Συγγραφέας:Καραμανωλάκης, Βαγγέλης Δ.
 
Τίτλος:Η συγκρότηση της ιστορικής επιστήμης και η διδασκαλία της ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (1837-1932)
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:42
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:2006
 
Σελίδες:551
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Εκπαίδευση-Τριτοβάθμια
 
Παιδεία-Εκπαίδευση
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα, Πανεπιστήμιο Αθηνών
 
Χρονική κάλυψη:1837-1932
 
Περίληψη:Αφετηριακή υπόθεση της εργασίας αυτής είναι ότι η ιστορία συγκροτείται ως επιστήμη μέσα από την καταλυτική επίδραση εκπαιδευτικών θεσμών για την παραγωγή και τη μετάδοση της γνώσης, όπως είναι το πανεπιστήμιο. Οι θεσμοί αυτοί επιβάλλουν σε μεγάλο βαθμό στην ιστοριογραφική παραγωγή τη λογική της συγκρότησης και της λειτουργίας τους, τις αξίες που τους διέπουν, τις πρακτικές ανάδειξης κύρους και τους συσχετισμούς δύναμης που επικρατούν στο εσωτερικό τους, τις σχέσεις τους με την πολιτική εξουσία και την κοινωνία. Η πανεπιστημιακή διδασκαλία της ιστορίας κατά την περίοδο που καλύπτει το βιβλίο συνδέθηκε με μια σειρά από παράγοντες και μεταβλητές, στοιχεία που καθόρισαν και το συγκεκριμένο πλαίσιο αναφοράς : το πανεπιστημιακό περιβάλλον, η ιστοριογραφική παράδοση, τα πρόσωπα που δίδαξαν και οι αποδέκτες της διδασκαλίας τους. Στόχος της παρούσας εργασίας είναι η συνεξέταση αυτών των παραγόντων μέσα στην ευρύτερη πολιτική και κοινωνική συγκυρία από την οποία σε μεγάλο βαθμό ορίστηκαν και την οποία εντέλει επανακαθόρισαν, με άλλα λόγια θέμα του βιβλίου είναι η συγκρότηση, στον χώρο του Πανεπιστημίου Αθηνών, μιας εθνικής-επιστημονικής ιστορίας με έντονο διδακτικό χαρακτήρα, η οποία επηρέασε καθοριστικά τη συνολική ιστοριογραφική παραγωγή, λόγω της σημαίνουσας θέσης του ιδρύματος, καθώς για έναν περίπου αιώνα αποτέλεσε τον μοναδικό οργανωμένο θεσμό της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης ο οποίος παρήγε ιστορική γνώση, κατάρτιζε τους φοιτητές και προετοίμαζε τους αποφοίτους του για τη διάχυση αυτής της γνώσης, μέσω κυρίως του σχολικού δικτύου, στο ελληνικό βασίλειο και στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 43.93 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 336-355 από: 554
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/336.gif&w=600&h=915

σει τη διαμάχη του Αδ. Αδαμαντίου με τον Ν. Βέη, η οποία ξεκίνησε από τη διεκδίκηση της θέσης του εφόρου Αρχαιοτήτων, την οποία τελικά κατέλαβε ο Αδ. Αδαμαντίου, και συνεχίστηκε αναφορικά με τα χειρόγραφα των Μετεώρων και το δικαίωμα μελέτης και ανακοίνωσης επιστημονικών πορισμάτων για αυτά.812 Πέρα από τις προσωπικές φιλοδοξίες είναι διακριτά και τα διαφορετικά περιβάλλοντα από όπου προέρχονταν οι επιστήμονες.

Οι πραγματικότητες έκαναν την εμφάνισή τους σύνθετες και άρρηκτα συνδεδεμένες με τη συγκυρία και τους ανθρώπους. Σημειώνω ενδεικτικά ότι ο Γ. Χατζιδάκις οργανώνοντας το Ιστορικό Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσης επέλεξε ως συνεργάτες του επιστήμονες που είχαν ταχθεί υπέρ της δημοτικής, ανά μεσά τους και τον Κωνσταντίνο Άμαντο. Εάν δεν εκτιμήσουμε αυτούς τους παράγοντες στον πανεπιστημιακό μικρόκοσμο, δεν μπορούμε να εξηγήσουμε την παρουσία μιας μικρής ομάδας καθηγητών εντός της συντηρητικής γλωσσικά Σχολής που στήριξαν τον δημοτικισμό. Αναφέρομαι, εκτός από τον Κ. Άμαντο, τον Σ. Κουγέα και τον Ν. Βέη, στους Π. Λορεντζάτο, Σ. Μενάρδο κ.ά. Πρόκειται για πρόσωπα που προσπάθησαν κάποτε να αρθρώσουν έναν λόγο διαφορετικό σε εκλογές και μείζονα ζητήματα και που λειτούργησαν σε μεγάλο βαθμό ως στρατόπεδο, είτε υποστηρίζοντας την εκλογή του ενός ή του άλλου καθηγητή είτε ενισχύοντας φοιτητές στην εξεύρεση εργασίας ή στη συνέχιση των σπουδών τους, ακόμη και οικονομικά.

Εάν το γλωσσικό ζήτημα αποτέλεσε σημαίνοντα παράγοντα για τη συγκρότηση των βυζαντινών σπουδών στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και τη θέση της ιστορίας σε αυτές, δεν είναι και ο αποκλειστικός. Ο κυρίαρχος κατά τη γνώμη μου παράγων ήταν η θέση που η ιστορία κλήθηκε να καταλάβει στο πλαίσιο αυτών των σπουδών. Θα προσπαθήσω στη συνέχεια να τεκμηριώσω τον συλλογισμό.

Η ΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗ ΤΩΝ ΕΔΡΩΝ ΓΙΑ ΤΗ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ

Η μεταρρύθμιση του 1911 προσέθεσε μια έδρα Βυζαντινής τέχνης και αρχαιολογίας στις έδρες του Πανεπιστημίου. Στην αιτιολογική έκθεση της κοινο-

ματος του Αδαμαντίου. Βλ. Κ. Άμαντος: «Αδαμαντίου I. Αδαμαντίου. Ιστορία της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Εγκεκριμένη διά την τρίτην τάξιν του Γυμνασίου και τους αντιστοίχους των σχολείων της Μ. Εκπαιδεύσεως. Αθήναι. 1919», Α&ηνά3ί (1919), σ. 173-190.

812. Βλ. τα τεκμήρια σχετικά με τη σύγκρουση: Μαίρη Ν. Βέη, Ιστοριοδιφικά ταξίδια του Νίκου Βέη εις την Θεσσαλίαν Και άλλαι προσωπικότητες συνδεόμεναι προς αυτόν και την Θεσσαλίαν. Μέρος πρώτον, Αθήνα 1971.

Σελ. 336
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/337.gif&w=600&h=915

κοινοβουλευτικής επιτροπής Παιδείας για το ίδιο νομοσχέδιο προτεινόταν ακόμη η ίδρυση μιας τακτικής έδρας Μέσης και νεωτέρας ελληνικής φιλολογίας, καθώς και μιας έκτακτης έδρας Βυζαντινού πολιτισμού. Στο αντίστοιχο υπόμνημα των σχολών η Φιλοσοφική πρότεινε την ίδρυση έδρας Βυζαντινής τέχνης, καθώς και Μέσης και νέας ελληνικής φιλολογίας και γλώσσας. Παρά το υπόμνημα η έδρα τελικά δεν προκηρύχθηκε, γεγονός που ανάγκασε τη Σχολή να επανέλθει προς το υπουργείο με αφορμή και τον διορισμό σε έδρα Αρχαίας ελληνικής φιλολογίας του Σίμου Μενάρδου (συνεδρίαση 1ης Νοεμβρίου 1911).

Η επιμονή στην έδρα της Μέσης και νέας ελληνικής φιλολογίας συνδεόταν με τη γενικότερη φυσιογνωμία της Σχολής. Το ενδιαφέρον για τη γλώσσα, και κυρίως η ανάδειξη της συνέχειάς της από τα αρχαία χρόνια στα νεότερα -ας συγκρατήσουμε τον όρο μέση, και όχι βυζαντινή, καθώς ο πρώτος είναι πολύ περισσότερο δηλωτικός της συνέχειας και συμπεριελάμβανε τη δημώδη λογοτεχνία των μέσων χρόνων-, αποτελούσε κομβικό σημείο για τη συγκρότηση της εθνικής ιδεολογίας. Η συστέγαση της μεσαιωνικής με τη νεότερη φιλολογία εξασφάλιζε αυτή τη σχέση και υπογράμμιζε τη σημασία της ενότητας, επιδιώκοντας τη διδασκαλία του συνόλου της γλώσσας με έμφαση στη συνέχεια και όχι στην αυτονομία της κάθε περιόδου. Χαρακτηριστικό του ενδιαφέροντος ήταν ότι το 1906 η Σχολή είχε αποφασίσει την αποστολή στην Ευρώπη ενός υποτρόφου, του Αθανασίου Μπούτουρα, για τη σπουδή της μέσης και νεότερης ελληνικής γλώσσας και φιλολογίας, ώστε στη συνέχεια να διδάξει το αντικείμενο αυτό στο Πανεπιστήμιο (συνεδρίαση Φιλοσοφικής Σχολής 24ης Απριλίου 1906). Κατά τη διάρκεια της συζήτησης ο Γ. Χατζιδάκις συνηγόρησε θερμά στη σύσταση της σχετικής έδρας, όπως θα έκανε επανειλημμένα και στο μέλλον, δίνοντας έμφαση στη χρησιμότητά της για την αντίκρουση των θεωριών οι οποίες στο πλαίσιο των βαλκανικών ανταγωνισμών αμφισβητούσαν την καταγωγή και την καθαρότητα της ελληνικής γλώσσας.813 Ο πρώτος καθηγητής της Γλωσσολογίας με τα μαθήματα και τα βιβλία του είχε υπηρετήσει αυτή την ιδέα, θητεύοντας κατά κύριο λόγο στη μελέτη της μέσης και νεότερης ελληνικής γλώσσας.

Η απουσία έδρας Βυζαντινής ιστορίας στο υπόμνημα της Φιλοσοφικής Σχολής και στην αιτιολογική έκθεση της κοινοβουλευτικής επιτροπής το 1911 συνδέεται κατά τη γνώμη μου, πέρα από το συγκυριακό αίτημα της διατήρησης του ίδιου αριθμού εδρών, με την πλήρη ενσωμάτωση της βυζαντινής ιστο-

813. Γεώργιος Χατζιδάκις, Έκθεσις τον γλωσσικού Διαγωνισμού της εν Αθήναις Γλωσσικής Εταιρείας, Αθήνα 1903, σ. 7-9.

Σελ. 337
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/338.gif&w=600&h=915

ιστορίας στην ιστορία του ελληνικού έθνους. Η βυζαντινή ιστορία αποτελούσε αναπόσπαστο τμήμα της εθνικής ιστορίας, ενώ τα μαθήματα του Παύλου Καρολίδη και η φροντιστηριακή διδασκαλία του Σπ. Λάμπρου κάλυπταν σε μεγάλο βαθμό το αντικείμενο. Άλλωστε, και οι δύο πλέον σημαντικές έδρες στο εξωτερικό ήταν παρόμοια προσανατολισμένες προς τη βυζαντινολογία. Ο όρος βυζαντινολόγος αναφερόταν κατά κύριο λόγο στους επιστήμονες εκείνους που, σύμφωνα και με το παράδειγμα του Κρουμπάχερ, μελετούσαν τα κείμενα της Αυτοκρατορίας κυρίως από φιλολογική σκοπιά και δευτερευόντως από αρχαιολογική ή ιστορική.814 Αφενός η πίστη στα οφέλη της συνεχούς διδασκαλίας της εθνικής ιστορίας, αφετέρου η διαπίστωση της έλλειψης ενός πολύ πιο βασικού κλάδου σπουδών οδήγησαν στην επιλογή του γνωστικού αντικειμένου της πρώτης βυζαντινής έδρας.

Η ίδρυση της έδρας της Βυζαντινής τέχνης και αρχαιολογίας προσέφερε στη Φιλοσοφική Σχολή τη διδασκαλία ενός αντικειμένου που έως τότε είχε διδαχθεί μόνο στη Θεολογική Σχολή από τον Γεώργιο Λαμπάκη, σε μια λογική που τόνιζε τη σχέση του κυρίως με τον χριστιανισμό και όχι με το εθνικό αφήγημα. Η νέα έδρα ερχόταν να ενισχύσει το σχήμα της αδιαίρετης συνέχειας και κυρίως της υψηλής προσφοράς του ελληνικού έθνους στον παγκόσμιο πολιτισμό, αναδεικνύοντας τη διδασκαλία εκείνου του πεδίου που ενίσχυε την εικόνα του Βυζαντίου ως παραγωγού πολιτισμού: των μνημείων τέχνης, των αγιογραφιών, των καλλιτεχνημάτων.815 Η ιστορία της τέχνης ενσωμάτωνε τα σημαντικότερα επιτεύγματα του βυζαντινού πολιτισμού στην ελληνική ιστορία, προεκτείνοντας τη γραμμή από την αρχαία Ελλάδα. Όπως έγραφε ο Γεώργιος Σωτηρίου, καθηγητής Χριστιανικής αρχαιολογίας στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και διάδοχος του Αδ. Αδαμαντίου στη διεύθυνση του Βυζαντινού Μουσείου: Εφ' όσον δε η τέχνη είνε η ανωτέρα έκφανσις του πολιτισμού μιας χώρας, ευνόητον είνε ότι το περικλείον τα χριστιανικά αντικείμενα ελληνικής τέχνης Βυζαντινόν Μουσείον παρουσιάζει τον πολιτισμόν των Πατέρων μας, όπως το αρχαιολογικόν Μουσείον παρουσιάζει τον πολιτισμόν των Προγόνων.816 Από τους προγόνους στους πατέρες, ο Σωτηρίου ξετύλιγε το πιο

814. Βλ. και το σχόλιο του Ερρίκου Σκάσση στη συζήτηση για την εκλογή του Κ. Άμαντου: Τ. Κιουσοπούλου, «Η πρώτη έδρα...», ό.π., σ. 275.

815. Βλ. Ευγένιος Δ. Ματθιόπουλος, «Η Ιστορία της Τέχνης στα όρια του έθνους»: Ευγένιος Δ. Ματθιόπουλος, Νίκος Χατζηνικολάου (επιμ.), Η Ιστορία της Τέχνης στην Ελλάδα, Ηράκλειο, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2003, σ. 443-445.

816. Από την εισαγωγή του Γ. Σωτηρίου στον οδηγό του Μουσείου το 1924: Όλγα Γκράτζιου, «Από την ιστορία...», ό.π., σ. 72. Βλ. και σχόλια στο ίδιο, σ. 72-73.

Σελ. 338
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/339.gif&w=600&h=915

σταθερό νήμα, στερεώνοντας το με έργα υψηλής τέχνης, αφήνοντας για τις αποθήκες όλα όσα είχε συγκεντρώσει ο Λαμπάκης και δεν πληρούσαν τους συγκεκριμένους αισθητικούς και επιστημονικούς όρους.

Η ίδρυση λοιπόν μιας έδρας Βυζαντινής τέχνης και αρχαιολογίας πληρούσε κατ' αρχήν τους όρους της εθνικής συνέχειας : Επειδή η έδρα της Βυζαντινής αρχαιολογίας είναι αρτισύστατος εν τω ημετέρω Πανεπιστημίω, και εν Ευρώπη δε η επιστήμη αύτη δεν έχει εισέτι ειμή λίαν ατελώς μελετηρή, ώστε ο μέλλων να διορισθή πρώτος καθηγητής αυτής εν τω ημετέρω Πανεπιστημίω πρέπει να είνε επιστήμων υπέροχος, ίνα και εις τους αλλοεθνείς χρησιμεύση ως οδηγός και παρ' ημίν μη παραδώση την νεαράν ταύτην επιστήμην εις αναξίους θιασώτας.817 Σύμφωνα με την κρίση του καθηγητή της Αρχαίας ελληνικής φιλολογίας Ανδρέα Σκιά κανείς από τους τρεις υποψηφίους (Αδ. Αδαμαντίου, Ν. Βέης, Γ. Λαμπάκης) δεν ήταν κατάλληλος, καθώς η θέση απαιτούσε αυξημένα επιστημονικά προσόντα. Στην αιτιολόγηση της κρίσης του, ενώ στον Αδαμαντίου περιοριζόταν στη διαπίστωση της ελλιπούς προετοιμασίας του, για τον Λαμπάκη η αξιολόγηση ήταν συνολικά αρνητική, καθώς θεωρούσε ότι πραγματευόταν τα θέματα περισσότερο ως θεολόγος παρά ως ιστορικός ενώ εξέφραζε κρίσεις ασυμβίβαστες με την ιστορική κριτική.818 Η κρίση του έτερου μέλους της επιτροπής, καθηγητή της Ιστορίας της φιλοσοφίας Μαργαρίτη Ευαγγελίδη, επικεντρωνόταν στον επιστημονικό χαρακτήρα της εργασίας του Λαμπάκη, βασισμένης τόσο σε εκτενή ανάλυση των συγγραμμάτων του όσο και στις σπουδές του.819 Ήταν σαφές ότι, καθώς πλέον οι βυζαντινές σπουδές με την είσοδο τους στο Πανεπιστήμιο αποκτούσαν θεσμικό υπόβαθρο και οι άνθρωποι που είχαν σπουδάσει στο εξωτερικό επέστρεφαν, διευρυνόταν η κοινότητα των ειδικών του Βυζαντίου. Μια κοινότητα που δημιουργούσε σταδιακά τους όρους συμμετοχής σε αυτή, θέτοντας ως ένα από τα πρωταρχικά αιτούμενα τον επιστημονικό χαρακτήρα του έργου των υποψηφίων, στοιχείο που όπως φαίνεται και στην περίπτωση του Λαμπάκη δεχόταν πολλαπλές ερμηνείες, συνδεδεμένες με προσωπικές κρίσεις και πολιτικές επιλογές.

Ο πρωτοποριακός ρόλος των ξένων πανεπιστημίων στη μελέτη του Βυζαντίου υπήρξε σε μεγάλο βαθμό επακόλουθο της αδυναμίας του Αθήνησι να διεκδικήσει αυτό τον ρόλο, απόρροια των διαδικασιών συγκρότησης της ελληνικής επιστήμης. Πέρα από όλα τα άλλα, η στελέχωση των συγκεκριμένων

817. Παράρτημα της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως..., ό.π., σ. 36.

818. Στο ίδιο.

819. Στο ίδιο, σ. 36-41.

Σελ. 339
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/340.gif&w=600&h=915

εδρών απαιτούσε διδακτικό προσωπικό, το οποίο δεν μπορούσε να καλυφθεί από τη μικρή κοινότητα λογίων του ελληνικού κράτους. Όσο και αν διευρύνθηκε η κοινότητα αυτή, κυρίως στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, ήταν ελάχιστοι εκείνοι που διέθεταν την ανάλογη εξειδικευμένη εκπαίδευση, σε μια εποχή όπου η έννοια της εξειδίκευσης εμφανίζεται όλο και πιο συχνά στον δημόσιο λόγο, ώστε να μπορούν να καταλάβουν θέσεις με αντικείμενο τη βυζαντινή και νεότερη ιστορία. Και οι περισσότεροι από αυτούς έρχονταν «κουρασμένοι» στο Πανεπιστήμιο, μετά από μακρά θητεία στη μέση εκπαίδευση ή στην καλύτερη περίπτωση σε κάποιο από τα ιδρύματα που είχαν δημιουργηθεί στα πρώτα χρόνια του 20ού αιώνα. Η αναφορά στη διεύρυνση αυτής της υπό συγκρότηση κοινότητας δεν πρέπει να δημιουργεί την ψευδαίσθηση ενός μεγάλου αριθμού μελών. Πρόκειται για μια μικρή ομάδα, όπως αποδεικνύεται άλλωστε και από τις συμμετοχές στις εκλογές του πανεπιστημιακού διδακτικού προσωπικού. Στις τρεις εκλογές για το μάθημα της ιστορίας που έλαβαν χώρα την τελευταία αυτή περίοδο, με εξαίρεση τον Ιάκωβο Δραγάτση, ιστορικό μιας περασμένης γενιάς, οι υπόλοιποι υποψήφιοι απορροφήθηκαν στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Οι τρεις νέοι γνωστικοί κλάδοι στο πρόγραμμα μαθημάτων, η γλωσσολογία, η παιδαγωγική και η λαογραφία (όπως αυτή διδάχθηκε αρχικά στο πλαίσιο του μαθήματος της μυθολογίας και στη συνέχεια αυτόνομα), αποτέλεσαν προσωπικές επιλογές των διδασκόντων. Ο Γ. Χατζιδάκις και ο Ν. Γ. Πολίτης εισήγαγαν τα νέα μαθήματα μετά από αντίστοιχες συστηματικές σπουδές στο εξωτερικό. Η άντληση γνώσης και κύρους από τις σπουδές στη Δύση, ιδιαίτερα σε μια περίοδο που τουλάχιστον σε επίπεδο θεσμών υπήρξε προσπάθεια για την οριοθέτηση των σπουδών και των εφοδίων που απαιτούνταν για την κατάληψη μιας έδρας, προαπαιτούσε σε σημαντικό βαθμό τη δημιουργία των αντίστοιχων εδρών στα ευρωπαϊκά πανεπιστήμια. Η επιστημονική κατάρτιση των υποψηφίων αποτελούσε ένα από τα συνήθη διακυβεύματα των καθηγητικών εκλογών.

Στην περίπτωση των βυζαντινών σπουδών, στις έδρες του εξωτερικού και ιδιαίτερα σε εκείνη του Μονάχου παρακολούθησε μαθήματα το σύνολο σχεδόν των ελλήνων βυζαντινολόγων, πανεπιστημιακοί αλλά και πολλοί λόγιοι που δεν κατέκτησαν ακαδημαϊκές θέσεις.820 Είναι χαρακτηριστική άλλωστε η επα-

820. Ποτνία μήτηρ χαρακτηρίστηκε το φροντιστήριο του Κρουμπάχερ από τον Σ. Κουγέα όταν έκανε λόγο για την κοινή μαθητεία τους με τον Κ. Άμαντο, «Φιλικαί αναμνήσεις», ό.π., σ. 1472. Βλ. ακόμη αντίστοιχο σχόλιο του Δημήτρη Γληνού σε επιστολή του στον Νικόλαο Πολίτη το 1908: Τ. Κιουσοπούλου, «Η πρώτη έδρα...», ό.π., σ. 262, σημ. 23.

Σελ. 340
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/341.gif&w=600&h=915

επανάληψη των ονομάτων των ίδιων δασκάλων στα βιογραφικά των συγκεκριμένων καθηγητών. Οι έλληνες βυζαντινολόγοι συγκρότησαν μια ισχυρή ομάδα, μέρος της ευρύτερης διεθνούς κοινότητας -μιας κοινότητας άλλωστε όχι ιδιαίτερα εκτεταμένης-, με την οποία συνομιλούσαν, συμμετείχαν στα περιοδικά και στις εκδόσεις της, από την προνομιακή μάλιστα θέση της άμεσης πρόσβασης στις υπάρχουσες πηγές, αλλά και της δυνατότητας της ανακάλυψης νέων.

Μέσα από την πολιτική συγκυρία αλλά και την εξέλιξη των διεθνών σπουδών το Βυζάντιο εισέβαλε ορμητικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών με τη δημιουργία τεσσάρων εδρών σε διάστημα είκοσι περίπου ετών. Παγιώθηκε έτσι ένα νέο πεδίο μελέτης, το οποίο, χωρίς να εγγίζει το εύρος και το κύρος του αρχαιοελληνικού, διέθετε σημαντικό εκτόπισμα. Το παράδειγμα αυτό συνδιαλεγόταν με την οπτική του Κ. Παπαρρηγόπουλου, ο οποίος υπερασπίστηκε τον ελληνικό Μεσαίωνα αναδεικνύοντας κυρίως τη λειτουργία του ως θεματοφύλακα του αρχαίου προγονικού πολιτισμού και ως προστάτη της χριστιανικής θρησκείας, αντιμετωπίζοντας όμως με σκεπτικισμό, σύμφωνα και με την παράδοση του Διαφωτισμού, τα πολιτιστικά επιτεύγματα της περιόδου. Στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα και μετά από σειρά σημαντικών διεθνών εξελίξεων στις βυζαντινές σπουδές, η ιστορία της τέχνης, η φιλολογία, η ιστορία, η λαογραφία μέσα από τον βίο των Βυζαντινών αναδείκνυαν τα σημαντικά επιτεύγματα της περιόδου, συνδέοντάς τα, μέσα και από την ανάγκη ενίσχυσης του ελληνικού χαρακτήρα της Αυτοκρατορίας, με το νεότερο ελληνικό κράτος. Η επιλογή αυτή συνιστούσε σημαντική διαφοροποίηση αναφορικά με την αρχαιολατρεία που κυριαρχούσε στη Φιλοσοφική Σχολή.

Στο μέτρο που συνδέθηκε με τον δημοτικισμό, η βυζαντινολογία αποτέλεσε εύλογα έναν από τους προνομιακούς χώρους στους οποίους κινήθηκε η «προοδευτική» διανόηση της δεκαετίας του 1930, όπως έχει παρατηρήσει ο Βασίλης Παναγιωτόπουλος γράφοντας για τον Νίκο Σβορώνο, έναν από τους πλέον σημαντικούς έλληνες ιστορικούς που έστρεψαν τα ενδιαφέροντά τους στο δίπολο Βυζάντιο - νέος ελληνισμός.821 Ήταν όμως σαφές ότι το δίπολο αυτό, για την εποχή τουλάχιστον στην οποία αναφερόμαστε, δεν ανέτρεπε, ακόμη και στη σύνδεσή του με τον δημοτικισμό, το παπαρρηγοπούλειο σχήμα. Αντίθετα, εντασσόταν με ασφάλεια σε αυτό. Η μελέτη του Βυζαντίου, στην οποία η συνέχεια αποτελούσε κεντρικό ζήτημα, απαντούσε στα προβλήματα της συγκυρίας, με γνώμονα και πάλι τα εθνικά συμφέροντα.

821. Βασίλης Παναγιωτόπουλος, «Το εθνικό ζήτημα στο έργο του Νίκου Σβορώνου», Αντί 402 (5 Μαΐου 1989), σ. 45.

Σελ. 341
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/342.gif&w=600&h=915 01 - 0002.htm

ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Σελ. 342
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/343.gif&w=600&h=915

ΚΕΦΑΛΑΙΟ E'

ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΕΝΗ ΕΔΡΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΗΣ ΕΔΡΑΣ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ

(1923-1932)

Μετά τη συνταξιοδότηση του Παύλου Καρολίδη η έδρα του παρέμεινε κενή, αν και τα χρόνια που ακολούθησαν η πλήρωσή της απασχόλησε πολλές φορές το σώμα των καθηγητών της Φιλοσοφικής Σχολής. Στη συνεδρίαση της 16ης Ιανουαρίου 1925, στη συζήτηση για την προκήρυξη δύο νέων εδρών για τη Μέση και νέα ελληνική φιλολογία και για την Ιστορία των μέσων και νεωτέρων χρόνων, προτάθηκε, αντί για τη δεύτερη έδρα, η Σχολή να εισηγηθεί την προκήρυξη της έδρας του Καρολίδη. Την πρόταση υποστήριξε ένθερμα ο Νικόλαος Εξαρχόπουλος, θεωρώντας την έδρα αναγκαία για τη διδασκαλία στους φοιτητές όλων των «φάσεων» του ελληνικού πολιτισμού και των γραμμών της εξέλιξης του ελληνικού έθνους. Ο έτερος υπέρμαχος της πρότασης, Σ. Μενάρδος, υποστήριξε ότι η έδρα ήταν απαραίτητη, ιδιαίτερα για τη διδασκαλία του Αγώνα, με αφορμή και την επέτειο των εκατό χρόνων από την κήρυξή του. Ο Σ. Κουγέας στάθηκε αρνητικός και αναφέρθηκε στον υπάρχοντα επιμερισμό της εθνικής ιστορίας σε αρχαία - βυζαντινή, τον οποίο θα συμπλήρωνε η έδρα για τα μεσαιωνικά και νεότερα χρόνια, καθιστώντας την έδρα της Ιστορίας του ελληνικού έθνους λιγότερο αναγκαία. Τελικά η πλειοψηφία των καθηγητων της Φιλοσοφικής ψήφισε υπέρ της δημιουργίας της έδρας της Ιστορίας των μέσων και νεωτέρων χρόνων (Άμαντος, Κεραμόπουλλος, Λορεντζάτος, Κακριδής, Μενάρδος, Τσούντας, Κουγέας) και μόλις τρεις κατά (Εξαρχόπουλος, Αδαμαντίου, Σκάσσης). Στη συνεδρίαση της 15ης Ιουλίου 1931 επανήλθε το ζήτημα της κατάργησης της έδρας, με πρόταση του Κ. Άμαντου, καθώς οι τρεις καθηγητές της Ιστορίας κάλυπταν πλέον το σύνολο του μαθήματος. Η πρόταση συνάντησε την αντίδραση του Μιχαήλ Βολονάκη, μια και το μάθημα εξεταζόταν στις πτυχιακές εξετάσεις, και για τυπικούς λόγους τελικά δεν καταργήθηκε.

Στις συζητήσεις αυτές της Φιλοσοφικής για την κατάργηση της έδρας της Ιστορίας του ελληνικού έθνους πρωτοστάτησαν οι Κουγέας και Άμαντος. Η

Σελ. 343
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/344.gif&w=600&h=915

στάση τους συνδεόταν ενδεχομένως με πανεπιστημιακές ισορροπίες (στο μέτρο που επρόκειτο για μια έδρα που κάλυπτε εκ των πραγμάτων τμήματα της προσφερόμενης ύλης των δικών τους), αλλά και με γενικότερα ζητήματα εξειδίκευσης, την οποία εξασφάλιζε η αυστηρή διάκριση των εδρών. Απέρρεε όμως και από τη γενικότερη αντίληψή τους για το σχήμα αλλά και το έργο του Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου, το οποίο συνδεόταν άρρηκτα με την πανεπιστημιακή έδρα του: αντίληψη η οποία, ενώ αναγνώριζε την εξαιρετική σημασία του παπαρρηγοπούλειου σχήματος για τη συγκρότηση της νεοελληνικής ιστορίας, ταυτόχρονα δήλωνε ή υπαινισσόταν την υπέρβασή του από νεότερες προσεγγίσεις και έρευνες.

Η ιστοριογραφική παραγωγή των καθηγητών του Πανεπιστημίου Αθηνών που δίδαξαν ιστορία και συναφή αντικείμενα στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα κινήθηκε στο πνεύμα του σχήματος της ενιαίας και συνεχούς εθνικής ιστορίας. Το ιστοριογραφικό σχήμα του Παπαρρηγόπουλου αποτέλεσε το βασικό υπόστρωμα των μελετών τους για την ελληνική ιστορία, αλλά και των συγκριτικών αντιπαραθέσεων της πατρώας ιστορίας με τις γειτονικές και ευρύτερα τις ξένες εθνικές ιστοριογραφίες. Το 1928, η έκδοση του περιοδικού Ελληνικά από τον Σύλλογο προς Διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων και με διευθυντές τούς Κ. Άμαντο και Σ. Κουγέα στόχευε στη δημοσίευσιν ανεκδότων πηγών και εις την διαφώτισιν της ελληνικής ιστορίας, μάλιστα δε της νεωτέρας, χωρίς να αποκλείει τα εις την μεσαιωνικήν, τα εις την ρωμαϊκήν και τα εις την αρχαίαν ελληνικήν περίοδον αναγόμενα δημοσιεύματα.822 Τα Ελληνικά θα αποτελούσαν όργανον αφιερωμένον εις την έρευναν της Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους ενιαίας και αδιασπάστου από των αρχαίων μέχρι των καθ' ημάς χρόνων, όπως υπετύπωσεν αυτήν ο αοίδιμος Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος.823

Η Ιστορία του Ελληνικού Έθνους αποκτούσε μια συμβολική σχεδόν σημασία στο σύνολο της νεοελληνικής ιστοριογραφικής παραγωγής. Όπως επεσήμανε ο Σ. Κουγέας, αποτελούσε το τελειότατον και υψηλότατον δημιούργημα της νεωτέρας Ελληνικής επιστήμης, αντάξιον προς τα μεγάλα πνευματικά δημιουργήματα της κλασσικής Ελληνικής περιόδου, αληθινόν εθνικόν μνημείον, κτήμα ες αεί.824 Παρ' όλο που ο Κωνσταντίνος Άμαντος κατέκρινε την αμάρτυρον ιστοριογραφίαν, έστω και σε έργα εκλαϊκευτικής μορφής, την οποία εισήγαγον οι παλαιότεροί μας ιστορικοί,825 διέκρινε την ΙΕΕ, καθώς είχε γραφεί με αίσθημα θερμόν, κρι-

822. Ελληνικά 1 (1928), σ. 5.

823. Στο ίδιο.

824. «Δεξίωσις..., ό.π., σ. 86-87.

825. Βλ. Εισαγωγή..., ό.π., σ. 4.

Σελ. 344
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/345.gif&w=600&h=915

κριτικήν αυστηράν και έδωσε ενότητα στην ελληνική ιστορία.826 Η εξέχουσα θέση του έργου, το οποίο βέβαια δεν μπόρεσε να υπερκεράσει η αντίστοιχη ιστορία του Σπυρίδωνος Λάμπρου, άμβλυνε τις κριτικές από μια γενιά που υποστήριξε σθεναρά την αξία της αρχειακής τεκμηρίωσης, τις απέκρουε, αν θέλουμε να ακριβολογήσουμε, με την επισήμανση της μοναδικότητάς του.

Οι φανερές ελλείψεις του έργου αποδίδονταν κατά κύριο λόγο στο πέρασμα του χρόνου, στην εξέλιξη της ιστορικής επιστήμης και των αρχειακών ερευνών. Σύμφωνα με τον Σωκράτη Κουγέα η καλλιέργεια των ιστορικών σπουδών, η εξέλιξη της συγκριτικής γλωσσολογίας, οι αρχαιολογικές, επιγραφικές και παπυρολογικές ανακαλύψεις, η ανάπτυξη της βυζαντινολογίας προσέθεσαν νέες γνώσεις για τη μεσαιωνική και ανέτρεψαν τις τότε γνώσεις για την αρχαία και προϊστορική περίοδο : Τόσα δε πολλά είναι τα νέα πράγματα και τα υπό της ερεύνης συγκομισθέντα νέα ιστορικά πορίσματα, ώστε και συντομώτατη μνεία τούτων, είτε δι' υποσελιδίων σημειώσεων, είτε διά παρενθέσεων εν τω κειμένω, θα ήτο αδύνατος χωρίς να τριπλασιασθή ο όγκος, χωρίς να μεταβληθή ριζικώς η μορφή, χωρίς να διαταραχθή η συνθετική γραμμή και να διασπασθή η ενότης της συγγραφής του Παπαρρηγοπούλου. Επειδή δε η σύνδεσις της Ιστορίας του Παπαρρηγοπούλου είναι, ως υπό πάντων αναγνωρίζεται, «κλασσική», δεν επιδέχεται μεταβολάς και μεταμορφώσεις. Η κομψότης και η χάρις του λόγου, η απλότης του ύφους, η φραστική σαφήνεια, η νηφαλιότης της κρίσεως, η βαθεία του ιστορικού παρατήρησις και ο ενθουσιασμός του συγγραφέως, όλαι αύται και άλλαι ακόμη αρεταί κατέστησαν την συγγραφήν του Παπαρρηγοπούλου όχι μόνον ιστορικόν μνημείον απαράμιλλον, αλλά και λογοτεχνικόν αριστούργημα, αληθινόν καλλιτέχνημα, σμιλευθέν με αίσθημα και με πνοήν γνησίως ελληνικήν, εις το οποίον κάθε ξένη προσθήκη θα απετέλει βεβήλωσιν και απειροκαλίαν. Το εθνικόν βιβλίον του Παπαρρηγοπούλου έπρεπε να μένη άθικτον, όπως εξήλθεν από την γραφίδα και από την ψυχήν του εμπνευσμένου ιστορικού και έτσι άθικτον και ανόθευτον να παραδίδεται εις τας γενεάς των Ελλήνων ως το περίφημον «κτήμα εσαεί» του Θουκυδίδου.827

826. Βιογραφίαι και κρίσεις περί του Κ. Παπαρρηγόπουλου και του έργου αυτοϋ, Αθήνα, Εκδοτικός οίκος «Ελευθερουδάκης», 1926, σ. 18. Η ίδια η έκδοση του μικρού αυτού βιβλίου αποτελεί την πιο σαφή αποτύπωση της ισχυρής θέσης του έργου του Παπαρρηγόπουλου στη νεοελληνική ιστορική συνείδηση. Με αφορμή την επανέκδοση της ΙΕΕ συγκεντρώθηκαν, με εισαγωγή του Π. Καρολίδη, εγκωμιαστικές κρίσεις για το έργο από ξένους και Έλληνες - ανάμεσά τους οι Α. Χάιζενμπεργκ, Ν. Γιόργκα, Σαρλ Ντιλ, Γ. Σωτηριάδης, Γ. Βλαχογιάννης, Π. Κοντογιάννης, Δ. Παπούλιας, Στέφανος Ξανθουδίδης κ.ά.

827. Σ. Β. Κ(ουγέας), «Κωνστ. Παπαρρηγοπούλου. Ιστορία του Ελληνικού Έθνους. Έκδοσις πέμπτη εικονογραφημένη μετά προσθηκών, σημειώσεων και βελτιώσεων επί

Σελ. 345
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/346.gif&w=600&h=915

Το προηγούμενο απόσπασμα προέρχεται από την κριτική του καθηγητή της Αρχαίας ιστορίας για την επανέκδοση το 1925 της Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους από τον Π. Καρολίδη με εκτενείς προσθήκες και υποσημειώσεις. Ο νέος διδάσκων της Φιλοσοφικής και στενός μαθητής του Σπ. Λάμπρου κατηγορούσε τον Καρολίδη, ο οποίος στην προηγούμενη έκδοση του έργου δεν είχε επέμβει καθόλου στο κείμενο του Παπαρρηγόπουλου, για την έντονη παρέμβασή του στην πολύτομη ιστορία. Η κριτική του δεν αφορούσε την αλλοίωση των συμπερασμάτων ή της δομής του βιβλίου. Άλλωστε, ο ίδιος παραδεχόταν ότι το έργο του Κ. Παπαρρηγόπουλου είχε στην ουσία ξεπεραστεί μετά από την πρόοδο της ιστορικής επιστήμης τα τελευταία χρόνια. Οι αντιρρήσεις του εστιάζονταν στο ότι οι παρεμβάσεις του Π. Καρολίδη και οι συνεχείς προσθήκες του στο κείμενο κατέστρεφαν ένα έργο που έπρεπε να παραμείνει άθικτο, εθνικό βιβλίο, κτήμα εσαεί όλων των Ελλήνων.828 Το βιβλίο του Παπαρρηγόπουλου αντιμετωπιζόταν ως ιστορικό μνημείο, ενώ η αξία του συνδεόταν και με τον χώρο της λογοτεχνίας. Η μνημειοποίηση διαφύλασσε τον ιδεολογικό του χαρακτήρα, ενώ συγχρόνως απάλλασσε τους νεότερους ιστορικούς από την υποχρέωση της αναφοράς του, των παραπομπών σε αυτό.829

Η κυριαρχία του παπαρρηγοπούλειου σχήματος οδηγούσε στην κατάργηση της έδρας και στη διαίρεση της σε περισσότερες ώστε να ικανοποιηθεί το αίτημα της εξειδίκευσης της ελληνικής ιστορίας. Στη συνεδρίαση της 15ης Απριλίου 1932, η Σχολή, στο πλαίσιο του εκ νέου προσδιορισμού του περιεχομένου όλων των εδρών, αποφάσισε κοινή συναινέσει την κατάργηση της έδρας.

Η διαδρομή της έδρας της Ιστορίας του ελληνικού έθνους σε αυτά τα ογδόντα χρόνια είναι χαρακτηριστική της διεύρυνσης και των αλλαγών στο πανε-

τη βάσει των νεωτάτων πορισμάτων της ιστορικής ερεύνης υπό Παύλου Καρόλιδού, τ. 1-6, Εκδοτικός οίκος "Ελευθερουδάκη", Αθήναι 1925», Ελληνικά 1 (1928), σ. 408409.

828. Ο Κουγέας, στη μικρή έκδοση του 1926 που συνόδευε την επανέκδοση της ΙΕΕ επαναλάμβανε την εκτίμηση του στο έργο χωρίς να υπεισέρχεται στα της επανέκδοσης, καθώς άλλωστε δεν υπήρχαν εδώ οι σχοινοτενείς παρεμβάσεις του Παύλου Καρολίδη. Βλ. Βιογραφία και κρίσεις..., ό.π, σ. 26. Αντίθετα ο Κ. Άμαντος αναφερόταν στο κύρος του Καρολίδη, εχέγγυο για την επιτυχία της συμπλήρωσης του έργου. Στο ίδιο, σ. 18.

829. Είναι χαρακτηριστικό ότι, από τους δύο τόμους βυζαντινής ιστορίας του Άμαντου, μόνο στον πρώτο υπάρχουν ελάχιστες αναφορές στην ΙΕΕ, οι οποίες απουσιάζουν τελείως στον δεύτερο, σε αντίθεση με αναφορές σε μεμονωμένες εργασίες του Λάμπρου.

Σελ. 346
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/347.gif&w=600&h=915

πανεπιστημιακό πρόγραμμα σπουδών καθώς και των γενικότερων εξελίξεων στη νεοελληνική ιστοριογραφία. Η καθιέρωση και στη συνέχεια η διάσπασή της σε επιμέρους έδρες συνδέεται με τις κατακτήσεις της νεοελληνικής ιστοριογραφίας : την εκ νέου ανάγνωση της παγκόσμιας ιστορίας στο πλαίσιο ενός εθνικού κράτους, τη διατύπωση και την επικράτηση του παπαρρηγοπούλειου σχήματος, την εξειδίκευσή του και στη μελέτη επιμέρους πτυχών και συνεχειών της εθνικής ιστορίας. Οι ειδικότερες ζωγραφικές συνθέσεις πάνω στον καμβά που έστησε ο εθνικός ιστορικός προσέγγιζαν πτυχές της πατρώας ιστορίας, αλλά και διεύρυναν τους ορίζοντές τους σε μια διαλεκτική σχέση με τα πολιτικά και εθνικά αιτούμενα. Η ανάπτυξη της βυζαντινολογίας και του ενδιαφέροντος προς τους γειτονικούς λαούς αποτελούσαν σταθμούς αυτής της πορείας που συνδέονταν με νέες μεθοδολογικές προτάσεις. Ήταν σαφές ότι εκατό χρόνια μετά την ίδρυση του Πανεπιστημίου η ανάγνωση εκ νέου της παγκόσμιας ιστορίας μέσα από τον επανακαθορισμό των αντικειμένων των εδρών (αρχαία, μεσαιωνική και νεότερη ιστορία) και η δημιουργία των νέων εδρών (Βυζαντινής και Νεότερης ελληνικής ιστορίας) τοποθέτησαν τη διδασκαλία της ιστορίας στον αστερισμό του εθνικού παρελθόντος. Έτσι περιόρισαν τον χώρο για την ευρωπαϊκή και παγκόσμια ιστορία, έναν χώρο ο οποίος εξαρχής δεν κατέλαβε την έκταση που οι εξαγγελίες και οι σχεδιασμοί είχαν καθορίσει. Το 1936, με τη δημιουργία της έδρας της Ιστορίας της νεωτέρας Ευρώπης και ιδία της Ελλάδος, την οποία κατέλαβε ο Νικόλαος Βλάχος, εξασφαλίστηκε η διδασκαλία της ιστορίας της νεότερης Ελλάδας από μια ιδιαίτερη έδρα. Το γεγονός αυτό σηματοδοτούσε την πλήρη διάχυση της ελληνικής ιστορίας σε όλες τις έδρες Ιστορίας της Σχολής.

Σελ. 347
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/348.gif&w=600&h=915 01 - 0002.htm

ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Σελ. 348
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/349.gif&w=600&h=915

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ς'

Η ΑΡΧΕΙΑΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΦΡΟΝΤΙΣΤΗΡΙΟ ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΝΕΩΝ ΥΠΟΔΟΜΩΝ ΕΡΕΥΝΑΣ ΚΑΙ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑΣ

Η ΦΡΟΝΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΩΝ ΕΠΙΓΟΝΩΝ

Η ορμητική εισαγωγή και ανάπτυξη της φροντιστηριακής διδασκαλίας στο τέλος του 19ου αιώνα στο Πανεπιστήμιο Αθηνών προκάλεσε προβλήματα στον νέο θεσμό. Η έλλειψη κεντρικού σχεδιασμού, η συγκρότηση και θεσμοθέτηση φροντιστηρίων ανάλογα με τις επιθυμίες των διδασκόντων δημιούργησαν ένα ανορθολογικό και χωρίς ιεράρχηση πλαίσιο, το οποίο θέλησε να οριοθετήσει η μεταρρύθμιση του 1911. Με τον νέο κανονισμό λειτουργίας επιχειρήθηκε ο περιορισμός του αριθμού των φροντιστηρίων και η δημιουργία ενός κοινού πλαισίου λειτουργίας. Ορίστηκαν τρία φροντιστήρια στη Φιλοσοφική (Φιλολογικό, Ιστορικό και Αρχαιολογικό, Ξένων γλωσσών), ένα στη Θεολογική (Θεολογικό), δύο στη Νομική (Νομικών και Πολιτικών επιστημών) και ένα στη Φυσικομαθηματική (Μαθηματικό).830 Στη στοχοθεσία τους περιλαμβάνονταν η διευκόλυνση των πρακτικών ασκήσεων, η εποπτεία της επιστημονικής συγκρότησης των φοιτητών και η καθοδήγησή τους σε αυτοτελείς επιστημονικές εργασίες.831 Οι φοιτητές παρακολουθούσαν τις φροντιστηριακές ασκήσεις που προγραμματίζονταν σε κάθε έτος, ενώ δεν ήταν δυνατή η συμμετοχή τους σε εξετάσεις χωρίς το πιστοποιητικό συμμετοχής τους, το οποίο εκχωρούσε ο αρμόδιος καθηγητής.832 Εάν ο φοιτητής απουσίαζε κάποιες φορές ή δεν συμμορφωνόταν με τις οδηγίες του διδάσκοντος για την προπαρασκευή και μελέτη, τότε δεν μπορούσε να αποκτήσει το αντίστοιχο πιστοποιητικό. Στον κανονισμό τού 1922 στη Φιλοσοφική Σχολή δημιουργήθηκαν τρία σπουδαστήρια (Φιλολογικό, Φιλοσοφικό, Ιστορικό-Αρχαιολογικό), τα οποία διευθύνονταν

830. Πρυτανεία Ιωάννου Ε. Μεσολωρά..., ό.π., σ. 44.

831. Στο ίδιο, σ. 44.

832. Στο ίδιο, σ. 41.

Σελ. 349
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/350.gif&w=600&h=915

από τακτικό καθηγητή, ενώ προβλεπόταν βιβλιοφύλαξ και κλητήρας.833 Στο Ιστορικό-Αρχαιολογικό σπουδαστήριο -το οποίο συστεγαζόταν με τα άλλα δυο της Φιλοσοφικής σε κοινή αίθουσα στον άνω όροφο του κεντρικού κτιρίου του Πανεπιστημίου- περιήλθε η βιβλιοθήκη των ιστορικών φροντιστηρίων.834

Η μέριμνα για την καλύτερη οργάνωση των σπουδών επεκτάθηκε και στο ζήτημα των συγγραμμάτων. Το 1912 επιβλήθηκε η έκδοση εντός τριετίας ευσύνοπτου συγγράμματος με τις παραδόσεις των καθηγητών προς τους φοιτητές.835 Το 1915 με νομοθετική ρύθμιση επεκτάθηκε το διάστημα στα πέντε χρόνια, με την επιβολή όμως χρηματικού προστίμου σε περιπτώσεις μη συμμόρφωσης προς τη διάταξη. Εάν μετά την παρέλευση επταετίας ο διδάσκων δεν είχε εκδώσει σύγγραμμα μπορούσε και να απολυθεί με απόφαση του υπουργού.836 Το 1922 ο νομοθέτης επανήλθε υποχρεώνοντας το Πανεπιστήμιο να εκδίδει και να πωλεί τις παραδόσεις των καθηγητών σε τιμή που θα οριζόταν από την Επιτροπή Δημοσιευμάτων, ύστερα από τη γνώμη του καθηγητήσυγγραφέα, στον οποίο και θα αποδιδόταν ένα ποσοστό από την τιμή πώλησης. Λίγα χρόνια αργότερα, το 1930, το Πανεπιστήμιο Αθηνών έλαβε μέτρα προσπαθώντας να καταστείλει φαινόμενα αισχροκέρδειας και υπερτιμολογημένης διάθεσης των εγχειριδίων από τους συγγραφείς τους.837 Η συγκομιδή ήταν πολύ φτωχή, ιδιαίτερα για την ιστορία. Πέρα από το εγχειρίδιο του Κ. Άμαντου, κυκλοφόρησε μόλις το 1933 η Αγωγή του πολίτου του Μ. Βολονάκη σε επανέκδοση που προοριζόταν για τους φοιτητές. Στην πραγματικότητα, οι φοιτητές, από τους οποίους οι περισσότεροι δεν είχαν την οικονομική δυνατότητα να αγοράσουν τα προτεινόμενα, όταν υπήρχαν, συγγράμματα, διάβαζαν κυρίως στα σπουδαστήρια ή στην Εθνική Βιβλιοθήκη, προσπαθώντας να εξυπηρετηθούν, πολυάριθμοι όντες, με ένα ή δύο αντίτυπα των συγγραμμάτων.838

Από τους καθηγητές που δίδαξαν ιστορία στο Πανεπιστήμιο μετά το 1911, οι Γ. Σωτηριάδης και Κ. Ράδος κατέθεσαν και αυτοί τον οβολό τους στη φροντιστηριακή διδασκαλία, έναν οβολό μικρό σύμφωνα με τις πληροφορίες που έχουμε. Είναι ενδεικτική η βιβλιοθήκη του φροντιστηρίου του Γ. Σωτηριάδη:

833. «Περί οργανισμού...», ό.π., σ. 641.

834. Το Αθήνησι Πανεπιστήμιον μετά των παραρτημάτων αυτού, Αθήνα 1923-1924, σ. 2-3.

835. Κ. Παπαπάνου, ό.π., ο. 169.

836. Στο ίδιο, α. 175.

837. Στο ίδιο, ο. 213-214.

838. Βλ. Αικ. Χριστοφιλοπούλου, ό.π., σ. 988.

Σελ. 350
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/351.gif&w=600&h=915

δεκατρείς όλοι κι όλοι τίτλοι βιβλίων, ανάμεσα τους αρχαίοι συγγραφείς (Ισοκράτης, Μένανδρος, Πολύβιος), η μετάφραση της βυζαντινής ιστορίας του Κρουμπάχερ και ελάχιστοι γερμανόφωνοι τίτλοι παγκόσμιας ιστορίας.839 Ο Ράδος συνέχισε την παράδοση που ήθελε τους καθηγητές να διδάσκουν στα φροντιστήρια το γνωστικό αντικείμενο που τους ενδιέφερε. Δίδαξε (βλ. Παράρτημα) ιστορική γεωγραφία, καθώς και την έβδομη και όγδοη ιστορία του Ηροδότου και στοιχεία ναυτικής αρχαιολογίας σε σχέση με αυτές.

Στη χορεία όσων ασχολήθηκαν με την ιστορία στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών στα χρόνια του Μεσοπολέμου, εκτός από τους καθ' ύλην αρμοδίους Σ. Κουγέα, Κ. Άμαντο και Μ. Βολονάκη, θα προσέθετε κανείς -λόγω της συνάφειας των πανεπιστημιακών αντικειμένων, των εξωπανεπιστημιακών ενασχολήσεων και γενικότερα του αυτοπροσδιορισμού τους ως ιστορικών-τον Φαίδωνα Κουκουλέ, τον Νικόλαο Βέη και τον Αδ. Αδαμαντίου. Με εξαίρεση τον Μ. Βολονάκη, ο οποίος ήταν ο μοναδικός καθηγητής Ιστορίας μετά τον Κ. Παπαρρηγόπουλο που δεν είχε σπουδάσει στο εξωτερικό, οι υπόλοιποι είχαν πραγματοποιήσει συστηματικές σπουδές εκτός Ελλάδος, ιδιαίτερα στη Γερμανία. Η έλλειψη μεταπτυχιακών σπουδών του Βολονάκη συνδεόταν, σε αντίθεση βέβαια προς τον Κ. Παπαρρηγόπουλο, με συγγραφικό και διδακτικό έργο ήσσονος σημασίας, έργο το οποίο παρά τις αναφορές του στην αρχειακή τεκμηρίωση βρισκόταν κατεξοχήν στη σφαίρα της ρητορείας.

Οι σπουδές των συγκεκριμένων καθηγητών της Φιλοσοφικής, σε μια εποχή άνθησης της φροντιστηριακής διδασκαλίας, και η στενή σχέση μαθητείας με τους δασκάλους τους είχαν αποτέλεσμα τη στροφή τους προς μια θετικιστική αντίληψη της ιστορίας, που συνδεόταν με την αναζήτηση και την αξιοποίηση αρχειακών τεκμηρίων. Η φροντιστηριακή διδασκαλία είχε ενισχύσει τις σχέσεις μεταξύ διδασκόντων και φοιτητών συγκριτικά με το παρελθόν, είχε μειώσει την απόσταση ανάμεσα στην έδρα και στο θρανίο. Η συμμετοχή και η διάκριση στα φροντιστήρια αποτελούσαν σημαντικά εφόδια, τα οποία τονίζονταν στα βιογραφικά τους. Η συγκρότηση έργων υποδομής για την ελληνική επιστήμη, στα οποία πρωτοστατούσαν οι δάσκαλοι τους και ιδιαίτερα ο Σπ. Λάμπρος,840 τους έδωσε τη δυνατότητα από τα φοιτητικά τους χρόνια να συνεργαστούν με αυτούς σε επαγγελματική βάση.

839. Βλ. Πρυτανεία Γεωργίου I. Δέρβου..., ό.π., σ. 145-146.

840. Βλ. και το κεφάλαιο «Ο Λάμπρος και η σχολή του»: Ν. Τωμαδάκης, ό.π., σ. 103-108.

Σελ. 351
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/352.gif&w=600&h=915

Τη σχέση αυτή οι νέοι καθηγητές την αναγνώριζαν, τονίζοντας τη σημαντική συμβολή των προκατόχων τους στην επιστημονική τους διαμόρφωση μέσω κυρίως της φροντιστηριακής διδασκαλίας και της μέριμνας για την επαγγελματική τους σταδιοδρομία. Ο Σ. Κουγέας αφιέρωσε την πρώτη του συνθετική εργασία για τον Καισαρείας Αρέθα στον σεβαστό του διδάσκαλο Σπ. Λάμπρο, τον άνδρα, όστις πρώτος μου έδωκεν εν χερσί παλαιόν χειρόγραφον και εις ου το φροντιστήριον ανέγνωσα τα πρώτα πανομοιότυπα εκ των χειρογράφων του Αρέθα.841

Χαρακτηριστικό των επιδιώξεων αλλά και των κατακτήσεων της γενιάς αυτής που κυριάρχησε στον Μεσοπόλεμο ήταν το περιεχόμενο του περιοδικού Ελληνικά κατά την πρώτη περίοδο έκδοσής του (1928-1939), όταν διευθυντές ήταν ο Κ. Άμαντος και ο Σ. Κουγέας. Μέσα από τα δημοσιεύματα που φιλοξένησε το περιοδικό επιχείρησε να καλύψει όλη την ελληνική ιστορία : ιστορικές, φιλολογικές, αρχαιολογικές, λαογραφικές μελέτες, όπου τη μερίδα του λέοντος καταλάμβανε το Βυζάντιο, οι οποίες στόχευαν κυρίως στην ανάδειξη της πολιτισμικής συνέχειας του ελληνισμού. Στο περιοδικό δημοσιεύθηκαν επίσης ανέκδοτες πηγές, έγγραφα, επιγραφές, ο σχολιασμός των οποίων απηχούσε το πνεύμα του Σπ. Λάμπρου. Στο κλίμα των ημερών γινόταν ιδιαίτερη μνεία στη μελέτη των σχέσεων με τους γείτονες, και μάλιστα τους πλέον πρόσφατους. Στο περιοδικό αποδιδόταν ιδιαίτερη σημασία στη συγκέντρωση της ελληνικής και ξένης συναφούς βιβλιογραφίας, ενώ δημοσιεύονταν και πληροφορίες για συνέδρια, εκδηλώσεις, διαγωνισμούς κ.ά. Τα Ελληνικά επεδίωκαν, με βάση τους προγραμματικούς τους στόχους, την επικοινωνία με ένα διεθνές κοινό. Για τον σκοπό αυτό άλλωστε επέτρεπαν και τη δημοσίευση εργασιών αλλοδαπών σε τέσσερις γλώσσες (αγγλική, γαλλική, γερμανική και ιταλική). Εξαρχής δε ένα σημαντικό τμήμα του περιοδικού αφιερώθηκε στις βιβλιοκρισίες, συνταγμένες κατά μείζονα λόγο από τους δυο διευθυντές του.

Οι διάδοχοι του Λάμπρου και του Καρολίδη, εμπνεόμενοι από το σχήμα της συνέχειας και της αδιάσπαστης πορείας του ελληνισμού και από το παράδειγμα των διδασκάλων τους -οι οποίοι στο πανεπιστημιακό και στο συγγραφικό τους έργο διέτρεξαν το σύνολο της ελληνικής ιστορίας, δημιουργώντας σε μεγάλο βαθμό τα όρια και τις συνέχειές της-, ασχολήθηκαν με το σύνολο της ελληνικής γραμματείας, χωρίς εξειδίκευση σε συγκεκριμένες περιόδους

841. Σωκράτης Β. Κουγέας, Ο Καισαρείας Αρέθας και το έργον αυτού. Συμβολή εις την ιστορίαν της πρώτης αναγεννήσεως των ελληνικών γραμμάτων εν Βυζαντίω, Αθήνα, Βιβλιοπωλείον Ελευθερουδάκη και Μπαρτ, 1913, σ. ια'.

Σελ. 352
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/353.gif&w=600&h=915

δους ή θεματικές. Αντιλαμβανόμενοι κυρίως την ιστορία ως αποδεικτικόν μέσον, για να θυμίσω την αιχμή του Παύλου Καλλιγά εναντίον του Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου και τη χρήση της εθνικής ιστορίας,842 επικεντρώθηκαν σε τομείς όπου κατεξοχήν μπορούσαν να αναζητηθούν οι συνέχειες, όπως η γλώσσα και η φιλολογία.

Η μελέτη του συγγραφικού έργου του Σ. Κουγέα, του Κ. Άμαντου, του Ν. Βέη και του Φ. Κουκουλέ φανερώνει την υποστήριξή του από εκτεταμένο αρχειακό υλικό, το οποίο συχνά οι ίδιοι εξέδωσαν αυτούσιο, επισημαίνοντας την αξία της αρχειακής τεκμηρίωσης, ενώ δεν προχώρησαν σε μεγάλες συνθέσεις. Η αντίληψη αυτή συνδυάστηκε, μέσω κυρίως της μαθητείας τους στον Σπυρίδωνα Λάμπρο αλλά και των γενικότερων παραδοχών της εποχής, με την αναγωγή, έστω και κατ' όνομα, της αρχειακής και της ερευνητικής εργασίας σε κυρίαρχα στοιχεία της φυσιογνωμίας του ιστορικού και την υποβάθμιση των θεωρητικών επεξεργασιών. Το αποτέλεσμα στις περισσότερες περιπτώσεις, με σημαντικότερη εξαίρεση το πολύτομο έργο του Φ. Κουκουλέ για τον βίο των Βυζαντινών, ήταν μια πληθώρα μικρών αρχειακών μελετών που επικεντρώθηκαν κατά κύριο λόγο στο Βυζάντιο και στα νεότερα χρόνια. Το συγκεκριμένο διανοητικό κλίμα, σε συνδυασμό με τις αδράνειες που γεννούσε η κατάληψη μιας ακαδημαϊκής θέσης, η διατήρηση και η εξέλιξη της οποίας σε μεγάλο βαθμό ήταν αυτονόητη ή συνδεόταν κυρίως με πολιτικά κριτήρια, οδήγησε στην απουσία ευρέων συνθετικών έργων, στη σταδιακή χαλάρωση των πνευματικών δεσμών με τη σύγχρονη δυτική επιστημονική σκέψη και στην καθυστερημένη μεταφορά θεωρητικών σχημάτων και επεξεργασιών που κυριάρχησαν σε αυτή.

Στη φροντιστηριακή διδασκαλία που πραγματοποίησαν οι ίδιοι οι νέοι καθηγητές, στο πλαίσιο άλλωστε της σχετικής νομοθεσίας, συνέχισαν την παράδοση του Σπ. Λάμπρου με τη χρήση αρχειακών τεκμηρίων, καθώς και την εκπόνηση πρωτότυπων εργασιών με την έντονη συμμετοχή των φοιτητών. Μοναδική εξαίρεση αποτέλεσε το φροντιστήριο του Μ. Βολονάκη. Παρά τα όσα είχε υποσχεθεί ο καθηγητής της Ιστορίας των μέσων και νεωτέρων χρόνων στον εισιτήριο λόγο του μαθήματος του το ακαδημαϊκό έτος 1925-1926, ότι δηλαδή η διδασκαλία του θα εμπλουτιζόταν με κατάλληλες προβολές φωτεινών διαφανειών, με την επίσκεψη σε ιστορικούς τόπους, με τη συλλογή, διάσωση και επεξεργασία ανέκδοτων εγγράφων 843 το φροντιστήριο του -σύμφωνα με

842. Βλ. Παύλος Καλλιγάς, Δύο Βυζαντιναί Μελέται, Αθήνα 1868, σ. 24.

843. Μ. Βολονάκης, Ελληνικαί Σελίδες..., ό.π., σ. 559.

Σελ. 353
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/354.gif&w=600&h=915

όλες τις ενδείξεις και τις σχετικές μαρτυρίες των Γ. Αλισανδράτου, Δ. Βαγιακάκου και Μ. Σακελλαρίου-λειτούργησε ως συνέχεια του ακαδημαϊκού του μαθήματος, χωρίς ουσιαστική συμμετοχή των φοιτητών. Στα φροντιστήρια τους ο Κουγέας και ο Κουκουλές χρησιμοποίησαν εποπτικό υλικό (πίνακες, χάρτες, ασκήσεις, από τα οποία αρκετά σώζονται στο Ιστορικό Σπουδαστήριο του Ιστορικού και Αρχαιολογικού Τμήματος της Φιλοσοφικής Σχολής). Στο φροντιστήριο του ο Κ. Άμαντος ενδιαφερόταν ιδιαίτερα για τις εργασίες των φοιτητών του, σύμφωνα και με τις προφορικές μαρτυρίες του Γ. Αλισανδράτου και του Μιχάλη Σακελλαρίου, ενώ αφιέρωσε και σημαντικό μέρος της διδασκαλίας του σε ζητήματα νεότερης ελληνικής ιστορίας. Η διδασκαλία του επικεντρώθηκε κυρίως σε ιστορικά ζητήματα. Ο Άμαντος συνήθιζε να δίνει στους φοιτητές του στο φροντιστήριο κατ' αρχάς μικρές βιβλιογραφικές εργασίες. Στη συνέχεια τους προέτρεπε να αναλαμβάνουν εργασίες που να έχουν σχέση με την ιδιαίτερη πατρίδα τους: μια επιγραφή, ακριτικά ή δημοτικά τραγούδια, ιστορικά έγγραφα ή σημειώματα από την Επανάσταση του 1821 και άλλα. Έπειτα μπορούσαν να αναλάβουν εργασίες που αφορούσαν γενικότερα θέματα, ανάλογα με τις κλίσεις και την ειδίκευσή τους. Άλλου είδους επιστημονική εργασία ήταν η κριτική εργασιών, ιδιαίτερα παλαιότερων, όπου ο φοιτητής ανέπτυσσε αντικειμενική και μεθοδική κρίση.844 Οι προτάσεις αυτές προέρχονταν από κείμενο προς τους φοιτητές, γραμμένο μετά τη συνταξιοδότησή του, στο οποίο ο Άμαντος αναφερόταν γενικά στην ανάγκη συστηματικής εκπαίδευσής τους, στο πλαίσιο ενός πανεπιστημίου που κύρια αποστολή θα είχε τη συγκρότηση επιστημόνων με σαφείς μεθοδολογικές αρχές, ανεξάρτητα από την ειδικότητά τους.

Το τμήμα εκείνο των γνωστικών αντικειμένων που αφορούσαν τη μέση και νεότερη ελληνική φιλολογία και τα οποία είχαν απασχολήσει τον Λάμπρο στο ιστορικό του φροντιστήριο (παλαιογραφία, ιστορία του χειρογράφου, λογοτεχνία) ανήκαν πλέον στη δικαιοδοσία της έδρας του Ν. Βέη, ο οποίος παρέδιδε συστηματικά βιβλιογραφία, κριτική και σύγκριση πηγών. Και στο δικό του φροντιστήριο όμως ο Σ. Κουγέας συνέχισε τη διδασκαλία του προκατόχου του σε όλο το μήκος και το πλάτος της ελληνικής ιστορίας. Σημειώνω, πάντως, ότι κανένα από τα φροντιστήρια δεν απέκτησε την αίγλη του φροντιστηρίου του Λάμπρου, ούτε έχουμε ενδείξεις για την ενίσχυσή τους με βιβλία και αρχειακά τεκμήρια όπως συνέβαινε με εκείνο.

844. Βλ. «Προς τους φοιτητάς», Μικρά Μελετήματα..., ό.π., σ. 318, και passim, σ. 314-320.

Σελ. 354
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/355.gif&w=600&h=915

Η ομάδα αυτή των συγκεκριμένων καθηγητών προσέφερε ένα άλλο διδακτικό μοντέλο σε σχέση με τους προκατόχους τους. Η διδασκαλία τους εμπνεόταν από τα φροντιστήρια, στηριζόταν στη συνεργασία με τους φοιτητές, οδηγούσε στον μετριασμό της ρητορείας. Στο πλαίσιο αυτό η εικόνα του καθηγητή γινόταν πιο ανθρώπινη, πιο κοντινή στους φοιτητές του : Δίδασκε απλά, χαμηλόφωνα, χωρίς χειρονομίες και ρητορισμούς, ακουμπισμένος κάπως στην έδρα, όπως θυμάται η Αικατερίνη Χριστοφιλοπούλου για τον Κωνσταντίνο Άμαντο ,845 ενώ ο Σ. Κουγέας δίδασκε χωρίς στόμφο, χωρίς αλαλαγμό, αλλά με κατάνυξη, με τη διάθεση του ανθρώπου που προσπελάζει τα ιερά και τα όσια.846 Ακόμη και στην περίπτωση του Ν. Βέη, καθηγητή με γνωστές ρητορικές ικανότητες, ο στόμφος της παράδοσής του συνοδευόταν από τα πρώτα στη Φιλοσοφική κλειστά φροντιστήρια με επιλογή των φοιτητών, ενώ οι εξετάσεις του, οι οποίες διεξάγονταν δημόσια, ήταν γνωστές για τις διαλογικές συζητήσεις μεταξύ εξεταστή και εξεταζομένων. Χαρίσματα του καθηγητή ήταν πλέον η κριτική του ικανότητα, η δυνατότητα να πείθει τους μαθητές του διά του λόγου, να διδάσκει στοχεύοντας στη λογική.847

Η φροντιστηριακή διδασκαλία δημιουργούσε στενές σχέσεις με τους συμμετέχοντες. Ο Κ. Άμαντος, λόγου χάρη, δεχόταν κάθε εβδομάδα φοιτητές στο σπίτι του.848 Πέρα από τις συζητήσεις και τη στήριξη των επιστημονικών εργασιών τους, μεριμνούσε για την επαγγελματική τους εξέλιξη, όπως μαρτυρεί και η πρόσληψη του Νικολάου Ανδριώτη, του Εμμανουήλ Κριαρά και του Νίκου Σβορώνου στο Μεσαιωνικό Αρχείο της Ακαδημίας Αθηνών.849 Γενικότερα καθηγητές όπως ο Άμαντος, ο Κουγέας, ο Βέης ήταν γνωστοί για τις στενές σχέσεις τους με τους φοιτητές και το ενδιαφέρον τους για τη μετέπειτα σταδιοδρομία τους στον ακαδημαϊκό στίβο. Τόσο η δημοσιευμένη αλληλογραφία

845. Αικ. Χριστοφιλοπούλου, ό.π., σ. 983.

846. Από το «Μνήμη Κουγέα» του I. Μ. Παναγιωτόπουλου στο αφιέρωμα στη Νέα Εστία, ό.π., σ. 1444.

847. Βλ. Κ. Θ. Δημαράς, «Σωκράτης Κουγέας», Το Βήμα (18 Νοεμβρίου 1966).

848. Βλ. Εμμανουήλ Κριαράς, Πραγματώσεις και όνειρα. Σταθμοί μιας πορείας, Θεσσαλονίκη, Ιανός, 2001, σ. 72. Η προσέλευση των φοιτητών στο σπίτι του καθηγητή αποτελούσε μια παλιά ακαδημαϊκή παράδοση, ιδιαίτερα στον γερμανόφωνο κόσμο, η οποία συνεχίζεται ως σήμερα. Ο Ράνκε ξεκίνησε τα πρώτα φροντιστήρια στο σπίτι του, όπως και πολλοί άλλοι καθηγητές σε όλο τον κόσμο κατά τα πρώτα χρόνια εφαρμογής του θεσμού, έως ότου δημιουργήθηκαν οι κατάλληλοι χώροι στα πανεπιστήμια. Βλ. Bonnie G. Smith, "Gender and the Practices of Scientific History: The Seminar and Archival Research in the Nineteenth Century", The American Historical Review 100, 4 (Οκτώβριος 1995), σ. 1154, 1157.

849. Εμμ. Κριαράς, ό.π., σ. 77.

Σελ. 355
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Η συγκρότηση της ιστορικής επιστήμης και η διδασκαλία της ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (1837-1932)
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 336
    

    σει τη διαμάχη του Αδ. Αδαμαντίου με τον Ν. Βέη, η οποία ξεκίνησε από τη διεκδίκηση της θέσης του εφόρου Αρχαιοτήτων, την οποία τελικά κατέλαβε ο Αδ. Αδαμαντίου, και συνεχίστηκε αναφορικά με τα χειρόγραφα των Μετεώρων και το δικαίωμα μελέτης και ανακοίνωσης επιστημονικών πορισμάτων για αυτά.812 Πέρα από τις προσωπικές φιλοδοξίες είναι διακριτά και τα διαφορετικά περιβάλλοντα από όπου προέρχονταν οι επιστήμονες.

    Οι πραγματικότητες έκαναν την εμφάνισή τους σύνθετες και άρρηκτα συνδεδεμένες με τη συγκυρία και τους ανθρώπους. Σημειώνω ενδεικτικά ότι ο Γ. Χατζιδάκις οργανώνοντας το Ιστορικό Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσης επέλεξε ως συνεργάτες του επιστήμονες που είχαν ταχθεί υπέρ της δημοτικής, ανά μεσά τους και τον Κωνσταντίνο Άμαντο. Εάν δεν εκτιμήσουμε αυτούς τους παράγοντες στον πανεπιστημιακό μικρόκοσμο, δεν μπορούμε να εξηγήσουμε την παρουσία μιας μικρής ομάδας καθηγητών εντός της συντηρητικής γλωσσικά Σχολής που στήριξαν τον δημοτικισμό. Αναφέρομαι, εκτός από τον Κ. Άμαντο, τον Σ. Κουγέα και τον Ν. Βέη, στους Π. Λορεντζάτο, Σ. Μενάρδο κ.ά. Πρόκειται για πρόσωπα που προσπάθησαν κάποτε να αρθρώσουν έναν λόγο διαφορετικό σε εκλογές και μείζονα ζητήματα και που λειτούργησαν σε μεγάλο βαθμό ως στρατόπεδο, είτε υποστηρίζοντας την εκλογή του ενός ή του άλλου καθηγητή είτε ενισχύοντας φοιτητές στην εξεύρεση εργασίας ή στη συνέχιση των σπουδών τους, ακόμη και οικονομικά.

    Εάν το γλωσσικό ζήτημα αποτέλεσε σημαίνοντα παράγοντα για τη συγκρότηση των βυζαντινών σπουδών στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και τη θέση της ιστορίας σε αυτές, δεν είναι και ο αποκλειστικός. Ο κυρίαρχος κατά τη γνώμη μου παράγων ήταν η θέση που η ιστορία κλήθηκε να καταλάβει στο πλαίσιο αυτών των σπουδών. Θα προσπαθήσω στη συνέχεια να τεκμηριώσω τον συλλογισμό.

    Η ΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗ ΤΩΝ ΕΔΡΩΝ ΓΙΑ ΤΗ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ

    Η μεταρρύθμιση του 1911 προσέθεσε μια έδρα Βυζαντινής τέχνης και αρχαιολογίας στις έδρες του Πανεπιστημίου. Στην αιτιολογική έκθεση της κοινο-

    ματος του Αδαμαντίου. Βλ. Κ. Άμαντος: «Αδαμαντίου I. Αδαμαντίου. Ιστορία της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Εγκεκριμένη διά την τρίτην τάξιν του Γυμνασίου και τους αντιστοίχους των σχολείων της Μ. Εκπαιδεύσεως. Αθήναι. 1919», Α&ηνά3ί (1919), σ. 173-190.

    812. Βλ. τα τεκμήρια σχετικά με τη σύγκρουση: Μαίρη Ν. Βέη, Ιστοριοδιφικά ταξίδια του Νίκου Βέη εις την Θεσσαλίαν Και άλλαι προσωπικότητες συνδεόμεναι προς αυτόν και την Θεσσαλίαν. Μέρος πρώτον, Αθήνα 1971.