Συγγραφέας:Καραμανωλάκης, Βαγγέλης Δ.
 
Τίτλος:Η συγκρότηση της ιστορικής επιστήμης και η διδασκαλία της ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (1837-1932)
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:42
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:2006
 
Σελίδες:551
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Εκπαίδευση-Τριτοβάθμια
 
Παιδεία-Εκπαίδευση
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα, Πανεπιστήμιο Αθηνών
 
Χρονική κάλυψη:1837-1932
 
Περίληψη:Αφετηριακή υπόθεση της εργασίας αυτής είναι ότι η ιστορία συγκροτείται ως επιστήμη μέσα από την καταλυτική επίδραση εκπαιδευτικών θεσμών για την παραγωγή και τη μετάδοση της γνώσης, όπως είναι το πανεπιστήμιο. Οι θεσμοί αυτοί επιβάλλουν σε μεγάλο βαθμό στην ιστοριογραφική παραγωγή τη λογική της συγκρότησης και της λειτουργίας τους, τις αξίες που τους διέπουν, τις πρακτικές ανάδειξης κύρους και τους συσχετισμούς δύναμης που επικρατούν στο εσωτερικό τους, τις σχέσεις τους με την πολιτική εξουσία και την κοινωνία. Η πανεπιστημιακή διδασκαλία της ιστορίας κατά την περίοδο που καλύπτει το βιβλίο συνδέθηκε με μια σειρά από παράγοντες και μεταβλητές, στοιχεία που καθόρισαν και το συγκεκριμένο πλαίσιο αναφοράς : το πανεπιστημιακό περιβάλλον, η ιστοριογραφική παράδοση, τα πρόσωπα που δίδαξαν και οι αποδέκτες της διδασκαλίας τους. Στόχος της παρούσας εργασίας είναι η συνεξέταση αυτών των παραγόντων μέσα στην ευρύτερη πολιτική και κοινωνική συγκυρία από την οποία σε μεγάλο βαθμό ορίστηκαν και την οποία εντέλει επανακαθόρισαν, με άλλα λόγια θέμα του βιβλίου είναι η συγκρότηση, στον χώρο του Πανεπιστημίου Αθηνών, μιας εθνικής-επιστημονικής ιστορίας με έντονο διδακτικό χαρακτήρα, η οποία επηρέασε καθοριστικά τη συνολική ιστοριογραφική παραγωγή, λόγω της σημαίνουσας θέσης του ιδρύματος, καθώς για έναν περίπου αιώνα αποτέλεσε τον μοναδικό οργανωμένο θεσμό της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης ο οποίος παρήγε ιστορική γνώση, κατάρτιζε τους φοιτητές και προετοίμαζε τους αποφοίτους του για τη διάχυση αυτής της γνώσης, μέσω κυρίως του σχολικού δικτύου, στο ελληνικό βασίλειο και στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 43.93 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 293-312 από: 554
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/293.gif&w=600&h=915

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ'

Η ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΕ ΝΕΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ: ΟΙ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΙ ΚΑΙ ΕΞΩΤΕΡΙΚΟΙ ΕΧΘΡΟΙ

ΕΞΟΦΛΩΝΤΑΣ ΠΑΛΑΙΑ ΧΡΕΗ: Η ΚΑΘΗΓΕΣΙΑ ΤΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΣΩΤΗΡΙΑΔΗ

Η εκκαθάριση του 1910 στέρησε το Πανεπιστήμιο από έναν σημαντικό αριθμό καθηγητών, προκαλώντας προβλήματα στο πρόγραμμα μαθημάτων. Τα προβλήματα λύθηκαν είτε με την επαναπρόσληψη απολυθέντων είτε με τον διορισμό νέων καθηγητών, οι οποίοι επιλέχθηκαν από επιτροπές, παρά τις ρυθμίσεις της νομοθεσίας του 1911, που συγκροτήθηκαν ειδικά γι' αυτό τον σκοπό. Έτσι, το 1912 συστάθηκε επιτροπή για την επιλογή καθηγητή Μέσης και νεωτέρας ιστορίας, με μέλη της τον καθηγητή της Ιστορίας της φιλοσοφίας Μαργαρίτη Ευαγγελίδη και τους καθηγητές της Αρχαίας ελληνικής φιλολογίας Γρηγόριο Βερναρδάκη και Ανδρέα Σκιά (σημειώνω την απουσία του αρμόδιου καθηγητή Σπ. Λάμπρου). Υποψήφιοι ήταν ο Γ. Σωτηριάδης, ο απολυθείς Δ. Πατσόπουλος, ο Δ. Καλοποθάκης706 και ο καθηγητής του γυμνασίου Γεώργιος Παπανδρέου.707 Στην έκθεση που συνέταξε ο Γρ. Βερναρδάκης πρότεινε

706. Το 1910 ο Δ. Καλοποθάκης ζήτησε την επιστροφή του στο Πανεπιστήμιο, ισχυριζόμενος ότι η διακοπή των παραδόσεών του ως υφηγητή οφειλόταν σε επιστημονικές ενασχολήσεις του στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, καθώς και στη «σύγκρουση» των ωρών διδασκαλίας του με τις αντίστοιχες των καθηγητών, με αποτέλεσμα να μην έχει ακροατήριο. Η Σχολή απέρριψε την αίτηση λόγω μη επαρκούς αιτιολόγησης της διακοπής της διδασκαλίας του. Βλ. ΠΣΦΣ, συνεδρίαση 6ης Οκτωβρίου και 13ης Νοεμβρίου 1910.

707. Ο Γ. Παπανδρέου γεννήθηκε στα Καλάβρυτα, όπου έκανε και τις εγκύκλιες σπουδές του. Φοίτησε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, συνδέθηκε με τους αντιδημοτικιστικούς κύκλους και εκπόνησε διατριβή με θέμα «Περί της αρχαίας Ψωφίδος». Βλ. Κωνσταντίνος Θ. Κυριακόπουλος, «Συμβολή στη βιογραφία και την εργογραφία του Γεωργίου Α. Παπανδρέου (1859-1940)», Επετηρίς των Καλαβρύτων 14 (1982), σ. 115-232.

Σελ. 293
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/294.gif&w=600&h=915

τον Γ. Σωτηριάδη, επιλογή με την οποίοι συμφώνησε και ο Α. Σκιάς. Αντέδρασε ο Μ. Ευαγγελίδης, ο οποίος ανεπιτυχώς πρότεινε τον Δ. Πατσόπουλο.708 Είκοσι χρόνια μετά την αποτυχημένη του προσπάθεια να εκλεγεί στην έδρα της Ιστορίας του ελληνικού έθνους, ο Γ. Σωτηριάδης καταλάμβανε επιτέλους τον πολυπόθητο πανεπιστημιακό θώκο.

Ο διορισμός του συνδεόταν ενδεχομένως με την πολιτική του τοποθέτηση (ήταν βενιζελικός) και τη σχέση του με τον Σπ. Λάμπρο, καθώς υπήρξαν και οι δυο ιδρυτικά μέλη της Εθνικής Εταιρείας. Η παρουσία του Σωτηριάδη δεν προκάλεσε αντιδράσεις στο συντηρητικό γλωσσικά σώμα των καθηγητών της Φιλοσοφικής Σχολής, παρ' όλο που ο νέος καθηγητής το 1903 είχε μεταφράσει την Ορέστεια, προκαλώντας τα γνωστά επεισόδια.709

Χωρίς πρωτότυπο και συγκροτημένο ιστορικό έργο, με πολλαπλά και διάσπαρτα ενδιαφέροντα, ο καινούριος καθηγητής, εύλογα και λόγω ηλικίας, αντιπροσώπευε έναν τύπο «παλαιού» διδάσκοντος, με μικρή έως ασήμαντη συμβολή στην πανεπιστημιακή διδασκαλία της ιστορίας. Ο διορισμός του στο Πανεπιστήμιο Αθηνών οδήγησε στην παραίτησή του από την Αρχαιολογική Υπηρεσία, στην οποία εργαζόταν από το 1896. Μέλος της Αρχαιολογικής Εταιρείας και για σύντομο χρονικό διάστημα αντιπρόεδρος του Διοικητικού της Συμβουλίου (1918-1920), ο Σωτηριάδης (1852-1941) αποτέλεσε παράδειγμα ακάματου αρχαιολόγου, πραγματοποιώντας πολλές και μεγάλες ανασκαφές στον Θέρμο, στη Βοιωτία, στη Φωκίδα, στη Λοκρίδα και στον Μαραθώνα. Με καταγωγή από το Σιδηρόκαστρο της Μακεδονίας, ασχολήθηκε ιδιαίτερα με τις ανασκαφές στο Δίον, δημοσιεύοντας εκθέσεις και άρθρα για τα ευρήματά του.710 Στο Πανεπιστήμιο Αθηνών δίδαξε έως το 1924, οπότε συνταξιοδοτήθηκε και αναγορεύθηκε ομότιμος καθηγητής. Πολύ σύντομα όμως συνέχισε τη σταδιοδρομία του στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, όπου και εξελέγη πρύτανης την περίοδο 1926-1928.

Η σύνδεση του Γεωργίου Σωτηριάδη με το κόμμα των Φιλελευθέρων και τον Ελευθέριο Βενιζέλο του κόστισε ποικιλοτρόπως τις δύσκολες ημέρες του Διχασμού. Τον Ιανουάριο του 1916 κατηγορήθηκε ότι εκφράστηκε ανευλαβώς

708. Παράρτημα της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως..., ό.π., σ. 46-47.

709. Βλ. εδώ, σ. 172.

710. Βλ. Βασίλειος Χ. Πετράκος, Η εν Αθήναις Αρχαιολογική Εταιρεία. Η ιστορία των 150 χρόνων της 1837-1987, Αθήνα, Βιβλιοθήκη της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας, αρ. 104, 1987, σ. 293. Ο Σωτηριάδης δημοσίευσε πολυάριθμες εκθέσεις ανασκαφών στα Πρακτικά της Αρχαιολογικής Εταιρείας και στην Αρχαιολογική Εφημερίδα. Βλ. τον σχετικό κατάλογο στο ίδιο, σ. 343 κ. εξ.

Σελ. 294
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/295.gif&w=600&h=915

για το πρόσωπο του βασιλιά σε διάλεξή του σε αίθουσα της Νομικής Σχολής. Πραγματοποιήθηκαν αρχικά ανακρίσεις από τον πρύτανη του Πανεπιστημίου Ιωάννη Μεσολωρά και στη συνέχεια από τις δικαστικές ανακριτικές αρχές, από τις οποίες όμως δεν προέκυψαν ευθύνες για τον καθηγητή. Τον Νοέμβριο του ίδιου έτους ο καθηγητής κατηγορήθηκε μαζί με πέντε άλλους συναδέλφους του, ανάμεσά τους και ο Νικόλαος Πολίτης, ότι είχαν υπογράψει επιστολή προς τον βασιλιά Κωνσταντίνο, με την οποία τον προέτρεπαν να βγει η Ελλάδα από την ουδετερότητα και να γίνει αποδεκτή η πολιτική του Ε. Βενιζέλου. Οι καθηγητές αρνήθηκαν την επιστολή, ενώ παρά την κάλυψη της πρυτανείας κλήθηκαν από τον πρωθυπουργό Σπ. Λάμπρο να υπογράψουν δήλωση για το ανυπόστατο της.711 Οι καθηγητές, στους οποίους μεταβίβασε την επιθυμία του Λάμπρου ο πρύτανης, αρνήθηκαν λέγοντας ότι μόνο εγγράφως θα το έκαναν, εάν τους το ζητούσε εγγράφως και ο πρωθυπουργός και υπουργός Παιδείας. Το γεγονός δεν πήρε μεγαλύτερη έκταση. Λίγες ημέρες αργότερα, στα Νοεμβριανά, με τη σύγκρουση των γαλλικών στρατευμάτων με τους επίστρατους, ο Σωτηριάδης κρατήθηκε για λίγες ημέρες.712

Το συγγραφικό έργο του Γ. Σωτηριάδη που αφορούσε τη διδασκαλία του ήταν εξαιρετικά φτωχό. Στο υπόμνημα που κατέθεσε στην επιτροπή το 1912 περιλαμβάνονταν μόλις έξι μελέτες, με σημαντικότερη τη διατριβή του Zur Kritik des Johannes von Antiochia (1887), η οποία είχε επαινεθεί και από τον Σπ. Λάμπρο στην κρίση τού 1893. Επρόκειτο, όπως σχολιάστηκε από τους κριτές του, για έργα κυρίως αρχαιολογικού και τοπογραφικού χαρακτήρα, με έμφαση στην αρχαία ελληνική ιστορία.713

Δεν έχουμε σαφή εικόνα της διδασκαλίας του Σωτηριάδη, καθώς δίδαξε σε μια δεκαετία όπου λόγω των σημαντικών πολιτικών και πολεμικών γεγονότων υπήρξαν διακοπές στη λειτουργία του Πανεπιστημίου, όπως αποτυπώνονται και στις σειρές των προγραμμάτων μαθημάτων. Ο νέος καθηγητής συνέχισε τη

711. Βλ. ΠΑΣ, συνεδρίαση 10ης Δεκεμβρίου 1916.

712. Τα στοιχεία έχει συγκεντρώσει από εφημερίδες της εποχής και αναπτύσσει διεξοδικά η Περσεφόνη Α. Σιμενή στην υπό εκπόνηση διατριβή της Η Φιλοσοφική Σχολή τον Πανεπιστημίου Αθηνών και οι εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις 1904-1925. Την ευχαριστώ για την παραχώρηση τους.

713. Το γεγονός ότι στο υπόμνημα που κατέθεσε δεν συμπεριλαμβάνεται το έργο του Ο Μένανδρος και η αρχαία κωμωδία (Αθήνα, Εστία, 1909) οφειλόταν ενδεχομένως στη γλώσσα που ήταν γραμμένο (δημοτική). Από το υπόμνημα του 1912 απουσίαζαν επίσης τα σχολικά εγχειρίδια του (ένα το 1894 και ακολούθησε άλλο το 1915, και τα δύο αφιερωμένα στον αρχαίο κόσμο), καθώς και τα εκλαϊκευτικά έργα που εξέδωσε από τον Σύλλογο προς Διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων (βλ. εργογραφία).

Σελ. 295
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/296.gif&w=600&h=915

διδασκαλία μαθημάτων γενικής ιστορίας, ευρωπαϊκής και παγκόσμιας. Για τη φροντιστηριακή του διδασκαλία -μία ώρα την εβδομάδα- πέρα από τον γενικόλογο τίτλο (Φροντιστηριακαί ασκήσεις) δεν διαθέτουμε κάποια άλλη πληροφορία, εκτός από το ότι για ένα εξάμηνο είχε αντικείμενο το έβδομο βιβλίο του Θουκυδίδη για τους δευτεροετείς και τριτοετείς φοιτητές. Δίδαξε κυρίως γενική ιστορία με έμφαση στον ευρωπαϊκό Μεσαίωνα. Τα ορόσημα της διδασκαλίας του ανταποκρίνονταν στις μεγάλες τομές της ευρωπαϊκής ιστορίας : οι μεταναστεύσεις, η κατάλυση του Δυτικού Ρωμαϊκού Κράτους, ο θάνατος του Καρλομάγνου, οι Σταυροφορίες, η θρησκευτική μεταρρύθμιση. Η σημαντικότερη καινοτομία του στο πρόγραμμα ήταν η εκτεταμένη διδασκαλία ιστορίας του πολιτισμού της ανθρωπότητας γενικά και κατά τον μέσο αιώνα, ιδιαίτερα η ιστορία του αραβικού πολιτισμού. Την ιστορία του πολιτισμού την είχε εισαγάγει στο πρόγραμμα του Πανεπιστημίου ο Σπ. Λάμπρος διδάσκοντας Ιστορία του κρητικού και μυκηναίου πολιτισμού (1904-1905). Επρόκειτο για μεταφορά της γερμανικής Kulturgeschichte, της ιστορίας «της εσωτερικής ζωής» των εθνών και του κόσμου. Ο στόχος ήταν η μελέτη του συνόλου του ανθρώπινου παρελθόντος, καθώς λειτουργούσε σε συνδυασμό με την εξωτερική ζωή, την πολιτική ιστορία. Η διδασκαλία της ήταν εκτεταμένη στη γερμανική εκπαίδευση, ιδιαίτερα τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα, ενώ υπήρξαν πρωτοβουλίες για την εισαγωγή της και στην ελληνική μέση εκπαίδευση.714

Δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι η διδασκαλία του Σωτηριάδη διαφοροποιήθηκε από κοινούς τόπους των ελληνικών σχολικών εγχειριδίων αναφορικά με τις κορυφαίες στιγμές των πολιτισμών. Επρόκειτο για εγκυκλοπαιδικού τύπου μόρφωση,η οποία έδινε μεγάλο βάρος στην αρχαιότητα. Είναι χαρακτηριστική η μαρτυρία του μετέπειτα καθηγητή της Φιλοσοφικής Χρίστου Καπνουκάγια για τις παραδόσεις του Σωτηριάδη την περίοδο αυτή, οι οποίες, αν και θα έπρεπε να αφορούν τη μέση και νεότερη ιστορία, ξεκινούσαν από την ιστορία των ανατολικών λαών και ιδιαίτερα των Βαβυλωνίων, θέμα με το οποίο είχε ασχοληθεί και στα διδακτικά του εγχειρίδια.715

Ο Γ. Σωτηριάδης, σε μια εποχή που νέοι καθηγητές συνέχιζαν το έργο του Σπ. Λάμπρου, έφερε στο Πανεπιστήμιο μια διδασκαλία από το παρελθόν, διδασκαλία που δεν άφησε ίχνη στο συγγραφικό του έργο ή στις αναμνήσεις των φοιτητών του.

714. Βλ. εδώ, σ. 142.

715. Βλ. Χρίστος Καπνουκάγιας, Οι δι δάσκαλοι και καθηγηταί μου. Τεύχος τρίτον: Οι καθηγηταί μου των Πανεπιστημίων Αθηνών (της Ελλάδος) και Λιψίας και Βερολίνου της Γερμανίας, Θεσσαλονίκη 1977, σ. 269-270.

Σελ. 296
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/297.gif&w=600&h=915

ΕΘΝΙΚΟΠΟΙΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ: Η ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΟΥ ΜΙΧΑΗΛ ΒΟΛΟΝΑΚΗ

Ο τελευταίος, για την περίοδο που εξετάζω, καθηγητής στην έδρα της Ιστορίας των μέσων και νεωτέρων χρόνων, παρά την πληθώρα των μαθημάτων που δίδαξε, αποτέλεσε έναν από τους πλέον συνήθεις στόχους της φοιτητικής κριτικής για την ποιότητα της διδασκαλίας του και τη γενικότερη στάση του εντός Πανεπιστημίου.716 Γενικός γραμματέας του υπουργείου Παιδείας, γυμνασιάρχης στην Κύπρο, ο Μιχαήλ Βολονάκης717 προσπάθησε επίμονα να εισέλθει στη Φιλοσοφική, αντιμετωπίζοντας τη σκληρή κριτική των καθηγητών της Σχολής. Όταν τελικά εισήλθε, συμπαρατάχθηκε με το στρατύπεδο των καθηγητών που πολέμησαν τη δημοτική γλώσσα και υπήρξε ένας εκ των ηγετων της αντικομμουνιστικής εκστρατείας. Ο Βολονάκης ανήκε σε διαφορετικό ιδεολογικό και γλωσσικό στρατόπεδο από τους άλλους δύο καθηγητές Ιστορίας (Κουγέας και Άμαντος), οι οποίοι άλλωστε είχαν σταθεί ιδιαίτερα αρνητικοί απέναντι του.718 Η εκλογή του το 1925 στην κενή έδρα του Γεωργίου Σωτηριάδη επιτεύχθηκε παρά την αρνητική εισήγηση και ψήφο και των δύο.

Εκλογή στην έδρα των Μεσαίων και νεωτέρων χρόνων

Τον Μάιο του 1925 η Φιλοσοφική Σχολή συζήτησε τις υποψηφιότητες για την έδρα της Ιστορίας των Μεσαίων και νεωτέρων χρόνων. Υποψήφιοι ήταν τρεις παλαιοί γνώριμοι της Σχολής : ο Π. Κοντογιάννης, ο Ιω. Βογιατζίδης και ο Μ. Βολονάκης. Στην προκήρυξη της έδρας είχε τονιστεί η διεύρυνση της θεματολογίας της προς τη νεότερη ελληνική ιστορία, διεύρυνση που είχε αποφασίσει κατ' αρχήν η Σύγκλητος και είχε επικυρώσει και η Φιλοσοφική. Παρά ταύτα, στην πρόταση της εισηγητικής επιτροπής, το ένα μέλος της, ο Αδ. Αδαμαντίου, υποστήριξε την ανάγκη περιορισμού της έδρας στη νεότερη ευρωπαϊκή (και όχι πλέον παγκόσμια) ιστορία. Τα άλλα δύο μέλη (Σ. Κουγέας, Κ. Άμα-

716. Χαρακτηριστικές των έντονων καταγγελιών ήταν οι εκ των υστέρων αναμνήσεις του φοιτητή Π. Παπά, Αντ. Φλούντζης, ό.π., σ. 110.

717. Βλ. Νικόλαος Βλάχος, «Μιχαήλ Βολονάκης», Δωδεκανησιακό Αρχείο 1 (1955), σ. 36-47, και Κωνσταντίνος Σπυριδάκης, Μιχαήλ Βολονάκης, Λευκωσία 1950.

718. Ο Βολονάκης είχε ζητήσει την εξαίρεση του Σ. Κουγέα από την τριμελή επιτροπή για την εκλογή τού 1925 λόγω προσωπικής έριδας. Παρ' όλο που ο Κουγέας παραιτήθηκε, η παραίτηση δεν έγινε δεκτή από τη Σχολή, καθώς θεωρήθηκε απαραίτητος λόγω του γνωστικού αντικειμένου της έδρας του (συνεδρίαση 6ης Μαρτίου 1925).

Σελ. 297
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/298.gif&w=600&h=915

Άμαντος) επέμειναν στην ανάγκη διδασκαλίας και της ελληνικής ιστορίας, αφενός γιατί ήταν δύσκολο να υπάρξει υποψήφιος με έργο αφιερωμένο αποκλειστικά στην ξένη ιστορία, αφετέρου γιατί επρόκειτο για μια σπουδαιοτάτη περίοδο της ιστορίας μας, η οποία θα μπορούσε να διδαχθεί και από δύο έδρες : την κενή μετά τη συνταξιοδότηση του Καρολίδη έδρα της Ιστορίας του ελληνικού έθνους, και την έδρα της Ιστορίας των μέσων και νεωτέρων χρόνων.119 Το σύνολο των καθηγητών συντάχθηκε με την τελευταία άποψη. Ο Κουγέας και ο Άμαντος υποστήριξαν την υποψηφιότητα Κοντογιάννη, ο Αδαμαντίου όμως, ο οποίος είχε αρνηθεί να πάρει θέση, υποστήριξε τον Βολονάκη, προκαλώντας την αντίδραση των άλλων μελών της επιτροπής καθώς και αρκετών καθηγητων της Σχολής. Στην ψηφοφορία έξι καθηγητές ψήφισαν υπέρ του Βολονάκη (Κωνσταντίνος Λογοθέτης, Νικόλαος Εξαρχόπουλος, Θ. Βορέας, Σ. Μενάρδος, Αδ. Αδαμαντίου, Ερ. Σκάσσης) και πέντε υπέρ του Κοντογιάννη (Χρ. Τσούντας, Σ. Κουγέας, Κ. Άμαντος, Παναγής Λορεντζάτος, Θ. Κακριδής). Στην επόμενη συνεδρίαση (22 Μαΐου 1925) η εκλογή επαναλήφθηκε. Το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας ήταν το ίδιο και εξελέγη ο Βολονάκης.

Ο Μ. Βολονάκης ήταν ο πρώτος καθηγητής στην έδρα της Ιστορίας των μεσαίων και νεωτέρων χρόνων που μοίρασε τη διδασκαλία του ανάμεσα στη μέση ευρωπαϊκή ιστορία, κυρίως τη νεότερη, και στη νεότερη ελληνική. Απουσίαζε η βυζαντινή ιστορία -εύλογα, λόγω της έδρας του Κ. Άμαντου-, ενώ η πλειονότητα των μαθημάτων της ελληνικής ιστορίας αφορούσε την Επανάσταση του 1821.

Η διδασκαλία της ιστορίας κατά τον καθηγητή είχε σαφή διδακτικό και παραδειγματικό χαρακτήρα. Σύμφωνα με τον εισιτήριο λόγο του το ακαδημαϊκό έτος 1925-1926 -γεμάτο ρητορεία, εγκυκλοπαιδισμούς, τετριμμένες εκφράσεις και στερεότυπες θέσεις για την ιστορία ως επιστήμη- η μελέτη της παγκόσμιας ιστορίας αποτελούσε το συγκριτικύ πλαίσιο μέσα στο οποίο αναδεικνυόταν η αξία της εθνικής.720 Η διδασκαλία του ευρωπαϊκού Μεσαίωνα φανέρωνε την ανωτερότητα του βυζαντινού πολιτισμού. Η Αναγέννηση ήταν σε μεγάλο βαθμό δημιούργημα της επίδρασης των βυζαντινών λογίων που εγκαταστάθηκαν στη Δύση μετά από την Άλωση. Η ιστορία των άλλων κρατών

719. Έκθεσις της Επιτροπείας της ορισθείσης υπό της Φιλοσοφικής Σχολής διά την κρίσιν των έργων των υποψηφίων εις την έδραν της Ιστορίας των Μέσων και Νεωτέρων Χρόνων (6 Απριλίου 1925), σ. 5-6.

720. «Πώς και πότε ωφελεί η Ιστορία (1925-1926)», Μιχαήλ Βολονάκης, Ελληνικαί Σελίδες. Μελέται ιστορικαί, γεωγραφικαί, αρχαιολογικαί, κοινωνιολογικαί, φιλολογικαί, αισθητικαί. Λόγοι, προσφωνήσεις, άρθρα και εντυπώσεις, Αθήνα 1939, σ. 537-560.

Σελ. 298
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/299.gif&w=600&h=915

τών και εθνών είτε αφορούσε πλέον σχηματισμούς που είχαν μέγιστη θέση στην παγκόσμια ιστορία, είτε συνδεόταν άμεσα με το ελληνικό έθνος. Στην πρώτη περίπτωση ανήκαν κράτη όπως η Αγγλία, η Γερμανία, οι Κάτω Χώρες, ενώ στη δεύτερη η Τουρκία και τα κράτη της χερσονήσου του Αίμου, της ελληνικής χερσονήσου. Η διδασκαλία της ιστορίας των τελευταίων είχε στόχο κατ' αρχάς τη γνωριμία των φοιτητών με το παρελθόν τους, όταν επί χίλια και πλέον έτη ο εθνικός και πολιτικός τους βίος εξυφαίνετο εντός του ελληνισμού, στο πλαίσιο της αυτοκρατορίας του Βυζαντίου, εκεί όπου γνώρισαν τον πολιτισμό και τη θεσμική οργάνωση. Πέραν αυτού όμως στόχος ήταν η γνωριμία με τη σύγχρονη κατάσταση των λαών αυτών, στο πλαίσιο των ραγδαίων πολιτικών και διεθνών εξελίξεων.721

Η ΑΝΑΚΑΛΥΨΗ ΤΩΝ ΒΟΡΕΙΩΝ ΓΕΙΤΟΝΩΝ

Σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, μέχρι και τη δεκαετία του 1920 η διδασκαλία της ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών είχε terminus ante τις αρχές του 19ου αιώνα, με συμβολικό ορόσημο την Επανάσταση του 1821. Εκτός από την πολιτειογραφία, στην πρώτη δεκαετία ζωής του Πανεπιστημίου δεν υπήρξαν άλλα μαθήματα με ιστορική προοπτική που να αναφέρονται στα πολύ πρόσφατα χρόνια. Με τη διδασκαλία του Μιχαήλ Βολονάκη η ιστορία του «παρόντος» εισαγόταν για πρώτη φορά στο πανεπιστημιακό πρόγραμμα. Ένας φοιτητής μπορούσε να παρακολουθήσει τα μαθήματά του για τη σύγχρονη ιστορία κρατών, είτε γειτονικών (Σερβία, Ρουμανία, Βουλγαρία, Τουρκία, Αίγυπτος, Ιταλία),είτε πιο μακρινών (Αγγλία, Γερμανία, Κάτω Χώρες, Πολωνία, Ρωσία, Αιθιοπία), λιγότερο ή περισσότερο ισχυρών, τα οποία συνδέονταν με συγκεκριμένες στιγμές της παγκόσμιας και ελληνικής ιστορίας. Ακόμη, στο πλαίσιο της ξένης ιστορίας μπορούσε επίσης να παρακολουθήσει τα μαθήματα του νεαρού υφηγητή Νικολάου Βλάχου για την εξέλιξη του Ανατολικού ζητήματος από του Βερολινείου συνεδρίου μέχρι το 1914. Στην περίπτωση της ελληνικής ιστορίας, η Επανάσταση του 1821 και τα πρώτα μετεπαναστατικά χρόνια εξακολουθούσαν να αποτελούν το όριο και κατά τη δεκαετία του 1920.

Η στροφή αυτή δεν υπήρξε ελληνική ιδιοτυπία. Κατά τον 19ο αιώνα η παγίωση της ιστορικής επιστήμης στον δυτικό κόσμο ως του κατεξοχήν γνω-

721. «Εναρκτήριος κατά το πανεπιστημιακόν έτος (1934-1935)», στο ίδιο, σ. 561565. Βλ. αντίστοιχες σκέψεις και στους εναρκτήριους λόγους των ετών 1935-1936, 1936-1937 και 1937-1938, στο ίδιο, σ. 566-580.

Σελ. 299
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/300.gif&w=600&h=915

γνωστικού κλάδου που ασχολείται με το παρελθόν βάσει συγκεκριμένων μεθόδων και αρχών είχε οδηγήσει στην περιχαράκωση των χρονικών ορίων των ιστορικών μαθημάτων σε σύγκριση με τη χρονική ευρυχωρία παλαιότερων ειδών όπως η γενική ιστορία. Στο τέλος του αιώνα και κυρίως μετά από τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο εμφανίστηκε ένα νέο ιστοριογραφικό ρεύμα,722 καθώς μια σειρά ιστορικών ύστερα από την εμπειρία του πολέμου επιχείρησαν να αναδείξουν την επήρεια του παρόντος επί του παρελθόντος, την ανάγκη μελέτης της σύγχρονης ιστορίας,723 στο πλαίσιο πάντα μιας εθνοκεντρικής αντίληψης.

Στο ελληνικό πανεπιστήμιο η σύνδεση με τα εθνικά θέματα διαμόρφωνε κατά τη δεύτερη και την τρίτη δεκαετία του 20ού αιώνα τη διδασκαλία για την ξένη ιστορία έως και τα πλέον πρόσφατα χρόνια. Το ενδιαφέρον εστιαζόταν κυρίως στην ιστορία και στη θέση των κρατών εκείνων με τα οποία το ελληνικό βρισκόταν σε διαμάχη, διεκδικούσε από κοινού έδαφος και κυριαρχία, δηλαδή των γειτονικών.

Η στροφή προς την ιστορία των γειτονικών λαών δεν αποτελούσε ιδιαιτερότητα της διδασκαλίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Την ίδια εποχή, στο νεοσύστατο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης ο Μιχαήλ Λάσκαρις,724 ο νεότερος

722. Είναι χαρακτηριστικό ότι ένα από τα σπουδαιότερα έργα του γαλλικού θετικισμού, η δεκαοκτάτομη Histoire de France (Ιστορία της Γαλλίας) του Ερνέστ Λαβίς, με τη συνεργασία των Λανγκλουά, Σενιομπός και πολλών άλλων, κυρίως μαθητών του, άρχισε να εκδίδεται το 1903 και έφτανε μέχρι τη Γαλλική Επανάσταση. Μετά από τη νίκη της Γαλλίας στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, εκδόθηκε και μια δεύτερη σειρά με τίτλο Histoire de la France contemporaine (Ιστορία της σύγχρονης Γαλλίας), η οποία εκτεινόταν τώρα μέχρι και το 1920. Πρόκειται για ιστορίες γεγονοτικές, στις οποίες η κορύφωση της ιστορίας του γαλλικού έθνους είναι η Γαλλική Επανάσταση. Βλ. Guy Bourde, Herve Martin, Les écoles historiques, Παρίσι 1983, σ. 150-155, Chr. Delacroix, Fr. Dosse, P. Garcia, ό.π., σ. 90.

723. Λίνα Βεντούρα, «Συνηγορία υπέρ της σύγχρονης ιστορίας ή ιστορίας του παρόντος», Μνήμων 24 (2002), Εόρτιος Τριακονταετίας, σ. 372, και passim, σ. 369-386.

724. Ο Μιχαήλ Λάσκαρις αποτελεί μια από τις πιο ενδιαφέρουσες φυσιογνωμίες του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Είχε σπουδάσει στο Παρίσι φιλοσοφία και συνέχισε τις σπουδές του στο Βελιγράδι, όπου αναγορεύθηκε και διδάκτορας. Το 1940 προβιβάστηκε σε τακτικό καθηγητή της Ιστορίας των μέσων και νεωτέρων χρόνων, ενώ το 1959 παραιτήθηκε και διορίστηκε διευθυντής του Κέντρου Νεοελληνικών Ερευνών του Βασιλικού Ιδρύματος Ερευνών. Το σημαντικότερο συγγραφικό του έργο είναι αναμφίβολα Το Ανατολικόν Ζήτημα 1800-1923 (Θεσσαλονίκη 1948), ενώ δημοσίευσε και πολλές μελέτες για τις σχέσεις Βυζαντινών και Νεοελλήνων με τους άλλους βαλκανικούς λαούς. Βλ. Στέφανος I. Παπαδόπουλος, «Μιχαήλ Θ. Λάσκαρις», Ελληνικά 19 (1966), σ. 187-189.

Σελ. 300
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/301.gif&w=600&h=915

(είκοσι τριών χρονών) καθηγητής στην έδρα της Ιστορίας και φιλολογίας των λαών της Χερσονήσου του Αίμου, δίδασκε συστηματικά ιστορία των βαλκανικών λαών από το Βυζάντιο και μετά.725 Οι αλλαγές αυτές ανταποκρίνονταν σε μεγάλο βαθμό στις εξελίξεις που είχαν σημειωθεί από τις αρχές του 20ού αιώνα στην ελληνική ιστοριογραφία. Οι βαλκανικοί λαοί, οι σχέσεις των γειτονικών κρατών με το ελληνικό κράτος, οι μειονότητες στο πλαίσιο των νέων σχηματισμών βρέθηκαν εύλογα, σε μια περίοδο αλλαγών των συνόρων, στο επίκεντρο ιστορικών έργων.726

Αντίθετα με τον Μ. Βολονάκη, ο οποίος, αν και ο καθ' ύλην αρμόδιος καθηγητής, δεν ασχολήθηκε συστηματικά με το θέμα, ο Κ. Άμαντος συνέγραψε πλήθος μελετών αναφορικά με τους γείτονες της Ελλάδας. Ήδη το 1923 είχε δημοσιεύσει ένα από τα πιο γνωστά ιστοριογραφικά κείμενα του για τους βαλκανικούς λαούς (Οι Βόρειοι γείτονες της Ελλάδος: Βούλγαροι, Αλβανοί Νοτιοσλάβοι). Στον πρόλογο του βιβλίου η ενασχόληση με την ιστορία των συγκεκριμένων λαών προσλάμβανε ιδιαίτερη σημασία για κάθε Έλληνα διότι συνδεόταν με την ιστορία και τα σημερινά ζωτικά προβλήματα του. Η ανάλυση των σχέσεων με τους γειτονικούς λαούς απαιτούσε τη γνώση της ιστορικής εξέλιξής τους, των διαχρονικών τους σχέσεων με το ελληνικό έθνος. Η εθνογραφική οπτική του Άμαντου πόρρω απέχει από προηγούμενα έργα, τα οποία αντιμετώπιζαν σχεδόν ρατσιστικά τους γειτονικούς λαούς, ιδιαίτερα τους Βούλγαρους.727 Παρ' όλα αυτά τονίζονταν συνεχώς τα ελληνικά δίκαια, ιδιαίτερα στην πολύ πρόσφατη συγκυρία, καθώς και η πολιτισμική υπεροχή του ελληνισμού, ο οποίος άλλωστε, όπως θα δούμε και στο οικείο κεφάλαιο για τη διδασκαλία του Άμαντου, άσκησε στα χρόνια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας καθοριστικό ρόλο στον εκπολιτισμό τους. Το βιβλίο, εμμένοντας σε χαρακτηρολογικά στοιχεία, περιορίζεται σε μια σχετικά επίπεδη ανάλυση των πρόσφατων γεγονότων, χωρίς ιδιαίτερη συνθετική διάσταση. Ο εκπολιτιστικός ρόλος του ελληνισμού επηρέαζε γενικότερα τη συγκυρία, όπως αποτυπώθηκε

725. Ενδεικτικά, το ακαδημαϊκό έτος 1930-1931 δίδαξε μεσαιωνική βουλγαρική ιστορία, σχέσεις Ελλάδας και Σερβίας (1804-1912) και ερμηνεία πηγών της σερβικής και ρουμανικής ιστορίας. Βλ. Πανεπιστήμιον Θεσσαλονίκης, Επετηρίς του πανεπιστημιακού έτους 1930-1931, Θεσσαλονίκη 1930, σ. 24-25.

726. Βλ. και Έλλη Σκοπετέα, «Οι Έλληνες και οι εχθροί τους...», ό.π.

727. Είναι χαρακτηριστικές οι διατυπώσεις για τους Βουλγάρους σε ένα από τα πρώτα κείμενα που γράφονται στον 20ό αιώνα για το Μακεδονικό από τον καθηγητή της Νομικής Σχολής και πρόεδρο του συλλόγου «Ελληνισμός» Νεοκλή Καζάζη. Βλ. Το Μακεδονικόν πρόβλημα, Αθήνα 1907.

Σελ. 301
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/302.gif&w=600&h=915

για παράδειγμα στη μελέτη της Κοινωνίας των Εθνών από τον Σωκράτη Κουγέα.728 Η αναγωγή της προέλευσής της στις αμφικτιονίες των αρχαιοελληνικών πόλεων αναδείκνυε για άλλη μια φορά τον πρωτοπόρο ρόλο του έθνους.

Η στροφή προς την ιστορία των βαλκανικών λαών συνιστούσε επιλογή που συμπορευόταν με τα πολιτικά αιτούμενα ή και πήγαζε από αυτά. Τον βηματισμό τον είχε δώσει για άλλη μια φορά ο Σπυρίδων Λάμπρος : Έθνος, οίον το ελληνικόν, προβάλλον εις εαυτό ως πρόγραμμα την εθνικήν ολοκλήρωσιν διά της επεκτάσεως εις τας υπό ομοφύλων οικουμένας χώρας και της απελευθερώσεως των αλυτρώτων αδελφών, ώφειλε να προπαρασκευάση το απελευθερωτικόν έργον εγκύπτον εις την μελέτην των κατά τον κατακτητήν λαόν, τα σύνοικα και γειτονικά εν τη χερσονήσω του Αίμου έθνη, τα εθνικά δίκαια και το ανατολικόν λεγόμενον ζήτημα, ου η λύσις ήθελε συνεπαγάγει την τελείαν αποκατάστασιν της ελληνικής φυλής.729

Οι παρατηρήσεις του ήταν ενδεικτικές για τους νέους προσανατολισμούς της ιστορικής έρευνας ως απόρροια σε μεγάλο βαθμό των διαδρομών της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, στις οποίες άλλωστε ο καθηγητής είχε εμπλακεί ενεργά. Η μελέτη των γειτονικών κρατών εμφανιζόταν επιβεβλημένη στο μέτρο που προπαρασκεύαζε την απελευθέρωση των ομοφύλων αδελφών. Καθώς τα ελληνικά στρατεύματα ετοιμάζονταν να πάρουν τον δρόμο προς τη Μικρά Ασία, ο ιστορικός και πρώην πρωθυπουργός διατυμπάνιζε την ανάγκη μελέτης των πάλαι ποτέ κατακτητών, την ανάγκη στροφής προς την ιστορία των σύνοικων και γειτονικών λαών. Συνολικά, στο πεδίο των βαλκανικών ανταγωνισμών του Μεσοπολέμου επιστήμες όπως η αρχαιολογία και η ιστορία προσέφεραν σημαντικό τεκμηριωτικό υλικό στη διπλωματική κονίστρα για την εδραίωση των διεκδικήσεων. Η επιλογή αυτή υποστηρίχθηκε από την επιστημονική και κυρίως την πανεπιστημιακή κοινότητα μέσω των δημοσιεύσεων και των μελετών της και ενισχύθηκε από την Πολιτεία, η οποία χρηματοδότησε συγκεκριμένες έρευνες και εκδόσεις.730

728. Βλ. Η Κοινωνία των Εθνών. Σκοπός-Προέλευσις-Οργάνωσις-Δράσις, Αθήνα 1925, και Η ιδέα της Κοινωνίας των Εθνών παρά τοις Έλλησι (Πραγματεία βραβευθείσα εν τω Α' Κανδηλωρείω αγώνι το 1921), Αθήνα 1928. Θα μπορούσαμε να ανιχνεύσουμε εδώ κοινά στοιχεία με τις Δελφικές Εορτές (1927 και 1930), τις οποίες οργάνωσε ο Άγγελος Σικελιανός στο πνεύμα μιας παγκόσμιας συναδέλφωσης με κέντρο την ελληνική γη και τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό.

729. Απόσπασμα από το «Κεφάλαιον δέκατον πέμπτον: Αι χώραι και οι λαοί της χερσονήσου του Αίμου και το ανατολικόν ζήτημα»: Σπ. Λάμπρος, Αι ιστορικαί μελέται..., ό.π.

730. Ν. Σακκά, ό.π., σ. 114-115.

Σελ. 302
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/303.gif&w=600&h=915

Η διδασκαλία της ιστορίας ερχόταν να διαφωτίσει τους φοιτητές και να τους προετοιμάσει ώστε να μπορέσουν να ανταποκριθούν στις εθνικές ανάγκες. Η στροφή της ιστορικής επιστήμης στα νεότερα χρόνια, οι πυκνές σε γεγονότα πρόσφατες δεκαετίες και η συνεχής παρουσία του ελληνικού κράτους στον διεθνή στίβο συνηγορούσαν στη γνώση των πρόσφατων γεγονότων από τους μελλοντικούς αποφοίτους του Πανεπιστημίου, τους αυριανούς δασκάλους της νεολαίας. Ο φοιτητής εφοδιαζόταν με τις απαραίτητες γνώσεις για να προασπίσει στη συγκυρία τα δίκαια της πατρίδας του, να κατανοήσει τις θέσεις των άλλων κρατών, να τις αντιστρατευθεί. Στο πλαίσιο αυτό η ιστορία άγγιζε τη συγκυρία. Η αντίληψη αυτή επρόκειτο να βρει την πληρέστερη αποτύπωση της στην εισαγωγή και διδασκαλία από τον Μ. Βολονάκη ενός νέου μαθήματος που, αν και βρίσκεται εκτός των χρονικών και θεματικών ορίων του βιβλίου, καθρεφτίζει με τον καλύτερο τρόπο τη συλλογιστική του καθηγητή και μια διαφορετική προσέγγιση του παρελθόντος.

Η ΑΓΩΓΗ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΟΥ

Το 1933 ο Μ. Βολονάκης εισήγαγε το μάθημα της Αγωγής του πολίτου στο πανεπιστημιακό πρόγραμμα μαθημάτων, ενώ επανεξέδωσε το ομώνυμο βιβλίο του, το οποίο είχε κυκλοφορήσει για πρώτη φορά το 1911 στη Λευκωσία, την εποχή που υπηρετούσε ως γυμνασιάρχης στην Κύπρο. Από το 1911 έως το 1933 το βιβλίο γνώρισε ανατυπώσεις και επανεκδόσεις. Η νέα έκδοση του 1933 απευθυνόταν και προς τους φοιτητές του Πανεπιστημίου Αθηνών, ενώ είναι πολύ ισχυρή η πιθανότητα να είχε χρησιμοποιήσει ο καθηγητής και πολύ νωρίτερα το σύγγραμμά του στην πανεπιστημιακή του διδασκαλία.731 Ο συγγραφέας αφιέρωνε σημαντικό μέρος του κειμένου του στην οργάνωση της κοινωνίας, στο δίκαιο, στα πολιτεύματα (όπου και ειδική αναφορά στο σοβιετικό, στο γερμανικό και στο ιταλικό πολίτευμα), στα καθήκοντα και στα δικαιώματα του πολίτη. Όμως, το μεγαλύτερο μέρος του ογκώδους τόμου ήταν αφιερωμένο στην Κοινωνία των Εθνών, κυρίως στην ελληνική πολιτεία, και στην ανάλυση σειράς εκτελεστικών, διοικητικών και δικαστικών θεσμών τόσο από ιστορική άποψη όσο και στη λειτουργία τους στη συγχρονία. Ο Βολονάκης δίδαξε στη Φιλοσοφική Σχολή ανελλιπώς μετά από το 1933 Αγωγή του

731. Προς αυτή την κατεύθυνση συγκλίνουν και οι καταγγελίες του τότε φοιτητή Π. Παπά για αισχροκέρδεια του Βολονάκη με αφορμή το συγκεκριμένο βιβλίο τη δεκαετία του 1920. Βλ. Αντ. Φλούντζης, ό.π.

Σελ. 303
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/304.gif&w=600&h=915

πολίτου. Το 1936 προσδιόρισε με ακρίβεια το αντικείμενο του μαθήματος : Περί πολιτευμάτων, περί αποκεντρώσεως και αυτοδιοικήσεως, περί κράτους και εκπαιδεύσεως, περί Εκκλησίας και κράτους, περί Κοινωνίας των Εθνών και της θέσεως της Ελλάδος εν τη διεθνεί κοινωνά.

Η εισαγωγή του μαθήματος στο πανεπιστημιακό πρόγραμμα συνδεόταν κατ' αρχάς με την ευχέρεια επιλογής από τον καθηγητή των γνωστικών αντικειμένων διδασκαλίας του. Στη συγκεκριμένη περίπτωση αποτελούσε επίσης εγγύηση για τη μετατροπή ενός προϋπάρχοντος βιβλίου σε πανεπιστημιακό σύγγραμμα. Ο Βολονάκης παρουσίαζε το συγκεκριμένο διδακτικό βιβλίο την ώρα που οι απαιτήσεις για εγχειρίδια προς χρήση των φοιτητών πλήθαιναν, με βάση και τη νομοθεσία του 1932 - σε μια εποχή σκλήρυνσης των πολιτικών πραγμάτων και κυριαρχίας του Ιδιωνύμου. Θυμίζω άλλωστε ότι ο Βολονάκης δεν εξέδωσε καθ' όλη τη διάρκεια της πανεπιστημιακής του σταδιοδρομίας εγχειρίδιο για το κατεξοχήν αντικείμενο της έδρας του, δηλαδή την ιστορία των μεσαίων και νεότερων χρόνων. Η Παγκόσμιος Ιστορία του άρχισε να εκδίδεται πιθανότατα από το 1947, ενώ ο πρώτος τόμος ήταν αφιερωμένος στην ιστορία των μεσαίων χρόνων και ιδιαίτερα στην εγκαθίδρυση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.732 Η έκδοση του βιβλίου και η διάθεσή του στους φοιτητές εξασφάλιζε στον καθηγητή σημαντικά οικονομικά οφέλη.

Η διδασκαλία του μαθήματος από μια ιστορική έδρα οφειλόταν στα γενικότερα χαρακτηριστικά του, όπως αποτυπώθηκαν και στο βιβλίο του Βολονάκη , όπου η ταυτότητα του πολίτη καθοριζόταν σε μεγάλο βαθμό από το παρελθόν και η αγωγή συνδεόταν με το έθνος. Ήδη από το 1911 ο συγγραφέας είχε καινοτομήσει εισάγοντας τον όρο Αγωγή του πολίτου αντί του συνηθισμένου Πολιτική αγωγή στο σχολικό λεξιλόγιο. Όπως παρατηρεί η Δέσποινα Κα-

732. Πρόκειται για τον τόμο Παγκόσμιος Ιστορία. Μέρος δεύτερον - Τόμος πρώτος: Από της αναρρήσεως του Μεγάλου Κωνσταντίνου μέχρι τον θανάτου του Ιοβιανού (306-364 μ.Χ.), Αθήνα 1947. Δεν μπόρεσα να εντοπίσω το πρώτο μέρος της ιστορίας, ενώ στον αναλυτικό κατάλογο των βιβλίων του που εμπεριέχεται στον τόμο δεν υπάρχει μνεία σε άλλη σχετική έκδοση. Παρ' ότι την εποχή που γράφει ο Μ. Βολονάκης την Παγκόσμιο Ιστορία του υπάρχει μια πολύ μεγάλη συζήτηση αναφορικά με τη φιλοσοφία και τους προσανατολισμούς της παγκόσμιας ιστορίας (αναφέρω ενδεικτικά τα έργα του Σπένγκλερ και του Τόυνμπη), είναι σαφές ότι το έργο του πρώην καθηγητή δεν συμμετέχει σε αυτούς τους προβληματισμούς. Αποτελεί μια σύνθεση εγκυκλοπαιδικών γνώσεων, η οποία και πάλι εστιάζει στον καταλυτικό ρόλο του ελληνισμού για την παγκόσμια ιστορία, αναπαράγοντας στερεότυπα σχήματα. Βλ. για τους προβληματισμούς αναφορικά με την παγκόσμια ιστορία στον 20ό αιώνα την εισαγωγή στο Κ. Λέβιτ, ό.π., σ. 15-41.

Σελ. 304
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/305.gif&w=600&h=915

Καρακατσάνη, με τον τρόπο αυτό το συγκεκριμένο γνωστικό αντικείμενο απομακρυνόταν, έστω και λεκτικά, από τον χώρο της πολιτικής, συνδεόταν αποκλειστικά με την εκπαίδευση, τη διαπαιδαγώγηση του πολίτη ενός εθνικού κράτους. Το βιβλίο διέτρεχε η αντίληψη μιας σταθερής, στατικής κοινωνίας, στις σελίδες του προβαλλόταν ένα πρότυπο πολίτη που καθοριζόταν από την κοινωνική του θέση και προσδιοριζόταν σε μεγάλο βαθμό από το παρελθόν.733 Ήταν σαφής η σύνδεση των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων του πολίτη με τη διδασκαλία της ορθόδοξης χριστιανικής θρησκείας, ενώ η απόκρουση των κινδύνων εκείνων που απειλούσαν την εθνική συνοχή, όπως ο κομμουνισμός, αναγορευόταν σε πρωταρχικό καθήκον.

Ο Βολονάκης συνέδεε την αγωγή του πολίτη με την αγάπη προς την πατρίδα, την εκπαίδευση του εθνικού ατόμου, την εθνική διαπαιδαγώγηση.734 Ο ομογενοποιητικός ρόλος της αγωγής του πολίτη αποκτούσε ιδιαίτερη σημασία για το τμήμα εκείνο των Ελλήνων που ζούσαν εκτός των συνόρων του ελληνικού κράτους. Όπως σημείωνε στο υπόμνημά του στη Φιλοσοφική Σχολή το 1917 αιτιολογώντας την εισαγωγή του μαθήματος στο Γυμνάσιο της Κύπρου όταν ήταν διευθυντής, το μάθημα και το βιβλίο του, που είχε πρωτοκυκλοφορήσει την ίδια εποχή, ήταν ο απαραίτητος συνοδός της διδασκαλίας της ιστορίας, άτε καθιστών και ευνοητότερα και λυσιτελέστερα τα ιστορούμενα [...] καθότι η Κυπρία νεότης [...] ώφειλε και επί της ξενοκρατίας να μη επιλάνθηται ότι εκτρέφεται, ίνα οδηγήση εν καιρώ την πατρίδα αυτής εις τους κόλπους της ελευθέρας μητρός.735

Η σύνδεση αυτή δεν συνιστούσε πρωτοτυπία του Βολονάκη αλλά χαρακτηριστικό του αντικειμένου. Η πολιτική αγωγή, είτε ως ενιαίο μάθημα είτε διατρέχοντας το σύνολο του σχολικού προγράμματος, είχε εισαχθεί σε χώρες του δυτικού κόσμου (Γαλλία, Γερμανία, ΗΠΑ) από το τέλος του 19ου αιώνα και είχε συνδεθεί με την ενίσχυση του πατριωτικού πνεύματος και τη στήριξη της κοινής εθνικής ταυτότητας. Στην ελληνική περίπτωση η συγκρότηση, εισαγωγή και καθιέρωση του μαθήματος της πολιτικής αγωγής, ιδιαίτερα στην

733. Βλ. D. Karakatsani, Le citoyen à l'école. Manuels d'éducation civique et citoyenneté dans la Grèce d'après-guerre, Frankfurt am Main 1999, σ. 50-51. Βλ. και Ιωάννης Χριστιάς, Από την πατριδογνωσία στη μελέτη του περιβάλλοντος, Αθήνα, Τυπωθήτω, 1998.

734. Βλ. τις σχετικές παρατηρήσεις της Δέσποινας Καρακατσάνη: Εκπαίδευση και πολιτική διαπαιδαγώγηση: Γνώσεις, αξίες, πρακτικές, Αθήνα, Μεταίχμιο, 2003, σ. 107-145.

735. Μιχαήλ Δ. Βολονάκης, Υπόμνημα προς την Φιλοσοφικήν Σχολήν του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου επί τη υποψηφιότητι αυτού εις την χηρεύουσαν έδραν της Γενικής Ιστορίας, Αθήνα 1917, σ. 11.

Σελ. 305
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/306.gif&w=600&h=915

πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση, αποτέλεσε μια μακρά διαδικασία από τα πρώτα χρόνια της ίδρυσης του ελληνικού κράτους, κατά την οποία η σύνδεση με τα μαθήματα κυρίως της ιστορίας και της γεωγραφίας συνιστούσε κοινό τόπο. Σημειώνω ενδεικτικά ότι το 1911, με υπουργό Παιδείας τον Απόστολο Αλεξανδρή, προτάθηκε νομοθετικά η αυτόνομη διδασκαλία των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων του συνταγματικού πολίτη στο ελληνικό σχολείο, ενώ το 1913, στα νομοσχέδια Ιωάννη Τσιριμώκου, θεωρήθηκε προτιμότερη η σύνδεση των στοιχείων αυτών με το μάθημα της ιστορίας.736 Στη δεκαετία του 1930 το μάθημα του Βολονάκη συντάχθηκε με την ευρύτερη αντικομμουνιστική εκστρατεία, όπως εκφράστηκε κατά καιρούς και από τα πλέον επίσημα πανεπιστημιακά χείλη. Το 1935 καθιερώθηκε η διδασκαλία της Αγωγής του πολίτου για μία ώρα την εβδομάδα στην έκτη τάξη του γυμνασίου. Το μάθημα και ο καθηγητής του προσαρμόστηκαν με ευκολία στα αιτούμενα και του νέου καθεστώτος, της 4ης Αυγούστου, το οποίο έθεσε ως έναν από τους πρωταρχικούς του στόχους την ηθική και πολιτική διαπαιδαγώγηση των νέων. Όπως σημείωνε ο Βολονάκης στον εναρκτήριο λόγο του το πανεπιστημιακό έτος 1937-1938, στόχος του ήταν να [...] διδάξωμεν την διαμόρφωσιν της συγχρόνου ελληνικής πολιτείας και [να] αναλύσωμεν τους θεσμούς αυτής, ως ούτοι κατηρτίσθησαν από της 4ης Αυγούστου 1936 ότε εγένετο ριζική μεταβολή εις την καθόλου διακυβέρνησιν της φιλτάτης μας χώρας.737

Όπως ανέφερα και προηγουμένως, ο συγχρονικός χαρακτήρας του μαθήματος ήταν συνδεδεμένος με τα χαρακτηριστικά της έδρας της Ιστορίας των μέσων και νεωτέρων χρόνων. Εάν στον κύκλο ενός περίπου αιώνα η νεότερη ιστορία κατέληγε στη διδασκαλία και πάλι σύγχρονων θεσμών -κατεξοχήν αντικείμενο της πολιτειογραφίας-, η απόσταση που είχε διανυθεί από τη διδασκαλία του Μανούση ήταν τεράστια. Αυτό ίσχυε πρώτα απ' όλα για το ίδιο το αντικείμενο : από την ευρυχωρία του Διαφωτισμού και την ανάγκη γνώσης από τον ενήμερο πολίτη της ιστορίας και των θεσμών των ξένων κρατών, φτάνουμε τώρα στις υποχρεώσεις και στα δικαιώματα του πολίτη ενός έθνουςκράτους, με έμφαση στην πολιτισμική υπεροχή του έναντι των υπόλοιπων εθνών. Η διδασκαλία επέστρεφε στα πολιτεύματα, αλλά πλέον σε μια άλλη οπτική : όχι στην ενημέρωση του πολίτη του κόσμου, αλλά μόνο του έλληνα υπηκόου, ο οποίος έπρεπε να γνωρίζει τι συμβαίνει στα άλλα κράτη, ιδίως στα γειτονικά.

736. Δ. Καρακατσάνη, ό.π., σ. 113-114.

737. Μιχαήλ Βολονάκης, Ελληνικαί Σελίδες..., ό.π., σ. 580.

Σελ. 306
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/307.gif&w=600&h=915

Είναι σαφές ότι η διδασκαλία της μεσαιωνικής και νεότερης ιστορίας, παρά τη σημαντική της θέση στο πρόγραμμα σπουδών, δεν αποτέλεσε ποτέ κεντρικό πεδίο διδασκαλίας. Εξαίρεση αποτέλεσε η διδασκαλία του Θ. Μανούση, ο οποίος επικέντρωσε το μάθημά του στην παγκόσμια γενική ιστορία, μέσα σε ένα πνεύμα οικουμενικού διαφωτισμού, με έμφαση στα μεσαιωνικά και νεότερα χρόνια. Έως και τη θεσμοθέτηση ιδιαίτερης έδρας, οι υπόλοιποι καθηγητές που ανέλαβαν να διδάξουν στο πλαίσιο της γενικής ιστορίας αφιέρωσαν είτε το σύνολο (Βερναρδάκης) είτε το σημαντικότερο τμήμα (Τσιβανόπουλος) της διδασκαλίας τους στην αρχαία ιστορία. Η νεότερη ιστορία είτε απουσίαζε από το πρόγραμμά τους είτε εμφανιζόταν απισχνασμένη, σε μια εγκυκλοπαιδική λογική, την οποία συνέχισαν και οι κάτοχοι της ειδικής πλέον έδρας για το μάθημα αυτό. Στη διδασκαλία του Μ. Βολονάκη η ελληνική ιστορία κατέλαβε, μετά και από τη σχετική διεύρυνση της θεματολογίας της έδρας, την πλέον σημαντική θέση, ενώ η παγκόσμια ιστορία άγγιξε και τα πρόσφατα χρόνια, σε μια εθνοκεντρική πλέον οπτική.

Η αποτίμηση του συνόλου της διδασκαλίας σε συνδυασμό με τα σχετικά εγχειρίδια είναι απογοητευτική. Παρά τις σχετικές εξαγγελίες, η μεσαιωνική και η νεότερη παγκόσμια ιστορία κατέλαβαν μικρότερη έκταση στο πρόγραμμα μαθημάτων από όση προβλεπόταν. Επίσης, απουσίασαν οι πρωτότυπες συμβολές, ενώ η διδασκαλία παρέμεινε κατά κύριο λόγο στο πλαίσιο σχολικών βιβλίων. Από το 1911 και μετά η πρώτη και μόνη διατριβή που κατατέθηκε στο Πανεπιστήμιο με ευρωπαϊκό θέμα ήταν το 1927. Πρόκειται για την ολιγοσέλιδη σύνθεση του Νικολάου Βλάχου Περί των αρχών των φυσιοκρατών και των γενομένων οικονομικών μεταρρυθμίσεων εν Γαλλία επί Turgot.738

738. Είναι χαρακτηριστική της δυσπιστίας απέναντι σε ένα τέτοιο θέμα αλλά και των εσωτερικών συσχετισμών της Σχολής η συζήτηση για τη διατριβή (12 Ιανουαρίου 1927). Ο εισηγητής Μ. Βολονάκης παρά την επισήμανση αδυναμιών υπήρξε ιδιαίτερα θετικός, τονίζοντας τη φιλοπονία του συντάκτη της, την καλή γνώση των άμεσων πηγών και το γεγονός ότι ήταν η πρώτη διατριβή στη Φιλοσοφική με αμιγώς ευρωπαϊκό θέμα. Τον αντίλογο διατύπωσε ο Σ. Κουγέας, ο οποίος κατηγόρησε τον Βλάχο ότι δεν προσέφερε με το έργο του τίποτε νέο, ενώ η αναγόρευσή του ως διδάκτορα είχε στόχο την κατάληψη θέσης στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, όπου είχε καταθέσει μόνο ένα χαρτί από έναν Γερμανό καθηγητή, ότι είχε παρακολουθήσει τρεις μήνες. Στο ίδιο μήκος κύματος και ο Σ. Μενάρδος αναφέρθηκε στη διατριβή ως εργασία σεμιναρίου, για να λάβει ως απάντηση την παρατήρηση του Ν. Βέη ότι ήταν θεμιτό μια διατριβή να ξεκινά από εργασία φροντιστηρίου. Στην απάντησή του ο Βολονάκης υποστήριξε ότι ήταν σημαντικό Έλληνας να ασχολείται με ξένο θέμα, καθώς έτσι αιτιολογούνταν και η ύπαρξη της έδρας Ιστορίας των μέσων και νεωτέρων χρόνων. Όπως επιχειρηματολόγησε ο καθηγητής της Ιστορίας της φιλοσοφίας Κ. Λογοθέτης, ο Βλάχος είχε το δι-

Σελ. 307
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/308.gif&w=600&h=915

Εάν ο διδακτικός χαρακτήρας της πανεπιστημιακής ιστορίας, η ανάγκη διδασκαλίας του συνόλου της ιστορίας με έμφαση στον δυτικό κόσμο, πηγή προόδου και πολιτισμού στα νεότερα χρόνια, επέβαλε τη δημιουργία και τη διατήρηση της έδρας των Μέσων και νεωτέρων χρόνων ,η επικέντρωση στην ελληνική ιστορία οδήγησε στην υποβάθμισή της. Η εξέλιξη αυτή δεν συνδεόταν μόνο με την πρωτοκαθεδρία της ελληνικής ιστορίας, την ενίσχυση των εθνικών δικαίων μέσω της ιστορικής προβολής τους. Πήγαζε και από τη συνολικότερη δυσπιστία προς τα εγχειρήματα των παγκόσμιων ιστοριών, τα οποία εξ ορισμού δεν στηρίζονταν στην έρευνα και στην αυτοψία, στοιχεία συστατικά της ιστορικής επιστήμης σύμφωνα με τον Λάμπρο και τους επιγόνους του.

Το ζήτημα δεν αφορά μόνο την πανεπιστημιακή ιστορία αλλά επεκτείνεται στην ελληνική ιστοριογραφία. Η επικέντρωση στην ελληνική ιστορία, ο κλειστός (και λόγω γλώσσας) χαρακτήρας της εγχώριας ιστοριογραφικής παραγωγής απέτρεψαν τη γόνιμη ενασχόληση με την παγκόσμια ή έστω ευρωπαϊκή ιστορία. Απουσίασαν, καθ' όλη την περίοδο που μελετώ, οι πρωτότυπες συμβολές, ενώ υπήρξαν εξαιρετικά σπάνιες οι μελέτες ευρωπαϊκής ή παγκόσμιας ιστορίας.

ΤΟ ΧΡΥΣΑΦΙ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΚΑΙ Η ΑΓΟΝΗ ΘΗΤΕΙΑ ΕΝΟΣ ΕΚΤΑΚΤΟΥ ΚΑΘΗΓΗΤΗ

Ο Κωνσταντίνος Ράδος (1863-1931)739 αποτελεί μια ιδιάζουσα περίπτωση στο σώμα των καθηγητών Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Εγγονός του αγω-

δικαίωμα να διαλέξει το θέμα του και η απόφασή του ήταν άξια επαίνου. Ο Κουγέας επεξηγώντας τη θέση του ανέφερε ότι το πρόβλημα δεν ήταν το ξένο θέμα αλλά η έλλειψη οιασδήποτε πρωτοτυπίας. Ο Αδαμαντίου υποστήριξε ότι η έννοια του πρωτότυπου ήταν προσωπικό θέμα. Τελικά υπέρ της διατριβής ψήφισαν οι Απόστολος Αρβανιτόπουλος, Ν. Βέης, Μ. Βολονάκης, Κ. Λογοθέτης και Π. Λορεντζάτος, υπέρ με επιφυλάξεις οι Αδ. Αδαμαντίου, Ν. Εξαρχόπουλος, Θ. Βορέας και Θ. Κακριδής. Ο Κ. Άμαντος και ο Α. Κεραμόπουλλος ζήτησαν να υποβληθεί ξανά, ενώ ο Σ. Κουγέας ήταν απορριπτικός. Μετά και από την προφορική δοκιμασία στις 17 του ίδιου μήνα, ο Βλάχος αναγορεύθηκε διδάκτορας με άριστα. Μοναδική εξαίρεση αποτέλεσε ο Κ. Άμαντος, ο οποίος τον βαθμολόγησε με λίαν καλώς.

739. Για τον Κ. Ράδο βλ. Αθανάσιος Θ. Φωτόπουλος, «Κωνσταντίνος Ν. Ράδος (1863-1931)», Μνημοσύνη 13 (1995-1997), σ. 247-258, όπου και βιβλιογραφία και εργογραφία. Βλ. ακόμη Νικόλαος Βότσης, Ο Κωνσταντίνος Ράδος ως ναυτικός ιστορικός, Αθήνα, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 1924, Βικτωρία Καλαντζοπούλου, «Κωνσταντίνος Ν. Ράδος. Παρουσίαση-ανθολόγηση», στην ανθολογία-γραμματολογία Η παλαιότερη πεζογραφία μας. Από τις απαρχές της ως τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, τ. 9 (1900-1914),

Σελ. 308
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/309.gif&w=600&h=915

αγωνιστή του 1821 Κωνσταντίνου Ράδου, αποφοίτησε από τη Νομική Σχολή Αθηνών, ενώ είχε παρακολουθήσει μαθήματα και στη Φιλοσοφική Σχολή. Στα φοιτητικά του χρόνια εντάχθηκε στο κλίμα του Κωνσταντίνου Κόντου. Το 1890 επιτέθηκε με οξύτητα στον Ψυχάρη για το έργο του Το ταξίδι μου, υπερασπιζόμενος τις γλωσσικές θεωρίες του Κόντου, στον οποίο μαζί με τον Αδαμάντιο Κοραή και τον Διονύσιο Θερειανό αφιέρωσε το πρώτο βιβλίο του.740 Συμμετείχε στην Εταιρεία προς διδασκαλίαν των αρχαίων δραμάτων του Γεωργίου Μιστριώτη, ο οποίος ήταν πρύτανης όταν το 1891 επελέγη ως επικεφαλής φοιτητικής αντιπροσωπείας στο Γιούργεβο. Παρέμεινε στη Ρουμανία, όπου παρακολούθησε μαθήματα στο Πανεπιστήμιο του Βουκουρεστίου, ενώ μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα εργάστηκε για βραχύ χρονικό διάστημα ως γραμματέας του υπουργείου Εσωτερικών. Από το 1892 ο Ράδος ξεκίνησε τη διδασκαλία της ιστορίας στην Εμπορική και Βιομηχανική Ακαδημία, ενώ το 1895 διορίστηκε καθηγητής της νεοϊδρυθείσας έδρας της Ναυτικής ιστορίας στη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων, όπου και παρέμεινε έως το 1911.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1910 ο Ράδος εγκατέλειψε τις θέσεις του για το γλωσσικό, συνδέθηκε με το στρατόπεδο του Ελευθερίου Βενιζέλου και το 1912 δημοσίευσε το πρώτο του διήγημα στη δημοτική.741 Παράλληλα ταξίδεψε στο Παρίσι, όπου φοίτησε στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης και στην École Pratique des Hautes Études, ενώ εκπόνησε τη διατριβή του με θέμα τη ναυμαχία της Σαλαμίνας. Συνολικά το επιστημονικό συγγραφικό του έργο ήταν επικεντρωμένο στη ναυτική ιστορία και στη γεωγραφία. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος της Γεωγραφικής Εταιρείας (1901) και επιμελητής του πρώτου τόμου του Γεωγραφικού Δελτίου της Ελλάδος (1905).

Ο Κωνσταντίνος Ράδος ως έκτακτος καθηγητής είχε ευχέρεια επιλογής γνωστικών αντικειμένων. Το διδακτικό του έργο αφιερώθηκε στην ελληνική ιστορία με εξαίρεση ένα μάθημα γενικής νεότερης ιστορίας (Νεώτερα ιστορία από του τέλους της 18ης εκατονταετηρίδος). Δίδαξε αρχαία και νεότερη ελληνική ιστορία: ιστορία των Μηδικών Πολέμων ενδεχομένως λόγω της διατριβής του, Επανάσταση του 1821 και ιστορία του ελληνικού έθνους επικεντρωμένη στα ναυτικά (από τους ομηρικούς χρόνους μέχρι την Άλωση). Κατά τη διάρκεια της καθηγεσίας του συνέχισε την παράδοση που ήθελε τους καθηγητές να δι-

Αθήνα, Σοκόλης, 1997, σ. 378-423, όπου περιλαμβάνονται αποσπάσματα από το λογοτεχνικό έργο του και κρίσεις διαφόρων για αυτό.

740. Κωνσταντίνος Ν. Ράδος, Ο εν Γαλλία περί της ελληνικής γλώσσης αγών. Τελευταία φάσις του γλωσσικού ημών ζητήματος, Αθήνα, Τυπογραφείον «Ο Παλαμήδης», 1890.

741. Β. Καλαντζοπούλου, ό.π., σ. 382-383.

Σελ. 309
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/310.gif&w=600&h=915

διδάσκουν στα φροντιστήρια το γνωστικό αντικείμενο που τους ενδιέφερε. Δίδαξε ιστορική γεωγραφία καθώς και την έβδομη και όγδοη ιστορία του Ηροδότου και στοιχεία ναυτικής αρχαιολογίας σε σχέση με αυτές. Συνεχίζοντας το έργο του Λάμπρου δίδαξε φροντιστηριακά στο Μουσείο της IEEE.

Πενήντα τεσσάρων ετών όταν εξελέγη στην πανεπιστημιακή έδρα, ο Κωνσταντίνος Ράδος είχε ήδη σημαντικό ιστορικό και λογοτεχνικό έργο, το οποίο άλλωστε του εξασφάλισε και σε μεγάλο βαθμό την υστεροφημία του. Παρ' όλα αυτά η συμβολή του στην πανεπιστημιακή διδασκαλία της ιστορίας ήταν μάλλον ασήμαντη. Κατηγορήθηκε, άλλωστε, υστέρα από καταγγελίες του Π. Καρολίδη που ενίσχυσε ο Σ. Κουγέας στη Σύγκλητο (ΠΑΣ, συνεδρίαση 18ης Δεκεμβρίου 1921) ότι επί τετραετία δεν είχε διδάξει καθόλου και δεν προσερχόταν στις πανεπιστημιακές αίθουσες. Στη διερεύνηση των καταγγελιών από τον πρύτανη ο Ράδος είχε απαντήσει ότι δεν προσερχόταν στο Πανεπιστήμιο γιατί δεν είχε ακροατές και ότι δίδασκε στο Μουσείο της IEEE ,742 Η έλλειψη ενδιαφέροντος από τους φοιτητές, κυρίως όμως η αρνητική στάση των συναδέλφων του, οι οποίοι δεν θεώρησαν σε δυο εκλογές ότι το έργο του είναι αρκετό για να του προσφέρει τακτική καθηγεσία,743 στάθηκαν καταλυτικές ώστε να μην επιχειρήσει να ανανεώσει τη θητεία του ή να διεκδικήσει άλλη θέση: Ανάγκη λοιπόν να επαιτήσω πάλιν ψήφους και δεν θα το κάμω πλέον δι' όλο το χρυσάφι του κόσμου.744

742. Ο Ράδος χρημάτισε γραμματέας (1906-1921) και πρόεδρος (1923-1931) της IEEE. Σημειώνω ότι αναφερόμαστε σε μια εποχή πληθώρας μαθημάτων στο πανεπιστημιακό πρόγραμμα, η οποία δημιουργεί πρόβλημα αιθουσών για φοιτητές και διδάσκοντες. Το γεγονός, στη συζήτηση της Συγκλήτου στις 18 Δεκεμβρίου 1921, επισημάνθηκε και από τον Ανδρέα Σκιά.

743. Η αρνητική στάση των συναδέλφων του τακτικών καθηγητών ενδεχομένως πρέπει να συνδεθεί με τη γενικότερη δυσπιστία τους προς τον θεσμό των έκτακτων καθηγητών, όπως προσδιορίστηκε από τη μεταρρύθμιση του 1911. Ο Ράδος υπήρξε ο πρώτος έκτακτος καθηγητής που διορίστηκε και δίδαξε στη Φιλοσοφική. Είναι χαρακτηριστικό ότι στη συνεδρίαση της Σχολής (ΠΣΦΣ, συνεδρίαση 21ης Μαρτίου 1917), όπου ανακοινώθηκε ο διορισμός του, αποφασίστηκε ότι ως έκτακτος δεν είχε το δικαίωμα να παρίσταται στις συνεδριάσεις της.

744. Από ανέκδοτη επιστολή του στο Αρχείο οικογένειας Λυκούδη (ΕΛΙΑ) στις 20 Ιανουαρίου 1924: Β. Καλαντζοπούλου, ό.π., σ. 384. Η αναφορά στην επαιτεία αναδεικνύει εύγλωττα το ζήτημα των σχέσεων εξουσίας ανάμεσα στο υπάρχον διδακτικό προσωπικό και στους υποψήφιους καθηγητές, εξουσίας που πήγαζε από ένα ιεραρχημένο σύστημα, όπου ο ειδήμων έκρινε τον ομότεχνο του. Βλ. εδώ, σ. 401-402.

Σελ. 310
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/311.gif&w=600&h=915

Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1821 ΚΑΙ Ο ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ ΥΛΙΣΜΟΣ

Η απομάκρυνση του Κ. Ράδου από το Πανεπιστήμιο, σε συνδυασμό με τη συνταξιοδότηση του Παύλου Καρολίδη, ενέτεινε το πρόβλημα της διδασκαλίας της Επανάστασης του 1821, ιδιαίτερα μάλιστα καθώς πλησίαζε και ο εορτασμός των εκατό χρόνων από την έναρξή της. Το αποτέλεσμα ήταν η ανάθεση της διδασκαλίας της στον καθηγητή της Ιστορίας των μέσων και νεωτέρων χρόνων Μιχαήλ Βολονάκη, ο οποίος εμπλούτισε το πρόγραμμα με ακαδημαϊκά μα και φροντιστηριακά μαθήματα σχετικά με τον Αγώνα και τη σημασία του. Ο καθηγητής δίδαξε σε ετήσια βάση ένα μάθημα για την Επανάσταση του 1821 (είτε ως Μεγάλη Επανάσταση είτε ως Εθνική παλιγγενεσία των Ελλήνων) συμπεριλαμβάνοντας συνήθως σε αυτό και την οργάνωση της ελληνικής πολιτείας. Από το ακαδημαϊκό έτος 1930-1931, πιθανότατα λόγω και της κατάργησης της έδρας της Ιστορίας του ελληνικού έθνους, δίδαξε το μάθημα που είχε εισαγάγει ο Κ. Παπαρρηγόπουλος, προεκτείνοντάς το την πρώτη χρονιά έως τους Βαλκανικούς Πολέμους και τη δεύτερη μέχρι των ημερών ημών, αγγίζοντας για πρώτη φορά με ρητό τρόπο και στην ελληνική ιστορία τη συγχρονία. Παράλληλα η φροντιστηριακή του διδασκαλία μοιράστηκε ανάμεσα στην ξένη και στην ελληνική ιστορία, ιδιαίτερα στην Επανάσταση του 1821 και στη μελέτη των ελληνικών Συνταγμάτων.745

Το Πανεπιστήμιο είχε αναλάβει λοιπόν τη σχετική προετοιμασία των φοιτητών, ενώ παράλληλα ως ίδρυμα διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο και στους εορτασμούς της εκατονταετηρίδας. Και αυτό γιατί, όπως τόνιζε ο πρύτανής του το 1927, Ημείς, οι καθηγηταί και οι φοιτηταί του ελληνικού πανεπιστημίου, είμεθα οι παράγοντες οι κύριοι μιας ιστορίας, είμεθα αι δυνάμεις αι κύριαι ενός πολιτισμού [...] Μη λησμονείτε ότι ανήκομεν εις μίαν ιστορίαν και δρώμεν εις τον στήμονα μιας εθνικής λειτουργίας.746 Το Πανεπιστήμιο εκπροσωπούν την πνευματικήν

745. Ο Μ. Σακελλαρίου αναφέρει ότι στην πραγματικότητα ο Μ. Βολονάκης δεν δίδαξε ούτε σελίδα νέας ελληνικής ιστορίας, ενώ ο Άμαντος και ο Κουγέας έθιξαν νεοελληνικά ιστορικά προβλήματα και έδωσαν σχετικές εργασίες στα φροντιστηριακά τους μαθήματα, ωθώντας τους φοιτητές τους προς τη μελέτη των συγκεκριμένων περιόδων. Παρά την ενδεχόμενη υπερβολή για το μάθημα του Βολονάκη, η παρατήρηση είναι ενδεικτική του ελάχιστου βάρους της διδασκαλίας του συγκριτικά με εκείνη των άλλων δύο καθηγητών, οι οποίοι συνέχισαν την παράδοση του Λάμπρου αφιερώνοντας το σημαντικότερο μέρος της διδασκαλίας τους στη μελέτη της νεότερης Ελλάδας. Βλ. Μιχαήλ Β. Σακελλαρίου, «Νεοελληνικές ιστορικές σπουδές. Ιστορικό και κριτικό σημείωμα», Νέα Εστία 33 (1943), σ. 498.

746. Πρυτανικοί λόγοι 1927-1928, σ. 36-37.

Σελ. 311
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/312.gif&w=600&h=915

τικήν αναγέννησιν του ελληνικού Γένους, δεν ηδύνατο να μείνη αμέτοχον747 στους εορτασμούς του ελληνικού έθνους, στις τελετές και στις εκδηλώσεις που λειτουργούσαν παιδαγωγικά για το ευρύτερο κοινό. Το ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα συμμετείχε σε μια σειρά εκδηλώσεων σε όλους τους τόπους όπου είχαν διαδραματιστεί αξιομνημόνευτα γεγονότα της Επανάστασης, στο πλαίσιο βέβαια ενός εθνικού παρελθόντος που εξιδανίκευε ή αποσιωπούσε τις οχληρές στιγμές του όπως η εμφύλια σύρραξη. Οι καθηγητές της Ιστορίας ως οι καθ' ύλην αρμόδιοι διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στους εορτασμούς της εκατονταετηρίδας της εθνικής παλιγγενεσίας, εκφωνώντας τους επίσημους λόγους, καθορίζοντας σε μεγάλο βαθμό το ιδεολογικό και ιστορικό πλαίσιο του εορτασμού της επετείου.748

Η επιλογή της διδασκαλίας του Αγώνα συνδεόταν με τις ανάγκες του αργοπορημένου εορτασμού της εκατονταετηρίδας, αποτελούσε όμως και ένα ισχυρό ιστορικό διακύβευμα. Στη διδασκαλία του Βολονάκη ο Αγώνας συγκροτούσε ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αντίκρουσης του ιστορικού υλισμού , της θεωρίας εκείνης που ερμήνευε την ιστορική ανάπτυξη του ανθρώπου μόνο με βάση τα οικονομικά κριτήρια και όχι τα ηθικά ή πνευματικά ελατήρια. Όπως τόνιζε ο καθηγητής της Ιστορίας των μέσων και νεωτέρων χρόνων, στην περίπτωση του 1821 η πίστη στην ελευθερία της πατρίδας ήταν εκείνη που οδήγησε στην ομόψυχη αντίσταση όλων των Ελλήνων εναντίον του τυράννου . Τα ευγενικά αυτά ιδεώδη εξηγούσαν τον απαγχονισμό του Πατριάρχη Γρηγορίου Ε', τη θυσία στο Σούλι, στο Μεσολόγγι, στα Ψαρά. Οι αντιστοιχίες με τη Μικρασιατική Καταστροφή ήταν πολύ έντονες : οι αλύτρωτοι Έλληνες και στη συγχρονία εγκατέλειψαν την εστία τους για να μην απαρνηθούν τη χριστιανική πίστη και την ελληνικότητά τους.749

Η σύνδεση της Επανάστασης του 1821 με τον ιστορικό υλισμό δεν ήταν τυχαία. Έναν χρόνο πριν από τον εναρκτήριο λόγο του Βολονάκη, τον Μάιο του 1924, είχε κυκλοφορήσει το βιβλίο του Γιάνη Κορδάτου για την Επανάσταση του 1821, έργο που μετέφερε μια νέα προβληματική για τη σημαντικότερη

747. Στο ίδιο, σ. 40.

748. Βλ. Εθνικόν και Καποδιστριακόν Πανεπιστήμιον Αθηνών, Συμμετοχή του Πανεπιστημίου εις τας εορτάς της Εκατονταετηρίδος της Εθνικής Παλιγγενεσίας. Λόγοι και προσφωνήσεις Μιχαήλ Δ. Βολονάκη τακτικού καθηγητού της Ιστορίας, Αθήνα 1931, και του ιδίου, Ο Ιωάννης Α. Καποδίστριας ως εθνικός αναδημιουργός. Λόγος εκφωνηθείς εντολή της Συγκλήτου του Πανεπιστημίου Αθηνών επί τοις αποκαλυπτηρίοις του ανδριάντας αυτού, Αθήνα 1932. Βλ. επίσης Σωκράτης Β. Κουγέας, Λόγοι εκατονταέτηροι, Αθήνα 1959.

749. Μ. Βολονάκης, Ελληνικαί Σελίδες..., σ. 547-548.

Σελ. 312
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Η συγκρότηση της ιστορικής επιστήμης και η διδασκαλία της ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (1837-1932)
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 293
    

    ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ'

    Η ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΕ ΝΕΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ: ΟΙ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΙ ΚΑΙ ΕΞΩΤΕΡΙΚΟΙ ΕΧΘΡΟΙ

    ΕΞΟΦΛΩΝΤΑΣ ΠΑΛΑΙΑ ΧΡΕΗ: Η ΚΑΘΗΓΕΣΙΑ ΤΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΣΩΤΗΡΙΑΔΗ

    Η εκκαθάριση του 1910 στέρησε το Πανεπιστήμιο από έναν σημαντικό αριθμό καθηγητών, προκαλώντας προβλήματα στο πρόγραμμα μαθημάτων. Τα προβλήματα λύθηκαν είτε με την επαναπρόσληψη απολυθέντων είτε με τον διορισμό νέων καθηγητών, οι οποίοι επιλέχθηκαν από επιτροπές, παρά τις ρυθμίσεις της νομοθεσίας του 1911, που συγκροτήθηκαν ειδικά γι' αυτό τον σκοπό. Έτσι, το 1912 συστάθηκε επιτροπή για την επιλογή καθηγητή Μέσης και νεωτέρας ιστορίας, με μέλη της τον καθηγητή της Ιστορίας της φιλοσοφίας Μαργαρίτη Ευαγγελίδη και τους καθηγητές της Αρχαίας ελληνικής φιλολογίας Γρηγόριο Βερναρδάκη και Ανδρέα Σκιά (σημειώνω την απουσία του αρμόδιου καθηγητή Σπ. Λάμπρου). Υποψήφιοι ήταν ο Γ. Σωτηριάδης, ο απολυθείς Δ. Πατσόπουλος, ο Δ. Καλοποθάκης706 και ο καθηγητής του γυμνασίου Γεώργιος Παπανδρέου.707 Στην έκθεση που συνέταξε ο Γρ. Βερναρδάκης πρότεινε

    706. Το 1910 ο Δ. Καλοποθάκης ζήτησε την επιστροφή του στο Πανεπιστήμιο, ισχυριζόμενος ότι η διακοπή των παραδόσεών του ως υφηγητή οφειλόταν σε επιστημονικές ενασχολήσεις του στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, καθώς και στη «σύγκρουση» των ωρών διδασκαλίας του με τις αντίστοιχες των καθηγητών, με αποτέλεσμα να μην έχει ακροατήριο. Η Σχολή απέρριψε την αίτηση λόγω μη επαρκούς αιτιολόγησης της διακοπής της διδασκαλίας του. Βλ. ΠΣΦΣ, συνεδρίαση 6ης Οκτωβρίου και 13ης Νοεμβρίου 1910.

    707. Ο Γ. Παπανδρέου γεννήθηκε στα Καλάβρυτα, όπου έκανε και τις εγκύκλιες σπουδές του. Φοίτησε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, συνδέθηκε με τους αντιδημοτικιστικούς κύκλους και εκπόνησε διατριβή με θέμα «Περί της αρχαίας Ψωφίδος». Βλ. Κωνσταντίνος Θ. Κυριακόπουλος, «Συμβολή στη βιογραφία και την εργογραφία του Γεωργίου Α. Παπανδρέου (1859-1940)», Επετηρίς των Καλαβρύτων 14 (1982), σ. 115-232.