Συγγραφέας:Καραμανωλάκης, Βαγγέλης Δ.
 
Τίτλος:Η συγκρότηση της ιστορικής επιστήμης και η διδασκαλία της ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (1837-1932)
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:42
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:2006
 
Σελίδες:551
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Εκπαίδευση-Τριτοβάθμια
 
Παιδεία-Εκπαίδευση
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα, Πανεπιστήμιο Αθηνών
 
Χρονική κάλυψη:1837-1932
 
Περίληψη:Αφετηριακή υπόθεση της εργασίας αυτής είναι ότι η ιστορία συγκροτείται ως επιστήμη μέσα από την καταλυτική επίδραση εκπαιδευτικών θεσμών για την παραγωγή και τη μετάδοση της γνώσης, όπως είναι το πανεπιστήμιο. Οι θεσμοί αυτοί επιβάλλουν σε μεγάλο βαθμό στην ιστοριογραφική παραγωγή τη λογική της συγκρότησης και της λειτουργίας τους, τις αξίες που τους διέπουν, τις πρακτικές ανάδειξης κύρους και τους συσχετισμούς δύναμης που επικρατούν στο εσωτερικό τους, τις σχέσεις τους με την πολιτική εξουσία και την κοινωνία. Η πανεπιστημιακή διδασκαλία της ιστορίας κατά την περίοδο που καλύπτει το βιβλίο συνδέθηκε με μια σειρά από παράγοντες και μεταβλητές, στοιχεία που καθόρισαν και το συγκεκριμένο πλαίσιο αναφοράς : το πανεπιστημιακό περιβάλλον, η ιστοριογραφική παράδοση, τα πρόσωπα που δίδαξαν και οι αποδέκτες της διδασκαλίας τους. Στόχος της παρούσας εργασίας είναι η συνεξέταση αυτών των παραγόντων μέσα στην ευρύτερη πολιτική και κοινωνική συγκυρία από την οποία σε μεγάλο βαθμό ορίστηκαν και την οποία εντέλει επανακαθόρισαν, με άλλα λόγια θέμα του βιβλίου είναι η συγκρότηση, στον χώρο του Πανεπιστημίου Αθηνών, μιας εθνικής-επιστημονικής ιστορίας με έντονο διδακτικό χαρακτήρα, η οποία επηρέασε καθοριστικά τη συνολική ιστοριογραφική παραγωγή, λόγω της σημαίνουσας θέσης του ιδρύματος, καθώς για έναν περίπου αιώνα αποτέλεσε τον μοναδικό οργανωμένο θεσμό της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης ο οποίος παρήγε ιστορική γνώση, κατάρτιζε τους φοιτητές και προετοίμαζε τους αποφοίτους του για τη διάχυση αυτής της γνώσης, μέσω κυρίως του σχολικού δικτύου, στο ελληνικό βασίλειο και στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 43.93 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 317-336 από: 554
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/317.gif&w=600&h=915

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ'

ΣΥΓΚΡΟΤΩΝΤΑΣ ΕΝΑ ΝΕΟ ΓΝΩΣΤΙΚΟ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ: ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΛΟΓΙΑ

ΟΙ ΒΥΖΑΝΤΙΝΕΣ ΣΠΟΥΔΕΣ ΣΤΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΘΗΝΩΝ Έδρα Βυζαντινής ιστορίας

Στις 4 Μαρτίου του 1924 συζητήθηκε στη Φιλοσοφική Σχολή η πλήρωση της νέας έδρας της Βυζαντινής ιστορίας. Στην επιτροπή για την κρίση των υποψηφίων συμμετείχαν οι καθηγητές Γ. Σωτηριάδης, Θ. Βορέας και Σ. Κουγέας. Υποψήφιοι ήταν ο Κωνσταντίνος Άμαντος, ο Νίκος Βέης, ο Ιωάννης Βογιατζίδης762 και ο Μ. Βολονάκης. Στην έκθεση της επιτροπής, που βασίστηκε στο συγγραφικό έργο των υποψηφίων, ο Ιω. Βογιατζίδης θεωρήθηκε απλώς επαρκής, ενώ επικρινόταν και πάλι έντονα ο Μ. Βολονάκης για την ανεπάρκεια των συγγραμμάτων του. Αντίθετα, διατυπώθηκαν επαινετικές κρίσεις για τον Ν. Βέη και τον Κ. Άμαντο. Ο πρώτος όμως θεωρήθηκε πλέον κατάλληλος για τη Μέση ελληνική φιλολογία, ενώ ο Άμαντος υπέρτερος στα ιστοριογραφικά προσόντα.763 Στην επιτροπή απάντησε με υπόμνημα ο Μ. Βολονάκης,764 για το οποίο επικρίθηκε έντονα από τον Σ. Κουγέα στη συζήτηση

762. Ο Ιω. Βογιατζίδης σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών και είχε πραγματοποιήσει μεταπτυχιακές σπουδές αρχαίας και βυζαντινής ιστορίας στο Μόναχο. Μετά την επιστροφή του στην Αθήνα εργάστηκε ως συντάκτης του Ιστορικού Λεξικού (1914-1925) και εξέδωσε με ανάθεση της Επιτροπής Καταλοίπων του Σπ. Λάμπρου τα Παλαιολόγεια και Πελοποννησιακά του εκλιπόντος καθηγητή. Μετά από τη δημιουργία του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης διορίστηκε εκεί καθηγητής της Ιστορίας, έως ότου συνταξιοδοτήθηκε το 1948. Στ. Καψωμένος, Β. Ν. Τατάκης, «Βογιατζίδης Ιω.», Χρονικά του Πειραματικού Σχολείου του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, 1969, σ. 3-10.

763. Βλ. Φιλοσοφική Σχολή του Αθήνησι Πανεπιστημίου, Εκθέσεις της Επιτροπείας περί της πληρώσεως της κενής τακτικής έδρας της Βυζαντινής Ιστορίας, Αθήνα 1924.

764. Μιχαήλ Δ. Βολονάκης, Απάντησις εις την έκθεσιν της επιτροπείας της Φιλοσοφικής Σχολής περί των έργων αυτού ως υποψηφίου εις την κενήν τακτικήν έδραν της Βυζαντιακής ιστορίας, Αθήνα 1924.

Σελ. 317
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/318.gif&w=600&h=915

των υποψηφιοτήτων. Μετά από συζήτηση εξελέγη τελικά ο Κ. Άμαντος με έξι ψήφους (Θ. Κακριδής, Αντώνιος Κεραμόπουλλος, Σ. Κουγέας, Π. Λορεντζάτος, Σ. Μενάρδος, Χρ. Τσούντας) έναντι τριών (Θ. Βορέας, Ν. Εξαρχόπουλος, Ε. Σκάσσης) υπέρ του Ν. Βέη.

Η έδρα του Άμαντου δεν ήταν η πρώτη αυτοτελής έδρα που αφορούσε τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών τον 20ό αιώνα. Είχε προηγηθεί η έδρα της Βυζαντινής τέχνης και αρχαιολογίας, η οποία είχε συσταθεί με τη μεταρρύθμιση του 1911 και στην οποία είχε διοριστεί τον επόμενο χρόνο ο ιστορικός και αρχαιολόγος, μαθητής του Σπ. Λάμπρου, Αδαμάντιος Αδαμαντίου.765 Στις 10 Οκτωβρίου 1922 η Σχολή αποφάσισε να προτείνει στη Σύγκλητο την ίδρυση έδρας Βυζαντινής ιστορίας ενόψει της μεταρρύθμισης του ίδιου έτους (ο νόμος καθόριζε τον αριθμό των εδρών, ενώ το περιεχόμενο τους οριζόταν μετά από εισήγηση της Σχολής), καθώς και τη διχοτόμηση της έδρας του Αδ. Αδαμαντίου σε έδρα Βυζαντινής τέχνης και έδρα του Βυζαντιακού δημόσιου και ιδιωτικού βίου.766 Η επόμενη έδρα, η οποία προκηρύχθηκε μετά την πλήρωση της έδρας της Βυζαντινής ιστορίας, ήταν η έδρα της Μέσης και νεότερης ελληνικής φιλολογίας. Στη σχετική συνεδρίαση των καθηγητών της Φιλοσοφικής (14 Μαΐου 1925) εξελέγη ομόφωνα ο μοναδικός υποψήφιος Νικόλαος Βέης, διδάκτωρ της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών (1908), με πλούσιο ερευνητικό και συγγραφικό έργο, ο οποίος διέμενε στο Βερολίνο ·767

765. Ο Αδ. Αδαμαντίου ήταν απόφοιτος της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών. Ως φοιτητής ακολούθησε τον Σπ. Λάμπρο στις επισκέψεις του στο Άγιον Ορος και συνεργάστηκε μαζί του στη σύνταξη του καταλόγου των χειρογράφων των μονών του. Το 1900 συνέχισε τις σπουδές του με υποτροφία στο Παρίσι, στην École Normale Supérieure, με αντικείμενο τη μελέτη του Βυζαντίου, υπό την εποπτεία του γνωστού αρχαιολόγου και ελληνιστή Ζωρζ Περρό. Το 1908 διορίστηκε στην άρτι συσταθείσα θέση του εφόρου Αρχαιοτήτων του χριστιανικού και μεσαιωνικού ελληνισμού, με συνυποψήφιο τον Νίκο Βέη. Ο Αδαμαντίου πραγματοποίησε στη συνέχεια πολυάριθμα ταξίδια στην ελληνική ενδοχώρα, για την αναζήτηση, υποστήριξη και συντήρηση των σχετικών μνημείων: Μετέωρα, Δαφνί, Μυστράς, Θεσσαλονίκη. Βλ. «Αδαμαντίου Αδαμάντιος», θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια, Αθήνα, Εκδ. Α. Μαρτίνος, 1965, τ. 1, σ. 378-379.

766. Τόνια Κιουσοπούλου, «Η πρώτη έδρα...», ό.π., σ. 264-265.

767. Ο Ν. Βέης μετά το τέλος των εγκύκλιων σπουδών του εργάστηκε εθελοντικά στο Τμήμα Χειρογράφων της Εθνικής Βιβλιοθήκης και στο Επιγραφικό Μουσείο. Ταξίδεψε στην ελληνική ενδοχώρα για τη συγκέντρωση, τη διάσωση χειρογράφων και κωδίκων και την καταλογογράφηση βιβλιοθηκών μονών, με σημαντικότερες εκείνες των Μετεώρων. Το 1908 συμμετείχε στην ίδρυση της Βυζαντιολογικής Εταιρείας, η οποία εξέδωσε το περιοδικό Βυζαντίς. Το 1909 υπήρξε ιδρυτικό μέλος της Εταιρείας των Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, ενώ τον επόμενο χρόνο συμμετείχε στις εκλογές ως υποψήφιος βουλευτής του Λαϊκού και Εργατικού Κόμματος. Το 1911 με-

Σελ. 318
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/319.gif&w=600&h=915

Η τελευταία έδρα που δημιουργήθηκε το 1931 στη Φιλοσοφική ήταν η έδρα του Δημόσιου και ιδιωτικού βίου των Βυζαντινών. Η προκήρυξή της συνάντησε την αντίδραση των παλαιότερων καθηγητών. Στη σχετική συζήτηση η έδρα θεωρήθηκε περιττή, καθώς το αντικείμενο της καλυπτόταν από τα μαθήματα των υπόλοιπων βυζαντινολόγων: ο δημόσιος βίος περιλαμβανόταν στο μάθημα του Αδαμαντίου και του Άμαντου, ενώ ο πνευματικός βίος στη διδασκαλία του Βέη.768

Στην πραγματικότητα οι ουσιαστικές αντιρρήσεις σχετίζονταν με τη χρήση από τον υπουργό Παιδείας Γεώργιο Παπανδρέου του δικαιώματος να διορίζει στο Πανεπιστήμιο Αθηνών καθηγητές από όμορα ιδρύματα, κυρίως από το νεοσύστατο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης, από το οποίο προερχόταν και ο καθηγητής που προοριζόταν για την έδρα, ο Φαίδων Κουκουλές. Σύμφωνα με τη Φιλοσοφική Σχολή το δικαίωμα του υπουργείου αφορούσε καθηγητές που δίδασκαν σε ξένα πανεπιστήμια, όχι σε ελληνικά. Την απόφαση του υπουργείου δικαίωσε το Συμβούλιο της Επικρατείας στο οποίο είχε προσφύγει η Σχολή και τελικά ο Φ. Κουκουλές διορίστηκε στη νεοσύστατη έδρα.769

Από το 1911 έως και το 1932 δημιουργήθηκαν στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

μετακινήθηκε στο Μόναχο, προσκεκλημένος της Βαυαρικής Ακαδημίας, ενώ δύο χρόνια αργότερα εγκαταστάθηκε στο Βερολίνο, όπου δίδαξε βιβλική και μέση ελληνική παλαιογραφία και επιγραφική. Βλ. Σ. Β. Κουγέας, Ν. Β. Τωμαδάκης, Η. Τσιριμώκος, Λ. Κουκούλας, Γ. Αθάνας, Ο Αργυροκάστρου Παντελεήμων, Γ. Θ. Ζώρας, Κ. Θ. Δημαράς, I. Μ. Παναγιωτόπουλος, Ε. Π. Παπανούτσος, «Νίκος Α. Βέης» (επικήδειοι λόγοι), Νέα Εστία 264 (1958), σ. 1649-1657, Σέμνη Καρούζου, «Νίκος Βέης: Μια σκιαγραφία», Πελοποννησιακά 3-4 (1958-1959), σ. 5-8, και στο ίδιο Ευγενία Βέη-Χατζηδάκη, «Δημοσιεύματα Νίκου Α. Βέη (BEES)», σ. 437-488 (πληρέστερη μορφή στο Byzantinisch-Neugriechische Jahrbücher 19 [1966], σ. 1-55).

768. ΠΣΦΣ, συνεδρίαση 30ής Μαΐου 1931.

769. Στο ίδιο, συνεδρίαση 11ης Απριλίου 1932. Ο Κουκουλές είχε φοιτήσει στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών, όπου και εκπόνησε τη διατριβή του (Βασιλείου του Μεγάλου δόξαι παιδαγωγικαί), στην οποία απονεμήθηκε το Ράλλειο Φιλολογικό Βραβείο. Το 1907 μετά από διαγωνισμό κέρδισε πανεπιστημιακή υποτροφία για σπουδές στην Ιένα και στο Μόναχο. Σπούδασε βυζαντινή ιστορία και φιλολογία με τους Κρουμπάχερ, Χάιζενμπεργκ, Κρούζιους κ.ά. Από το 1911 εργάστηκε στο Ιστορικό Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσης, του οποίου έγινε διευθυντής το 1926-1931. Το 1913 το Συνέδριο των Ανατολιστών, μετά από πρόταση του Ν. Γ. Πολίτη, του ανέθεσε την εκπόνηση εργασίας για τον Ευστάθιο Θεσσαλονίκης. Το 1918 υπήρξε συνιδρυτής της Εταιρείας Βυζαντινών Σπουδών, ενώ από το 1924 διευθυντής της Επετηρίδος Βυζαντινών Σπουδών. Το 1926 διορίστηκε καθηγητής στη Φιλοσοφική Σχολή Θεσσαλονίκης, όπου όμως δεν δίδαξε. Βλ. Νικόλαος Β. Τωμαδάκης, «Φαίδων I. Κουκουλές», και I. Τ. Παμπούκης, «Βιβλιογραφία Φαίδωνος I. Κουκουλέ 1905-1954», Επετηρίς Εταιρείας Βυζαντινών Σπουδών: «Κανίσκιον Φαίδωνι I. Κουκουλέ», 23 (1953), σ. ζ'-λγ'.

Σελ. 319
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/320.gif&w=600&h=915

τρεις έδρες με αποκλειστικό αντικείμενο τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία και μία η οποία εξέταζε από κοινού τη βυζαντινή και τη νεότερη ελληνική φιλολογία. Αρχαιολογία, ιστορία της τέχνης, ιστορία, φιλολογία, βίος των Βυζαντινών: η συγκομιδή δεν ήταν καθόλου φτωχή. Σε μια εποχή έντονου ενδιαφέροντος για τον μεσαιωνικό κόσμο, ιδιαίτερα τον βυζαντινό, η Φιλοσοφική Σχολή της Αθήνας αφιέρωσε σημαντικό τμήμα του προγράμματος των μαθημάτων της στις σχετικές σπουδές. Το Πανεπιστήμιο επέδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το νέο γνωστικό πεδίο, άσκησε πολύπλευρο και ουσιαστικό ρόλο στη συγκρότησή του, δραστηριότητα που δεν περιορίστηκε στη διδακτική πράξη: υποτροφίες σε φοιτητές, οικονομική ενίσχυση ερευνών, διοργάνωση και συμμετοχή σε διεθνή συνέδρια κ.ά. Παράλληλα διατυπώθηκε ένας λόγος -όπως εντοπίζεται, πέρα από τα διδακτικά εγχειρίδια ή τις παραδόσεις των μαθημάτων, στα επετειακά πανεπιστημιακά κείμενα- ο οποίος τόνιζε την αξία του Βυζαντίου, ιδιαίτερα τη συμβολή του στον παγκόσμιο πολιτισμό.

Η ανάπτυξη του ενδιαφέροντος για το Βυζάντιο

Η επικέντρωση αυτή δεν αποτελούσε ίδιον του Πανεπιστημίου Αθηνών. Από τη δεύτερη δεκαετία του 20ού αιώνα και κατά τον Μεσοπόλεμο το προϋπάρχον ενδιαφέρον για το Βυζάντιο γνώρισε μεγάλη και πολύπλευρη ανάπτυξη, ενώ η μελέτη του αναγνωρίστηκε ως αυτόνομο γνωστικό αντικείμενο διεθνούς εμβέλειας.770

Πέρα από τις έδρες στο Πανεπιστήμιο, υπήρξε μια νέα συσσωμάτωση λογίων, η οποία έθεσε στο επίκεντρο των ενδιαφερόντων της το Βυζάντιο: η Εταιρεία Βυζαντινών Σπουδών (1918), στην ίδρυση και τη λειτουργία της οποίας πρωτοστάτησε ο Φ. Κουκουλές.771 Το 1918 η Αρχαιολογική Εταιρεία, η οποία έως τότε είχε επικεντρώσει τη δραστηριότητά της στην αρχαιότητα, με τροποποίηση του οργανισμού της διεύρυνε τα ενδιαφέροντά της στα μνημεία της βυζαντινής περιόδου έως την Επανάσταση του 1821.772 Το κρατικό ενδιαφέρον για το Βυζάντιο εκδηλώθηκε με ποικίλους τρόπους, όπως η ίδρυση

770. Σημειώνω ενδεικτικά ότι τον Μάιο του 1927, με απόφαση της δεύτερης συνέλευσης της Διεθνούς Επιτροπής Ιστορικών Επιστημών -όπου συμμετείχε και ο Σ. Κουγέας-, δημιουργήθηκε ειδικό τμήμα στην επετηρίδα της ιστορικής βιβλιογραφίας για το Βυζάντιο. Βλ. Ελληνικά 1 (1928), σ. 223-224.

771. Η Τ. Κιουσοπούλου συνδέει τη σύσταση της έδρας Βυζαντινής ιστορίας με πιέσεις της Εταιρείας Βυζαντινών Σπουδών, ό.π., σ. 270.

772. Ν. Σακκά, ό.π., σ. 92.

Σελ. 320
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/321.gif&w=600&h=915

ση του Βυζαντινού Μουσείου (1914), η συνεισφορά στην ίδρυση του Μουσείου Μπενάκη (1930), η χρηματοδότηση του προγράμματος του αρχαιολόγου Αναστασίου Ορλάνδου για την αναστήλωση των βυζαντινών μνημείων, οι εκτεταμένες ανασκαφές βυζαντινών αρχαιολογικών χώρων.773 Το 1921 εκδόθηκαν τα πρώτα διατάγματα για την ανακήρυξη βυζαντινών εκκλησιών και κάστρων από όλη την Ελλάδα ως αρχαιολογικών μνημείων.774 Εκδόθηκαν επίσης εξειδικευμένα περιοδικά: η Επετηρίς Εταιρείας Βυζαντινών Σπουδών (1918) από την Εταιρεία Βυζαντινών Σπουδών και το εξαμηνιαίο Αρχείον των Βυζαντινών Μνημείων της Ελλάδος (1935). Το 1921 ο Ν. Βέης ίδρυσε στο Βερολίνο το γερμανόφωνο περιοδικό Byzantinsch - Neugriechische Jahrbücher, στοχεύοντας μέσω και της γλώσσας σε ένα διεθνές κοινό, στόχευση που παρέμεινε και μετά τη μετακίνηση της έδρας του περιοδικού το 1926 στην Αθήνα. Το Βυζάντιο τέθηκε σε σημαντικό βαθμό στο επίκεντρο των επιστημονικών ενδιαφερόντων, της λογοτεχνίας και της κοινής γνώμης.775

Στην Ελλάδα οι βυζαντινολογικές σπουδές συγκροτήθηκαν τον Μεσοπόλεμο υπό το βάρος των αντίστοιχων διεργασιών στα όμορα βαλκανικά κράτη. Σε διαφορετική τροχιά από εκείνη της αντίκρουσης των θεωριών του Φαλλμεράυερ, όπου η αιχμή του δόρατος στόχευε στην ανάδειξη της σχέσης Αρχαίων - Νεοελλήνων, οι επιστήμονες στα πρώτα χρόνια του 20ού αιώνα επέμεναν στην προβολή του ελληνικού λαού ως κυρίαρχου διαμορφωτή και κληρονόμου της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Κύριος σκοπός ήταν η επισήμανση και η μελέτη των στοιχείων εκείνων της μακραίωνης πορείας του Βυζαντίου που επιβεβαίωναν την ελληνικότητά του. Η επιμονή του Φ. Κουκουλέ στον ιδιωτικό και όχι στον δημόσιο βίο των Βυζαντινών δικαιολογήθηκε από τον μαθητή του Νικόλαο Β. Τωμαδάκη με βάση τις εθνικές σκοπιμότητες του έργου του: ο δημόσιος βίος των Βυζαντινών συγγένευε με τους θεσμούς της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, ενώ ο ιδιωτικός σχετιζόταν με τον αρχαίο ελληνικό κόσμο, ενδιέφερε δηλαδή τα μέγιστα τον νέο ελληνισμό στη λογική της ιδεολογίας της συνέχειας.776

Στο πλαίσιο που είχε δημιουργήσει η Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, η με-

773. Στο ίδιο, σ. 95-96.

774. Αγγελική Κόκκου, Η μέριμνα για τις αρχαιότητες στην Ελλάδα και τα πρώτα μνημεία, Αθήνα, Ερμής, 1977, σ. 139.

775. Βλ. ενδεικτικά την επιρροή της βυζαντινής ενδυμασίας και της κατασκευής και επίπλωσης σπιτιών στη σύγχρονη μόδα, Τόνια Κιουσοπούλου, «Οι βυζαντινές σπουδές...», ό.π., σ. 32.

776. «Φαίδων I. Κουκουλές», ό.π., σ. ιδ'.

Σελ. 321
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/322.gif&w=600&h=915

μελέτη της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας αποτελούσε στην πραγματικότητα προϊόν πολιτικών προταγμάτων, τα οποία συνδυάζονταν με διεθνείς επιστημονικές εξελίξεις. Σε αντίθεση με την αντίληψη που πρυτάνευε στις προσπάθειες του Γεωργίου Λαμπάκη και της ΧΑΕ, οι νεότεροι επιστήμονες τόνιζαν την εθνική, την ελληνική διάσταση των βυζαντινών μνημείων, καθώς και την ανάγκη επιστημονικής επεξεργασίας τους. Όπως σημείωνε ο Αδαμαντίου στο υπόμνημά του για την ίδρυση του πρώτου βυζαντινού μουσείου στη Μακεδονία: Το Βυζαντινόν μουσείον τάχιστα και ευκολότατα θέλει καταστή το πρώτον Ανατολής και Δύσεως. Και θα είναι πρωτίστως ο ναός της τέχνης και της ιστορίας της Μεσαιωνικής Ελλάδος. [...] Εις την τέχνην των μνημείων, άτινα θα κοσμήσουν το Βυζαντινόν Μουσείον, επί των τοίχων και επί ξύλου και επί μαρμάρου, απετυπώθη η σκέψις η Ελληνική, αυτή η ψυχή της μεσαιωνικής Ελλάδος, μεταλαμπαδευθείσα από αιώνων, ως το ακοίμητον φως της καλλιτεχνικής και ιστορικής παραδόσεως ενιαίου και αδιασπάστου εθνικού βίου.777 Γραμμένο τον Σεπτέμβριο του 1913, το υπόμνημα πρότεινε ως τόπο δημιουργίας του πρώτου βυζαντινού μουσείου στην Ελλάδα τη Θεσσαλονίκη. Η ανάδειξη του βυζαντινού χαρακτήρα της πόλης συνεπαγόταν την προβολή του ελληνικού παρελθόντος της, το οποίο με τη σειρά του ενίσχυε τα επιχειρήματα έναντι των άλλων βαλκανικών εθνικισμών σε μια κρίσιμη εθνικά συγκυρία.

Στην προβληματική που αναπτύχθηκε γύρω από το Βυζάντιο ήταν σαφής η αναβάθμιση της σημασίας του σε σχέση με την προηγούμενη περίοδο. Η διαφύλαξη της κληρονομιάς των Αρχαίων, η χριστιανική φιλολογία, η μετάδοση του χριστιανισμού και του πολιτισμού στους γειτονικούς λαούς, και κυρίως η απόκρουση των επιδρομέων και η προστασία του ευρωπαϊκού πολιτισμού αποτέλεσαν κορυφαία στοιχεία της προσφοράς του. Τα στοιχεία αυτά, αν και δεν μπορούσαν να συγκριθούν με τα πνευματικά επιτεύγματα των αρχαίων Ελλήνων, ήταν ωστόσο εξαιρετικά σημαντικά.

Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία αποτελούσε επίδικο αντικείμενο για το σύνολο των βαλκανικών λαών, στο μέτρο που η κληρονομιά της ενίσχυε τις σύγχρονες επιδιώξεις τους.778 Στη σχετική συζήτηση για τη συμμετοχή της Φιλο-

777. «Υπόμνημα προς τον Γενικόν Διοικητήν Μακεδονίας Κύριον Δραγούμην περί ιδρύσεως και οργανώσεως Κεντρικού Βυζαντινού Μουσείου εν Μακεδονία», Βυζαντινά Μνημεία και Βυζαντινόν Μουσείον, Γενική Διοίκησις Μακεδονίας, Εφορεία Αρχαιοτήτων, Θεσσαλονίκη 1914, σ. 23. Το σχετικό απόσπασμα δημοσίευσε και σχολίασε η Όλγα Γκράτζιου, «Από την ιστορία ...», ό.π., σ. 65.

778. Το ενδιαφέρον των βαλκανικών λαών αποτυπώθηκε και στην πληθώρα των πόλεων που φιλοξένησαν τα διεθνή βυζαντινολογικά συνέδρια. Το Α', με πρόταση

Σελ. 322
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/323.gif&w=600&h=915

Φιλοσοφικής Σχολής στο Β' Βυζαντινολογικό Συνέδριο που διεξήχθη στο Βελιγράδι το 1927, ο Αδαμαντίου τόνιζε το γεγονός ότι το Βυζάντιο είχε μετατραπεί σε πεδίο αντιπαράθεσης ανάμεσα στους Ρώσους και στους άλλους βαλκανικούς λαούς. Εξέφραζε δε τη λύπη του γιατί πρόλαβαν οι Ρουμάνοι πρώτα και έπειτα οι Σέρβοι να διοργανώσουν τα συνέδρια, ενώ ήταν αναγκαία η διεξαγωγή του επομένου στην Αθήνα, μετά από συνεννόηση με την κυβέρνηση. Η Σχολή συμφώνησε με τις επισημάνσεις του καθηγητή της Βυζαντινής τέχνης και ευχήθηκε την όσο το δυνατόν μεγαλύτερη αντιπροσώπευση του Πανεπιστημίου σε μια αποστολή όπου θα ηγεμόνευε το προσωπικό της.779 Η προγονική κληρονομιά διέθετε έναν έντονο συμβολισμό, σφράγιζε την ελληνικότητα των περιοχών στις οποίες είχε εξαπλωθεί.

Σημειώνω ότι βρισκόμαστε έναν χρόνο μετά από την έναρξη της λειτουργίας της Φιλοσοφικής Σχολής Θεσσαλονίκης. Η δυσπιστία απέναντι στα άλλα βαλκανικά κράτη συνδεόταν με την κοινή διεκδίκηση του Βυζαντίου ως πολιτικού και πολιτιστικού προπάτορά τους, διεκδίκηση στενά συνδεδεμένη με εδαφικές βλέψεις και την αναγνώριση της διεθνούς κοινότητας.780 Χαρακτηριστικό της κοινής αυτής αντίληψης, την οποία μοιράζονταν η κρατική μηχανή, το Πανεπιστήμιο και οι συσσωματώσεις των λογίων, ήταν ότι πρώτη ενέργεια της Εταιρείας Βυζαντινών Σπουδών υπήρξε η διαμαρτυρία εναντίον των καταστροφών των Βουλγάρων στην Ανατολική Μακεδονία, η οποία οδήγησε

ση του Νικολάε Γιόργκα, διεξήχθη στο Βουκουρέστι (1924), το Β' στο Βελιγράδι (1927), το Γ στην Αθήνα (1930), το Δ' στη Σόφια (1934), το Ε' στη Ρώμη (1936), ενώ είχε σχεδιαστεί να διεξαχθούν τα επόμενα στη Βηρυτό και στη Βουδαπέστη, αλλά ματαιώθηκαν λόγω του πολέμου. Βλ. Νικόλαος Β. Τωμαδάκης, Κλεις της Βυζαντινής Φιλολογίας ήτοι εισαγωγή εις την Βυζαντινήν Φιλολογίαν, τ. 1, γ' έκδ., Αθήνα 1965, σ. 193-195.

779. Συνεδρίαση 15ης Νοεμβρίου 1926. Τελικά ο Αδαμαντίου δεν συμμετείχε στην αποστολή, καθώς με απόφαση της κυβέρνησης Ελ. Βενιζέλου από τα είκοσι δύο άτομα που εισηγήθηκε η Σύγκλητος επιλέχθηκαν μόλις επτά, ενώ την ευθύνη της αποστολής ανέλαβε ο καθηγητής της Νομικής Δημήτριος Παπούλιας. Στην απόφαση αντέδρασε ο Αδαμαντίου, υποστηρίζοντας ότι παραγκωνίστηκε η Φιλοσοφική (συνεδρίαση 21ης Μαρτίου 1927). Η υπόθεση είχε συνέχεια, καθώς ο Αδαμαντίου μετά από το τέλος του συνεδρίου αρθρογράφησε σχετικά, προκαλώντας την αντίδραση του μέλους της ελληνικής αποστολής Κ. Άμαντου, ο οποίος τον κατηγόρησε ότι υποβάθμισε την ελληνική συμμετοχή. Στην απάντηση του ο Αδαμαντίου επεσήμαινε ότι οι σύνεδροι δεν μπόρεσαν να δώσουν ελληνοπρεπή αίσθησιν στο Συνέδριο και να τονίσουν τη συνέχεια της αρχαίας Ελλάδας με το Βυζάντιο (συνεδρίαση 9ης Μαΐου 1927).

780. Βλ. τις σχετικές επισημάνσεις του Γεωργίου Σωτηρίου, διευθυντή του Βυζαντινού Μουσείου, το 1931: Ν. Σακκά, ό.π,, σ. 98.

Σελ. 323
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/324.gif&w=600&h=915

στην παράδοση το 1922 στον εταίρο Γεώργιο Σωτηρίου κειμηλίων από την περιοχή.781

Η ενίσχυση της Πολιτείας και προς την κατεύθυνση της αναγνώρισης της διεθνούς κοινότητας εμφανίστηκε με αρκετούς τρόπους, όπως η μεταστέγαση του Βυζαντινού Μουσείου στο Μέγαρο Δουκίσσης Πλακεντίας με αφορμή το Γ' Διεθνές Βυζαντινολογικό Συνέδριο (1930), το οποίο διεξήχθη στη χώρα μας. Όπως σημειωνόταν σε προεκλογικό φυλλάδιο το 1933 της απελθούσας κυβέρνησης του Ελευθερίου Βενιζέλου: Μετά πολλής Εθνικής ικανοποιήσεως ηκούσθησαν εντός του Συνεδρίου και εδημοσιεύθησαν εις τον Διεθνή τύπον οι έπαινοι διακεκριμένων ξένων σοφών διά την στοργήν της Ελλάδος προς τα κειμήλια του παρελθόντος της και τον σύγχρονον πολιτισμόν μας. Αι προσπάθειαί μας προς ευπρεπεστέραν συντήρησιν των Βυζαντινών μνημείων προελάμβανον πάσαν ξένην υπόδειξιν.782

Πέρα από τους εθνικούς λόγους, οι πρωτοβουλίες αυτές με σκοπό την ανάδειξη των αρχαιολογικών χώρων και μνημείων εντάσσονταν σε μια ευρύτερη πολιτική προσέλκυσης μαζικού τουρισμού, όπως τη σηματοδοτούσε και η ίδρυση του Ελληνικού Οργανισμού Τουρισμού το 1929,783 Σε αυτό το πλαίσιο και η βυζαντινή κληρονομιά έβρισκε τη θέση της δίπλα στο κυρίαρχο αρχαιοελληνικό παράδειγμα.

Η συνέχεια Βυζαντίου - νεότερου ελληνισμού

Η ανάδειξη του Βυζαντίου ως προγονικής κληρονομιάς μετέθετε το κέντρο βάρους από το δίπολο αρχαιότητα - Βυζάντιο στο δίπολο Βυζάντιο - νεότερος ελληνισμός. Τον δρόμο είχε ανοίξει ο Κρουμπάχερ και τον είχε διευρύνει ο Σπ. Λάμπρος. Στη μοναδική μέχρι το 1926 Φιλοσοφική Σχολή, η καταλυτική παρουσία του τελευταίου δημιούργησε ένα ισχυρότατο παράδειγμα και άφησε πλήθος μαθητών, με τους οποίους άλλωστε είχε διατηρήσει στο μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στενές σχέσεις.

Η επιβίωση βυζαντινών μορφών τέχνης και έκφρασης στους Νεοέλληνες μετέθετε το κέντρο βάρους της σημασίας της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας από θεματοφύλακα της αρχαίας κληρονομιάς σε παραγωγό και πηγή για τα νεότερα χρόνια. Όπως υποστήριζε ο Φ. Κουκουλές, σκοπός του έργου του ήταν η απόδοση της συνέχειας του ελληνικού βίου, η ανάδειξη του πολιτισμού των

781. Βλ. και το κεφάλαιο «Αρχαιολογία και εξωτερική πολιτική. Αναξιοποίητες ευκαιρίες»: Ν. Σακκά, ό.π., σ. 100-108.

782. Στο ίδιο, σ. 17-18.

783. Στο ίδιο, α. 99-100.

Σελ. 324
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/325.gif&w=600&h=915

Βυζαντινών, οι οποίοι μετέδωσαν πολλά στοιχεία του στις νεότερες κοινωνίες και έγιναν εισηγητές θεσμών και ανθρωπισμού ,784 Στο μάθημά του ο καθηγητης δίδαξε δημόσιο και ιδιωτικό βίο των Βυζαντινών με έμφαση στη χρήση των πηγών και στη συλλογή λαογραφικών πληροφοριών από αυτές.785

Η διδασκαλία του Φαίδωνος Κουκουλέ

Το μάθημα του καθηγητή της Ιστορίας του ιδιωτικού βίου των Βυζαντινών αποδεσμεύθηκε πλήρως από τη λογική των αντίστοιχων μαθημάτων των Στ. Κουμανούδη και Ευθ. Καστόρχη, τους οποίους και διαδέχθηκε στο πανεπιστημιακό πρόγραμμα. Το ενδιαφέρον του στράφηκε προς τον βίο των Ελλήνων στη διαχρονική πορεία τους. Είναι χαρακτηριστικό ότι στο πανεπιστημιακό πρόγραμμα μαθημάτων του νέου αιώνα δεν περιελήφθη ως αυτόνομο γνωστικό αντικείμενο ο Bios Ρωμαίων. Η φιλολογία απείχε πλέον παρασάγγας από την αρχαιογνωστική επιστήμη των μέσων του 19ου αιώνα. Το μάθημα του Κουκουλέ, όπως και το μάθημα του Α. Κεραμόπουλλου ο οποίος την ίδια εποχή δίδαξε στη συναφή έδρα του Δημοσίου και ιδιωτικού βίου των αρχαίων Ελλήνων, συνδεόταν ευκρινέστατα με την αρχαιολογία, τη λαογραφία και τις νέες θεματικές που εισήγαγε ο Ν. Πολίτης. Ιδιαίτερα για τον Κεραμόπουλλο σημειώνω ότι είχε σπουδάσει στη Γερμανία και είχε προ της εκλογής του εργαστεί ως αρχαιολόγος, ενώ οι κυριότερες δημοσιεύσεις του, οι οποίες συνεχίστηκαν και μετά την εκλογή του, αφορούσαν την αρχαιολογία.786

Η διδασκαλία του Νίκου Βέη

Στην πλέον όμως συγκροτημένη πρόταση συνέχειας Βυζαντίου - νέου ελληνισμού αναδείχθηκε η διδασκαλία του Ν. Βέη. Πρόσωπο σχεδόν μυθικό για το

784. Γεώργιος Θ. Ζώρας, «Επιμνημόσυνος λόγος εις Φαίδωνα Κουκουλέν», Επιστημονική Επετηρίς Φιλοσοφικής Σχολής τον Πανεπιστημίου Αθηνών 6 (1955-1956), ο. 631.

785. Αικ. Χριστοφιλοπουλου, ό.π., σ. 986-987.

786. Βλ. το Υπόμνημα προς την Φιλοσοφικών Σχολήν του Αθήνησι Πανεπιστημίου περί των έργων Αντ. Λ. Κεραμοπούλλου, υποψηφίου καθηγητού εις την κενήν έδραν του δημοσίου και ιδιωτικού βίου των αρχαίων Ελλήνων, Αθήνα 1924, καθώς και την εργογραφία του στον συλλογικό τόμο Γέρας Αντωνίου Κεραμοπούλλου, Αθήνα, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Επιστημονικαί Πραγματείαι, Σειρά Φιλολογική και Θεολογική 9, 1953. Βλ. ακόμη τον πρόλογο του Σπ. Μαρινάτου στο ίδιο, σ. θ'-ιβ'.

Σελ. 325
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/326.gif&w=600&h=915

Πανεπιστήμιο Αθηνών λόγω της χαρισματικής διδασκαλίας του, των προοδευτικών πολιτικών πεποιθήσεών του και της σχέσης του με τον δημοτικισμό, ο καθηγητής προσέφερε πλήθος διαφορετικών μαθημάτων. Στη διδασκαλία του ήταν σαφής η συνέχεια από τη μέση στη νεότερη ελληνική φιλολογία και ιστορία (δίδαξε έτσι το έτος 1929-1930 Ιστορία της βυζαντινής Φιλολογίας και της επιβιώσεως κατά τους χρόνους της Τουρκοκρατίας). Δίδαξε γενικά ιστορία της βυζαντινής και νεοελληνικής φιλολογίας, ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας (από τον Σολωμό έως και τα σύγχρονα χρόνια με έμφαση στον Παλαμά), βυζαντινή υμνολογία και αγιολογία. Σημαντικό τμήμα των μαθημάτων του αφιερώθηκε στην ερμηνεία: επιγραφές, βυζαντινά και νεοελληνικά κείμενα, είτε λόγια είτε δημώδη. Δίδαξε ακόμη ιστοριογραφία των νεότερων ελληνικών χρόνων με επίκεντρο την Επανάσταση του 1821 καθώς και γεωγραφική φιλολογία για τις ελληνικές χώρες κατά τους μέσους αιώνες. Στη διδασκαλία του χρησιμοποίησε χωρίς διαφοροποίηση και τους δύο όρους : βυζαντινή και μέση περίοδος. Στη φροντιστηριακή του διδασκαλία, συνεχίζοντας το έργο του Λάμπρου , ο Βέης ασχολήθηκε κυρίως με τη βυζαντινή παλαιογραφία αλλά και με τη διπλωματική και την παπυρολογία, ενώ πραγματοποίησε γενικές ασκήσεις με αντικείμενο τη μέση και νεότερη φιλολογία. Ήταν ο πρώτος καθηγητής (είχε προηγηθεί ο υφηγητής Ιωάννης Συκουτρής) ο οποίος πραγματοποίησε φροντιστήρια «εν στενοτάτω κύκλω».

Η διδασκαλία του Αδαμάντιου Αδαμαντίου

Ο καθηγητής που πρώτος ανέλαβε έδρα με αντικείμενο το Βυζάντιο δίδαξε αρχαιολογία και τέχνη εντός της Αυτοκρατορίας, είτε κατά χρονική ακολουθία (με βάση τους αυτοκράτορες) είτε κατά περιοχές (Μυστράς, Θεσσαλονίκη, Κωνσταντινούπολη, Άγιον Όρος). Στα μαθήματά του επίσης περιλαμβάνονταν ο πολιτισμός, ο δημόσιος και ιδιωτικός βίος, η ζωή στις πόλεις. Ο Αδαμαντίου διαχώρισε το φροντιστήριο του σε γενικό και ειδικό. Στο μεν πρώτο πραγματευόταν γενικότερα ζητήματα όπως οι βιβλιοθήκες, τα χειρόγραφα, τα βοηθήματα, τα μουσεία, ενώ στο δεύτερο έδινε στους φοιτητές του θέματα προς έρευνα. Στο πλαίσιο του φροντιστηριακού του μαθήματος πραγματοποίησε ακόμη επισκέψεις σε μουσεία, ενώ δίδαξε το ακαδημαϊκό έτος 19321933 για τις ελληνιστικές πόλεις (Αλεξάνδρεια, Αντιόχεια κ.ά.) ως κέντρα της βυζαντινής τέχνης.

Σελ. 326
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/327.gif&w=600&h=915

Η ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΑΜΑΝΤΟΥ

Ο Κωνσταντίνος Άμαντος (1874-1960)787 δίδαξε σταθερά κατά τη διάρκεια της θητείας του τρίωρο μάθημα βυζαντινής ιστορίας και μία ή δύο ώρες την εβδομάδα φροντιστηριακές ασκήσεις. Απόφοιτος του Γυμνασίου της ιδιαίτερης πατρίδας του, της Χίου, ο νέος καθηγητής, αφού πρώτα γράφτηκε δύο εξάμηνα στη Φιλοσοφική Σχολή, μετέβη στη Γερμανία, όπου παρακολούθησε όπως και ο Κουγέας στα Πανεπιστήμια του Βερολίνου και του Μονάχου τα μαθήματα του Κρουμπάχερ, του Ντιλ, του Κρούζιους, του Χάρνακ κ.ά. Το 1903 αναγορεύθηκε διδάκτορας του Πανεπιστημίου του Μονάχου με την εργασία του για τις καταλήξεις των ελληνικών τοπωνυμίων. Μετά το πέρας των σπουδών του εργάστηκε ως καθηγητής στο Γυμνάσιο της Χίου (1904-1911), ως διευθυντής του Γυμνασίου και Διδασκαλείου Λευκωσίας (1911) και της Αμπετείου Σχολής στο Κάιρο (1912-1914). Από το 1914 έως το 1925 εργάστηκε, χάρη στον Γεώργιο Χατζιδάκι,788 ως συνεργάτης-συντάκτης του Ιστορικού Λεξικού της Ελληνικής Γλώσσης, του οποίου χρημάτισε και διευθυντής έως την εκλογή του στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Σύμφωνα και με τους σχετικούς τίτλους, το πλήρες ανάπτυγμα του μαθήματος του, διάρκειας τριών ή τεσσάρων ακαδημαϊκών ετών, περιελάμβανε εισαγωγή και στη συνέχεια την ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας από τον Μέγα Κωνσταντίνο έως και την Άλωση, σε χρονολογική σειρά με βάση τη διαδοχή των αυτοκρατόρων. Το 1939 αποχώρησε από το Πανεπιστήμιο σε ηλικία εξήντα πέντε χρονών, λόγω του νόμου περί ορίου ηλικίας της μεταξικής κυβέρνησης.

Συνεχίζοντας την παράδοση των μεγάλων ιστορικών που δίδαξαν στη Φιλοσοφική Σχολή, του Κ. Παπαρρηγόπουλου και ιδιαίτερα του καθηγητή του Σπ. Λάμπρου, ο Άμαντος επέδειξε στην επιλογή των μελετών του ευρύτητα χρονολογική και θεματική, εστιασμένος όμως πάντα στην πορεία του ελληνικού έθνους. Είναι χαρακτηριστική η κατηγοριοποίηση των έργων του από τους μαθητές του: ιστορικά, γλωσσικά και γλωσσογεωγραφικά (όρος δι-

787. Βλ. Αλέξανδρος Βογιατζόγλου, «Κωνσταντίνος Άμαντος», Αφιέρωμα εις Κ. I. Άμαντον, Αθήνα 1940, σ. α'-δ', Διον. Α. Ζακυθηνός, «Κωνσταντίνος Άμαντος (18741960) Νεκρολογία», Επετηρίς της Εταιρείας Βυζαντινών Σπουδών 29 (1959), σ. 449-455, και Κ. Θ. Δημαράς, Το έργο του Κωνσταντίνου Αμάντου. Λόγος επιμνημόσυνος, Αθήνα 1961. Για την εργογραφία του βλ. «Κατάλογος Μελετών Κ. Αμάντου», Αφιέρωμα..., ό.π., σ. ε'-ια', και Φ. Κ. Μπουμπουλίδης, «Αναγραφή δημοσιευμάτων Κωνσταντίνου I. Αμάντου», Εις μνήμην Κ. I. Αμάντου 1874-1960, Αθήνα 1960, σ. ιζ'-μ'.

788. Κ. Άμαντος, «Βιογραφικά σημειώματα», Χιακά Χρονικά 7 (1975), σ. 74.

Σελ. 327
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/328.gif&w=600&h=915

δικός του), φιλολογικά, γεωγραφικά, διάφορα, σχολικά, βιβλιοκρισίες.789

Ο Άμαντος, έχοντας ήδη πριν από τον διορισμό του σημαντικό και εκτεταμένο συγγραφικό έργο, στο οποίο συμπεριλαμβάνονταν μελέτες για το Βυζάντιο, δημοσίευσε τρία βιβλία που είχαν άμεση σχέση με την πανεπιστημιακή του διδασκαλία. Το 1933 εξέδωσε εισαγωγή στη βυζαντινή ιστορία, προορισμένη για τους φοιτητές της Φιλοσοφικής Σχολής. Η συντομία του βιβλίου δικαιολογούνταν από τον συγγραφέα του από το γεγονός ότι οι φοιτητές ήταν πτωχοί και ως εκ τούτου δεν έπρεπε να έχει υψηλό κόστος.790 Το 1939, τη χρονιά που «βιαίως» συνταξιοδοτήθηκε, εξέδωσε τον πρώτο τόμο της βυζαντινής ιστορίας του (επανέκδοση 1957). Όπως σημείωνε στην εισαγωγή του, η συγκεκριμένη έκδοση απέβλεπε στο να βοηθήσει τις μελέτες των ελλήνων φοιτητών, των καθηγητών της μέσης εκπαίδευσης και γενικότερα των λογίων.791 Εύλογα θα υπέθετε κανείς ότι το κύριο σώμα του κειμένου είχε βασιστεί στις πανεπιστημιακές του παραδόσεις, όπως και ο δεύτερος τόμος, ο οποίος ήλθε οκτώ χρόνια αργότερα (πρώτη έκδοση 1947, επανέκδοση 1957). Η καθυστέρηση στην έκδοση του δεύτερου τόμου οφειλόταν, όπως υποστήριζε ο Άμαντος, στην έλλειψη βιβλιογραφικών βοηθημάτων λόγω της αναγκαστικής συνταξιοδότησής του σε μια εποχή οικονομικών στερήσεων, αλλά και λόγω του πολέμου και της Κατοχής.792 Παρ' όλο που στο μάθημά του δίδασκε το σύνολο της βυζαντινής ιστορίας, οι δυο τόμοι κάλυπταν τη βυζαντινή ιστορία έως το 1204. Κείμενα του Άμαντου από τη θητεία του στο Πανεπιστήμιο συγκεντρώθηκαν και στη συλλογή Μικρά Μελετήματα (1940), ενώ δημοσιεύθηκαν αυτοτελώς πανεπιστημιακοί επετειακοί του λόγοι. Τα έργα του για το Βυζάντιο αποτελούν τις μεγαλύτερες σε έκταση ιστορικές συνθέσεις, έργα που γνώρισαν την αποδοχή των συγκαιρινών του, φοιτητών, εκπαιδευτικών, λογίων, όσων ενδιαφέρονταν για την εθνική ιστορία και αποσκοπούσαν στη μεταφορά των πορισμάτων της νεότερης έρευνας στο ελληνικό κοινό.793

Σε μια απόπειρα κωδικοποίησης του συγγραφικού του έργου για το Βυ-

789. «Κατάλογος...», ό.π.

790. Κ. Άμαντος, Εισαγωγή εις την Βυζαντινήν Ιστορίαν. Το τέλος τον αρχαίου κόσμου και η αρχή του μεσαίωνας, Αθήνα 1933, σ. 3.

791. Κωνσταντίνος I. Άμαντος, Ιστορία τον βυζαντινού κράτους. Τόμος πρώτος: 395867 μ.Χ., Αθήνα 1939, σ. γ"-δ'.

792. Βλ. «Πρόλογος», Κωνσταντίνος I. Άμαντος, Ιστορία του βυζαντινού κράτους. Τόμος δεύτερος: 867-1204, Αθήνα, Collection de l'Institut Français d'Athènes, 1947.

793. Βλ. Κ. Άμαντος, Ιστορία του βυζαντινού κράτους. Τόμος πρώτος..., ό.π.

Σελ. 328
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/329.gif&w=600&h=915

Βυζάντιο μπορούμε να εντοπίσουμε τα ακόλουθα χαρακτηριστικά: βιβλιογραφική ενημέρωση, εμμονή στη συνέχεια της ιστορίας του ελληνικού έθνους, ευρύτητα στην προσέγγιση των ιστορικών γεγονότων, εθνογραφική προσέγγιση της ελληνικής ιστορίας και ανάδειξη της επικαιρότητας της μελέτης του παρελθόντος. Ας τα δούμε στη συνέχεια πιο αναλυτικά.

Βιβλιογραφική ενημέρωση

Τα αυτοτελή έργα του Άμαντου για το Βυζάντιο δεν συνιστούν πρωτότυπες συμβολές. Απευθύνονται σε ένα ευρύτερο κοινό και έχουν σε μεγάλο βαθμό παιδευτικούς στόχους. Παρ' όλα αυτά ο συγγραφέας χρησιμοποίησε για την τεκμηρίωσή τους έναν πολύ μεγάλο αριθμό πρωτογενών πηγών, όπως οι βυζαντινοί χρονικογράφοι, καθώς επίσης και εκτεταμένη δευτερογενή βιβλιογραφία. Πρόκειται για μελέτες στην πλειονότητά τους γερμανόφωνες, εκ των οποίων οι περισσότερες είχαν δημοσιευθεί τον 20ό αιώνα και αρκετές ήταν σύγχρονες με την έκδοση των βιβλίων του. Σημαντικό τμήμα καταλάμβαναν τα βιβλία συγγραφέων που γνώρισε στις σπουδές του ή υπήρξαν και καθηγητές του.

Η βιβλιογραφική ενημέρωση και η αναφορά των πηγών αποτελούσε κατά τον Άμαντο έναν από τους πλέον σταθερούς πυλώνες της συγκρότησης του ιστορικού. Στα φροντιστήριά του ασκούσε τους φοιτητές στη σύνταξη βιβλιογραφικών δελτίων και στην κριτική των πηγών και των βιβλίων που χρησιμοποιούσαν, ενώ έδινε ιδιαίτερη έμφαση στη δημιουργία βιβλιοθηκών και στη χρήση τους, τόσο από το ευρύ κοινό όσο και από τους φοιτητές.794

Η χρήση και η αναφορά της βιβλιογραφίας επισημάνθηκαν και στην υποδοχή των βιβλίων από τον Τύπο και τους ειδικούς. Στη βιβλιοκρισία του για την εισαγωγή τού 1932 στο περιοδικό Νέα Εστία ο παλαιός μαθητής του Κ. Θ. Δημαράς τόνιζε ότι επρόκειτο για πρωτογενή δουλειά, χωρίς ρητορείες, σε αντίθεση με τις ιστορίες των Παπαρρηγόπουλου και Λάμπρου, οι οποίοι δούλευαν από δεύτερο και τρίτο χέρι, αμελώντας ακόμη και να ενημερώσουν τους αναγνώστες τους για τα βοηθήματα που είχαν χρησιμοποιήσει. Όπως σημείωνε ο Δημαράς, το βιβλίο του Άμαντου αναδείκνυε την ελληνική, από τεχνική και μεθοδολογική πλευρά, ισότιμη με την ευρωπαϊκή ιστοριογραφία.795

794. Βλ. «Προς τους φοιτητάς», Μικρά Μελετήματα. Άρθρα και λόγοι, Αθήνα 1940, σ. 314-320.

795. Κ. Θ. Δημαράς, «Αμάντου Κ. Εισαγωγή εις την Βυζαντινή Ιστορία», Νέα Εστία 14 (1933), σ. 1119-1122.

Σελ. 329
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/330.gif&w=600&h=915

Η συνέχεια της ιστορίας του ελληνικού έθνους

Στην Εισαγωγή της βυζαντινής ιστορίας του ο Άμαντος αφιέρωσε τις περισσότερες σελίδες στην εξιστόρηση της πορείας των Ελλήνων από την κάθοδο των Δωριέων έως την πλήρη κυριαρχία τους στο Βυζάντιο του 7ου αιώνα. Στην αφήγηση του, μια αφήγηση περιπετειών και επαφών των Ελλήνων με άλλα έθνη και κράτη, κυρίαρχο στοιχείο συνιστούσε η συνέχεια της πορείας του ελληνικού έθνους, το οποίο διέσχισε ως κυρίαρχη οντότητα τον χώρο και τον χρόνο βασισμένο στην εκπολιτιστική του δύναμη. Τα ερωτήματά του δεν αφορούν ζητήματα συνέχειας, αλλά τον τρόπο που χρησιμοποιήθηκε αυτή η δύναμη. Σε αυτό το πλαίσιο η ενασχόληση με τον Μέγα Αλέξανδρο δεν επικεντρώθηκε στην ελληνικότητα των Μακεδόνων αλλά στην ατυχή, κατά τον Άμαντο, επιλογή της αποστολής των στρατευμάτων του στην Ασία. Η δημιουργία της αυτοκρατορίας και έπειτα των ελληνιστικών κρατών είχε αποτέλεσμα την αποδυνάμωση του ελληνισμού -εστιασμένου κατά κύριο λόγο στον χώρο που καταλάμβανε το ανεξάρτητο ελληνικό κράτος-, την εγκατάλειψη της Βαλκανικής χερσονήσου και την κατάκτηση από τους Ρωμαίους.796 Στη συνέχεια βέβαια, και παρά την ισχυρή ρωμαϊκή κρατική παράδοση, η μεταφορά της πρωτεύουσας στην Κωνσταντινούπολη και στην Ανατολή, όπου κυριαρχούσε η ελληνική πνευματική παράδοση και η εκτεταμένη χρήση της ελληνικής γλώσσας από την Εκκλησία, οδήγησε στον γρήγορο εξελληνισμό της Αυτοκρατορίας.797 Στοιχεία όπως ο αγροτικός χαρακτήρας του ελληνικού έθνους διέτρεχαν την αδιάσπαστη πορεία του, ενώ η διατήρησή τους διασφάλιζε τη διαιώνιση και τη δυναμική του παρουσία. Αποδεχόμενος πλήρως το σχήμα του Κ. Παπαρρηγόπουλου, ο Άμαντος, βασισμένος σε μια σειρά από πορίσματα νεότερων ερευνητών, επιχείρησε να ενισχύσει την εικόνα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας ως ελληνικής και ταυτόχρονα να αναβαθμίσει τη θέ-

796. Βλ. Εισαγωγή..., ό.π., σ. 29-31.

797. Στο ίδιο, σ. 70-88. Ο Άμαντος δέχτηκε την κριτική του Γ. Κορδάτου, ο οποίος θεωρούσε ότι δεν μπορεί σε μια εισαγωγή βυζαντινής ιστορίας να αφιερώνονται τόσες σελίδες στην αρχαία Ελλάδα. Επί της ουσίας ο Κορδάτος κατηγορούσε τον καθηγητή ότι έβλεπε μόνο προτερήματα στους αρχαίους Έλληνες, ενώ παραγνώριζε την οικονομία ως τον πλέον καθοριστικό παράγοντα διαμόρφωσης του αρχαίου κόσμου. Η δεύτερη βασική κριτική του αφορούσε την επικράτηση του χριστιανισμού, την οποία ο Άμαντος συνέδεε με το κήρυγμα της ισότητας, ενώ ο Κορδάτος τη θεωρούσε απόρροια του γεγονότος ότι η άρχουσα τάξη χρησιμοποίησε τη νέα θρησκεία ως συνδετικό κρίκο της Αυτοκρατορίας. Βλ. «Κων. Άμαντου: Εισαγωγή εις την Βυζαντινήν ιστορία...», ό.π., σ. 30-31.

Σελ. 330
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/331.gif&w=600&h=915

ση της στον παγκόσμιο πολιτισμό. Η σημαντικότερη συμβολή της ήταν η απόκρουση των διαφόρων ασιανών και άλλων επιδρομέων, ιδιαίτερα δε των μωαμεθανών. Ο βυζαντινός πολιτισμός αποτελούσε αναπόσπαστο τμήμα του ευρωπαϊκού της εποχής του. Ο θρησκευτικός χαρακτήρας του, ο οποίος είχε αντιμετωπιστεί σε προηγούμενες προσεγγίσεις, με αφετηρία τον Γκίμπον, ως αρνητική ιδιαιτερότητα, είχε προσφέρει τη χριστιανική φιλολογία.798 Η αναθεώρηση της εικόνας του Βυζαντίου συνδεόταν με την ανακάλυψη της τέχνης και λογοτεχνίας του, ιδιαίτερα της ακριτικής ποίησης, η οποία επέζησε στο στόμα του ελληνικού λαού.799

Η ευρύτητα της ιστορίας

Η αναφορά στην τέχνη και στη γραμματεία μάς μεταφέρει σε ένα άλλο χαρακτηριστικό της συγγραφής του Άμαντου. Παρά τη χρονολογική σειρά που ακολούθησε, ο ιστορικός δεν περιορίστηκε σε μια αυστηρή πολιτική ιστορία, αφιερωμένη μόνο στις διαδοχές των αυτοκρατόρων και στους πολέμους. Αντίθετα, έδωσε ιδιαίτερη έμφαση, σε αντίθεση με προηγούμενες συνθέσεις και ιδιαίτερα με το πρώτο εγχειρίδιο του Παύλου Καρολίδη, στον πολιτισμό, στη θρησκεία, στην οικονομία, στην κοινωνική οργάνωση των Βυζαντινών, αναφερόμενος κυρίως στη φιλανθρωπία, επιχειρώντας και μέσω αυτών των στοιχείων να φωτίσει την πορεία της Αυτοκρατορίας. Η επισήμανση της οικονομίας ως κυρίαρχης συνιστώσας για την πορεία του Βυζαντίου, η έμφαση στη σημασία της φιλανθρωπίας ως παράγοντα εξομάλυνσης των κοινωνικών διαφορών και διατήρησης του κράτους, οι σελίδες οι αφιερωμένες στις αιρέσεις αλλά και στην εικονομαχία, τα κεφάλαια όπου ασχολείται με τον πολιτισμό δίνουν στην ιστορία του πληρέστερο χαρακτήρα από τις προηγούμενες, ενσωματώνοντας στοιχεία από ποικίλες ελληνικές και ξένες ειδικές μελέτες. Τα θέματα αυτά σφράγιζαν και την ακαδημαϊκή διδασκαλία του. Όπως θυμάται η Αικατερίνη Χριστοφιλοπούλου, ο καθηγητής έδινε έμφαση σε εθνολογικά θέματα, στην πνευματική και ηθική υπόσταση των πρωταγωνιστών της ιστορίας, στην πολιτική ή στη στρατιωτική δράση, στις θεολογικές έριδες, στον εκχριστιανισμό των ξένων λαών. Αντιθέτως, δεν ασχολήθηκε ιδιαίτερα με τους διοικητικούς θεσμούς, την κρατική λειτουργία, την οικονομική και κοινωνική

798. Κωνστ. I. Άμαντος, «Το Βυζάντιον και αι βυζαντιναί σπουδαί», Μικρά Μελετήματα..., ό.π., σ. 126-146.

799. Στο ίδιο, σ. 135.

Σελ. 331
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/332.gif&w=600&h=915

οργάνωση, θέματα τα οποία δεν απασχολούσαν, σύμφωνα με την Αικ. Χριστοφιλοπούλου, τους ερευνητές πριν από τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο ,800

Η εθνογραφική προσέγγιση και η επικαιρότητα της διδασκαλίας

Η εθνογραφική προσέγγιση αποτέλεσε τη σημαντικότερη συμβολή του Άμαντου, τόσο στη βυζαντινή ιστορία όσο και γενικότερα στο ιστοριογραφικό του έργο. Με τον όρο εθνογραφική ο ιστορικός αναφερόταν στην ιστορία των άλλων εθνών, κυρίως των βαλκανικών, και στις σχέσεις τους με τους Έλληνες στη διαχρονία. Οι σχέσεις αυτές αποτέλεσαν και τον πλέον σταθερό άξονα που διατρέχει και την οπτική του για τη βυζαντινή ιστορία, από την εισαγωγή τού 1933 έως και τον δεύτερο τόμο της, καθώς και σε μεμονωμένες αυτοτελείς μελέτες και άρθρα για την ίδια περίοδο. Η μελέτη των διαφορετικών εθνικοτήτων εντός κρατικών σχηματισμών στη Βαλκανική χερσόνησο δημιουργούσε ένα νέο πλαίσιο στη συνολική θεώρηση της ελληνικής ιστορίας. Το πλαίσιο αυτό αποτύπωνε την επανανάγνωση του σχήματος του Παπαρρηγόπουλου, που οριζόταν πλέον με συντεταγμένες τις σχέσεις των εθνικών συσσωματώσεων, τους ανταγωνισμούς και τις επιδιώξεις τους σε συνάρτηση με τους εξωτερικούς κινδύνους. Η επισήμανση της σημασίας των βόρειων συνόρων από την αρχαιότητα έως σήμερα, το πρόβλημα των σχέσεων με τους γειτονικούς λαούς αποτελούσαν ζητήματα που έθετε το Μακεδονικό, η μεσοπολεμική συγκυρία, οι Βαλκανικοί Πόλεμοι, η Μικρασιατική Καταστροφή. Εξ αυτών ορμώμενος ο ιστορικός προσέγγιζε το παρελθόν στο πλαίσιο ενός επεξεργασμένου σκεπτικού πολιτικής στην ουσία παρέμβασης αναφορικά με το τι μέλλει γενέσθαι στη συγκυρία.801 Η προσέγγισή του αυτή συνδεόταν με μια ολόκληρη «εθνική» στοχοθεσία αναφορικά με την ενδυνάμωση του ελληνικού κράτους μέσα από τη συσπείρωση εντός του γεωγραφικού του χώρου, την ενίσχυση της γεωργίας, την αποφυγή της μετανάστευσης και τον εποικισμό των Νέων Χωρών με έλληνες γεωργούς, οι οποίοι θα απέτρεπαν την εθνολογική αλλοίωση των γηγενών. Χρησιμοποιώντας τα πορίσματα της ιστοριογραφικής του διαδρομής στη συγχρονία, ο Άμαντος ενίσχυε τα ελληνικά επι-

800. Αικ. Χριστοφιλοπούλου, ό.π., σ. 983.

801. Για τις προτάσεις του Άμαντου, τις πολιτικές του θέσεις στον Μεσοπόλεμο και τη σύνδεση του με τον βενιζελισμό σε συνδυασμό με το ιστοριογραφικό του έργο βλ. Ελισάβετ Κοντογιώργη, «Ο Κωνσταντίνος Άμαντος και οι απόψεις του για τη σημασία και τον εκσυγχρονισμό της υπαίθρου»: Δελτίο του Κέντρου Ερεύνης της Ιστορίας του Νεωτέρου Ελληνισμού, τ. 1 (1998): «Μνήμη Ελευθερίου Πρεβελάκη», σ. 155-190.

Σελ. 332
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/333.gif&w=600&h=915

επιχειρήματα σε μια εποχή σημαντικών αναταράξεων στην περιοχή: οι απειλές των Βουλγάρων, ο ι μη ελληνόφωνοι πληθυσμοί, η ερήμωση της υπαίθρου, η άνοδος του κομμουνιστικού κόμματος συνιστούσαν προβλήματα της συγχρονίας που τον ανάγκαζαν να στρέφει την ιστορική του έρευνα προς συγκεκριμένες κατευθύνσεις όπως η εθνογραφική ταυτότητα της Μακεδονίας στα μεσαιωνικά χρόνια, με κυρίαρχο στόχο την αντιμετώπιση των εθνικών προβλημάτων. Όπως σημείωνε ο Κ. Θ. Δημαράς στον επικήδειο του για τον καθηγητή, ο Άμαντος υποστήριζε ότι ενδεχομένως δεν υπήρχε άλλος Έλληνας που να υπηρέτησεν επιστημονικώτερον τα επίκαιρα εθνικά ζητήματα.802 Η διατύπωση είναι απολύτως ενδεικτική του τρόπου με τον οποίο ο Άμαντος αντιλαμβανόταν το έργο του, γεγονός που αποτυπώθηκε άλλωστε και σε μια σειρά από δημόσιες παρεμβάσεις του μέσω συλλόγων, εταιρειών κ.ά. Είναι επίσης χαρακτηριστική μιας αντίληψης για τη χρησιμότητα της ιστορίας στην πορεία του έθνους-κράτους, την οποία μοιράστηκαν οι περισσότεροι από τους ιστορικούς που δίδαξαν στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και η οποία σε μεγάλο βαθμό προσέδιδε επικαιρότητα στη διδασκαλία τους. Σημειώνω τις μαρτυρίες των φοιτητών του Αικατερίνης Χριστοφιλοπούλου και Ιωάννη Νοτάρη ότι στη διδασκαλία του ο Άμαντος έκανε παρεκβάσεις με τις οποίες καταδίκαζε τις θέσεις του ΚΚΕ στον Μεσοπόλεμο για την αυτονομία της Μακεδονίας 803

Το ενδιαφέρον του Κ. Άμαντου για τη γλώσσα υπήρξε συνεχές και ενεργό. Η διδακτορική του εργασία αναφερόταν σε γλωσσολογικό θέμα, ενώ η θητεία του στο Ιστορικό Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσης αποτέλεσε την αφορμή για την εκπόνηση μιας σειράς μικρότερων γλωσσικών μελετών, με τις οποίες ασχολήθηκε καθ' όλη τη διάρκεια του επιστημονικού του βίου. Η ενασχόλησή του με τη γλώσσα, πέρα από επαγγελματικούς λόγους, προέκυπτε από την πεποίθησή του ότι αποτελούσε προνομιακό πεδίο ανάδειξης της συνέχειας του έθνους, ένα σημαντικό όπλο εναντίον όσων επιβουλεύονταν την ελληνικότητα των περιοχών που είχε ενσωματώσει πρόσφατα το ελληνικό κράτος. Συνεχίζοντας την παράδοση του Νικολάου Πολίτη προέτρεπε τους φοιτητές του να συγκεντρώνουν γλωσσολογικό υλικό από τις περιοχές όπου εργάζονταν ως καθηγητές, όπως και ο ίδιος είχε κάνει για τη Χίο, ενώ το 1931 συνυπέγραψε

802. Κ. Θ. Δημαράς, Το έργο..., ό.π., σ. 7.

803. Βλ. Αικ. Χριστοφιλοπούλου, ό.π., σ. 984, και Ιωάννης Σ. Νοτάρης, Ο ιστορικός Κωνσταντίνος Άμαντος ως εθνικός διδάσκαλος, Αθήνα 1961, σ. 12-13. Ο τίτλος της μελέτης είναι χαρακτηριστικός της αντίληψης του συγγραφέα για τον ρόλο του ιστορικού.

Σελ. 333
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/334.gif&w=600&h=915

με τους Φαίδωνα Κουκουλέ και Ιωάννη Βογιατζίδη φυλλάδιο με οδηγίες για τη συλλογή του «δημώδους» γλωσσικού υλικού.804

Στον πρόλογο της Εισαγωγής του (1933) ο Άμαντος εξηγούσε ότι θεωρούσε μεγίστην εθνικήν ζημίαν τη χρήση της καθαρεύουσας γιατί εμπόδιζε τη μόρφωση των λαϊκών στρωμάτων, ιδιαίτερα όσων είχαν τελειώσει μόνο το δημοτικό. Παρ' όλο που ο ίδιος χρησιμοποιούσε την καθαρεύουσα, καθώς δεν γνώριζε επαρκώς τους κανόνες της δημοτικής για εκτενή συγγράμματα, πίστευε ότι ήταν ανάγκη πλέον όλα τα κηρύγματα και τα δημοσιεύματα προς τον λαό να είναι γραμμένα στη δημοτική γλώσσα. Μέλος του Εκπαιδευτικού Ομίλου όπως και ο Γ. Σωτηριάδης στα πρώτα χρόνια της λειτουργίας του,805 ο Άμαντος διατηρούσε στενές σχέσεις με αρκετούς δημοτικιστές, υπερασπίζοντας σε όλο τον δημόσιο βίο του τη χρήση μιας «συντηρητικής» δημοτικής, στάση που δεν εγκατέλειψε και κατά τη διάρκεια της θητείας του στο Πανεπιστήμιο.

Η στάση του αυτή, στο πλαίσιο μιας ευρύτερης συσσωμάτωσης καθηγητών οι οποίοι με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο στάθηκαν φιλικοί προς τη δημοτική γλώσσα, δημιούργησε εντάσεις και κάποτε συγκρούσεις εντός της Φιλοσοφικής Σχολής. Η στενή σχέση του με τον Κ. Κρουμπάχερ αποτέλεσε ισχυρό ανασταλτικό παράγοντα για την είσοδο του σε μια σχολή όπου πρωτοστατούσαν καθηγητές όπως ο Γ. Μιστριώτης και ο Γ. Χατζιδάκις, οι οποίοι είχαν συγκρουστεί με τον βαυαρό καθηγητή.806 Είναι χαρακτηριστικό άλλωστε ότι ο Κ. Άμαντος στο υπόμνημά του προς τη Φιλοσοφική, έναν χρόνο μετά τη συνταξιοδότηση του Γ. Χατζιδάκι, υποβάθμιζε τη μαθητεία του στον Κ. Κρουμπάχερ. Ξεκινούσε την απαρίθμηση των καθηγητών που παρακολούθησε στη Σχολή από τον Κ. Κόντο. Μνημόνευε τους ονομαστότερους καθηγητάς Κόντον, Πολίτην, Λάμπρον, Καρολίδην και Χατζιδάκιν,807 ενώ στη συνέχεια ανέφερε μια

804. Αικ. Χριστοφιλοπούλου, ό.π., σ. 984. Βλ. και Κ. Άμαντος, Γλωσσικά μελετήματα, Αθήνα, «Αθηνά» Σύγγραμμα περιοδικόν της εν Αθήναις Επιστημονικής Εταιρείας. Σειρά Διατριβών και Μελετημάτων, 2, 1964.

805. Βλ. τις σχετικές εγγραφές: Αλέξης Δημαράς, Εκπαιδευτικός Όμιλος. Κατάλογος μελών 1910-1927: Σύνθεση-περιγραφή - εκτιμήσεις, Αθήνα, Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας, 1994.

806. Για τη σύγκρουση Κρουμπάχερ - Χατζιδάκι, βλ. Δίκαιος Β. Βαγιακάκος, Γεώργιος Ν. Χατζιδάκις (1848-1941). Βίος και έργον, Αθήνα, Ακαδημία Αθηνών - Κέντρον Συντάξεως του Ιστορικού Λεξικού, Λεξικογραφικόν Δελτίον, Παράρτημα 2, 1977, σ. 60- 70.

807. Κων. I. Άμαντος, Υπόμνημα προς την Φιλοσοφικήν Σχολήν του εν Αθήναις Πανεπιστημίου. Επί τη υποβολή υποψηφιότητας διά την τακτικήν έδραν της Βυζαντινής Ιστορίας, Αθήνα 1924, σ. 1.

Σελ. 334
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/335.gif&w=600&h=915

σειρά από ξένους διδάσκοντες, για να καταλήξει στον Κρουμπάχερ. Στην εκλογή του οι τρεις που δεν τον ψήφισαν επιλέγοντας τον Ν. Βέη (Βορέας, Εξαρχόπουλος, Σκάσσης) ανήκαν στο πλέον συντηρητικό, γλωσσικά τουλάχιστον, τμήμα των καθηγητών της Φιλοσοφικής. Ο Ν. Βέης, όπως θυμόταν πολλά χρόνια αργότερα ο Σ. Κουγέας, προερχόταν από το πνευματικό κλίμα του Κωνσταντίνου Κόντου,808 για τον οποίο άλλωστε έγραψε θερμή νεκρολογία στο πρώτο τεύχος του περιοδικού Βυζαντίς, όπου δημοσιεύθηκε και άρθρο από τα κατάλοιπά του.809 Στο ίδιο τεύχος ο Βέης ασκούσε κριτική στον Λάμπρο με δύο βιβλιοκρισίες, όπου κατηγορούσε τον παλαιό καθηγητή του ότι αγνοούσε πηγές και κυρίως ότι αποσιώπησε προηγούμενες μελέτες του ίδιου για την έκδοση του τυπικού της μονής του Παντοκράτορος στην Κωνσταντινούπολη ·810

Οι εκλογές των καθηγητών και οι συμμαχίες που κάθε φορά διαμορφώθηκαν ανάμεσα στο καθηγητικό προσωπικό της Σχολής δεν περιορίστηκαν μόνο στη γλωσσική τοποθέτηση. Ήταν συνδεδεμένες με προσωπικά αίτια, με γενικότερες ιδεολογικές και πολιτικές διαφορές, φιλοδοξίες και επιστημονικές απόψεις, αντίθετες πολιτικές και ιδεολογικές στρατεύσεις, αλλά και με τη συγκυρία. Ο φόβος της εισπήδησης διδασκόντων από το νεωτεριστικό και δημοτικιστικό στην πλειοψηφία του Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο για την αντίδραση στον διορισμό του Κουκουλέ, συσπειρώνοντας το καθηγητικό προσωπικό εναντίον του. Από την άλλη πλευρά η συγκρότηση της βυζαντινολογίας ήταν εύλογο να προκαλέσει εντάσεις και συγκρούσεις, οι οποίες είτε είχαν τη αφετηρία τους εντός Πανεπιστημίου είτε μεταφέρονταν στον χώρο του.811 Σε αυτό το πλαίσιο οφείλει κανείς να εξετάσει

808. Βλ. Σ. Κουγέας, «Φιλικαί αναμνήσεις», Νέα Εστία, «Αφιέρωμα στον Κωνσταντίνο Άμαντο...», ό.π., σ. 1473, όπου αναφέρει ότι, πέρα από ισχυρούς πολιτικούς και δημοσιογραφικούς παράγοντες έξωθεν, ο Βέης υποστηρίχθηκε στη Σχολή από οπαδούς της κόντειας γλωσσικής παράδοσης.

809. Κωνσταντίνος Σ. Κόντος, «Διορθώσεις εις τας εις Όμηρον παρεκβολάς του Ευσταθίου», Βυζαντίς. Επιθεώρησις των Βυζαντιακών Σπουδών 1 (1909), σ. 372-381.

810. Βλ. Νίκος Βέης, «Σπυρ. Π. Λάμπρου Τρεις ανέκδοτοι μονωδίαι εις την υπό των Τούρκων άλωσιν της Θεσσαλονίκης Εν "Νέω Ελληνομνήμονι". Τόμ. Ε' (1908), σ. 369-391», Βυζαντίς. Επιθεώρησις των Βυζαντιακών Σπουδών 1 (1909), σ. 487-490, και «Σπυρ. Π Λάμπρου, "Το πρωτότυπον του τυπικού της εν Κωνσταντινουπόλει μονής του Παντοκράτορος" Εν "Νέω Ελληνομνήμονι". Τόμ. Ε' (1908), σ. 392-399», στο ίδιο, σ. 490-492.

811. Σημειώνω τη δυσαρέσκεια του Κ. Άμαντου για την απόρριψη το 1918 εγχειριδίου βυζαντινής ιστορίας, το οποίο είχε υποβάλει σε σχετικό διαγωνισμό του υπουργείου Παιδείας και την έγκριση αντίστοιχου βιβλίου του Αδ. Αδαμαντίου. Στη μακρά βιβλιοκρισία του ο Άμαντος προχωρούσε σε οξείες κρίσεις εναντίον του πονήματος

Σελ. 335
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/336.gif&w=600&h=915

σει τη διαμάχη του Αδ. Αδαμαντίου με τον Ν. Βέη, η οποία ξεκίνησε από τη διεκδίκηση της θέσης του εφόρου Αρχαιοτήτων, την οποία τελικά κατέλαβε ο Αδ. Αδαμαντίου, και συνεχίστηκε αναφορικά με τα χειρόγραφα των Μετεώρων και το δικαίωμα μελέτης και ανακοίνωσης επιστημονικών πορισμάτων για αυτά.812 Πέρα από τις προσωπικές φιλοδοξίες είναι διακριτά και τα διαφορετικά περιβάλλοντα από όπου προέρχονταν οι επιστήμονες.

Οι πραγματικότητες έκαναν την εμφάνισή τους σύνθετες και άρρηκτα συνδεδεμένες με τη συγκυρία και τους ανθρώπους. Σημειώνω ενδεικτικά ότι ο Γ. Χατζιδάκις οργανώνοντας το Ιστορικό Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσης επέλεξε ως συνεργάτες του επιστήμονες που είχαν ταχθεί υπέρ της δημοτικής, ανά μεσά τους και τον Κωνσταντίνο Άμαντο. Εάν δεν εκτιμήσουμε αυτούς τους παράγοντες στον πανεπιστημιακό μικρόκοσμο, δεν μπορούμε να εξηγήσουμε την παρουσία μιας μικρής ομάδας καθηγητών εντός της συντηρητικής γλωσσικά Σχολής που στήριξαν τον δημοτικισμό. Αναφέρομαι, εκτός από τον Κ. Άμαντο, τον Σ. Κουγέα και τον Ν. Βέη, στους Π. Λορεντζάτο, Σ. Μενάρδο κ.ά. Πρόκειται για πρόσωπα που προσπάθησαν κάποτε να αρθρώσουν έναν λόγο διαφορετικό σε εκλογές και μείζονα ζητήματα και που λειτούργησαν σε μεγάλο βαθμό ως στρατόπεδο, είτε υποστηρίζοντας την εκλογή του ενός ή του άλλου καθηγητή είτε ενισχύοντας φοιτητές στην εξεύρεση εργασίας ή στη συνέχιση των σπουδών τους, ακόμη και οικονομικά.

Εάν το γλωσσικό ζήτημα αποτέλεσε σημαίνοντα παράγοντα για τη συγκρότηση των βυζαντινών σπουδών στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και τη θέση της ιστορίας σε αυτές, δεν είναι και ο αποκλειστικός. Ο κυρίαρχος κατά τη γνώμη μου παράγων ήταν η θέση που η ιστορία κλήθηκε να καταλάβει στο πλαίσιο αυτών των σπουδών. Θα προσπαθήσω στη συνέχεια να τεκμηριώσω τον συλλογισμό.

Η ΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗ ΤΩΝ ΕΔΡΩΝ ΓΙΑ ΤΗ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ

Η μεταρρύθμιση του 1911 προσέθεσε μια έδρα Βυζαντινής τέχνης και αρχαιολογίας στις έδρες του Πανεπιστημίου. Στην αιτιολογική έκθεση της κοινο-

ματος του Αδαμαντίου. Βλ. Κ. Άμαντος: «Αδαμαντίου I. Αδαμαντίου. Ιστορία της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Εγκεκριμένη διά την τρίτην τάξιν του Γυμνασίου και τους αντιστοίχους των σχολείων της Μ. Εκπαιδεύσεως. Αθήναι. 1919», Α&ηνά3ί (1919), σ. 173-190.

812. Βλ. τα τεκμήρια σχετικά με τη σύγκρουση: Μαίρη Ν. Βέη, Ιστοριοδιφικά ταξίδια του Νίκου Βέη εις την Θεσσαλίαν Και άλλαι προσωπικότητες συνδεόμεναι προς αυτόν και την Θεσσαλίαν. Μέρος πρώτον, Αθήνα 1971.

Σελ. 336
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Η συγκρότηση της ιστορικής επιστήμης και η διδασκαλία της ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (1837-1932)
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 317
    

    ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ'

    ΣΥΓΚΡΟΤΩΝΤΑΣ ΕΝΑ ΝΕΟ ΓΝΩΣΤΙΚΟ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ: ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΛΟΓΙΑ

    ΟΙ ΒΥΖΑΝΤΙΝΕΣ ΣΠΟΥΔΕΣ ΣΤΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΘΗΝΩΝ Έδρα Βυζαντινής ιστορίας

    Στις 4 Μαρτίου του 1924 συζητήθηκε στη Φιλοσοφική Σχολή η πλήρωση της νέας έδρας της Βυζαντινής ιστορίας. Στην επιτροπή για την κρίση των υποψηφίων συμμετείχαν οι καθηγητές Γ. Σωτηριάδης, Θ. Βορέας και Σ. Κουγέας. Υποψήφιοι ήταν ο Κωνσταντίνος Άμαντος, ο Νίκος Βέης, ο Ιωάννης Βογιατζίδης762 και ο Μ. Βολονάκης. Στην έκθεση της επιτροπής, που βασίστηκε στο συγγραφικό έργο των υποψηφίων, ο Ιω. Βογιατζίδης θεωρήθηκε απλώς επαρκής, ενώ επικρινόταν και πάλι έντονα ο Μ. Βολονάκης για την ανεπάρκεια των συγγραμμάτων του. Αντίθετα, διατυπώθηκαν επαινετικές κρίσεις για τον Ν. Βέη και τον Κ. Άμαντο. Ο πρώτος όμως θεωρήθηκε πλέον κατάλληλος για τη Μέση ελληνική φιλολογία, ενώ ο Άμαντος υπέρτερος στα ιστοριογραφικά προσόντα.763 Στην επιτροπή απάντησε με υπόμνημα ο Μ. Βολονάκης,764 για το οποίο επικρίθηκε έντονα από τον Σ. Κουγέα στη συζήτηση

    762. Ο Ιω. Βογιατζίδης σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών και είχε πραγματοποιήσει μεταπτυχιακές σπουδές αρχαίας και βυζαντινής ιστορίας στο Μόναχο. Μετά την επιστροφή του στην Αθήνα εργάστηκε ως συντάκτης του Ιστορικού Λεξικού (1914-1925) και εξέδωσε με ανάθεση της Επιτροπής Καταλοίπων του Σπ. Λάμπρου τα Παλαιολόγεια και Πελοποννησιακά του εκλιπόντος καθηγητή. Μετά από τη δημιουργία του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης διορίστηκε εκεί καθηγητής της Ιστορίας, έως ότου συνταξιοδοτήθηκε το 1948. Στ. Καψωμένος, Β. Ν. Τατάκης, «Βογιατζίδης Ιω.», Χρονικά του Πειραματικού Σχολείου του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, 1969, σ. 3-10.

    763. Βλ. Φιλοσοφική Σχολή του Αθήνησι Πανεπιστημίου, Εκθέσεις της Επιτροπείας περί της πληρώσεως της κενής τακτικής έδρας της Βυζαντινής Ιστορίας, Αθήνα 1924.

    764. Μιχαήλ Δ. Βολονάκης, Απάντησις εις την έκθεσιν της επιτροπείας της Φιλοσοφικής Σχολής περί των έργων αυτού ως υποψηφίου εις την κενήν τακτικήν έδραν της Βυζαντιακής ιστορίας, Αθήνα 1924.