Συγγραφέας:Καραμανωλάκης, Βαγγέλης Δ.
 
Τίτλος:Η συγκρότηση της ιστορικής επιστήμης και η διδασκαλία της ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (1837-1932)
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:42
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:2006
 
Σελίδες:551
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Εκπαίδευση-Τριτοβάθμια
 
Παιδεία-Εκπαίδευση
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα, Πανεπιστήμιο Αθηνών
 
Χρονική κάλυψη:1837-1932
 
Περίληψη:Αφετηριακή υπόθεση της εργασίας αυτής είναι ότι η ιστορία συγκροτείται ως επιστήμη μέσα από την καταλυτική επίδραση εκπαιδευτικών θεσμών για την παραγωγή και τη μετάδοση της γνώσης, όπως είναι το πανεπιστήμιο. Οι θεσμοί αυτοί επιβάλλουν σε μεγάλο βαθμό στην ιστοριογραφική παραγωγή τη λογική της συγκρότησης και της λειτουργίας τους, τις αξίες που τους διέπουν, τις πρακτικές ανάδειξης κύρους και τους συσχετισμούς δύναμης που επικρατούν στο εσωτερικό τους, τις σχέσεις τους με την πολιτική εξουσία και την κοινωνία. Η πανεπιστημιακή διδασκαλία της ιστορίας κατά την περίοδο που καλύπτει το βιβλίο συνδέθηκε με μια σειρά από παράγοντες και μεταβλητές, στοιχεία που καθόρισαν και το συγκεκριμένο πλαίσιο αναφοράς : το πανεπιστημιακό περιβάλλον, η ιστοριογραφική παράδοση, τα πρόσωπα που δίδαξαν και οι αποδέκτες της διδασκαλίας τους. Στόχος της παρούσας εργασίας είναι η συνεξέταση αυτών των παραγόντων μέσα στην ευρύτερη πολιτική και κοινωνική συγκυρία από την οποία σε μεγάλο βαθμό ορίστηκαν και την οποία εντέλει επανακαθόρισαν, με άλλα λόγια θέμα του βιβλίου είναι η συγκρότηση, στον χώρο του Πανεπιστημίου Αθηνών, μιας εθνικής-επιστημονικής ιστορίας με έντονο διδακτικό χαρακτήρα, η οποία επηρέασε καθοριστικά τη συνολική ιστοριογραφική παραγωγή, λόγω της σημαίνουσας θέσης του ιδρύματος, καθώς για έναν περίπου αιώνα αποτέλεσε τον μοναδικό οργανωμένο θεσμό της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης ο οποίος παρήγε ιστορική γνώση, κατάρτιζε τους φοιτητές και προετοίμαζε τους αποφοίτους του για τη διάχυση αυτής της γνώσης, μέσω κυρίως του σχολικού δικτύου, στο ελληνικό βασίλειο και στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 43.93 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 308-327 από: 554
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/308.gif&w=600&h=915

Εάν ο διδακτικός χαρακτήρας της πανεπιστημιακής ιστορίας, η ανάγκη διδασκαλίας του συνόλου της ιστορίας με έμφαση στον δυτικό κόσμο, πηγή προόδου και πολιτισμού στα νεότερα χρόνια, επέβαλε τη δημιουργία και τη διατήρηση της έδρας των Μέσων και νεωτέρων χρόνων ,η επικέντρωση στην ελληνική ιστορία οδήγησε στην υποβάθμισή της. Η εξέλιξη αυτή δεν συνδεόταν μόνο με την πρωτοκαθεδρία της ελληνικής ιστορίας, την ενίσχυση των εθνικών δικαίων μέσω της ιστορικής προβολής τους. Πήγαζε και από τη συνολικότερη δυσπιστία προς τα εγχειρήματα των παγκόσμιων ιστοριών, τα οποία εξ ορισμού δεν στηρίζονταν στην έρευνα και στην αυτοψία, στοιχεία συστατικά της ιστορικής επιστήμης σύμφωνα με τον Λάμπρο και τους επιγόνους του.

Το ζήτημα δεν αφορά μόνο την πανεπιστημιακή ιστορία αλλά επεκτείνεται στην ελληνική ιστοριογραφία. Η επικέντρωση στην ελληνική ιστορία, ο κλειστός (και λόγω γλώσσας) χαρακτήρας της εγχώριας ιστοριογραφικής παραγωγής απέτρεψαν τη γόνιμη ενασχόληση με την παγκόσμια ή έστω ευρωπαϊκή ιστορία. Απουσίασαν, καθ' όλη την περίοδο που μελετώ, οι πρωτότυπες συμβολές, ενώ υπήρξαν εξαιρετικά σπάνιες οι μελέτες ευρωπαϊκής ή παγκόσμιας ιστορίας.

ΤΟ ΧΡΥΣΑΦΙ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΚΑΙ Η ΑΓΟΝΗ ΘΗΤΕΙΑ ΕΝΟΣ ΕΚΤΑΚΤΟΥ ΚΑΘΗΓΗΤΗ

Ο Κωνσταντίνος Ράδος (1863-1931)739 αποτελεί μια ιδιάζουσα περίπτωση στο σώμα των καθηγητών Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Εγγονός του αγω-

δικαίωμα να διαλέξει το θέμα του και η απόφασή του ήταν άξια επαίνου. Ο Κουγέας επεξηγώντας τη θέση του ανέφερε ότι το πρόβλημα δεν ήταν το ξένο θέμα αλλά η έλλειψη οιασδήποτε πρωτοτυπίας. Ο Αδαμαντίου υποστήριξε ότι η έννοια του πρωτότυπου ήταν προσωπικό θέμα. Τελικά υπέρ της διατριβής ψήφισαν οι Απόστολος Αρβανιτόπουλος, Ν. Βέης, Μ. Βολονάκης, Κ. Λογοθέτης και Π. Λορεντζάτος, υπέρ με επιφυλάξεις οι Αδ. Αδαμαντίου, Ν. Εξαρχόπουλος, Θ. Βορέας και Θ. Κακριδής. Ο Κ. Άμαντος και ο Α. Κεραμόπουλλος ζήτησαν να υποβληθεί ξανά, ενώ ο Σ. Κουγέας ήταν απορριπτικός. Μετά και από την προφορική δοκιμασία στις 17 του ίδιου μήνα, ο Βλάχος αναγορεύθηκε διδάκτορας με άριστα. Μοναδική εξαίρεση αποτέλεσε ο Κ. Άμαντος, ο οποίος τον βαθμολόγησε με λίαν καλώς.

739. Για τον Κ. Ράδο βλ. Αθανάσιος Θ. Φωτόπουλος, «Κωνσταντίνος Ν. Ράδος (1863-1931)», Μνημοσύνη 13 (1995-1997), σ. 247-258, όπου και βιβλιογραφία και εργογραφία. Βλ. ακόμη Νικόλαος Βότσης, Ο Κωνσταντίνος Ράδος ως ναυτικός ιστορικός, Αθήνα, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 1924, Βικτωρία Καλαντζοπούλου, «Κωνσταντίνος Ν. Ράδος. Παρουσίαση-ανθολόγηση», στην ανθολογία-γραμματολογία Η παλαιότερη πεζογραφία μας. Από τις απαρχές της ως τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, τ. 9 (1900-1914),

Σελ. 308
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/309.gif&w=600&h=915

αγωνιστή του 1821 Κωνσταντίνου Ράδου, αποφοίτησε από τη Νομική Σχολή Αθηνών, ενώ είχε παρακολουθήσει μαθήματα και στη Φιλοσοφική Σχολή. Στα φοιτητικά του χρόνια εντάχθηκε στο κλίμα του Κωνσταντίνου Κόντου. Το 1890 επιτέθηκε με οξύτητα στον Ψυχάρη για το έργο του Το ταξίδι μου, υπερασπιζόμενος τις γλωσσικές θεωρίες του Κόντου, στον οποίο μαζί με τον Αδαμάντιο Κοραή και τον Διονύσιο Θερειανό αφιέρωσε το πρώτο βιβλίο του.740 Συμμετείχε στην Εταιρεία προς διδασκαλίαν των αρχαίων δραμάτων του Γεωργίου Μιστριώτη, ο οποίος ήταν πρύτανης όταν το 1891 επελέγη ως επικεφαλής φοιτητικής αντιπροσωπείας στο Γιούργεβο. Παρέμεινε στη Ρουμανία, όπου παρακολούθησε μαθήματα στο Πανεπιστήμιο του Βουκουρεστίου, ενώ μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα εργάστηκε για βραχύ χρονικό διάστημα ως γραμματέας του υπουργείου Εσωτερικών. Από το 1892 ο Ράδος ξεκίνησε τη διδασκαλία της ιστορίας στην Εμπορική και Βιομηχανική Ακαδημία, ενώ το 1895 διορίστηκε καθηγητής της νεοϊδρυθείσας έδρας της Ναυτικής ιστορίας στη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων, όπου και παρέμεινε έως το 1911.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1910 ο Ράδος εγκατέλειψε τις θέσεις του για το γλωσσικό, συνδέθηκε με το στρατόπεδο του Ελευθερίου Βενιζέλου και το 1912 δημοσίευσε το πρώτο του διήγημα στη δημοτική.741 Παράλληλα ταξίδεψε στο Παρίσι, όπου φοίτησε στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης και στην École Pratique des Hautes Études, ενώ εκπόνησε τη διατριβή του με θέμα τη ναυμαχία της Σαλαμίνας. Συνολικά το επιστημονικό συγγραφικό του έργο ήταν επικεντρωμένο στη ναυτική ιστορία και στη γεωγραφία. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος της Γεωγραφικής Εταιρείας (1901) και επιμελητής του πρώτου τόμου του Γεωγραφικού Δελτίου της Ελλάδος (1905).

Ο Κωνσταντίνος Ράδος ως έκτακτος καθηγητής είχε ευχέρεια επιλογής γνωστικών αντικειμένων. Το διδακτικό του έργο αφιερώθηκε στην ελληνική ιστορία με εξαίρεση ένα μάθημα γενικής νεότερης ιστορίας (Νεώτερα ιστορία από του τέλους της 18ης εκατονταετηρίδος). Δίδαξε αρχαία και νεότερη ελληνική ιστορία: ιστορία των Μηδικών Πολέμων ενδεχομένως λόγω της διατριβής του, Επανάσταση του 1821 και ιστορία του ελληνικού έθνους επικεντρωμένη στα ναυτικά (από τους ομηρικούς χρόνους μέχρι την Άλωση). Κατά τη διάρκεια της καθηγεσίας του συνέχισε την παράδοση που ήθελε τους καθηγητές να δι-

Αθήνα, Σοκόλης, 1997, σ. 378-423, όπου περιλαμβάνονται αποσπάσματα από το λογοτεχνικό έργο του και κρίσεις διαφόρων για αυτό.

740. Κωνσταντίνος Ν. Ράδος, Ο εν Γαλλία περί της ελληνικής γλώσσης αγών. Τελευταία φάσις του γλωσσικού ημών ζητήματος, Αθήνα, Τυπογραφείον «Ο Παλαμήδης», 1890.

741. Β. Καλαντζοπούλου, ό.π., σ. 382-383.

Σελ. 309
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/310.gif&w=600&h=915

διδάσκουν στα φροντιστήρια το γνωστικό αντικείμενο που τους ενδιέφερε. Δίδαξε ιστορική γεωγραφία καθώς και την έβδομη και όγδοη ιστορία του Ηροδότου και στοιχεία ναυτικής αρχαιολογίας σε σχέση με αυτές. Συνεχίζοντας το έργο του Λάμπρου δίδαξε φροντιστηριακά στο Μουσείο της IEEE.

Πενήντα τεσσάρων ετών όταν εξελέγη στην πανεπιστημιακή έδρα, ο Κωνσταντίνος Ράδος είχε ήδη σημαντικό ιστορικό και λογοτεχνικό έργο, το οποίο άλλωστε του εξασφάλισε και σε μεγάλο βαθμό την υστεροφημία του. Παρ' όλα αυτά η συμβολή του στην πανεπιστημιακή διδασκαλία της ιστορίας ήταν μάλλον ασήμαντη. Κατηγορήθηκε, άλλωστε, υστέρα από καταγγελίες του Π. Καρολίδη που ενίσχυσε ο Σ. Κουγέας στη Σύγκλητο (ΠΑΣ, συνεδρίαση 18ης Δεκεμβρίου 1921) ότι επί τετραετία δεν είχε διδάξει καθόλου και δεν προσερχόταν στις πανεπιστημιακές αίθουσες. Στη διερεύνηση των καταγγελιών από τον πρύτανη ο Ράδος είχε απαντήσει ότι δεν προσερχόταν στο Πανεπιστήμιο γιατί δεν είχε ακροατές και ότι δίδασκε στο Μουσείο της IEEE ,742 Η έλλειψη ενδιαφέροντος από τους φοιτητές, κυρίως όμως η αρνητική στάση των συναδέλφων του, οι οποίοι δεν θεώρησαν σε δυο εκλογές ότι το έργο του είναι αρκετό για να του προσφέρει τακτική καθηγεσία,743 στάθηκαν καταλυτικές ώστε να μην επιχειρήσει να ανανεώσει τη θητεία του ή να διεκδικήσει άλλη θέση: Ανάγκη λοιπόν να επαιτήσω πάλιν ψήφους και δεν θα το κάμω πλέον δι' όλο το χρυσάφι του κόσμου.744

742. Ο Ράδος χρημάτισε γραμματέας (1906-1921) και πρόεδρος (1923-1931) της IEEE. Σημειώνω ότι αναφερόμαστε σε μια εποχή πληθώρας μαθημάτων στο πανεπιστημιακό πρόγραμμα, η οποία δημιουργεί πρόβλημα αιθουσών για φοιτητές και διδάσκοντες. Το γεγονός, στη συζήτηση της Συγκλήτου στις 18 Δεκεμβρίου 1921, επισημάνθηκε και από τον Ανδρέα Σκιά.

743. Η αρνητική στάση των συναδέλφων του τακτικών καθηγητών ενδεχομένως πρέπει να συνδεθεί με τη γενικότερη δυσπιστία τους προς τον θεσμό των έκτακτων καθηγητών, όπως προσδιορίστηκε από τη μεταρρύθμιση του 1911. Ο Ράδος υπήρξε ο πρώτος έκτακτος καθηγητής που διορίστηκε και δίδαξε στη Φιλοσοφική. Είναι χαρακτηριστικό ότι στη συνεδρίαση της Σχολής (ΠΣΦΣ, συνεδρίαση 21ης Μαρτίου 1917), όπου ανακοινώθηκε ο διορισμός του, αποφασίστηκε ότι ως έκτακτος δεν είχε το δικαίωμα να παρίσταται στις συνεδριάσεις της.

744. Από ανέκδοτη επιστολή του στο Αρχείο οικογένειας Λυκούδη (ΕΛΙΑ) στις 20 Ιανουαρίου 1924: Β. Καλαντζοπούλου, ό.π., σ. 384. Η αναφορά στην επαιτεία αναδεικνύει εύγλωττα το ζήτημα των σχέσεων εξουσίας ανάμεσα στο υπάρχον διδακτικό προσωπικό και στους υποψήφιους καθηγητές, εξουσίας που πήγαζε από ένα ιεραρχημένο σύστημα, όπου ο ειδήμων έκρινε τον ομότεχνο του. Βλ. εδώ, σ. 401-402.

Σελ. 310
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/311.gif&w=600&h=915

Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1821 ΚΑΙ Ο ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ ΥΛΙΣΜΟΣ

Η απομάκρυνση του Κ. Ράδου από το Πανεπιστήμιο, σε συνδυασμό με τη συνταξιοδότηση του Παύλου Καρολίδη, ενέτεινε το πρόβλημα της διδασκαλίας της Επανάστασης του 1821, ιδιαίτερα μάλιστα καθώς πλησίαζε και ο εορτασμός των εκατό χρόνων από την έναρξή της. Το αποτέλεσμα ήταν η ανάθεση της διδασκαλίας της στον καθηγητή της Ιστορίας των μέσων και νεωτέρων χρόνων Μιχαήλ Βολονάκη, ο οποίος εμπλούτισε το πρόγραμμα με ακαδημαϊκά μα και φροντιστηριακά μαθήματα σχετικά με τον Αγώνα και τη σημασία του. Ο καθηγητής δίδαξε σε ετήσια βάση ένα μάθημα για την Επανάσταση του 1821 (είτε ως Μεγάλη Επανάσταση είτε ως Εθνική παλιγγενεσία των Ελλήνων) συμπεριλαμβάνοντας συνήθως σε αυτό και την οργάνωση της ελληνικής πολιτείας. Από το ακαδημαϊκό έτος 1930-1931, πιθανότατα λόγω και της κατάργησης της έδρας της Ιστορίας του ελληνικού έθνους, δίδαξε το μάθημα που είχε εισαγάγει ο Κ. Παπαρρηγόπουλος, προεκτείνοντάς το την πρώτη χρονιά έως τους Βαλκανικούς Πολέμους και τη δεύτερη μέχρι των ημερών ημών, αγγίζοντας για πρώτη φορά με ρητό τρόπο και στην ελληνική ιστορία τη συγχρονία. Παράλληλα η φροντιστηριακή του διδασκαλία μοιράστηκε ανάμεσα στην ξένη και στην ελληνική ιστορία, ιδιαίτερα στην Επανάσταση του 1821 και στη μελέτη των ελληνικών Συνταγμάτων.745

Το Πανεπιστήμιο είχε αναλάβει λοιπόν τη σχετική προετοιμασία των φοιτητών, ενώ παράλληλα ως ίδρυμα διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο και στους εορτασμούς της εκατονταετηρίδας. Και αυτό γιατί, όπως τόνιζε ο πρύτανής του το 1927, Ημείς, οι καθηγηταί και οι φοιτηταί του ελληνικού πανεπιστημίου, είμεθα οι παράγοντες οι κύριοι μιας ιστορίας, είμεθα αι δυνάμεις αι κύριαι ενός πολιτισμού [...] Μη λησμονείτε ότι ανήκομεν εις μίαν ιστορίαν και δρώμεν εις τον στήμονα μιας εθνικής λειτουργίας.746 Το Πανεπιστήμιο εκπροσωπούν την πνευματικήν

745. Ο Μ. Σακελλαρίου αναφέρει ότι στην πραγματικότητα ο Μ. Βολονάκης δεν δίδαξε ούτε σελίδα νέας ελληνικής ιστορίας, ενώ ο Άμαντος και ο Κουγέας έθιξαν νεοελληνικά ιστορικά προβλήματα και έδωσαν σχετικές εργασίες στα φροντιστηριακά τους μαθήματα, ωθώντας τους φοιτητές τους προς τη μελέτη των συγκεκριμένων περιόδων. Παρά την ενδεχόμενη υπερβολή για το μάθημα του Βολονάκη, η παρατήρηση είναι ενδεικτική του ελάχιστου βάρους της διδασκαλίας του συγκριτικά με εκείνη των άλλων δύο καθηγητών, οι οποίοι συνέχισαν την παράδοση του Λάμπρου αφιερώνοντας το σημαντικότερο μέρος της διδασκαλίας τους στη μελέτη της νεότερης Ελλάδας. Βλ. Μιχαήλ Β. Σακελλαρίου, «Νεοελληνικές ιστορικές σπουδές. Ιστορικό και κριτικό σημείωμα», Νέα Εστία 33 (1943), σ. 498.

746. Πρυτανικοί λόγοι 1927-1928, σ. 36-37.

Σελ. 311
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/312.gif&w=600&h=915

τικήν αναγέννησιν του ελληνικού Γένους, δεν ηδύνατο να μείνη αμέτοχον747 στους εορτασμούς του ελληνικού έθνους, στις τελετές και στις εκδηλώσεις που λειτουργούσαν παιδαγωγικά για το ευρύτερο κοινό. Το ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα συμμετείχε σε μια σειρά εκδηλώσεων σε όλους τους τόπους όπου είχαν διαδραματιστεί αξιομνημόνευτα γεγονότα της Επανάστασης, στο πλαίσιο βέβαια ενός εθνικού παρελθόντος που εξιδανίκευε ή αποσιωπούσε τις οχληρές στιγμές του όπως η εμφύλια σύρραξη. Οι καθηγητές της Ιστορίας ως οι καθ' ύλην αρμόδιοι διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στους εορτασμούς της εκατονταετηρίδας της εθνικής παλιγγενεσίας, εκφωνώντας τους επίσημους λόγους, καθορίζοντας σε μεγάλο βαθμό το ιδεολογικό και ιστορικό πλαίσιο του εορτασμού της επετείου.748

Η επιλογή της διδασκαλίας του Αγώνα συνδεόταν με τις ανάγκες του αργοπορημένου εορτασμού της εκατονταετηρίδας, αποτελούσε όμως και ένα ισχυρό ιστορικό διακύβευμα. Στη διδασκαλία του Βολονάκη ο Αγώνας συγκροτούσε ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αντίκρουσης του ιστορικού υλισμού , της θεωρίας εκείνης που ερμήνευε την ιστορική ανάπτυξη του ανθρώπου μόνο με βάση τα οικονομικά κριτήρια και όχι τα ηθικά ή πνευματικά ελατήρια. Όπως τόνιζε ο καθηγητής της Ιστορίας των μέσων και νεωτέρων χρόνων, στην περίπτωση του 1821 η πίστη στην ελευθερία της πατρίδας ήταν εκείνη που οδήγησε στην ομόψυχη αντίσταση όλων των Ελλήνων εναντίον του τυράννου . Τα ευγενικά αυτά ιδεώδη εξηγούσαν τον απαγχονισμό του Πατριάρχη Γρηγορίου Ε', τη θυσία στο Σούλι, στο Μεσολόγγι, στα Ψαρά. Οι αντιστοιχίες με τη Μικρασιατική Καταστροφή ήταν πολύ έντονες : οι αλύτρωτοι Έλληνες και στη συγχρονία εγκατέλειψαν την εστία τους για να μην απαρνηθούν τη χριστιανική πίστη και την ελληνικότητά τους.749

Η σύνδεση της Επανάστασης του 1821 με τον ιστορικό υλισμό δεν ήταν τυχαία. Έναν χρόνο πριν από τον εναρκτήριο λόγο του Βολονάκη, τον Μάιο του 1924, είχε κυκλοφορήσει το βιβλίο του Γιάνη Κορδάτου για την Επανάσταση του 1821, έργο που μετέφερε μια νέα προβληματική για τη σημαντικότερη

747. Στο ίδιο, σ. 40.

748. Βλ. Εθνικόν και Καποδιστριακόν Πανεπιστήμιον Αθηνών, Συμμετοχή του Πανεπιστημίου εις τας εορτάς της Εκατονταετηρίδος της Εθνικής Παλιγγενεσίας. Λόγοι και προσφωνήσεις Μιχαήλ Δ. Βολονάκη τακτικού καθηγητού της Ιστορίας, Αθήνα 1931, και του ιδίου, Ο Ιωάννης Α. Καποδίστριας ως εθνικός αναδημιουργός. Λόγος εκφωνηθείς εντολή της Συγκλήτου του Πανεπιστημίου Αθηνών επί τοις αποκαλυπτηρίοις του ανδριάντας αυτού, Αθήνα 1932. Βλ. επίσης Σωκράτης Β. Κουγέας, Λόγοι εκατονταέτηροι, Αθήνα 1959.

749. Μ. Βολονάκης, Ελληνικαί Σελίδες..., σ. 547-548.

Σελ. 312
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/313.gif&w=600&h=915

στιγμή της πρόσφατης ελληνικής ιστορίας, συνδέοντας τη με τον «υλιστικό παράγοντα» και με τις μαρξιστικές ιδέες, αναδεικνύοντας την κοινωνική και ταξική διάστασή της.750 Η έκδοσή του προκάλεσε εντονότατες αντιδράσεις οι οποίες ξέφευγαν από τον χώρο της ιστοριογραφίας : αρνητικά δημοσιεύματα από μεγάλη μερίδα του Τύπου, ψηφίσματα και καταγγελίες από επαγγελματικές ενώσεις, επιστημονικές εταιρείες, απειλή αφορισμού από την Ιερά Σύνοδο.751 Αντιδράσεις εύλογες, καθώς, όπως έχει επισημάνει η Ρένα ΣταυρίδηΠατρικίου, το συγκεκριμένο βιβλίο αποτελεί ένα εργαλείο ανάλυσης αλλά και ένα όργανο πάλης,752 μια τομή στην έως τότε αντίληψη για το 1821 αλλά και συνολικότερα για τη νεοελληνική ιστοριογραφία.753 Στην πραγματικότητα, όσον αφορά την εθνική ακαδημαϊκή ιστοριογραφία θεωρώ ότι μετά τη συγκρότησή της από τους Ζαμπέλιο και Παπαρρηγόπουλο η πλέον κρίσιμη στιγμή της υπήρξε η έκδοση του βιβλίου του Κορδάτου, η εμφάνιση των μαρξιστικών ιδεών και η αμφισβήτηση των ιδεολογημάτων της εθνικής ενότητας και της κοινωνικής συναίνεσης. Έως τότε, ακόμη και στην περίπτωση του δημοτικισμού υπήρξαν συναινέσεις γύρω από την εθνική σκοπιμότητα και τη χρησιμότητα της ιστορίας, στο πλαίσιο πάντα, και παρά τις όποιες διαφοροποιήσεις, του σχήματος του Κ. Παπαρρηγόπουλου. Η κριτική του Κορδάτου άγγιζε το σύνολο της ελληνικής ιστορίας αμφισβητώντας από μια άλλη οπτική θεμελιώδεις παραδοχές της ιστοριογραφικής παραγωγής, όπως η ελληνικότητα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.754 Δεν ήταν ο πρώτος. Είχε προηγηθεί το 1907 Το κοινωνικόν μας ζήτημα του Γ. Σκληρού, όπου ο συγγραφέας αναφερόταν

750. Γιάνης Κορδάτος, Η κοινωνική σημασία της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, Αθήνα, εκδ. Γεωργίου I. Βασιλείου, 1924, σ. δ'-ε'. Για τη σκέψη του Κορδάτου στον Μεσοπόλεμο, βλ. Ζωή Σπανάκου, Η έννοια της ιστορικής νομοτέλειας στο μεσοπολεμικό έργο του Γιάνη Κορδάτου, ανέκδοτη διδακτορική διατριβή, Τμήμα Κοινωνιολογίας, Πάντειο Πανεπιστήμιο, 1991.

751. Για τις αντιδράσεις στο βιβλίο του Κορδάτου βλ. Γιώργος Δ. Μπουμπούς, Η ελληνική κοινωνία στην πρώιμη μαρξιστική σκέψη. Γ. Σκληρός - Γ. Κορδάτος (1907-1930), ανέκδοτη διδακτορική διατριβή, Τμήμα Διεθνών Σχέσεων και Ιστορίας, Πάντειο Πανεπιστήμιο, 1996, σ. 118-212.

752. Ρένα Σταυρίδη-Πατρικίου, «Θεωρήσεις και ιστοριογραφία του '21: Η στροφή του Μεσοπολέμου», Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, Αφιέρωμα στον Αντώνη Αντωνακόπουλο, επιμ.: Κ. Αρώνη-Τσίχλη, Αθήνα, Παπαζήσης, 1997, σ. 553.

753. Στο ίδιο, σ. 554.

754. Βλ. Γ. Κορδάτος, «Κων. Αμάντου: Εισαγωγή εις την Βυζαντινήν ιστορίαν. (Το τέλος του αρχαίου κόσμου και η αρχή του μεσαίωνος.) - Αθήνα, 1933», Νέα Επιθεώρηση 7, 17 (Ιούλιος 1933), σ. 30-31.

Σελ. 313
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/314.gif&w=600&h=915

ταν στην ταξική διάσταση του Αγώνα, δίχως όμως να βρει την αποδοχή αλλά και την πολεμική του έργου του Κορδάτου, καθώς άλλωστε δεν υπήρχε πολιτικός φορέας ο οποίος θα στήριζε την αμφισβήτηση της μοναδικής εθνικής ιδεολογίας. Μέσα στα είκοσι περίπου χρόνια που μεσολάβησαν ανάμεσα στα δυο βιβλία είχαν προκύψει πολλά: η Οκτωβριανή Επανάσταση, ο Πόλεμος, η οργανωμένη εμφάνιση των μαρξιστικών ιδεών στην Ελλάδα, η ίδρυση και η «κομμουνιστικοποίηση» του ΣΕΚΕ. Και από την άλλη πλευρά η αντίδραση απέναντι στις νέες ιδέες, και κυρίως ο φόβος που γεννούσε η σύνδεσή τους με ένα κίνημα που, αν και πολύ μικρό αριθμητικά τη στιγμή εκείνη, διακρινόταν για τη μαχητική του στάση και τη διεθνή παρουσία του.

Οι ιδέες αυτές έβρισκαν πρόσφορο έδαφος στο Πανεπιστήμιο, στα φοιτητικά ακροατήρια, εντός και εκτός των αιθουσών διδασκαλίας. Η κριτική ήταν καταιγιστική, αγγίζοντας με εικονοκλαστική διάθεση τους καθηγητές της Σχολής, οι οποίοι εμφανίζονταν ξεπερασμένοι στο πλαίσιο των νέων εξελίξεων: το φροντιστήριο του Μ. Βολονάκη ήταν σαλεπιτζίδικο, καθώς ο καθηγητής περιοριζόταν σε τυπικές ερωτήσεις για τις βοηθητικές επιστήμες ή για τα συστήματα χρονολόγησης των Αρχαίων και πνιγόταν στους βάλτους του πιο βρωμερού αστικού ιδεαλισμού. Ο ίδιος και η τάξη του απέφευγαν όπως ο διάολος το θυμίαμα τον ιστορικό υλισμό, ο οποίος αναδείκνυε τη σημασία του οικονομικού παράγοντα ως καθοριστικού για την κοινωνία.755 Η κριτική διατυπώθηκε κυρίως εναντίον του Βολονάκη, ενώ δεν έλαβε τόσο καταιγιστική μορφή κατά των Άμαντου και Κουγέα, οι οποίοι άλλωστε ήταν γνωστοί για τα δημοτικιστικά τους φρονήματα και γενικότερα την προοδευτική τους -αντίθετη όμως προς την κομμουνιστική ιδεολογία- θέση εντός και εκτός Σχολής.756

Η αντιμετώπιση των κομμουνιστικών ιδεών εντός του Πανεπιστημίου και της Φιλοσοφικής Σχολής προσέλαβε διάφορες εκφάνσεις, οι οποίες ξεκινώντας από τη δεκαετία του 1920 απλώνονται σε μεγάλο βαθμό πέρα από τα χρονικά όρια αυτής της εργασίας. Σημειώνω απλώς ότι, πέρα από τις πρα-

755. Βλ. Επανάσταση. Όργανο τον Κομμουνιστικού Πυρήνα της Φιλοσοφικής Σχολής, φ. 1 (10 Μαρτίου 1927), σ. 2.

756. Ο Κορδάτος στην κριτική του στον Άμαντο (βλ. εδώ, σ. 313) παραδεχόταν ότι η εργασία του είχε βιβλιογραφική ενημέρωση, ότι ο συγγραφέας δεν δίσταζε να πει κάποιες αλήθειες που άλλοι συνάδελφοι του τις έκρυβαν. Επαινούσε, τέλος, τη θετική στάση του Άμαντου προς τη δημοτική γλώσσα και τον συνέχαιρε για το θάρρος του, καθώς οι περισσότεροι πανεπιστημιακοί δάσκαλοι ήταν ταπεινοί λακέδες της άρχουσας τάξης. Βλ. «Κων. Άμαντου: Εισαγωγή εις την Βυζαντινήν ιστορίαν...», ό.π., σ. 31.

Σελ. 314
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/315.gif&w=600&h=915

πρακτικές καταστολής που υιοθέτησαν οι πανεπιστημιακές αρχές, ο λόγος που αναπτύχθηκε εναντίον των κομμουνιστικών θέσεων παρέμεινε σε πολύ μεγάλο βαθμό στείρος και βαθύτατα αντιδραστικός, όπως στην περίπτωση του Μιχαήλ Βολονάκη ή του Νεοκλή Καζάζη. Στον Μεσοπόλεμο και ενώ η ιστορία, ιδιαίτερα η Επανάσταση του 1821, διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στην επιχειρηματολογία των κομμουνιστών διανοουμένων και στις μεταξύ τους συγκρούσεις,757 δεν υπήρξαν, τουλάχιστον την περίοδο που μελετώ, οι αντίστοιχες αντιπαραθέσεις ή ζυμώσεις, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων,758 σε αυτό που θα ονομάζαμε ακαδημαϊκή ιστοριογραφία, όπως συνέβη στον χώρο της κοινωνιολογίας ή της φιλοσοφίας. Το ευτυχέστερο παράδειγμα αυτών των ζυμώσεων, το βιβλίο του Μιχάλη Σακελλαρίου Η Πελοπόννησος κατά την δευτέραν Τουρκοκρατίαν (1715-1821) (Αθήνα 1939), η αντιμετώπιση του οποίου είναι ενδεικτική και της νοοτροπίας και των ορίων των καθηγητών της Φιλοσοφικής Σχολής,759 εμφανίζεται στο τέλος πια της δεκαετίας του 1930.

Συνολικά την περίοδο αυτή, και ιδιαίτερα έως τη δεκαετία του 1920, το ιστορικό ενδιαφέρον για τη νεότερη ελληνική ιστορία επικεντρώθηκε στη μελέτη της Επανάστασης του 1821. Παρά τη συγκέντρωση και ανάδειξη πολυπληθών πηγών και τεκμηρίων για τη Φραγκοκρατία και την Τουρκοκρατία, στις οποίες πρωτοστάτησαν ο Λάμπρος και οι μαθητές του, οι δύο αυτές περίοδοι αντιμετωπίστηκαν -σε αυτό που θα ονομάζαμε ακαδημαϊκή ιστοριογραφία- ως φάσεις είτε παθητικότητας είτε προετοιμασίας του Αγώνα. Στο πανεπιστημιακό πρόγραμμα μαθημάτων η περίοδος μετά την Άλωση διδάχθηκε στο πλαίσιο της συνέχειας της ελληνικής ιστορίας, με εξαίρεση το αυτοτελές μάθημα του Παύλου Καρολίδη. Η ενσωμάτωση και μελέτη των συ-

757. Βλ. Φ. Ηλιου, Η ιδεολογική χρήση της ιστορίας. Σχόλιο στη συζήτηση Κορδάτου Ζεύγου. ανάτυπο από το Αντί, Αθήνα 1976.

758. Βλ. Ρένα Σταυρίδη-Πατρικίου, ό.π.

759. Ο Μ. Σακελλαρίου όντας γνωστός για τις δημοτικιστικές του πεποιθήσεις είχε συνδεθεί με τους Κ. Άμαντο και Σ. Κουγέα, οι οποίοι τον πρότειναν για βοηθό του Ιστορικού Σπουδαστηρίου, αλλά αρνήθηκε η πλειοψηφία των καθηγητών. Μετά από το τέλος των σπουδών του συνέγραψε τη διατριβή του περίπου για δυόμισι χρόνια. Όταν ολοκλήρωσε την εργασία του, χωρίς βοήθεια από κάποιον καθηγητή, ο φοιτητής την παρέδωσε στον Μ. Βολονάκη ως τον καθ' ύλην αρμόδιο, ο οποίος την καθυστέρησε για πάνω από έναν χρόνο, με αποτέλεσμα να διαμαρτυρηθεί ο Μ. Σακελλαρίου στον πρύτανη. Ο Μ. Βολονάκης, αφού επεσήμανε πάρα πολλά λάθη, πρότεινε να γίνει δεκτή. Ο Σακελλαρίου απάντησε μέσω των Σ. Κουγέα και Κ. Άμαντου με υπόμνημα. Στη συζήτηση στη Σχολή το κλίμα ήταν αρνητικό, καθώς η διατριβή του θεωρήθηκε φιλοκομμουνιστική, λόγω της επικέντρωσης στην οικονομική ιστορία. Τελικά ο υποψήφιος εξέδωσε την εργασία μόνος του.

Σελ. 315
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/316.gif&w=600&h=915

συγκεκριμένων περιόδων στο εθνικό αφήγημα ερχόταν από έναν άλλο δρόμο στο πανεπιστημιακό πρόγραμμα, τον οποίο είχε ανοίξει πρώτος ο Λάμπρος μέσα από τη φροντιστηριακή διδασκαλία. Πρόκειται για την ανάδειξη της πολιτισμικής παραγωγής του ελληνισμού σε περιόδους υποδούλωσης (βλ. ενδεικτικά τη διδασκαλία του Ν. Βέη, στην οποία συμπεριλαμβάνονταν η Ερωφίλη και Η θυσία του Αβραάμ). Οι πρώτες συνθετικές απόπειρες για την ανάδειξη της ιστορίας των χρόνων μετά την Άλωση σε αυτόνομο πεδίο έρευνας θα λάβουν χώρα από τη δεκαετία του 1940 και μετά, χωρίς να αγγίξουν για πολύ καιρό το πανεπιστημιακό πρόγραμμα.760 Έως τότε, όπως παρατηρούσε ένας κατεξοχήν ειδήμων της ιστοριογραφικής παραγωγής της περιόδου και όπως θα δούμε και στη συνέχεια, η βυζαντινολογία αποτελεί το μέγιστο ποσοτικά και το άριστο ποιοτικά μέρος της νεοελληνικής ιστορικής παραγωγής.161

760. Σημειώνω την ημερομηνία δημοσίευσης, 1943, του πολυσέλιδου άρθρου του Μ. Σακελλαρίου για τις νεοελληνικές ιστορικές σπουδές, ένα κείμενο το οποίο, όπως έχει επισημάνει και ο Αντώνης Λιάκος, αναδεικνύει για πρώτη φορά το συγκεκριμένο αντικείμενο ως αυτόνομο ερευνητικό πεδίο και επιδιώκει με συστηματικό τρόπο την εξερεύνηση του. Βλ. Αντ. Λιάκος, «Προς επισκευήν...», ό.π., σ. 193.

761. Μ. Σακελλαρίου, «Νεοελληνικές ιστορικές...», ό.π., ο. 359.

Σελ. 316
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/317.gif&w=600&h=915

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ'

ΣΥΓΚΡΟΤΩΝΤΑΣ ΕΝΑ ΝΕΟ ΓΝΩΣΤΙΚΟ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ: ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΛΟΓΙΑ

ΟΙ ΒΥΖΑΝΤΙΝΕΣ ΣΠΟΥΔΕΣ ΣΤΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΘΗΝΩΝ Έδρα Βυζαντινής ιστορίας

Στις 4 Μαρτίου του 1924 συζητήθηκε στη Φιλοσοφική Σχολή η πλήρωση της νέας έδρας της Βυζαντινής ιστορίας. Στην επιτροπή για την κρίση των υποψηφίων συμμετείχαν οι καθηγητές Γ. Σωτηριάδης, Θ. Βορέας και Σ. Κουγέας. Υποψήφιοι ήταν ο Κωνσταντίνος Άμαντος, ο Νίκος Βέης, ο Ιωάννης Βογιατζίδης762 και ο Μ. Βολονάκης. Στην έκθεση της επιτροπής, που βασίστηκε στο συγγραφικό έργο των υποψηφίων, ο Ιω. Βογιατζίδης θεωρήθηκε απλώς επαρκής, ενώ επικρινόταν και πάλι έντονα ο Μ. Βολονάκης για την ανεπάρκεια των συγγραμμάτων του. Αντίθετα, διατυπώθηκαν επαινετικές κρίσεις για τον Ν. Βέη και τον Κ. Άμαντο. Ο πρώτος όμως θεωρήθηκε πλέον κατάλληλος για τη Μέση ελληνική φιλολογία, ενώ ο Άμαντος υπέρτερος στα ιστοριογραφικά προσόντα.763 Στην επιτροπή απάντησε με υπόμνημα ο Μ. Βολονάκης,764 για το οποίο επικρίθηκε έντονα από τον Σ. Κουγέα στη συζήτηση

762. Ο Ιω. Βογιατζίδης σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών και είχε πραγματοποιήσει μεταπτυχιακές σπουδές αρχαίας και βυζαντινής ιστορίας στο Μόναχο. Μετά την επιστροφή του στην Αθήνα εργάστηκε ως συντάκτης του Ιστορικού Λεξικού (1914-1925) και εξέδωσε με ανάθεση της Επιτροπής Καταλοίπων του Σπ. Λάμπρου τα Παλαιολόγεια και Πελοποννησιακά του εκλιπόντος καθηγητή. Μετά από τη δημιουργία του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης διορίστηκε εκεί καθηγητής της Ιστορίας, έως ότου συνταξιοδοτήθηκε το 1948. Στ. Καψωμένος, Β. Ν. Τατάκης, «Βογιατζίδης Ιω.», Χρονικά του Πειραματικού Σχολείου του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, 1969, σ. 3-10.

763. Βλ. Φιλοσοφική Σχολή του Αθήνησι Πανεπιστημίου, Εκθέσεις της Επιτροπείας περί της πληρώσεως της κενής τακτικής έδρας της Βυζαντινής Ιστορίας, Αθήνα 1924.

764. Μιχαήλ Δ. Βολονάκης, Απάντησις εις την έκθεσιν της επιτροπείας της Φιλοσοφικής Σχολής περί των έργων αυτού ως υποψηφίου εις την κενήν τακτικήν έδραν της Βυζαντιακής ιστορίας, Αθήνα 1924.

Σελ. 317
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/318.gif&w=600&h=915

των υποψηφιοτήτων. Μετά από συζήτηση εξελέγη τελικά ο Κ. Άμαντος με έξι ψήφους (Θ. Κακριδής, Αντώνιος Κεραμόπουλλος, Σ. Κουγέας, Π. Λορεντζάτος, Σ. Μενάρδος, Χρ. Τσούντας) έναντι τριών (Θ. Βορέας, Ν. Εξαρχόπουλος, Ε. Σκάσσης) υπέρ του Ν. Βέη.

Η έδρα του Άμαντου δεν ήταν η πρώτη αυτοτελής έδρα που αφορούσε τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών τον 20ό αιώνα. Είχε προηγηθεί η έδρα της Βυζαντινής τέχνης και αρχαιολογίας, η οποία είχε συσταθεί με τη μεταρρύθμιση του 1911 και στην οποία είχε διοριστεί τον επόμενο χρόνο ο ιστορικός και αρχαιολόγος, μαθητής του Σπ. Λάμπρου, Αδαμάντιος Αδαμαντίου.765 Στις 10 Οκτωβρίου 1922 η Σχολή αποφάσισε να προτείνει στη Σύγκλητο την ίδρυση έδρας Βυζαντινής ιστορίας ενόψει της μεταρρύθμισης του ίδιου έτους (ο νόμος καθόριζε τον αριθμό των εδρών, ενώ το περιεχόμενο τους οριζόταν μετά από εισήγηση της Σχολής), καθώς και τη διχοτόμηση της έδρας του Αδ. Αδαμαντίου σε έδρα Βυζαντινής τέχνης και έδρα του Βυζαντιακού δημόσιου και ιδιωτικού βίου.766 Η επόμενη έδρα, η οποία προκηρύχθηκε μετά την πλήρωση της έδρας της Βυζαντινής ιστορίας, ήταν η έδρα της Μέσης και νεότερης ελληνικής φιλολογίας. Στη σχετική συνεδρίαση των καθηγητών της Φιλοσοφικής (14 Μαΐου 1925) εξελέγη ομόφωνα ο μοναδικός υποψήφιος Νικόλαος Βέης, διδάκτωρ της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών (1908), με πλούσιο ερευνητικό και συγγραφικό έργο, ο οποίος διέμενε στο Βερολίνο ·767

765. Ο Αδ. Αδαμαντίου ήταν απόφοιτος της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών. Ως φοιτητής ακολούθησε τον Σπ. Λάμπρο στις επισκέψεις του στο Άγιον Ορος και συνεργάστηκε μαζί του στη σύνταξη του καταλόγου των χειρογράφων των μονών του. Το 1900 συνέχισε τις σπουδές του με υποτροφία στο Παρίσι, στην École Normale Supérieure, με αντικείμενο τη μελέτη του Βυζαντίου, υπό την εποπτεία του γνωστού αρχαιολόγου και ελληνιστή Ζωρζ Περρό. Το 1908 διορίστηκε στην άρτι συσταθείσα θέση του εφόρου Αρχαιοτήτων του χριστιανικού και μεσαιωνικού ελληνισμού, με συνυποψήφιο τον Νίκο Βέη. Ο Αδαμαντίου πραγματοποίησε στη συνέχεια πολυάριθμα ταξίδια στην ελληνική ενδοχώρα, για την αναζήτηση, υποστήριξη και συντήρηση των σχετικών μνημείων: Μετέωρα, Δαφνί, Μυστράς, Θεσσαλονίκη. Βλ. «Αδαμαντίου Αδαμάντιος», θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια, Αθήνα, Εκδ. Α. Μαρτίνος, 1965, τ. 1, σ. 378-379.

766. Τόνια Κιουσοπούλου, «Η πρώτη έδρα...», ό.π., σ. 264-265.

767. Ο Ν. Βέης μετά το τέλος των εγκύκλιων σπουδών του εργάστηκε εθελοντικά στο Τμήμα Χειρογράφων της Εθνικής Βιβλιοθήκης και στο Επιγραφικό Μουσείο. Ταξίδεψε στην ελληνική ενδοχώρα για τη συγκέντρωση, τη διάσωση χειρογράφων και κωδίκων και την καταλογογράφηση βιβλιοθηκών μονών, με σημαντικότερες εκείνες των Μετεώρων. Το 1908 συμμετείχε στην ίδρυση της Βυζαντιολογικής Εταιρείας, η οποία εξέδωσε το περιοδικό Βυζαντίς. Το 1909 υπήρξε ιδρυτικό μέλος της Εταιρείας των Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, ενώ τον επόμενο χρόνο συμμετείχε στις εκλογές ως υποψήφιος βουλευτής του Λαϊκού και Εργατικού Κόμματος. Το 1911 με-

Σελ. 318
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/319.gif&w=600&h=915

Η τελευταία έδρα που δημιουργήθηκε το 1931 στη Φιλοσοφική ήταν η έδρα του Δημόσιου και ιδιωτικού βίου των Βυζαντινών. Η προκήρυξή της συνάντησε την αντίδραση των παλαιότερων καθηγητών. Στη σχετική συζήτηση η έδρα θεωρήθηκε περιττή, καθώς το αντικείμενο της καλυπτόταν από τα μαθήματα των υπόλοιπων βυζαντινολόγων: ο δημόσιος βίος περιλαμβανόταν στο μάθημα του Αδαμαντίου και του Άμαντου, ενώ ο πνευματικός βίος στη διδασκαλία του Βέη.768

Στην πραγματικότητα οι ουσιαστικές αντιρρήσεις σχετίζονταν με τη χρήση από τον υπουργό Παιδείας Γεώργιο Παπανδρέου του δικαιώματος να διορίζει στο Πανεπιστήμιο Αθηνών καθηγητές από όμορα ιδρύματα, κυρίως από το νεοσύστατο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης, από το οποίο προερχόταν και ο καθηγητής που προοριζόταν για την έδρα, ο Φαίδων Κουκουλές. Σύμφωνα με τη Φιλοσοφική Σχολή το δικαίωμα του υπουργείου αφορούσε καθηγητές που δίδασκαν σε ξένα πανεπιστήμια, όχι σε ελληνικά. Την απόφαση του υπουργείου δικαίωσε το Συμβούλιο της Επικρατείας στο οποίο είχε προσφύγει η Σχολή και τελικά ο Φ. Κουκουλές διορίστηκε στη νεοσύστατη έδρα.769

Από το 1911 έως και το 1932 δημιουργήθηκαν στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

μετακινήθηκε στο Μόναχο, προσκεκλημένος της Βαυαρικής Ακαδημίας, ενώ δύο χρόνια αργότερα εγκαταστάθηκε στο Βερολίνο, όπου δίδαξε βιβλική και μέση ελληνική παλαιογραφία και επιγραφική. Βλ. Σ. Β. Κουγέας, Ν. Β. Τωμαδάκης, Η. Τσιριμώκος, Λ. Κουκούλας, Γ. Αθάνας, Ο Αργυροκάστρου Παντελεήμων, Γ. Θ. Ζώρας, Κ. Θ. Δημαράς, I. Μ. Παναγιωτόπουλος, Ε. Π. Παπανούτσος, «Νίκος Α. Βέης» (επικήδειοι λόγοι), Νέα Εστία 264 (1958), σ. 1649-1657, Σέμνη Καρούζου, «Νίκος Βέης: Μια σκιαγραφία», Πελοποννησιακά 3-4 (1958-1959), σ. 5-8, και στο ίδιο Ευγενία Βέη-Χατζηδάκη, «Δημοσιεύματα Νίκου Α. Βέη (BEES)», σ. 437-488 (πληρέστερη μορφή στο Byzantinisch-Neugriechische Jahrbücher 19 [1966], σ. 1-55).

768. ΠΣΦΣ, συνεδρίαση 30ής Μαΐου 1931.

769. Στο ίδιο, συνεδρίαση 11ης Απριλίου 1932. Ο Κουκουλές είχε φοιτήσει στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών, όπου και εκπόνησε τη διατριβή του (Βασιλείου του Μεγάλου δόξαι παιδαγωγικαί), στην οποία απονεμήθηκε το Ράλλειο Φιλολογικό Βραβείο. Το 1907 μετά από διαγωνισμό κέρδισε πανεπιστημιακή υποτροφία για σπουδές στην Ιένα και στο Μόναχο. Σπούδασε βυζαντινή ιστορία και φιλολογία με τους Κρουμπάχερ, Χάιζενμπεργκ, Κρούζιους κ.ά. Από το 1911 εργάστηκε στο Ιστορικό Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσης, του οποίου έγινε διευθυντής το 1926-1931. Το 1913 το Συνέδριο των Ανατολιστών, μετά από πρόταση του Ν. Γ. Πολίτη, του ανέθεσε την εκπόνηση εργασίας για τον Ευστάθιο Θεσσαλονίκης. Το 1918 υπήρξε συνιδρυτής της Εταιρείας Βυζαντινών Σπουδών, ενώ από το 1924 διευθυντής της Επετηρίδος Βυζαντινών Σπουδών. Το 1926 διορίστηκε καθηγητής στη Φιλοσοφική Σχολή Θεσσαλονίκης, όπου όμως δεν δίδαξε. Βλ. Νικόλαος Β. Τωμαδάκης, «Φαίδων I. Κουκουλές», και I. Τ. Παμπούκης, «Βιβλιογραφία Φαίδωνος I. Κουκουλέ 1905-1954», Επετηρίς Εταιρείας Βυζαντινών Σπουδών: «Κανίσκιον Φαίδωνι I. Κουκουλέ», 23 (1953), σ. ζ'-λγ'.

Σελ. 319
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/320.gif&w=600&h=915

τρεις έδρες με αποκλειστικό αντικείμενο τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία και μία η οποία εξέταζε από κοινού τη βυζαντινή και τη νεότερη ελληνική φιλολογία. Αρχαιολογία, ιστορία της τέχνης, ιστορία, φιλολογία, βίος των Βυζαντινών: η συγκομιδή δεν ήταν καθόλου φτωχή. Σε μια εποχή έντονου ενδιαφέροντος για τον μεσαιωνικό κόσμο, ιδιαίτερα τον βυζαντινό, η Φιλοσοφική Σχολή της Αθήνας αφιέρωσε σημαντικό τμήμα του προγράμματος των μαθημάτων της στις σχετικές σπουδές. Το Πανεπιστήμιο επέδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το νέο γνωστικό πεδίο, άσκησε πολύπλευρο και ουσιαστικό ρόλο στη συγκρότησή του, δραστηριότητα που δεν περιορίστηκε στη διδακτική πράξη: υποτροφίες σε φοιτητές, οικονομική ενίσχυση ερευνών, διοργάνωση και συμμετοχή σε διεθνή συνέδρια κ.ά. Παράλληλα διατυπώθηκε ένας λόγος -όπως εντοπίζεται, πέρα από τα διδακτικά εγχειρίδια ή τις παραδόσεις των μαθημάτων, στα επετειακά πανεπιστημιακά κείμενα- ο οποίος τόνιζε την αξία του Βυζαντίου, ιδιαίτερα τη συμβολή του στον παγκόσμιο πολιτισμό.

Η ανάπτυξη του ενδιαφέροντος για το Βυζάντιο

Η επικέντρωση αυτή δεν αποτελούσε ίδιον του Πανεπιστημίου Αθηνών. Από τη δεύτερη δεκαετία του 20ού αιώνα και κατά τον Μεσοπόλεμο το προϋπάρχον ενδιαφέρον για το Βυζάντιο γνώρισε μεγάλη και πολύπλευρη ανάπτυξη, ενώ η μελέτη του αναγνωρίστηκε ως αυτόνομο γνωστικό αντικείμενο διεθνούς εμβέλειας.770

Πέρα από τις έδρες στο Πανεπιστήμιο, υπήρξε μια νέα συσσωμάτωση λογίων, η οποία έθεσε στο επίκεντρο των ενδιαφερόντων της το Βυζάντιο: η Εταιρεία Βυζαντινών Σπουδών (1918), στην ίδρυση και τη λειτουργία της οποίας πρωτοστάτησε ο Φ. Κουκουλές.771 Το 1918 η Αρχαιολογική Εταιρεία, η οποία έως τότε είχε επικεντρώσει τη δραστηριότητά της στην αρχαιότητα, με τροποποίηση του οργανισμού της διεύρυνε τα ενδιαφέροντά της στα μνημεία της βυζαντινής περιόδου έως την Επανάσταση του 1821.772 Το κρατικό ενδιαφέρον για το Βυζάντιο εκδηλώθηκε με ποικίλους τρόπους, όπως η ίδρυση

770. Σημειώνω ενδεικτικά ότι τον Μάιο του 1927, με απόφαση της δεύτερης συνέλευσης της Διεθνούς Επιτροπής Ιστορικών Επιστημών -όπου συμμετείχε και ο Σ. Κουγέας-, δημιουργήθηκε ειδικό τμήμα στην επετηρίδα της ιστορικής βιβλιογραφίας για το Βυζάντιο. Βλ. Ελληνικά 1 (1928), σ. 223-224.

771. Η Τ. Κιουσοπούλου συνδέει τη σύσταση της έδρας Βυζαντινής ιστορίας με πιέσεις της Εταιρείας Βυζαντινών Σπουδών, ό.π., σ. 270.

772. Ν. Σακκά, ό.π., σ. 92.

Σελ. 320
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/321.gif&w=600&h=915

ση του Βυζαντινού Μουσείου (1914), η συνεισφορά στην ίδρυση του Μουσείου Μπενάκη (1930), η χρηματοδότηση του προγράμματος του αρχαιολόγου Αναστασίου Ορλάνδου για την αναστήλωση των βυζαντινών μνημείων, οι εκτεταμένες ανασκαφές βυζαντινών αρχαιολογικών χώρων.773 Το 1921 εκδόθηκαν τα πρώτα διατάγματα για την ανακήρυξη βυζαντινών εκκλησιών και κάστρων από όλη την Ελλάδα ως αρχαιολογικών μνημείων.774 Εκδόθηκαν επίσης εξειδικευμένα περιοδικά: η Επετηρίς Εταιρείας Βυζαντινών Σπουδών (1918) από την Εταιρεία Βυζαντινών Σπουδών και το εξαμηνιαίο Αρχείον των Βυζαντινών Μνημείων της Ελλάδος (1935). Το 1921 ο Ν. Βέης ίδρυσε στο Βερολίνο το γερμανόφωνο περιοδικό Byzantinsch - Neugriechische Jahrbücher, στοχεύοντας μέσω και της γλώσσας σε ένα διεθνές κοινό, στόχευση που παρέμεινε και μετά τη μετακίνηση της έδρας του περιοδικού το 1926 στην Αθήνα. Το Βυζάντιο τέθηκε σε σημαντικό βαθμό στο επίκεντρο των επιστημονικών ενδιαφερόντων, της λογοτεχνίας και της κοινής γνώμης.775

Στην Ελλάδα οι βυζαντινολογικές σπουδές συγκροτήθηκαν τον Μεσοπόλεμο υπό το βάρος των αντίστοιχων διεργασιών στα όμορα βαλκανικά κράτη. Σε διαφορετική τροχιά από εκείνη της αντίκρουσης των θεωριών του Φαλλμεράυερ, όπου η αιχμή του δόρατος στόχευε στην ανάδειξη της σχέσης Αρχαίων - Νεοελλήνων, οι επιστήμονες στα πρώτα χρόνια του 20ού αιώνα επέμεναν στην προβολή του ελληνικού λαού ως κυρίαρχου διαμορφωτή και κληρονόμου της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Κύριος σκοπός ήταν η επισήμανση και η μελέτη των στοιχείων εκείνων της μακραίωνης πορείας του Βυζαντίου που επιβεβαίωναν την ελληνικότητά του. Η επιμονή του Φ. Κουκουλέ στον ιδιωτικό και όχι στον δημόσιο βίο των Βυζαντινών δικαιολογήθηκε από τον μαθητή του Νικόλαο Β. Τωμαδάκη με βάση τις εθνικές σκοπιμότητες του έργου του: ο δημόσιος βίος των Βυζαντινών συγγένευε με τους θεσμούς της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, ενώ ο ιδιωτικός σχετιζόταν με τον αρχαίο ελληνικό κόσμο, ενδιέφερε δηλαδή τα μέγιστα τον νέο ελληνισμό στη λογική της ιδεολογίας της συνέχειας.776

Στο πλαίσιο που είχε δημιουργήσει η Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, η με-

773. Στο ίδιο, σ. 95-96.

774. Αγγελική Κόκκου, Η μέριμνα για τις αρχαιότητες στην Ελλάδα και τα πρώτα μνημεία, Αθήνα, Ερμής, 1977, σ. 139.

775. Βλ. ενδεικτικά την επιρροή της βυζαντινής ενδυμασίας και της κατασκευής και επίπλωσης σπιτιών στη σύγχρονη μόδα, Τόνια Κιουσοπούλου, «Οι βυζαντινές σπουδές...», ό.π., σ. 32.

776. «Φαίδων I. Κουκουλές», ό.π., σ. ιδ'.

Σελ. 321
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/322.gif&w=600&h=915

μελέτη της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας αποτελούσε στην πραγματικότητα προϊόν πολιτικών προταγμάτων, τα οποία συνδυάζονταν με διεθνείς επιστημονικές εξελίξεις. Σε αντίθεση με την αντίληψη που πρυτάνευε στις προσπάθειες του Γεωργίου Λαμπάκη και της ΧΑΕ, οι νεότεροι επιστήμονες τόνιζαν την εθνική, την ελληνική διάσταση των βυζαντινών μνημείων, καθώς και την ανάγκη επιστημονικής επεξεργασίας τους. Όπως σημείωνε ο Αδαμαντίου στο υπόμνημά του για την ίδρυση του πρώτου βυζαντινού μουσείου στη Μακεδονία: Το Βυζαντινόν μουσείον τάχιστα και ευκολότατα θέλει καταστή το πρώτον Ανατολής και Δύσεως. Και θα είναι πρωτίστως ο ναός της τέχνης και της ιστορίας της Μεσαιωνικής Ελλάδος. [...] Εις την τέχνην των μνημείων, άτινα θα κοσμήσουν το Βυζαντινόν Μουσείον, επί των τοίχων και επί ξύλου και επί μαρμάρου, απετυπώθη η σκέψις η Ελληνική, αυτή η ψυχή της μεσαιωνικής Ελλάδος, μεταλαμπαδευθείσα από αιώνων, ως το ακοίμητον φως της καλλιτεχνικής και ιστορικής παραδόσεως ενιαίου και αδιασπάστου εθνικού βίου.777 Γραμμένο τον Σεπτέμβριο του 1913, το υπόμνημα πρότεινε ως τόπο δημιουργίας του πρώτου βυζαντινού μουσείου στην Ελλάδα τη Θεσσαλονίκη. Η ανάδειξη του βυζαντινού χαρακτήρα της πόλης συνεπαγόταν την προβολή του ελληνικού παρελθόντος της, το οποίο με τη σειρά του ενίσχυε τα επιχειρήματα έναντι των άλλων βαλκανικών εθνικισμών σε μια κρίσιμη εθνικά συγκυρία.

Στην προβληματική που αναπτύχθηκε γύρω από το Βυζάντιο ήταν σαφής η αναβάθμιση της σημασίας του σε σχέση με την προηγούμενη περίοδο. Η διαφύλαξη της κληρονομιάς των Αρχαίων, η χριστιανική φιλολογία, η μετάδοση του χριστιανισμού και του πολιτισμού στους γειτονικούς λαούς, και κυρίως η απόκρουση των επιδρομέων και η προστασία του ευρωπαϊκού πολιτισμού αποτέλεσαν κορυφαία στοιχεία της προσφοράς του. Τα στοιχεία αυτά, αν και δεν μπορούσαν να συγκριθούν με τα πνευματικά επιτεύγματα των αρχαίων Ελλήνων, ήταν ωστόσο εξαιρετικά σημαντικά.

Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία αποτελούσε επίδικο αντικείμενο για το σύνολο των βαλκανικών λαών, στο μέτρο που η κληρονομιά της ενίσχυε τις σύγχρονες επιδιώξεις τους.778 Στη σχετική συζήτηση για τη συμμετοχή της Φιλο-

777. «Υπόμνημα προς τον Γενικόν Διοικητήν Μακεδονίας Κύριον Δραγούμην περί ιδρύσεως και οργανώσεως Κεντρικού Βυζαντινού Μουσείου εν Μακεδονία», Βυζαντινά Μνημεία και Βυζαντινόν Μουσείον, Γενική Διοίκησις Μακεδονίας, Εφορεία Αρχαιοτήτων, Θεσσαλονίκη 1914, σ. 23. Το σχετικό απόσπασμα δημοσίευσε και σχολίασε η Όλγα Γκράτζιου, «Από την ιστορία ...», ό.π., σ. 65.

778. Το ενδιαφέρον των βαλκανικών λαών αποτυπώθηκε και στην πληθώρα των πόλεων που φιλοξένησαν τα διεθνή βυζαντινολογικά συνέδρια. Το Α', με πρόταση

Σελ. 322
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/323.gif&w=600&h=915

Φιλοσοφικής Σχολής στο Β' Βυζαντινολογικό Συνέδριο που διεξήχθη στο Βελιγράδι το 1927, ο Αδαμαντίου τόνιζε το γεγονός ότι το Βυζάντιο είχε μετατραπεί σε πεδίο αντιπαράθεσης ανάμεσα στους Ρώσους και στους άλλους βαλκανικούς λαούς. Εξέφραζε δε τη λύπη του γιατί πρόλαβαν οι Ρουμάνοι πρώτα και έπειτα οι Σέρβοι να διοργανώσουν τα συνέδρια, ενώ ήταν αναγκαία η διεξαγωγή του επομένου στην Αθήνα, μετά από συνεννόηση με την κυβέρνηση. Η Σχολή συμφώνησε με τις επισημάνσεις του καθηγητή της Βυζαντινής τέχνης και ευχήθηκε την όσο το δυνατόν μεγαλύτερη αντιπροσώπευση του Πανεπιστημίου σε μια αποστολή όπου θα ηγεμόνευε το προσωπικό της.779 Η προγονική κληρονομιά διέθετε έναν έντονο συμβολισμό, σφράγιζε την ελληνικότητα των περιοχών στις οποίες είχε εξαπλωθεί.

Σημειώνω ότι βρισκόμαστε έναν χρόνο μετά από την έναρξη της λειτουργίας της Φιλοσοφικής Σχολής Θεσσαλονίκης. Η δυσπιστία απέναντι στα άλλα βαλκανικά κράτη συνδεόταν με την κοινή διεκδίκηση του Βυζαντίου ως πολιτικού και πολιτιστικού προπάτορά τους, διεκδίκηση στενά συνδεδεμένη με εδαφικές βλέψεις και την αναγνώριση της διεθνούς κοινότητας.780 Χαρακτηριστικό της κοινής αυτής αντίληψης, την οποία μοιράζονταν η κρατική μηχανή, το Πανεπιστήμιο και οι συσσωματώσεις των λογίων, ήταν ότι πρώτη ενέργεια της Εταιρείας Βυζαντινών Σπουδών υπήρξε η διαμαρτυρία εναντίον των καταστροφών των Βουλγάρων στην Ανατολική Μακεδονία, η οποία οδήγησε

ση του Νικολάε Γιόργκα, διεξήχθη στο Βουκουρέστι (1924), το Β' στο Βελιγράδι (1927), το Γ στην Αθήνα (1930), το Δ' στη Σόφια (1934), το Ε' στη Ρώμη (1936), ενώ είχε σχεδιαστεί να διεξαχθούν τα επόμενα στη Βηρυτό και στη Βουδαπέστη, αλλά ματαιώθηκαν λόγω του πολέμου. Βλ. Νικόλαος Β. Τωμαδάκης, Κλεις της Βυζαντινής Φιλολογίας ήτοι εισαγωγή εις την Βυζαντινήν Φιλολογίαν, τ. 1, γ' έκδ., Αθήνα 1965, σ. 193-195.

779. Συνεδρίαση 15ης Νοεμβρίου 1926. Τελικά ο Αδαμαντίου δεν συμμετείχε στην αποστολή, καθώς με απόφαση της κυβέρνησης Ελ. Βενιζέλου από τα είκοσι δύο άτομα που εισηγήθηκε η Σύγκλητος επιλέχθηκαν μόλις επτά, ενώ την ευθύνη της αποστολής ανέλαβε ο καθηγητής της Νομικής Δημήτριος Παπούλιας. Στην απόφαση αντέδρασε ο Αδαμαντίου, υποστηρίζοντας ότι παραγκωνίστηκε η Φιλοσοφική (συνεδρίαση 21ης Μαρτίου 1927). Η υπόθεση είχε συνέχεια, καθώς ο Αδαμαντίου μετά από το τέλος του συνεδρίου αρθρογράφησε σχετικά, προκαλώντας την αντίδραση του μέλους της ελληνικής αποστολής Κ. Άμαντου, ο οποίος τον κατηγόρησε ότι υποβάθμισε την ελληνική συμμετοχή. Στην απάντηση του ο Αδαμαντίου επεσήμαινε ότι οι σύνεδροι δεν μπόρεσαν να δώσουν ελληνοπρεπή αίσθησιν στο Συνέδριο και να τονίσουν τη συνέχεια της αρχαίας Ελλάδας με το Βυζάντιο (συνεδρίαση 9ης Μαΐου 1927).

780. Βλ. τις σχετικές επισημάνσεις του Γεωργίου Σωτηρίου, διευθυντή του Βυζαντινού Μουσείου, το 1931: Ν. Σακκά, ό.π,, σ. 98.

Σελ. 323
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/324.gif&w=600&h=915

στην παράδοση το 1922 στον εταίρο Γεώργιο Σωτηρίου κειμηλίων από την περιοχή.781

Η ενίσχυση της Πολιτείας και προς την κατεύθυνση της αναγνώρισης της διεθνούς κοινότητας εμφανίστηκε με αρκετούς τρόπους, όπως η μεταστέγαση του Βυζαντινού Μουσείου στο Μέγαρο Δουκίσσης Πλακεντίας με αφορμή το Γ' Διεθνές Βυζαντινολογικό Συνέδριο (1930), το οποίο διεξήχθη στη χώρα μας. Όπως σημειωνόταν σε προεκλογικό φυλλάδιο το 1933 της απελθούσας κυβέρνησης του Ελευθερίου Βενιζέλου: Μετά πολλής Εθνικής ικανοποιήσεως ηκούσθησαν εντός του Συνεδρίου και εδημοσιεύθησαν εις τον Διεθνή τύπον οι έπαινοι διακεκριμένων ξένων σοφών διά την στοργήν της Ελλάδος προς τα κειμήλια του παρελθόντος της και τον σύγχρονον πολιτισμόν μας. Αι προσπάθειαί μας προς ευπρεπεστέραν συντήρησιν των Βυζαντινών μνημείων προελάμβανον πάσαν ξένην υπόδειξιν.782

Πέρα από τους εθνικούς λόγους, οι πρωτοβουλίες αυτές με σκοπό την ανάδειξη των αρχαιολογικών χώρων και μνημείων εντάσσονταν σε μια ευρύτερη πολιτική προσέλκυσης μαζικού τουρισμού, όπως τη σηματοδοτούσε και η ίδρυση του Ελληνικού Οργανισμού Τουρισμού το 1929,783 Σε αυτό το πλαίσιο και η βυζαντινή κληρονομιά έβρισκε τη θέση της δίπλα στο κυρίαρχο αρχαιοελληνικό παράδειγμα.

Η συνέχεια Βυζαντίου - νεότερου ελληνισμού

Η ανάδειξη του Βυζαντίου ως προγονικής κληρονομιάς μετέθετε το κέντρο βάρους από το δίπολο αρχαιότητα - Βυζάντιο στο δίπολο Βυζάντιο - νεότερος ελληνισμός. Τον δρόμο είχε ανοίξει ο Κρουμπάχερ και τον είχε διευρύνει ο Σπ. Λάμπρος. Στη μοναδική μέχρι το 1926 Φιλοσοφική Σχολή, η καταλυτική παρουσία του τελευταίου δημιούργησε ένα ισχυρότατο παράδειγμα και άφησε πλήθος μαθητών, με τους οποίους άλλωστε είχε διατηρήσει στο μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στενές σχέσεις.

Η επιβίωση βυζαντινών μορφών τέχνης και έκφρασης στους Νεοέλληνες μετέθετε το κέντρο βάρους της σημασίας της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας από θεματοφύλακα της αρχαίας κληρονομιάς σε παραγωγό και πηγή για τα νεότερα χρόνια. Όπως υποστήριζε ο Φ. Κουκουλές, σκοπός του έργου του ήταν η απόδοση της συνέχειας του ελληνικού βίου, η ανάδειξη του πολιτισμού των

781. Βλ. και το κεφάλαιο «Αρχαιολογία και εξωτερική πολιτική. Αναξιοποίητες ευκαιρίες»: Ν. Σακκά, ό.π., σ. 100-108.

782. Στο ίδιο, σ. 17-18.

783. Στο ίδιο, α. 99-100.

Σελ. 324
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/325.gif&w=600&h=915

Βυζαντινών, οι οποίοι μετέδωσαν πολλά στοιχεία του στις νεότερες κοινωνίες και έγιναν εισηγητές θεσμών και ανθρωπισμού ,784 Στο μάθημά του ο καθηγητης δίδαξε δημόσιο και ιδιωτικό βίο των Βυζαντινών με έμφαση στη χρήση των πηγών και στη συλλογή λαογραφικών πληροφοριών από αυτές.785

Η διδασκαλία του Φαίδωνος Κουκουλέ

Το μάθημα του καθηγητή της Ιστορίας του ιδιωτικού βίου των Βυζαντινών αποδεσμεύθηκε πλήρως από τη λογική των αντίστοιχων μαθημάτων των Στ. Κουμανούδη και Ευθ. Καστόρχη, τους οποίους και διαδέχθηκε στο πανεπιστημιακό πρόγραμμα. Το ενδιαφέρον του στράφηκε προς τον βίο των Ελλήνων στη διαχρονική πορεία τους. Είναι χαρακτηριστικό ότι στο πανεπιστημιακό πρόγραμμα μαθημάτων του νέου αιώνα δεν περιελήφθη ως αυτόνομο γνωστικό αντικείμενο ο Bios Ρωμαίων. Η φιλολογία απείχε πλέον παρασάγγας από την αρχαιογνωστική επιστήμη των μέσων του 19ου αιώνα. Το μάθημα του Κουκουλέ, όπως και το μάθημα του Α. Κεραμόπουλλου ο οποίος την ίδια εποχή δίδαξε στη συναφή έδρα του Δημοσίου και ιδιωτικού βίου των αρχαίων Ελλήνων, συνδεόταν ευκρινέστατα με την αρχαιολογία, τη λαογραφία και τις νέες θεματικές που εισήγαγε ο Ν. Πολίτης. Ιδιαίτερα για τον Κεραμόπουλλο σημειώνω ότι είχε σπουδάσει στη Γερμανία και είχε προ της εκλογής του εργαστεί ως αρχαιολόγος, ενώ οι κυριότερες δημοσιεύσεις του, οι οποίες συνεχίστηκαν και μετά την εκλογή του, αφορούσαν την αρχαιολογία.786

Η διδασκαλία του Νίκου Βέη

Στην πλέον όμως συγκροτημένη πρόταση συνέχειας Βυζαντίου - νέου ελληνισμού αναδείχθηκε η διδασκαλία του Ν. Βέη. Πρόσωπο σχεδόν μυθικό για το

784. Γεώργιος Θ. Ζώρας, «Επιμνημόσυνος λόγος εις Φαίδωνα Κουκουλέν», Επιστημονική Επετηρίς Φιλοσοφικής Σχολής τον Πανεπιστημίου Αθηνών 6 (1955-1956), ο. 631.

785. Αικ. Χριστοφιλοπουλου, ό.π., σ. 986-987.

786. Βλ. το Υπόμνημα προς την Φιλοσοφικών Σχολήν του Αθήνησι Πανεπιστημίου περί των έργων Αντ. Λ. Κεραμοπούλλου, υποψηφίου καθηγητού εις την κενήν έδραν του δημοσίου και ιδιωτικού βίου των αρχαίων Ελλήνων, Αθήνα 1924, καθώς και την εργογραφία του στον συλλογικό τόμο Γέρας Αντωνίου Κεραμοπούλλου, Αθήνα, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Επιστημονικαί Πραγματείαι, Σειρά Φιλολογική και Θεολογική 9, 1953. Βλ. ακόμη τον πρόλογο του Σπ. Μαρινάτου στο ίδιο, σ. θ'-ιβ'.

Σελ. 325
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/326.gif&w=600&h=915

Πανεπιστήμιο Αθηνών λόγω της χαρισματικής διδασκαλίας του, των προοδευτικών πολιτικών πεποιθήσεών του και της σχέσης του με τον δημοτικισμό, ο καθηγητής προσέφερε πλήθος διαφορετικών μαθημάτων. Στη διδασκαλία του ήταν σαφής η συνέχεια από τη μέση στη νεότερη ελληνική φιλολογία και ιστορία (δίδαξε έτσι το έτος 1929-1930 Ιστορία της βυζαντινής Φιλολογίας και της επιβιώσεως κατά τους χρόνους της Τουρκοκρατίας). Δίδαξε γενικά ιστορία της βυζαντινής και νεοελληνικής φιλολογίας, ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας (από τον Σολωμό έως και τα σύγχρονα χρόνια με έμφαση στον Παλαμά), βυζαντινή υμνολογία και αγιολογία. Σημαντικό τμήμα των μαθημάτων του αφιερώθηκε στην ερμηνεία: επιγραφές, βυζαντινά και νεοελληνικά κείμενα, είτε λόγια είτε δημώδη. Δίδαξε ακόμη ιστοριογραφία των νεότερων ελληνικών χρόνων με επίκεντρο την Επανάσταση του 1821 καθώς και γεωγραφική φιλολογία για τις ελληνικές χώρες κατά τους μέσους αιώνες. Στη διδασκαλία του χρησιμοποίησε χωρίς διαφοροποίηση και τους δύο όρους : βυζαντινή και μέση περίοδος. Στη φροντιστηριακή του διδασκαλία, συνεχίζοντας το έργο του Λάμπρου , ο Βέης ασχολήθηκε κυρίως με τη βυζαντινή παλαιογραφία αλλά και με τη διπλωματική και την παπυρολογία, ενώ πραγματοποίησε γενικές ασκήσεις με αντικείμενο τη μέση και νεότερη φιλολογία. Ήταν ο πρώτος καθηγητής (είχε προηγηθεί ο υφηγητής Ιωάννης Συκουτρής) ο οποίος πραγματοποίησε φροντιστήρια «εν στενοτάτω κύκλω».

Η διδασκαλία του Αδαμάντιου Αδαμαντίου

Ο καθηγητής που πρώτος ανέλαβε έδρα με αντικείμενο το Βυζάντιο δίδαξε αρχαιολογία και τέχνη εντός της Αυτοκρατορίας, είτε κατά χρονική ακολουθία (με βάση τους αυτοκράτορες) είτε κατά περιοχές (Μυστράς, Θεσσαλονίκη, Κωνσταντινούπολη, Άγιον Όρος). Στα μαθήματά του επίσης περιλαμβάνονταν ο πολιτισμός, ο δημόσιος και ιδιωτικός βίος, η ζωή στις πόλεις. Ο Αδαμαντίου διαχώρισε το φροντιστήριο του σε γενικό και ειδικό. Στο μεν πρώτο πραγματευόταν γενικότερα ζητήματα όπως οι βιβλιοθήκες, τα χειρόγραφα, τα βοηθήματα, τα μουσεία, ενώ στο δεύτερο έδινε στους φοιτητές του θέματα προς έρευνα. Στο πλαίσιο του φροντιστηριακού του μαθήματος πραγματοποίησε ακόμη επισκέψεις σε μουσεία, ενώ δίδαξε το ακαδημαϊκό έτος 19321933 για τις ελληνιστικές πόλεις (Αλεξάνδρεια, Αντιόχεια κ.ά.) ως κέντρα της βυζαντινής τέχνης.

Σελ. 326
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/327.gif&w=600&h=915

Η ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΑΜΑΝΤΟΥ

Ο Κωνσταντίνος Άμαντος (1874-1960)787 δίδαξε σταθερά κατά τη διάρκεια της θητείας του τρίωρο μάθημα βυζαντινής ιστορίας και μία ή δύο ώρες την εβδομάδα φροντιστηριακές ασκήσεις. Απόφοιτος του Γυμνασίου της ιδιαίτερης πατρίδας του, της Χίου, ο νέος καθηγητής, αφού πρώτα γράφτηκε δύο εξάμηνα στη Φιλοσοφική Σχολή, μετέβη στη Γερμανία, όπου παρακολούθησε όπως και ο Κουγέας στα Πανεπιστήμια του Βερολίνου και του Μονάχου τα μαθήματα του Κρουμπάχερ, του Ντιλ, του Κρούζιους, του Χάρνακ κ.ά. Το 1903 αναγορεύθηκε διδάκτορας του Πανεπιστημίου του Μονάχου με την εργασία του για τις καταλήξεις των ελληνικών τοπωνυμίων. Μετά το πέρας των σπουδών του εργάστηκε ως καθηγητής στο Γυμνάσιο της Χίου (1904-1911), ως διευθυντής του Γυμνασίου και Διδασκαλείου Λευκωσίας (1911) και της Αμπετείου Σχολής στο Κάιρο (1912-1914). Από το 1914 έως το 1925 εργάστηκε, χάρη στον Γεώργιο Χατζιδάκι,788 ως συνεργάτης-συντάκτης του Ιστορικού Λεξικού της Ελληνικής Γλώσσης, του οποίου χρημάτισε και διευθυντής έως την εκλογή του στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Σύμφωνα και με τους σχετικούς τίτλους, το πλήρες ανάπτυγμα του μαθήματος του, διάρκειας τριών ή τεσσάρων ακαδημαϊκών ετών, περιελάμβανε εισαγωγή και στη συνέχεια την ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας από τον Μέγα Κωνσταντίνο έως και την Άλωση, σε χρονολογική σειρά με βάση τη διαδοχή των αυτοκρατόρων. Το 1939 αποχώρησε από το Πανεπιστήμιο σε ηλικία εξήντα πέντε χρονών, λόγω του νόμου περί ορίου ηλικίας της μεταξικής κυβέρνησης.

Συνεχίζοντας την παράδοση των μεγάλων ιστορικών που δίδαξαν στη Φιλοσοφική Σχολή, του Κ. Παπαρρηγόπουλου και ιδιαίτερα του καθηγητή του Σπ. Λάμπρου, ο Άμαντος επέδειξε στην επιλογή των μελετών του ευρύτητα χρονολογική και θεματική, εστιασμένος όμως πάντα στην πορεία του ελληνικού έθνους. Είναι χαρακτηριστική η κατηγοριοποίηση των έργων του από τους μαθητές του: ιστορικά, γλωσσικά και γλωσσογεωγραφικά (όρος δι-

787. Βλ. Αλέξανδρος Βογιατζόγλου, «Κωνσταντίνος Άμαντος», Αφιέρωμα εις Κ. I. Άμαντον, Αθήνα 1940, σ. α'-δ', Διον. Α. Ζακυθηνός, «Κωνσταντίνος Άμαντος (18741960) Νεκρολογία», Επετηρίς της Εταιρείας Βυζαντινών Σπουδών 29 (1959), σ. 449-455, και Κ. Θ. Δημαράς, Το έργο του Κωνσταντίνου Αμάντου. Λόγος επιμνημόσυνος, Αθήνα 1961. Για την εργογραφία του βλ. «Κατάλογος Μελετών Κ. Αμάντου», Αφιέρωμα..., ό.π., σ. ε'-ια', και Φ. Κ. Μπουμπουλίδης, «Αναγραφή δημοσιευμάτων Κωνσταντίνου I. Αμάντου», Εις μνήμην Κ. I. Αμάντου 1874-1960, Αθήνα 1960, σ. ιζ'-μ'.

788. Κ. Άμαντος, «Βιογραφικά σημειώματα», Χιακά Χρονικά 7 (1975), σ. 74.

Σελ. 327
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Η συγκρότηση της ιστορικής επιστήμης και η διδασκαλία της ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (1837-1932)
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 308
    

    Εάν ο διδακτικός χαρακτήρας της πανεπιστημιακής ιστορίας, η ανάγκη διδασκαλίας του συνόλου της ιστορίας με έμφαση στον δυτικό κόσμο, πηγή προόδου και πολιτισμού στα νεότερα χρόνια, επέβαλε τη δημιουργία και τη διατήρηση της έδρας των Μέσων και νεωτέρων χρόνων ,η επικέντρωση στην ελληνική ιστορία οδήγησε στην υποβάθμισή της. Η εξέλιξη αυτή δεν συνδεόταν μόνο με την πρωτοκαθεδρία της ελληνικής ιστορίας, την ενίσχυση των εθνικών δικαίων μέσω της ιστορικής προβολής τους. Πήγαζε και από τη συνολικότερη δυσπιστία προς τα εγχειρήματα των παγκόσμιων ιστοριών, τα οποία εξ ορισμού δεν στηρίζονταν στην έρευνα και στην αυτοψία, στοιχεία συστατικά της ιστορικής επιστήμης σύμφωνα με τον Λάμπρο και τους επιγόνους του.

    Το ζήτημα δεν αφορά μόνο την πανεπιστημιακή ιστορία αλλά επεκτείνεται στην ελληνική ιστοριογραφία. Η επικέντρωση στην ελληνική ιστορία, ο κλειστός (και λόγω γλώσσας) χαρακτήρας της εγχώριας ιστοριογραφικής παραγωγής απέτρεψαν τη γόνιμη ενασχόληση με την παγκόσμια ή έστω ευρωπαϊκή ιστορία. Απουσίασαν, καθ' όλη την περίοδο που μελετώ, οι πρωτότυπες συμβολές, ενώ υπήρξαν εξαιρετικά σπάνιες οι μελέτες ευρωπαϊκής ή παγκόσμιας ιστορίας.

    ΤΟ ΧΡΥΣΑΦΙ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΚΑΙ Η ΑΓΟΝΗ ΘΗΤΕΙΑ ΕΝΟΣ ΕΚΤΑΚΤΟΥ ΚΑΘΗΓΗΤΗ

    Ο Κωνσταντίνος Ράδος (1863-1931)739 αποτελεί μια ιδιάζουσα περίπτωση στο σώμα των καθηγητών Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Εγγονός του αγω-

    δικαίωμα να διαλέξει το θέμα του και η απόφασή του ήταν άξια επαίνου. Ο Κουγέας επεξηγώντας τη θέση του ανέφερε ότι το πρόβλημα δεν ήταν το ξένο θέμα αλλά η έλλειψη οιασδήποτε πρωτοτυπίας. Ο Αδαμαντίου υποστήριξε ότι η έννοια του πρωτότυπου ήταν προσωπικό θέμα. Τελικά υπέρ της διατριβής ψήφισαν οι Απόστολος Αρβανιτόπουλος, Ν. Βέης, Μ. Βολονάκης, Κ. Λογοθέτης και Π. Λορεντζάτος, υπέρ με επιφυλάξεις οι Αδ. Αδαμαντίου, Ν. Εξαρχόπουλος, Θ. Βορέας και Θ. Κακριδής. Ο Κ. Άμαντος και ο Α. Κεραμόπουλλος ζήτησαν να υποβληθεί ξανά, ενώ ο Σ. Κουγέας ήταν απορριπτικός. Μετά και από την προφορική δοκιμασία στις 17 του ίδιου μήνα, ο Βλάχος αναγορεύθηκε διδάκτορας με άριστα. Μοναδική εξαίρεση αποτέλεσε ο Κ. Άμαντος, ο οποίος τον βαθμολόγησε με λίαν καλώς.

    739. Για τον Κ. Ράδο βλ. Αθανάσιος Θ. Φωτόπουλος, «Κωνσταντίνος Ν. Ράδος (1863-1931)», Μνημοσύνη 13 (1995-1997), σ. 247-258, όπου και βιβλιογραφία και εργογραφία. Βλ. ακόμη Νικόλαος Βότσης, Ο Κωνσταντίνος Ράδος ως ναυτικός ιστορικός, Αθήνα, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 1924, Βικτωρία Καλαντζοπούλου, «Κωνσταντίνος Ν. Ράδος. Παρουσίαση-ανθολόγηση», στην ανθολογία-γραμματολογία Η παλαιότερη πεζογραφία μας. Από τις απαρχές της ως τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, τ. 9 (1900-1914),