Συγγραφέας:Καραμανωλάκης, Βαγγέλης Δ.
 
Τίτλος:Η συγκρότηση της ιστορικής επιστήμης και η διδασκαλία της ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (1837-1932)
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:42
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:2006
 
Σελίδες:551
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Εκπαίδευση-Τριτοβάθμια
 
Παιδεία-Εκπαίδευση
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα, Πανεπιστήμιο Αθηνών
 
Χρονική κάλυψη:1837-1932
 
Περίληψη:Αφετηριακή υπόθεση της εργασίας αυτής είναι ότι η ιστορία συγκροτείται ως επιστήμη μέσα από την καταλυτική επίδραση εκπαιδευτικών θεσμών για την παραγωγή και τη μετάδοση της γνώσης, όπως είναι το πανεπιστήμιο. Οι θεσμοί αυτοί επιβάλλουν σε μεγάλο βαθμό στην ιστοριογραφική παραγωγή τη λογική της συγκρότησης και της λειτουργίας τους, τις αξίες που τους διέπουν, τις πρακτικές ανάδειξης κύρους και τους συσχετισμούς δύναμης που επικρατούν στο εσωτερικό τους, τις σχέσεις τους με την πολιτική εξουσία και την κοινωνία. Η πανεπιστημιακή διδασκαλία της ιστορίας κατά την περίοδο που καλύπτει το βιβλίο συνδέθηκε με μια σειρά από παράγοντες και μεταβλητές, στοιχεία που καθόρισαν και το συγκεκριμένο πλαίσιο αναφοράς : το πανεπιστημιακό περιβάλλον, η ιστοριογραφική παράδοση, τα πρόσωπα που δίδαξαν και οι αποδέκτες της διδασκαλίας τους. Στόχος της παρούσας εργασίας είναι η συνεξέταση αυτών των παραγόντων μέσα στην ευρύτερη πολιτική και κοινωνική συγκυρία από την οποία σε μεγάλο βαθμό ορίστηκαν και την οποία εντέλει επανακαθόρισαν, με άλλα λόγια θέμα του βιβλίου είναι η συγκρότηση, στον χώρο του Πανεπιστημίου Αθηνών, μιας εθνικής-επιστημονικής ιστορίας με έντονο διδακτικό χαρακτήρα, η οποία επηρέασε καθοριστικά τη συνολική ιστοριογραφική παραγωγή, λόγω της σημαίνουσας θέσης του ιδρύματος, καθώς για έναν περίπου αιώνα αποτέλεσε τον μοναδικό οργανωμένο θεσμό της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης ο οποίος παρήγε ιστορική γνώση, κατάρτιζε τους φοιτητές και προετοίμαζε τους αποφοίτους του για τη διάχυση αυτής της γνώσης, μέσω κυρίως του σχολικού δικτύου, στο ελληνικό βασίλειο και στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 43.93 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 37-56 από: 554
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/37.gif&w=600&h=915

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β'

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΙΖΟΝΤΑΣ ΤΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ: ΟΙ ΟΔΗΓΟΙ ΣΠΟΥΔΩΝ ΚΑΙ Η ΙΣΤΟΡΙΑ

Το 1838 το Πανεπιστήμιο Αθηνών, ακολουθώντας ανάλογες πρακτικές των γερμανικών πανεπιστημίων, εξέδωσε τον πρώτο οδηγό σπουδών για τους φοιτητές. Σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, τον είχε συντάξει ο τότε πρύτανης Κ. Δ. Σχινάς.44 Ακολούθησε και ένας δεύτερος οδηγός το 1853, ενώ τέσσερα χρόνια αργότερα ο καθηγητής της Φιλοσοφικής Σχολής Αθανάσιος Ρουσόπουλος εξέδωσε με πρωτοβουλία του άλλον ένα. Οι οδηγοί αυτοί αναφέρονταν κυρίως στη δεοντολογία των πανεπιστημιακών σπουδών, παρέχοντας πληροφορίες και παραινέσεις. Παρασάγγας απείχαν από τους σημερινούς αντίστοιχους οδηγούς, αλλά και από εκείνους που άρχισαν να εκδίδονται με ιδιωτική πρωτοβουλία στο τέλος του 19ου αιώνα και απευθύνονταν σε ένα πολυπληθέστερο και πιο οργανωμένο πανεπιστήμιο ·45

Κεντρικό θέμα των δύο πανεπιστημιακών οδηγών αποτελούσε ο θεσμός των γενικών μαθημάτων. Αιτιολογώντας την επιλογή τους, ο Κ. Σχινάς στον πρόλογο του αναφερόταν στον σκοπό της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης. Η πανεπιστημιακή φοίτηση δεν αποτελούσε μόνο μέσο πορισμού της ζωής, όπως υποστήριζε μια «χυδαία» αντίληψη, αλλά συνδεόταν με την καλλιέργεια και την κατάρτιση ελεύθερων ανθρώπων.46 Στην πραγμάτωση του στόχου αυτού προορίζονταν να συμβάλουν τα μέγιστα τα γενικά μαθήματα, ανάμεσά τους και η ιστορία, με τις γνώσεις που προσέφεραν, οι οποίες ήταν απαραίτητες για οτιδήποτε επιχειρούσε ένας φοιτητής μετά το πέρας των σπουδών του.

44. Βλ. Θανάσης Χρήστου, «Ο Κ. Δ. Σχινάς και η πρώτη πρυτανεία στο Οθώνειο Πανεπιστήμιο (1837-1838)», Τα Ιστορικά 9, 17 (1992), σ. 371-384.

45. Βλ. Κ. Λάππας, Πανεπιστήμιο και φοιτητές..., ό.π., σ. 188-202, και Θανάσης Χρήστου, «Ο θεσμός του Οδηγού Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Αθηνών»: Πρακτικά του ΙΔ' Πανελληνίου Ιστορικού Συνεδρίου, Θεσσαλονίκη 1994, σ. 601-613.

46. Οδηγίαι προς τους φοιτητάς εκάστης σχολής. Περί της αλληλουχίας των διαφόρων επιστημών και περί της κατά την εξακολούθησιν των εν τω Πανεπιστημίω σπουδών διατηρητέας μεθόδου και τάξεως, Αθήνα 1838, σ. 4-5.

Σελ. 37
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/38.gif&w=600&h=915

Όπως επεσήμανε ο Μανούσης αναλαμβάνοντας την πρυτανεία, η σπουδή των γενικών μαθημάτων εξασφάλιζε τον σύνδεσμο ανάμεσα στη γυμνασιακή και στην ακαδημαϊκή μάθηση, ήταν αναγκαία στη γενικότερη παίδευση του μυαλού και στην κατανόηση των επιμέρους επιστημών.47

Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε από τον πρώτο οδηγό στην αρχαία ελληνική ιστορία, η οποία θεωρούνταν απαραίτητο εφόδιο κάθε πολίτη, προϋπόθεση για τη μελέτη του δικαίου και των πολιτικών επιστημών.48 Στον δεύτερο, ο πρύτανης, καθηγητής της Νομικής Περικλής Αργυρόπουλος, στο ίδιο πνεύμα με τον Σχινά υποστήριξε ότι σκοπός του πανεπιστημίου δεν ήταν η επαγγελματική εξασφάλιση αλλά κατ' αρχήν η επιστημονική πρόοδος και ευδοκίμηση, ενώ η σπουδή των γενικών μαθημάτων ενίσχυε την ηθική προσωπικότητα των φοιτητών, όξυνε το αισθητήριο του καλού, εξευγένιζε την ψυχή και την καρδιά και τις προσανατόλιζε προς τους αιώνιους νόμους της αρετής και της ηθικής.49 Δίπλα στον πρακτικό βίο, το πανεπιστήμιο προετοίμαζε τον φοιτητή για την εκπλήρωση των κοινωνικών του καθηκόντων.50

Στον οδηγό του ο Ρουσόπουλος επεσήμαινε ότι η επιστημονική κατάρτιση, που συμπεριελάμβανε τη γνώση της επιστήμης αλλά και την ηθική μόρφωση, απέβλεπε στη βελτίωση του βίου, στον εξευγενισμό των ανθρώπων.51 Η παρακολούθηση των γενικών μαθημάτων αποτελούσε απαραίτητη προϋπόθεση για την κατάκτηση της αρετής της επιστήμης. Η διδασκαλία της ιστορίας (την αποκαλούσε αδεκαστον του παρόντος κριτήν και προφήτην του μέλλοντος, λαμπάδα της επιστήμης) απέβλεπε στη σπουδή του φιλοσοφικού πνεύματος της επιστήμης, το οποίο επενεργούσε στις πράξεις και στις τύχες των λαών του κόσμου.52

47. Πρυτανικοί λόγοι 1844-1845, σ. 2. Οι πρυτανικοί απολογισμοί του 19ου αιώνα έχουν καταγραφεί από την Ευφημία Εξίσου, «Πρυτανικοί και πανηγυρικοί λόγοι του Πανεπιστημίου Αθηνών 1837-1900. Βιβλιογραφική Καταγραφή», Τετράδια Εργασίας ΚΝΕ-ΕΙΕ 10 (1988), σ. 471-507. Για λόγους συντομίας στις υποσημειώσεις καταγράφω απλώς το έτος στο οποίο αναφέρεται ο απολογισμός ενώ η πλήρης καταγραφή βρίσκεται στη βιβλιογραφία.

48. Οδηγίαι..., 1838, ό.π., σ. 6.

49. Οδηγίαι προς τους φοιτητάς εκάστης σχολής. Περί της αλληλουχίας των διαφόρων επιστημών και περί της τηρητέας μεθόδου και τάξεως κατά τας ακαδημαϊκάς σπουδάς, Αθήνα 1853, σ. 4-«.

50. Πρυτανικοί λόγοι, ό.π., σ. 2.

51. Αθανάσιος Σ. Ρουσόπουλος, Οδηγός των φοιτητών του Πανεπιστημίου Όθωνος, περιέχων παραίνεσιν εις επιστημονικήν παιδείαν, μέθοδον εις επίτευξιν αυτής και τους νόμους του Πανεπιστημίου, Αθήνα 1857, σ. 20.

52. Στο ίδιο, σ. 20-22.

Σελ. 38
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/39.gif&w=600&h=915

Στον δεύτερο οδηγό, εκτός από τις γενικές παραινέσεις του πρύτανη, οι κοσμήτορες έδιναν συγκεκριμένες οδηγίες στους φοιτητές τους. Ο κοσμήτορας της Νομικής Κωνσταντίνος Φρεαρίτης ανέφερε ότι η παρακολούθηση των γενικών μαθημάτων προσέφερε στους φοιτητές τη δυνατότητα διαμόρφωσης χαρακτήρος, ενώ η σπουδή της ιστορίας ήταν απαραίτητη στον νομικό, η επιστήμη του οποίου έχει μέγιστη συνάφεια με το παρελθόν. Καθώς η νομοθεσία συνιστούσε μέρος της ιστορίας της ανθρωπότητας, η γνώση της ιστορίας του βίου και του πολιτισμού των εθνών ήταν απαραίτητη για την κατανόηση των νόμων, ιδιαίτερα η γνώση της πατρίου και της ρωμαϊκής ιστορίας.53 Στον κατάλογο των μαθημάτων που θεωρούνταν ενδεδειγμένα για πλήρεις νομικές σπουδές, ο Φρεαρίτης, εκτός από την ιστορία, προσέθετε την πολιτική οικονομία και την πολιτειογραφία. Στο κείμενο του ο κοσμήτορας της Φιλοσοφικής Φίλιππος Ιωάννου επικεντρωνόταν στη γενική ιστορία, στην οποία εκτίθενται εν τη προσηκούση τάξει και αλληλουχία τα αξιολογώτερα ιστορικά γεγονότα ιδίως εκείνων των λαών, οίτινες παρίστανται ως κυριώτερα πρόσωπα εις το παγκόσμιον δράμα, της ανθρωπότητος.54 Η ιστορία του ελληνικού έθνους, το οποίο πρωταγωνίστησε στην αρχαιότητα και συντέλεσε τα μέγιστα στην ανάπτυξη του ανθρώπινου πνεύματος και στον πολιτισμό, κρινόταν ως η πλέον διδακτική για κάθε άνθρωπο, ιδιαίτερα δε για τους Έλληνες, οι οποίοι όπου και αν έστρεφαν τα μάτια τους έβλεπαν ίχνη της ζωής και μνημεία της μεγαλουργίας του.55

Ο όρος ιστορία ήταν ένας από τους πλέον χρησιμοποιούμενους στο πρόγραμμα όλων των σχολών. Στη Φιλοσοφική η ιστορία των γνωστικών αντικειμένων, η παρουσίαση της εξέλιξής τους, στάθηκε ο κατεξοχήν τρόπος διδασκαλίας της φιλολογίας, της αρχαιολογίας και της φιλοσοφίας. Μαθήματα όπως η ιστορία της φιλοσοφίας, η ιστορία των καλλιτεχνημάτων, η ιστορία της φιλολογίας κυριάρχησαν στο Φιλολογικό Τμήμα. Στην Ιατρική η ιστορία της ιατρικής, στη Θεολογική η εκκλησιαστική ιστορία, στη Νομική η ιστορία του ρωμαϊκού δικαίου αποτελούσαν καθοριστικά μαθήματα για τη συγκρότηση της ταυτότητας κάθε σχολής και προσφέρονταν καθ' όλη την περίοδο που εξετάζω από διαφορετικούς διδάσκοντες.

Στον πρώτο οδηγό σπουδών, τα προτεινόμενα στους φοιτητές μαθήματα περιελάμβαναν, εκτός από την ιστορία, και μαθήματα σχετικά με την ιστορική εξέλιξη συγκεκριμένων γνωστικών αντικειμένων : στη Θεολογική Σχολή τη

53. Οδηγίαι..., 1853, ό.π., σ. 10-11.

54. Στο ίδιο, σ. 24-25.

55. Στο ίδιο.

Σελ. 39
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/40.gif&w=600&h=915

διδασκαλία της εκκλησιαστικής ιστορίας, της κριτικής ιστορίας των Αγίων Πατέρων, της αρχαιολογίας των Εβραίων και των όμορων αρχαίων εθνών, ενώ στην Ιατρική την ιστορία της ιατρικής.56 Και στον δεύτερο οδηγό, ιδιαίτερα δε στις πολύ συντομότερες οδηγίες προς τους φοιτητές της Θεολογικής και της Ιατρικής Σχολής, παρέμεναν τα ίδια μαθήματα.57

Για τους φοιτητές της Φιλοσοφικής προβλέπονταν στον πρώτο οδηγό δύο κύκλοι σπουδών, ένας σύντομος (έξι εξάμηνα) και ένας εκτεταμένος (οκτώ εξάμηνα), κύκλοι, βέβαια, που δεν είχαν καμία σχέση με τις πραγματικότητες του Οθώνειου. Στον δεύτερο κύκλο περιλαμβάνονταν διαδοχικά τα εξής ιστορικά μαθήματα: γενική αρχαία ιστορία, ιστορία της αρχαίας Ελλάδος, ιστορία των Ρωμαίων, ιστορία των Βυζαντινών, ιστορία του Μεσαίωνα, ιστορία των τριών τελευταίων αιώνων, ιστορία της Αγγλίας και της Γαλλίας και τέλος εγκυκλοπαίδεια των ιστορικών επιστημών (χρονολογία, διπλωματική, κριτική κ.ά.). Τα δύο τελευταία μαθήματα αποκλείονταν από τον συντομότερο κύκλο σπουδών.58 Αντίστοιχης λογικής ήταν και το πολύ πιο εμπλουτισμένο διάγραμμα σπουδών που πρότεινε ο Αθ. Ρουσόπουλος: οκτώ επιστήμες, τέσσερις γενικές (φιλοσοφία, ιστορία, μαθηματικά και φυσικά, φιλολογία) στη Φιλοσοφική και τέσσερις μερικές (θεολογία, νομική, πολιτική, ιατρική) που αφορούσαν τις άλλες σχολές.59 Τα μαθήματα διακρίνονταν σε κύρια και βοηθητικά, κατά τη διάρκεια ενός τριετούς κύκλου σπουδών.60

Η διδασκαλία λοιπόν της ιστορίας εντασσόταν, σύμφωνα με τους οδηγούς σπουδών, στο πλέγμα μιας σειράς γνώσεων που δεν απέβλεπαν μόνο στην επαγγελματική αποκατάσταση, αλλά κυρίως στην ηθική βελτίωση και στην πνευματική εξύψωση, στη συγκρότηση ηθικών, ελεύθερων61 και μορφωμένων πολιτών, στόχευση η οποία ενέπνευσε όλες τις εκπαιδευτικές βαθμίδες.62 Στον

56. Οδηγίαι..., 1838, ό.π., σ. 10-11, 18.

57. Οδηγίαι..., 1853, ό.π., σ. 7-8, 17.

58. Οδηγίαι..., 1838, ό.π., σ. 19-23.

59. Α. Σ. Ρουσόπουλος, ό.π., σ. 35.

60. Στο ίδιο, σ. 39-42.

61. Στο βιβλίο με θέμα τις πανεπιστημιακές σπουδές που εξέδωσε ο καθηγητής Φιλοσοφίας Νικόλαος Κοτζιάς αναγόρευε την ελευθερία ως κυρίαρχο συστατικό τους, κατηγορώντας τη μονομερή γνώση και επιμένοντας στην ενότητα των επιστημών με κυρίαρχη τη φιλοσοφία (Περί πανεπιστημιακής σπουδής δοκίμιον, Αθήνα 1858, σ. 1-16).

62. Στην πίστη για τη θετική επίδραση της εκπαίδευσης, όπως ερχόταν από τα χρόνια του Διαφωτισμού, η ιστορία αποτελούσε τον κατεξοχήν διδάσκαλο των ανθρώπων, ηθικό οδηγό για το παρόν και το μέλλον. Βλ. τις παρατηρήσεις της Χριστίνας Κουλούρη για τη σχολική εκπαίδευση τα πρώτα χρόνια του ανεξάρτητου βασι-

Σελ. 40
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/41.gif&w=600&h=915

πανεπιστημιακό θεσμό η συγκεκριμένη στόχευση λειτούργησε καθοριστικά για τη φυσιογνωμία του,63 αναδεικνύοντας σε ευρωπαϊκό επίπεδο την ελληνορωμαϊκή αρχαιότητα ως συστατικό στοιχείο του προγράμματος μαθημάτων. Στην περίπτωση των αγγλικών πανεπιστημίων η ευρεία κλασική παιδεία αποσκοπούσε στη διαμόρφωση «ενάρετων ανθρώπων», οι οποίοι θα καταλάμβαναν τις καίριες θέσεις εξουσίας του βασιλείου και θα το οδηγούσαν σε ακόμα υψηλότερο σημείο. Ήταν διάχυτη η αποστροφή για την εξειδίκευση, καθώς εθεωρείτο ότι μια προσωπικότητα διαμορφωμένη από την κλασική παιδεία ήταν ικανή να αντεπεξέλθει σε κάθε επιμέρους πρόβλημα με την ισχύ του πνεύματος της.64 Το έργο του Πανεπιστημίου του Βερολίνου όπως το εμπνεύστηκε ο Βίλχελμ φον Χούμπολτ στο πλαίσιο του νεοουμανισμού ήταν η κατάκτηση της κουλτούρας της γνώσης (Bildung), μιας γνώσης «αυτοαναφορικής» και «μη εργαλειακής», και η εκμάθηση των απαραίτητων ερευνητικών τεχνικών προσπέλασής της. Η κατάκτηση της αποτελούσε στοιχείο προσωπικής καταξίωσης αλλά και αναγκαίο πολιτισμικό κεφάλαιο για την κατάληψη θέσης σε μια αυστηρά ιεραρχημένη κρατική διοίκηση. Στο πλαίσιο αυτής της γνώσης θεωρήθηκε απαραίτητη η σύνδεση με το παρελθόν μέσω κυρίως εκείνης της εικόνας της αρχαίας Ελλάδας που παρέπεμπε στα σύγχρονα προβλήματα, καθώς και η εξιδανικευμένη σε μεγάλο βαθμό άποψη της εθνικής ιστορίας, έντονα διαποτισμένη από την πίστη στον αυτοκράτορα.65

Σκοπός του ανώτατου εκπαιδευτικού ιδρύματος ήταν η επιμόρφωση του φοιτητή, η συγκρότηση του αποφοίτου του μέσω της παιδείας, όπως προέκυπτε όχι από την απόκτηση επιμέρους γνώσεων και δεξιοτήτων, αλλά από τη διαπλοκή και την αρμονική σύνθεση των γνώσεων υπό την αιγίδα της φιλοσοφίας.66

βασιλείου, Ιστορία και γεωγραφία στα ελληνικά σχολεία (1834-1914). Γνωστικό αντικείμενο και ιδεολογικές προεκτάσεις. Ανθολόγιο κειμένων. Βιβλιογραφία σχολικών εγχειριδίων, Αθήνα, Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας - Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς 18, 1988, σ. 68-69.

63. Άλκης Ρήγος, Πανεπιστήμιο: Ιδεολογικός ρόλος και λόγος. Από το Μεσαίωνα στη Νεωτερικότητα, Αθήνα, Παπαζήσης, 2000, σ. 135-138.

64. Reba Ν. Soffer, Discipline and Power. The University, History and the Making of an English Elite, 1870-1930, Στάνφορντ 1994, σ. 10-12.

65. Βλ. Γιώργος Κόκκινος, «Κουλτούρα και Ιστορία. Η νοηματοδότηση της έννοιας "κουλτούρα" από τη γερμανική διανόηση του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα (1807-1918)», Μνήμων 18 (1996), σ. 168-171.

66. Alain Renaut, Οι επαναστάσεις του Πανεπιστημίου. Δοκίμιο για τη νεωτερικότητα της Παιδείας, μτφ.-πρόλογος: Γιώργος Σταμέλος, Κώστας Καρανάτσης, Αθήνα, Gutenberg, 2003, σ. 189-191.

Σελ. 41
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/42.gif&w=600&h=915

Στα γερμανικά πανεπιστήμια των αρχών του 19ου αιώνα η Σχολή των Τεχνών (ας σημειωθεί ότι αποτελεί έναν από τους τέσσερις κλάδους των μεσαιωνικών πανεπιστημίων μαζί με την Ιατρική, τη Θεολογία και τη Νομική) μετονομάστηκε σε Φιλοσοφική,67 ονομασία που κυριάρχησε και στην ελληνική μεταφορά της. Η Σχολή των Γενικών Επιστημών, δηλαδή φιλοσοφίας, φιλολογίας, μαθηματικών, φυσικής, χημείας, αστρονομίας, γεωγραφίας και ιστορίας του πρώτου καταργημένου κανονισμού, μετατράπηκε σε Φιλοσοφίας και της άλλης εγκυκλίου παιδείας, προφανώς για λόγους ευκολίας, στον προσωρινό κανονισμό, επιβεβαιώνοντας όμως τον πρωταρχικό ρόλο της φιλοσοφίας. Η Φιλοσοφική, αντίστοιχα με τα γερμανόφωνα πανεπιστήμια, έγινε το θεσμικό κέντρο και η κινητήριος δύναμη, καθώς οι ιδέες της «καθαρής επιστημονικότητας» και της «ενότητας της γνώσης», έννοιες συστατικές για το νέο ίδρυμα, βρήκαν την έκφρασή τους στα γνωστικά αντικείμενα που εντάχθηκαν στο πρόγραμμα της Σχολής, ιδιαίτερα δε στη φιλοσοφία.68 Η ιστορία αποτελούσε αφενός παραδειγματική γνώση, magistra vitae ανθρώπων και εθνών- αφετέρου η διδασκαλία των γεγονότων προβλεπόταν ως πρακτική μάθηση, επωφελής για τη συγκρότηση του σύγχρονου ανθρώπου, αλλά και ταυτόχρονα ως η πλέον αποτελεσματική μέθοδος για την προσέγγιση άλλων γνωστικών κλάδων.

Η παρουσία όλων αυτών των μαθημάτων ιστορίας των διαφορετικών κλάδων δεν αποτελεί ίδιον του ελληνικού πανεπιστημίου. Αφορά γενικότερα τους τρόπους μελέτης και διδασκαλίας του συνόλου των γνωστικών αντικειμένων κατά τον 19ο αιώνα. Η διάχυση της ιστορικότητας σε όλο το φάσμα των διαφορετικών γνωστικών αντικειμένων συνδέεται με την εμφάνιση του ιστορικισμού και τη βεβαιότητα ότι η ουσία των όντων αλλά και των φαινομένων βρίσκεται στην εξέλιξή τους, έχει δηλαδή εγγενή και εμμενή χαρακτήρα.69 Η αντίληψη αυτή εμφανίστηκε με ιδιαίτερη ένταση στον πρώτο πανεπιστημιακό κανονισμό, όπου διατυπωνόταν η θέση ότι η ορθή αντίληψη κάθε επιστήμης εξαρτάται από τη φιλοσοφική της θεώρηση και τη γνώση της ιστορικής εξέλιξής της. Η ανάδυση της εθνικής ιδεολογίας και η οργάνωση της αφήγησης γύρω από την έννοια του έθνους επηρέασαν συνολικά την ιστορική θεώρηση των επιμέρους αντικειμένων.

67. Στο ίδιο, ο. 209-215.

68. Στο ίδιο, σ. 212, σημ. 37.

69. Βλ. Γιώργος Κόκκινος, Από την Ιστορία στις Ιστορίες. Προσεγγίσεις στην ιστορία της ιστοριογραφίας, την επιστημολογία και τη διδακτική της ιστορίας, Αθήνα, Ελληνικά Γράμματα, 1998, σ. 142-143.

Σελ. 42
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/43.gif&w=600&h=915

Στην περίπτωση της Φιλοσοφικής σκοπός των μαθημάτων, τόσο στον σύντομο όσο και στον εκτεταμένο κύκλο μαθημάτων του πρώτου οδηγού σπουδών, ήταν η γνώση της ιστορίας της ανθρωπότητας από την αρχαιότητα έως τα σύγχρονα σχεδόν χρόνια. Η παρουσίαση αυτής της γνώσης ακολουθούσε ευθύγραμμη πορεία, στη λογική της εξέλιξης της ανθρώπινης ζωής. Αναφέρομαι βέβαια στους οδηγούς σπουδών, σε έναν λόγο προγραμματικό, εξιδανικευμένο. Ο λόγος αυτός, ο οποίος πρότεινε ουσιαστικά μια διάρθρωση των πανεπιστημιακών σπουδών ξένη και εξαιρετικά φιλόδοξη συγκριτικά με το υπάρχον πρόγραμμα, αναπτύχθηκε παράλληλα ή και αντιθετικά με την ίδια τη διδασκαλία των μαθημάτων, πέρα από την ελληνική πραγματικότητα. Συνιστά όμως πολύτιμο δείκτη των προθέσεων των συντακτών του -όλοι τους σημαντικά μέλη του διδακτικού προσωπικού-, οι οποίοι μετέφεραν την εμπειρία τους από το εξωτερικό και τα ανάλογα αναγνώσματα, αναπαράγοντας κοινούς τόπους για την πανεπιστημιακή εκπαίδευση, όπως αυτοί τους είχαν προσλάβει και όπως τους φαντάζονταν εφαρμοσμένους στο Οθώνειο. Είναι χαρακτηριστικό ότι στην αναλυτική διάρθρωση των σπουδών της ιστορίας στον πρώτο οδηγό, ο οποίος έχει γραφεί από τον αρμόδιο καθηγητή, απουσίαζε το μάθημα της πολιτειογραφίας, το οποίο όμως ήδη διδασκόταν. Ο δεύτερος οδηγός σπουδών λειτουργούσε και πάλι σε ένα προγραμματικό, «οραματικό» επίπεδο, αγνοώντας τα δεκαεπτά χρόνια λειτουργίας του Οθώνειου. Ο φιλόδοξος σχεδιασμός των οδηγών σπουδών, ιδιαίτερα για τα μαθήματα που προτείνονταν προς διδασκαλία και δεν διδάσκονταν λόγω έλλειψης προσωπικού και μέσων, συνιστούσε κατά μείζονα λόγο δήλωση προθέσεων με στόχο την ευθυγράμμιση του ελληνικού πανεπιστημίου με τα ευρωπαϊκά παράλληλα. Αντικατόπτριζε μάλλον την απόκλιση επιθυμίας και πραγματικότητας παρά την ίδια την πραγματικότητα.

Στην περίπτωση της ιστορίας η διδασκαλία των πρόσφατων ιστορικών περιόδων αποτελούσε επίτευγμα του 18ου αιώνα, στενά συνδεδεμένο με τις γεωπολιτικές επιδιώξεις των αυτοκρατοριών. Το 1725 στα Πανεπιστήμια του Κέμπριτζ και της Οξφόρδης δημιουργήθηκαν έδρες Νεότερης ιστορίας -με τον όρο αυτό αναφέρονταν σε όλη την υπόλοιπη ιστορία πλην της αρχαίας-70 που απέβλεπαν στην εκπαίδευση νέων δημόσιων υπαλλήλων, κυρίως διπλωματών, και στη στελέχωση του κρατικού μηχανισμού με αποφοίτους που γνώριζαν τη σύγ-

70. Η μοντέρνα ιστορία από το 1872 και μετά στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης ξεκινούσε με την κατάλυση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και έφτανε μέχρι τον 18ο αιώνα, R.N. Soffer, ό.π., σ. 54.

Σελ. 43
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/44.gif&w=600&h=915

σύγχρονη ιστορία.71 Το 1790 στο Πανεπιστήμιο του Γκέττινγκεν το μάθημα υπό τον τίτλο Staatistik, το οποίο αφορούσε τους Θεσμούς των σύγχρονων ευρωπαϊκών κρατών, μεταφέρθηκε από τον Τομέα της Νομικής σε εκείνον της Ιστορίας.72 Στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου ο Χούμπολτ ενθάρρυνε ιδιαίτερα τη δημιουργία νέων επιστημονικών κλάδων, αποβλέποντας στη συγκρότηση ενός σώματος υπαλλήλων που θα στελέχωνε την κρατική μηχανή και το οποίο θα γνώριζε τη μεσαιωνική μα και τη σύγχρονη ιστορία των γερμανικών κρατιδίων.73

Η εξέλιξη αυτή, η οποία υπερέβαινε το πανεπιστημιακό πλαίσιο, συνδεόταν με γενικότερες πολιτικές και οικονομικές εξελίξεις. Ερχόταν να καλύψει τις ανάγκες της κρατικής γραφειοκρατίας, αλλά και των νέων κοινωνικών και επαγγελματικών στρωμάτων που επιθυμούσαν να γνωρίσουν τον κόσμο στη διαχρονία και στη συγχρονία, αντιμετωπίζοντας την ιστορία ως επωφελή γνώση. Η Γαλλική Επανάσταση δημιούργησε τεράστιο ενδιαφέρον, το οποίο αποτυπώθηκε άλλωστε στις μαρτυρίες και στα χρονικά που γράφηκαν για τις συνθήκες που τη γέννησαν, τα γεγονότα και γενικότερα την πρόσφατη ιστορία. Όπως επεσήμανε ο Τριαντάφυλλος Σκλαβενίτης σχετικά με την ελληνική ιστοριογραφία, το διάστημα 1750-1832 η ελληνική κοινωνία συναντιόταν με τον ιστορισμό, προσπαθώντας να κατακτήσει μια ιστορία κοσμική και παγκόσμια, σε μια εποχή που χαρακτηριζόταν από τη δημογραφική και την οικονομική ανάπτυξη, την άνθηση του εμπορίου, την ανάπτυξη των παροικιών, τα ταξίδια, τις περιέργειες, τη στροφή προς την αρχαιότητα και την επικοινωνία με τον ευρωπαϊκό πολιτισμό,74 Αυτό το ενδιαφέρον σχετικά με την πρόσφατη ιστορία αποτυπώθηκε στις σελίδες του ημερήσιου και περιοδικού Τύπου, στις εκδόσεις που απευθύνονταν σε ένα ευρύτερο κοινό.75

71. Βλ. Peter Searby, A History of the University of Cambridge, τ. 3: 1750-1870, Κέμπριτζ 1997, σ. 233.

72. Βλ. I. Πεντάζου, ό.π., σ. 88.

73. Βλ. Christian Simon, Staat und Gesellschaft in Deutschland und Frankreich 1871-1914: Situation und Werk von Geschichtsprofessoren an den Universitäten Berlin, München, Paris, Βέρνη 1988, και Charles E. McClelland, State, Society and University in Germany, 1700-1914, Κέμπριτζ 1980, σ. 101-132.

74. Βλ. Τριαντάφυλλος Ε. Σκλαβενίτης, «Το εθνικό πάνθεον των βιογραφιών και των προσωπογραφιών (1828-1876)»: Πασχάλης Μ. Κιτρομηλίδης, Τριαντάφυλλος Ε. Σκλαβενίτης (επιμ.), Δ' Διεθνές Συνέδριο Ιστορίας. Ιστοριογραφία της νεότερης και σύγχρονης Ελλάδας 1833-2002, Αθήνα, Κέντρο Νεοελληνικών Ερευνών Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών, 2004, τ. 1, σ. 171.

75. Βλ. Triantafyllos E. Sklavénitis, «La Revolution Française dans les textes de l'historiographie néohellénique (1789-1832)», Actes du IΙΙe Colloque d'Histoire, La Révolution Française et l'Hellénisme Moderne, Αθήνα 1989, σ. 433-434.

Σελ. 44
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/45.gif&w=600&h=915

Η στροφή προς τα μεσαιωνικά και νεότερα χρόνια δεν ακύρωνε αλλά σε μεγάλο βαθμό συμπλεκόταν με τη σημαντικότερη έως τότε πλευρά της ενασχόλησης με την ιστορία, εκείνη της αρχαιότητας, από την οποία άλλωστε είχαν προκύψει οι πρώτες πανεπιστημιακές έδρες Ιστορίας τον 15ο και τον 16ο αιώνα σε ευρωπαϊκά, ιδίως προτεσταντικά, κράτη. Οι έδρες αυτές προήλθαν κατά μείζονα λόγο από τη διεύρυνση της μελέτης της γλώσσας στα κείμενα της ελληνορωμαϊκής περιόδου και τη διατύπωση γενικότερων ερωτημάτων για το παρελθόν των κοινωνιών και για τα πρόσωπα τα οποία παρήγαγαν τα κείμενα, από την ανάγκη δημιουργίας διακριτών κλάδων για τη μελέτη του αρχαίου παρελθόντος.76 Η συγκεκριμένη παράδοση, η οποία προίκισε την ιστορία με μεθόδους και εργαλεία της φιλολογίας στην επεξεργασία των ιστορικών πληροφοριών, παρέμεινε ισχυρή κατά τον 19ο αιώνα, συνδέοντας όπως θα δούμε την αρχαία ιστορία με σύγχρονες αναγνώσεις και ερωτήματα, ορίζοντας κάθε φορά το πεδίο της μελέτης της ανάμεσα στην ελληνική και ρωμαϊκή αρχαιότητα και αντιμετωπίζοντας το κλασικό παρελθόν με σύγχρονους πολιτικούς όρους, οι οποίοι προέκυπταν από την εξέλιξη της εθνικής ιδεολογίας.77 Έμενε να αποδειχθεί πώς και με ποιους όρους αυτοί οι σχεδιασμοί θα πραγματοποιούνταν στο πρώτο ελληνικό πανεπιστήμιο, ένα ίδρυμα του οποίου οι δημιουργοί και οι καθηγητές γνώριζαν τις συγκεκριμένες πραγματικότητες και επηρεάζονταν από αυτές.78

76. Laurence Brockliss, "Curricula": Walter Ruegg (επιμ.), A History of the University in Europe, II: Universities in Early Modern Europe (1500-1800), Κέμπριτζ 1992, σ. 575-578.

77. Για τη σύνδεση της πολιτικής με την ανάγνωση και ερμηνεία του αρχαιοελληνικού παρελθόντος βλ. Peter Funke, «Η αρχαία Ελλάδα: Ένα αποτυχημένο έθνος; Ζητήματα πρόσληψης και ερμηνείας της αρχαίας ελληνικής ιστορίας στη γερμανική ιστοριογραφία του 19ου αιώνα»: Ευάγγελος Χρυσός (επιμ.), Ένας νέος κόσμος γεννιέται. Η εικόνα του ελληνικού πολιτισμού στη γερμανική επιστήμη κατά τον 19ο αιώνα, Αθήνα, Ακρίτας, 1996, σ. 83-105, και Μαργαρίτα Μηλιώρη, «Αρχαίος ελληνισμός και φιλελληνισμός στη βρετανική ιστοριογραφία του 19ου αιώνα. Οι πολιτικές και ηθικές διαστάσεις του "εθνικού" και οι ευρύτερες πολιτισμικές σημασιοδοτήσεις της ελληνικής ιστορίας», Μνήμων 22 (2000), σ. 69-104.

78. Παναγιώτης Κιμουρτζής, «Τα ευρωπαϊκά Πανεπιστήμια ως πρότυπα: η ελληνική περίπτωση (1837)», Νεύσις 12 (καλοκαίρι 2003), σ. 129-149.

Σελ. 45
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/46.gif&w=600&h=915 01 - 0002.htm

ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Σελ. 46
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/47.gif&w=600&h=915

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ'

ΤΟ ΣΥΜΠΑΝ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΟΓΝΩΣΤΙΚΩΝ ΜΑΘΗΜΑΤΩΝ ΚΑΙ Η ΑΡΧΑΙΑ ΠΡΟΓΟΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

Η ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΗ ΣΤΑΔΙΟΔΡΟΜΙΑ ΤΟΥ Κ. Δ. ΣΧΙΝΑ

Ο πρώτος καθηγητής Ιστορίας Κ. Δ. Σχινάς (1801-1857)79 ήταν γόνος γνωστής φαναριώτικης οικογένειας. Είχε αποφοιτήσει από τη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου του Βερολίνου (1823-1825) και είχε σπουδάσει ιστορία και κλασική φιλολογία στα Πανεπιστήμια της Βόννης και του Παρισιού την περίοδο 18251828 δίπλα σε μερικούς από τους πιο σημαντικούς λογίους του καιρού του: φιλολογία με τον Αουγκούστ Μπεκ,νομική με τον Φρήντριχ Καρλ φον Σαβινιύ80 και τον Κλ. Α. Κλέντσε, πολιτική επιστήμη με τον Γ. Γκ. Χόφφμαν, γεωγραφία με τον Καρλ Ρίττερ και ιστορία με τον Μπάρτολντ Γκέοργκ Νήμπουρ.81 Υπό τις οδηγίες του τελευταίου είχε κατά πάσα πιθανότητα εργαστεί στην έκδοση έργων βυζαντινών ιστορικών στη σειρά Corpus Scriptorum Historiae Byzantinae 82 Μετά την έλευσή του στην Ελλάδα (1828), ο Σχινάς κατέλαβε, λόγω και των στενών δεσμών του με την Αντιβασιλεία και της συγγένειάς του με τον Σαβινιύ, επιτελικές θέσεις στη δημόσια διοίκηση, με σημαντικότερες εκείνες του γραμματέα επί των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως και επί της Δικαιοσύνης (1833-1834). Από την τελευταία θέση ενεπλάκη ενεργά το 1834 στη δίκη των Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και Δημήτρη Πλαπούτα. Ο Σχινάς επεδίωξε την καταδίκη τους, προκαλώντας τις σφοδρές επικρίσεις μεγάλης μερίδας του Τύπου, οι οποίες οδήγησαν στην απομάκρυνσή του από τον υπουργικό θώκο 83 Μετά την περιθωριοποίησή του από την πολιτική σκηνή, ο διορισμός

79. Για τον Κ. Σχινά βλ. Θανάσης Χρήστου, Κωνσταντίνος Δημητρίου Σχινάς, ό.π., όπου και εργογραφία.

80. Ο Σχινάς παντρεύτηκε την κόρη του Σαβινιύ, Μπεττίνα, και παρά τον πρόωρο θάνατό της διατήρησε σε όλη του τη ζωή στενότατες σχέσεις με τον δάσκαλο και πεθερό του.

81. Θ. Χρήστου, ό.π., σ. 34-42.

82. Στο ίδιο, σ. 40-41.

83. Βλ. John Α. Petropulos, Πολιτική και συγκρότηση κράτους στο ελληνικό βασίλειο (1833-1843), τ. 1, Αθήνα, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, 1985, σ. 237-247.

Σελ. 47
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/48.gif&w=600&h=915

σμός του στο Πανεπιστήμιο και η ανάδειξή του σε πρύτανη αποτέλεσαν τα πιο γερά χαρτιά του σε μια παρτίδα που κινδύνευε να χαθεί.

Ο Σχινάς άρχισε τη διδασκαλία του το χειμερινό εξάμηνο του 1837-1838. Το πρώτο μάθημα του επιγραφόταν Βίος Ελλάδος, ήτοι ελληνική αρχαιολογία. Από τα πέντε μαθήματα που δίδαξε σε είκοσι δύο εξάμηνα, μόλις ένα αναφερόταν στην παγκόσμια ιστορία, ενώ τα υπόλοιπα ήταν αφιερωμένα στην αρχαία ελληνική. Πρόκειται για την Ιστορία του αρχαίου κόσμου, ή Ιστορία των αρχαίων εθνών, το οποίο δίδαξε για τρία εξάμηνα. Από τα υπόλοιπα τέσσερα μαθήματα δίδαξε τον Βίον Ελλάδος, ήτοι ελληνική αρχαιολογία, ήτοι τον κατ' οίκον και εν πολιτεία βίον των αρχαίων Ελλήνων για δεκατρία εξάμηνα, την Ιστορίαν των ελληνικών αποικιών για τρία εξάμηνα, την Πολιτείαν Αθηναίων συμπεριλαμβανόμενης και πραγματείας περί του αττικού δικαίου για τρία εξάμηνα και την Πραγματείαν περί ιστοριογράφων Ελλήνων για ένα εξάμηνο. Δίδαξε ένα ή δύο μαθήματα, τρεις έως τέσσερις ώρες εβδομαδιαίως.

Ο διορισμός του στη μοναδική έδρα Ιστορίας της Φιλοσοφικής, σε μια σχολή με ούτως ή άλλως ελάχιστους διδάσκοντες και πολύ μικρό αριθμό φοιτητών, αποσκοπούσε στη διδασκαλία του συνόλου της ύλης του μαθήματος. Ο περιορισμός της διδασκαλίας του στην αρχαία ιστορία, ιδιαίτερα στην ελληνική, προκάλεσε την αντίδραση της Συγκλήτου, η οποία ζήτησε τη διεύρυνση των χρονικών ορίων του μαθήματος προς τη μεσαιωνική και νεότερη περίοδο. Ο καθηγητής αρνήθηκε και αντιπρότεινε ως τον πλέον κατάλληλο για τη διδασκαλία αυτής της περιόδου τον Θ. Μανούση. Ο τελευταίος απέρριψε την πρόταση, εμμένοντας στη διδασκαλία της Πολιτειογραφίας, όπως είχε ονομάσει πλέον το μάθημά του.84 Ο Σχινάς, στον οποίο ξαναέγινε η πρόταση, αρνήθηκε εκ νέου, υποσχόμενος ότι στο μέλλον θα διδάξει τη Γενικήν της Ελλάδος ιστορίαν και μετά του βυζαντινού μεσαίωνος.85

Η απροθυμία του Σχινά αλλά και η αποδοχή από τη Σχολή της άρνησής του να επεκτείνει τη διδασκαλία του στα μεσαιωνικά και νεότερα χρόνια δικαιολογούνται πολλαπλά. Ο πρώτος καθηγητής Ιστορίας είχε σπουδάσει κυρίως αρχαία ιστορία, ενώ πριν από τον διορισμό του στο Οθώνειο ουδεμία διδακτική εμπειρία ή συναφές συγγραφικό έργο είχε. Για να διδάξει, όπως προκύπτει από την αλληλογραφία του με τον Σαβινιύ, προετοίμαζε το μάθημά του από τον Ιούνιο του 1836.86 Η αποδοχή της επιθυμίας του από τη Σύγκλητο

84. Πρακτικά Ακαδημαϊκού Συμβουλίου (ΠΑΣ), συνεδρίαση 6ης Ιουνίου 1838.

85. Στο ίδιο, συνεδρίαση 11ης Ιουνίου 1838.

86. Θ. Χρήστου, ό.π., σ. 140.

Σελ. 48
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/49.gif&w=600&h=915

το συνδεόταν με τη συνολικότερη κατεύθυνση του Πανεπιστημίου προς την ελληνορωμαϊκή αρχαιότητα,87 το υψηλό προσωπικό κύρος του πρώτου πρύτανη και γενικότερα τον προσωποκεντρικό χαρακτήρα των εδρών.

Η ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΗΣ ΠΑΤΡΩΑΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

Προσωπικότητα με πολλαπλά ενδιαφέροντα, συστηματικό έργο και οργανωτικό χαρακτήρα, ο Κ. Δ. Σχινάς συνέδεσε τις διαφορετικές φάσεις της δημόσιας παρουσίας του με συγκεκριμένα συγγραφικά επιτεύγματα : μεταφράσεις και νομικά έργα κατά τη θητεία του ως υπουργικού συμβούλου και υπουργού, ιστορικά έργα στο Πανεπιστήμιο, πολιτικά κείμενα και υπομνήματα κατά τη διπλωματική σταδιοδρομία του. Το 1845 εξέδωσε το μοναδικό εκτεταμένο ιστορικό του σύγγραμμα, στο οποίο πραγματευόταν την ιστορία των εθνών που έζησαν στην Ασία και στη Λιβύη (Αφρική), των πλέον σημαντικών σε επίπεδο ισχύος και πολιτισμού (Ασσύριοι, Μήδοι, Αιγύπτιοι, Πέρσες) και των ελασσόνων (Λυδοί, Κάρες, Μυσοί, Λύκιοι, Πάμφυλοι, Πισίδες, Κίλικες και Φρύγες).88 Προγραμμάτιζε ακόμη δύο τόμους: ο πρώτος θα ήταν αφιερωμένος στους Έλληνες έως τους Μακεδόνες και τα εξελληνισθέντα φύλα, ενώ ο δεύτερος στους Ρωμαίους. Δεν εκδόθηκε κανένας από τους δυο. Στα κατάλοιπα του Σχινά διασώθηκε σε χειρόγραφη μορφή σημαντικό τμήμα του δεύτερου τόμου, χρονολογημένο το 1848, στο οποίο ο συγγραφέας διέτρεχε την ιστορία των ελληνικών πόλεων, κυρίως της Αθήνας και της Σπάρτης, έως τα χρόνια της Αχαϊκής Συμπολιτείας.89 Από τη διδασκαλία του διαθέτουμε και το μοναδικό για τον 19ο αιώνα σώμα χειρόγραφων σημειώσεων μαθήματος ιστορίας οι οποίες έχουν καταγραφεί από φοιτητές. Πρόκειται για τις σημειώσεις από το μάθημα της ιστορίας των ελληνικών αποικιών, που δίδαξε τη δεκαετία του 1840.90 Η σύνδεση των προηγουμένων με τη διδασκαλία του είναι

87. Βλ. εδώ, σ. 60-64.

88. Κ. Δ. Σχινάς, Ιστορία των αρχαίων εθνών συνταχθείσα εν τρισί βιβλίοις. Βιβλίον πρώτον περιέχον τα Ασιανά και Λιβυκά, Αθήνα 1845.

89. Ιστορία των αρχαίων εθνών. Βιβλίον δεύτερον: Τα Ελληνικά, ήγουν Ιστορία των Ελλήνων και των κατά τους Μακεδονικούς χρόνους εξελληνισθέντων εθνών, Αθήνα 1848. Για το αρχείο Σχινά στο Κέντρο Νεοελληνικών Ερευνών βλ. Δήμητρα Ανδριτσάκη (επιμ.), Κατάλοιπα Κ. Σχινά - Π. Αργυροπούλου. Κατάλογος, Αθήνα, Κέντρο Νεοελληνικών Ερευνών 16, 1974.

90. Απόκεινται σήμερα στο Τμήμα Χειρογράφων και Ομοιοτύπων της Εθνικής Βιβλιοθήκης. Αποτελούνται από 504 φύλλα και φέρουν την υπογραφή του φοιτητή Π. Κουπιτώρη.

Σελ. 49
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/50.gif&w=600&h=915

προφανής. Το Πανεπιστήμιο άλλωστε τον ενίσχυσε οικονομικά, αντιμετωπίζοντας την Ιστορία των αρχαίων εθνών ως διδακτικό εγχειρίδιο.91

Ο σχεδιασμός του τρίτομου έργου συμφωνούσε με το πρότυπο της αρχαίας γενικής ιστορίας, όπως ήταν γνωστό από τις ξένες γενικές ιστορίες και τις μεταφράσεις τους στην ελληνική γλώσσα. Το πρότυπο αυτό είχε ακολουθηθεί και από άλλους έλληνες συγγραφείς, με σημαντικότερο παράδειγμα το δωδεκάτομο έργο Ιστορίαι των ανθρωπίνων πράξεων του Κωνσταντίνου Κούμα92: παγκόσμια ιστορία, ή ιστορία των αρχαίων εθνών, ή ιστορία του αρχαίου κόσμου, αρχαία ελληνική ιστορία και ρωμαϊκή. Σύμφωνα και με τη λογική του τριετούς κύκλου, θα έπρεπε να επικρατεί και στη διδασκαλία του η χρονική διαδοχή των περιόδων, καθώς μάλιστα η ιστορία των ανατολικών εθνών είχε εκδοθεί πρώτη, άρα ο καθηγητής ήταν πιο «έτοιμος» για να τη διδάξει. Παρ' όλα αυτά, ο Σχινάς αφιέρωσε κατά κύριο λόγο τα μαθήματά του στην αρχαία ελληνική ιστορία. Επρόκειτο για συνειδητή επιλογή, την οποία ο καθηγητής αιτιολόγησε στον πρύτανη Γεώργιο Α. Ράλλη επισημαίνοντας πόσο αναγκαίο ήταν εις τον Έλληνα φοιτητήν να γνωρίση με λεπτομέρειαν και ακρίβειαν τα ήθη, τας έξεις, τους θεσμούς, εν ενί λόγω τον φυσικόν και πολιτικόν βίον των προγόνων του [...].93 Η Σύγκλητος συμφώνησε με τον Σχινά θεωρώντας πολύ επιζήμια τη διακοπή του ελληνικωτάτου τούτου μαθήματος.94

Η επιλογή αυτή απέρρεε από τον τρόπο με τον οποίο ο Σχινάς αντιλαμβανόταν την ιστορία -Αφήγησις των ουσιωδεστάτων συμβεβηκότων των της γης εθνών κατά την προς άλληλα συναρμολογίαν αυτών και συνάφειαν-5, ιδιαίτερα την αρχαία : Αρχαία δε Ιστορία ιδίως προσαγορεύεται η αφηγούμενη μεν τα αξιολογότατα των συμβάντων παρ' εκείνοις των αρχαίων εθνών, όσα έχουσιν προς

91. Από έγγραφα που έχει εντοπίσει ο Θανάσης Χρήστου στο αρχείο του υπουργείου Παιδείας στα Γενικά Αρχεία του Κράτους (ΓΑΚ) προκύπτει ότι το υπουργείο το 1847 και το 1848 ενίσχυσε οικονομικά τον Σχινά και άλλους διδάσκοντες αγοράζοντας έναν αριθμό αντιτύπων από τα διδακτικά τους εγχειρίδια, όπως θεωρήθηκε η Ιστορία των αρχαίων εθνών, για την Εθνική (συμπεριελάμβανε και την Πανεπιστημιακή) Βιβλιοθήκη, όπου θα μπορούσαν να τα μελετήσουν οι φοιτητές. Βλ. Θ. Χρήστου, ό.π., σ. 264, σημ. 7.

92. Για τον Κωνσταντίνο Κούμα και το έργο του βλ. Maria Α. Stassinopoulou, Weltgeschichte im Denken eines griechischen Aufklärers. Konstantinos Michail Koumas als Historiograph, Frankfurt am Main 1992.

93. Πρυτανικοί λόγοι 1840-1841, σ. 8.

94. Στο ίδιο.

95. Ιστορία των αρχαίων εθνών, συνταχθείσα εν τρισί βιβλίοις. Βιβλίον πρώτον..., ό.π., σ. 1.

Σελ. 50
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/51.gif&w=600&h=915

τους νεωτέρους ιστορικήν τινα ή ηθικήν σχέσιν, οίον το των Εβραίων, το των Ελλήνων και το των Ρωμαίων, συμπεριλαμβάνουσα δ' εν παρόδω και τα εν άλλοις τισίν αρχαίοις έθνεσι γενόμενα, καθ' όσον ταύτα συνείχοντο κατά τι μετ' εκείνων,96 Σε πρώτο επίπεδο, ο Σχινάς αντιμετώπιζε την παγκόσμια ιστορία ως ένα άθροισμα εθνικών ιστοριών. Σαφέστατα επηρεασμένη από την ιστορική σχολή του Δικαίου, η εννοιολόγηση της ιστορίας του απέβλεπε σε μια επιστημονική καταγραφή των αξιολογότερων συμβάντων, χωρίς να αναζητεί εσωτερικούς αρμούς, δίχως την καταφυγή στη φιλοσοφία της ιστορίας. Στον ορισμό του η αρχαία ιστορία διατηρούσε διαλεκτική σχέση με το παρελθόν και το παρόν: ο ιστορικός επέλεγε τα πλέον ουσιαστικά συμβάντα από τη ζωή των εθνών, τα οποία εξακολουθούσαν να έχουν σχέση ιστορική ή ηθική με τα γεγονότα της εποχής του. Η αρχαία ιστορία δεν αξιολογούνταν αφ' εαυτής, αλλά διαβαζόταν από τη σκοπιά του παρόντος, προσδίδοντας αξία στα έθνη εκείνα τα οποία, έστω και έμμεσα, συνέχισαν την ιστορική τους πορεία έως το σήμερα. Το παρόν νοηματοδοτούσε το παρελθόν και ο ακαδημαϊκός δάσκαλος επέλεγε τι θα παρουσιάσει. Αναδεικνύοντας τους πρωταγωνιστές του δράματος μετέτρεπε τα υπόλοιπα έθνη σε δευτεραγωνιστές, η χρησιμότητα των οποίων περιοριζόταν στην εμπλοκή τους με τα πρώτα. Στην επιλογή αυτή βεβαίως τον κύριο ρόλο διαδραμάτιζε η ωφέλεια του κάθε έθνους, η πρόοδος, ο φρονηματισμός του από το παρελθόν. Από το τελευταίο μπορούσε να συγκροτηθεί το πλέον σημαντικό παράδειγμα για το σήμερα.

Στην περίπτωση του ελληνικού έθνους, το οποίο διένυε πλέον μια νέα εποχή , το φωτεινότερο, το ισχυρότερο παράδειγμα αποτελούσε η κλασική αρχαιότητα.97 Ο Σχινάς στο συγγραφικό του έργο επεσήμαινε τα στοιχεία εκείνα που συνιστούσαν αυτό το παράδειγμα. Στην Ιστορία των αρχαίων εθνών απέδιδε ιδιαίτερη έμφαση στη σύνδεση των ελληνικών πόλεων με τα ανατολικά έθνη, η οποία σε επίπεδο εμπορικό αλλά και πολιτιστικό προετοίμασε την είσοδο των πρώτων στο προσκήνιο της ιστορίας. Ο πολιτισμός που είχε δημιουργηθεί στα ανατολικά κράτη αποτελούσε το προοίμιο για τον δυτικοευρωπαϊκό, θεμέλιο του οποίου υπήρξε η αρχαία Ελλάδα. Πρόκειται για μια αντίληψη ιεράρχησης και εξέλιξης των πολιτισμών βασισμένη στην έννοια της προόδου και της σταδιακής ανάπτυξης του ανθρώπινου είδους. Σε αυτό το πλαί-

96. Στο ίδιο, σ. 2.

97. Για την παραδειγματική χρήση της κλασικής αρχαιότητας βλ. Αντ. Λιάκος, «Προς επισκευήν...», ό.π., σ. 176-177.

Σελ. 51
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/52.gif&w=600&h=915

πλαίσιο οι ανατολικοί λαοί θεωρούνται η νηπιακή και παιδική ηλικία του, ενώ η αρχαία Ελλάδα η εποχή της ωριμότητας.98 Είναι σαφής η επίδραση της εγελιανής έννοιας της προόδου και της μεταφοράς του πνεύματος από λαό σε λαό, καθώς και της διάκρισης σε ιστορικούς και μη λαούς.99 Η αρχαία Ελλάδα αποτελούσε τον υποδοχέα του ανατολικού πολιτισμού, ενώ στη συνέχεια είχε αναλάβει τη μεταφορά του στη Δύση.

Το παράδειγμα των αποικιών συνιστούσε μια από τις συστηματικότερες προσπάθειες μεταφοράς και διάχυσης του ελληνικού πολιτισμού. Το σχετικό μάθημα του Σχινά όπως αποτυπώθηκε στις σημειώσεις των μαθητών του αποτελούσε ένα πανόραμα της πολιτιστικής παρέμβασης των αρχαίων ελληνικών πόλεων στον κόσμο, σε Ανατολή και Δύση. Η προσπάθεια καταγραφής τους σε όλο τον τότε γνωστό κόσμο (Ιταλία, Σικελία, Θράκη, Εύξεινος Πόντος, Ασία, Αφρική, Ισπανία) επεσήμαινε τη συμβολή των αρχαίων Ελλήνων στον παγκόσμιο πολιτισμό, εικονογραφώντας με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τις προσδοκίες για το νέο πανεπιστήμιο, για το νέο κράτος : Tο Ελληνικόν πανδιδακτήριον, Βασιλεύ, καθιδρυμένον εις τας παρά Σου εκ νέου ανεγερθείσας περικλεείς Αθήνας, και κείμενον μεταξύ της Εσπέρας και της Έω, είναι προωρισμένον να λαμβάνη αφ' ενός μέρους τα σπέρματα της σοφίας, και αφού τα αναπτύξη εν εαυτώ ιδίαν τινα και γόνιμον ανάπτυξιν, να τα μεταδίδη εις την γείτονα Έω νεαρά και καρποφόρα,100 Απόσπασμα από τον λόγο που εκφώνησε ο Κ. Δ. Σχινάς στην τελετή εγκαινίων του ιδρύματος, χρησιμοποιημένο και σχολιασμένο πολλές φορές στη σχετική βιβλιογραφία,101 περιγράφει εύγλωττα τα όσα μια μεγάλη μερίδα λογίων και κρατικών αξιωματούχων επένδυσαν στην ίδρυση του Πα-

98. Το σχήμα κυριαρχεί στην ιστοριογραφία της εποχής. Βλ. τον τρόπο με τον οποίο οργανώνεται η ιστοριογραφική αφήγηση γύρω από τους δύο πολιτισμούς και τη μεταφορά τους σε δύο από τα σημαντικότερα κείμενα της εποχής: Γεώργιος Τυπάλδος-Κοζάκης, Φιλοσοφικόν δοκίμιον περί της προόδου και της πτώσεως της παλαιάς Ελλάδος, Αθήνα 1839, και Μάρκος Ρενιέρης, Φιλοσοφία της Ιστορίας. Δοκίμιον, Αθήνα 1841. Βλ. ακόμη Γιώργος Βελουδής, Ο Jacob Philipp Fallmerayer και η γένεση του ελληνικού ιστορισμού, Αθήνα, Εταιρεία Μελέτης Νέου Ελληνισμού, 1982, σ. 18-22.

99. Δημήτρης Κυρτάτας, «Από τη σκοπιά της παγκόσμιας ιστορίας»: Κατακτώντας την Αρχαιότητα. Ιστοριογραφικές διαδρομές, Αθήνα, Πόλις, 2002, σ. 28-30, και passim, σ. 27-59.

100. Λογίδριον εκφωνηθέν εις την ημέραν της εγκαθιδρύσεως του πανεπιστημίου Όθωνος, υπό του κ. Κωνστ. Σχινά, πρυτάνεως, σ. 4: Κ. Θ. Δημαράς, Εν Αθήναις..., ό.π.

101. Βλ. τα σχόλια του Κ. Θ. Δημαρά, στο ίδιο, α. 35-42, και ιδιαίτερα τη σύνδεση του ιδεολογήματος με τη Μεγάλη Ιδέα, καθώς και τις αντίστοιχες διατυπώσεις του Γκέοργκ Λούντβιχ Μάουερ και του Ιωάννη Κωλέττη.

Σελ. 52
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/53.gif&w=600&h=915

Πανεπιστημίου, στοιχεία τα οποία κυριάρχησαν και στη μετέπειτα ρητορική για τη λειτουργία του.

Η μελέτη των αποικιών βασίστηκε κατά κύριο λόγο στην εξέταση του πολιτεύματος, των θεσμών, της οικονομίας τους, στοιχεία που χρησιμοποίησε ο Σχινάς και στην περιγραφή των ελληνικών πόλεων στον δεύτερο τόμο της αρχαίας ιστορίας του: η γεωγραφία, η πολεοδομία, το πολίτευμα, η εκπαίδευση, η φυλετική διαίρεση, τα ήθη και τα έθιμα αποτελούσαν στοιχεία απαραίτητα για τη συγκρότηση της ταυτότητας κάθε πόλης, ιδιαίτερα της Αθήνας και της Σπάρτης. Η ανασυγκρότηση της εικόνας των πόλεων με όσα στοιχεία μπορούσαν να συγκεντρωθούν συντελούσε στην πληρέστερη αποτύπωση του παραδείγματος.

Το συστηματικό συγγραφικό έργο του πρώτου καθηγητή Ιστορίας έφτανε στα χρόνια της Αχαϊκής Συμπολιτείας : Η Ελλάς κατά τους ηρωικούς αυτής χρόνους εις απεραρίθμους ηγεμονίας κατακερματισμένη, εις δε την ακμήν της ευκλείας της κατά πόλεις και μικράς περιπέτειας αυτονομουμένη, υποκύψασα έπειτα με οικτράν μόνην αυτονομίας σκιάν εις των Μακεδόνων την κυριαρχίαν, κρατηθείσα τέλος υπό των Ρωμαίων επί Μομμίου, μεταβάσα επομένως ως κληροδότημα τρόπον τινα υπό το σκήπτρον των διαδόχων της Ρωμαϊκής παντοκρατορίας Βυζαντινών αυτοκρατόρων, και προ τετρακοσίων περίπου ετών δουλωθείσα την εσχάτην και αφόρητον εκείνην δουλείαν, [...] ελαχίστην επαρχίαν τριών αλληλοδιαδόχως μεγάλων Μοναρχιών, εκ των οποίων μόνη η του Βυζαντίου είχε καν την της γλώσσης και της πίστεως ταυτότητα,102 Το απόσπασμα εξέφραζε μια κοινή αντίληψη της εποχής όπως είχε διατυπωθεί συγκροτημένα από τον Έντουαρντ Γκίμπον103 και είχε γνωρίσει πολύ μεγάλη απήχηση στη δυτική σκέψη. Διατυπωμένη με μεγαλύτερη ένταση σε μια στιγμή εορτής, υπενθύμιζε την προγονική σχέση με τους αρχαίους Έλληνες, καθόριζε όμως τα χρονικά όρια αποκλείοντας τους Μακεδόνες. Δεν γνωρίζουμε εάν η αντίληψή του αυτή μεταβλήθηκε τα επόμενα χρόνια. Σημειώνουμε πάντως την πρόθεσή του στο

102. Λογίδριον..., ό.π., σ. 1.

103. Η πολύτομη σύνθεση του Γκίμπον The History of the Decline and Fall of the Roman Empire εκδόθηκε πρώτη φορά στο Λονδίνο το διάστημα 1776-1788 και από τότε γνώρισε πολλές επανεκδόσεις και μεταφράσεις, επηρεάζοντας μεγάλο αριθμό σύγχρονων και μεταγενέστερων ιστορικών. Η πρώτη μετάφραση τμήματος του έργου στα ελληνικά, από όσο γνωρίζουμε, δημοσιεύθηκε το 1840 από τον Πέτρο Παπαρρηγόπουλο και τον Αιμίλιο Έρτσογ: Εδουάρδου Γίββωνος, Ιστορία της παρακμής και πτώσεως του ρωμαϊκού κράτους κεφάλαιον ΜΔ' περιέχον την Ιστορίαν του Ρωμαϊκού Δικαίου, ων προσετέθησαν αι σημειώσεις του Ούγωνος, Βαρνκοινίγου και τινές των μεταφραστών Αιμιλίου Έρτσογ και Πέτρου Παπαρρηγοπούλου.

Σελ. 53
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/54.gif&w=600&h=915

δεύτερο βιβλίο της αρχαίας ιστορίας να γράψει για τα εξελληνισθέντα κράτη των μακεδόνικων χρόνων, κοινό όμως στοιχείο σε κάθε γενική ιστορία της εποχής.

Πέρα από σκόρπιες σημειώσεις, στο αρχείο του Σχινά δεν υπάρχει κάποιο συγκροτημένο κείμενο αναφορικά με τα βυζαντινά χρόνια ή τη νεότερη ελληνική ιστορία. Σύμφωνα με τα όσα έχει αποδελτιώσει ο Θανάσης Χρήστου από την αλληλογραφία του Σχινά με τον Σαβινιύ, στα σχέδια του πρώτου ήταν να συνθέσει μια ιστορία του ελληνικού λαού από την άλωση της Κωνσταντινούπολης έως την Επανάσταση του 1821, με έμφαση στη σύγχρονη λογοτεχνία. Σκόπευε ακόμα να συγγράψει και μια σύντομη επισκόπηση της βυζαντινής περιόδου, καθώς και μια ιστορία της ελληνικής γλώσσας από τα προομηρικά χρόνια έως τις αρχές του 19ου αιώνα, με έμφαση στην ελληνιστική περίοδο. Και τα δύο σχέδια, στα οποία ο Χρήστου ανιχνεύει την επιρροή του κορυφαίου γερμανού φιλολόγου Γκόττφρηντ Μπερνάρντυ και του Νήμπουρ,104 συνδέονται με την πίστη στη συνέχεια της γλώσσας, καθοριστικού στοιχείου στην ταυτότητα του ελληνικού έθνους. Σε αυτό το πλαίσιο η διδασκαλία της βυζαντινής και νεότερης ιστορίας στηριζόταν στη λογοτεχνία, τον κατεξοχήν φορέα της γλώσσας και της συνέχειάς της, ανεξάρτητα από την κατάσταση στην οποία βρισκόταν το ελληνικό έθνος. Σημειώνω ότι την ίδια εποχή ο Κωνσταντίνος Ασώπιος, κεντρικό πρόσωπο στην ιστορία του Πανεπιστημίου αλλά και της λογιοσύνης στα πρώτα χρόνια της ζωής του ελληνικού βασιλείου, κορυφαία μορφή των ελλήνων «διαφωτιστών» του 19ου αιώνα, συνέγραψε και δίδαξε ιστορία των ελληνικών γραμμάτων,105 εντάσσοντας σε αυτήν προγραμματικά και τη μελέτη έργων της βυζαντινής και νεότερης ελληνικής ιστορίας. Η συνέχεια της γλώσσας αποτελούσε κοινό τόπο της εποχής. Η αντίληψη αυτή δεν συγκρουόταν με τον εξέχοντα, παραδειγματικό ρόλο της αρχαίας Ελλάδας στο προγονικό πάνθεον. Αντιθέτως, τον τόνιζε. Άλλωστε, ανάμεσα στους στόχους του Πανεπιστημίου, όπως τους διατύπωσε ο πρώτος πρύτανης μπροστά στο ακροατήριο των ξένων ειδικών στην Ουλμ (1842),ήταν ο εξαρχαϊσμός της ελληνικής γλώσσας ούτως ώστε να προσεγγίσει τη μητρική της αρχαία.106

Οι μέθοδοι προσέγγισης της ιστορίας, σύμφωνα με τον Κ. Δ. Σχινά, ήταν

104. Θ. Χρήστου, ό.π., σ. 312.

105. Πρόκειται για το βιβλίο του υπό τον τίτλο Ιστορία των ελλήνων ποιητών και συγγραφέων - ομότιτλο με μάθημα που δίδαξε το θερινό εξάμηνο 1850-1851 και το χειμερινό εξάμηνο 1861-1862. Εκδόθηκε μόνο ο πρώτος τόμος (Αθήνα 1862).

106. Βλ. Θ. Χρήστου, ό.π., ο. 307-308.

Σελ. 54
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/55.gif&w=600&h=915

δύο: η συγχρονική και η εθνογραφική. Η πρώτη εξέταζε την ιστορία όλων των εθνών σε μια συγκεκριμένη περίοδο, η δεύτερη την ιστορία ενός έθνους στη συνέχεια του.107 Για τη μελέτη της ιστορίας αποφασιστικός ήταν ο ρόλος των πηγών, αντίληψη που τον οδήγησε να διαχωρίσει, στην εισαγωγή του δεύτερου ανέκδοτου τόμου της Ιστορίας των αρχαίων εθνών, την αρχαία ελληνική ιστορία σε τρεις περιόδους : τη μυθολογική, έως τον Τρωικό Πόλεμο, τη σκοτεινή, ως την τέλεση των πρώτων Ολυμπιακών Αγώνων, και την ιστορική, που βασιζόταν πλέον σε γραπτές πηγές. Στο εισαγωγικό κεφάλαιο του ανέκδοτου τόμου παρουσίαζε κριτικά τις σωζόμενες πηγές για την αρχαία Ελλάδα, στις οποίες άλλωστε παραπέμπει με συστηματικότητα σε όλη του την έκταση. Γενικότερα το συγγραφικό του έργο βρίθει παραπομπών, τόσο σε πρωτογενείς όσο και σε δευτερογενείς πηγές : η συγγραφή της ιστορίας του έγινε εκ πηγών Ελληνικών και Ασιατικών, δι' ευσυνειδήτου ιδίας ερεύνης και συνδυαστικής συμπαραθέσεως δι' ο και ουκ ολίγα των χωρίων παρατίθενται ολοκλήρως εν σημειώσεσι, συμπληρούμενα εστίν ότε και ερμηνευόμενα γραμματικώς, ιστορικώς και κριτικώς.108

Η σημασία που απέδιδε ο Σχινάς στα ήθη, στις έξεις, στους θεσμούς, σε όλα όσα εν γένει εκείνος θεωρούσε ότι συγκροτούσαν τον πολιτικό και κοινωνικό βίο ενός έθνους, η αναφορά του στις πολιτιστικές σχέσεις ελληνικών πόλεων και ανατολικών εθνών, η έμφασή του στη γλώσσα συνδέονται άρρηκτα με τις σπουδές του και τις επιρροές που είχε δεχτεί κατά την παραμονή του στη Γερμανία, ιδιαίτερα βεβαίως εκείνη του Μπεκ. Η συστηματικότητα, οι πηγές που χρησιμοποιήθηκαν στη συγγραφή των βιβλίων, ο υπομνηματισμός του έργου, που βασίζεται σε αρχαίους και νεότερους συγγραφείς, η πιστή μεταφορά των παραθεμάτων αποτελούν στοιχεία που καθιστούν την περίπτωση του μοναδική σε αυτά τα πρώτα χρόνια της πανεπιστημιακής διδασκαλίας της ιστορίας και προδίδουν τη στενή σχέση του έργου του με τη γερμανόφωνη επιστήμη, τη νομική, τη φιλολογία και τον μεθοδολογικό εξοπλισμό τους. Ήταν χαρακτηριστική άλλωστε η κριτική που ασκήθηκε στον Σχινά για την εμμονή του στη γερμανική βιβλιογραφία: Δεν τολμώμεν εισέτι να ειπώμεν σχεδόν τίποτε περί του βίου της Ελλάδος, τον οποίον ανέλαβε να περιγράψη ο Κ. Σχινάς· επειδή ο ένθερμος ούτος ζηλωτής των Γερμανικών δογμάτων δεν έφτασε μέχρι τούδε να εκφέρη καμμίαν νεήκουστον και αξίαν λόγου ιδέαν εκτός της επαχθούς απαριθμήσεως των βιβλίων, όσα πραγματεύονται την αρχαιολογικήν ύλην.

107. Ιστορία των αρχαίων εθνών..., ό.π., σ. 1.

108. Στο ίδιο, σ. γ.

Σελ. 55
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/56.gif&w=600&h=915

Πολλάκις μάλιστα τον ευρήκαμεν άδικον οπωσούν και προς πολλούς μη Γερμανούς συγγραφείς των οποίων ως αυτόχρημα Προκρούστης στρεβλώνει κατά την χρείαν τας ιδέας και κολοβώνει την φήμην διά να περιάψη όλην της σοφίας την τιμήν εις τους Γερμανούς,109 Πίσω από την κριτική, και ανεξάρτητα από το δίκαιο ή άδικο της, πρέπει να επισημανθεί ο συνολικά οξύς τόνος της Αθηνάς. Η εφημερίδα, η οποία υποστήριζε το αγγλικό κόμμα, στράφηκε εναντίον του Κ. Σχινά λόγω των στενών σχέσεων του με την Αντιβασιλεία και της υποστήριξής του στον Κωλέττη.110 Η ενασχόληση του πρώτου καθηγητή Ιστορίας με την ενεργό πολιτική τον ακολούθησε σε όλη του τη ζωή, καθώς και η έδρα του στο δημόσιο πανεπιστήμιο αντιμετωπίστηκε ως πολιτική θέση. Το 1841, άλλωστε, διορίστηκε τακτικό μέλος του Συμβουλίου της Επικρατείας, στο οποίο κατείχε έκτακτη θέση από το 1837, και μεταπήδησε στη βαθμίδα του επιτίμιου καθηγητή. Η επανάσταση του 1843 παρόπλισε το Συμβούλιο της Επικρατείας, το οποίο με άρθρο του νέου Συντάγματος καταργήθηκε. Λίγους μήνες αργότερα, ο Σχινάς επανήλθε στο καθεστώς του τακτικού καθηγητή και συνέχισε τη διδασκαλία του. Στις εκλογές της 8ης Ιουνίου 1847 εξελέγη βουλευτής.111 Το 1849 διορίστηκε πρεσβευτής στο Μόναχο και εγκατέλειψε τη διδακτική έδρα, ενώ παρέμεινε τυπικά στο βουλευτικό αξίωμα και την επόμενη χρονιά, όταν αποχώρησε ως επιτίμιος καθηγητής της Αρχαίας ιστορίας.

Οι νομικές καταβολές της σκέψης του Σχινά είναι σε μεγάλο βαθμό ευδιάκριτες στην ιστορική εξέταση των θεσμών, στην αναζήτηση των πηγών στην αυθεντική τους μορφή, στην εκτενή χρήση και στην κριτική τους επεξεργασία. Εξάλλου, οι συστηματικές σπουδές και οι στενές σχέσεις του με την ιστορική σχολή του Δικαίου112 έχουν μελετηθεί σε αρκετή έκταση από τον Θ. Χρήστου στη σχετική μονογραφία του. Ο Χρήστου στοιχειοθετεί την επιρροή που άσκησε στο συγγραφικό και διδακτικό έργο του Σχινά ο Νήμπουρ, τόσο στη συγγραφή του πρώτου εκδοθέντος βιβλίου του, όσο και των ανέκδοτων σημειώσεών

109. Εφημερίδα Αθηνά, φ. 479 (16 Οκτωβρίου 1837), Θ. Χρήστου, ό.π., σ. 164.

110. J. Petropulos, ό.π., σ. 163-165.

111. Με το Σύνταγμα του 1844 παραχωρήθηκε στο σώμα των καθηγητών του Πανεπιστημίου το δικαίωμα, σύμφωνα και με ανάλογα ευρωπαϊκά παραδείγματα, να εκλέγουν βουλευτή στη Βουλή. Το μέτρο ίσχυσε έως το 1864, οπότε καταργήθηκε με το νέο Σύνταγμα. Βλ. Κ. Λάππας, ό.π., σ. 114-123.

112. Για την ιστορική σχολή του Δικαίου και τη διδασκαλία του Σαβινιύ βλ. Αλίκη Λαβράνου, «Οι ιστοριστικές βάσεις της θεωρίας του δικαίου του Friedrich Carl von Savigny», Αξιολογικά: Εξαμηνιαία έκδοση θεωρίας και κριτικήs 8 (Ιούνιος 1995), σ. 70-130.

Σελ. 56
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Η συγκρότηση της ιστορικής επιστήμης και η διδασκαλία της ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (1837-1932)
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 37
    

    ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β'

    ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΙΖΟΝΤΑΣ ΤΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ: ΟΙ ΟΔΗΓΟΙ ΣΠΟΥΔΩΝ ΚΑΙ Η ΙΣΤΟΡΙΑ

    Το 1838 το Πανεπιστήμιο Αθηνών, ακολουθώντας ανάλογες πρακτικές των γερμανικών πανεπιστημίων, εξέδωσε τον πρώτο οδηγό σπουδών για τους φοιτητές. Σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, τον είχε συντάξει ο τότε πρύτανης Κ. Δ. Σχινάς.44 Ακολούθησε και ένας δεύτερος οδηγός το 1853, ενώ τέσσερα χρόνια αργότερα ο καθηγητής της Φιλοσοφικής Σχολής Αθανάσιος Ρουσόπουλος εξέδωσε με πρωτοβουλία του άλλον ένα. Οι οδηγοί αυτοί αναφέρονταν κυρίως στη δεοντολογία των πανεπιστημιακών σπουδών, παρέχοντας πληροφορίες και παραινέσεις. Παρασάγγας απείχαν από τους σημερινούς αντίστοιχους οδηγούς, αλλά και από εκείνους που άρχισαν να εκδίδονται με ιδιωτική πρωτοβουλία στο τέλος του 19ου αιώνα και απευθύνονταν σε ένα πολυπληθέστερο και πιο οργανωμένο πανεπιστήμιο ·45

    Κεντρικό θέμα των δύο πανεπιστημιακών οδηγών αποτελούσε ο θεσμός των γενικών μαθημάτων. Αιτιολογώντας την επιλογή τους, ο Κ. Σχινάς στον πρόλογο του αναφερόταν στον σκοπό της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης. Η πανεπιστημιακή φοίτηση δεν αποτελούσε μόνο μέσο πορισμού της ζωής, όπως υποστήριζε μια «χυδαία» αντίληψη, αλλά συνδεόταν με την καλλιέργεια και την κατάρτιση ελεύθερων ανθρώπων.46 Στην πραγμάτωση του στόχου αυτού προορίζονταν να συμβάλουν τα μέγιστα τα γενικά μαθήματα, ανάμεσά τους και η ιστορία, με τις γνώσεις που προσέφεραν, οι οποίες ήταν απαραίτητες για οτιδήποτε επιχειρούσε ένας φοιτητής μετά το πέρας των σπουδών του.

    44. Βλ. Θανάσης Χρήστου, «Ο Κ. Δ. Σχινάς και η πρώτη πρυτανεία στο Οθώνειο Πανεπιστήμιο (1837-1838)», Τα Ιστορικά 9, 17 (1992), σ. 371-384.

    45. Βλ. Κ. Λάππας, Πανεπιστήμιο και φοιτητές..., ό.π., σ. 188-202, και Θανάσης Χρήστου, «Ο θεσμός του Οδηγού Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Αθηνών»: Πρακτικά του ΙΔ' Πανελληνίου Ιστορικού Συνεδρίου, Θεσσαλονίκη 1994, σ. 601-613.

    46. Οδηγίαι προς τους φοιτητάς εκάστης σχολής. Περί της αλληλουχίας των διαφόρων επιστημών και περί της κατά την εξακολούθησιν των εν τω Πανεπιστημίω σπουδών διατηρητέας μεθόδου και τάξεως, Αθήνα 1838, σ. 4-5.