλαιο για την κατάληψη θέσης σε μια αυστηρά ιεραρχημένη κρατική διοίκηση. Στο πλαίσιο αυτής της γνώσης θεωρήθηκε απαραίτητη η σύνδεση με το παρελθόν μέσω κυρίως εκείνης της εικόνας της αρχαίας Ελλάδας που παρέπεμπε στα σύγχρονα προβλήματα, καθώς και η εξιδανικευμένη σε μεγάλο βαθμό άποψη της εθνικής ιστορίας, έντονα διαποτισμένη από την πίστη στον αυτοκράτορα.65

Σκοπός του ανώτατου εκπαιδευτικού ιδρύματος ήταν η επιμόρφωση του φοιτητή, η συγκρότηση του αποφοίτου του μέσω της παιδείας, όπως προέκυπτε όχι από την απόκτηση επιμέρους γνώσεων και δεξιοτήτων, αλλά από τη διαπλοκή και την αρμονική σύνθεση των γνώσεων υπό την αιγίδα της φιλοσοφίας.66

βασιλείου, Ιστορία και γεωγραφία στα ελληνικά σχολεία (1834-1914). Γνωστικό αντικείμενο και ιδεολογικές προεκτάσεις. Ανθολόγιο κειμένων. Βιβλιογραφία σχολικών εγχειριδίων, Αθήνα, Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας - Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς 18, 1988, σ. 68-69.

63. Άλκης Ρήγος, Πανεπιστήμιο: Ιδεολογικός ρόλος και λόγος. Από το Μεσαίωνα στη Νεωτερικότητα, Αθήνα, Παπαζήσης, 2000, σ. 135-138.

64. Reba Ν. Soffer, Discipline and Power. The University, History and the Making of an English Elite, 1870-1930, Στάνφορντ 1994, σ. 10-12.

65. Βλ. Γιώργος Κόκκινος, «Κουλτούρα και Ιστορία. Η νοηματοδότηση της έννοιας "κουλτούρα" από τη γερμανική διανόηση του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα (1807-1918)», Μνήμων 18 (1996), σ. 168-171.

66. Alain Renaut, Οι επαναστάσεις του Πανεπιστημίου. Δοκίμιο για τη νεωτερικότητα της Παιδείας, μτφ.-πρόλογος: Γιώργος Σταμέλος, Κώστας Καρανάτσης, Αθήνα, Gutenberg, 2003, σ. 189-191.

Σελ. 41
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/42.gif&w=600&h=915

Στα γερμανικά πανεπιστήμια των αρχών του 19ου αιώνα η Σχολή των Τεχνών (ας σημειωθεί ότι αποτελεί έναν από τους τέσσερις κλάδους των μεσαιωνικών πανεπιστημίων μαζί με την Ιατρική, τη Θεολογία και τη Νομική) μετονομάστηκε σε Φιλοσοφική,67 ονομασία που κυριάρχησε και στην ελληνική μεταφορά της. Η Σχολή των Γενικών Επιστημών, δηλαδή φιλοσοφίας, φιλολογίας, μαθηματικών, φυσικής, χημείας, αστρονομίας, γεωγραφίας και ιστορίας του πρώτου καταργημένου κανονισμού, μετατράπηκε σε Φιλοσοφίας και της άλλης εγκυκλίου παιδείας, προφανώς για λόγους ευκολίας, στον προσωρινό κανονισμό, επιβεβαιώνοντας όμως τον πρωταρχικό ρόλο της φιλοσοφίας. Η Φιλοσοφική, αντίστοιχα με τα γερμανόφωνα πανεπιστήμια, έγινε το θεσμικό κέντρο και η κινητήριος δύναμη, καθώς οι ιδέες της «καθαρής επιστημονικότητας» και της «ενότητας της γνώσης», έννοιες συστατικές για το νέο ίδρυμα, βρήκαν την έκφρασή τους στα γνωστικά αντικείμενα που εντάχθηκαν στο πρόγραμμα της Σχολής, ιδιαίτερα δε στη φιλοσοφία.68 Η ιστορία αποτελούσε αφενός παραδειγματική γνώση, magistra vitae ανθρώπων και εθνών- αφετέρου η διδασκαλία των γεγονότων προβλεπόταν ως πρακτική μάθηση, επωφελής για τη συγκρότηση του σύγχρονου ανθρώπου, αλλά και ταυτόχρονα ως η πλέον αποτελεσματική μέθοδος για την προσέγγιση άλλων γνωστικών κλάδων.

Η παρουσία όλων αυτών των μαθημάτων ιστορίας των διαφορετικών κλάδων δεν αποτελεί ίδιον του ελληνικού πανεπιστημίου. Αφορά γενικότερα τους τρόπους μελέτης και διδασκαλίας του συνόλου των γνωστικών αντικειμένων κατά τον 19ο αιώνα. Η διάχυση της ιστορικότητας σε όλο το φάσμα των διαφορετικών γνωστικών αντικειμένων συνδέεται με την εμφάνιση του ιστορικισμού και τη βεβαιότητα ότι η ουσία των όντων αλλά και των φαινομένων βρίσκεται στην εξέλιξή τους, έχει δηλαδή εγγενή και εμμενή χαρακτήρα.69 Η αντίληψη αυτή εμφανίστηκε με ιδιαίτερη ένταση στον πρώτο πανεπιστημιακό κανονισμό, όπου διατυπωνόταν η θέση ότι η ορθή αντίληψη κάθε επιστήμης εξαρτάται από τη φιλοσοφική της θεώρηση και τη γνώση της ιστορικής εξέλιξής της. Η ανάδυση της εθνικής ιδεολογίας και η οργάνωση της αφήγησης γύρω από την έννοια του έθνους επηρέασαν συνολικά την ιστορική θεώρηση των επιμέρους αντικειμένων.

67. Στο ίδιο, ο. 209-215.

68. Στο ίδιο, σ. 212, σημ. 37.

69. Βλ. Γιώργος Κόκκινος, Από την Ιστορία στις Ιστορίες. Προσεγγίσεις στην ιστορία της ιστοριογραφίας, την επιστημολογία και τη διδακτική της ιστορίας, Αθήνα, Ελληνικά Γράμματα, 1998, σ. 142-143.

Σελ. 42
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/43.gif&w=600&h=915

Στην περίπτωση της Φιλοσοφικής σκοπός των μαθημάτων, τόσο στον σύντομο όσο και στον εκτεταμένο κύκλο μαθημάτων του πρώτου οδηγού σπουδών, ήταν η γνώση της ιστορίας της ανθρωπότητας από την αρχαιότητα έως τα σύγχρονα σχεδόν χρόνια. Η παρουσίαση αυτής της γνώσης ακολουθούσε ευθύγραμμη πορεία, στη λογική της εξέλιξης της ανθρώπινης ζωής. Αναφέρομαι βέβαια στους οδηγούς σπουδών, σε έναν λόγο προγραμματικό, εξιδανικευμένο. Ο λόγος αυτός, ο οποίος πρότεινε ουσιαστικά μια διάρθρωση των πανεπιστημιακών σπουδών ξένη και εξαιρετικά φιλόδοξη συγκριτικά με το υπάρχον πρόγραμμα, αναπτύχθηκε παράλληλα ή και αντιθετικά με την ίδια τη διδασκαλία των μαθημάτων, πέρα από την ελληνική πραγματικότητα. Συνιστά όμως πολύτιμο δείκτη των προθέσεων των συντακτών του -όλοι τους σημαντικά μέλη του διδακτικού προσωπικού-, οι οποίοι μετέφεραν την εμπειρία τους από το εξωτερικό και τα ανάλογα αναγνώσματα, αναπαράγοντας κοινούς τόπους για την πανεπιστημιακή εκπαίδευση, όπως αυτοί τους είχαν προσλάβει και όπως τους φαντάζονταν εφαρμοσμένους στο Οθώνειο. Είναι χαρακτηριστικό ότι στην αναλυτική διάρθρωση των σπουδών της ιστορίας στον πρώτο οδηγό, ο οποίος έχει γραφεί από τον αρμόδιο καθηγητή, απουσίαζε το μάθημα της πολιτειογραφίας, το οποίο όμως ήδη διδασκόταν. Ο δεύτερος οδηγός σπουδών λειτουργούσε και πάλι σε ένα προγραμματικό, «οραματικό» επίπεδο, αγνοώντας τα δεκαεπτά χρόνια λειτουργίας του Οθώνειου. Ο φιλόδοξος σχεδιασμός των οδηγών σπουδών, ιδιαίτερα για τα μαθήματα που προτείνονταν προς διδασκαλία και δεν διδάσκονταν λόγω έλλειψης προσωπικού και μέσων, συνιστούσε κατά μείζονα λόγο δήλωση προθέσεων με στόχο την ευθυγράμμιση του ελληνικού πανεπιστημίου με τα ευρωπαϊκά παράλληλα. Αντικατόπτριζε μάλλον την απόκλιση επιθυμίας και πραγματικότητας παρά την ίδια την πραγματικότητα.

Στην περίπτωση της ιστορίας η διδασκαλία των πρόσφατων ιστορικών περιόδων αποτελούσε επίτευγμα του 18ου αιώνα, στενά συνδεδεμένο με τις γεωπολιτικές επιδιώξεις των αυτοκρατοριών. Το 1725 στα Πανεπιστήμια του Κέμπριτζ και της Οξφόρδης δημιουργήθηκαν έδρες Νεότερης ιστορίας -με τον όρο αυτό αναφέρονταν σε όλη την υπόλοιπη ιστορία πλην της αρχαίας-70 που απέβλεπαν στην εκπαίδευση νέων δημόσιων υπαλλήλων, κυρίως διπλωματών, και στη στελέχωση του κρατικού μηχανισμού με αποφοίτους που γνώριζαν τη σύγ-

70. Η μοντέρνα ιστορία από το 1872 και μετά στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης ξεκινούσε με την κατάλυση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και έφτανε μέχρι τον 18ο αιώνα, R.N. Soffer, ό.π., σ. 54.

Σελ. 43
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/44.gif&w=600&h=915

σύγχρονη ιστορία.71 Το 1790 στο Πανεπιστήμιο του Γκέττινγκεν το μάθημα υπό τον τίτλο Staatistik, το οποίο αφορούσε τους Θεσμούς των σύγχρονων ευρωπαϊκών κρατών, μεταφέρθηκε από τον Τομέα της Νομικής σε εκείνον της Ιστορίας.72 Στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου ο Χούμπολτ ενθάρρυνε ιδιαίτερα τη δημιουργία νέων επιστημονικών κλάδων, αποβλέποντας στη συγκρότηση ενός σώματος υπαλλήλων που θα στελέχωνε την κρατική μηχανή και το οποίο θα γνώριζε τη μεσαιωνική μα και τη σύγχρονη ιστορία των γερμανικών κρατιδίων.73

Η εξέλιξη αυτή, η οποία υπερέβαινε το πανεπιστημιακό πλαίσιο, συνδεόταν με γενικότερες πολιτικές και οικονομικές εξελίξεις. Ερχόταν να καλύψει τις ανάγκες της κρατικής γραφειοκρατίας, αλλά και των νέων κοινωνικών και επαγγελματικών στρωμάτων που επιθυμούσαν να γνωρίσουν τον κόσμο στη διαχρονία και στη συγχρονία, αντιμετωπίζοντας την ιστορία ως επωφελή γνώση. Η Γαλλική Επανάσταση δημιούργησε τεράστιο ενδιαφέρον, το οποίο αποτυπώθηκε άλλωστε στις μαρτυρίες και στα χρονικά που γράφηκαν για τις συνθήκες που τη γέννησαν, τα γεγονότα και γενικότερα την πρόσφατη ιστορία. Όπως επεσήμανε ο Τριαντάφυλλος Σκλαβενίτης σχετικά με την ελληνική ιστοριογραφία, το διάστημα 1750-1832 η ελληνική κοινωνία συναντιόταν με τον ιστορισμό, προσπαθώντας να κατακτήσει μια ιστορία κοσμική και παγκόσμια, σε μια εποχή που χαρακτηριζόταν από τη δημογραφική και την οικονομική ανάπτυξη, την άνθηση του εμπορίου, την ανάπτυξη των παροικιών, τα ταξίδια, τις περιέργειες, τη στροφή προς την αρχαιότητα και την επικοινωνία με τον ευρωπαϊκό πολιτισμό,74 Αυτό το ενδιαφέρον σχετικά με την πρόσφατη ιστορία αποτυπώθηκε στις σελίδες του ημερήσιου και περιοδικού Τύπου, στις εκδόσεις που απευθύνονταν σε ένα ευρύτερο κοινό.75

71. Βλ. Peter Searby, A History of the University of Cambridge, τ. 3: 1750-1870, Κέμπριτζ 1997, σ. 233.

72. Βλ. I. Πεντάζου, ό.π., σ. 88.

73. Βλ. Christian Simon, Staat und Gesellschaft in Deutschland und Frankreich 1871-1914: Situation und Werk von Geschichtsprofessoren an den Universitäten Berlin, München, Paris, Βέρνη 1988, και Charles E. McClelland, State, Society and University in Germany, 1700-1914, Κέμπριτζ 1980, σ. 101-132.

74. Βλ. Τριαντάφυλλος Ε. Σκλαβενίτης, «Το εθνικό πάνθεον των βιογραφιών και των προσωπογραφιών (1828-1876)»: Πασχάλης Μ. Κιτρομηλίδης, Τριαντάφυλλος Ε. Σκλαβενίτης (επιμ.), Δ' Διεθνές Συνέδριο Ιστορίας. Ιστοριογραφία της νεότερης και σύγχρονης Ελλάδας 1833-2002, Αθήνα, Κέντρο Νεοελληνικών Ερευνών Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών, 2004, τ. 1, σ. 171.

75. Βλ. Triantafyllos E. Sklavénitis, «La Revolution Française dans les textes de l'historiographie néohellénique (1789-1832)», Actes du IΙΙe Colloque d'Histoire, La Révolution Française et l'Hellénisme Moderne, Αθήνα 1989, σ. 433-434.

Σελ. 44
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/45.gif&w=600&h=915

Η στροφή προς τα μεσαιωνικά και νεότερα χρόνια δεν ακύρωνε αλλά σε μεγάλο βαθμό συμπλεκόταν με τη σημαντικότερη έως τότε πλευρά της ενασχόλησης με την ιστορία, εκείνη της αρχαιότητας, από την οποία άλλωστε είχαν προκύψει οι πρώτες πανεπιστημιακές έδρες Ιστορίας τον 15ο και τον 16ο αιώνα σε ευρωπαϊκά, ιδίως προτεσταντικά, κράτη. Οι έδρες αυτές προήλθαν κατά μείζονα λόγο από τη διεύρυνση της μελέτης της γλώσσας στα κείμενα της ελληνορωμαϊκής περιόδου και τη διατύπωση γενικότερων ερωτημάτων για το παρελθόν των κοινωνιών και για τα πρόσωπα τα οποία παρήγαγαν τα κείμενα, από την ανάγκη δημιουργίας διακριτών κλάδων για τη μελέτη του αρχαίου παρελθόντος.76 Η συγκεκριμένη παράδοση, η οποία προίκισε την ιστορία με μεθόδους και εργαλεία της φιλολογίας στην επεξεργασία των ιστορικών πληροφοριών, παρέμεινε ισχυρή κατά τον 19ο αιώνα, συνδέοντας όπως θα δούμε την αρχαία ιστορία με σύγχρονες αναγνώσεις και ερωτήματα, ορίζοντας κάθε φορά το πεδίο της μελέτης της ανάμεσα στην ελληνική και ρωμαϊκή αρχαιότητα και αντιμετωπίζοντας το κλασικό παρελθόν με σύγχρονους πολιτικούς όρους, οι οποίοι προέκυπταν από την εξέλιξη της εθνικής ιδεολογίας.77 Έμενε να αποδειχθεί πώς και με ποιους όρους αυτοί οι σχεδιασμοί θα πραγματοποιούνταν στο πρώτο ελληνικό πανεπιστήμιο, ένα ίδρυμα του οποίου οι δημιουργοί και οι καθηγητές γνώριζαν τις συγκεκριμένες πραγματικότητες και επηρεάζονταν από αυτές.78

76. Laurence Brockliss, "Curricula": Walter Ruegg (επιμ.), A History of the University in Europe, II: Universities in Early Modern Europe (1500-1800), Κέμπριτζ 1992, σ. 575-578.

77. Για τη σύνδεση της πολιτικής με την ανάγνωση και ερμηνεία του αρχαιοελληνικού παρελθόντος βλ. Peter Funke, «Η αρχαία Ελλάδα: Ένα αποτυχημένο έθνος; Ζητήματα πρόσληψης και ερμηνείας της αρχαίας ελληνικής ιστορίας στη γερμανική ιστοριογραφία του 19ου αιώνα»: Ευάγγελος Χρυσός (επιμ.), Ένας νέος κόσμος γεννιέται. Η εικόνα του ελληνικού πολιτισμού στη γερμανική επιστήμη κατά τον 19ο αιώνα, Αθήνα, Ακρίτας, 1996, σ. 83-105, και Μαργαρίτα Μηλιώρη, «Αρχαίος ελληνισμός και φιλελληνισμός στη βρετανική ιστοριογραφία του 19ου αιώνα. Οι πολιτικές και ηθικές διαστάσεις του "εθνικού" και οι ευρύτερες πολιτισμικές σημασιοδοτήσεις της ελληνικής ιστορίας», Μνήμων 22 (2000), σ. 69-104.

78. Παναγιώτης Κιμουρτζής, «Τα ευρωπαϊκά Πανεπιστήμια ως πρότυπα: η ελληνική περίπτωση (1837)», Νεύσις 12 (καλοκαίρι 2003), σ. 129-149.

Σελ. 45
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/46.gif&w=600&h=915 01 - 0002.htm

ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Σελ. 46
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/47.gif&w=600&h=915

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ'

ΤΟ ΣΥΜΠΑΝ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΟΓΝΩΣΤΙΚΩΝ ΜΑΘΗΜΑΤΩΝ ΚΑΙ Η ΑΡΧΑΙΑ ΠΡΟΓΟΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

Η ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΗ ΣΤΑΔΙΟΔΡΟΜΙΑ ΤΟΥ Κ. Δ. ΣΧΙΝΑ

Ο πρώτος καθηγητής Ιστορίας Κ. Δ. Σχινάς (1801-1857)79 ήταν γόνος γνωστής φαναριώτικης οικογένειας. Είχε αποφοιτήσει από τη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου του Βερολίνου (1823-1825) και είχε σπουδάσει ιστορία και κλασική φιλολογία στα Πανεπιστήμια της Βόννης και του Παρισιού την περίοδο 18251828 δίπλα σε μερικούς από τους πιο σημαντικούς λογίους του καιρού του: φιλολογία με τον Αουγκούστ Μπεκ,νομική με τον Φρήντριχ Καρλ φον Σαβινιύ80 και τον Κλ. Α. Κλέντσε, πολιτική επιστήμη με τον Γ. Γκ. Χόφφμαν, γεωγραφία με τον Καρλ Ρίττερ και ιστορία με τον Μπάρτολντ Γκέοργκ Νήμπουρ.81 Υπό τις οδηγίες του τελευταίου είχε κατά πάσα πιθανότητα εργαστεί στην έκδοση έργων βυζαντινών ιστορικών στη σειρά Corpus Scriptorum Historiae Byzantinae 82 Μετά την έλευσή του στην Ελλάδα (1828), ο Σχινάς κατέλαβε, λόγω και των στενών δεσμών του με την Αντιβασιλεία και της συγγένειάς του με τον Σαβινιύ, επιτελικές θέσεις στη δημόσια διοίκηση, με σημαντικότερες εκείνες του γραμματέα επί των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως και επί της Δικαιοσύνης (1833-1834). Από την τελευταία θέση ενεπλάκη ενεργά το 1834 στη δίκη των Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και Δημήτρη Πλαπούτα. Ο Σχινάς επεδίωξε την καταδίκη τους, προκαλώντας τις σφοδρές επικρίσεις μεγάλης μερίδας του Τύπου, οι οποίες οδήγησαν στην απομάκρυνσή του από τον υπουργικό θώκο 83 Μετά την περιθωριοποίησή του από την πολιτική σκηνή, ο διορισμός

79. Για τον Κ. Σχινά βλ. Θανάσης Χρήστου, Κωνσταντίνος Δημητρίου Σχινάς, ό.π., όπου και εργογραφία.

80. Ο Σχινάς παντρεύτηκε την κόρη του Σαβινιύ, Μπεττίνα, και παρά τον πρόωρο θάνατό της διατήρησε σε όλη του τη ζωή στενότατες σχέσεις με τον δάσκαλο και πεθερό του.

81. Θ. Χρήστου, ό.π., σ. 34-42.

82. Στο ίδιο, σ. 40-41.

83. Βλ. John Α. Petropulos, Πολιτική και συγκρότηση κράτους στο ελληνικό βασίλειο (1833-1843), τ. 1, Αθήνα, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, 1985, σ. 237-247.

Σελ. 47
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/48.gif&w=600&h=915

σμός του στο Πανεπιστήμιο και η ανάδειξή του σε πρύτανη αποτέλεσαν τα πιο γερά χαρτιά του σε μια παρτίδα που κινδύνευε να χαθεί.

Ο Σχινάς άρχισε τη διδασκαλία του το χειμερινό εξάμηνο του 1837-1838. Το πρώτο μάθημα του επιγραφόταν Βίος Ελλάδος, ήτοι ελληνική αρχαιολογία. Από τα πέντε μαθήματα που δίδαξε σε είκοσι δύο εξάμηνα, μόλις ένα αναφερόταν στην παγκόσμια ιστορία, ενώ τα υπόλοιπα ήταν αφιερωμένα στην αρχαία ελληνική. Πρόκειται για την Ιστορία του αρχαίου κόσμου, ή Ιστορία των αρχαίων εθνών, το οποίο δίδαξε για τρία εξάμηνα. Από τα υπόλοιπα τέσσερα μαθήματα δίδαξε τον Βίον Ελλάδος, ήτοι ελληνική αρχαιολογία, ήτοι τον κατ' οίκον και εν πολιτεία βίον των αρχαίων Ελλήνων για δεκατρία εξάμηνα, την Ιστορίαν των ελληνικών αποικιών για τρία εξάμηνα, την Πολιτείαν Αθηναίων συμπεριλαμβανόμενης και πραγματείας περί του αττικού δικαίου για τρία εξάμηνα και την Πραγματείαν περί ιστοριογράφων Ελλήνων για ένα εξάμηνο. Δίδαξε ένα ή δύο μαθήματα, τρεις έως τέσσερις ώρες εβδομαδιαίως.

Ο διορισμός του στη μοναδική έδρα Ιστορίας της Φιλοσοφικής, σε μια σχολή με ούτως ή άλλως ελάχιστους διδάσκοντες και πολύ μικρό αριθμό φοιτητών, αποσκοπούσε στη διδασκαλία του συνόλου της ύλης του μαθήματος. Ο περιορισμός της διδασκαλίας του στην αρχαία ιστορία, ιδιαίτερα στην ελληνική, προκάλεσε την αντίδραση της Συγκλήτου, η οποία ζήτησε τη διεύρυνση των χρονικών ορίων του μαθήματος προς τη μεσαιωνική και νεότερη περίοδο. Ο καθηγητής αρνήθηκε και αντιπρότεινε ως τον πλέον κατάλληλο για τη διδασκαλία αυτής της περιόδου τον Θ. Μανούση. Ο τελευταίος απέρριψε την πρόταση, εμμένοντας στη διδασκαλία της Πολιτειογραφίας, όπως είχε ονομάσει πλέον το μάθημά του.84 Ο Σχινάς, στον οποίο ξαναέγινε η πρόταση, αρνήθηκε εκ νέου, υποσχόμενος ότι στο μέλλον θα διδάξει τη Γενικήν της Ελλάδος ιστορίαν και μετά του βυζαντινού μεσαίωνος.85

Η απροθυμία του Σχινά αλλά και η αποδοχή από τη Σχολή της άρνησής του να επεκτείνει τη διδασκαλία του στα μεσαιωνικά και νεότερα χρόνια δικαιολογούνται πολλαπλά. Ο πρώτος καθηγητής Ιστορίας είχε σπουδάσει κυρίως αρχαία ιστορία, ενώ πριν από τον διορισμό του στο Οθώνειο ουδεμία διδακτική εμπειρία ή συναφές συγγραφικό έργο είχε. Για να διδάξει, όπως προκύπτει από την αλληλογραφία του με τον Σαβινιύ, προετοίμαζε το μάθημά του από τον Ιούνιο του 1836.86 Η αποδοχή της επιθυμίας του από τη Σύγκλητο

84. Πρακτικά Ακαδημαϊκού Συμβουλίου (ΠΑΣ), συνεδρίαση 6ης Ιουνίου 1838.

85. Στο ίδιο, συνεδρίαση 11ης Ιουνίου 1838.

86. Θ. Χρήστου, ό.π., σ. 140.

Σελ. 48
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Η συγκρότηση της ιστορικής επιστήμης και η διδασκαλία της ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (1837-1932)
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 29
    

    ΚΕΦΑΛΑΙΟ A

    ΤΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΘΗΝΩΝ: ΑΠΟ ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΣΧΕΔΙΑ ΣΤΗΝ ΕΓΚΑΘΙΔΡΥΣΗ

    Το Οθώνειο Πανεπιστήμιο εγκαινίασε τη λειτουργία του στις 3 Μαΐου 1837. Αποτέλεσμα διπλής γέννας -το ιδρυτικό διάταγμα της Αντιβασιλείας καταργήθηκε, για να αντικατασταθεί από το οριστικό, το οποίο υπέγραψε ο βασιλιάς Όθων-, συνιστούσε προϊόν μακροχρόνιας και επίπονης ισορροπίας ανάμεσα στο εφικτό και στο ιδεώδες. Σε ένα ανεξάρτητο κράτος το οποίο έμοιαζε πολύ μικρό σε σχέση με τις προσδοκίες που είχε γεννήσει ο Αγώνας, η δημιουργία του Πανεπιστημίου αποτελούσε ανέλπιστο σχεδόν συμβάν, που προκάλεσε και τις ανάλογες αντιδράσεις. Από τη μια πλευρά πρυτάνευσαν οι επιφυλάξεις για την πρώιμη ίδρυσή του, η οποία ενδεχομένως θα το οδηγούσε στη συρρίκνωση και στον μαρασμό.15 Από την άλλη κυριάρχησε ο ενθουσιασμός, τα μεγαλεπήβολα σχέδια ικανής μερίδας λογίων και κρατικών αξιωματούχων ως προς τον ρόλο που θα διαδραμάτιζε μελλοντικά ένα ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα : η πρόσληψη της γνώσης από τη Δύση, η ανάπτυξη της και η μετάδοσή της στην Ανατολή, η εξυπηρέτηση των ευρύτερων επιδιώξεων του ελληνικού βασιλείου στις νέες γεωπολιτικές συνθήκες της περιοχής.16 Με στραμμένο το βλέμμα στους εκτός Ελλάδος και εντός Οθωμανικής Αυτοκρατορίας χριστιανικούς πληθυσμούς, η κοινή γνώμη ενδιαφέρθηκε εξαρχής για το νέο εκπαιδευτικό ίδρυμα, τους στόχους, τη διάρθρωση, και κυρίως τη στελέχωσή του.

    Τα πρώτα σχέδια

    Από τους πρώτους σχεδιασμούς για την ίδρυση πανεπιστημίου στο ελληνικό

    15. Βλ. Ιω. Πανταζίδης, ό.π., σ. 4-5, και Μιχαήλ Δ. Στασινόπουλος, Τα πρώτα βήματα της ανωτάτης παιδείας μετά την απελευθέρωσιν, Αθήνα 1971, σ. 28-30.

    16. Για τα ιδεολογήματα γύρω από την ίδρυση και τον προορισμό του Πανεπιστημίου βλ. Κ. Θ. Δημαράς, Εν Αθήναις..., ό.π., και «Ιδεολογήματα...», ό.π. Βλ. ακόμη Κ. Λάππας, ό.π., σ. 99-105, 123-142.