Συγγραφέας:Καραμανωλάκης, Βαγγέλης Δ.
 
Τίτλος:Η συγκρότηση της ιστορικής επιστήμης και η διδασκαλία της ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (1837-1932)
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:42
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:2006
 
Σελίδες:551
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Εκπαίδευση-Τριτοβάθμια
 
Παιδεία-Εκπαίδευση
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα, Πανεπιστήμιο Αθηνών
 
Χρονική κάλυψη:1837-1932
 
Περίληψη:Αφετηριακή υπόθεση της εργασίας αυτής είναι ότι η ιστορία συγκροτείται ως επιστήμη μέσα από την καταλυτική επίδραση εκπαιδευτικών θεσμών για την παραγωγή και τη μετάδοση της γνώσης, όπως είναι το πανεπιστήμιο. Οι θεσμοί αυτοί επιβάλλουν σε μεγάλο βαθμό στην ιστοριογραφική παραγωγή τη λογική της συγκρότησης και της λειτουργίας τους, τις αξίες που τους διέπουν, τις πρακτικές ανάδειξης κύρους και τους συσχετισμούς δύναμης που επικρατούν στο εσωτερικό τους, τις σχέσεις τους με την πολιτική εξουσία και την κοινωνία. Η πανεπιστημιακή διδασκαλία της ιστορίας κατά την περίοδο που καλύπτει το βιβλίο συνδέθηκε με μια σειρά από παράγοντες και μεταβλητές, στοιχεία που καθόρισαν και το συγκεκριμένο πλαίσιο αναφοράς : το πανεπιστημιακό περιβάλλον, η ιστοριογραφική παράδοση, τα πρόσωπα που δίδαξαν και οι αποδέκτες της διδασκαλίας τους. Στόχος της παρούσας εργασίας είναι η συνεξέταση αυτών των παραγόντων μέσα στην ευρύτερη πολιτική και κοινωνική συγκυρία από την οποία σε μεγάλο βαθμό ορίστηκαν και την οποία εντέλει επανακαθόρισαν, με άλλα λόγια θέμα του βιβλίου είναι η συγκρότηση, στον χώρο του Πανεπιστημίου Αθηνών, μιας εθνικής-επιστημονικής ιστορίας με έντονο διδακτικό χαρακτήρα, η οποία επηρέασε καθοριστικά τη συνολική ιστοριογραφική παραγωγή, λόγω της σημαίνουσας θέσης του ιδρύματος, καθώς για έναν περίπου αιώνα αποτέλεσε τον μοναδικό οργανωμένο θεσμό της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης ο οποίος παρήγε ιστορική γνώση, κατάρτιζε τους φοιτητές και προετοίμαζε τους αποφοίτους του για τη διάχυση αυτής της γνώσης, μέσω κυρίως του σχολικού δικτύου, στο ελληνικό βασίλειο και στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 43.93 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 354-373 από: 554
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/354.gif&w=600&h=915

όλες τις ενδείξεις και τις σχετικές μαρτυρίες των Γ. Αλισανδράτου, Δ. Βαγιακάκου και Μ. Σακελλαρίου-λειτούργησε ως συνέχεια του ακαδημαϊκού του μαθήματος, χωρίς ουσιαστική συμμετοχή των φοιτητών. Στα φροντιστήρια τους ο Κουγέας και ο Κουκουλές χρησιμοποίησαν εποπτικό υλικό (πίνακες, χάρτες, ασκήσεις, από τα οποία αρκετά σώζονται στο Ιστορικό Σπουδαστήριο του Ιστορικού και Αρχαιολογικού Τμήματος της Φιλοσοφικής Σχολής). Στο φροντιστήριο του ο Κ. Άμαντος ενδιαφερόταν ιδιαίτερα για τις εργασίες των φοιτητών του, σύμφωνα και με τις προφορικές μαρτυρίες του Γ. Αλισανδράτου και του Μιχάλη Σακελλαρίου, ενώ αφιέρωσε και σημαντικό μέρος της διδασκαλίας του σε ζητήματα νεότερης ελληνικής ιστορίας. Η διδασκαλία του επικεντρώθηκε κυρίως σε ιστορικά ζητήματα. Ο Άμαντος συνήθιζε να δίνει στους φοιτητές του στο φροντιστήριο κατ' αρχάς μικρές βιβλιογραφικές εργασίες. Στη συνέχεια τους προέτρεπε να αναλαμβάνουν εργασίες που να έχουν σχέση με την ιδιαίτερη πατρίδα τους: μια επιγραφή, ακριτικά ή δημοτικά τραγούδια, ιστορικά έγγραφα ή σημειώματα από την Επανάσταση του 1821 και άλλα. Έπειτα μπορούσαν να αναλάβουν εργασίες που αφορούσαν γενικότερα θέματα, ανάλογα με τις κλίσεις και την ειδίκευσή τους. Άλλου είδους επιστημονική εργασία ήταν η κριτική εργασιών, ιδιαίτερα παλαιότερων, όπου ο φοιτητής ανέπτυσσε αντικειμενική και μεθοδική κρίση.844 Οι προτάσεις αυτές προέρχονταν από κείμενο προς τους φοιτητές, γραμμένο μετά τη συνταξιοδότησή του, στο οποίο ο Άμαντος αναφερόταν γενικά στην ανάγκη συστηματικής εκπαίδευσής τους, στο πλαίσιο ενός πανεπιστημίου που κύρια αποστολή θα είχε τη συγκρότηση επιστημόνων με σαφείς μεθοδολογικές αρχές, ανεξάρτητα από την ειδικότητά τους.

Το τμήμα εκείνο των γνωστικών αντικειμένων που αφορούσαν τη μέση και νεότερη ελληνική φιλολογία και τα οποία είχαν απασχολήσει τον Λάμπρο στο ιστορικό του φροντιστήριο (παλαιογραφία, ιστορία του χειρογράφου, λογοτεχνία) ανήκαν πλέον στη δικαιοδοσία της έδρας του Ν. Βέη, ο οποίος παρέδιδε συστηματικά βιβλιογραφία, κριτική και σύγκριση πηγών. Και στο δικό του φροντιστήριο όμως ο Σ. Κουγέας συνέχισε τη διδασκαλία του προκατόχου του σε όλο το μήκος και το πλάτος της ελληνικής ιστορίας. Σημειώνω, πάντως, ότι κανένα από τα φροντιστήρια δεν απέκτησε την αίγλη του φροντιστηρίου του Λάμπρου, ούτε έχουμε ενδείξεις για την ενίσχυσή τους με βιβλία και αρχειακά τεκμήρια όπως συνέβαινε με εκείνο.

844. Βλ. «Προς τους φοιτητάς», Μικρά Μελετήματα..., ό.π., σ. 318, και passim, σ. 314-320.

Σελ. 354
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/355.gif&w=600&h=915

Η ομάδα αυτή των συγκεκριμένων καθηγητών προσέφερε ένα άλλο διδακτικό μοντέλο σε σχέση με τους προκατόχους τους. Η διδασκαλία τους εμπνεόταν από τα φροντιστήρια, στηριζόταν στη συνεργασία με τους φοιτητές, οδηγούσε στον μετριασμό της ρητορείας. Στο πλαίσιο αυτό η εικόνα του καθηγητή γινόταν πιο ανθρώπινη, πιο κοντινή στους φοιτητές του : Δίδασκε απλά, χαμηλόφωνα, χωρίς χειρονομίες και ρητορισμούς, ακουμπισμένος κάπως στην έδρα, όπως θυμάται η Αικατερίνη Χριστοφιλοπούλου για τον Κωνσταντίνο Άμαντο ,845 ενώ ο Σ. Κουγέας δίδασκε χωρίς στόμφο, χωρίς αλαλαγμό, αλλά με κατάνυξη, με τη διάθεση του ανθρώπου που προσπελάζει τα ιερά και τα όσια.846 Ακόμη και στην περίπτωση του Ν. Βέη, καθηγητή με γνωστές ρητορικές ικανότητες, ο στόμφος της παράδοσής του συνοδευόταν από τα πρώτα στη Φιλοσοφική κλειστά φροντιστήρια με επιλογή των φοιτητών, ενώ οι εξετάσεις του, οι οποίες διεξάγονταν δημόσια, ήταν γνωστές για τις διαλογικές συζητήσεις μεταξύ εξεταστή και εξεταζομένων. Χαρίσματα του καθηγητή ήταν πλέον η κριτική του ικανότητα, η δυνατότητα να πείθει τους μαθητές του διά του λόγου, να διδάσκει στοχεύοντας στη λογική.847

Η φροντιστηριακή διδασκαλία δημιουργούσε στενές σχέσεις με τους συμμετέχοντες. Ο Κ. Άμαντος, λόγου χάρη, δεχόταν κάθε εβδομάδα φοιτητές στο σπίτι του.848 Πέρα από τις συζητήσεις και τη στήριξη των επιστημονικών εργασιών τους, μεριμνούσε για την επαγγελματική τους εξέλιξη, όπως μαρτυρεί και η πρόσληψη του Νικολάου Ανδριώτη, του Εμμανουήλ Κριαρά και του Νίκου Σβορώνου στο Μεσαιωνικό Αρχείο της Ακαδημίας Αθηνών.849 Γενικότερα καθηγητές όπως ο Άμαντος, ο Κουγέας, ο Βέης ήταν γνωστοί για τις στενές σχέσεις τους με τους φοιτητές και το ενδιαφέρον τους για τη μετέπειτα σταδιοδρομία τους στον ακαδημαϊκό στίβο. Τόσο η δημοσιευμένη αλληλογραφία

845. Αικ. Χριστοφιλοπούλου, ό.π., σ. 983.

846. Από το «Μνήμη Κουγέα» του I. Μ. Παναγιωτόπουλου στο αφιέρωμα στη Νέα Εστία, ό.π., σ. 1444.

847. Βλ. Κ. Θ. Δημαράς, «Σωκράτης Κουγέας», Το Βήμα (18 Νοεμβρίου 1966).

848. Βλ. Εμμανουήλ Κριαράς, Πραγματώσεις και όνειρα. Σταθμοί μιας πορείας, Θεσσαλονίκη, Ιανός, 2001, σ. 72. Η προσέλευση των φοιτητών στο σπίτι του καθηγητή αποτελούσε μια παλιά ακαδημαϊκή παράδοση, ιδιαίτερα στον γερμανόφωνο κόσμο, η οποία συνεχίζεται ως σήμερα. Ο Ράνκε ξεκίνησε τα πρώτα φροντιστήρια στο σπίτι του, όπως και πολλοί άλλοι καθηγητές σε όλο τον κόσμο κατά τα πρώτα χρόνια εφαρμογής του θεσμού, έως ότου δημιουργήθηκαν οι κατάλληλοι χώροι στα πανεπιστήμια. Βλ. Bonnie G. Smith, "Gender and the Practices of Scientific History: The Seminar and Archival Research in the Nineteenth Century", The American Historical Review 100, 4 (Οκτώβριος 1995), σ. 1154, 1157.

849. Εμμ. Κριαράς, ό.π., σ. 77.

Σελ. 355
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/356.gif&w=600&h=915

του Ν. Βέη με τους μαθητές του850 όσο και η ανέκδοτη αλληλογραφία του Κ. Άμαντου με φοιτητές και αποφοίτους της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών851 καλύπτουν ευρύτατο φάσμα: πληροφορίες για επιστημονικές εργασίες και μεταπτυχιακές σπουδές, προσωπικά νέα, βοήθεια για την επαγγελματική τους διαδρομή, ακόμη και δυνατότητα οικονομικής ενίσχυσης ώστε να μπορέσουν να καλυφθούν τα δίδακτρα για τις πανεπιστημιακές σπουδές. Οι στενές αυτές σχέσεις αποτυπώθηκαν και σε μια σειρά λογοτεχνικών και αυτοβιογραφικών κειμένων, τα οποία προήλθαν από εκπροσώπους της γενιάς των φοιτητών του Μεσοπολέμου.852 Σε αυτά τα κείμενα τόσο ο Κουγέας όσο και ο Άμαντος εντάσσονται σε μια προοδευτική ομάδα καθηγητών, με κύριο γνώμονα την τοποθέτησή τους στο γλωσσικό ζήτημα. Στην ίδια ομάδα εντάσσονταν κατ' αρχήν ο Παναγής Λορεντζάτος και οι Ν. Βέης και Σ. Μενάρδος.853

Η εισαγωγή και καθιέρωση της φροντιστηριακής διδασκαλίας στην ιστορία αποτέλεσε εξέλιξη με σημαίνουσες επιπτώσεις στο πανεπιστημιακό πρόγραμμα μαθημάτων. Αφενός συντέλεσε καθοριστικά στη στροφή των ιστορικών μαθημάτων προς τα βυζαντινά και νεοελληνικά χρόνια. Αφετέρου δημιούργησε μια νέα δυναμική αναφορικά με τη μελέτη της ιστορίας και τους τρόπους προσέγγισής της. Η δυναμική αυτή ενισχύθηκε από το κύρος του Σπ. Λάμπρου και την προσπάθειά του να μεταβάλει συνολικά τους όρους της ιστορικής παραγωγής με βάση τα δυτικοευρωπαϊκά πρότυπα, στην κατεύθυνση μιας συγκροτημένης επιστήμης με μεθοδολογία και καθορισμένες τεχνικές προσπέλασης του αντικειμένου μελέτης της. Παρά τη θεσμοθέτηση, καθιέρωση και γρήγορη διάδοση της στο τέλος του 19ου αιώνα, η ιστορική φροντιστηριακή διδασκαλία δεν συνέχισε με την ίδια δυναμική και στα επόμενα χρόνια. Οι λόγοι ήταν πολλοί. Κατά πρώτον, η γενικότερη φυσιογνωμία

850. Βλ. Μαίρη Νίκου Βέη, Ο Νίκος Βέης και τα ελληνικά βλαστάρια, Αθήνα 1963, καθώς και Μαίρη Ν. Βέη (εισαγωγικό σημείωμα και επιμ.), Ο Νίκος Βέης τιμημένος σαν διδάσκαλος του γένους από τους φοιτητές του: είκοσι χρόνοι πέρασαν από τότε που έφυγε (+1958-1978), Αθήνα 1980, όπου και πολλές επιστολές φοιτητών του.

851. Στο «Προσωπικόν Αρχείον Κ. Αμάντου», το οποίο φυλάσσεται στο Κέντρον Ερεύνης του Μεσαιωνικού και Νέου Ελληνισμού (ΚΕΜΝΕ) της Ακαδημίας Αθηνών. Βλ. ιδιαίτερα: Dossier VI, Δέσμη 4, Επιστολαί διάφοραι, Α+Β.

852. Βλ. για παράδειγμα το μυθιστόρημα του Βασίλη Μοσκόβη, Γενεά έρχεται, Αθήνα, Το ελληνικό βιβλίο, 1960, καθώς και του Πίνδαρου Μπρεδήμα, Παιδιά του αιώνα, Αθήνα, Δίφρος, 1957, στα οποία περιέχονται και πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία. Συνολικά για την αναπαράσταση της νεανικής και ιδιαίτερα της πανεπιστημιακής ζωής στον μυθιστορηματικό λόγο βλ. Αγγέλα Καστρινάκη, Οι περιπέτειες της νεότητας. Η αντίθεση των γενεών στην ελληνική πεζογραφία (1880-1945), Αθήνα, Καστανιώτης, 1995.

853. Εμμ. Κριαράς, ό.π., σ. 13-14 και 39-40, 48, 57-60.

Σελ. 356
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/357.gif&w=600&h=915

της Φιλοσοφικής, η οποία ήταν στραμμένη κυρίως προς την αρχαιότητα, στο μέτρο μάλιστα που από το 1904 το Φυσικομαθηματικό Τμήμα αναβαθμίστηκε σε σχολή, ενώ οι βενιζελικές εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις οδήγησαν σε μεγάλο βαθμό στη συντηρητική αναδίπλωση του προσωπικού της. Κατά δεύτερον, η απουσία εξειδικευμένων υποδομών όπου θα μπορούσαν να εργαστούν οι απόφοιτοι της Σχολής, οι οποίοι εκ των πραγμάτων στρέφονταν προς τη μέση εκπαίδευση. Και, κατά τρίτον, η έλλειψη οικονομικής στήριξης παρόμοιων εγχειρημάτων από την κρατική μηχανή. Στο πλαίσιο της στροφής προς την εξειδίκευση, από τη μεταρρύθμιση του 1911 είχαν προβλεφθεί έδρες βοηθητικών επιστημών, εκ των οποίων οι περισσότερες στη δεκαετία του 1910 είτε καταργήθηκαν είτε οι διορισμοί του προσωπικού τους ακυρώθηκαν στις συμπληγάδες των συνεχών πολιτικών αλλαγών και των οικονομικών προβλημάτων. Η κατάσταση επιδεινώθηκε ιδιαίτερα μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, όταν η αυστηρή δημοσιονομική πολιτική που ακολουθήθηκε οδήγησε στη ματαίωση όλων των σχετικών πρωτοβουλιών. Εξασφαλίστηκε μόνο η συνέχεια στην έδρα της Ιστορίας των Μέσων και νεωτέρων χρόνων. Η σύσταση της έδρας της Βυζαντινής ιστορίας ήταν απολύτως αναγκαία στη νέα πολιτική και επιστημονική συγκυρία, ενώ παράλληλα η συνταξιοδότηση του Καρολίδη τη διευκόλυνε οικονομικά. Η τεκμηρίωση και η έρευνα δεν αποτέλεσαν προτεραιότητες της Πολιτείας, ούτε όμως και των πανεπιστημιακών αρχών. Επισημαίνω και πάλι ότι το πρόβλημα είναι γενικότερο και αφορά συνολικά τη φροντιστηριακή και εργαστηριακή διδασκαλία. Ούτως ή άλλως, στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα και με τη γενικότερη υποχώρηση του θετικισμού, η έννοια της εργαστηριακής διδασκαλίας επικεντρώθηκε στις θετικές επιστήμες, όπως άλλωστε επεσήμαινε και ο Κωνσταντίνος Καραθεοδωρής στην έκθεσή του για την αναδιοργάνωση του Πανεπιστημίου Αθηνών το 1930.854

ΟΙ ΝΕΕΣ ΥΠΟΔΟΜΕΣ

Μελετώντας τα βιογραφικά των πανεπιστημιακών καθηγητών της ιστορίας, όσων διεκδίκησαν αντίστοιχες θέσεις αλλά και γενικότερα ενός ευρύτερου κύκλου λογίων οι οποίοι ασχολήθηκαν με την ιστορία, θα μπορούσαμε να παρατηρήσουμε ότι, ιδιαίτερα για τον 19ο αιώνα, οι περισσότεροι από αυτούς εργάστηκαν στη μέση εκπαίδευση. Στη δεύτερη και στην τρίτη δεκαετία του

854. Ά. Βρυχέα, Κ. Γαβρόγλου, ό.π., σ. 173.

Σελ. 357
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/358.gif&w=600&h=915

20ού αιώνα η εικόνα μεταβλήθηκε, στο μέτρο που ένας σημαντικός αριθμός απασχολήθηκε σε αρχεία και υπηρεσίες τα οποία συστάθηκαν την περίοδο αυτή για τη συναγωγή γλωσσικού, λαογραφικού και ιστορικού υλικού και την εκπόνηση έργων υποδομής για την έρευνα (λεξικά, αρχεία, μουσεία κ.ά.). Αναφέρομαι συγκεκριμένα σε μια σειρά από θεσμούς (Γενικά Αρχεία του Κράτους, Λαογραφικό Αρχείο, Ιστορικό Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσης, Μεσαιωνικό Αρχείο, Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο) οι οποίοι παγιώθηκαν στις αρχές του 20ού αιώνα χάρη στη δημόσια χρηματοδότηση ή στην ιδιωτική πρωτοβουλία.

Στη συγκρότηση των περισσότερων πρωτοστάτησαν πανεπιστημιακοί δάσκαλοι, με εξαίρεση τα Γενικά Αρχεία του Κράτους (ΓΑΚ), τα οποία ιδρύθηκαν το 1914 με πρωτοβουλία του Γιάννη Βλαχογιάννη. Ο Γεώργιος Χατζιδάκις εμπνεύστηκε και δημιούργησε το Ιστορικό Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσης, ενώ ως μέλος της Ακαδημίας Αθηνών συνέβαλε ουσιαστικά στη δημιουργία του Μεσαιωνικού Αρχείου.855 Ιδρυτής του Λαογραφικού Αρχείου υπήρξε ο Νικόλαος Πολίτης. Σημειώνω ότι και το Ιστορικό Λεξικό και το Λαογραφικό Αρχείο εντάχθηκαν στην Ακαδημία Αθηνών μετά την ίδρυσή της το 1926, ενώ το Μεσαιωνικό Αρχείο ιδρύθηκε κατευθείαν από την Ακαδημία. Το Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο ιδρύθηκε το 1914 μετά και από έντονη κινητοποίηση του καθηγητή Αδ. Αδαμαντίου, ο οποίος υπήρξε και ο πρώτος διευθυντής του, ενώ το 1923 στο Μουσείο ενσωματώθηκε και η συλλογή της ΧΑΕ.856

Στα ιδρύματα αυτά εργάστηκαν μια σειρά αποφοίτων της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών, οι περισσότεροι εκ των οποίων κατέλαβαν αργότερα σημαντικές θέσεις στα ελληνικά πανεπιστήμια. Ο χρονικός ορίζοντας στον οποίο κινήθηκαν τα συγκεκριμένα εγχειρήματα αφορούσε τα βυζαντινά και νεότερα χρόνια, ακόμη και εάν είχαν αρχικά θέσει στόχο τη μελέτη μιας ευρύτερης περιόδου. Το Ιστορικό Λεξικό ιδρύθηκε αποσκοπώντας στη σύνταξη μεγάλου λεξικού από τα αρχαία έως τα σύγχρονα χρόνια, το οποίο θα περιελάμβανε όλο τον λεξιλογικό θησαυρό της ελληνικής γλώσσας. Εξαιτίας των δυ-

855. Η πρόταση για την ίδρυσή του είχε γίνει στο Β' Διεθνές Συνέδριο Βυζαντινών Σπουδών (Βελιγράδι, 1927). Για την ιστορία του Αρχείου βλ. Ακαδημία Αθηνών, Το Κέντρον Ερεύνης του Μεσαιωνικού και Νέου Ελληνισμού 1930-2003. Ίδρυση, λειτουργία, ερευνητικές δραστηριότητες, δημοσιεύματα, Αθήνα 2003. Εμμ. Κριαράς, «Έκθεσις περί του έργου του Μεσαιωνικού Αρχείου», Επετηρίς του Μεσαιωνικού Αρχείου 1 (1939), σ. 149-150.

856. Βλ. Όλγα Γκράτζιου, «Από την ιστορία...», ό.π.

Σελ. 358
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/359.gif&w=600&h=915

δυσκολιών που γεννούσε η ευρύτητα της περιόδου αποφασίστηκε τελικά η επικέντρωση στα νεότερα χρόνια και μόνο για τη δημοτική. Πρωταρχικός στόχος του Μεσαιωνικού Αρχείου ήταν η σύνταξη λεξικού της μεσαιωνικής ελληνικής γλώσσας από τη γέννηση του Χριστού έως περίπου το 1800. Καθώς το διάστημα θεωρήθηκε εξαιρετικά μεγάλο, αποφασίστηκε ο περιορισμός στην περίοδο της Τουρκοκρατίας και η συγκέντρωση του σχετικού ιστορικού και γλωσσικού υλικού, όπως και ο προσανατολισμός προς τη συγκρότηση ενός λεξικού κυρίων ονομάτων και τοπωνυμίων μετά την Άλωση και ο καταρτισμός προσωπογραφίας της περιόδου. Τόσο τα ΓΑΚ όσο και το Λαογραφικό Αρχείο ήταν εξαρχής προσανατολισμένα προς τα μεσαιωνικά και νεότερα χρόνια.

Συνολικά, τα ιδρύματα αυτά στόχευαν στη συγκέντρωση γλωσσικού, ιστορικού, λαογραφικού υλικού από τη βυζαντινή και νεότερη περίοδο. Σε αντίθεση προς προηγούμενες προσπάθειες, όπου η συγκέντρωση παρόμοιου υλικού προερχόταν κυρίως από ερασιτέχνες ιστοριοδίφες ή λαογράφους, για τις συγκεκριμένες συναγωγές υπήρξε αυστηρή οργάνωση και συγκεκριμένοι κανόνες, οι οποίοι μάλιστα απέκτησαν και θεσμική υπόσταση με την ανακήρυξή τους σε εσωτερικούς κανονισμούς. Στην περίπτωση του Μεσαιωνικού Αρχείου κύρια μέθοδος εργασίας υπήρξε η αποδελτίωση κειμένων της Τουρκοκρατίας καθώς και δημοσιευμένων πηγών σε περιοδικά και η συγγραφή λημμάτων και δελτίων.857 Η έμφαση αυτή στη συναγωγή γλωσσικού υλικού αποτυπώθηκε και στις εργασίες των συνεργατών του, ανάμεσά τους και μετέπειτα πανεπιστημιακοί καθηγητές Ιστορίας.

Η δημιουργία των συγκεκριμένων υποδομών λειτούργησε κυρίως προς ιστορικοφιλολογική κατεύθυνση, με έμφαση στη φιλολογία. Ο αριθμός όσων εργάστηκαν σε αυτούς τους φορείς ήταν πολύ μικρός. Η συγκρότηση μιας επαγγελματικής κοινότητας ιστορικών εκτός πανεπιστημίων αποτελεί μεταπολεμικό φαινόμενο στην Ελλάδα, με σημαντικότερη κατά τη γνώμη μου τομή την ίδρυση του Βασιλικού Ιδρύματος Ερευνών και των κέντρων του, στη δεκαετία του 1960.

857. Εμμ. Κριαράς, ό.π.

Σελ. 359
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/360.gif&w=600&h=915

ΤΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΑΙΤΗΜΑ ΤΟΥ ΕΚΣΥΓΧΡΟΝΙΣΜΟΥ ΤΩΝ ΙΣΤΟΡΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ

Ενόσω μεν υπήρχεν ανοικτή η Οθωμανική αυτοκρατορία, η Βουλγαρία, η Ρωσία, η Αίγυπτος, η Παλαιστίνη και η Συρία -όλη η μέχρι χθες Ελληνική, η ελληνίζουσα Ανατολή- ηδύναντο να εύρουν εκεί θέσιν όχι μόνον οι εκείθεν ερχόμενοι, αλλά και οι πλεονάζοντες εντεύθεν. Μετά την μεγάλην όμως συμφοράν κλεισμένοι στενώς εντός των στενών κρατικών ορίων, πού άλλου έχουν ν' αποβλέψουν ή προς το δημόσιον ταμείον;858

Παρά την υπερβολή που χαρακτηρίζει το απόσπασμα από τον πρυτανικό λόγο του Σ. Μενάρδου, καθώς ήδη από το τέλος του 19ου αιώνα η κοινή γνώμη κατήγγελλε τον μεγάλο αριθμό αποφοίτων-ανέργων του τριτοβάθμιου ιδρύματος που συνωστίζονταν εντός του ελληνικού βασιλείου, η Μικρασιατική Καταστροφή σηματοδοτούσε σε πραγματικό, μα κυρίως σε συμβολικό επίπεδο την αλλαγή των στοχεύσεων του Πανεπιστημίου Αθηνών. Η περιχαράκωση στα εθνικά σύνορα έθετε νέες προτεραιότητες, ενώ η ανάπτυξη των άλλων βαλκανικών κρατών και η δημιουργία νέων πανεπιστημίων σε αυτά ενέτεινε παλαιούς φόβους : Σήμερον οι γειτονικοί λαοί, ιδίως οι ιστορικοί αντίπαλοί μας, αφυπνίσθησαν ο εις μετά τον άλλον και ερρίφθησαν εις το στάδνον της διεθνούς αμίλλης. Εάν εκ των νεαρών αυτών Πανεπιστημίων αποφοιτήσουν πολιτικοί, ιατροί, φιλόλογοι, χημικοί, δικασται εμβριθέστεροι και αρτιώτεροι των ημετέρων, τότε η πατρίς των επιστημών πέπρωται να υποστή νέαν, ταπεινοτέραν και σκληροτέραν ήτταν.859 Ο σημαντικότερος όμως φόβος προερχόταν από το εσωτερικό , από τη δημιουργία ενός νέου πανεπιστημίου : Προσέτι δε αι ιστορικαί συνθήκαι των Νέων Χωρών επιβάλλουσι την ίδρυσιν ενός κέντρου ακτινοβολίας του εθνικού ημών πολιτισμού, μέλλοντος να διαθερμάνη εις τους κόλπους της Ελληνικής ιδέας όλα τα τέκνα της Ελληνικής Πατρίδος.860 Η δημιουργία του νέου πανεπιστημίου αποσκοπούσε συμβολικά και πραγματικά στην «εθνική» εκπαίδευση των κατοίκων της Βόρειας Ελλάδας, ώστε να γίνει εφικτή η ενσωμάτωσή τους στο ελληνικό κράτος, ενώ βέβαια συνέτεινε και στην οικονομική ενίσχυση των

858. Πρυτανικοί λόγοι 1925-1926, σ. 12-13.

859. Στο ίδιο, σ. 25.

860. Από την εισηγητική αγόρευση του υπουργού Παιδείας Ιωάννη Λιμπερόπουλου στη συνεδρίαση της Βουλής της 8ης Ιουλίου 1924, για τον ιδρυτικό νόμο του Πανεπιστημίου. Βλ. Βασίλειος Δ. Κυριαζόπουλος, Τα πενήντα χρόνια του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης 1926-1976, Θεσσαλονίκη 1976, σ. 45.

Σελ. 360
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/361.gif&w=600&h=915

συγκεκριμένων περιοχών. Ταυτόχρονα, η λειτουργία του συντελούσε εμμέσως και εις την βελτίωσιν του εν Αθήναιs Πανεπιστημίου, όπως σημείωνε ο πρωθυπουργός Αλέξανδρος Παπαναστασίου στις προγραμματικές δηλώσεις της κυβέρνησής του, γραμμένες από το χέρι του Δημήτρη Γληνού το 1924.861 Η πραγμάτωση του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης πέρασε από χίλια μύρια κύματα, φαλκιδεύοντας πολλά από τα αρχικά καινοτόμα χαρακτηριστικά του, ενώ τελικά ξεκίνησε -για την ακρίβεια πρώτη και μόνη η Φιλοσοφική Σχολή- τη λειτουργία του το 1926. Σημαντικά στοιχεία της φυσιογνωμίας της Σχολής και ευρύτερα του Πανεπιστημίου διαμορφώθηκαν κατά την τελευταία τετραετία της βενιζελικής διακυβέρνησης (1928-1932), ιδιαίτερα απύ τον υπουργό Παιδείας Γεώργιο Παπανδρέου.

Στη νεοσύστατη Φιλοσοφική Σχολή Θεσσαλονίκης ιστορία δίδαξαν παλιοί γνώριμοι του Αθήνησι: ένας πρώην καθηγητής, ο Γεώργιος Σωτηριάδης, και δύο υποψήφιοι σε παλαιότερες εκλογές, ο Παντελής Κοντογιάννης και ο Ιωάννης Βογιατζίδης. Ο Γ. Σωτηριάδης κατέλαβε την έδρα της Γενικής ιστορίας των νεωτέρων χρόνων, η οποία περιελάμβανε κυρίως ευρωπαϊκή ιστορία. Ο Π. Κοντογιάννης έγινε καθηγητής της έδρας της Ιστορίας της τουρκοκρατουμένης και νεωτέρας Ελλάδος, ενώ ο I. Βογιατζίδης της Βυζαντινής και συγχρόνου αυτής γενικής ιστορίας. Εκτός από τις τρεις τακτικές έδρες θεσπίστηκε και μία αυτοτελής έδρα, της Ιστορίας και φιλολογίας των λαών της Χερσονήσου του Αίμου, στην οποία διορίστηκε ο έκτακτος καθηγητής Μιχαήλ Λάσκαρις.862 Για την προώθηση της ιστορικής έρευνας, εκτός από τη δημιουργία ιστορικού σπουδαστηρίου, αποφασίστηκε η συγκρότηση ιστορικού αρχείου, στο οποίο βρήκαν στέγη η συλλογή του Ανδρέα Μάμουκα, με έγγραφα της Επανάστασης του 1821, τμήμα του οθωμανικού αρχείου του Ιεροδικείου Βεροίας και άλλες αρχειακές συλλογές.863

Ήταν σαφές ότι στο νεοσύστατο Πανεπιστήμιο, όπου η ιστορία είχε σημαντική παρουσία (τέσσερις από τους δώδεκα καθηγητές που διορίστηκαν το 1926 δίδασκαν ιστορία),η έμφαση δινόταν στη νεότερη ιστορία. Αρχαία ιστορία ανέλαβε να διδάξει ο Γ. Σωτηριάδης και ο αρχαιολόγος Ευστράτιος Πελεκίδης, καθηγητής της έδρας της Επιγραφικής και των πολιτικών αρχαιοτήτων

861.Βλ. Σπύρος Μαρκέτος, «Η ίδρυση του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης: Κριτική στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας», Πανεπιστήμιο και Ιδεολογία..., ό.π., τ. 2, σ. 403.

862. Βλ. Εδώ, σ. 300-301.

863. Βλ. Α. Ξανθοπούλου-Κυριακού, «Ιστορικές σπουδές», Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Φιλοσοφική Σχολή Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Τα πρώτα 75 χρόνια, Θεσσαλονίκη, University Studio Press, 2000, σ. 77-94.

Σελ. 361
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/362.gif&w=600&h=915

των. Μόλις το 1940, μετά από μια σειρά άγονες προκηρύξεις, την έδρα της Αρχαίας ιστορίας κατέλαβε ο Ιωάννης Παπασταύρου. Η έμφαση στη βυζαντινή και νεότερη ιστορία (ο Μ. Λάσκαρις δίδαξε πολιτική και διπλωματική ιστορία των νεότερων χρόνων, ιδιαίτερα δε το Ανατολικό ζήτημα) αποτελούσε μια επιλογή που συνδεόταν με τον χαρακτήρα του Πανεπιστημίου και τις πολιτικές αποφάσεις που οδήγησαν στην ίδρυσή του. Επρόκειτο για μια επιλογή που ενίσχυε τον εθνοκεντρικό χαρακτήρα της ιστορικής επιστήμης σε έναν άλλο άξονα από εκείνον του Αθήνησι, αναδεικνύοντας ως ενοποιητικό στοιχείο τη βυζαντινή και νεότερη κληρονομιά, περιορίζοντας την αναφορά στην αρχαιότητα, εμμένοντας στη σημασία της δημοτικής γλώσσας ως οργάνου διάδοσης και καλλιέργειας της εθνικής συνείδησης. Το γεγονός, άλλωστε, ότι ανάμεσα στους πρώτους καθηγητές που εξελέγησαν υπήρξαν γνωστοί και μαχητικοί δημοτικιστές (Μανόλης Τριανταφυλλίδης, Γιάννης Αποστολάκης, Χαράλαμπος Θεοδωρίδης, Αλέξανδρος Δελμούζος), σε συνδυασμό με το πνεύμα γλωσσικής ανεκτικότητας που χαρακτήριζε το μεγαλύτερο τμήμα του διδακτικού προσωπικού, οδήγησε στην ανάδειξη της Φιλοσοφικής ως του κατεξοχήν εκπροσώπου του εκπαιδευτικού δημοτικισμού στην ανώτατη εκπαίδευση.864 Η παλαιότερη Φιλοσοφική αντιμετώπισε με εμφανή εχθρότητα τη νεοσύστατη αδελφή της -ήταν σαφές από την αρχή ότι προοριζόταν να αποτελέσει το αντίβαρο της-, ιδιαίτερα μάλιστα όταν, και παρά τις συνεχείς προσπάθειές της, η πρώτη δεν μπόρεσε να χειραγωγήσει την ανάδειξη του προσωπικού της δεύτερης.865

Η σημαντικότερη καινοτομία στη νεοσύστατη Σχολή ήταν η διάκρισή της σε τμήματα και η απονομή των σχετικών πτυχίων. Στην αρχική σύλληψη θα απένεμε έντεκα πτυχία (φιλοσοφίας και παιδαγωγικής, κλασικής φιλολογίας, μεσαιωνικής και νεότερης ελληνικής φιλολογίας, ιστορίας, αρχαιολογίας, γαλλικής, γερμανικής, ιταλικής, αγγλικής γλώσσας και φιλολογίας, καθώς και βαλκανικών, ανατολικών γλωσσών και φιλολογιών), άρα θα διακρινόταν και σε αντίστοιχα τμήματα. Τα μεγαλεπήβολα σχέδια δεν ήταν δυνατόν να εφαρμοστούν.866 Έτσι τελικά η Σχολή εγκαινίασε τη λειτουργία της το ακαδημαϊκό έτος 1926-1927, απονέμοντας πέντε πτυχία, ανάμεσά τους και το πτυχίο

864. I. Κ. Χασιώτης, «Αναζητώντας τομές και βασικά χαρακτηριστικά στην ιστορία της Φιλοσοφικής Σχολής», στο ίδιο, σ. 21.

865. Βλ. Σπ. Μαρκέτος, ό.π., σ. 418-419.

866. Βλ. και την κριτική του Αλέξανδρου Δελμούζου, Το πρόβλημα της Φιλοσοφικής Σχολής, Αθήνα, Μπάυρον, 1983 (α' έκδ.: 1944), σ. 76.

Σελ. 362
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/363.gif&w=600&h=915

ιστορίας.867 Τα τρία πρώτα χρόνια ήταν κοινά, ενώ στο τέταρτο οι φοιτητές παρακολουθούσαν μαθήματα ειδίκευσης.

Η δημιουργία των τμημάτων δεν αφορούσε μόνο τη Φιλοσοφική αλλά ολόκληρο το νεότευκτο Πανεπιστήμιο και τις σχολές του, παλαιότερες και νεότερες, Με τον τρόπο αυτό το νέο ίδρυμα εναρμονιζόταν με τα όσα συνέβαιναν στη Δυτική Ευρώπη, όπου ήδη από το τέλος του 19ου αιώνα η διάκριση των σχολών σε τμήματα και η αντίστοιχη επαγγελματική εξειδίκευση αποτέλεσε κυρίαρχη εξέλιξη στο μεγαλύτερο μέρος της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.868 Στην περίπτωση της ιστορίας δημιουργήθηκαν εξειδικευμένα τμήματα, τα οποία αποσκοπούσαν στην επαγγελματική εκπαίδευση νέων ιστορικών.869 Η εξέλιξη αυτή συνδέθηκε με τον εμπλουτισμό της ιστορικής εκπαίδευσης μέσω του πολλαπλασιασμού των εδρών Ιστορίας, με την εισαγωγή νέων γνωστικών αντικειμένων και τη διεύρυνση των παλαιότερων.870

867. Βλ. Σπ. Μαρκέτος, ό.π., σ. 404-407.

868. Είναι χαρακτηριστικός ο προβληματισμός του Αλέξανδρου Δελμούζου στο κείμενο του, γραμμένο λίγο πριν τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, για την οργάνωση της Φιλοσοφικής Σχολής, όπου το ζήτημα του καταμερισμού σε τμήματα και της οργάνωσης των πτυχίων διατρέχει το σύνολο του βιβλίου. Βλ. Αλ. Δελμούζος, ό.π.

869. Στη Γαλλία ως το 1880 υπήρχε ένα κοινό πτυχίο (licence des lettres) στο τρίτο έτος με μαθήματα λογοτεχνίας, φιλοσοφίας και ιστορίας. Μετά από το 1880 το πτυχίο χωρίστηκε σε τρεις κατευθύνσεις, δηλαδή λογοτεχνίας, φιλοσοφίας και ιστορίας. Αργότερα προστέθηκαν και κατευθύνσεις γλωσσών, αλλά το πτυχίο παρέμενε ενιαίο. Μια πρώτη εξειδίκευση θεσπίστηκε με το τέταρτο έτος σπουδών, το Diplôme d'Études Supérieures (DES) ιστορίας το 1886, το οποίο θεωρήθηκε απαραίτητο από το 1894 για να συμμετέχει κανείς στον εθνικό διαγωνισμό (agrégation), για καθηγητές ιστορίας πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Το πείραμα της εξειδίκευσης διευρύνθηκε το 1907, με τη θέσπιση ξεχωριστής licence ιστορίας, όταν πλέον ένας φοιτητης παρακολουθούσε μετά από το δεύτερο έτος αποκλειστικά μαθήματα ιστορίας, θεσμός που αφορούσε όλα τα γαλλικά πανεπιστήμια: Christian Delacroix, François Dosse, Patrick Garcia, Les courants historiques..., ό.π., a. 69-70. Στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης η σπουδή της σύγχρονης ιστορίας -η αρχαία παρέμεινε στο αρχαιογνωστικό τμήμα- ξεκίνησε το 1853 ως μέρος της Σχολής Νομικής και Σύγχρονης Ιστορίας, ενώ μπορούσαν να την παρακολουθήσουν μόνο οι φοιτητές που είχαν τελειώσει την κλασική Litterae Humaniores σχολή. Τα τμήματα δημιουργήθηκαν το 1871. Στο Πανεπιστήμιο του Κέμπριτζ υπήρξαν συστηματικές προσπάθειες να ιδρυθεί μια σχολή ιστορίας από το 1866, η οποία τελικά δημιουργήθηκε το 1873. Όπως δείχνει και η Reba Ν. Soffer, ό.π., σ. 53-68, οι διαδικασίες αυτές συνδέονταν με την εγκατάσταση στο πανεπιστημιακό πρόγραμμα της εθνικής ιστορίας.

870. Είναι χαρακτηριστικό το παράδειγμα του Πανεπιστημίου του Παρισιού. Πριν από το 1865 υπήρχαν μόνο τρεις έδρες Ιστορίας: μία έδρα Αρχαίας, μία Νεότερης και μία Γεωγραφίας (η γεωγραφία και η ιστορία θεωρούνταν και θεωρούνται μέχρι σήμερα ενιαίο μάθημα). Στη συνέχεια δημιουργήθηκαν οι εξής έδρες: Αρχαιολογίας

Σελ. 363
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/364.gif&w=600&h=915

Αντίστοιχοι προβληματισμοί υπήρξαν και στην πρώτη ελληνική Φιλοσοφική Σχολή, όπου οι σχετικές προτάσεις χρονολογούνται από το τέλος του 19ου αιώνα.871 Η πρώτη συζήτηση, την οποία έχω εντοπίσει στα Πρακτικά της Φιλοσοφικής Σχολής, διεξήχθη το 1918 (συνεδριάσεις 7ης και 15ης Φεβρουαρίου) μετά από πρόταση του καθηγητή Σ. Μενάρδου για διαχωρισμό σε τμήματα, ώστε η διδασκαλία να είναι πιο αποδοτική λόγω του μικρότερου αριθμού των φοιτητών. Η πρόταση απορρίφθηκε από τη συντριπτική πλειοψηφία των καθηγητών με το επιχείρημα ότι όλοι οι φοιτητές έπρεπε να διδάσκονται εξίσου τα βασικά μαθήματα.

Η λειτουργία της Φιλοσοφικής Σχολής της Θεσσαλονίκης προικοδότησε το αίτημα με μεγαλύτερη ένταση. Τον Απρίλιο του 1929 αποφασίστηκε η κήρυξη απεργίας των φοιτητών της Φιλοσοφικής στην Αθήνα μετά την άρνηση του υπουργείου Παιδείας να ικανοποιήσει τα αιτήματά τους, ανάμεσα στα οποία κεντρική θέση καταλάμβανε η διάκριση της Σχολής σε δύο τμήματα.872 Η καταστολή της απεργίας από την αστυνομία έθεσε σε αναστολή προσωρινά και τη δημιουργία των τμημάτων.

Δυο χρόνια αργότερα, το 1931, από την κυβέρνηση Ελευθερίου Βενιζέλου που κατέστειλε την απεργία προήλθε η πρόταση για τον χωρισμό της Φιλοσοφικής Σχολής. Όπως ανακοίνωσε στο σώμα των καθηγητών της Σχολής ο διευθυντής της Ανωτάτης Εκπαίδευσης του υπουργείου Παιδείας, το υπουργείο, πιστεύοντας ότι για να προκύψουν μορφωμένοι καθηγητές πρέπει να

(1876), Μεσαιωνικής ιστορίας (1878), Νεότερης και σύγχρονης ιστορίας (1883), Ιστορίας της Γαλλικής Επανάστασης (1891) και Ιστορίας της τέχνης (1899). Έτσι μέχρι το 1899 υπήρχαν συνολικά οκτώ έδρες Ιστορίας στο Παρίσι. Το 1904 προστέθηκαν οι παρακάτω: μία έδρα Ρωμαϊκής ιστορίας, μία Μεσαιωνικής, μία Νεότερης πολιτικής και διπλωματικής ιστορίας, μία έδρα Ιστορίας της κοινωνικής οικονομίας. Ακολούθησαν μια έδρα Ιστορίας του χριστιανισμού στα νεότερα χρόνια (1906), μία έδρα Ιστορικής μεθόδου (1907), μία Βυζαντινής (1907) και μία Γεωγραφίας-τοπογραφίας (1909). Παράλληλα αυξήθηκε ο αριθμός των διδασκόντων, ενώ στα τμήματα φιλολογίας και λογοτεχνίας εντάχθηκαν μαθήματα για την ιστορία των θεσμών και της αρχαιότητας. Ο Pim den Boer, ό.π., σ. 200-201, κάνει λόγο για υπερβολική τάση ιστορικοποίησης του πανεπιστημίου της πρωτεύουσας του γαλλικού κράτους.

871. Σημειώνω ενδεικτικά τις προτάσεις του καθηγητή Π. Κυριακού στον πρυτανικό του λόγο το 1882, όπου εκτός από την ίδρυση Σχολής Φυσικών και Μαθηματικών Επιστημών, πρότεινε τη διαίρεση της Φιλοσοφικής σε τέσσερα τμήματα: κυρίως Φιλολογίας, Φιλοσοφίας, Αρχαιολογίας και Ιστορίας. Βλ. Πρυτανικοί λόγοι 1881-1882, σ. 10-12.

872. Βλ. Ριζοσπάστης (7 Απριλίου 1929), «Η απεργία των φοιτητών». Τα άλλα αιτήματα ήταν η μη υποχρεωτική παρακολούθηση στο 5ο έτος, η επανεξέταση των απορριπτομένων στα θέματα εντός διμήνου και η εξέταση των τελειοφοίτων τον Ιούνιο.

Σελ. 364
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/365.gif&w=600&h=915

δημιουργηθούν ειδικότητες, θα κατέθετε νομοσχέδιο όπου θα καθόριζε πτυχία και αντίστοιχα τμήματα (συνεδρίαση 30ής Μαΐου 1931). Η πρόταση του υπουργείου ήταν η τριχοτόμηση της Σχολής: Φιλολογικό-Φιλοσοφικό, Ιστορικό και Αρχαιολογικό Τμήμα. Η Σχολή στάθηκε αρνητική, με την εύλογη εξαίρεση του Σ. Μενάρδου. Ως κύριες αιτίες προβλήθηκαν η έλλειψη χώρου και ο μικρός αριθμός του διδακτικού προσωπικού, ο οποίος δεν θα επέτρεπε την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που θα απέρρεαν από τη συγκεκριμένη ρύθμιση. Τελικά το 1932 ο νέος οργανικός νόμος του Πανεπιστημίου (5343 της 23ης Μαρτίου 1932) προέβλεπε, για πρώτη φορά στην ιστορία του θεσμού και χωρίς τη συγκατάθεση της Σχολής, τη διάκρισή της σε τρία τμήματα, τα οποία θα απένεμαν και τα αντίστοιχα πτυχία: Αρχαιολογικό, Ιστορικό, Φιλολογικό.

Η Σχολή αποδέχθηκε τελικά τον νόμο, διεκδίκησε όμως και πέτυχε τη διαίρεση της σε δύο τμήματα, Φιλολογικό και Ιστορικό-Αρχαιολογικό (βλ. συνεδριάσεις 1ης και 15ης Ιουνίου, 7ης Νοεμβρίου, 14ης Δεκεμβρίου 1932,13ης και 21ης Φεβρουαρίου 1933). Τα τμήματα άρχισαν να λειτουργούν την επόμενη ακαδημαϊκή χρονιά με πολλά προβλήματα λόγω της έλλειψης οργανωμένου πλαισίου, καθώς και της δυσπιστίας των φοιτητών απέναντι στο Ιστορικό Τμήμα.873 Ούτως ή άλλως η δημιουργία των τμημάτων δεν συνοδεύθηκε από την ανάλογη αύξηση των εδρών και των γνωστικών αντικειμένων.

Ο διαχωρισμός της Φιλοσοφικής Σχολής σε δύο τμήματα είναι σαφές ότι πραγματοποιήθηκε με κυβερνητικές πρωτοβουλίες, σε μεγάλο βαθμό ενάντια στη θέληση των καθηγητών, οι οποίοι σε μια εποχή στροφής προς την εξειδίκευση και τον επιμερισμό της γνώσης έμειναν προσηλωμένοι σε ένα παλαιότερο μοντέλο. Δεν ήταν η πρώτη φορά που το σώμα των καθηγητών της Φιλοσοφικής Σχολής είχε αντιδράσει με αυτό τον τρόπο. Οι προσπάθειες δημιουργίας Φυσικομαθηματικής Σχολής είχαν συναντήσει από το τέλος του 19ου αιώνα τις αντιδράσεις των καθηγητών της Φιλοσοφικής. Σε μια σχολή όπου υπερτερούσαν οι διδάσκοντες αρχαιογνωστικών αντικειμένων και όπου η

873. Τον Νοέμβριο του 1936 στην έναρξη των μαθημάτων του ΙστορικούΆρχαιολογικού Τμήματος προσήλθαν μόνο επτά φοιτητές. Όπως ενημέρωσε ο Άμαντος τους συναδέλφους του στη συνεδρίαση της Σχολής στις 18 Ιανουαρίου 1937, οι φοιτητές τού δήλωσαν ότι δεν εγγράφονταν στο συγκεκριμένο τμήμα γιατί με το πτυχίο του δεν έβρισκαν εργασία σε ιδιωτικά σχολεία, τα οποία προτιμούσαν τους αποφοίτους του Φιλολογικού, ενώ στο δημόσιο διορίζονταν με την παρέλευση τριετίας από την απονομή του πτυχίου. Η μέση εκπαίδευση παρέμεινε σταθερά ο κύριος υποδοχέας των αποφοίτων της Φιλοσοφικής Σχολής.

Σελ. 365
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/366.gif&w=600&h=915

ταυτότητα της είχε καθοριστεί στη διάρκεια του χρόνου από τα γλωσσικά μαθήματα, οι αντιδράσεις σε κάθε προσπάθεια μεταβολής ήταν αναμενόμενες. Στη συγκυρία όμως της δεκαετίας του 1930 πρέπει να συνεκτιμηθεί και ένας άλλος παράγοντας: οι εμπειρίες της προηγούμενης δεκαετίας, όταν η Σχολή είχε έλθει σε σύγκρουση με τις βενιζελικές κυβερνήσεις με αφορμή τις γλωσσικές μεταρρυθμίσεις και είχε αντιμετωπίσει τις προσπάθειες της εκτελεστικής εξουσίας να τη χειραγωγήσει. Ο σταδιακός περιορισμός της αίγλης του παλαιού Πανεπιστημίου και ο φόβος υποσκελισμού από τη νεότερη Σχολή που διέθετε και την εύνοια της κυβέρνησης ενέτειναν την αντίδραση σε κάθε μεταρρύθμιση, ιδιαίτερα όταν θα μπορούσε να αναδειχθεί σε Κερκόπορτα για την άλωση της παλαιότερης Φιλοσοφικής. Η δημιουργία των τμημάτων θα μπορούσε να σημάνει την είσοδο νέου διδακτικού προσωπικού με διαδικασίες που δεν θα επέτρεπαν τον έλεγχο του από το σώμα των υπαρχόντων καθηγητων (για παράδειγμα διορισμός τους από την κυβέρνηση ή μετακίνηση από τη Φιλοσοφική Σχολή της Θεσσαλονίκης, όπως στην περίπτωση του Φαίδωνος Κουκουλέ). Η διατήρηση του προηγούμενου status τουλάχιστον εξασφάλιζε τις προϋπάρχουσες ισορροπίες.

Σελ. 366
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/367.gif&w=600&h=915

ΜΕΡΟΣ ΠΕΜΠΤΟ

Η ΑΠΟΛΙΘΩΣΗ ΤΟΥ ΠΑΡΕΛΘΟΝΤΟΣ: ΣΤΟΧΟΙ ΚΑΙ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΚΗΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑΣ ΣΤΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΘΗΝΩΝ (1837-1932)

Σελ. 367
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/368.gif&w=600&h=915 01 - 0002.htm

ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Σελ. 368
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/369.gif&w=600&h=915

Η ΕΠΙΣΚΟΠΗΣΗ ΜΙΑΣ ΜΑΚΡΑΣ ΠΕΡΙΟΔΟΥ (1837-1932)

ΤΟ ΔΙΔΑΚΤΙΚΟ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ

Από το 1837 έως το 1932 στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών δίδαξαν ιστορία δεκαπέντε καθηγητές και τρεις υφηγητές: οι Γ. Κρέμος, Δ. Καλοποθάκης και Ν. Βλάχος. Καθηγητικές έδρες Ιστορίας κατέλαβαν (με σειρά διορισμού) οι Κ. Δ. Σχινάς, Έντ. Μάσσον, Θ. Μανούσης, Κ. Δ. Παπαρρηγόπουλος, Δ. Βερναρδάκης (διορίστηκε δύο φορές), Γρ. Παππαδόπουλος (διορίστηκε, αλλά δεν δίδαξε), Σ. Τσιβανόπουλος, Δ. Πατσόπουλος, Σπ. Λάμπρος, Π. Καρολίδης, Γ. Σωτηριάδης, Κ. Ράδος, Σ. Κουγέας, Κ. Άμαντος, Μ. Βολονάκης. Από αυτούς οι οκτώ πρώτοι είχαν διοριστεί από το υπουργείο Παιδείας σύμφωνα με τη σχετική ρήτρα του προσωρινού κανονισμού λειτουργίας. Ο Δ. Πατσόπουλος είχε διοριστεί για πολύ σύντομο χρονικό διάστημα (1881),για να απολυθεί και να επανέλθει το 1886 στη Σχολή με την ψήφο των συναδέλφων του. Οι υπόλοιποι είχαν εκλεγεί, με εξαίρεση τον Π. Καρολίδη και τον Γ. Σωτηριάδη, οι οποίοι είχαν διοριστεί.

Το τέλος της πανεπιστημιακής θητείας των περισσοτέρων επήλθε κυρίως λόγω συνταξιοδότησης ή θανάτου. Εξαιρούνται οι Μάσσον, Παππαδόπουλος, Πατσόπουλος, Λάμπρος, οι οποίοι απολύθηκαν, και οι Βερναρδάκης και Τσιβανόπουλος, οι οποίοι παραιτήθηκαν. Ούτε η θητεία των υπολοίπων ήταν απρόσκοπτη. Οι Θ. Μανούσης, Π. Καρολίδης, Σ. Κουγέας απολύθηκαν και επαναπροσλήφθηκαν. Από τους τρεις υφηγητές, οι δύο δίδαξαν για σχετικά μικρό χρονικό διάστημα σε μια εποχή κρίσης του θεσμού και αποσύρθηκαν οικειοθελώς, ο Κρέμος αφού δοκίμασε ανεπιτυχώς να εκλεγεί καθηγητής, ενώ ο Καλοποθάκης επιχείρησε την επάνοδο του ως υφηγητής, συνάντησε όμως την άρνηση της Σχολής.

Εκτός από τους Κρέμο και Καλοποθάκη, οι οποίοι παρέμειναν υφηγητές στη διάρκεια της πανεπιστημιακής τους θητείας, στην ίδια βαθμίδα είχαν διδάξει οι Έντ. Μάσσον (σε διαφορετικό γνωστικό αντικείμενο), Σ. Τσιβανόπουλος, Σπ. Λάμπρος, Π. Καρολίδης και Ν. Βλάχος. Ο Μανούσης και ο Σχι-

Σελ. 369
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/370.gif&w=600&h=915

Σχινάς εύλογα δεν δίδαξαν ως υφηγητές καθώς ήταν μέλη της πρώτης γενιάς διδασκόντων, απαραίτητων για την έναρξη της λειτουργίας του Πανεπιστημίου. Επρόκειτο άλλωστε για προσωπικότητες με ιδιαίτερα υψηλό κόρος, όπως αποτυπώθηκε στην εκλογή τους ως πρυτάνεων. Στην περίπτωση του Πατσόπουλου και του Παπαρρηγόπουλου οφείλει κανείς να συνεκτιμήσει και τις επιτακτικές λειτουργικές ανάγκες της Σχολής την εποχή διορισμού τους, καθώς και την πολιτική εύνοια που ενδεχομένως απολάμβαναν.

Το σύνολο των καθηγητών που δίδαξαν, με την εξαίρεση του Κ. Ράδου, κατέλαβαν έως και τη βαθμίδα του τακτικού καθηγητή, είχαν δηλαδή αμειβόμενη σχέση εργασίας με το Πανεπιστήμιο, η οποία προϋπέθετε την πλήρη απασχόλησή τους. Στο καθεστώς του επιτίμιου καθηγητή υπηρέτησε για μικρό χρονικό διάστημα ο Σχινάς, καθώς και ο Θ. Μανούσης ως καθηγητής Πολιτειογραφίας. Ο Ράδος δίδαξε στη βαθμίδα του έκτακτου καθηγητή σύμφωνα με τις ρυθμίσεις της μεταρρύθμισης του 1911 για μία επταετία.

Από όσους δίδαξαν ιστορία στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών (δεν συμπεριλαμβάνω τον Γρ. Παππαδόπουλο), υφηγητές και καθηγητές, μόνο ο Κ. Παπαρρηγόπουλος δεν διέθετε κάποιον ακαδημαϊκό τίτλο, ούτε είχε παρακολουθήσει πανεπιστημιακά μαθήματα. Οι υπόλοιποι καθηγητές, με εξαίρεση τον Μ. Βολονάκη ο οποίος σπούδασε μόνο στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών όπου και αναγορεύθηκε σε διδάκτορα, πραγματοποίησαν ένα μέρος των σπουδών τους στο εξωτερικό. Από τους καθηγητές και υφηγητές Ιστορίας, έντεκα (Βερναρδάκης, Τσιβανόπουλος, Πατσόπουλος, Λάμπρος, Κρέμος, Καρολίδης, Σωτηριάδης, Κουγέας, Άμαντος, Βολονάκης, Βλάχος) ήταν απόφοιτοι ή είχαν σπουδάσει στη Φιλοσοφική και ένας στη Νομική Σχολή Αθηνών (Ράδος). Τέσσερις είχαν πραγματοποιήσει τις βασικές σπουδές τους στο εξωτερικό: εύλογα η πρώτη γενιά των διδασκόντων (Σχινάς, Μανούσης, Μάσσον), καθώς και ο Καλοποθάκης.

Η πλειονότητα των διδασκόντων Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών είχε πραγματοποιήσει μεταπτυχιακές σπουδές σε πανεπιστήμια της Γερμανίας874 (Σχινάς, Μανούσης, Βερναρδάκης, Τσιβανόπουλος, Πατσόπουλος, Λάμπρος, Κρέμος, Καρολίδης, Καλοποθάκης, Σωτηριάδης, Κουγέας, Άμαντος, Βολονάκης, Βλάχος) και σε πολύ μικρότερη αναλογία σε πανεπιστήμια της Γαλλίας, της Αγγλίας, της Ιταλίας και της Ελβετίας. Σημειώνω εξαρχής ότι η χρήση του

874. Η σημαντική επικράτηση των γερμανικών σπουδών αποτελεί κοινό τόπο της ελληνικής πανεπιστημιακής κοινότητας, ιδιαίτερα κατά τον 19ο αιώνα. Βλ. Κ. Λάππας, ό.π., σ. 150-151.

Σελ. 370
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/371.gif&w=600&h=915

όρου σπουδές δεν αναφέρεται, ιδιαίτερα κατά τον 19ο αιώνα, στη λογική ενός οργανωμένου προγράμματος, όσο στην επιλεκτική παρακολούθηση μαθημάτων, συχνά σε διαφορετικά πανεπιστήμια και χώρες.

Στον κατάλογο των διδασκόντων περιλαμβάνονται καθηγητές που άσκησαν καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη της ελληνικής ιστοριογραφίας (Παπαρρηγόπουλος, Λάμπρος, Καρολίδης, Άμαντος, και σε μικρότερο βαθμό οι Κουγέας, Βλάχος, Κρέμος και Ράδος). Πρόκειται για πρόσωπα με πολυσχιδή δραστηριότητα, αιχμή της οποίας στον πανεπιστημιακό χώρο υπήρξε η ιστορία (Σχινάς, Μανούσης, Βερναρδάκης και Σωτηριάδης), αλλά και για πρόσωπα με ήσσον επιστημονικό έργο (Μάσσον, Τσιβανόπουλος, Πατσόπουλος, Βολονάκης, Καλοποθάκης). Εάν προσθέσει κανείς και τον Παππαδόπουλο μπορεί να υποστηρίξει βάσιμα ότι το καθηγητικό δυναμικό των εδρών Ιστορίας υπήρξε σημαντικό.

Οι καθηγητές του Πανεπιστημίου ενεπλάκησαν στην πολιτική και κοινωνική ζωή καταλαμβάνοντας υψηλά αξιώματα. Στην περίπτωση της ιστορίας σημειώνω: ένας πρωθυπουργός (Λάμπρος), δύο βουλευτές (Καρολίδης και Τσιβανόπουλος), ένας πρώην υπουργός, βουλευτής του Πανεπιστημίου και πρεσβευτής (Σχινάς), ένας γενικός γραμματέας υπουργείου (Μ. Βολονάκης), δύο εκδότες εφημερίδων (Παπαρρηγόπουλος και Καλοποθάκης). Οι περισσότεροι από αυτούς ανέλαβαν κυβερνητικές αποστολές για εθνικά θέματα. Αρκετοί πρωτοστάτησαν στη δημιουργία συλλόγων, εταιρειών και άλλων συσσωματώσεων, διαδραματίζοντας ηγετικό ρόλο στη διοίκηση και στον καθορισμό των προτεραιοτήτων τους.

Οι προσπάθειες γενίκευσης αναφορικά με το διδακτικό προσωπικό των εδρών Ιστορίας θα έκρυβαν υψηλές πιθανότητες εσφαλμένων συμπερασμάτων λόγω του μικρού αριθμού των προσώπων που το συναποτέλεσαν. Είναι σαφές όμως ότι με βάση τόσο την ηλικία τους όσο και τον χρόνο διορισμού τους στη Σχολή θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για τέσσερις γενιές :

Η πρώτη γενιά είχε συγκροτηθεί επιστημονικά στο εξωτερικό (Σχινάς, Μανούσης, Μάσσον). Καθηγητές που η ζωή τους είχε καθοριστεί από τον Αγώνα και τη δημιουργία του ελληνικού κράτους, αποτέλεσαν προσωπικότητες της δημόσιας ζωής ανεξάρτητα από την πανεπιστημιακή τους ιδιότητα, με μια εξαιρετικά πολυπράγμονα δραστηριότητα. Τα πρόσωπα αυτά επάνδρωσαν το νεοσύστατο ίδρυμα, κατά συνέπεια έδωσαν σε μεγάλο βαθμό τον βηματισμό για τη μετέπειτα πορεία του, επικυρώνοντας τη στενή του σχέση με την πολιτική και τον δημόσιο βίο.

Η δεύτερη γενιά εκπροσωπείται από τους Κ. Δ. Παπαρρηγόπουλο, Δ. Βερ-

Σελ. 371
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/372.gif&w=600&h=915

Βερναρδάκη και Σ. Τσιβανόπουλο. Χωρίς αυστηρή επιστημονική συγκρότηση, οι διδάσκοντες αυτοί διορίστηκαν στα χρόνια του οθωνικού καθεστώτος και σε μεγάλο βαθμό οι τύχες τους επηρεάστηκαν από την πτώση του, η οποία υπήρξε καθοριστική και για το ίδιο το Πανεπιστήμιο. Η παρουσία και η διδασκαλία του Κ. Παπαρρηγόπουλου, του πρώτου «επαγγελματία» ιστορικού στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, συντέλεσε στη στροφή της πανεπιστημιακής διδασκαλίας προς την εθνική ιστορία, σε μια εποχή κατά την οποία το ενδιαφέρον για το Βυζάντιο μεγάλωνε εντός και εκτός των πανεπιστημιακών τειχών.

Η τρίτη γενιά, στις τελευταίες δεκαετίες του αιώνα, περιλαμβάνει τους Σπ. Λάμπρο, Π. Καρολίδη, Δ. Πατσόπουλο και τους υφηγητές Γ. Κρέμο και Δ. Καλοποθάκη. Οι καθηγητές ήταν οι πρώτοι που εξελέγησαν, μέλη μιας γενιάς που επάνδρωσε το Πανεπιστήμιο επί των ημερών κυρίως του Χαριλάου Τρικούπη και η οποία κατά κύριο λόγο συνδέθηκε πολιτικά μαζί του. Δίδαξαν σε μια εποχή αναπροσαρμογών της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, με κυριότερη την εισαγωγή και εξάπλωση της φροντιστηριακής και εργαστηριακής διδασκαλίας, στην οποία η ιστορία, μέσω κυρίως του Σπ. Λάμπρου, διεκδίκησε σημαντικό μερίδιο. Κοντά τους, λόγω ηλικίας και επιστημονικής συγκρότησης, οι Γ. Σωτηριάδης και Κ. Ράδος. Συνολικά, πρόκειται για διδάσκοντες οι οποίοι κινήθηκαν στο πλαίσιο του σχήματος του Κ. Παπαρρηγόπουλου και το εμπλούτισαν μαζί με τους καθηγητές νέων γνωστικών αντικειμένων όπως η γλωσσολογία και η λαογραφία, ενώ το πανεπιστημιακό πρόγραμμα ακόμη παρέμενε σε μεγάλο βαθμό στραμμένο στην αρχαιότητα. Η καταλυτική παρουσία του Σπ. Λάμπρου καθόρισε τους όρους για τη συγκρότηση μιας «επιστημονικής» ιστορίας, συνδεδεμένης πάντα με τα εθνικά δίκαια.

Η τέταρτη γενιά, οι μαθητές του Λάμπρου και του Καρολίδη (Σ. Κουγέας, Κ. Άμαντος, Μ. Βολονάκης και λιγότερο ο Νικόλαος Βλάχος) αποτέλεσαν την πρώτη ομάδα καθηγητών που διατηρούσε τόσο στενές σχέσεις με τους προκατόχους τους. Με τις πλέον συγκροτημένες ιστορικές σπουδές, δίδαξαν ακαδημαϊκά και φροντιστηριακά σε μια περίοδο πολλαπλών αναταράξεων για την εκπαίδευση και τον εθνικό βίο. Με έντονη την επιρροή του Σπ. Λάμπρου, ασχολήθηκαν με την ιστορία επικεντρωμένοι πλέον στο Βυζάντιο και στη νεότερη Ελλάδα, ακολουθώντας σε μεγάλο βαθμό τα κελεύσματα του παλαιού καθηγητή τους για τη συγκρότηση εθνικής-επιστημονικής ιστορίας.

Η συγκεκριμένη περιοδολόγηση παρά τα προβλήματα που παρουσιάζει ανταποκρίνεται σε μεγάλο βαθμό στις σημαντικές αλλαγές στη διδασκαλία της ιστορίας και στις μεταβολές εντός του πανεπιστημιακού ιδρύματος. Η στροφή προς την εθνική ιστορία, με την επιβλητική φυσιογνωμία του Κ. Πα-

Σελ. 372
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/373.gif&w=600&h=915

Παπαρρηγόπουλου, η εισαγωγή του θετικισμού με το φροντιστήριο του Σπ. Λάμπρου και η επιστημονική σύλληψη της ιστορίας, η εισαγωγή των νέων θεματικών και μεθόδων με τη διδασκαλία των μαθητών του τελευταίου αποτέλεσαν κεντρικά σημεία στη διαδρομή της πανεπιστημιακής ιστορικής διδασκαλίας. Μια διαδρομή που θα ήταν σκόπιμο, πέρα από την αυτόνομη μελέτη της, να την εξετάσουμε συγκριτικά με τα υπόλοιπα γνωστικά αντικείμενα του προγράμματος μαθημάτων της Φιλοσοφικής Σχολής.

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΝΤΟΣ ΤΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ ΜΑΘΗΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗΣ ΣΧΟΛΗΣ

Η ιστορία αποτέλεσε ένα από τα κύρια αυτόνομα γνωστικά αντικείμενα στο πρόγραμμα μαθημάτων της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών κατά την περίοδο που μελετώ. Η αναφορά σε αυτόνομα γνωστικά αντικείμενα δεν παραγνωρίζει το γεγονός αφενός της συνάφειάς τους και αφετέρου της έλλειψης, με τους σημερινούς όρους, επιστημονικής εξειδίκευσης του πανεπιστημιακού προσωπικού, ιδιαίτερα κατά τα πρώτα χρόνια λειτουργίας του Πανεπιστημίου. Σημειώνω, όμως, ότι στην περίπτωση της Φιλοσοφικής η διάκριση των γνωστικών κλάδων κυριάρχησε τόσο στον ορισμό των εδρών της Σχολής όσο και στα πανεπιστημιακά κείμενα (προγράμματα, οδηγοί σπουδών), διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στη στελέχωση και στον προγραμματισμό της, ενώ απηχούσε και τις αντίστοιχες παραδόσεις και εξελίξεις στα ευρωπαϊκά πανεπιστήμια. Άλλωστε, η ιστορία της Φιλοσοφικής και γενικότερα του Πανεπιστημίου Αθηνών συνδέεται άρρηκτα με τη σταδιακή διάκριση και ισχυροποίηση της ταυτότητας των γνωστικών αντικειμένων που διδάσκονταν.

Η διεύρυνση του προγράμματος

Την περίοδο που εξετάζω υπήρξε σαφής αύξηση στον αριθμό των καθηγητών Ιστορίας στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών. Από τον μοναδικό κάτοχο της έδρας Ιστορίας στη δεκαετία του 1830 φτάνουμε το 1842, με την ίδρυση της έδρας Γενικής ιστορίας, στους δύο καθηγητές. Από το τέλος της δεκαετίας του 1870 οι καθηγητές αυξήθηκαν σε τρεις με τη διχοτόμηση της τελευταίας έδρας, αριθμός που παρέμεινε σταθερός έως τη δεκαετία του 1910. Σε αυτή τη δεκαετία προστέθηκε ένας έκτακτος καθηγητής, ο οποίος δίδαξε για μία επταετία, ενώ την επόμενη δεκαετία προστέθηκε η έδρα της Βυζαντινής ιστορίας. Παράλληλα με τους καθηγητές ιστορία δίδαξε και μικρός αριθμός υφηγητών

Σελ. 373
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Η συγκρότηση της ιστορικής επιστήμης και η διδασκαλία της ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (1837-1932)
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 354
    

    όλες τις ενδείξεις και τις σχετικές μαρτυρίες των Γ. Αλισανδράτου, Δ. Βαγιακάκου και Μ. Σακελλαρίου-λειτούργησε ως συνέχεια του ακαδημαϊκού του μαθήματος, χωρίς ουσιαστική συμμετοχή των φοιτητών. Στα φροντιστήρια τους ο Κουγέας και ο Κουκουλές χρησιμοποίησαν εποπτικό υλικό (πίνακες, χάρτες, ασκήσεις, από τα οποία αρκετά σώζονται στο Ιστορικό Σπουδαστήριο του Ιστορικού και Αρχαιολογικού Τμήματος της Φιλοσοφικής Σχολής). Στο φροντιστήριο του ο Κ. Άμαντος ενδιαφερόταν ιδιαίτερα για τις εργασίες των φοιτητών του, σύμφωνα και με τις προφορικές μαρτυρίες του Γ. Αλισανδράτου και του Μιχάλη Σακελλαρίου, ενώ αφιέρωσε και σημαντικό μέρος της διδασκαλίας του σε ζητήματα νεότερης ελληνικής ιστορίας. Η διδασκαλία του επικεντρώθηκε κυρίως σε ιστορικά ζητήματα. Ο Άμαντος συνήθιζε να δίνει στους φοιτητές του στο φροντιστήριο κατ' αρχάς μικρές βιβλιογραφικές εργασίες. Στη συνέχεια τους προέτρεπε να αναλαμβάνουν εργασίες που να έχουν σχέση με την ιδιαίτερη πατρίδα τους: μια επιγραφή, ακριτικά ή δημοτικά τραγούδια, ιστορικά έγγραφα ή σημειώματα από την Επανάσταση του 1821 και άλλα. Έπειτα μπορούσαν να αναλάβουν εργασίες που αφορούσαν γενικότερα θέματα, ανάλογα με τις κλίσεις και την ειδίκευσή τους. Άλλου είδους επιστημονική εργασία ήταν η κριτική εργασιών, ιδιαίτερα παλαιότερων, όπου ο φοιτητής ανέπτυσσε αντικειμενική και μεθοδική κρίση.844 Οι προτάσεις αυτές προέρχονταν από κείμενο προς τους φοιτητές, γραμμένο μετά τη συνταξιοδότησή του, στο οποίο ο Άμαντος αναφερόταν γενικά στην ανάγκη συστηματικής εκπαίδευσής τους, στο πλαίσιο ενός πανεπιστημίου που κύρια αποστολή θα είχε τη συγκρότηση επιστημόνων με σαφείς μεθοδολογικές αρχές, ανεξάρτητα από την ειδικότητά τους.

    Το τμήμα εκείνο των γνωστικών αντικειμένων που αφορούσαν τη μέση και νεότερη ελληνική φιλολογία και τα οποία είχαν απασχολήσει τον Λάμπρο στο ιστορικό του φροντιστήριο (παλαιογραφία, ιστορία του χειρογράφου, λογοτεχνία) ανήκαν πλέον στη δικαιοδοσία της έδρας του Ν. Βέη, ο οποίος παρέδιδε συστηματικά βιβλιογραφία, κριτική και σύγκριση πηγών. Και στο δικό του φροντιστήριο όμως ο Σ. Κουγέας συνέχισε τη διδασκαλία του προκατόχου του σε όλο το μήκος και το πλάτος της ελληνικής ιστορίας. Σημειώνω, πάντως, ότι κανένα από τα φροντιστήρια δεν απέκτησε την αίγλη του φροντιστηρίου του Λάμπρου, ούτε έχουμε ενδείξεις για την ενίσχυσή τους με βιβλία και αρχειακά τεκμήρια όπως συνέβαινε με εκείνο.

    844. Βλ. «Προς τους φοιτητάς», Μικρά Μελετήματα..., ό.π., σ. 318, και passim, σ. 314-320.