Συγγραφέας:Καραμανωλάκης, Βαγγέλης Δ.
 
Τίτλος:Η συγκρότηση της ιστορικής επιστήμης και η διδασκαλία της ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (1837-1932)
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:42
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:2006
 
Σελίδες:551
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Εκπαίδευση-Τριτοβάθμια
 
Παιδεία-Εκπαίδευση
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα, Πανεπιστήμιο Αθηνών
 
Χρονική κάλυψη:1837-1932
 
Περίληψη:Αφετηριακή υπόθεση της εργασίας αυτής είναι ότι η ιστορία συγκροτείται ως επιστήμη μέσα από την καταλυτική επίδραση εκπαιδευτικών θεσμών για την παραγωγή και τη μετάδοση της γνώσης, όπως είναι το πανεπιστήμιο. Οι θεσμοί αυτοί επιβάλλουν σε μεγάλο βαθμό στην ιστοριογραφική παραγωγή τη λογική της συγκρότησης και της λειτουργίας τους, τις αξίες που τους διέπουν, τις πρακτικές ανάδειξης κύρους και τους συσχετισμούς δύναμης που επικρατούν στο εσωτερικό τους, τις σχέσεις τους με την πολιτική εξουσία και την κοινωνία. Η πανεπιστημιακή διδασκαλία της ιστορίας κατά την περίοδο που καλύπτει το βιβλίο συνδέθηκε με μια σειρά από παράγοντες και μεταβλητές, στοιχεία που καθόρισαν και το συγκεκριμένο πλαίσιο αναφοράς : το πανεπιστημιακό περιβάλλον, η ιστοριογραφική παράδοση, τα πρόσωπα που δίδαξαν και οι αποδέκτες της διδασκαλίας τους. Στόχος της παρούσας εργασίας είναι η συνεξέταση αυτών των παραγόντων μέσα στην ευρύτερη πολιτική και κοινωνική συγκυρία από την οποία σε μεγάλο βαθμό ορίστηκαν και την οποία εντέλει επανακαθόρισαν, με άλλα λόγια θέμα του βιβλίου είναι η συγκρότηση, στον χώρο του Πανεπιστημίου Αθηνών, μιας εθνικής-επιστημονικής ιστορίας με έντονο διδακτικό χαρακτήρα, η οποία επηρέασε καθοριστικά τη συνολική ιστοριογραφική παραγωγή, λόγω της σημαίνουσας θέσης του ιδρύματος, καθώς για έναν περίπου αιώνα αποτέλεσε τον μοναδικό οργανωμένο θεσμό της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης ο οποίος παρήγε ιστορική γνώση, κατάρτιζε τους φοιτητές και προετοίμαζε τους αποφοίτους του για τη διάχυση αυτής της γνώσης, μέσω κυρίως του σχολικού δικτύου, στο ελληνικό βασίλειο και στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 43.93 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 327-346 από: 554
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/327.gif&w=600&h=915

Η ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΑΜΑΝΤΟΥ

Ο Κωνσταντίνος Άμαντος (1874-1960)787 δίδαξε σταθερά κατά τη διάρκεια της θητείας του τρίωρο μάθημα βυζαντινής ιστορίας και μία ή δύο ώρες την εβδομάδα φροντιστηριακές ασκήσεις. Απόφοιτος του Γυμνασίου της ιδιαίτερης πατρίδας του, της Χίου, ο νέος καθηγητής, αφού πρώτα γράφτηκε δύο εξάμηνα στη Φιλοσοφική Σχολή, μετέβη στη Γερμανία, όπου παρακολούθησε όπως και ο Κουγέας στα Πανεπιστήμια του Βερολίνου και του Μονάχου τα μαθήματα του Κρουμπάχερ, του Ντιλ, του Κρούζιους, του Χάρνακ κ.ά. Το 1903 αναγορεύθηκε διδάκτορας του Πανεπιστημίου του Μονάχου με την εργασία του για τις καταλήξεις των ελληνικών τοπωνυμίων. Μετά το πέρας των σπουδών του εργάστηκε ως καθηγητής στο Γυμνάσιο της Χίου (1904-1911), ως διευθυντής του Γυμνασίου και Διδασκαλείου Λευκωσίας (1911) και της Αμπετείου Σχολής στο Κάιρο (1912-1914). Από το 1914 έως το 1925 εργάστηκε, χάρη στον Γεώργιο Χατζιδάκι,788 ως συνεργάτης-συντάκτης του Ιστορικού Λεξικού της Ελληνικής Γλώσσης, του οποίου χρημάτισε και διευθυντής έως την εκλογή του στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Σύμφωνα και με τους σχετικούς τίτλους, το πλήρες ανάπτυγμα του μαθήματος του, διάρκειας τριών ή τεσσάρων ακαδημαϊκών ετών, περιελάμβανε εισαγωγή και στη συνέχεια την ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας από τον Μέγα Κωνσταντίνο έως και την Άλωση, σε χρονολογική σειρά με βάση τη διαδοχή των αυτοκρατόρων. Το 1939 αποχώρησε από το Πανεπιστήμιο σε ηλικία εξήντα πέντε χρονών, λόγω του νόμου περί ορίου ηλικίας της μεταξικής κυβέρνησης.

Συνεχίζοντας την παράδοση των μεγάλων ιστορικών που δίδαξαν στη Φιλοσοφική Σχολή, του Κ. Παπαρρηγόπουλου και ιδιαίτερα του καθηγητή του Σπ. Λάμπρου, ο Άμαντος επέδειξε στην επιλογή των μελετών του ευρύτητα χρονολογική και θεματική, εστιασμένος όμως πάντα στην πορεία του ελληνικού έθνους. Είναι χαρακτηριστική η κατηγοριοποίηση των έργων του από τους μαθητές του: ιστορικά, γλωσσικά και γλωσσογεωγραφικά (όρος δι-

787. Βλ. Αλέξανδρος Βογιατζόγλου, «Κωνσταντίνος Άμαντος», Αφιέρωμα εις Κ. I. Άμαντον, Αθήνα 1940, σ. α'-δ', Διον. Α. Ζακυθηνός, «Κωνσταντίνος Άμαντος (18741960) Νεκρολογία», Επετηρίς της Εταιρείας Βυζαντινών Σπουδών 29 (1959), σ. 449-455, και Κ. Θ. Δημαράς, Το έργο του Κωνσταντίνου Αμάντου. Λόγος επιμνημόσυνος, Αθήνα 1961. Για την εργογραφία του βλ. «Κατάλογος Μελετών Κ. Αμάντου», Αφιέρωμα..., ό.π., σ. ε'-ια', και Φ. Κ. Μπουμπουλίδης, «Αναγραφή δημοσιευμάτων Κωνσταντίνου I. Αμάντου», Εις μνήμην Κ. I. Αμάντου 1874-1960, Αθήνα 1960, σ. ιζ'-μ'.

788. Κ. Άμαντος, «Βιογραφικά σημειώματα», Χιακά Χρονικά 7 (1975), σ. 74.

Σελ. 327
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/328.gif&w=600&h=915

δικός του), φιλολογικά, γεωγραφικά, διάφορα, σχολικά, βιβλιοκρισίες.789

Ο Άμαντος, έχοντας ήδη πριν από τον διορισμό του σημαντικό και εκτεταμένο συγγραφικό έργο, στο οποίο συμπεριλαμβάνονταν μελέτες για το Βυζάντιο, δημοσίευσε τρία βιβλία που είχαν άμεση σχέση με την πανεπιστημιακή του διδασκαλία. Το 1933 εξέδωσε εισαγωγή στη βυζαντινή ιστορία, προορισμένη για τους φοιτητές της Φιλοσοφικής Σχολής. Η συντομία του βιβλίου δικαιολογούνταν από τον συγγραφέα του από το γεγονός ότι οι φοιτητές ήταν πτωχοί και ως εκ τούτου δεν έπρεπε να έχει υψηλό κόστος.790 Το 1939, τη χρονιά που «βιαίως» συνταξιοδοτήθηκε, εξέδωσε τον πρώτο τόμο της βυζαντινής ιστορίας του (επανέκδοση 1957). Όπως σημείωνε στην εισαγωγή του, η συγκεκριμένη έκδοση απέβλεπε στο να βοηθήσει τις μελέτες των ελλήνων φοιτητών, των καθηγητών της μέσης εκπαίδευσης και γενικότερα των λογίων.791 Εύλογα θα υπέθετε κανείς ότι το κύριο σώμα του κειμένου είχε βασιστεί στις πανεπιστημιακές του παραδόσεις, όπως και ο δεύτερος τόμος, ο οποίος ήλθε οκτώ χρόνια αργότερα (πρώτη έκδοση 1947, επανέκδοση 1957). Η καθυστέρηση στην έκδοση του δεύτερου τόμου οφειλόταν, όπως υποστήριζε ο Άμαντος, στην έλλειψη βιβλιογραφικών βοηθημάτων λόγω της αναγκαστικής συνταξιοδότησής του σε μια εποχή οικονομικών στερήσεων, αλλά και λόγω του πολέμου και της Κατοχής.792 Παρ' όλο που στο μάθημά του δίδασκε το σύνολο της βυζαντινής ιστορίας, οι δυο τόμοι κάλυπταν τη βυζαντινή ιστορία έως το 1204. Κείμενα του Άμαντου από τη θητεία του στο Πανεπιστήμιο συγκεντρώθηκαν και στη συλλογή Μικρά Μελετήματα (1940), ενώ δημοσιεύθηκαν αυτοτελώς πανεπιστημιακοί επετειακοί του λόγοι. Τα έργα του για το Βυζάντιο αποτελούν τις μεγαλύτερες σε έκταση ιστορικές συνθέσεις, έργα που γνώρισαν την αποδοχή των συγκαιρινών του, φοιτητών, εκπαιδευτικών, λογίων, όσων ενδιαφέρονταν για την εθνική ιστορία και αποσκοπούσαν στη μεταφορά των πορισμάτων της νεότερης έρευνας στο ελληνικό κοινό.793

Σε μια απόπειρα κωδικοποίησης του συγγραφικού του έργου για το Βυ-

789. «Κατάλογος...», ό.π.

790. Κ. Άμαντος, Εισαγωγή εις την Βυζαντινήν Ιστορίαν. Το τέλος τον αρχαίου κόσμου και η αρχή του μεσαίωνας, Αθήνα 1933, σ. 3.

791. Κωνσταντίνος I. Άμαντος, Ιστορία τον βυζαντινού κράτους. Τόμος πρώτος: 395867 μ.Χ., Αθήνα 1939, σ. γ"-δ'.

792. Βλ. «Πρόλογος», Κωνσταντίνος I. Άμαντος, Ιστορία του βυζαντινού κράτους. Τόμος δεύτερος: 867-1204, Αθήνα, Collection de l'Institut Français d'Athènes, 1947.

793. Βλ. Κ. Άμαντος, Ιστορία του βυζαντινού κράτους. Τόμος πρώτος..., ό.π.

Σελ. 328
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/329.gif&w=600&h=915

Βυζάντιο μπορούμε να εντοπίσουμε τα ακόλουθα χαρακτηριστικά: βιβλιογραφική ενημέρωση, εμμονή στη συνέχεια της ιστορίας του ελληνικού έθνους, ευρύτητα στην προσέγγιση των ιστορικών γεγονότων, εθνογραφική προσέγγιση της ελληνικής ιστορίας και ανάδειξη της επικαιρότητας της μελέτης του παρελθόντος. Ας τα δούμε στη συνέχεια πιο αναλυτικά.

Βιβλιογραφική ενημέρωση

Τα αυτοτελή έργα του Άμαντου για το Βυζάντιο δεν συνιστούν πρωτότυπες συμβολές. Απευθύνονται σε ένα ευρύτερο κοινό και έχουν σε μεγάλο βαθμό παιδευτικούς στόχους. Παρ' όλα αυτά ο συγγραφέας χρησιμοποίησε για την τεκμηρίωσή τους έναν πολύ μεγάλο αριθμό πρωτογενών πηγών, όπως οι βυζαντινοί χρονικογράφοι, καθώς επίσης και εκτεταμένη δευτερογενή βιβλιογραφία. Πρόκειται για μελέτες στην πλειονότητά τους γερμανόφωνες, εκ των οποίων οι περισσότερες είχαν δημοσιευθεί τον 20ό αιώνα και αρκετές ήταν σύγχρονες με την έκδοση των βιβλίων του. Σημαντικό τμήμα καταλάμβαναν τα βιβλία συγγραφέων που γνώρισε στις σπουδές του ή υπήρξαν και καθηγητές του.

Η βιβλιογραφική ενημέρωση και η αναφορά των πηγών αποτελούσε κατά τον Άμαντο έναν από τους πλέον σταθερούς πυλώνες της συγκρότησης του ιστορικού. Στα φροντιστήριά του ασκούσε τους φοιτητές στη σύνταξη βιβλιογραφικών δελτίων και στην κριτική των πηγών και των βιβλίων που χρησιμοποιούσαν, ενώ έδινε ιδιαίτερη έμφαση στη δημιουργία βιβλιοθηκών και στη χρήση τους, τόσο από το ευρύ κοινό όσο και από τους φοιτητές.794

Η χρήση και η αναφορά της βιβλιογραφίας επισημάνθηκαν και στην υποδοχή των βιβλίων από τον Τύπο και τους ειδικούς. Στη βιβλιοκρισία του για την εισαγωγή τού 1932 στο περιοδικό Νέα Εστία ο παλαιός μαθητής του Κ. Θ. Δημαράς τόνιζε ότι επρόκειτο για πρωτογενή δουλειά, χωρίς ρητορείες, σε αντίθεση με τις ιστορίες των Παπαρρηγόπουλου και Λάμπρου, οι οποίοι δούλευαν από δεύτερο και τρίτο χέρι, αμελώντας ακόμη και να ενημερώσουν τους αναγνώστες τους για τα βοηθήματα που είχαν χρησιμοποιήσει. Όπως σημείωνε ο Δημαράς, το βιβλίο του Άμαντου αναδείκνυε την ελληνική, από τεχνική και μεθοδολογική πλευρά, ισότιμη με την ευρωπαϊκή ιστοριογραφία.795

794. Βλ. «Προς τους φοιτητάς», Μικρά Μελετήματα. Άρθρα και λόγοι, Αθήνα 1940, σ. 314-320.

795. Κ. Θ. Δημαράς, «Αμάντου Κ. Εισαγωγή εις την Βυζαντινή Ιστορία», Νέα Εστία 14 (1933), σ. 1119-1122.

Σελ. 329
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/330.gif&w=600&h=915

Η συνέχεια της ιστορίας του ελληνικού έθνους

Στην Εισαγωγή της βυζαντινής ιστορίας του ο Άμαντος αφιέρωσε τις περισσότερες σελίδες στην εξιστόρηση της πορείας των Ελλήνων από την κάθοδο των Δωριέων έως την πλήρη κυριαρχία τους στο Βυζάντιο του 7ου αιώνα. Στην αφήγηση του, μια αφήγηση περιπετειών και επαφών των Ελλήνων με άλλα έθνη και κράτη, κυρίαρχο στοιχείο συνιστούσε η συνέχεια της πορείας του ελληνικού έθνους, το οποίο διέσχισε ως κυρίαρχη οντότητα τον χώρο και τον χρόνο βασισμένο στην εκπολιτιστική του δύναμη. Τα ερωτήματά του δεν αφορούν ζητήματα συνέχειας, αλλά τον τρόπο που χρησιμοποιήθηκε αυτή η δύναμη. Σε αυτό το πλαίσιο η ενασχόληση με τον Μέγα Αλέξανδρο δεν επικεντρώθηκε στην ελληνικότητα των Μακεδόνων αλλά στην ατυχή, κατά τον Άμαντο, επιλογή της αποστολής των στρατευμάτων του στην Ασία. Η δημιουργία της αυτοκρατορίας και έπειτα των ελληνιστικών κρατών είχε αποτέλεσμα την αποδυνάμωση του ελληνισμού -εστιασμένου κατά κύριο λόγο στον χώρο που καταλάμβανε το ανεξάρτητο ελληνικό κράτος-, την εγκατάλειψη της Βαλκανικής χερσονήσου και την κατάκτηση από τους Ρωμαίους.796 Στη συνέχεια βέβαια, και παρά την ισχυρή ρωμαϊκή κρατική παράδοση, η μεταφορά της πρωτεύουσας στην Κωνσταντινούπολη και στην Ανατολή, όπου κυριαρχούσε η ελληνική πνευματική παράδοση και η εκτεταμένη χρήση της ελληνικής γλώσσας από την Εκκλησία, οδήγησε στον γρήγορο εξελληνισμό της Αυτοκρατορίας.797 Στοιχεία όπως ο αγροτικός χαρακτήρας του ελληνικού έθνους διέτρεχαν την αδιάσπαστη πορεία του, ενώ η διατήρησή τους διασφάλιζε τη διαιώνιση και τη δυναμική του παρουσία. Αποδεχόμενος πλήρως το σχήμα του Κ. Παπαρρηγόπουλου, ο Άμαντος, βασισμένος σε μια σειρά από πορίσματα νεότερων ερευνητών, επιχείρησε να ενισχύσει την εικόνα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας ως ελληνικής και ταυτόχρονα να αναβαθμίσει τη θέ-

796. Βλ. Εισαγωγή..., ό.π., σ. 29-31.

797. Στο ίδιο, σ. 70-88. Ο Άμαντος δέχτηκε την κριτική του Γ. Κορδάτου, ο οποίος θεωρούσε ότι δεν μπορεί σε μια εισαγωγή βυζαντινής ιστορίας να αφιερώνονται τόσες σελίδες στην αρχαία Ελλάδα. Επί της ουσίας ο Κορδάτος κατηγορούσε τον καθηγητή ότι έβλεπε μόνο προτερήματα στους αρχαίους Έλληνες, ενώ παραγνώριζε την οικονομία ως τον πλέον καθοριστικό παράγοντα διαμόρφωσης του αρχαίου κόσμου. Η δεύτερη βασική κριτική του αφορούσε την επικράτηση του χριστιανισμού, την οποία ο Άμαντος συνέδεε με το κήρυγμα της ισότητας, ενώ ο Κορδάτος τη θεωρούσε απόρροια του γεγονότος ότι η άρχουσα τάξη χρησιμοποίησε τη νέα θρησκεία ως συνδετικό κρίκο της Αυτοκρατορίας. Βλ. «Κων. Άμαντου: Εισαγωγή εις την Βυζαντινήν ιστορία...», ό.π., σ. 30-31.

Σελ. 330
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/331.gif&w=600&h=915

ση της στον παγκόσμιο πολιτισμό. Η σημαντικότερη συμβολή της ήταν η απόκρουση των διαφόρων ασιανών και άλλων επιδρομέων, ιδιαίτερα δε των μωαμεθανών. Ο βυζαντινός πολιτισμός αποτελούσε αναπόσπαστο τμήμα του ευρωπαϊκού της εποχής του. Ο θρησκευτικός χαρακτήρας του, ο οποίος είχε αντιμετωπιστεί σε προηγούμενες προσεγγίσεις, με αφετηρία τον Γκίμπον, ως αρνητική ιδιαιτερότητα, είχε προσφέρει τη χριστιανική φιλολογία.798 Η αναθεώρηση της εικόνας του Βυζαντίου συνδεόταν με την ανακάλυψη της τέχνης και λογοτεχνίας του, ιδιαίτερα της ακριτικής ποίησης, η οποία επέζησε στο στόμα του ελληνικού λαού.799

Η ευρύτητα της ιστορίας

Η αναφορά στην τέχνη και στη γραμματεία μάς μεταφέρει σε ένα άλλο χαρακτηριστικό της συγγραφής του Άμαντου. Παρά τη χρονολογική σειρά που ακολούθησε, ο ιστορικός δεν περιορίστηκε σε μια αυστηρή πολιτική ιστορία, αφιερωμένη μόνο στις διαδοχές των αυτοκρατόρων και στους πολέμους. Αντίθετα, έδωσε ιδιαίτερη έμφαση, σε αντίθεση με προηγούμενες συνθέσεις και ιδιαίτερα με το πρώτο εγχειρίδιο του Παύλου Καρολίδη, στον πολιτισμό, στη θρησκεία, στην οικονομία, στην κοινωνική οργάνωση των Βυζαντινών, αναφερόμενος κυρίως στη φιλανθρωπία, επιχειρώντας και μέσω αυτών των στοιχείων να φωτίσει την πορεία της Αυτοκρατορίας. Η επισήμανση της οικονομίας ως κυρίαρχης συνιστώσας για την πορεία του Βυζαντίου, η έμφαση στη σημασία της φιλανθρωπίας ως παράγοντα εξομάλυνσης των κοινωνικών διαφορών και διατήρησης του κράτους, οι σελίδες οι αφιερωμένες στις αιρέσεις αλλά και στην εικονομαχία, τα κεφάλαια όπου ασχολείται με τον πολιτισμό δίνουν στην ιστορία του πληρέστερο χαρακτήρα από τις προηγούμενες, ενσωματώνοντας στοιχεία από ποικίλες ελληνικές και ξένες ειδικές μελέτες. Τα θέματα αυτά σφράγιζαν και την ακαδημαϊκή διδασκαλία του. Όπως θυμάται η Αικατερίνη Χριστοφιλοπούλου, ο καθηγητής έδινε έμφαση σε εθνολογικά θέματα, στην πνευματική και ηθική υπόσταση των πρωταγωνιστών της ιστορίας, στην πολιτική ή στη στρατιωτική δράση, στις θεολογικές έριδες, στον εκχριστιανισμό των ξένων λαών. Αντιθέτως, δεν ασχολήθηκε ιδιαίτερα με τους διοικητικούς θεσμούς, την κρατική λειτουργία, την οικονομική και κοινωνική

798. Κωνστ. I. Άμαντος, «Το Βυζάντιον και αι βυζαντιναί σπουδαί», Μικρά Μελετήματα..., ό.π., σ. 126-146.

799. Στο ίδιο, σ. 135.

Σελ. 331
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/332.gif&w=600&h=915

οργάνωση, θέματα τα οποία δεν απασχολούσαν, σύμφωνα με την Αικ. Χριστοφιλοπούλου, τους ερευνητές πριν από τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο ,800

Η εθνογραφική προσέγγιση και η επικαιρότητα της διδασκαλίας

Η εθνογραφική προσέγγιση αποτέλεσε τη σημαντικότερη συμβολή του Άμαντου, τόσο στη βυζαντινή ιστορία όσο και γενικότερα στο ιστοριογραφικό του έργο. Με τον όρο εθνογραφική ο ιστορικός αναφερόταν στην ιστορία των άλλων εθνών, κυρίως των βαλκανικών, και στις σχέσεις τους με τους Έλληνες στη διαχρονία. Οι σχέσεις αυτές αποτέλεσαν και τον πλέον σταθερό άξονα που διατρέχει και την οπτική του για τη βυζαντινή ιστορία, από την εισαγωγή τού 1933 έως και τον δεύτερο τόμο της, καθώς και σε μεμονωμένες αυτοτελείς μελέτες και άρθρα για την ίδια περίοδο. Η μελέτη των διαφορετικών εθνικοτήτων εντός κρατικών σχηματισμών στη Βαλκανική χερσόνησο δημιουργούσε ένα νέο πλαίσιο στη συνολική θεώρηση της ελληνικής ιστορίας. Το πλαίσιο αυτό αποτύπωνε την επανανάγνωση του σχήματος του Παπαρρηγόπουλου, που οριζόταν πλέον με συντεταγμένες τις σχέσεις των εθνικών συσσωματώσεων, τους ανταγωνισμούς και τις επιδιώξεις τους σε συνάρτηση με τους εξωτερικούς κινδύνους. Η επισήμανση της σημασίας των βόρειων συνόρων από την αρχαιότητα έως σήμερα, το πρόβλημα των σχέσεων με τους γειτονικούς λαούς αποτελούσαν ζητήματα που έθετε το Μακεδονικό, η μεσοπολεμική συγκυρία, οι Βαλκανικοί Πόλεμοι, η Μικρασιατική Καταστροφή. Εξ αυτών ορμώμενος ο ιστορικός προσέγγιζε το παρελθόν στο πλαίσιο ενός επεξεργασμένου σκεπτικού πολιτικής στην ουσία παρέμβασης αναφορικά με το τι μέλλει γενέσθαι στη συγκυρία.801 Η προσέγγισή του αυτή συνδεόταν με μια ολόκληρη «εθνική» στοχοθεσία αναφορικά με την ενδυνάμωση του ελληνικού κράτους μέσα από τη συσπείρωση εντός του γεωγραφικού του χώρου, την ενίσχυση της γεωργίας, την αποφυγή της μετανάστευσης και τον εποικισμό των Νέων Χωρών με έλληνες γεωργούς, οι οποίοι θα απέτρεπαν την εθνολογική αλλοίωση των γηγενών. Χρησιμοποιώντας τα πορίσματα της ιστοριογραφικής του διαδρομής στη συγχρονία, ο Άμαντος ενίσχυε τα ελληνικά επι-

800. Αικ. Χριστοφιλοπούλου, ό.π., σ. 983.

801. Για τις προτάσεις του Άμαντου, τις πολιτικές του θέσεις στον Μεσοπόλεμο και τη σύνδεση του με τον βενιζελισμό σε συνδυασμό με το ιστοριογραφικό του έργο βλ. Ελισάβετ Κοντογιώργη, «Ο Κωνσταντίνος Άμαντος και οι απόψεις του για τη σημασία και τον εκσυγχρονισμό της υπαίθρου»: Δελτίο του Κέντρου Ερεύνης της Ιστορίας του Νεωτέρου Ελληνισμού, τ. 1 (1998): «Μνήμη Ελευθερίου Πρεβελάκη», σ. 155-190.

Σελ. 332
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/333.gif&w=600&h=915

επιχειρήματα σε μια εποχή σημαντικών αναταράξεων στην περιοχή: οι απειλές των Βουλγάρων, ο ι μη ελληνόφωνοι πληθυσμοί, η ερήμωση της υπαίθρου, η άνοδος του κομμουνιστικού κόμματος συνιστούσαν προβλήματα της συγχρονίας που τον ανάγκαζαν να στρέφει την ιστορική του έρευνα προς συγκεκριμένες κατευθύνσεις όπως η εθνογραφική ταυτότητα της Μακεδονίας στα μεσαιωνικά χρόνια, με κυρίαρχο στόχο την αντιμετώπιση των εθνικών προβλημάτων. Όπως σημείωνε ο Κ. Θ. Δημαράς στον επικήδειο του για τον καθηγητή, ο Άμαντος υποστήριζε ότι ενδεχομένως δεν υπήρχε άλλος Έλληνας που να υπηρέτησεν επιστημονικώτερον τα επίκαιρα εθνικά ζητήματα.802 Η διατύπωση είναι απολύτως ενδεικτική του τρόπου με τον οποίο ο Άμαντος αντιλαμβανόταν το έργο του, γεγονός που αποτυπώθηκε άλλωστε και σε μια σειρά από δημόσιες παρεμβάσεις του μέσω συλλόγων, εταιρειών κ.ά. Είναι επίσης χαρακτηριστική μιας αντίληψης για τη χρησιμότητα της ιστορίας στην πορεία του έθνους-κράτους, την οποία μοιράστηκαν οι περισσότεροι από τους ιστορικούς που δίδαξαν στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και η οποία σε μεγάλο βαθμό προσέδιδε επικαιρότητα στη διδασκαλία τους. Σημειώνω τις μαρτυρίες των φοιτητών του Αικατερίνης Χριστοφιλοπούλου και Ιωάννη Νοτάρη ότι στη διδασκαλία του ο Άμαντος έκανε παρεκβάσεις με τις οποίες καταδίκαζε τις θέσεις του ΚΚΕ στον Μεσοπόλεμο για την αυτονομία της Μακεδονίας 803

Το ενδιαφέρον του Κ. Άμαντου για τη γλώσσα υπήρξε συνεχές και ενεργό. Η διδακτορική του εργασία αναφερόταν σε γλωσσολογικό θέμα, ενώ η θητεία του στο Ιστορικό Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσης αποτέλεσε την αφορμή για την εκπόνηση μιας σειράς μικρότερων γλωσσικών μελετών, με τις οποίες ασχολήθηκε καθ' όλη τη διάρκεια του επιστημονικού του βίου. Η ενασχόλησή του με τη γλώσσα, πέρα από επαγγελματικούς λόγους, προέκυπτε από την πεποίθησή του ότι αποτελούσε προνομιακό πεδίο ανάδειξης της συνέχειας του έθνους, ένα σημαντικό όπλο εναντίον όσων επιβουλεύονταν την ελληνικότητα των περιοχών που είχε ενσωματώσει πρόσφατα το ελληνικό κράτος. Συνεχίζοντας την παράδοση του Νικολάου Πολίτη προέτρεπε τους φοιτητές του να συγκεντρώνουν γλωσσολογικό υλικό από τις περιοχές όπου εργάζονταν ως καθηγητές, όπως και ο ίδιος είχε κάνει για τη Χίο, ενώ το 1931 συνυπέγραψε

802. Κ. Θ. Δημαράς, Το έργο..., ό.π., σ. 7.

803. Βλ. Αικ. Χριστοφιλοπούλου, ό.π., σ. 984, και Ιωάννης Σ. Νοτάρης, Ο ιστορικός Κωνσταντίνος Άμαντος ως εθνικός διδάσκαλος, Αθήνα 1961, σ. 12-13. Ο τίτλος της μελέτης είναι χαρακτηριστικός της αντίληψης του συγγραφέα για τον ρόλο του ιστορικού.

Σελ. 333
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/334.gif&w=600&h=915

με τους Φαίδωνα Κουκουλέ και Ιωάννη Βογιατζίδη φυλλάδιο με οδηγίες για τη συλλογή του «δημώδους» γλωσσικού υλικού.804

Στον πρόλογο της Εισαγωγής του (1933) ο Άμαντος εξηγούσε ότι θεωρούσε μεγίστην εθνικήν ζημίαν τη χρήση της καθαρεύουσας γιατί εμπόδιζε τη μόρφωση των λαϊκών στρωμάτων, ιδιαίτερα όσων είχαν τελειώσει μόνο το δημοτικό. Παρ' όλο που ο ίδιος χρησιμοποιούσε την καθαρεύουσα, καθώς δεν γνώριζε επαρκώς τους κανόνες της δημοτικής για εκτενή συγγράμματα, πίστευε ότι ήταν ανάγκη πλέον όλα τα κηρύγματα και τα δημοσιεύματα προς τον λαό να είναι γραμμένα στη δημοτική γλώσσα. Μέλος του Εκπαιδευτικού Ομίλου όπως και ο Γ. Σωτηριάδης στα πρώτα χρόνια της λειτουργίας του,805 ο Άμαντος διατηρούσε στενές σχέσεις με αρκετούς δημοτικιστές, υπερασπίζοντας σε όλο τον δημόσιο βίο του τη χρήση μιας «συντηρητικής» δημοτικής, στάση που δεν εγκατέλειψε και κατά τη διάρκεια της θητείας του στο Πανεπιστήμιο.

Η στάση του αυτή, στο πλαίσιο μιας ευρύτερης συσσωμάτωσης καθηγητών οι οποίοι με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο στάθηκαν φιλικοί προς τη δημοτική γλώσσα, δημιούργησε εντάσεις και κάποτε συγκρούσεις εντός της Φιλοσοφικής Σχολής. Η στενή σχέση του με τον Κ. Κρουμπάχερ αποτέλεσε ισχυρό ανασταλτικό παράγοντα για την είσοδο του σε μια σχολή όπου πρωτοστατούσαν καθηγητές όπως ο Γ. Μιστριώτης και ο Γ. Χατζιδάκις, οι οποίοι είχαν συγκρουστεί με τον βαυαρό καθηγητή.806 Είναι χαρακτηριστικό άλλωστε ότι ο Κ. Άμαντος στο υπόμνημά του προς τη Φιλοσοφική, έναν χρόνο μετά τη συνταξιοδότηση του Γ. Χατζιδάκι, υποβάθμιζε τη μαθητεία του στον Κ. Κρουμπάχερ. Ξεκινούσε την απαρίθμηση των καθηγητών που παρακολούθησε στη Σχολή από τον Κ. Κόντο. Μνημόνευε τους ονομαστότερους καθηγητάς Κόντον, Πολίτην, Λάμπρον, Καρολίδην και Χατζιδάκιν,807 ενώ στη συνέχεια ανέφερε μια

804. Αικ. Χριστοφιλοπούλου, ό.π., σ. 984. Βλ. και Κ. Άμαντος, Γλωσσικά μελετήματα, Αθήνα, «Αθηνά» Σύγγραμμα περιοδικόν της εν Αθήναις Επιστημονικής Εταιρείας. Σειρά Διατριβών και Μελετημάτων, 2, 1964.

805. Βλ. τις σχετικές εγγραφές: Αλέξης Δημαράς, Εκπαιδευτικός Όμιλος. Κατάλογος μελών 1910-1927: Σύνθεση-περιγραφή - εκτιμήσεις, Αθήνα, Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας, 1994.

806. Για τη σύγκρουση Κρουμπάχερ - Χατζιδάκι, βλ. Δίκαιος Β. Βαγιακάκος, Γεώργιος Ν. Χατζιδάκις (1848-1941). Βίος και έργον, Αθήνα, Ακαδημία Αθηνών - Κέντρον Συντάξεως του Ιστορικού Λεξικού, Λεξικογραφικόν Δελτίον, Παράρτημα 2, 1977, σ. 60- 70.

807. Κων. I. Άμαντος, Υπόμνημα προς την Φιλοσοφικήν Σχολήν του εν Αθήναις Πανεπιστημίου. Επί τη υποβολή υποψηφιότητας διά την τακτικήν έδραν της Βυζαντινής Ιστορίας, Αθήνα 1924, σ. 1.

Σελ. 334
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/335.gif&w=600&h=915

σειρά από ξένους διδάσκοντες, για να καταλήξει στον Κρουμπάχερ. Στην εκλογή του οι τρεις που δεν τον ψήφισαν επιλέγοντας τον Ν. Βέη (Βορέας, Εξαρχόπουλος, Σκάσσης) ανήκαν στο πλέον συντηρητικό, γλωσσικά τουλάχιστον, τμήμα των καθηγητών της Φιλοσοφικής. Ο Ν. Βέης, όπως θυμόταν πολλά χρόνια αργότερα ο Σ. Κουγέας, προερχόταν από το πνευματικό κλίμα του Κωνσταντίνου Κόντου,808 για τον οποίο άλλωστε έγραψε θερμή νεκρολογία στο πρώτο τεύχος του περιοδικού Βυζαντίς, όπου δημοσιεύθηκε και άρθρο από τα κατάλοιπά του.809 Στο ίδιο τεύχος ο Βέης ασκούσε κριτική στον Λάμπρο με δύο βιβλιοκρισίες, όπου κατηγορούσε τον παλαιό καθηγητή του ότι αγνοούσε πηγές και κυρίως ότι αποσιώπησε προηγούμενες μελέτες του ίδιου για την έκδοση του τυπικού της μονής του Παντοκράτορος στην Κωνσταντινούπολη ·810

Οι εκλογές των καθηγητών και οι συμμαχίες που κάθε φορά διαμορφώθηκαν ανάμεσα στο καθηγητικό προσωπικό της Σχολής δεν περιορίστηκαν μόνο στη γλωσσική τοποθέτηση. Ήταν συνδεδεμένες με προσωπικά αίτια, με γενικότερες ιδεολογικές και πολιτικές διαφορές, φιλοδοξίες και επιστημονικές απόψεις, αντίθετες πολιτικές και ιδεολογικές στρατεύσεις, αλλά και με τη συγκυρία. Ο φόβος της εισπήδησης διδασκόντων από το νεωτεριστικό και δημοτικιστικό στην πλειοψηφία του Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο για την αντίδραση στον διορισμό του Κουκουλέ, συσπειρώνοντας το καθηγητικό προσωπικό εναντίον του. Από την άλλη πλευρά η συγκρότηση της βυζαντινολογίας ήταν εύλογο να προκαλέσει εντάσεις και συγκρούσεις, οι οποίες είτε είχαν τη αφετηρία τους εντός Πανεπιστημίου είτε μεταφέρονταν στον χώρο του.811 Σε αυτό το πλαίσιο οφείλει κανείς να εξετάσει

808. Βλ. Σ. Κουγέας, «Φιλικαί αναμνήσεις», Νέα Εστία, «Αφιέρωμα στον Κωνσταντίνο Άμαντο...», ό.π., σ. 1473, όπου αναφέρει ότι, πέρα από ισχυρούς πολιτικούς και δημοσιογραφικούς παράγοντες έξωθεν, ο Βέης υποστηρίχθηκε στη Σχολή από οπαδούς της κόντειας γλωσσικής παράδοσης.

809. Κωνσταντίνος Σ. Κόντος, «Διορθώσεις εις τας εις Όμηρον παρεκβολάς του Ευσταθίου», Βυζαντίς. Επιθεώρησις των Βυζαντιακών Σπουδών 1 (1909), σ. 372-381.

810. Βλ. Νίκος Βέης, «Σπυρ. Π. Λάμπρου Τρεις ανέκδοτοι μονωδίαι εις την υπό των Τούρκων άλωσιν της Θεσσαλονίκης Εν "Νέω Ελληνομνήμονι". Τόμ. Ε' (1908), σ. 369-391», Βυζαντίς. Επιθεώρησις των Βυζαντιακών Σπουδών 1 (1909), σ. 487-490, και «Σπυρ. Π Λάμπρου, "Το πρωτότυπον του τυπικού της εν Κωνσταντινουπόλει μονής του Παντοκράτορος" Εν "Νέω Ελληνομνήμονι". Τόμ. Ε' (1908), σ. 392-399», στο ίδιο, σ. 490-492.

811. Σημειώνω τη δυσαρέσκεια του Κ. Άμαντου για την απόρριψη το 1918 εγχειριδίου βυζαντινής ιστορίας, το οποίο είχε υποβάλει σε σχετικό διαγωνισμό του υπουργείου Παιδείας και την έγκριση αντίστοιχου βιβλίου του Αδ. Αδαμαντίου. Στη μακρά βιβλιοκρισία του ο Άμαντος προχωρούσε σε οξείες κρίσεις εναντίον του πονήματος

Σελ. 335
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/336.gif&w=600&h=915

σει τη διαμάχη του Αδ. Αδαμαντίου με τον Ν. Βέη, η οποία ξεκίνησε από τη διεκδίκηση της θέσης του εφόρου Αρχαιοτήτων, την οποία τελικά κατέλαβε ο Αδ. Αδαμαντίου, και συνεχίστηκε αναφορικά με τα χειρόγραφα των Μετεώρων και το δικαίωμα μελέτης και ανακοίνωσης επιστημονικών πορισμάτων για αυτά.812 Πέρα από τις προσωπικές φιλοδοξίες είναι διακριτά και τα διαφορετικά περιβάλλοντα από όπου προέρχονταν οι επιστήμονες.

Οι πραγματικότητες έκαναν την εμφάνισή τους σύνθετες και άρρηκτα συνδεδεμένες με τη συγκυρία και τους ανθρώπους. Σημειώνω ενδεικτικά ότι ο Γ. Χατζιδάκις οργανώνοντας το Ιστορικό Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσης επέλεξε ως συνεργάτες του επιστήμονες που είχαν ταχθεί υπέρ της δημοτικής, ανά μεσά τους και τον Κωνσταντίνο Άμαντο. Εάν δεν εκτιμήσουμε αυτούς τους παράγοντες στον πανεπιστημιακό μικρόκοσμο, δεν μπορούμε να εξηγήσουμε την παρουσία μιας μικρής ομάδας καθηγητών εντός της συντηρητικής γλωσσικά Σχολής που στήριξαν τον δημοτικισμό. Αναφέρομαι, εκτός από τον Κ. Άμαντο, τον Σ. Κουγέα και τον Ν. Βέη, στους Π. Λορεντζάτο, Σ. Μενάρδο κ.ά. Πρόκειται για πρόσωπα που προσπάθησαν κάποτε να αρθρώσουν έναν λόγο διαφορετικό σε εκλογές και μείζονα ζητήματα και που λειτούργησαν σε μεγάλο βαθμό ως στρατόπεδο, είτε υποστηρίζοντας την εκλογή του ενός ή του άλλου καθηγητή είτε ενισχύοντας φοιτητές στην εξεύρεση εργασίας ή στη συνέχιση των σπουδών τους, ακόμη και οικονομικά.

Εάν το γλωσσικό ζήτημα αποτέλεσε σημαίνοντα παράγοντα για τη συγκρότηση των βυζαντινών σπουδών στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και τη θέση της ιστορίας σε αυτές, δεν είναι και ο αποκλειστικός. Ο κυρίαρχος κατά τη γνώμη μου παράγων ήταν η θέση που η ιστορία κλήθηκε να καταλάβει στο πλαίσιο αυτών των σπουδών. Θα προσπαθήσω στη συνέχεια να τεκμηριώσω τον συλλογισμό.

Η ΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗ ΤΩΝ ΕΔΡΩΝ ΓΙΑ ΤΗ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ

Η μεταρρύθμιση του 1911 προσέθεσε μια έδρα Βυζαντινής τέχνης και αρχαιολογίας στις έδρες του Πανεπιστημίου. Στην αιτιολογική έκθεση της κοινο-

ματος του Αδαμαντίου. Βλ. Κ. Άμαντος: «Αδαμαντίου I. Αδαμαντίου. Ιστορία της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Εγκεκριμένη διά την τρίτην τάξιν του Γυμνασίου και τους αντιστοίχους των σχολείων της Μ. Εκπαιδεύσεως. Αθήναι. 1919», Α&ηνά3ί (1919), σ. 173-190.

812. Βλ. τα τεκμήρια σχετικά με τη σύγκρουση: Μαίρη Ν. Βέη, Ιστοριοδιφικά ταξίδια του Νίκου Βέη εις την Θεσσαλίαν Και άλλαι προσωπικότητες συνδεόμεναι προς αυτόν και την Θεσσαλίαν. Μέρος πρώτον, Αθήνα 1971.

Σελ. 336
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/337.gif&w=600&h=915

κοινοβουλευτικής επιτροπής Παιδείας για το ίδιο νομοσχέδιο προτεινόταν ακόμη η ίδρυση μιας τακτικής έδρας Μέσης και νεωτέρας ελληνικής φιλολογίας, καθώς και μιας έκτακτης έδρας Βυζαντινού πολιτισμού. Στο αντίστοιχο υπόμνημα των σχολών η Φιλοσοφική πρότεινε την ίδρυση έδρας Βυζαντινής τέχνης, καθώς και Μέσης και νέας ελληνικής φιλολογίας και γλώσσας. Παρά το υπόμνημα η έδρα τελικά δεν προκηρύχθηκε, γεγονός που ανάγκασε τη Σχολή να επανέλθει προς το υπουργείο με αφορμή και τον διορισμό σε έδρα Αρχαίας ελληνικής φιλολογίας του Σίμου Μενάρδου (συνεδρίαση 1ης Νοεμβρίου 1911).

Η επιμονή στην έδρα της Μέσης και νέας ελληνικής φιλολογίας συνδεόταν με τη γενικότερη φυσιογνωμία της Σχολής. Το ενδιαφέρον για τη γλώσσα, και κυρίως η ανάδειξη της συνέχειάς της από τα αρχαία χρόνια στα νεότερα -ας συγκρατήσουμε τον όρο μέση, και όχι βυζαντινή, καθώς ο πρώτος είναι πολύ περισσότερο δηλωτικός της συνέχειας και συμπεριελάμβανε τη δημώδη λογοτεχνία των μέσων χρόνων-, αποτελούσε κομβικό σημείο για τη συγκρότηση της εθνικής ιδεολογίας. Η συστέγαση της μεσαιωνικής με τη νεότερη φιλολογία εξασφάλιζε αυτή τη σχέση και υπογράμμιζε τη σημασία της ενότητας, επιδιώκοντας τη διδασκαλία του συνόλου της γλώσσας με έμφαση στη συνέχεια και όχι στην αυτονομία της κάθε περιόδου. Χαρακτηριστικό του ενδιαφέροντος ήταν ότι το 1906 η Σχολή είχε αποφασίσει την αποστολή στην Ευρώπη ενός υποτρόφου, του Αθανασίου Μπούτουρα, για τη σπουδή της μέσης και νεότερης ελληνικής γλώσσας και φιλολογίας, ώστε στη συνέχεια να διδάξει το αντικείμενο αυτό στο Πανεπιστήμιο (συνεδρίαση Φιλοσοφικής Σχολής 24ης Απριλίου 1906). Κατά τη διάρκεια της συζήτησης ο Γ. Χατζιδάκις συνηγόρησε θερμά στη σύσταση της σχετικής έδρας, όπως θα έκανε επανειλημμένα και στο μέλλον, δίνοντας έμφαση στη χρησιμότητά της για την αντίκρουση των θεωριών οι οποίες στο πλαίσιο των βαλκανικών ανταγωνισμών αμφισβητούσαν την καταγωγή και την καθαρότητα της ελληνικής γλώσσας.813 Ο πρώτος καθηγητής της Γλωσσολογίας με τα μαθήματα και τα βιβλία του είχε υπηρετήσει αυτή την ιδέα, θητεύοντας κατά κύριο λόγο στη μελέτη της μέσης και νεότερης ελληνικής γλώσσας.

Η απουσία έδρας Βυζαντινής ιστορίας στο υπόμνημα της Φιλοσοφικής Σχολής και στην αιτιολογική έκθεση της κοινοβουλευτικής επιτροπής το 1911 συνδέεται κατά τη γνώμη μου, πέρα από το συγκυριακό αίτημα της διατήρησης του ίδιου αριθμού εδρών, με την πλήρη ενσωμάτωση της βυζαντινής ιστο-

813. Γεώργιος Χατζιδάκις, Έκθεσις τον γλωσσικού Διαγωνισμού της εν Αθήναις Γλωσσικής Εταιρείας, Αθήνα 1903, σ. 7-9.

Σελ. 337
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/338.gif&w=600&h=915

ιστορίας στην ιστορία του ελληνικού έθνους. Η βυζαντινή ιστορία αποτελούσε αναπόσπαστο τμήμα της εθνικής ιστορίας, ενώ τα μαθήματα του Παύλου Καρολίδη και η φροντιστηριακή διδασκαλία του Σπ. Λάμπρου κάλυπταν σε μεγάλο βαθμό το αντικείμενο. Άλλωστε, και οι δύο πλέον σημαντικές έδρες στο εξωτερικό ήταν παρόμοια προσανατολισμένες προς τη βυζαντινολογία. Ο όρος βυζαντινολόγος αναφερόταν κατά κύριο λόγο στους επιστήμονες εκείνους που, σύμφωνα και με το παράδειγμα του Κρουμπάχερ, μελετούσαν τα κείμενα της Αυτοκρατορίας κυρίως από φιλολογική σκοπιά και δευτερευόντως από αρχαιολογική ή ιστορική.814 Αφενός η πίστη στα οφέλη της συνεχούς διδασκαλίας της εθνικής ιστορίας, αφετέρου η διαπίστωση της έλλειψης ενός πολύ πιο βασικού κλάδου σπουδών οδήγησαν στην επιλογή του γνωστικού αντικειμένου της πρώτης βυζαντινής έδρας.

Η ίδρυση της έδρας της Βυζαντινής τέχνης και αρχαιολογίας προσέφερε στη Φιλοσοφική Σχολή τη διδασκαλία ενός αντικειμένου που έως τότε είχε διδαχθεί μόνο στη Θεολογική Σχολή από τον Γεώργιο Λαμπάκη, σε μια λογική που τόνιζε τη σχέση του κυρίως με τον χριστιανισμό και όχι με το εθνικό αφήγημα. Η νέα έδρα ερχόταν να ενισχύσει το σχήμα της αδιαίρετης συνέχειας και κυρίως της υψηλής προσφοράς του ελληνικού έθνους στον παγκόσμιο πολιτισμό, αναδεικνύοντας τη διδασκαλία εκείνου του πεδίου που ενίσχυε την εικόνα του Βυζαντίου ως παραγωγού πολιτισμού: των μνημείων τέχνης, των αγιογραφιών, των καλλιτεχνημάτων.815 Η ιστορία της τέχνης ενσωμάτωνε τα σημαντικότερα επιτεύγματα του βυζαντινού πολιτισμού στην ελληνική ιστορία, προεκτείνοντας τη γραμμή από την αρχαία Ελλάδα. Όπως έγραφε ο Γεώργιος Σωτηρίου, καθηγητής Χριστιανικής αρχαιολογίας στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και διάδοχος του Αδ. Αδαμαντίου στη διεύθυνση του Βυζαντινού Μουσείου: Εφ' όσον δε η τέχνη είνε η ανωτέρα έκφανσις του πολιτισμού μιας χώρας, ευνόητον είνε ότι το περικλείον τα χριστιανικά αντικείμενα ελληνικής τέχνης Βυζαντινόν Μουσείον παρουσιάζει τον πολιτισμόν των Πατέρων μας, όπως το αρχαιολογικόν Μουσείον παρουσιάζει τον πολιτισμόν των Προγόνων.816 Από τους προγόνους στους πατέρες, ο Σωτηρίου ξετύλιγε το πιο

814. Βλ. και το σχόλιο του Ερρίκου Σκάσση στη συζήτηση για την εκλογή του Κ. Άμαντου: Τ. Κιουσοπούλου, «Η πρώτη έδρα...», ό.π., σ. 275.

815. Βλ. Ευγένιος Δ. Ματθιόπουλος, «Η Ιστορία της Τέχνης στα όρια του έθνους»: Ευγένιος Δ. Ματθιόπουλος, Νίκος Χατζηνικολάου (επιμ.), Η Ιστορία της Τέχνης στην Ελλάδα, Ηράκλειο, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2003, σ. 443-445.

816. Από την εισαγωγή του Γ. Σωτηρίου στον οδηγό του Μουσείου το 1924: Όλγα Γκράτζιου, «Από την ιστορία...», ό.π., σ. 72. Βλ. και σχόλια στο ίδιο, σ. 72-73.

Σελ. 338
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/339.gif&w=600&h=915

σταθερό νήμα, στερεώνοντας το με έργα υψηλής τέχνης, αφήνοντας για τις αποθήκες όλα όσα είχε συγκεντρώσει ο Λαμπάκης και δεν πληρούσαν τους συγκεκριμένους αισθητικούς και επιστημονικούς όρους.

Η ίδρυση λοιπόν μιας έδρας Βυζαντινής τέχνης και αρχαιολογίας πληρούσε κατ' αρχήν τους όρους της εθνικής συνέχειας : Επειδή η έδρα της Βυζαντινής αρχαιολογίας είναι αρτισύστατος εν τω ημετέρω Πανεπιστημίω, και εν Ευρώπη δε η επιστήμη αύτη δεν έχει εισέτι ειμή λίαν ατελώς μελετηρή, ώστε ο μέλλων να διορισθή πρώτος καθηγητής αυτής εν τω ημετέρω Πανεπιστημίω πρέπει να είνε επιστήμων υπέροχος, ίνα και εις τους αλλοεθνείς χρησιμεύση ως οδηγός και παρ' ημίν μη παραδώση την νεαράν ταύτην επιστήμην εις αναξίους θιασώτας.817 Σύμφωνα με την κρίση του καθηγητή της Αρχαίας ελληνικής φιλολογίας Ανδρέα Σκιά κανείς από τους τρεις υποψηφίους (Αδ. Αδαμαντίου, Ν. Βέης, Γ. Λαμπάκης) δεν ήταν κατάλληλος, καθώς η θέση απαιτούσε αυξημένα επιστημονικά προσόντα. Στην αιτιολόγηση της κρίσης του, ενώ στον Αδαμαντίου περιοριζόταν στη διαπίστωση της ελλιπούς προετοιμασίας του, για τον Λαμπάκη η αξιολόγηση ήταν συνολικά αρνητική, καθώς θεωρούσε ότι πραγματευόταν τα θέματα περισσότερο ως θεολόγος παρά ως ιστορικός ενώ εξέφραζε κρίσεις ασυμβίβαστες με την ιστορική κριτική.818 Η κρίση του έτερου μέλους της επιτροπής, καθηγητή της Ιστορίας της φιλοσοφίας Μαργαρίτη Ευαγγελίδη, επικεντρωνόταν στον επιστημονικό χαρακτήρα της εργασίας του Λαμπάκη, βασισμένης τόσο σε εκτενή ανάλυση των συγγραμμάτων του όσο και στις σπουδές του.819 Ήταν σαφές ότι, καθώς πλέον οι βυζαντινές σπουδές με την είσοδο τους στο Πανεπιστήμιο αποκτούσαν θεσμικό υπόβαθρο και οι άνθρωποι που είχαν σπουδάσει στο εξωτερικό επέστρεφαν, διευρυνόταν η κοινότητα των ειδικών του Βυζαντίου. Μια κοινότητα που δημιουργούσε σταδιακά τους όρους συμμετοχής σε αυτή, θέτοντας ως ένα από τα πρωταρχικά αιτούμενα τον επιστημονικό χαρακτήρα του έργου των υποψηφίων, στοιχείο που όπως φαίνεται και στην περίπτωση του Λαμπάκη δεχόταν πολλαπλές ερμηνείες, συνδεδεμένες με προσωπικές κρίσεις και πολιτικές επιλογές.

Ο πρωτοποριακός ρόλος των ξένων πανεπιστημίων στη μελέτη του Βυζαντίου υπήρξε σε μεγάλο βαθμό επακόλουθο της αδυναμίας του Αθήνησι να διεκδικήσει αυτό τον ρόλο, απόρροια των διαδικασιών συγκρότησης της ελληνικής επιστήμης. Πέρα από όλα τα άλλα, η στελέχωση των συγκεκριμένων

817. Παράρτημα της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως..., ό.π., σ. 36.

818. Στο ίδιο.

819. Στο ίδιο, σ. 36-41.

Σελ. 339
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/340.gif&w=600&h=915

εδρών απαιτούσε διδακτικό προσωπικό, το οποίο δεν μπορούσε να καλυφθεί από τη μικρή κοινότητα λογίων του ελληνικού κράτους. Όσο και αν διευρύνθηκε η κοινότητα αυτή, κυρίως στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, ήταν ελάχιστοι εκείνοι που διέθεταν την ανάλογη εξειδικευμένη εκπαίδευση, σε μια εποχή όπου η έννοια της εξειδίκευσης εμφανίζεται όλο και πιο συχνά στον δημόσιο λόγο, ώστε να μπορούν να καταλάβουν θέσεις με αντικείμενο τη βυζαντινή και νεότερη ιστορία. Και οι περισσότεροι από αυτούς έρχονταν «κουρασμένοι» στο Πανεπιστήμιο, μετά από μακρά θητεία στη μέση εκπαίδευση ή στην καλύτερη περίπτωση σε κάποιο από τα ιδρύματα που είχαν δημιουργηθεί στα πρώτα χρόνια του 20ού αιώνα. Η αναφορά στη διεύρυνση αυτής της υπό συγκρότηση κοινότητας δεν πρέπει να δημιουργεί την ψευδαίσθηση ενός μεγάλου αριθμού μελών. Πρόκειται για μια μικρή ομάδα, όπως αποδεικνύεται άλλωστε και από τις συμμετοχές στις εκλογές του πανεπιστημιακού διδακτικού προσωπικού. Στις τρεις εκλογές για το μάθημα της ιστορίας που έλαβαν χώρα την τελευταία αυτή περίοδο, με εξαίρεση τον Ιάκωβο Δραγάτση, ιστορικό μιας περασμένης γενιάς, οι υπόλοιποι υποψήφιοι απορροφήθηκαν στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Οι τρεις νέοι γνωστικοί κλάδοι στο πρόγραμμα μαθημάτων, η γλωσσολογία, η παιδαγωγική και η λαογραφία (όπως αυτή διδάχθηκε αρχικά στο πλαίσιο του μαθήματος της μυθολογίας και στη συνέχεια αυτόνομα), αποτέλεσαν προσωπικές επιλογές των διδασκόντων. Ο Γ. Χατζιδάκις και ο Ν. Γ. Πολίτης εισήγαγαν τα νέα μαθήματα μετά από αντίστοιχες συστηματικές σπουδές στο εξωτερικό. Η άντληση γνώσης και κύρους από τις σπουδές στη Δύση, ιδιαίτερα σε μια περίοδο που τουλάχιστον σε επίπεδο θεσμών υπήρξε προσπάθεια για την οριοθέτηση των σπουδών και των εφοδίων που απαιτούνταν για την κατάληψη μιας έδρας, προαπαιτούσε σε σημαντικό βαθμό τη δημιουργία των αντίστοιχων εδρών στα ευρωπαϊκά πανεπιστήμια. Η επιστημονική κατάρτιση των υποψηφίων αποτελούσε ένα από τα συνήθη διακυβεύματα των καθηγητικών εκλογών.

Στην περίπτωση των βυζαντινών σπουδών, στις έδρες του εξωτερικού και ιδιαίτερα σε εκείνη του Μονάχου παρακολούθησε μαθήματα το σύνολο σχεδόν των ελλήνων βυζαντινολόγων, πανεπιστημιακοί αλλά και πολλοί λόγιοι που δεν κατέκτησαν ακαδημαϊκές θέσεις.820 Είναι χαρακτηριστική άλλωστε η επα-

820. Ποτνία μήτηρ χαρακτηρίστηκε το φροντιστήριο του Κρουμπάχερ από τον Σ. Κουγέα όταν έκανε λόγο για την κοινή μαθητεία τους με τον Κ. Άμαντο, «Φιλικαί αναμνήσεις», ό.π., σ. 1472. Βλ. ακόμη αντίστοιχο σχόλιο του Δημήτρη Γληνού σε επιστολή του στον Νικόλαο Πολίτη το 1908: Τ. Κιουσοπούλου, «Η πρώτη έδρα...», ό.π., σ. 262, σημ. 23.

Σελ. 340
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/341.gif&w=600&h=915

επανάληψη των ονομάτων των ίδιων δασκάλων στα βιογραφικά των συγκεκριμένων καθηγητών. Οι έλληνες βυζαντινολόγοι συγκρότησαν μια ισχυρή ομάδα, μέρος της ευρύτερης διεθνούς κοινότητας -μιας κοινότητας άλλωστε όχι ιδιαίτερα εκτεταμένης-, με την οποία συνομιλούσαν, συμμετείχαν στα περιοδικά και στις εκδόσεις της, από την προνομιακή μάλιστα θέση της άμεσης πρόσβασης στις υπάρχουσες πηγές, αλλά και της δυνατότητας της ανακάλυψης νέων.

Μέσα από την πολιτική συγκυρία αλλά και την εξέλιξη των διεθνών σπουδών το Βυζάντιο εισέβαλε ορμητικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών με τη δημιουργία τεσσάρων εδρών σε διάστημα είκοσι περίπου ετών. Παγιώθηκε έτσι ένα νέο πεδίο μελέτης, το οποίο, χωρίς να εγγίζει το εύρος και το κύρος του αρχαιοελληνικού, διέθετε σημαντικό εκτόπισμα. Το παράδειγμα αυτό συνδιαλεγόταν με την οπτική του Κ. Παπαρρηγόπουλου, ο οποίος υπερασπίστηκε τον ελληνικό Μεσαίωνα αναδεικνύοντας κυρίως τη λειτουργία του ως θεματοφύλακα του αρχαίου προγονικού πολιτισμού και ως προστάτη της χριστιανικής θρησκείας, αντιμετωπίζοντας όμως με σκεπτικισμό, σύμφωνα και με την παράδοση του Διαφωτισμού, τα πολιτιστικά επιτεύγματα της περιόδου. Στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα και μετά από σειρά σημαντικών διεθνών εξελίξεων στις βυζαντινές σπουδές, η ιστορία της τέχνης, η φιλολογία, η ιστορία, η λαογραφία μέσα από τον βίο των Βυζαντινών αναδείκνυαν τα σημαντικά επιτεύγματα της περιόδου, συνδέοντάς τα, μέσα και από την ανάγκη ενίσχυσης του ελληνικού χαρακτήρα της Αυτοκρατορίας, με το νεότερο ελληνικό κράτος. Η επιλογή αυτή συνιστούσε σημαντική διαφοροποίηση αναφορικά με την αρχαιολατρεία που κυριαρχούσε στη Φιλοσοφική Σχολή.

Στο μέτρο που συνδέθηκε με τον δημοτικισμό, η βυζαντινολογία αποτέλεσε εύλογα έναν από τους προνομιακούς χώρους στους οποίους κινήθηκε η «προοδευτική» διανόηση της δεκαετίας του 1930, όπως έχει παρατηρήσει ο Βασίλης Παναγιωτόπουλος γράφοντας για τον Νίκο Σβορώνο, έναν από τους πλέον σημαντικούς έλληνες ιστορικούς που έστρεψαν τα ενδιαφέροντά τους στο δίπολο Βυζάντιο - νέος ελληνισμός.821 Ήταν όμως σαφές ότι το δίπολο αυτό, για την εποχή τουλάχιστον στην οποία αναφερόμαστε, δεν ανέτρεπε, ακόμη και στη σύνδεσή του με τον δημοτικισμό, το παπαρρηγοπούλειο σχήμα. Αντίθετα, εντασσόταν με ασφάλεια σε αυτό. Η μελέτη του Βυζαντίου, στην οποία η συνέχεια αποτελούσε κεντρικό ζήτημα, απαντούσε στα προβλήματα της συγκυρίας, με γνώμονα και πάλι τα εθνικά συμφέροντα.

821. Βασίλης Παναγιωτόπουλος, «Το εθνικό ζήτημα στο έργο του Νίκου Σβορώνου», Αντί 402 (5 Μαΐου 1989), σ. 45.

Σελ. 341
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/342.gif&w=600&h=915 01 - 0002.htm

ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Σελ. 342
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/343.gif&w=600&h=915

ΚΕΦΑΛΑΙΟ E'

ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΕΝΗ ΕΔΡΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΗΣ ΕΔΡΑΣ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ

(1923-1932)

Μετά τη συνταξιοδότηση του Παύλου Καρολίδη η έδρα του παρέμεινε κενή, αν και τα χρόνια που ακολούθησαν η πλήρωσή της απασχόλησε πολλές φορές το σώμα των καθηγητών της Φιλοσοφικής Σχολής. Στη συνεδρίαση της 16ης Ιανουαρίου 1925, στη συζήτηση για την προκήρυξη δύο νέων εδρών για τη Μέση και νέα ελληνική φιλολογία και για την Ιστορία των μέσων και νεωτέρων χρόνων, προτάθηκε, αντί για τη δεύτερη έδρα, η Σχολή να εισηγηθεί την προκήρυξη της έδρας του Καρολίδη. Την πρόταση υποστήριξε ένθερμα ο Νικόλαος Εξαρχόπουλος, θεωρώντας την έδρα αναγκαία για τη διδασκαλία στους φοιτητές όλων των «φάσεων» του ελληνικού πολιτισμού και των γραμμών της εξέλιξης του ελληνικού έθνους. Ο έτερος υπέρμαχος της πρότασης, Σ. Μενάρδος, υποστήριξε ότι η έδρα ήταν απαραίτητη, ιδιαίτερα για τη διδασκαλία του Αγώνα, με αφορμή και την επέτειο των εκατό χρόνων από την κήρυξή του. Ο Σ. Κουγέας στάθηκε αρνητικός και αναφέρθηκε στον υπάρχοντα επιμερισμό της εθνικής ιστορίας σε αρχαία - βυζαντινή, τον οποίο θα συμπλήρωνε η έδρα για τα μεσαιωνικά και νεότερα χρόνια, καθιστώντας την έδρα της Ιστορίας του ελληνικού έθνους λιγότερο αναγκαία. Τελικά η πλειοψηφία των καθηγητων της Φιλοσοφικής ψήφισε υπέρ της δημιουργίας της έδρας της Ιστορίας των μέσων και νεωτέρων χρόνων (Άμαντος, Κεραμόπουλλος, Λορεντζάτος, Κακριδής, Μενάρδος, Τσούντας, Κουγέας) και μόλις τρεις κατά (Εξαρχόπουλος, Αδαμαντίου, Σκάσσης). Στη συνεδρίαση της 15ης Ιουλίου 1931 επανήλθε το ζήτημα της κατάργησης της έδρας, με πρόταση του Κ. Άμαντου, καθώς οι τρεις καθηγητές της Ιστορίας κάλυπταν πλέον το σύνολο του μαθήματος. Η πρόταση συνάντησε την αντίδραση του Μιχαήλ Βολονάκη, μια και το μάθημα εξεταζόταν στις πτυχιακές εξετάσεις, και για τυπικούς λόγους τελικά δεν καταργήθηκε.

Στις συζητήσεις αυτές της Φιλοσοφικής για την κατάργηση της έδρας της Ιστορίας του ελληνικού έθνους πρωτοστάτησαν οι Κουγέας και Άμαντος. Η

Σελ. 343
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/344.gif&w=600&h=915

στάση τους συνδεόταν ενδεχομένως με πανεπιστημιακές ισορροπίες (στο μέτρο που επρόκειτο για μια έδρα που κάλυπτε εκ των πραγμάτων τμήματα της προσφερόμενης ύλης των δικών τους), αλλά και με γενικότερα ζητήματα εξειδίκευσης, την οποία εξασφάλιζε η αυστηρή διάκριση των εδρών. Απέρρεε όμως και από τη γενικότερη αντίληψή τους για το σχήμα αλλά και το έργο του Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου, το οποίο συνδεόταν άρρηκτα με την πανεπιστημιακή έδρα του: αντίληψη η οποία, ενώ αναγνώριζε την εξαιρετική σημασία του παπαρρηγοπούλειου σχήματος για τη συγκρότηση της νεοελληνικής ιστορίας, ταυτόχρονα δήλωνε ή υπαινισσόταν την υπέρβασή του από νεότερες προσεγγίσεις και έρευνες.

Η ιστοριογραφική παραγωγή των καθηγητών του Πανεπιστημίου Αθηνών που δίδαξαν ιστορία και συναφή αντικείμενα στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα κινήθηκε στο πνεύμα του σχήματος της ενιαίας και συνεχούς εθνικής ιστορίας. Το ιστοριογραφικό σχήμα του Παπαρρηγόπουλου αποτέλεσε το βασικό υπόστρωμα των μελετών τους για την ελληνική ιστορία, αλλά και των συγκριτικών αντιπαραθέσεων της πατρώας ιστορίας με τις γειτονικές και ευρύτερα τις ξένες εθνικές ιστοριογραφίες. Το 1928, η έκδοση του περιοδικού Ελληνικά από τον Σύλλογο προς Διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων και με διευθυντές τούς Κ. Άμαντο και Σ. Κουγέα στόχευε στη δημοσίευσιν ανεκδότων πηγών και εις την διαφώτισιν της ελληνικής ιστορίας, μάλιστα δε της νεωτέρας, χωρίς να αποκλείει τα εις την μεσαιωνικήν, τα εις την ρωμαϊκήν και τα εις την αρχαίαν ελληνικήν περίοδον αναγόμενα δημοσιεύματα.822 Τα Ελληνικά θα αποτελούσαν όργανον αφιερωμένον εις την έρευναν της Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους ενιαίας και αδιασπάστου από των αρχαίων μέχρι των καθ' ημάς χρόνων, όπως υπετύπωσεν αυτήν ο αοίδιμος Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος.823

Η Ιστορία του Ελληνικού Έθνους αποκτούσε μια συμβολική σχεδόν σημασία στο σύνολο της νεοελληνικής ιστοριογραφικής παραγωγής. Όπως επεσήμανε ο Σ. Κουγέας, αποτελούσε το τελειότατον και υψηλότατον δημιούργημα της νεωτέρας Ελληνικής επιστήμης, αντάξιον προς τα μεγάλα πνευματικά δημιουργήματα της κλασσικής Ελληνικής περιόδου, αληθινόν εθνικόν μνημείον, κτήμα ες αεί.824 Παρ' όλο που ο Κωνσταντίνος Άμαντος κατέκρινε την αμάρτυρον ιστοριογραφίαν, έστω και σε έργα εκλαϊκευτικής μορφής, την οποία εισήγαγον οι παλαιότεροί μας ιστορικοί,825 διέκρινε την ΙΕΕ, καθώς είχε γραφεί με αίσθημα θερμόν, κρι-

822. Ελληνικά 1 (1928), σ. 5.

823. Στο ίδιο.

824. «Δεξίωσις..., ό.π., σ. 86-87.

825. Βλ. Εισαγωγή..., ό.π., σ. 4.

Σελ. 344
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/345.gif&w=600&h=915

κριτικήν αυστηράν και έδωσε ενότητα στην ελληνική ιστορία.826 Η εξέχουσα θέση του έργου, το οποίο βέβαια δεν μπόρεσε να υπερκεράσει η αντίστοιχη ιστορία του Σπυρίδωνος Λάμπρου, άμβλυνε τις κριτικές από μια γενιά που υποστήριξε σθεναρά την αξία της αρχειακής τεκμηρίωσης, τις απέκρουε, αν θέλουμε να ακριβολογήσουμε, με την επισήμανση της μοναδικότητάς του.

Οι φανερές ελλείψεις του έργου αποδίδονταν κατά κύριο λόγο στο πέρασμα του χρόνου, στην εξέλιξη της ιστορικής επιστήμης και των αρχειακών ερευνών. Σύμφωνα με τον Σωκράτη Κουγέα η καλλιέργεια των ιστορικών σπουδών, η εξέλιξη της συγκριτικής γλωσσολογίας, οι αρχαιολογικές, επιγραφικές και παπυρολογικές ανακαλύψεις, η ανάπτυξη της βυζαντινολογίας προσέθεσαν νέες γνώσεις για τη μεσαιωνική και ανέτρεψαν τις τότε γνώσεις για την αρχαία και προϊστορική περίοδο : Τόσα δε πολλά είναι τα νέα πράγματα και τα υπό της ερεύνης συγκομισθέντα νέα ιστορικά πορίσματα, ώστε και συντομώτατη μνεία τούτων, είτε δι' υποσελιδίων σημειώσεων, είτε διά παρενθέσεων εν τω κειμένω, θα ήτο αδύνατος χωρίς να τριπλασιασθή ο όγκος, χωρίς να μεταβληθή ριζικώς η μορφή, χωρίς να διαταραχθή η συνθετική γραμμή και να διασπασθή η ενότης της συγγραφής του Παπαρρηγοπούλου. Επειδή δε η σύνδεσις της Ιστορίας του Παπαρρηγοπούλου είναι, ως υπό πάντων αναγνωρίζεται, «κλασσική», δεν επιδέχεται μεταβολάς και μεταμορφώσεις. Η κομψότης και η χάρις του λόγου, η απλότης του ύφους, η φραστική σαφήνεια, η νηφαλιότης της κρίσεως, η βαθεία του ιστορικού παρατήρησις και ο ενθουσιασμός του συγγραφέως, όλαι αύται και άλλαι ακόμη αρεταί κατέστησαν την συγγραφήν του Παπαρρηγοπούλου όχι μόνον ιστορικόν μνημείον απαράμιλλον, αλλά και λογοτεχνικόν αριστούργημα, αληθινόν καλλιτέχνημα, σμιλευθέν με αίσθημα και με πνοήν γνησίως ελληνικήν, εις το οποίον κάθε ξένη προσθήκη θα απετέλει βεβήλωσιν και απειροκαλίαν. Το εθνικόν βιβλίον του Παπαρρηγοπούλου έπρεπε να μένη άθικτον, όπως εξήλθεν από την γραφίδα και από την ψυχήν του εμπνευσμένου ιστορικού και έτσι άθικτον και ανόθευτον να παραδίδεται εις τας γενεάς των Ελλήνων ως το περίφημον «κτήμα εσαεί» του Θουκυδίδου.827

826. Βιογραφίαι και κρίσεις περί του Κ. Παπαρρηγόπουλου και του έργου αυτοϋ, Αθήνα, Εκδοτικός οίκος «Ελευθερουδάκης», 1926, σ. 18. Η ίδια η έκδοση του μικρού αυτού βιβλίου αποτελεί την πιο σαφή αποτύπωση της ισχυρής θέσης του έργου του Παπαρρηγόπουλου στη νεοελληνική ιστορική συνείδηση. Με αφορμή την επανέκδοση της ΙΕΕ συγκεντρώθηκαν, με εισαγωγή του Π. Καρολίδη, εγκωμιαστικές κρίσεις για το έργο από ξένους και Έλληνες - ανάμεσά τους οι Α. Χάιζενμπεργκ, Ν. Γιόργκα, Σαρλ Ντιλ, Γ. Σωτηριάδης, Γ. Βλαχογιάννης, Π. Κοντογιάννης, Δ. Παπούλιας, Στέφανος Ξανθουδίδης κ.ά.

827. Σ. Β. Κ(ουγέας), «Κωνστ. Παπαρρηγοπούλου. Ιστορία του Ελληνικού Έθνους. Έκδοσις πέμπτη εικονογραφημένη μετά προσθηκών, σημειώσεων και βελτιώσεων επί

Σελ. 345
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/346.gif&w=600&h=915

Το προηγούμενο απόσπασμα προέρχεται από την κριτική του καθηγητή της Αρχαίας ιστορίας για την επανέκδοση το 1925 της Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους από τον Π. Καρολίδη με εκτενείς προσθήκες και υποσημειώσεις. Ο νέος διδάσκων της Φιλοσοφικής και στενός μαθητής του Σπ. Λάμπρου κατηγορούσε τον Καρολίδη, ο οποίος στην προηγούμενη έκδοση του έργου δεν είχε επέμβει καθόλου στο κείμενο του Παπαρρηγόπουλου, για την έντονη παρέμβασή του στην πολύτομη ιστορία. Η κριτική του δεν αφορούσε την αλλοίωση των συμπερασμάτων ή της δομής του βιβλίου. Άλλωστε, ο ίδιος παραδεχόταν ότι το έργο του Κ. Παπαρρηγόπουλου είχε στην ουσία ξεπεραστεί μετά από την πρόοδο της ιστορικής επιστήμης τα τελευταία χρόνια. Οι αντιρρήσεις του εστιάζονταν στο ότι οι παρεμβάσεις του Π. Καρολίδη και οι συνεχείς προσθήκες του στο κείμενο κατέστρεφαν ένα έργο που έπρεπε να παραμείνει άθικτο, εθνικό βιβλίο, κτήμα εσαεί όλων των Ελλήνων.828 Το βιβλίο του Παπαρρηγόπουλου αντιμετωπιζόταν ως ιστορικό μνημείο, ενώ η αξία του συνδεόταν και με τον χώρο της λογοτεχνίας. Η μνημειοποίηση διαφύλασσε τον ιδεολογικό του χαρακτήρα, ενώ συγχρόνως απάλλασσε τους νεότερους ιστορικούς από την υποχρέωση της αναφοράς του, των παραπομπών σε αυτό.829

Η κυριαρχία του παπαρρηγοπούλειου σχήματος οδηγούσε στην κατάργηση της έδρας και στη διαίρεση της σε περισσότερες ώστε να ικανοποιηθεί το αίτημα της εξειδίκευσης της ελληνικής ιστορίας. Στη συνεδρίαση της 15ης Απριλίου 1932, η Σχολή, στο πλαίσιο του εκ νέου προσδιορισμού του περιεχομένου όλων των εδρών, αποφάσισε κοινή συναινέσει την κατάργηση της έδρας.

Η διαδρομή της έδρας της Ιστορίας του ελληνικού έθνους σε αυτά τα ογδόντα χρόνια είναι χαρακτηριστική της διεύρυνσης και των αλλαγών στο πανε-

τη βάσει των νεωτάτων πορισμάτων της ιστορικής ερεύνης υπό Παύλου Καρόλιδού, τ. 1-6, Εκδοτικός οίκος "Ελευθερουδάκη", Αθήναι 1925», Ελληνικά 1 (1928), σ. 408409.

828. Ο Κουγέας, στη μικρή έκδοση του 1926 που συνόδευε την επανέκδοση της ΙΕΕ επαναλάμβανε την εκτίμηση του στο έργο χωρίς να υπεισέρχεται στα της επανέκδοσης, καθώς άλλωστε δεν υπήρχαν εδώ οι σχοινοτενείς παρεμβάσεις του Παύλου Καρολίδη. Βλ. Βιογραφία και κρίσεις..., ό.π, σ. 26. Αντίθετα ο Κ. Άμαντος αναφερόταν στο κύρος του Καρολίδη, εχέγγυο για την επιτυχία της συμπλήρωσης του έργου. Στο ίδιο, σ. 18.

829. Είναι χαρακτηριστικό ότι, από τους δύο τόμους βυζαντινής ιστορίας του Άμαντου, μόνο στον πρώτο υπάρχουν ελάχιστες αναφορές στην ΙΕΕ, οι οποίες απουσιάζουν τελείως στον δεύτερο, σε αντίθεση με αναφορές σε μεμονωμένες εργασίες του Λάμπρου.

Σελ. 346
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Η συγκρότηση της ιστορικής επιστήμης και η διδασκαλία της ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (1837-1932)
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 327
    

    Η ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΑΜΑΝΤΟΥ

    Ο Κωνσταντίνος Άμαντος (1874-1960)787 δίδαξε σταθερά κατά τη διάρκεια της θητείας του τρίωρο μάθημα βυζαντινής ιστορίας και μία ή δύο ώρες την εβδομάδα φροντιστηριακές ασκήσεις. Απόφοιτος του Γυμνασίου της ιδιαίτερης πατρίδας του, της Χίου, ο νέος καθηγητής, αφού πρώτα γράφτηκε δύο εξάμηνα στη Φιλοσοφική Σχολή, μετέβη στη Γερμανία, όπου παρακολούθησε όπως και ο Κουγέας στα Πανεπιστήμια του Βερολίνου και του Μονάχου τα μαθήματα του Κρουμπάχερ, του Ντιλ, του Κρούζιους, του Χάρνακ κ.ά. Το 1903 αναγορεύθηκε διδάκτορας του Πανεπιστημίου του Μονάχου με την εργασία του για τις καταλήξεις των ελληνικών τοπωνυμίων. Μετά το πέρας των σπουδών του εργάστηκε ως καθηγητής στο Γυμνάσιο της Χίου (1904-1911), ως διευθυντής του Γυμνασίου και Διδασκαλείου Λευκωσίας (1911) και της Αμπετείου Σχολής στο Κάιρο (1912-1914). Από το 1914 έως το 1925 εργάστηκε, χάρη στον Γεώργιο Χατζιδάκι,788 ως συνεργάτης-συντάκτης του Ιστορικού Λεξικού της Ελληνικής Γλώσσης, του οποίου χρημάτισε και διευθυντής έως την εκλογή του στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

    Σύμφωνα και με τους σχετικούς τίτλους, το πλήρες ανάπτυγμα του μαθήματος του, διάρκειας τριών ή τεσσάρων ακαδημαϊκών ετών, περιελάμβανε εισαγωγή και στη συνέχεια την ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας από τον Μέγα Κωνσταντίνο έως και την Άλωση, σε χρονολογική σειρά με βάση τη διαδοχή των αυτοκρατόρων. Το 1939 αποχώρησε από το Πανεπιστήμιο σε ηλικία εξήντα πέντε χρονών, λόγω του νόμου περί ορίου ηλικίας της μεταξικής κυβέρνησης.

    Συνεχίζοντας την παράδοση των μεγάλων ιστορικών που δίδαξαν στη Φιλοσοφική Σχολή, του Κ. Παπαρρηγόπουλου και ιδιαίτερα του καθηγητή του Σπ. Λάμπρου, ο Άμαντος επέδειξε στην επιλογή των μελετών του ευρύτητα χρονολογική και θεματική, εστιασμένος όμως πάντα στην πορεία του ελληνικού έθνους. Είναι χαρακτηριστική η κατηγοριοποίηση των έργων του από τους μαθητές του: ιστορικά, γλωσσικά και γλωσσογεωγραφικά (όρος δι-

    787. Βλ. Αλέξανδρος Βογιατζόγλου, «Κωνσταντίνος Άμαντος», Αφιέρωμα εις Κ. I. Άμαντον, Αθήνα 1940, σ. α'-δ', Διον. Α. Ζακυθηνός, «Κωνσταντίνος Άμαντος (18741960) Νεκρολογία», Επετηρίς της Εταιρείας Βυζαντινών Σπουδών 29 (1959), σ. 449-455, και Κ. Θ. Δημαράς, Το έργο του Κωνσταντίνου Αμάντου. Λόγος επιμνημόσυνος, Αθήνα 1961. Για την εργογραφία του βλ. «Κατάλογος Μελετών Κ. Αμάντου», Αφιέρωμα..., ό.π., σ. ε'-ια', και Φ. Κ. Μπουμπουλίδης, «Αναγραφή δημοσιευμάτων Κωνσταντίνου I. Αμάντου», Εις μνήμην Κ. I. Αμάντου 1874-1960, Αθήνα 1960, σ. ιζ'-μ'.

    788. Κ. Άμαντος, «Βιογραφικά σημειώματα», Χιακά Χρονικά 7 (1975), σ. 74.