Συγγραφέας:Καραμανωλάκης, Βαγγέλης Δ.
 
Τίτλος:Η συγκρότηση της ιστορικής επιστήμης και η διδασκαλία της ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (1837-1932)
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:42
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:2006
 
Σελίδες:551
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Εκπαίδευση-Τριτοβάθμια
 
Παιδεία-Εκπαίδευση
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα, Πανεπιστήμιο Αθηνών
 
Χρονική κάλυψη:1837-1932
 
Περίληψη:Αφετηριακή υπόθεση της εργασίας αυτής είναι ότι η ιστορία συγκροτείται ως επιστήμη μέσα από την καταλυτική επίδραση εκπαιδευτικών θεσμών για την παραγωγή και τη μετάδοση της γνώσης, όπως είναι το πανεπιστήμιο. Οι θεσμοί αυτοί επιβάλλουν σε μεγάλο βαθμό στην ιστοριογραφική παραγωγή τη λογική της συγκρότησης και της λειτουργίας τους, τις αξίες που τους διέπουν, τις πρακτικές ανάδειξης κύρους και τους συσχετισμούς δύναμης που επικρατούν στο εσωτερικό τους, τις σχέσεις τους με την πολιτική εξουσία και την κοινωνία. Η πανεπιστημιακή διδασκαλία της ιστορίας κατά την περίοδο που καλύπτει το βιβλίο συνδέθηκε με μια σειρά από παράγοντες και μεταβλητές, στοιχεία που καθόρισαν και το συγκεκριμένο πλαίσιο αναφοράς : το πανεπιστημιακό περιβάλλον, η ιστοριογραφική παράδοση, τα πρόσωπα που δίδαξαν και οι αποδέκτες της διδασκαλίας τους. Στόχος της παρούσας εργασίας είναι η συνεξέταση αυτών των παραγόντων μέσα στην ευρύτερη πολιτική και κοινωνική συγκυρία από την οποία σε μεγάλο βαθμό ορίστηκαν και την οποία εντέλει επανακαθόρισαν, με άλλα λόγια θέμα του βιβλίου είναι η συγκρότηση, στον χώρο του Πανεπιστημίου Αθηνών, μιας εθνικής-επιστημονικής ιστορίας με έντονο διδακτικό χαρακτήρα, η οποία επηρέασε καθοριστικά τη συνολική ιστοριογραφική παραγωγή, λόγω της σημαίνουσας θέσης του ιδρύματος, καθώς για έναν περίπου αιώνα αποτέλεσε τον μοναδικό οργανωμένο θεσμό της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης ο οποίος παρήγε ιστορική γνώση, κατάρτιζε τους φοιτητές και προετοίμαζε τους αποφοίτους του για τη διάχυση αυτής της γνώσης, μέσω κυρίως του σχολικού δικτύου, στο ελληνικό βασίλειο και στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 43.93 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 393-412 από: 554
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/393.gif&w=600&h=915

αιώνα, όταν στην ανώτατη εκπαίδευση των περισσότερων ευρωπαϊκών χωρών τα μαθήματα για τις αντίστοιχες εθνικές γλώσσες είχαν εισέλθει από τον προηγούμενο αιώνα. Η Φιλοσοφική Σχολή της Αθήνας κατηγορήθηκε άλλωστε για αρχαιολατρεία, γεγονός που αποτέλεσε και μια από τις κύριες αιτίες για τη δημιουργία της Φιλοσοφικής Σχολής Θεσσαλονίκης. Θυμίζω ότι στο νέο πανεπιστήμιο, η φυσιογνωμία του οποίου διαμορφώθηκε σε μεγάλο βαθμό από την κυβέρνηση Αλεξάνδρου Παπαναστασίου και στη συνέχεια από την κυβέρνηση Ελευθερίου Βενιζέλου της περιόδου 1928-1932, δημιουργήθηκε εξαρχής Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας, ενώ η έμφαση δόθηκε στη μελέτη της βυζαντινής και της νεότερης ελληνικής ιστορίας.

ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΣΠΟΥΔΕΣ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟ ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΟΥ ΙΣΤΟΡΙΟΓΡΑΦΟΥ ΚΑΙ ΣΤΗ ΣΚΗΝΗ ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΟΥ

Το Πανεπιστήμιο Αθηνών απέκτησε από νωρίς σημαίνουσα θέση στον δημόσιο βίο. Ο εθνικός του ρόλος, όπως άλλωστε και στα αντίστοιχα ιδρύματα της Δυτικής Ευρώπης, ήταν σαφής και κυρίαρχος. Δημιουργημένο σε μια στιγμή μετάβασης, όταν το πανεπιστήμιο του Διαφωτισμού έδινε τη θέση του στο πανεπιστήμιο των νέων εθνών-κρατών μεταβάλλοντας τους στόχους και το πρόγραμμά του, το ελληνικό ανώτατο ίδρυμα διαμόρφωσε τη φυσιογνωμία του σε έναν συνεχή διάλογο με τον ευρύτερο πολιτικό και κοινωνικό του περίγυρο.

Τα μαθήματα της ιστορίας κατέλαβαν κεντρική θέση στο πρόγραμμά του. Ήταν υποχρεωτικά στη Φιλοσοφική Σχολή, ενώ το σύνολο των φοιτητών έπρεπε να παρακολουθήσει για έναν χρόνο μαθήματα γενικής ιστορίας. Η υποχρεωτική παρακολούθηση της γενικής ιστορίας, σύμφωνα με τους οδηγούς σπουδών που εξέδωσε το Οθώνειο τις πρώτες δεκαετίες λειτουργίας του, συνδεόταν με τον γενικότερο στόχο του : την ηθική βελτίωση και την πνευματική εξύψωση του ατόμου, τη συγκρότηση ηθικών, ελεύθερων και μορφωμένων ανθρώπων. Σε αυτό το πλαίσιο η γενική ιστορία, μια ιστορία βασισμένη στη διαφωτιστική έννοια της προόδου, είτε ως παράδειγμα είτε ως χρήσιμη γνώση συντελούσε ενεργά στην ηθικοποίηση και στην πνευματική εξύψωση του φοιτητή. Στην ύλη του μαθήματος, το οποίο κυριάρχησε στα ευρωπαϊκά πανεπιστήμια και στην ιστοριογραφία κατά το δεύτερο μισό του 18ου και στις αρχές του 19ου αιώνα, περιλαμβανόταν η ανθρώπινη ιστορία από την αρχαιότητα ως τα σύγχρονα χρόνια.

Η επιλογή του Κ. Σχινά να επικεντρώσει τη διδασκαλία του στον αρχαίο κόσμο αιτιολογήθηκε από τον ίδιο με βάση την προγονική σχέση με τους αρ-

Σελ. 393
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/394.gif&w=600&h=915

αρχαίους Έλληνες. Ήταν μια ουσιαστικά πολιτική επιλογή, που συμβάδιζε με το πρόγραμμα του Πανεπιστημίου και με τον χαρακτήρα που δόθηκε στο ίδρυμα από τη βαυαρική εξουσία. Ο πρώτος καθηγητής Ιστορίας μετέφερε με τη διδασκαλία του θεωρήσεις και σχήματα που κυριαρχούσαν στα γερμανικά πανεπιστήμια της εποχής των σπουδών του, αποδίδοντας ιδιαίτερη έμφαση στην εξέλιξη των θεσμών. Ο Θ. Μανούσης στη συνέχεια με τα μαθήματά του παρουσίασε ένα συνεπές σχήμα καθολικής ιστορίας, επηρεασμένο από τις σπουδές του στο Γκέττινγκεν. Ακόμη όμως και στη διδασκαλία του, μια από τις πλέον φιλελεύθερες διδασκαλίες που ακούστηκαν τα πρώτα αυτά χρόνια λειτουργίας του Οθώνειου, η ιστορία συνδεόταν με το πατρώο παρελθόν, στό χευε συν τοις άλλοις στην ανάδειξη των ιδιαίτερων στιγμών που σηματοδοτούσαν την εξέλιξή του και ενίσχυαν το εθνικό φρόνημα του φοιτητή αλλά και κάθε ακροατή. Σε μια εποχή κατά την οποία οι θεωρίες του Φαλλμεράυερ λειτούργησαν ως καταλύτης για την παραγωγή ισχυρού αντιρρητικού λόγου που περιστράφηκε γύρω από τα ζητήματα συνέχειας του ελληνικού έθνους, η σύλληψη μιας ιστορίας με εθνικό χαρακτήρα και στους δυο καθηγητές ήταν ακόμη θολή. Περιοριζόταν κυρίως στο επίπεδο των διακηρύξεων ή της σύνδεσης της γνώσης που είχαν ερανιστεί στα φοιτητικά τους χρόνια με τα αιτούμενα του νέου κράτους. Το ίδιο το ιστοριογραφικό έργο τους δεν αναδείκνυε μια τέτοια κατεύθυνση.

Με τη διδασκαλία του Κ. Παπαρρηγόπουλου, η μετατόπιση από τη διάκριση αρχαία - μέση - νεότερη ιστορία στη διάκριση ελληνική - ξένη επέδρασε καταλυτικά και στη στοχοθεσία του μαθήματος. Ο ιστορικός με τη διδασκαλία της εθνικής ιστορίας, όπως διαμορφωνόταν στις αίθουσες και στο πολύτομο έργο του, στόχευε στη συγκρότηση πολιτών με ενεργό εθνική συνείδηση και γνώση του αντίστοιχου παρελθόντος. Το Πανεπιστήμιο -ενισχυμένο λόγω της συμμετοχής του στον αντιοθωνικό αγώνα και της δυναμικής παρουσίας του φοιτητικού κινήματος- αναδεικνυόταν στον χώρο που φιλοξενούσε το κράτιστον εργαστήριον, τη διδασκαλία της εθνικής ιστορίας. Η ιστορία δεν αντιμετωπιζόταν πλέον μόνο ως μορφωτικό αγαθό, απαραίτητο για την απελευθέρωση από τα δεσμά της αμάθειας. Μεταλλασσόταν σε μέσο παρασκευής της εθνικής ιδεολογίας, σε απαραίτητο εφόδιο για τον πολίτη του ελληνικού έθνους και κράτους.

Στη διαδικασία συγκρότησης της εθνικής ιστοριογραφίας, στην κατασκευή ενός ενιαίου παρελθόντος στο πλαίσιο μιας ανεξάρτητης κρατικής οντότητας, η αντιπαράθεση με το επικρατούν μοντέλο και η διαφοροποίηση από αυτό αποτελούσε απαραίτητο όρο δημιουργίας και ανάπτυξής της. Με κυρίαρχη

Σελ. 394
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/395.gif&w=600&h=915

φυσιογνωμία τον Κ. Παπαρρηγόπουλο, η ελληνική ιστοριογραφία συγκροτήθηκε συνδιαλεγόμενη και αντιπαρατιθέμενη με κάποιες από τις «ξένες», τις ευρωπαϊκές αναγνώσεις του παρελθόντος που αφηγήθηκε. Ο Κριμαϊκός Πόλεμος στη δεκαετία του 1850 είχε δημιουργήσει βαθιά δυσπιστία απέναντι στους πρώην ελευθερωτές, είχε συγκροτήσει νέο μέτωπο, το οποίο σε μεγάλο βαθμό είχε ανάγκη τη δική του ιστοριογραφική έκφραση, την οποία διατύπωσαν οι έλληνες ιστορικοί. Μια έκφραση που παρέμεινε κυρίαρχη, τροποποιούμενη και αναπροσαρμοζόμενη στην εκάστοτε εικόνα του εχθρού, η οποία απαιτούσε την αιτιολόγηση στο παρόν και την τεκμηρίωσή της στο παρελθόν.

Παρ' όλο που ο Παπαρρηγόπουλος προχώρησε στη σύνθεσή του κατηγορώντας τους ευρωπαίους συναδέλφους του για την αντιμετώπιση της βυζαντινής και γενικά της ελληνικής ιστορίας, είναι σαφές ότι το σχήμα του σε μεγάλο βαθμό επηρεάστηκε από τις αντίστοιχες εξελίξεις στα ευρωπαϊκά πανεπιστήμια. Η στροφή προς τα μεσαιωνικά χρόνια από ιστορικούς όπως ο Μισλέ και ο Γκιζό στη Γαλλία, ο Μακώλεϋ στην Αγγλία και ο Ράνκε στη Γερμανία, στο πλαίσιο της μελέτης της εθνικής ιστορίας, λειτούργησε καταλυτικά για την ευρωπαϊκή ιστοριογραφία.

Στη σκέψη και στη διδασκαλία του Κ. Παπαρρηγόπουλου πρυτάνευε η ανάγκη της δημιουργίας μιας ενιαίας πολιτικής ιστορίας, η οποία θα αποδείκνυε τη συνέχεια του ελληνισμού, μιας ιστορίας που θα αφορούσε όλα τα μέλη της εθνικής κοινότητας. Ο ιστορικός ήταν υποχρεωμένος, στη δεδομένη συγκυρία και με βάση το επίπεδο της νεοελληνικής ιστοριογραφίας, να χρησιμοποιήσει κυρίως δευτερογενή στοιχεία, χωρίς συστηματική τεκμηρίωση, ώστε να εκπληρώσει τους στόχους του. Ο Παπαρρηγόπουλος επεσήμανε την αξία και την αυτονομία της εθνικής ιστορίας ως γνωστικού αντικειμένου στηριγμένος κυρίως στη σημασία της για τη συγκρότηση της νεοελληνικής ταυτότητας και όχι τόσο σε μεθοδολογικές αρχές ή εξειδικευμένες γνώσεις. Ο στόχος ήταν ο καθορισμός του σώματος της, η χάραξη των χρονικών και χωρικών ορίων της, και ταυτόχρονα ο παραδειγματισμός και η διδαχή. Ο φοιτητής δεν διδασκόταν μόνο ότι υπήρχε μια συνεχής ελληνική ιστορία, με τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία ως ένα από τα σημαντικά τμήματά της, αλλά και ότι η Αυτοκρατορία αυτή αποτελούσε για συγκεκριμένους λόγους (θρησκεία, πολίτευμα, πολιτική ενότητα) παράδειγμα για τους νεότερους. Στον διαπαιδαγωγικό ρόλο που καλούνταν να παίξει η ιστορία στη διαμόρφωση των νέων πολιτών ως μελών της νεοσύστατης κρατικής οντότητας, η βυζαντινή περίοδος, έστω και με συγκατάβαση, αποκτούσε με τον Παπαρρηγόπουλο τη θέση της δίπλα στην κυρίαρχη αρχαία ελληνική ιστορία.

Σελ. 395
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/396.gif&w=600&h=915

Η στοχοθεσία αυτή καθόρισε αναμφίβολα τη διδασκαλία του μαθήματος, αλλά δεν επηρέασε το υπόλοιπο πρόγραμμα μαθημάτων. Η εμμονή στο αρχαιοελληνικό παράδειγμα από μια ομάδα κατά κύριο λόγο φιλελεύθερων καθηγητών έως τη δεκαετία του 1870 δημιουργούσε έναν αντίρροπο λόγο, ο οποίος χωρίς να αμφισβητήσει τη σημασία της εθνικής ιστορίας στεκόταν επιφυλακτικός απέναντι στο Βυζάντιο. Την ίδια εποχή, έστω και ρητορικά, στο Πανεπιστήμιο κυριαρχούσε ακόμη η αντίληψη μιας γενικής παιδείας, διαφωτιστικής στη σύλληψή της, ενταγμένης πλέον όμως στις ανάγκες του νέου κράτους.

Η ιστορία συνδέθηκε από τα πρώτα βήματά της στο Πανεπιστήμιο -όπως άλλωστε και όλα τα μαθήματα του Φιλολογικού Τμήματος- με την ex cathedra διδασκαλία. Σε υψηλούς ρητορικούς τόνους, στόχευε στον φρονηματισμό και στον παραδειγματισμό των φοιτητών. Από την ευθύγραμμη πορεία της ανθρώπινης εξέλιξης ο πανεπιστημιακός δάσκαλος επέλεγε τα γεγονότα εκείνα τα οποία θα μπορούσαν να φωτίσουν την εξέλιξη και τη διαδρομή του σύγχρονου κόσμου. Ως κάτοχος της αλήθειας μέσα από μια οιονεί θεολογική αντίληψή της, διαμόρφωνε συνειδήσεις και διέπλαθε προσωπικότητες. Η λογική αυτή κυριάρχησε τόσο στη διδασκαλία της γενικής ιστορίας όσο και της ιστορίας του ελληνικού έθνους. Παρ' όλο που οι στόχοι υπήρξαν διαφορετικοί, ενδεχομένως και συμπληρωματικοί, η αρματωσιά παρέμενε η ίδια: το παράδειγμα, η συναισθηματική ενεργοποίηση, η διδαχή. Η ακαδημαϊκή αίθουσα, όπως και ευρύτερα το Πανεπιστήμιο, μετατρεπόταν στον χώρο από τον οποίο εξακτινιζόταν η ιστορική διδασκαλία προς ένα εθνικό ακροατήριο. Σε μια εποχή όπου οι συσσωματώσεις ήταν ελάχιστες και το Πανεπιστήμιο διεύρυνε σταδιακά το κύρος του λόγω του εκπαιδευτικού χαρακτήρα του και της θέσης του στον δημόσιο βίο, η πανεπιστημιακή ιστορία αποτελούσε ένα από τα οχήματα προσέγγισης των αλύτρωτων αδελφών.

Η επόμενη μεγάλη τομή στη στοχοθεσία του μαθήματος της ιστορίας ήλθε με τη διδασκαλία του Σπ. Λάμπρου, ο οποίος μετέθεσε το κέντρο βάρους της ιστορικής διδασκαλίας, μέσω της φροντιστηριακής και αρχειακής εργασίας, στην προετοιμασία καλών ιστορικών και διδασκάλων με ισχυρά μεθοδολογικά εργαλεία. Η διδασκαλία του συνδεόταν κατά μείζονα λόγο με την έρευνα και την παροχή μιας υψηλής εξειδικευμένης γνώσης, με τη συγκρότηση της ιστορίας ως επιστήμης. Ο πανεπιστημιακός ιστορικός δεν έπαυε να αποτελεί τον κάτοχο της αλήθειας· ωστόσο τώρα η αποστολή του δεν περιοριζόταν στη μεταφορά της γνώσης αλλά και στην εισαγωγή των νεοφώτιστων στην έρευνα. Η γνώση αυτή ήταν συνδεδεμένη με τα εθνικά αιτούμενα, τα οποία εξυ-

Σελ. 396
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/397.gif&w=600&h=915

εξυπηρετούσε κυρίως επιχειρώντας να μελετήσει, στο πλαίσιο του παπαρρηγοπούλειου σχήματος, τις νέες περιόδους που είχαν ενσωματωθεί στο εθνικό αφήγημα, δίδοντας έμφαση σε περιοχές όπως η Μακεδονία, η οποία βρισκόταν στο στόχαστρο των εθνικών διεκδικήσεων.

Η εξέλιξη αυτή απηχούσε τη γενικότερη στροφή του Πανεπιστημίου προς την εξειδίκευση και την επαγγελματική κατάρτιση, η οποία, αν και δεν αμφισβητούσε τον ανθρωπιστικό χαρακτήρα της ανώτατης εκπαίδευσης, έθετε νέα προτάγματα. Ο φοιτητής πλέον ήταν υποχρεωμένος να παρακολουθεί πλήθος φροντιστηρίων και εργαστηρίων, που περιόριζαν σε μεγάλο βαθμό τον ελεύθερο χρόνο του και τη δυνατότητα επιλογής της προσφερόμενης γνώσης. Το αποτέλεσμα ήταν η σταδιακή μετάβαση στην έννοια της φοίτησης ως συμμετοχής σε κλειστά σχήματα επιστημονικής και επαγγελματικής κατάρτισης. Το εθνικό πανδιδακτήριον μεταβαλλόταν σε φυτώριο νέων επιστημόνων, σε ίδρυμα, έστω και προγραμματικά, παροχής υψηλά εξειδικευμένης γνώσης, η οποία κινούνταν πάντα στην υπηρεσία των εθνικών στόχων. Ο εξορθολογισμός της λειτουργίας του, η προσπάθεια ελέγχου του αριθμού των εισακτέων, η εισαγωγή και επικράτηση της φροντιστηριακής και εργαστηριακής διδασκαλίας συνδέονταν κυρίως με την πολιτική των κυβερνήσεων Χαριλάου Τρικούπη , ο οποίος συγκέντρωσε γύρω του τους πλέον σημαντικούς λογίους της χώρας, ανάμεσά τους και τους τρεις καθηγητές Ιστορίας : τον Κ. Παπαρρηγόπουλο, τον Σπ. Λάμπρο και τον Π. Καρολίδη. Στο πλαίσιο του εκσυγχρονισμού της δημόσιας ζωής και της προώθησης της αξιοκρατίας η κυβέρνηση Χ. Τρικούπη έδωσε το δικαίωμα εκλογής των νέων καθηγητών στην πανεπιστημιακή κοινότητα, ταυτόχρονα όμως διασφάλισε το δικαίωμα της πολιτικής εξουσίας στον κεντρικό σχεδιασμό της προσφερόμενης γνώσης, επιχειρώντας να ελέγξει την κατανομή και το περιεχόμενο των εδρών σε κάθε σχολή.

Οι ιστορικές σπουδές, με την επιρροή κυρίως του γαλλικού θετικισμού και με προεξάρχοντα τον Σπ. Λάμπρο, συγκροτήθηκαν στο τέλος του 19ου αιώνα στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας στο πλαίσιο ευρύτερων εξελίξεων στον χώρο της ιστοριογραφίας: δημιουργία ιστορικών αρχείων, βιβλιοθήκες, εξειδικευμένα περιοδικά, επιστημονικά συγγράμματα, εγχειρίδια για τη μεθοδολογία της ιστορικής εργασίας. Στοιχεία που οδηγούσαν στη συγκρότηση ενός επιστημονικού λόγου πυκνού και με συγκεκριμένα εννοιολογικά εργαλεία και διεύρυναν σταδιακά την απόσταση ανάμεσα στον εξειδικευμένο ιστορικό και στον φιλίστορα, μεταφέροντας τα αντίστοιχα σχήματα που είχαν διαμορφωθεί στις χώρες της Δυτικής Ευρώπης. Στα δυτικοευρωπαϊκά πανεπιστήμια η στροφή αυτή ενισχύθηκε σε μεγάλο βαθμό με τη δημιουργία περισσότερων

Σελ. 397
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/398.gif&w=600&h=915

εδρών Ιστορίας, από τις οποίες αρκετές αφιερώθηκαν στην αυτόνομη μελέτη της νεότερης εθνικής ιστορίας. Ταυτόχρονα έδρες για τις βοηθητικές επιστήμες (παλαιογραφία, δημογραφία, ιστορική γεωγραφία) ενίσχυαν τον ερευνητικό χαρακτήρα της ιστορικής επιστήμης, ενώ η δημιουργία υποδομών (αρχεία, βιβλιοθήκες, νέες πανεπιστημιακές έδρες), όπου μπορούσε να εργαστεί ένας απόφοιτος πέρα από τη μέση εκπαίδευση, εξασφάλιζε και στην πράξη τη στροφή των σπουδών προς την εξειδίκευση και τη σύνδεσή τους με τον χώρο της εργασίας. Στο ελληνικό βασίλειο, παρά τα σημαντικά βήματα που έγιναν, οι συνολικές εξελίξεις ήταν αρνητικές: τα σχέδια για την ίδρυση νέων εδρών, από τις οποίες κάποιες για τις «βοηθητικές επιστήμες», επρόκειτο να μείνουν ανενεργά στην πλειονότητά τους λόγω της οικονομικής στενότητας της κρατικής μηχανής και της έλλειψης σταθερής πολιτικής για την ανώτατη εκπαίδευση, καθώς και εξαιτίας της δυσπιστίας του καθηγητικού σώματος προς τη διεύρυνσή του. Η διδασκαλία της ιστορίας παρέμεινε σε γενικές γραμμές στο προϋπάρχον πλαίσιο, αποσκοπώντας στην εκπαίδευση των φοιτητών που προορίζονταν για τη μέση εκπαίδευση.

Ο στόχος της εκπαίδευσης νέων ιστορικών με επιστημονικά μεθοδολογικά εργαλεία και πίστη στα εθνικά προτάγματα διατηρήθηκε και στην επόμενη περίοδο, από το 1911 και μετά. Η κατάργηση των γενικών μαθημάτων με τον νέο οργανισμό του Πανεπιστημίου και η συνέχιση της προσπάθειας για περαιτέρω εξειδίκευση των πανεπιστημιακών σπουδών εις βάρος μιας γενικής παιδείας συνάντησαν ισχυρές αντιδράσεις από τη Φιλοσοφική Σχολή. Η τοποθέτησή της στην αιχμή του αντιδημοτικιστικού κινήματος, στη βάση της εθνικής σημασίας της γλώσσας και των αξιών μιας γενικής παιδείας στηριγμένης στο παράδειγμα της αρχαίας Ελλάδας, επικουρούσε την αρχαιολατρική και «αντιδραστική» εικόνα της ανώτατης εκπαίδευσης.

Καθώς οι αλλαγές στον πολιτικό στίβο έφεραν στην εξουσία κυβερνήσεις που αμφισβητούσαν τη διατήρηση της φυσιογνωμίας του Αθήνησι, η αντίδραση υπήρξε έντονη και σε μεγάλο βαθμό κινήθηκε, σε μια εποχή αλλαγών, στην προσπάθεια διατήρησης των κεκτημένων αλλά και των θεωρητικών παραδοχών που τα δικαιολογούσαν, ενισχυμένων πάντα με τον χαρακτήρα του εθνικά ωφέλιμου. Η Φιλοσοφική Σχολή, όπως είχε συγκροτηθεί από το τέλος του 19ου αιώνα, στάθηκε ιδιαίτερα αρνητική στις βενιζελικές μεταρρυθμίσεις, όπως έγινε φανερό με ένταση στα εκπαιδευτικά νομοσχέδια της περιόδου 1917-1920. Στον Διχασμό, άλλωστε, η πλειονότητα των διδασκόντων της Σχολής, ανάμεσά τους και οι Σπ. Λάμπρος και Π. Καρολίδης, είχε στρατευθεί στο πλευρό της φιλοβασιλικής παράταξης.

Σελ. 398
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/399.gif&w=600&h=915

Η νέα πολιτική εξουσία προσπάθησε να ενδυναμώσει τα στηρίγματα της στη Σχολή. Ο διορισμός του Γ. Σωτηριάδη, η εκλογή του Κ. Ράδου, του Σ. Κουγέα και του Κ. Άμαντου ενίσχυσαν τις φιλοβενιζελικές φωνές στη Φιλοσοφική, χωρίς όμως να ανατρέψουν το γενικότερο κλίμα. Η δημιουργία του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και η έναρξη λειτουργίας της αντίστοιχης Φιλοσοφικής Σχολής δημιουργούσαν ένα γλωσσικά φιλελεύθερο αντιστάθμισμα στη Βόρεια Ελλάδα, μια σχολή όπου δινόταν πολύ μεγαλύτερο βάρος στη διδασκαλία των νεότερων χρόνων. Στη Φιλοσοφική Σχολή της Αθήνας, η ανανέωση στο πρόγραμμα μαθημάτων του Φιλολογικού Τμήματος με την εισαγωγή της διδασκαλίας της βυζαντινής περιόδου από πολλές έδρες (εξέλιξη επιβεβλημένη τόσο από τη συγκρότηση βυζαντινολογικών σπουδών στο εξωτερικό και την παρουσία ενός αντίστοιχου επιστημονικού προσωπικού στην Ελλάδα, όσο και από τις προτεραιότητες και τις ανάγκες της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής) αποτέλεσε σημαντική εξέλιξη, χωρίς όμως να μεταβάλει καθοριστικά τον πάγιο προσανατολισμό της Σχολής προς την αρχαία ελληνική φιλολογία. Οι εξελίξεις στα ευρωπαϊκά πανεπιστήμια και η ανάγκη γνώσης των προβλημάτων της διεθνούς συγκυρίας, στο πλαίσιο τώρα μιας εθνοκεντρικής αντίληψης, οδήγησαν στη διδασκαλία της ιστορίας των νεότερων χρόνων έως και τα πλέον πρόσφατα χρόνια.

Ο θεματικός και χρονολογικός εμπλουτισμός της διδασκαλίας της ιστορίας δεν εμπόδισε την περιχαράκωση και σε μεγάλο βαθμό την απομόνωσή της από τις εξελίξεις στα ευρωπαϊκά πανεπιστήμια και στην ιστοριογραφία. Οι αλλαγές στη διδασκαλία της ιστορίας στις χώρες της Δυτικής Ευρώπης με κυρίαρχη την εξειδίκευση και η δημιουργία ιστορικών τμημάτων από το τέλος του 19ου αιώνα δεν βρήκαν ανταπόκριση στην ελληνική ανώτατη εκπαίδευση παρά μόνο εν μέρει στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Οι έδρες Ιστορίας, όπως και συνολικότερα οι έδρες του Πανεπιστημίου Αθηνών, παρέμειναν περιορισμένες. Με εξαίρεση τις βυζαντινές σπουδές, που σε μεγάλο βαθμό συνομίλησαν με τις αντίστοιχες στα ευρωπαϊκά πανεπιστήμια, οι ιστορικές σπουδές στην Ελλάδα δεν συμμετείχαν στον γενικότερο προβληματισμό. Δεν μοιράστηκαν, με ελάχιστες εξαιρέσεις, τα νέα ερωτήματα της ευρωπαϊκής ιστοριογραφίας όπως αυτή εξελίχθηκε μετά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο. Ενδεχομένως η συνέχεια των πολεμικών περιπετειών, οι βαλκανικοί ανταγωνισμοί, η Μικρασιατική καταστροφή εμπόδισαν τις ωσμώσεις, ενισχύοντας τον εθνοκεντρικό χαρακτήρα της ιστορικής επιστήμης. Η πλέον σημαντική εκσυγχρονιστική κίνηση, η δημιουργία του Ιστορικού Τμήματος, συνάντησε την άρνηση του καθηγητικού προσωπικού της Φιλοσοφικής Σχο-

Σελ. 399
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/400.gif&w=600&h=915

Σχολής.897 Λίγο αργότερα παλαιότερες, όπως η νομική, και νεότερες, όπως η κοινωνιολογία, επιστήμες μετέφεραν τους νέους προβληματισμούς στον χώρο των κοινωνικών επιστημών στην Ελλάδα. Διδάσκοντες της Νομικής όπως ο Κωνσταντίνος Τσάτσος και ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος δίδαξαν για πρώτη φορά μαρξισμό στο Πανεπιστήμιο 898

Η εθνική στοχοθεσία των ιστορικών σπουδών στην Ελλάδα εμπλουτίστηκε σε μεγάλο βαθμό, από την τρίτη δεκαετία του 20ού αιώνα και μετά, με ένα νέο ζητούμενο : τη γνώση του εθνικού παρελθόντος για τη θωράκιση των φοιτητών ενάντια στις κομμουνιστικές ιδέες. Εάν η έννοια της ιστορικής κοινότητας συγκροτήθηκε σε μεγάλο βαθμό κατ' αντιπαράθεση με τη δυτική ιστοριογραφία, τους ξένους, που προσέβαλλαν τα εθνικά δίκαια, στη συγκυρία του Μεσοπολέμου η ακαδημαϊκή κοινότητα όφειλε να αντιμετωπίσει έναν εσωτερικό πλέον εχθρό, ο οποίος βέβαια συνδεόταν με το εξωτερικό. Η έννοια του αγαθού και χρηστού πολίτη, έννοια που σχετιζόταν με τις απαρχές της λειτουργίας του Πανεπιστημίου, ανασημασιοδοτούνταν τώρα στη λογική του αποκλεισμού των κομμουνιστικών ιδεών, που συνδέονταν κατά κύριο λόγο με τον δημοτικισμό. Η ιστορία προσέφερε το κοινό παρελθόν, οριοθετώντας το, δίνοντας την ορθή ανάγνωσή του, ακόμη και για τα πλέον πρόσφατα χρόνια, έναντι των αναγνώσεων που επιχειρούσαν οι αριστεροί διανοούμενοι, για τους οποίους η εθνική ιστορία αποτελούσε προνομιακό πεδίο μελέτης.

Η σχέση των πανεπιστημιακών καθηγητών με την πολιτική υπήρξε καθοριστική για την ίδια τους την παρουσία στο ίδρυμα. Είναι χαρακτηριστικό ότι, ενώ σύμφωνα με τον προσωρινό κανονισμό λειτουργίας του Πανεπιστημίου (1837) το υπουργείο Παιδείας θα εκχωρούσε εντός μίας πενταετίας το δικαίωμα της εκλογής των καθηγητών στις σχολές, στην πραγματικότητα το διατήρησε για πενήντα περίπου χρόνια. Αποκλειστικός σχεδόν μηχανισμός προβολής των επιστημόνων και μελών του διδακτικού προσωπικού ήταν η σχέση με την πολιτική εξουσία. Συνεπακόλουθο ήταν, όπως σχολιάζει ο Θ. Κρητικός

897. Στη Γερμανία και στη Γαλλία οι μεγάλες συζητήσεις αναφορικά με την κριτική στον ιστορικισμό και στον θετικισμό έλαβαν χώρα εκτός Πανεπιστημίου, χωρίς να επηρεάσουν άμεσα την πανεπιστημιακή διδασκαλία της ιστορίας. Βλ. Karl Η. Metz, "Der Methodenstreit in der deutschen Geschichtswissenschaft 1891-1899): Bemerkungen zum sozialen Kontext wissenschaftlicher Auseinandersetzungen", Storia della Storiografia 6 (1984), σ. 3-20. Στην ελληνική περίπτωση, οι συζητήσεις αυτές σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις δεν απασχόλησαν τους ιστορικούς στο σύνολό τους, δεν έγιναν γνωστές ούτε εντός ούτε εκτός Πανεπιστημίου.

898. Βλ. Αλέξανδρος-Ανδρέας Κύρτσης, Κοινωνιολογική σκέψη και εκσυγχρονιστικές ιδεολογίες στον ελληνικό μεσοπόλεμο, Αθήνα, Νήσος, 1996.

Σελ. 400
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/401.gif&w=600&h=915

γράφοντας για τις φυσικές επιστήμες τον 19ο αιώνα στην Ελλάδα, να αναδειχθούν οι επιστήμονες (και ως επιστήμονες) εκείνοι που επεδείκνυαν πρόθεση και διάθεση προσαρμογής με την πολιτική εξουσία, παρά αυτονόμησης από αυτή.899 Όπως το διατυπώνει διαφορετικά ο Κ. Λάππας, η σημαντικότερη συνέπεια της εμπλοκής της πολιτικής εξουσίας στην εκλογή και σταδιοδρομία των διδασκόντων ήταν η δημιουργία αισθήματος ανασφάλειας και πνεύματος νομιμοφροσύνης της πανεπιστημιακής κοινότητας απέναντι στην κρατική εξουσία.900

Με τα βασιλικά διατάγματα του 1882 και τις επόμενες ρυθμίσεις σταδιακά διασφαλίστηκαν και εφαρμόστηκαν οι όροι εκλογής του διδακτικού προσωπικού, οι οποίοι σε γενικές γραμμές εξασφάλιζαν την αυτονομία του συγκροτώντας ένα διακριτό επιστημονικό πεδίο901: η δικαιοδοσία της αναγνώρισης του επιστημονικού κύρους ενός υποψηφίου περνούσε στα χέρια των άλλων παραγωγών γνώσης, οι οποίοι, όντας επίσης ανταγωνιστές του, ήταν οι λιγότερο διατεθειμένοι να του την παράσχουν χωρίς συζήτηση ή εξέταση.902 Οι όροι της εξέτασης και τα κριτήρια της επρόκειτο να καθοριστούν, σύμφωνα και με τη δυτική εμπειρία, σταδιακά και με τη συγκατάθεση της πολιτικής εξουσίας, στο μέτρο που ήταν απαραίτητη η νομοθετική τους κάλυψη. Σε αυτό το πλαίσιο το επιστημονικό σύγγραμμα απέκτησε κεντρική θέση, ανώτερη της διδακτικής εμπειρίας : η επιστημονική έρευνα και η συγγραφή θεωρούνταν σημαντικότερες από την παιδαγωγική διάσταση του έργου του πανεπιστημιακού καθηγητή. Η συγκεκριμένη εξέλιξη λειτούργησε καθοριστικά για την ιστορική γραφή, καθώς επέβαλε κανονιστικούς όρους (ερευνητική εργασία, τεκμηρίωση, συγκριτική διάσταση), δημιουργώντας ουσιαστικά μια τυπολογία

899. Θεόδωρος Κρητικός, «Ιστορία της Επιστήμης και Ιστορία των Ιδεών: τα όρια μιας (προβληματικής) σχέσης (19ος και 20ός αιώνας), Τα Ιστορικά 20 (Ιούνιος 1994), σ. 111-112, και passim, σ. 103-114.

900. Κ. Λάππας, ό.π., σ. 128.

901. Ο όρος επιστημονικό πεδίο σημειώνεται εδώ όπως τον χρησιμοποιεί ο Μπουρντιέ: ο τόπος (δηλαδή ο χώρος του παιχνιδιού) ενός συναγωνισμού που έχει ως ιδιαίτερο «αντίκρισμα» το μονοπώλιο του «επιστημονικού κύρους», αδιάσπαστα καθορισμένου ως τεχνικής ικανότητας και ως κοινωνικής εξουσίας ή, αν προτιμάτε, το μονοπώλιο της επιστημονικής αρμοδιότητας, εννοούμενης ως ικανότητας του να ομιλούμε και να ενεργούμε νόμιμα (δηλαδή κατά τρόπο εξουσιοδοτημένο και εξουσιαστικό) για την επιστήμη, που είναι κοινωνικά αναγνωρισμένη σε έναν καθορισμένο φορέα: Μικρόκοσμοι. Τρεις μελέτες πεδίου, μτφ.: Νίκος Παναγιωτόπουλος, Γιώργος Τσούλας, Αθήνα, Δελφίνι, 1993, σ. 86. Για την έννοια του επιστημονικού κύρους και του συμβολικού κεφαλαίου του επιστήμονα βλ. Ρ. Bourdieu, Homo academicus, Παρίσι 1984.

902. Βλ. Πιέρ Μπουρντιέ, Μικρόκοσμοι..., ό.π, σ. 91.

Σελ. 401
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/402.gif&w=600&h=915

γία της. Με βάση αυτή την τυπολογία τα σχολικά εγχειρίδια δεν θεωρούνταν επιστημονικά συγγράμματα, ενώ η χρήση της βιβλιογραφίας κρίθηκε απαραίτητη . Η διαδικασία αυτή, παρ' όλο που πολύ συχνά λειτούργησε προσχηματικά καλύπτοντας προαποφασισμένες επιλογές από το σώμα των καθηγητών ή την εκτελεστική εξουσία, συγκροτούσε κριτήρια που έπρεπε να ληφθούν υπόψη, δημιουργούσε νέο ορίζοντα προσδοκιών για το ιστορικό έργο. Από την άλλη πλευρά υπήρχαν οι αίθουσες των συλλόγων, οι εταιρείες και οι συσσωματώσεις, μέσα από τις οποίες ο ιστορικός μετέφερε την «αλήθεια» σε ένα ευρύτερο κοινό.

Η πραγματικότητα, βέβαια, αποδείχθηκε πολλές φορές αρκετά πιο σύνθετη. Όσο και εάν η ανάθεση της εκλογής του πανεπιστημιακού προσωπικού στις σχολές σηματοδοτούσε μια διαδικασία αυτονόμησης, η διαδικασία αυτή ούτε απρόσκοπτη ήταν, ούτε και ευθύγραμμη. Από το 1882 έως το 1932, και ιδιαίτερα το διάστημα 1910-1932, εποχή διχασμού και πολιτικής αστάθειας, κυβερνήσεις όλου του πολιτικού φάσματος προχώρησαν στις περισσότερες αριθμητικά, καθ' όλη την έως τότε ιστορία του ιδρύματος, απολύσεις μελών του διδακτικού προσωπικού. Η πολιτική εξουσία προσπάθησε να ελέγξει την ανάδειξη του διδακτικού προσωπικού παράλληλα με την ενίσχυση των διαδικασιών αυτονόμησής του, ενώ διατήρησε και κάποτε διεύρυνε το δικαίωμα καθορισμού του γνωστικού αντικειμένου των εδρών και την προκήρυξη νέων. Σε ένα πανεπιστήμιο με ιστορία μόλις ογδόντα χρόνων και σε ένα περιβάλλον στο οποίο δεν είχε διαμορφωθεί ακόμη ακαδημαϊκή παράδοση ,903 η κρατική παρέμβαση δεν εξέπληττε. Όσον αφορούσε την παρουσία και τη διδασκαλία της ιστορίας το διακύβευμα ήταν ιδιαίτερα σοβαρό.

903. Το ζήτημα της ακαδημαϊκής παράδοσης συνδέεται κυρίως με τη θεσμοθέτηση των όρων εκείνων μέσα από τους οποίους αναδεικνύεται το διδακτικό προσωπικό. Η ανάθεση της διαδικασίας αυτής στο τελευταίο δεν συνεπάγεται αυτόματα την είσοδο νέων ιδεών ή νέων προσώπων. Αντίθετα, στα γερμανικά πανεπιστήμια, και λιγότερο στα γαλλικά, η αριστοκρατική δομή του πανεπιστημίου με την εκτεταμένη εξουσία των τακτικών καθηγητών και η θεσμική παρέμβαση της κυβέρνησης στην τελική επιλογή οδηγούσαν στη δημιουργία ενός σώματος διδασκόντων ταξικά και ιδεολογικά καθορισμένων. Σε αυτές τις διαδικασίες οφείλεται εν πολλοίς και η περιχαράκωση των πανεπιστημιακών σπουδών, η δημιουργία ενός σώματος μανδαρίνων της δημόσιας διοίκησης, αριστοκρατικής κυρίως καταγωγής. Βλ. Fritz Ringer, The Decline of the German Mandarins: The German Academic Community 1890-1933, Κέμπριτζ Μασσ. 1969, και για τη Γαλλία βλ. W. Keylor, Academy and Community. The Foundation of the French Historical Profession, Κέμπριτζ 1975. Βλ. και Γκ. Ίγκερς, Νέες κατευθύνσεις..., ό.π., σ. 72-74, 122-127.

Σελ. 402
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/403.gif&w=600&h=915

Το κοινό στοιχείο που διέτρεξε το σύνολο της ιστορικής διδασκαλίας την περίοδο που μελετώ αποτελεί η προσήλωση στην εθνική χρησιμότητα της ιστορίας. Η προσήλωση αυτή βρήκε διαφορετικές εκφράσεις μέσα στον χρόνο, ανάλογα με τη συγκυρία και τους διδάσκοντες. Η αντίκρουση των θεωριών του Φαλλμεράυερ, η εμφάνιση των βαλκανικών εθνικισμών, η διεκδίκηση νέων εδαφών και η ενσωμάτωση των προσφυγικών πληθυσμών μετά την Καταστροφή του 1922 αποτέλεσαν εξελίξεις που επηρέασαν καθοριστικά τη διδασκαλία της ιστορίας. Η διαμόρφωση της ιστορικής παράδοσης του ελληνικού έθνους μέσα από τη σύζευξη της πανεπιστημιακής διδασκαλίας της ιστορίας με την εν γένει παρουσία του ιδρύματος, υπήρξε διαδικασία πολύπλοκη, πολύμορφη και αντιφατική. Η σύνδεση του εθνικού παρελθόντος με το παρόν ανάλογα με τους πολιτικούς σχεδιασμούς του μέλλοντος συνέστησε μείζον ερώτημα, στο οποίο υπήρξαν διαφορετικές και συχνά αλληλοσυγκρουόμενες απαντήσεις.

Οι απαντήσεις που έδωσε το Πανεπιστήμιο και ιδιαίτερα η Φιλοσοφική Σχολή επηρεάστηκαν σημαντικά από τη φυσιογνωμία του: η συμβολή του Αθήνησι στην έξωση του Όθωνα, η τοποθέτησή του στο αντιδημοτικιστικό στρατόπεδο και η αντιβενιζελική εν πολλοίς στάση του στον Διχασμό, η συμμετοχή του στον αντικομμουνιστικό αγώνα αποτέλεσαν πολιτικές επιλογές που προσδιόρισαν σε γενικές γραμμές και το πλαίσιο στο οποίο κινήθηκε το διδακτικό προσωπικό της ιστορίας. Η σύνδεση του Κ. Παπαρρηγόπουλου με την κωλεττική Μεγάλη Ιδέα, η συμμετοχή του, όπως και του Σπ. Λάμπρου και του Π. Καρολίδη, στο τρικουπικό σχέδιο του εκσυγχρονισμού, η τοποθέτηση των δύο τελευταίων στο φιλοβασιλικό στρατόπεδο, η εναντίωση των νεότερων καθηγητών στη μαρξιστική ιστοριογραφία των αρχών του 20ού αιώνα καθόρισαν και τη διδασκαλία της ιστορίας. Η διαμάχη για τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία ανάμεσα στον Παπαρρηγόπουλο και σε μια ομάδα αρχαιογνωστών καθηγητών, η σύγκρουση Λάμπρου - Καρολίδη για τον χαρακτήρα της ιστορικής επιστήμης έκρυβαν πέρα από προσωπικές φιλοδοξίες πολιτικά προτάγματα αναφορικά με τον συνολικό χαρακτήρα και τις κατευθύνσεις του νέου κράτους. Προτάγματα τα οποία σε συγκεκριμένες στιγμές οι καθηγητές επιχείρησαν να προβάλουν, επανδρώνοντας τους μηχανισμούς εξουσίας.

Στο ελληνικό βασίλειο του 19ου αιώνα και των αρχών του 20ού η πραγμάτωση της Μεγάλης Ιδέας αποτελούσε το σημαντικότερο πολιτικό πρόταγμα, το οποίο υπηρέτησαν οι καθηγητές του Πανεπιστημίου, που και μέσω της καθηγητικής τους ιδιότητας εξέφρασαν τις πολιτικές απόψεις τους για την πραγμάτωση της. Και δεν αναφέρομαι μόνο στην παρουσία τους στις δημό-

Σελ. 403
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/404.gif&w=600&h=915

δημόσιες εκδηλώσεις του ιδρύματος, στις οποίες είχαν την ευκαιρία να διατυπώσουν πολλές φορές τις πολιτικές θέσεις τους, ή στη γενικότερη συμμετοχή τους στον δημόσιο βίο. Αναφέρομαι ειδικότερα στη διδασκαλία τους, στο ιστορικό τους έργο. Η προβολή από τον Κ. Παπαρρηγόπουλο της μοναρχίας ως ενός από τα πλέον ισχυρά ομογενοποιητικά στοιχεία της ελληνικής Βυζαντινής Αυτοκρατορίας αποτελούσε μια κατά μείζονα λόγο πολιτική επιλογή, καθώς δημιουργούσε γενεαλογία, ενώ ταυτόχρονα ενίσχυε τους υποστηρικτές του θεσμού με επιχειρήματα, διαπαιδαγωγώντας ανάλογα τους φοιτητές και την κοινή γνώμη. Η προσαρμογή της διδασκαλίας του στους κάθε φορά εφικτούς στόχους του ελληνικού αλυτρωτισμού όπλιζε την ελληνική εξωτερική πολιτική. Η έμφαση του Π. Καρολίδη στη σύνδεση του ανατολικού και του ελληνικού πολιτισμού και ο καθοριστικός ρόλος της Μικράς Ασίας ως χώρου συνεύρεσης και συναλλαγής των δύο πολιτισμών εξυπηρετούσαν την πολιτική αντίληψή του για την ελληνοοθωμανική συνεργασία. Η Αγωγή του πολίτου που εισήγαγε και δίδαξε ο Μιχαήλ Βολονάκης είχε στόχο να διαφωτίσει τους φοιτητές και να τους εφοδιάσει με όπλα εναντίον του «εσωτερικού εχθρού».

Τα μαθήματα των πανεπιστημιακών ιστορικών είχαν αντίκτυπο στην ελληνική κοινωνία. Το έθνος, προβάλλοντας σε σημαντικό βαθμό τις ανάγκες της συγκυρίας στο παρελθόν, αναζητούσε τους ιστορικούς συμμάχους του. Η ιστορική αφήγηση του παρελθόντος αποτελούσε μια πολύ κρίσιμη επιλογή, που τους αφορούσε όλους. Στα δύο επεισόδια που έλαβαν χώρα στο Πανεπιστήμιο Αθηνών τον 19ο αιώνα γύρω από καθηγητές Ιστορίας (Μανούσεια και Βερναρδάκεια), η διδασκαλία τους διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο, αποτέλεσε , έστω και ως πρόφαση, την αφορμή για τη σύγκρουση. Το 1848, σε ένα πανεπιστήμιο σε γενικές γραμμές πολιτικά φιλελεύθερο, οι φοιτητές στάθηκαν στο πλευρό του Θ. Μανούση όταν κατηγορήθηκε για «ασεβή» διδασκαλία. Το 1868, σε μια κοινωνία πλέον πολύ πιο συντηρητική και ευαίσθητη σε θρησκευτικά ζητήματα, οι φοιτητές πρωτοστάτησαν στην αποπομπή του Δ. Βερναρδάκη κυρίως λόγω της στάσης του προς τα θεία και των επιρροών που είχε δεχθεί από τον δαρβινισμό. Στην πραγματικότητα, σε μια στιγμή ανόδου του φοιτητικού κινήματος ο καθηγητής αναγκάστηκε να παραιτηθεί εξαιτίας της φιλοβασιλικής του τοποθέτησης.

Η έντονη και πολυδιάστατη δημόσια παρουσία του Πανεπιστημίου δεν αποτελεί εγχώρια ιδιοτυπία. Σε όλο τον 19ο αιώνα στην Ευρώπη οι πανεπιστημιακοί καθηγητές, ιδιαίτερα οι καθηγητές της Ιστορίας, ενεπλάκησαν ενεργά στη δημόσια ζωή. Συμμετείχαν σε αυτήν, καθορίζοντας την κρατική πολιτική, καταλαμβάνοντας ακόμη και υψηλά πολιτικά αξιώματα, όπως ο

Σελ. 404
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/405.gif&w=600&h=915

Γκιζό και ο Μακώλεϋ. Η Γαλλική Επανάσταση και οι Ναπολεόντειοι Πόλεμοι δημιούργησαν ένα νέο σκηνικό, μέσα στο οποίο έκαναν δυναμικά την παρουσία τους οι επαγγελματίες ιστορικοί. Σε έναν αιώνα ρομαντισμού οι κάτοχοι της ιστορικής αλήθειας διαδραμάτισαν κεντρικό ρόλο στην υπεράσπιση των εθνικών ιδεωδών αλλά και των τρεχουσών πολιτικών. Στην Πρωσική σχολή επιφανείς ιστορικοί όπως ο Ντρόυζεν και ο Τράιτσκε «κατασκεύασαν» με το έργο τους το κοινό ιστορικό παρελθόν του νεαρού γερμανικού κράτους στηρίζοντας το απολυταρχικό καθεστώς του Μπίσμαρκ ,904 Στη Γαλλία μετά την ήττα του 1871 οι θετικιστές ιστορικοί ανέλαβαν καθοριστικό ρόλο στη συγκρότηση της σχολικής εκπαίδευσης επιχειρώντας να ενισχύσουν το εθνικό φρόνημα των μαθητών. Ο Ερνέστ Λαβίς συνέγραψε εγχειρίδια ιστορίας για το δημοτικό, ενώ υπήρξε ο εμπνευστής και συντάκτης των εκπαιδευτικών προγραμμάτων για την πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση 905

Η διεύρυνση της ελληνικής πανεπιστημιακής κοινότητας στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, η συνεχής παρουσία των εκπροσώπων της μέσα από την ενεργό συμμετοχή τους στον δημόσιο βίο, η οριοθέτηση της επιστημονικής της ταυτότητας οδήγησαν στην ισχυροποίηση της. Ο καταλυτικός ρόλος που έπαιξαν οι ιστορικοί του Πανεπιστημίου στη διαμόρφωση συλλογικοτήτων όπως η Εθνική Άμυνα, η Εθνική Εταιρεία και ο «Ελληνισμός» και η ανάληψη σε μεγάλο βαθμό πολιτικών πρωτοβουλιών μέσα από τον πρωταγωνιστικό τους ρόλο στη λειτουργία τους ήταν δηλωτικά της επιθυμίας τους να συμμετάσχουν στα πεδία εξουσίας, ιδιαίτερα στο τέλος του αιώνα, σε μια περίοδο απονομιμοποίησης του πολιτικού προσωπικού 906

Η κατάληξη αυτών των προσπαθειών είναι γνωστή. Η ισχυροποίηση των πολιτικών απομάκρυνε τους πανεπιστημιακούς σε μεγάλο βαθμό από την ενεργό δράση, περιορίζοντάς τους στη χρήση της συμβολικής τους εξουσίας.

904. Βλ. Konrad Jarausch, Students, Society and Politics..., ό.π., a. 200-205, και G. Iggers, The German Conception..., ό.π., σ. 91-92. Βλ. γενικότερα για τη σχέση ιστορίας και πολιτικής τον συλλογικό τόμο Walter Laqueur (επιμ.), Historians in Politics, Λονδίνο - Καλιφόρνια 1974, και ιδιαίτερα τα άρθρα του Andreas Dorpalen, "Heinrich von Treitschke", σ. 21-35, και του Charles E. McClelland, "Berlin Historians and German Politis", σ. 191-222.

905. Chr. Delacroix, Fr. Dosse, P. Garcia, ό.π., σ. 67-71. Βλ και G. Bourde, Η. Martin, ό.π., σ. 155-161.

906. Βλ. Έφη Γαζή, «Συμβολικός λόγος...», ό.π., και Γιώργος Κόκκινος, «Η αποσύνδεση του έθνους από το κράτος, ο πολιτικός ανορθολογισμός και η συγκρότηση των εθνικών οργανώσεων στα τέλη του 19ου αιώνα. Το παράδειγμα της εταιρείας 0 Ελληνισμός», στο ίδιο, σ. 231-250.

Σελ. 405
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/406.gif&w=600&h=915

Μετά τη θητεία του Σπ. Λάμπρου στην Εθνική Εταιρεία και την άσκηση στην ουσία εξωτερικής πολιτικής, η σύντομη θητεία του στην πρωθυπουργία και η άδοξη κατάληξή της ήταν σε μεγάλο βαθμό ενδεικτική των νέων εξελίξεων. Η επιλογή του στηρίχτηκε, σε μια κρισιμότατη περίοδο, όχι στην πολιτική του ικανότητα αλλά στο συμβολικό κύρος που έφερε η πανεπιστημιακή ιδιότητα και η κοινωνική του δράση.

Η ανάδειξη του εθνικού σε βασική κανονιστική αρχή, στο ιστορικά ορθό, αποτέλεσε το πλαίσιο που κυριάρχησε στον επιστημονικό-ιστορικό λόγο, συνδέοντάς τον άρρηκτα με την πολιτική. Οι καθηγητές του Πανεπιστημίου αναδείχθηκαν σε υπερασπιστές της πολιτικής οντότητας του έθνους μέσω της προβολής της μοναδικής πολιτιστικής του ταυτότητας, η οποία κατά μείζονα λόγο διαμορφώθηκε ιστορικά. Ο κοινός στόχος ήταν η δράση, η εκπλήρωση των εθνικών ιδεωδών, στόχος ο οποίος δεχόταν διαφορετικές κάθε φορά ερμηνείες ανάλογα με τη συγκυρία. Όμως, η παραδοχή του εθνικού προτάγματος αποτέλεσε την κοινή βάση, το σημείο συμφωνίας. Η εμφάνιση και ισχυροποίηση των κομμουνιστικών ιδεών από τη δεκαετία του 1920 και μετά στην Ελλάδα αποτέλεσε τη σημαντικότερη ρήξη σε αυτό το consensus, και δημιούργησε νέους όρους σύγκρουσης των ιδεών αλλά και των πολιτικών.

Έτσι, λοιπόν, πορεύθηκε η ιστορία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Φορώντας τον αρχαϊκό της χιτώνα, περιέβαλλε, όπως και οι άλλες αναγεννηθείσες αδελφές της επιστήμες, τον Όθωνα και όλους όσοι τον ακολούθησαν στην εξουσία, κράτησε τις δέλτους της, κατέγραψε τα γεγονότα του παρελθόντος. Στα χρόνια που ήλθαν, άλλαξε στο σώμα και στην ενδυμασία- άφησε πίσω τις παγκόσμιες προοπτικές της, έγινε εθνική, κατέκτησε σταδιακά τον επιστημονικό της χαρακτήρα και, σε αντίθεση με τις άλλες επιστήμες, προσέθεσε γρήγορα στον χιτώνα βυζαντινά και νεοελληνικά στολίδια. Διατήρησε όμως πάντα τις στενές σχέσεις μαζί τους : με τη φιλολογία, τη ρητορική και ιδιαίτερα την αρχαιολογία. Μαζί με την τελευταία, ακουμπώντας η μία στην άλλη, συνταξίδεψαν έως την ίδρυση του Ιστορικού-Αρχαιολογικού Τμήματος, τελευταίο στάδιο και παράλληλα νέα αρχή ενός ταξιδιού που συνεχίζεται έως σήμερα.

Σελ. 406
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/407.gif&w=600&h=915

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

ΤΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΣΤΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗ ΣΧΟΛΗ ΤΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ (1837-1932)

Σελ. 407
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/408.gif&w=600&h=915 01 - 0002.htm

ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Σελ. 408
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/409.gif&w=600&h=915

ΤΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΣΤΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗ ΣΧΟΛΗ ΤΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ (1837-1932)

Μια πρώτη καταγραφή των μαθημάτων ιστορίας συμπεριλαμβανόταν στην ανέκδοτη ανακοίνωση του Παναγιώτη Στάθη και του γράφοντος «Έδρες και μαθήματα Ιστορίας στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών 1837-1911 », στα Σεμινάρια της Ερμούπολης τον Ιούλιο του 1992. Η παρούσα καταγραφή συμπληρώνει την προϋπάρχουσα, στηριζόμενη σε αρχειακό υλικό που διασώζεται στο Αρχείο Πρωτοκόλλου του Ιστορικού Αρχείου του Πανεπιστημίου Αθηνών για την περίοδο 1837-1932.

Το σύνολο των προγραμμάτων έχει διασωθεί στο Αρχείο Πρωτοκόλλου, εκτός από τα προγράμματα του ακαδημαϊκού έτους 1841-1842 και του θερινού εξαμήνου 1845-1846, που εντοπίστηκαν στον σύμμεικτο χειρόγραφο τόμο Πρακτικά Συνεδριάσεων της Φιλοσοφικής Σχολής από 1838-1852, Της Νομικής Σχολής από 1837-1852, Συνεδριάσεων Συγκλήτου από 1843-1846. Τα υπόλοιπα προγράμματα έχουν διασωθεί στις ακόλουθες μορφές : α) έντυπα μονόφυλλα προγράμματα χειμερινών και θερινών μαθημάτων που αναρτούσαν στο Πανεπιστήμιο προς ενημέρωση των φοιτητών (έχουν εντοπιστεί από το 1837-1838 έως και το 1919, αν και με μεγάλη πληρότητα έως το 1885), β) προγράμματα που εκδίδονταν από το 1864907 σε ξεχωριστά φυλλάδια και από το 1880 ενσωματώνονταν και στους πρυτανικούς απολογισμούς, και γ) προγράμματα που περιλαμβάνονταν στις επετηρίδες του Πανεπιστημίου Αθηνών μετά το 1916. Η σειρά παρουσιάζει κενά, τα οποία οφείλονται άλλοτε σε αργία του Πανεπιστημίου (για παράδειγμα το χειμερινό εξάμηνο 18541855 λόγω της πανώλης και το θερινό εξάμηνο 1861-1862 εξαιτίας της έξωσης

907. Το πρώτο ονομαζόταν Αναγραφή των επί το ακαδημαϊκόν έτος 1864-65 αρχών του εν Αθήναις Εθνικού Πανεπιστημίου, των επιστημονικών συλλογών και παραρτημάτων αυτού, και των επί το χειμερινόν εξάμηνον 1864-1865 διδαχθησομένων εν αυτώ μαθημάτων και συνέχισε να εκδίδεται με παραπλήσιες ονομασίες έως το 1916, όταν εκδόθηκε η Επετηρίδα.

Σελ. 409
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/410.gif&w=600&h=915

του Όθωνα) και άλλοτε στη μη δημοσίευση των προγραμμάτων, τουλάχιστον τυπωμένων.908

Στον κατάλογο που ακολουθεί προηγούνται τα μαθήματα των καθηγητών σύμφωνα με τον βαθμό και την αρχαιότητά τους και έπονται τα μαθήματα των υφηγητών με τον αντίστοιχο τρόπο. Η παύλα στη στήλη των ωρών δηλώνει ότι δεν προσδιορίζονται οι ώρες διδασκαλίας.

908. Σημειώνω τα εξάμηνα και τα έτη, τα προγράμματα των οποίων έχουν εντοπιστεί στο Ιστορικό Αρχείο του Πανεπιστημίου Αθηνών: 1837-1839, θ.εξ. 1839-1840, 1840-1841 έως χ.εξ. 1841-1842, χ.εξ. 1842-1843 έως 1852-1853, 1854-1855, 1856-1857, 1858-1860, χ.εξ. 1861-1862, 1862-1863 έως χ.εξ. 1875-1876, 1876-1877 έως χ.εξ. 18851886, χ.εξ. 1886-1887, χ.εξ. 1887-1888, χ.εξ. 1888-1889, χ.εξ. 1889-1890, χ.εξ. 18901891, χ.εξ. 1891-1892, χ.εξ. 1892-1893, χ.εξ. 1893-1894, χ.εξ. 1894-1895, χ.εξ. 18951896, 1896-1897, χ.εξ. 1897-1898, χ.εξ. 1898-1899, 1899-1900, χ.εξ. 1900-1901, χ.εξ. 1901-1902, 1902-1903, χ.εξ. 1903-1904, χ.εξ. 1904-1905, χ.εξ. 1905-1906, 1906-1907, 1907-1908, 1908-1909, 1910-1911, 1913-1914, 1916-1919, 1921-1922, 1923-1936.

Σελ. 410
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/411.gif&w=600&h=915

ΕΤΟΣ

ΕΞΑΜΗΝΟ ΔΙΔΑΣΚΩΝ

ΜΑΘΗΜΑ

ΩΡΕΣ

• 1837-38 χ. Σχινάς Κ., τ.κ.

1837-38 θ. Σχινάς Κ., τ.κ.

• 1838-39 χ. Σχινάς Κ., τ.κ.

1838-39 χ. Σχινάς Κ., τ.κ. 1838-39 χ. Μανούσης Θ., ε.κ.

1838-39 θ. Σχινάς Κ., τ.κ. 1838-39 θ. Σχινάς Κ., τ.κ.

1838-39 θ. Μανούσης Θ., ε.κ.

• 1839-40 θ. Σχινάς Κ., τ.κ.

1839-40 θ. Μανούσης Θ., ε.κ.

• 1840-41 χ. Σχινάς Κ., τ.κ.

1840-41 χ. Μανούσης Θ., ε.κ.

1840-41 θ. Σχινάς Κ., τ.κ.

1840-41 θ. Μανούσης Θ., ε.κ.

Βίος Ελλάδος, ήτοι ελληνική αρχαιολογία 3

Εξακολούθησις του βίου της Ελλάδος 3

Βίος Ελλάδος

(εξακολούθησις και τέλος) 3

Πραγματεία περί ιστοριογράφων Ελλήνων 1

Πολιτειογραφία της Ευρώπης και ιδίως περιγραφή φυσική, ηθική και πολιτική της Ρωσσίας, Γαλλίας, Μεγάλης Βρεττανίας και της Αγγλοαμερικανικής Συμπολιτείας 1

Τας ιδίως ελληνικάς αρχαιολογίας 3

Έναρξις του βίου της Ελλάδος, αν υπάρχωσι νέοι φοιτηταί -

Πολιτειογραφία της Ευρώπης και ιδίως περιγραφή φυσική, ηθική και πολιτική της Ρωσσίας, Γαλλίας, Μεγάλης Βρεττανίας και της Αγγλοαμερικανικής συμπολιτείας 1

Εξακολούθησις των αρχαιολογιών και ιδίως αρχαιολογία πολιτική και ιστορική των Αθηνών 3

Εισαγωγή εις την πολιτειογραφίαν και γενικήν πολιτειογραφίαν της Ευρώπης 1

Πολιτεία Αθηναίων συμπεριλαμβανομένης και πραγματείας περί του αττικού δικαίου 4

Ειδική πολιτειογραφία, ήτοι περιγραφή

της Γαλλίας, Μεγ. Βρεττανίας

και Ρωσσίας 1

Η διακοπείσα σειρά του μαθήματος της των Αθηναίων πολιτείας 4

Εισαγωγή εις την πολιτειογραφίαν και γενικήν πολιτειογραφίαν της Ευρώπης 2

Σελ. 411
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/412.gif&w=600&h=915

ΕΤΟΣ

ΕΞΑΜΗΝΟ ΔΙΔΑΣΚΩΝ

ΜΑΘΗΜΑ

ΩΡΕΣ

• 1841-42 χ. Σχινάς Κ., ε.κ.

1841-42 θ. Σχινάς Κ., ε.κ.

• 1842-43 χ. Μάσσον Έντ., τ.κ.

1842-43 χ. Μανούσης Θ., ε.κ.

1842-43 χ. Μανούσης Θ., ε.κ.

1842-43 θ. Μάσσον Έντ., τ.κ.

1842-43 θ. Σχινάς Κ, ε.κ.

1842-43 θ. Μανούσης Θ., ε.κ.

1842-43 θ. Μανούσης Θ., ε.κ.

• 1843-44 χ. Μάσσον Έντ., τ.κ.

1843-44 χ. Σχινάς Κ., ε.κ.

1843-44 χ. Μανούσης Θ., ε.κ.

1843-44 χ. Μανούσης Θ., ε.κ.

1843-44 θ. Μανούσης Θ., τ.κ.

1843-44 6. Σχινάς Κ., ε.κ.

• 1844-45 χ. Σχινάς Κ., τ.κ.

Ιστορία του αρχαίου κόσμου 4

Συνέχεια της ιστορίας του αρχαίου κόσμου -

Γενική ιστορία -

Ειδική πολιτειογραφία Γαλλίας, Αγγλίας και Ρωσσίας 1

Τα κυριώτερα κεφάλαια της μέσης

και νέας ιστορίας 1

Γενική ιστορία 3

Εξακολούθησις της ιστορίας

των αρχαίων εθνών 3

Εισαγωγή εις την πολιτειογραφίαν και γενικήν πολιτειογραφίαν της Ευρώπης 2

Εξακολούθησις της μέσης και νέας ιστορίας 1

Φιλοσοφική έποψις της νεωτέρας

ιστορίας, καθ' εκάστην -

Τα μαθήματα του Μάσσον και

του Μανούση καταγράφηκαν σε χειρόγραφο

πρόγραμμα που εγκρίθηκε από

το υπουργείο Παιδείας στις 8 Ιουλίου

1843 (Αρχείο Πρωτοκόλλου/ΙΑΠΑ). Στο

επίσημο πρόγραμμα δεν εμφανίστηκαν,

καθώς προηγήθηκε η απόλυση των δυο

καθηγητών.

Βίος Ελλάδος, ήτοι ο κατ' οίκον και ο εν πολιτεία βίος των αρχαίων Ελλήνων -

Γενική ιστορία -

Ειδική πολιτειογραφία Ρωσσίας, Αγγλίας και Γαλλίας -

Γενική ιστορία 2

Βίος Ελλάδος, ήτοι ο κατ' οίκον και ο εν πολιτεία βίος των αρχαίων Ελλήνων 3

Βίος Ελλάδος 3

Σελ. 412
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Η συγκρότηση της ιστορικής επιστήμης και η διδασκαλία της ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (1837-1932)
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 393
    

    αιώνα, όταν στην ανώτατη εκπαίδευση των περισσότερων ευρωπαϊκών χωρών τα μαθήματα για τις αντίστοιχες εθνικές γλώσσες είχαν εισέλθει από τον προηγούμενο αιώνα. Η Φιλοσοφική Σχολή της Αθήνας κατηγορήθηκε άλλωστε για αρχαιολατρεία, γεγονός που αποτέλεσε και μια από τις κύριες αιτίες για τη δημιουργία της Φιλοσοφικής Σχολής Θεσσαλονίκης. Θυμίζω ότι στο νέο πανεπιστήμιο, η φυσιογνωμία του οποίου διαμορφώθηκε σε μεγάλο βαθμό από την κυβέρνηση Αλεξάνδρου Παπαναστασίου και στη συνέχεια από την κυβέρνηση Ελευθερίου Βενιζέλου της περιόδου 1928-1932, δημιουργήθηκε εξαρχής Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας, ενώ η έμφαση δόθηκε στη μελέτη της βυζαντινής και της νεότερης ελληνικής ιστορίας.

    ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΣΠΟΥΔΕΣ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟ ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΟΥ ΙΣΤΟΡΙΟΓΡΑΦΟΥ ΚΑΙ ΣΤΗ ΣΚΗΝΗ ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΟΥ

    Το Πανεπιστήμιο Αθηνών απέκτησε από νωρίς σημαίνουσα θέση στον δημόσιο βίο. Ο εθνικός του ρόλος, όπως άλλωστε και στα αντίστοιχα ιδρύματα της Δυτικής Ευρώπης, ήταν σαφής και κυρίαρχος. Δημιουργημένο σε μια στιγμή μετάβασης, όταν το πανεπιστήμιο του Διαφωτισμού έδινε τη θέση του στο πανεπιστήμιο των νέων εθνών-κρατών μεταβάλλοντας τους στόχους και το πρόγραμμά του, το ελληνικό ανώτατο ίδρυμα διαμόρφωσε τη φυσιογνωμία του σε έναν συνεχή διάλογο με τον ευρύτερο πολιτικό και κοινωνικό του περίγυρο.

    Τα μαθήματα της ιστορίας κατέλαβαν κεντρική θέση στο πρόγραμμά του. Ήταν υποχρεωτικά στη Φιλοσοφική Σχολή, ενώ το σύνολο των φοιτητών έπρεπε να παρακολουθήσει για έναν χρόνο μαθήματα γενικής ιστορίας. Η υποχρεωτική παρακολούθηση της γενικής ιστορίας, σύμφωνα με τους οδηγούς σπουδών που εξέδωσε το Οθώνειο τις πρώτες δεκαετίες λειτουργίας του, συνδεόταν με τον γενικότερο στόχο του : την ηθική βελτίωση και την πνευματική εξύψωση του ατόμου, τη συγκρότηση ηθικών, ελεύθερων και μορφωμένων ανθρώπων. Σε αυτό το πλαίσιο η γενική ιστορία, μια ιστορία βασισμένη στη διαφωτιστική έννοια της προόδου, είτε ως παράδειγμα είτε ως χρήσιμη γνώση συντελούσε ενεργά στην ηθικοποίηση και στην πνευματική εξύψωση του φοιτητή. Στην ύλη του μαθήματος, το οποίο κυριάρχησε στα ευρωπαϊκά πανεπιστήμια και στην ιστοριογραφία κατά το δεύτερο μισό του 18ου και στις αρχές του 19ου αιώνα, περιλαμβανόταν η ανθρώπινη ιστορία από την αρχαιότητα ως τα σύγχρονα χρόνια.

    Η επιλογή του Κ. Σχινά να επικεντρώσει τη διδασκαλία του στον αρχαίο κόσμο αιτιολογήθηκε από τον ίδιο με βάση την προγονική σχέση με τους αρ-