Συγγραφέας:Καραμανωλάκης, Βαγγέλης Δ.
 
Τίτλος:Η συγκρότηση της ιστορικής επιστήμης και η διδασκαλία της ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (1837-1932)
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:42
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:2006
 
Σελίδες:551
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Εκπαίδευση-Τριτοβάθμια
 
Παιδεία-Εκπαίδευση
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα, Πανεπιστήμιο Αθηνών
 
Χρονική κάλυψη:1837-1932
 
Περίληψη:Αφετηριακή υπόθεση της εργασίας αυτής είναι ότι η ιστορία συγκροτείται ως επιστήμη μέσα από την καταλυτική επίδραση εκπαιδευτικών θεσμών για την παραγωγή και τη μετάδοση της γνώσης, όπως είναι το πανεπιστήμιο. Οι θεσμοί αυτοί επιβάλλουν σε μεγάλο βαθμό στην ιστοριογραφική παραγωγή τη λογική της συγκρότησης και της λειτουργίας τους, τις αξίες που τους διέπουν, τις πρακτικές ανάδειξης κύρους και τους συσχετισμούς δύναμης που επικρατούν στο εσωτερικό τους, τις σχέσεις τους με την πολιτική εξουσία και την κοινωνία. Η πανεπιστημιακή διδασκαλία της ιστορίας κατά την περίοδο που καλύπτει το βιβλίο συνδέθηκε με μια σειρά από παράγοντες και μεταβλητές, στοιχεία που καθόρισαν και το συγκεκριμένο πλαίσιο αναφοράς : το πανεπιστημιακό περιβάλλον, η ιστοριογραφική παράδοση, τα πρόσωπα που δίδαξαν και οι αποδέκτες της διδασκαλίας τους. Στόχος της παρούσας εργασίας είναι η συνεξέταση αυτών των παραγόντων μέσα στην ευρύτερη πολιτική και κοινωνική συγκυρία από την οποία σε μεγάλο βαθμό ορίστηκαν και την οποία εντέλει επανακαθόρισαν, με άλλα λόγια θέμα του βιβλίου είναι η συγκρότηση, στον χώρο του Πανεπιστημίου Αθηνών, μιας εθνικής-επιστημονικής ιστορίας με έντονο διδακτικό χαρακτήρα, η οποία επηρέασε καθοριστικά τη συνολική ιστοριογραφική παραγωγή, λόγω της σημαίνουσας θέσης του ιδρύματος, καθώς για έναν περίπου αιώνα αποτέλεσε τον μοναδικό οργανωμένο θεσμό της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης ο οποίος παρήγε ιστορική γνώση, κατάρτιζε τους φοιτητές και προετοίμαζε τους αποφοίτους του για τη διάχυση αυτής της γνώσης, μέσω κυρίως του σχολικού δικτύου, στο ελληνικό βασίλειο και στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 43.93 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 49-68 από: 554
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/49.gif&w=600&h=915

το συνδεόταν με τη συνολικότερη κατεύθυνση του Πανεπιστημίου προς την ελληνορωμαϊκή αρχαιότητα,87 το υψηλό προσωπικό κύρος του πρώτου πρύτανη και γενικότερα τον προσωποκεντρικό χαρακτήρα των εδρών.

Η ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΗΣ ΠΑΤΡΩΑΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

Προσωπικότητα με πολλαπλά ενδιαφέροντα, συστηματικό έργο και οργανωτικό χαρακτήρα, ο Κ. Δ. Σχινάς συνέδεσε τις διαφορετικές φάσεις της δημόσιας παρουσίας του με συγκεκριμένα συγγραφικά επιτεύγματα : μεταφράσεις και νομικά έργα κατά τη θητεία του ως υπουργικού συμβούλου και υπουργού, ιστορικά έργα στο Πανεπιστήμιο, πολιτικά κείμενα και υπομνήματα κατά τη διπλωματική σταδιοδρομία του. Το 1845 εξέδωσε το μοναδικό εκτεταμένο ιστορικό του σύγγραμμα, στο οποίο πραγματευόταν την ιστορία των εθνών που έζησαν στην Ασία και στη Λιβύη (Αφρική), των πλέον σημαντικών σε επίπεδο ισχύος και πολιτισμού (Ασσύριοι, Μήδοι, Αιγύπτιοι, Πέρσες) και των ελασσόνων (Λυδοί, Κάρες, Μυσοί, Λύκιοι, Πάμφυλοι, Πισίδες, Κίλικες και Φρύγες).88 Προγραμμάτιζε ακόμη δύο τόμους: ο πρώτος θα ήταν αφιερωμένος στους Έλληνες έως τους Μακεδόνες και τα εξελληνισθέντα φύλα, ενώ ο δεύτερος στους Ρωμαίους. Δεν εκδόθηκε κανένας από τους δυο. Στα κατάλοιπα του Σχινά διασώθηκε σε χειρόγραφη μορφή σημαντικό τμήμα του δεύτερου τόμου, χρονολογημένο το 1848, στο οποίο ο συγγραφέας διέτρεχε την ιστορία των ελληνικών πόλεων, κυρίως της Αθήνας και της Σπάρτης, έως τα χρόνια της Αχαϊκής Συμπολιτείας.89 Από τη διδασκαλία του διαθέτουμε και το μοναδικό για τον 19ο αιώνα σώμα χειρόγραφων σημειώσεων μαθήματος ιστορίας οι οποίες έχουν καταγραφεί από φοιτητές. Πρόκειται για τις σημειώσεις από το μάθημα της ιστορίας των ελληνικών αποικιών, που δίδαξε τη δεκαετία του 1840.90 Η σύνδεση των προηγουμένων με τη διδασκαλία του είναι

87. Βλ. εδώ, σ. 60-64.

88. Κ. Δ. Σχινάς, Ιστορία των αρχαίων εθνών συνταχθείσα εν τρισί βιβλίοις. Βιβλίον πρώτον περιέχον τα Ασιανά και Λιβυκά, Αθήνα 1845.

89. Ιστορία των αρχαίων εθνών. Βιβλίον δεύτερον: Τα Ελληνικά, ήγουν Ιστορία των Ελλήνων και των κατά τους Μακεδονικούς χρόνους εξελληνισθέντων εθνών, Αθήνα 1848. Για το αρχείο Σχινά στο Κέντρο Νεοελληνικών Ερευνών βλ. Δήμητρα Ανδριτσάκη (επιμ.), Κατάλοιπα Κ. Σχινά - Π. Αργυροπούλου. Κατάλογος, Αθήνα, Κέντρο Νεοελληνικών Ερευνών 16, 1974.

90. Απόκεινται σήμερα στο Τμήμα Χειρογράφων και Ομοιοτύπων της Εθνικής Βιβλιοθήκης. Αποτελούνται από 504 φύλλα και φέρουν την υπογραφή του φοιτητή Π. Κουπιτώρη.

Σελ. 49
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/50.gif&w=600&h=915

προφανής. Το Πανεπιστήμιο άλλωστε τον ενίσχυσε οικονομικά, αντιμετωπίζοντας την Ιστορία των αρχαίων εθνών ως διδακτικό εγχειρίδιο.91

Ο σχεδιασμός του τρίτομου έργου συμφωνούσε με το πρότυπο της αρχαίας γενικής ιστορίας, όπως ήταν γνωστό από τις ξένες γενικές ιστορίες και τις μεταφράσεις τους στην ελληνική γλώσσα. Το πρότυπο αυτό είχε ακολουθηθεί και από άλλους έλληνες συγγραφείς, με σημαντικότερο παράδειγμα το δωδεκάτομο έργο Ιστορίαι των ανθρωπίνων πράξεων του Κωνσταντίνου Κούμα92: παγκόσμια ιστορία, ή ιστορία των αρχαίων εθνών, ή ιστορία του αρχαίου κόσμου, αρχαία ελληνική ιστορία και ρωμαϊκή. Σύμφωνα και με τη λογική του τριετούς κύκλου, θα έπρεπε να επικρατεί και στη διδασκαλία του η χρονική διαδοχή των περιόδων, καθώς μάλιστα η ιστορία των ανατολικών εθνών είχε εκδοθεί πρώτη, άρα ο καθηγητής ήταν πιο «έτοιμος» για να τη διδάξει. Παρ' όλα αυτά, ο Σχινάς αφιέρωσε κατά κύριο λόγο τα μαθήματά του στην αρχαία ελληνική ιστορία. Επρόκειτο για συνειδητή επιλογή, την οποία ο καθηγητής αιτιολόγησε στον πρύτανη Γεώργιο Α. Ράλλη επισημαίνοντας πόσο αναγκαίο ήταν εις τον Έλληνα φοιτητήν να γνωρίση με λεπτομέρειαν και ακρίβειαν τα ήθη, τας έξεις, τους θεσμούς, εν ενί λόγω τον φυσικόν και πολιτικόν βίον των προγόνων του [...].93 Η Σύγκλητος συμφώνησε με τον Σχινά θεωρώντας πολύ επιζήμια τη διακοπή του ελληνικωτάτου τούτου μαθήματος.94

Η επιλογή αυτή απέρρεε από τον τρόπο με τον οποίο ο Σχινάς αντιλαμβανόταν την ιστορία -Αφήγησις των ουσιωδεστάτων συμβεβηκότων των της γης εθνών κατά την προς άλληλα συναρμολογίαν αυτών και συνάφειαν-5, ιδιαίτερα την αρχαία : Αρχαία δε Ιστορία ιδίως προσαγορεύεται η αφηγούμενη μεν τα αξιολογότατα των συμβάντων παρ' εκείνοις των αρχαίων εθνών, όσα έχουσιν προς

91. Από έγγραφα που έχει εντοπίσει ο Θανάσης Χρήστου στο αρχείο του υπουργείου Παιδείας στα Γενικά Αρχεία του Κράτους (ΓΑΚ) προκύπτει ότι το υπουργείο το 1847 και το 1848 ενίσχυσε οικονομικά τον Σχινά και άλλους διδάσκοντες αγοράζοντας έναν αριθμό αντιτύπων από τα διδακτικά τους εγχειρίδια, όπως θεωρήθηκε η Ιστορία των αρχαίων εθνών, για την Εθνική (συμπεριελάμβανε και την Πανεπιστημιακή) Βιβλιοθήκη, όπου θα μπορούσαν να τα μελετήσουν οι φοιτητές. Βλ. Θ. Χρήστου, ό.π., σ. 264, σημ. 7.

92. Για τον Κωνσταντίνο Κούμα και το έργο του βλ. Maria Α. Stassinopoulou, Weltgeschichte im Denken eines griechischen Aufklärers. Konstantinos Michail Koumas als Historiograph, Frankfurt am Main 1992.

93. Πρυτανικοί λόγοι 1840-1841, σ. 8.

94. Στο ίδιο.

95. Ιστορία των αρχαίων εθνών, συνταχθείσα εν τρισί βιβλίοις. Βιβλίον πρώτον..., ό.π., σ. 1.

Σελ. 50
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/51.gif&w=600&h=915

τους νεωτέρους ιστορικήν τινα ή ηθικήν σχέσιν, οίον το των Εβραίων, το των Ελλήνων και το των Ρωμαίων, συμπεριλαμβάνουσα δ' εν παρόδω και τα εν άλλοις τισίν αρχαίοις έθνεσι γενόμενα, καθ' όσον ταύτα συνείχοντο κατά τι μετ' εκείνων,96 Σε πρώτο επίπεδο, ο Σχινάς αντιμετώπιζε την παγκόσμια ιστορία ως ένα άθροισμα εθνικών ιστοριών. Σαφέστατα επηρεασμένη από την ιστορική σχολή του Δικαίου, η εννοιολόγηση της ιστορίας του απέβλεπε σε μια επιστημονική καταγραφή των αξιολογότερων συμβάντων, χωρίς να αναζητεί εσωτερικούς αρμούς, δίχως την καταφυγή στη φιλοσοφία της ιστορίας. Στον ορισμό του η αρχαία ιστορία διατηρούσε διαλεκτική σχέση με το παρελθόν και το παρόν: ο ιστορικός επέλεγε τα πλέον ουσιαστικά συμβάντα από τη ζωή των εθνών, τα οποία εξακολουθούσαν να έχουν σχέση ιστορική ή ηθική με τα γεγονότα της εποχής του. Η αρχαία ιστορία δεν αξιολογούνταν αφ' εαυτής, αλλά διαβαζόταν από τη σκοπιά του παρόντος, προσδίδοντας αξία στα έθνη εκείνα τα οποία, έστω και έμμεσα, συνέχισαν την ιστορική τους πορεία έως το σήμερα. Το παρόν νοηματοδοτούσε το παρελθόν και ο ακαδημαϊκός δάσκαλος επέλεγε τι θα παρουσιάσει. Αναδεικνύοντας τους πρωταγωνιστές του δράματος μετέτρεπε τα υπόλοιπα έθνη σε δευτεραγωνιστές, η χρησιμότητα των οποίων περιοριζόταν στην εμπλοκή τους με τα πρώτα. Στην επιλογή αυτή βεβαίως τον κύριο ρόλο διαδραμάτιζε η ωφέλεια του κάθε έθνους, η πρόοδος, ο φρονηματισμός του από το παρελθόν. Από το τελευταίο μπορούσε να συγκροτηθεί το πλέον σημαντικό παράδειγμα για το σήμερα.

Στην περίπτωση του ελληνικού έθνους, το οποίο διένυε πλέον μια νέα εποχή , το φωτεινότερο, το ισχυρότερο παράδειγμα αποτελούσε η κλασική αρχαιότητα.97 Ο Σχινάς στο συγγραφικό του έργο επεσήμαινε τα στοιχεία εκείνα που συνιστούσαν αυτό το παράδειγμα. Στην Ιστορία των αρχαίων εθνών απέδιδε ιδιαίτερη έμφαση στη σύνδεση των ελληνικών πόλεων με τα ανατολικά έθνη, η οποία σε επίπεδο εμπορικό αλλά και πολιτιστικό προετοίμασε την είσοδο των πρώτων στο προσκήνιο της ιστορίας. Ο πολιτισμός που είχε δημιουργηθεί στα ανατολικά κράτη αποτελούσε το προοίμιο για τον δυτικοευρωπαϊκό, θεμέλιο του οποίου υπήρξε η αρχαία Ελλάδα. Πρόκειται για μια αντίληψη ιεράρχησης και εξέλιξης των πολιτισμών βασισμένη στην έννοια της προόδου και της σταδιακής ανάπτυξης του ανθρώπινου είδους. Σε αυτό το πλαί-

96. Στο ίδιο, σ. 2.

97. Για την παραδειγματική χρήση της κλασικής αρχαιότητας βλ. Αντ. Λιάκος, «Προς επισκευήν...», ό.π., σ. 176-177.

Σελ. 51
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/52.gif&w=600&h=915

πλαίσιο οι ανατολικοί λαοί θεωρούνται η νηπιακή και παιδική ηλικία του, ενώ η αρχαία Ελλάδα η εποχή της ωριμότητας.98 Είναι σαφής η επίδραση της εγελιανής έννοιας της προόδου και της μεταφοράς του πνεύματος από λαό σε λαό, καθώς και της διάκρισης σε ιστορικούς και μη λαούς.99 Η αρχαία Ελλάδα αποτελούσε τον υποδοχέα του ανατολικού πολιτισμού, ενώ στη συνέχεια είχε αναλάβει τη μεταφορά του στη Δύση.

Το παράδειγμα των αποικιών συνιστούσε μια από τις συστηματικότερες προσπάθειες μεταφοράς και διάχυσης του ελληνικού πολιτισμού. Το σχετικό μάθημα του Σχινά όπως αποτυπώθηκε στις σημειώσεις των μαθητών του αποτελούσε ένα πανόραμα της πολιτιστικής παρέμβασης των αρχαίων ελληνικών πόλεων στον κόσμο, σε Ανατολή και Δύση. Η προσπάθεια καταγραφής τους σε όλο τον τότε γνωστό κόσμο (Ιταλία, Σικελία, Θράκη, Εύξεινος Πόντος, Ασία, Αφρική, Ισπανία) επεσήμαινε τη συμβολή των αρχαίων Ελλήνων στον παγκόσμιο πολιτισμό, εικονογραφώντας με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τις προσδοκίες για το νέο πανεπιστήμιο, για το νέο κράτος : Tο Ελληνικόν πανδιδακτήριον, Βασιλεύ, καθιδρυμένον εις τας παρά Σου εκ νέου ανεγερθείσας περικλεείς Αθήνας, και κείμενον μεταξύ της Εσπέρας και της Έω, είναι προωρισμένον να λαμβάνη αφ' ενός μέρους τα σπέρματα της σοφίας, και αφού τα αναπτύξη εν εαυτώ ιδίαν τινα και γόνιμον ανάπτυξιν, να τα μεταδίδη εις την γείτονα Έω νεαρά και καρποφόρα,100 Απόσπασμα από τον λόγο που εκφώνησε ο Κ. Δ. Σχινάς στην τελετή εγκαινίων του ιδρύματος, χρησιμοποιημένο και σχολιασμένο πολλές φορές στη σχετική βιβλιογραφία,101 περιγράφει εύγλωττα τα όσα μια μεγάλη μερίδα λογίων και κρατικών αξιωματούχων επένδυσαν στην ίδρυση του Πα-

98. Το σχήμα κυριαρχεί στην ιστοριογραφία της εποχής. Βλ. τον τρόπο με τον οποίο οργανώνεται η ιστοριογραφική αφήγηση γύρω από τους δύο πολιτισμούς και τη μεταφορά τους σε δύο από τα σημαντικότερα κείμενα της εποχής: Γεώργιος Τυπάλδος-Κοζάκης, Φιλοσοφικόν δοκίμιον περί της προόδου και της πτώσεως της παλαιάς Ελλάδος, Αθήνα 1839, και Μάρκος Ρενιέρης, Φιλοσοφία της Ιστορίας. Δοκίμιον, Αθήνα 1841. Βλ. ακόμη Γιώργος Βελουδής, Ο Jacob Philipp Fallmerayer και η γένεση του ελληνικού ιστορισμού, Αθήνα, Εταιρεία Μελέτης Νέου Ελληνισμού, 1982, σ. 18-22.

99. Δημήτρης Κυρτάτας, «Από τη σκοπιά της παγκόσμιας ιστορίας»: Κατακτώντας την Αρχαιότητα. Ιστοριογραφικές διαδρομές, Αθήνα, Πόλις, 2002, σ. 28-30, και passim, σ. 27-59.

100. Λογίδριον εκφωνηθέν εις την ημέραν της εγκαθιδρύσεως του πανεπιστημίου Όθωνος, υπό του κ. Κωνστ. Σχινά, πρυτάνεως, σ. 4: Κ. Θ. Δημαράς, Εν Αθήναις..., ό.π.

101. Βλ. τα σχόλια του Κ. Θ. Δημαρά, στο ίδιο, α. 35-42, και ιδιαίτερα τη σύνδεση του ιδεολογήματος με τη Μεγάλη Ιδέα, καθώς και τις αντίστοιχες διατυπώσεις του Γκέοργκ Λούντβιχ Μάουερ και του Ιωάννη Κωλέττη.

Σελ. 52
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/53.gif&w=600&h=915

Πανεπιστημίου, στοιχεία τα οποία κυριάρχησαν και στη μετέπειτα ρητορική για τη λειτουργία του.

Η μελέτη των αποικιών βασίστηκε κατά κύριο λόγο στην εξέταση του πολιτεύματος, των θεσμών, της οικονομίας τους, στοιχεία που χρησιμοποίησε ο Σχινάς και στην περιγραφή των ελληνικών πόλεων στον δεύτερο τόμο της αρχαίας ιστορίας του: η γεωγραφία, η πολεοδομία, το πολίτευμα, η εκπαίδευση, η φυλετική διαίρεση, τα ήθη και τα έθιμα αποτελούσαν στοιχεία απαραίτητα για τη συγκρότηση της ταυτότητας κάθε πόλης, ιδιαίτερα της Αθήνας και της Σπάρτης. Η ανασυγκρότηση της εικόνας των πόλεων με όσα στοιχεία μπορούσαν να συγκεντρωθούν συντελούσε στην πληρέστερη αποτύπωση του παραδείγματος.

Το συστηματικό συγγραφικό έργο του πρώτου καθηγητή Ιστορίας έφτανε στα χρόνια της Αχαϊκής Συμπολιτείας : Η Ελλάς κατά τους ηρωικούς αυτής χρόνους εις απεραρίθμους ηγεμονίας κατακερματισμένη, εις δε την ακμήν της ευκλείας της κατά πόλεις και μικράς περιπέτειας αυτονομουμένη, υποκύψασα έπειτα με οικτράν μόνην αυτονομίας σκιάν εις των Μακεδόνων την κυριαρχίαν, κρατηθείσα τέλος υπό των Ρωμαίων επί Μομμίου, μεταβάσα επομένως ως κληροδότημα τρόπον τινα υπό το σκήπτρον των διαδόχων της Ρωμαϊκής παντοκρατορίας Βυζαντινών αυτοκρατόρων, και προ τετρακοσίων περίπου ετών δουλωθείσα την εσχάτην και αφόρητον εκείνην δουλείαν, [...] ελαχίστην επαρχίαν τριών αλληλοδιαδόχως μεγάλων Μοναρχιών, εκ των οποίων μόνη η του Βυζαντίου είχε καν την της γλώσσης και της πίστεως ταυτότητα,102 Το απόσπασμα εξέφραζε μια κοινή αντίληψη της εποχής όπως είχε διατυπωθεί συγκροτημένα από τον Έντουαρντ Γκίμπον103 και είχε γνωρίσει πολύ μεγάλη απήχηση στη δυτική σκέψη. Διατυπωμένη με μεγαλύτερη ένταση σε μια στιγμή εορτής, υπενθύμιζε την προγονική σχέση με τους αρχαίους Έλληνες, καθόριζε όμως τα χρονικά όρια αποκλείοντας τους Μακεδόνες. Δεν γνωρίζουμε εάν η αντίληψή του αυτή μεταβλήθηκε τα επόμενα χρόνια. Σημειώνουμε πάντως την πρόθεσή του στο

102. Λογίδριον..., ό.π., σ. 1.

103. Η πολύτομη σύνθεση του Γκίμπον The History of the Decline and Fall of the Roman Empire εκδόθηκε πρώτη φορά στο Λονδίνο το διάστημα 1776-1788 και από τότε γνώρισε πολλές επανεκδόσεις και μεταφράσεις, επηρεάζοντας μεγάλο αριθμό σύγχρονων και μεταγενέστερων ιστορικών. Η πρώτη μετάφραση τμήματος του έργου στα ελληνικά, από όσο γνωρίζουμε, δημοσιεύθηκε το 1840 από τον Πέτρο Παπαρρηγόπουλο και τον Αιμίλιο Έρτσογ: Εδουάρδου Γίββωνος, Ιστορία της παρακμής και πτώσεως του ρωμαϊκού κράτους κεφάλαιον ΜΔ' περιέχον την Ιστορίαν του Ρωμαϊκού Δικαίου, ων προσετέθησαν αι σημειώσεις του Ούγωνος, Βαρνκοινίγου και τινές των μεταφραστών Αιμιλίου Έρτσογ και Πέτρου Παπαρρηγοπούλου.

Σελ. 53
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/54.gif&w=600&h=915

δεύτερο βιβλίο της αρχαίας ιστορίας να γράψει για τα εξελληνισθέντα κράτη των μακεδόνικων χρόνων, κοινό όμως στοιχείο σε κάθε γενική ιστορία της εποχής.

Πέρα από σκόρπιες σημειώσεις, στο αρχείο του Σχινά δεν υπάρχει κάποιο συγκροτημένο κείμενο αναφορικά με τα βυζαντινά χρόνια ή τη νεότερη ελληνική ιστορία. Σύμφωνα με τα όσα έχει αποδελτιώσει ο Θανάσης Χρήστου από την αλληλογραφία του Σχινά με τον Σαβινιύ, στα σχέδια του πρώτου ήταν να συνθέσει μια ιστορία του ελληνικού λαού από την άλωση της Κωνσταντινούπολης έως την Επανάσταση του 1821, με έμφαση στη σύγχρονη λογοτεχνία. Σκόπευε ακόμα να συγγράψει και μια σύντομη επισκόπηση της βυζαντινής περιόδου, καθώς και μια ιστορία της ελληνικής γλώσσας από τα προομηρικά χρόνια έως τις αρχές του 19ου αιώνα, με έμφαση στην ελληνιστική περίοδο. Και τα δύο σχέδια, στα οποία ο Χρήστου ανιχνεύει την επιρροή του κορυφαίου γερμανού φιλολόγου Γκόττφρηντ Μπερνάρντυ και του Νήμπουρ,104 συνδέονται με την πίστη στη συνέχεια της γλώσσας, καθοριστικού στοιχείου στην ταυτότητα του ελληνικού έθνους. Σε αυτό το πλαίσιο η διδασκαλία της βυζαντινής και νεότερης ιστορίας στηριζόταν στη λογοτεχνία, τον κατεξοχήν φορέα της γλώσσας και της συνέχειάς της, ανεξάρτητα από την κατάσταση στην οποία βρισκόταν το ελληνικό έθνος. Σημειώνω ότι την ίδια εποχή ο Κωνσταντίνος Ασώπιος, κεντρικό πρόσωπο στην ιστορία του Πανεπιστημίου αλλά και της λογιοσύνης στα πρώτα χρόνια της ζωής του ελληνικού βασιλείου, κορυφαία μορφή των ελλήνων «διαφωτιστών» του 19ου αιώνα, συνέγραψε και δίδαξε ιστορία των ελληνικών γραμμάτων,105 εντάσσοντας σε αυτήν προγραμματικά και τη μελέτη έργων της βυζαντινής και νεότερης ελληνικής ιστορίας. Η συνέχεια της γλώσσας αποτελούσε κοινό τόπο της εποχής. Η αντίληψη αυτή δεν συγκρουόταν με τον εξέχοντα, παραδειγματικό ρόλο της αρχαίας Ελλάδας στο προγονικό πάνθεον. Αντιθέτως, τον τόνιζε. Άλλωστε, ανάμεσα στους στόχους του Πανεπιστημίου, όπως τους διατύπωσε ο πρώτος πρύτανης μπροστά στο ακροατήριο των ξένων ειδικών στην Ουλμ (1842),ήταν ο εξαρχαϊσμός της ελληνικής γλώσσας ούτως ώστε να προσεγγίσει τη μητρική της αρχαία.106

Οι μέθοδοι προσέγγισης της ιστορίας, σύμφωνα με τον Κ. Δ. Σχινά, ήταν

104. Θ. Χρήστου, ό.π., σ. 312.

105. Πρόκειται για το βιβλίο του υπό τον τίτλο Ιστορία των ελλήνων ποιητών και συγγραφέων - ομότιτλο με μάθημα που δίδαξε το θερινό εξάμηνο 1850-1851 και το χειμερινό εξάμηνο 1861-1862. Εκδόθηκε μόνο ο πρώτος τόμος (Αθήνα 1862).

106. Βλ. Θ. Χρήστου, ό.π., ο. 307-308.

Σελ. 54
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/55.gif&w=600&h=915

δύο: η συγχρονική και η εθνογραφική. Η πρώτη εξέταζε την ιστορία όλων των εθνών σε μια συγκεκριμένη περίοδο, η δεύτερη την ιστορία ενός έθνους στη συνέχεια του.107 Για τη μελέτη της ιστορίας αποφασιστικός ήταν ο ρόλος των πηγών, αντίληψη που τον οδήγησε να διαχωρίσει, στην εισαγωγή του δεύτερου ανέκδοτου τόμου της Ιστορίας των αρχαίων εθνών, την αρχαία ελληνική ιστορία σε τρεις περιόδους : τη μυθολογική, έως τον Τρωικό Πόλεμο, τη σκοτεινή, ως την τέλεση των πρώτων Ολυμπιακών Αγώνων, και την ιστορική, που βασιζόταν πλέον σε γραπτές πηγές. Στο εισαγωγικό κεφάλαιο του ανέκδοτου τόμου παρουσίαζε κριτικά τις σωζόμενες πηγές για την αρχαία Ελλάδα, στις οποίες άλλωστε παραπέμπει με συστηματικότητα σε όλη του την έκταση. Γενικότερα το συγγραφικό του έργο βρίθει παραπομπών, τόσο σε πρωτογενείς όσο και σε δευτερογενείς πηγές : η συγγραφή της ιστορίας του έγινε εκ πηγών Ελληνικών και Ασιατικών, δι' ευσυνειδήτου ιδίας ερεύνης και συνδυαστικής συμπαραθέσεως δι' ο και ουκ ολίγα των χωρίων παρατίθενται ολοκλήρως εν σημειώσεσι, συμπληρούμενα εστίν ότε και ερμηνευόμενα γραμματικώς, ιστορικώς και κριτικώς.108

Η σημασία που απέδιδε ο Σχινάς στα ήθη, στις έξεις, στους θεσμούς, σε όλα όσα εν γένει εκείνος θεωρούσε ότι συγκροτούσαν τον πολιτικό και κοινωνικό βίο ενός έθνους, η αναφορά του στις πολιτιστικές σχέσεις ελληνικών πόλεων και ανατολικών εθνών, η έμφασή του στη γλώσσα συνδέονται άρρηκτα με τις σπουδές του και τις επιρροές που είχε δεχτεί κατά την παραμονή του στη Γερμανία, ιδιαίτερα βεβαίως εκείνη του Μπεκ. Η συστηματικότητα, οι πηγές που χρησιμοποιήθηκαν στη συγγραφή των βιβλίων, ο υπομνηματισμός του έργου, που βασίζεται σε αρχαίους και νεότερους συγγραφείς, η πιστή μεταφορά των παραθεμάτων αποτελούν στοιχεία που καθιστούν την περίπτωση του μοναδική σε αυτά τα πρώτα χρόνια της πανεπιστημιακής διδασκαλίας της ιστορίας και προδίδουν τη στενή σχέση του έργου του με τη γερμανόφωνη επιστήμη, τη νομική, τη φιλολογία και τον μεθοδολογικό εξοπλισμό τους. Ήταν χαρακτηριστική άλλωστε η κριτική που ασκήθηκε στον Σχινά για την εμμονή του στη γερμανική βιβλιογραφία: Δεν τολμώμεν εισέτι να ειπώμεν σχεδόν τίποτε περί του βίου της Ελλάδος, τον οποίον ανέλαβε να περιγράψη ο Κ. Σχινάς· επειδή ο ένθερμος ούτος ζηλωτής των Γερμανικών δογμάτων δεν έφτασε μέχρι τούδε να εκφέρη καμμίαν νεήκουστον και αξίαν λόγου ιδέαν εκτός της επαχθούς απαριθμήσεως των βιβλίων, όσα πραγματεύονται την αρχαιολογικήν ύλην.

107. Ιστορία των αρχαίων εθνών..., ό.π., σ. 1.

108. Στο ίδιο, σ. γ.

Σελ. 55
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/56.gif&w=600&h=915

Πολλάκις μάλιστα τον ευρήκαμεν άδικον οπωσούν και προς πολλούς μη Γερμανούς συγγραφείς των οποίων ως αυτόχρημα Προκρούστης στρεβλώνει κατά την χρείαν τας ιδέας και κολοβώνει την φήμην διά να περιάψη όλην της σοφίας την τιμήν εις τους Γερμανούς,109 Πίσω από την κριτική, και ανεξάρτητα από το δίκαιο ή άδικο της, πρέπει να επισημανθεί ο συνολικά οξύς τόνος της Αθηνάς. Η εφημερίδα, η οποία υποστήριζε το αγγλικό κόμμα, στράφηκε εναντίον του Κ. Σχινά λόγω των στενών σχέσεων του με την Αντιβασιλεία και της υποστήριξής του στον Κωλέττη.110 Η ενασχόληση του πρώτου καθηγητή Ιστορίας με την ενεργό πολιτική τον ακολούθησε σε όλη του τη ζωή, καθώς και η έδρα του στο δημόσιο πανεπιστήμιο αντιμετωπίστηκε ως πολιτική θέση. Το 1841, άλλωστε, διορίστηκε τακτικό μέλος του Συμβουλίου της Επικρατείας, στο οποίο κατείχε έκτακτη θέση από το 1837, και μεταπήδησε στη βαθμίδα του επιτίμιου καθηγητή. Η επανάσταση του 1843 παρόπλισε το Συμβούλιο της Επικρατείας, το οποίο με άρθρο του νέου Συντάγματος καταργήθηκε. Λίγους μήνες αργότερα, ο Σχινάς επανήλθε στο καθεστώς του τακτικού καθηγητή και συνέχισε τη διδασκαλία του. Στις εκλογές της 8ης Ιουνίου 1847 εξελέγη βουλευτής.111 Το 1849 διορίστηκε πρεσβευτής στο Μόναχο και εγκατέλειψε τη διδακτική έδρα, ενώ παρέμεινε τυπικά στο βουλευτικό αξίωμα και την επόμενη χρονιά, όταν αποχώρησε ως επιτίμιος καθηγητής της Αρχαίας ιστορίας.

Οι νομικές καταβολές της σκέψης του Σχινά είναι σε μεγάλο βαθμό ευδιάκριτες στην ιστορική εξέταση των θεσμών, στην αναζήτηση των πηγών στην αυθεντική τους μορφή, στην εκτενή χρήση και στην κριτική τους επεξεργασία. Εξάλλου, οι συστηματικές σπουδές και οι στενές σχέσεις του με την ιστορική σχολή του Δικαίου112 έχουν μελετηθεί σε αρκετή έκταση από τον Θ. Χρήστου στη σχετική μονογραφία του. Ο Χρήστου στοιχειοθετεί την επιρροή που άσκησε στο συγγραφικό και διδακτικό έργο του Σχινά ο Νήμπουρ, τόσο στη συγγραφή του πρώτου εκδοθέντος βιβλίου του, όσο και των ανέκδοτων σημειώσεών

109. Εφημερίδα Αθηνά, φ. 479 (16 Οκτωβρίου 1837), Θ. Χρήστου, ό.π., σ. 164.

110. J. Petropulos, ό.π., σ. 163-165.

111. Με το Σύνταγμα του 1844 παραχωρήθηκε στο σώμα των καθηγητών του Πανεπιστημίου το δικαίωμα, σύμφωνα και με ανάλογα ευρωπαϊκά παραδείγματα, να εκλέγουν βουλευτή στη Βουλή. Το μέτρο ίσχυσε έως το 1864, οπότε καταργήθηκε με το νέο Σύνταγμα. Βλ. Κ. Λάππας, ό.π., σ. 114-123.

112. Για την ιστορική σχολή του Δικαίου και τη διδασκαλία του Σαβινιύ βλ. Αλίκη Λαβράνου, «Οι ιστοριστικές βάσεις της θεωρίας του δικαίου του Friedrich Carl von Savigny», Αξιολογικά: Εξαμηνιαία έκδοση θεωρίας και κριτικήs 8 (Ιούνιος 1995), σ. 70-130.

Σελ. 56
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/57.gif&w=600&h=915

σεών του. Ο γερμανός ιστορικός με τη Ρωμαϊκή ιστορία του έδωσε δείγματα μιας κριτικής στάσης απέναντι στις πηγές, με βάση την οποία αναζητούσε την αλήθεια και κατέρριπτε την ειδυλλιακή εικόνα του παρελθόντος. Οι μελέτες του συγκρότησαν μια από τις πιο καινοτόμους και ολοκληρωμένες προτάσεις για την αρχαιότητα.113 Από την οπτική της παγκόσμιας ιστορίας, ο ιστορικός αποκατέστησε σε μεγάλο βαθμό τις συνέχειες από τα αρχαία στα ελληνιστικά χρόνια και από εκεί στα ρωμαϊκά, τονίζοντας την αλληλεπίδραση Ανατολής - Δύσης, τη μεταφορά του πολιτισμού σε μια συνεχή διαδρομή επιρροών και προσμείξεων.114 Με το έργο του, στο οποίο η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία αντιμετωπίστηκε ως κατεξοχήν συγκροτημένη κρατική οντότητα, ο Νήμπουρ ενίσχυσε το σχήμα της διαδοχής (ιστορία των ανατολικών εθνών - αρχαία ελληνική - ρωμαϊκή) και έθεσε σε γενικές γραμμές τις βάσεις για τη διάκριση της αρχαίας ιστορίας από ένα σύνολο αρχαιογνωστικών αντικειμένων. Ήταν εμφανείς οι επιρροές από το νομικό έργο του Σαβινιύ και από το έργο του έτερου καθηγητή στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου, Αουγκούστ Μπεκ115. Τόσο το έργο του Μπεκ όσο και, σε μικρότερο βαθμό, του Νήμπουρ προκάλεσαν αντιδράσεις, κυρίως λόγω της επιμονής τους στην ιστορική διάσταση των κειμένων και στην υποβάθμιση της γραμματολογικής ανάλυσης τους. Η διάκριση της γερμανικής φιλολογίας για αρκετά χρόνια σε δύο στρατόπεδα, τη Wortphilologie (φιλολογία των κειμένων) και τη Sachphilologie (φιλολογία των πραγμάτων), συνέβαλε ουσιαστικά στην αυτονόμηση της αρχαίας ιστορίας από τις αρχαιογνωστικές επιστήμες.116

Η ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ ΤΟΥ ΑΟΥΓΚΟΥΣΤ ΜΠΕΚ

Ο Αουγκούστ Μπεκ υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους φιλολόγους και ιστορικούς του καιρού του. Το έργο του εντάσσεται στο κλίμα της γερμανικής φιλολογίας του 18ου και του 19ου αιώνα, σε μια μακρά γενεαλογία ειδι-

113. J.W. Thompson, A History of Historical Writing, 2 (The Eighteenth and Nineteenth Centuries), Gloucester Mass. 1967, σ. 153-156.

114. Βλ. Λουτσιάνο Κάνφορα, Ελληνισμός. Ερμηνεία της Αλεξανδρινής εποχής, μτφ.: Σπύρος Μαρκέτος, Αθήνα, Αλεξάνδρεια, 1992, σ. 33-62.

115. Για την επίδραση του Μπεκ στις φιλολογικές σπουδές βλ. ενδεικτικά G.P. Gooch, History and Historians in the Nineteenth Century, Λονδίνο 1913, σ. 30-35, Suzanne L. Marchand, Down from Olympus. Archaeology and Philhellenism in Germany, 1750-1970, Πρίνστον 1996, σ. 40-44.

116. Βλ. γενικά για τη διαδρομή της αρχαιογνωσίας "Ancient History and the Antiquarian": A.D. Momigliano, Studies in Historiography, Λονδίνο 1969, σ. 1-39.

Σελ. 57
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/58.gif&w=600&h=915

ειδικών με κεντρικό σημείο αναφοράς τον Γιόχανν Γιόαχιμ Βίνκελμανν και την «ανακάλυψη» των κειμένων της ελληνικής κλασικής αρχαιότητας. Συνεχίζοντας την παράδοση του τελευταίου, ο μαθητής του Φρήντριχ Α. Βολφ ανέδειξε την ιστορική διάσταση των κειμένων, θεωρώντας τη φιλολογία ως την επιστήμη η οποία αγκάλιαζε όλο τον αρχαίο κόσμο (ήταν άλλωστε ο εισηγητής του σχετικού όρου Altertummssenschaft), έστω και σε στατική μορφή. Ο Βολφ δημοσίευσε τα περίφημα Προλεγόμενα στον Όμηρο, με τα οποία έθεσε για πρώτη φορά το ζήτημα της ιστορικής ανάγνωσης ενός λογοτεχνικού έργου, επαναπροσδιορίζοντας τις φιλολογικές μεθόδους ανάλυσης των αρχαίων κειμένων.117 Αυτή η στροφή προς την ελληνική αρχαιότητα, η οποία έγινε σε αντίθεση και συμπληρωματικά με την έως τότε ισχυρή ρωμαϊκή - ρομανική παράδοση,118 συνεχίστηκε και επαναπροσδιορίστηκε από τον Μπεκ, μαθητή του Βολφ. Οι μελέτες του, οι οποίες στόχευαν στην ανασύσταση της εικόνας της ελληνικής αρχαιότητας, εκκινούσαν από την αντίληψη -βασισμένη στη φιλελεύθερη ιδεολογία του- ότι η αρχαία ελληνική κοινωνία αποτελούσε πρότυπο για τη σύγχρονη, ότι στον αρχαίο κόσμο εδράζονταν όλες οι ανθρώπινες γνώσεις. Ο Μπεκ προσδιόρισε τη φιλολογία ως την επιστημονικά τεκμηριωμένη ιστορική γνώση των δραστηριοτήτων ενός έθνους σε μια συγκεκριμένη ιστορική περίοδο. Η συστηματική μελέτη των επιγραφών για την ανασύσταση του δημόσιου και ιδιωτικού βίου των Ελλήνων, η επιμονή του στην ιστορία των θεσμών, η ιστορική τεκμηρίωση των αρχαίων κειμένων αποτέλεσαν τα κύρια χαρακτηριστικά της προσέγγισης του.

0 Μπεκ εντασσόταν σε ένα από τα δύο στρατόπεδα που είχαν δημιουργηθεί, όπως υποστηρίζει ο Ίγκερς, τον 19ο αιώνα στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου. Στο πρώτο στρατόπεδο ανήκε ο Χέγκελ και ο κύκλος του, ενώ το δεύτερο περιελάμβανε τον Σαβινιύ, τον Νήμπουρ, τον Μπεκ, τον φιλόσοφο Φρήντριχ Σλαϊερμάχερ. Οι τελευταίοι, παρ' όλο που αναγνώριζαν, όπως και ο Χέγκελ, την ύπαρξη μιας υπερκείμενης πραγματικότητας πίσω από τα γεγονότα, υποστήριζαν ότι μόνο η ιστορική μελέτη τους μπορεί να δώσει απάντηση στα βασικά ερωτήματα της φιλοσοφίας.119

117. Rudolf Pfeiffer, Ιστορία της κλασσικής φιλολογίας από το 1300 μέχρι το 1850, μτφ.: Π. Ξένος, Β. Μοσκόβης, Αθήνα, Ακαδημία Αθηνών, Κέντρον Εκδόσεως Έργων Ελλήνων συγγραφέων, Σειρά βοηθητικών έργων, 1980, σ. 200-204.

118. Βλ. Ρ. Funke, ό.π., σ. 87.

119. Georg G. Iggers, The German Conception of History. The National Tradition of Historical Thought from Herder to the Present, αναθεωρημένη έκδ., Middletown, Κοννέκτικατ 1983, σ. 65-66.

Σελ. 58
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/59.gif&w=600&h=915

Το έργο του Μπεκ επηρέασε συνολικά την ευρωπαϊκή φιλολογία και την ελληνική.120 Μαθήματα του διάσημου φιλολόγου είχαν παρακολουθήσει αρκετοί Έλληνες, οι οποίοι κατέλαβαν στη συνέχεια θέσεις στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Εκτός από τον Κ. Σχινά, σημειώνω τους Κ. Ασώπιο, Δημήτριο Βερναρδάκη, Ιωάννη Βενθύλο, Ευθύμιο Καστόρχη,121 Αλέξανδρο Κοντόσταυλο, Στέφανο Κουμανούδη, Αθ. Ρουσόπουλο, Δημήτριο Σεμιτέλο, Γεώργιο Μιστριώτη, Δημήτριο Μαυροφρύδη και Γεώργιο Παπασλιώτη ,122

Το πρόγραμμα μαθημάτων του Πανεπιστημίου Αθηνών έφερε έντονη τη σφραγίδα του Μπεκ. Σημειώνω ενδεικτικά ότι το μάθημα που εισήγαγε εκείνος στην πανεπιστημιακή διδασκαλία, η Encyklopädie und Methodologie der Philologischen Wissenschaften (εγκυκλοπαίδεια και μεθοδολογία των φιλολογικών επιστημών), είτε ως Εγκυκλοπαίδεια των φιλολογικών σπουδών, είτε ως Βίος Ελλήνων ή Ρωμαίων διδάχθηκε από έναν ικανό αριθμό υφηγητών και καθηγητών στο ελληνικό πανεπιστήμιο: Κ. Σχινάς,123 Λ. Ροσς, Κ. Ασώπιος124, Στ. Κου-

120. Για τον Μπεκ και την υποδοχή του στην Ελλάδα βλ. δύο κείμενα της εποχής που γράφτηκαν με αφορμή τον θάνατο του: τον επικήδειο του μαθητή του, καθηγητή στο Αθήνησι, Γ. Παπασλιώτη, «Περί του θανόντος Αυγούστου του Βοίκχου», Εφημερίς των Φιλομαθών, φ. 663 (29 Μαρτίου 1868), σ. 1481-1483, όπου αναφέρεται και στις στενές σχέσεις του με έλληνες φοιτητές, καθώς και εκείνο του Εμμανουήλ Γαλάτη «Αύγουστος Βοίκχιος», Πανδώρα 21 (1871), σ. 231-234.

121. Βλ. τον εισιτήριο λόγο του Ευθυμίου Καστόρχη Πρώτον εισαγωγικόν μάθημα των ελληνικών αρχαιολογιών, διδαχθέν τη α' Δεκεμβρίου 1849 εν τω Οθωνείω Πανεπιστημίω, Αθήνα 1849, όπου αναφέρθηκε στους δασκάλους του, γνωστούς γερμανούς φιλολόγους Γκόττφρηντ Χέρμανν, Αουγκούστ Μπεκ και Καρλ Λάχμαν.

122. Βλ. και Ιωάννης Καλιτσουνάκις, Η αναβίωσις των κλασσικών σπουδών εν Ελλάδι από της απελευθερώσεως και εντεύθεν, Αθήνα 1958, σ. 356. Η έννοια της μαθητείας την εποχή που μελετάμε είναι εξαιρετικά ρευστή. Μπορεί να περιορίζεται στην παρακολούθηση ενός μικρού για παράδειγμα αριθμού μαθημάτων, η οποία δεν σήμαινε πάντα την αποδοχή ή την εκτίμηση των όσων δίδασκε ο καθηγητής. Βλ. για παράδειγμα την επιστολή που είχε στείλει ο Δ. Βερναρδάκης στον Θ. Μανούση ενημερώνοντάς τον ανάμεσα στα άλλα για τα λίγα μαθήματα του Μπεκ που παρακολούθησε και για το πόσο σχολαστικά του φάνηκαν: Σωκράτης Κουγέας, «Μια επιστολή του Δ. Βερναρδάκη από τα φοιτητικά του χρόνια», Ημερολόγιο της Μεγάλης Ελλάδος, Αθήνα 1935, σ. 59-65.

123. Όπως παρατηρεί ο Θ. Χρήστου, ό.π., σ. 163, τα μαθήματα του Σχινά Βίος Ελλήνων και Πραγματεία περί ιστοριογράφων Ελλήνων απηχούν τις αντίστοιχες παραδόσεις του Μπεκ, που είχε παρακολουθήσει ως φοιτητής ο φαναριώτης λόγιος. Βλ. γενικότερα τα κεφάλαια για τη διδακτική δραστηριότητα και το ιστορικό συγγραφικό έργο του.

124. Τον χειμώνα του 1843 ο Ασώπιος, σύμφωνα με γερμανό αρθρογράφο, δίδαξε Πίνδαρο χρησιμοποιώντας τις εργασίες του Τηρς και του Μπεκ. Βλ. "Literarisches

Σελ. 59
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/60.gif&w=600&h=915

Κουμανούδης, Ευ. Καστόρχης. Μαθήματα από διαφορετικούς διδάσκοντες, τα οποία για τις ανάγκες του προγράμματος εντάσσονταν κάθε φορά σε διαφορετική σφαίρα (αρχαιολογία, φιλολογία, ιστορία), με σκοπό την ανασύσταση του συνόλου των πληροφοριών για τον αρχαίο κόσμο. Το γεγονός ήταν ενδεικτικό της επιρροής του γερμανού καθηγητή, της συνάφειας των γνωστικών αντικειμένων και της κυριαρχίας μιας διευρυμένης έννοιας της φιλολογίας, από την οποία προέκυπταν οι όμοροι κλάδοι :

Δεν είναι μόνον γραμματική η φιλολογία, ούτε μόνον κριτική ή ερμηνευτική, ούτε μόνον ιστορία της γραμματείας και τέχνης· αλλ' είναι όλα αυτά συνάμα καί τι προς· είναι δε ιστορούσα επιστήμη. Διαφέρει δε της ιδίως ιστορίας κατά τοσούτο, καθ' όσον η μεν ιστορία ανιχνεύει τας πολιτικάς καταστάσεις και τα έργα των εθνών, τα λοιπά μόνον τροχάδην διερχόμενη και επιθεωρούσα' η δε φιλολογία λεπτομερώς εξετάζει την όλην ενέργειάν τινος έθνους και την εναργή του πνεύματος αυτού δήλωσιν, και σκοπόν προτίθεται να ανοικοδομήση, ούτως ειπείν, προ των οφθαλμών ημών ιστορικώς τον ανθρώπινον βίον, όστις είναι εν ταυτώ και το παραγόμενον ή προϊόν των μελετών της, ώστε δεν είναι αύτη ποσώς στείρα τις επιστήμη, ως την εσυκοφάντησαν.125

Ο Σχινάς λοιπόν ξεδίπλωσε το νήμα της ιστορίας, υπό το βάρος βέβαια της διδασκαλίας του Νήμπουρ και της σταδιακής αυτονόμησής της από τη φιλολογία, εντάσσοντάς τη στο σύμπαν των αρχαιογνωστικών μαθημάτων της περιόδου. Σκοπός του ήταν η καθολική ανασύσταση της αρχαιοελληνικής περιόδου, ενός παρελθόντος που ήταν άξιο να καταγραφεί και να αποτελέσει παράδειγμα. Η επικέντρωση στην ελληνική, την προγονική, αρχαιότητα για τον Σχινά και γενικότερα τους νεοέλληνες λογίους ενισχύθηκε και από μια άλλη σημαντική συνιστώσα: εκείνη της αντίκρουσης των θεωριών του Γιάκομπ Φίλιππ Φαλλμεράυερ.

Η ΦΥΣΙΟΓΝΩΜΙΑ ΤΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ:

ΒΑΦΤΙΣΜΕΝΟΙ ΣΤΟ ΠΡΟΓΟΝΙΚΟ ΚΛΕΟΣ

Οι απόψεις του Φαλλμεράυερ αναφορικά με τη σχεδόν πλήρη εξαφάνιση του ελληνικού έθνους από τις επιδρομές των σλαβικών φύλων στην Πελοπόννησο,

aus Griechenland", Neue Jahrbücher für Philologie und Pädagogik, μέρος Β', 1859, σ. 311: Ελένη I. Κοντιάδη, «Γερμανικές επιδράσεις στην ελληνική παιδεία. Ένα κεφάλαιο: Κωνσταντίνος Ασώπιος», Ο Ερανιστής 15 (1978-1979), σ. 170-171.

125. Στέφανος Α. Κουμανούδης, «Περί φιλολογίας εν γένει και ιδίως της λατινικής», Φιλολογικός Συνέκδημος 7-8 (31 Μαρτίου 1849), σ. 232-233: Σοφία Ματθαίου, Στέφανος Α. Κουμανούδης (1818-1899). Σχεδίασμα βιογραφίας..., ό.π., σ. 43.

Σελ. 60
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/61.gif&w=600&h=915

όπως διατυπώθηκαν στον πρώτο τόμο της Ιστορίας της Χερσονήσου του Μωρέως (1830), οδήγησαν σε μια σειρά αντιρρητικών δημοσιευμάτων. Μέσα από αυτά στοιχειοθετήθηκε η γενεαλογία των σύγχρονων Ελλήνων στη συνέχεια της γλώσσας, της εντοπιότητας, της αντιστοιχίας των ηθών και εθίμων τους με εκείνα των Αρχαίων.126

Η ελληνική αρχαιότητα, η οποία είχε αναγνωριστεί από τους λογίους των προεπαναστατικών ακόμη χρόνων ως προγονική κληρονομιά, επαναπροσδιοριζόταν και αξιοποιούνταν τώρα σε νέες συνθήκες. Κατά την προ του 1821 περίοδο, σύμφωνα με τον Βασίλη Κρεμμυδά, ο νέος ελληνισμός χρησιμοποίησε την ελληνική αρχαιότητα (όπως προσελήφθη μέσα από τον ευρωπαϊκό Διαφωτισμό , ο οποίος προέτασσε την απελευθέρωση από κάθε τυραννία και βαρβαρότητα) ως εργαλείο για τη διαμόρφωση μιας καινούριας σχέσης, η οποία θα εξυπηρετούσε την ανάπτυξη της εθνικής συνείδησης και την επαναστατικοποίηση των εθνικών και κοινωνικών προσδοκιών.127 Ωστόσο, παραμένουν προς διερεύνηση οι νέες σημασιοδοτήσεις της μετά την Επανάσταση, στην υπηρεσία ενός κρατικού πλέον σχηματισμού με αλυτρωτική ιδεολογία.

Την πρώτη αυτή περίοδο το Πανεπιστήμιο Αθηνών επέλεξε ως συμβολική αναφορά του την αρχαιότητα. Αυτή αποτέλεσε τον προνομιακό τόπο στο πρόγραμμα σπουδών και στην τελετουργία των αντίστοιχων ευρωπαϊκών ιδρυμάτων, σε αντίθεση με το Βυζάντιο, το οποίο στη δυτική σκέψη καταγραφόταν, τουλάχιστον μέχρι τις αρχές του 19ου αιώνα, ως εποχή αμάθειας και σκοταδισμού.128 Η σύνδεση αυτή λειτούργησε με πολλαπλούς τρόπους στη διαμόρφωση του Πανεπιστημίου ως θεσμού και ως χώρου.129 Στις επίσημες τελετές, στους πρυτανικούς απολογισμούς αλλά και στους άλλους πανεπι-

126. Βλ. Γ. Βελουδής, ό.π.

127. Βασίλης Κρεμμυδάς, «Πρόσληψη και χρήσεις της αρχαιότητας στον ελληνικό διαφωτισμό και το Εικοσιένα: Να ανακαινισuή και να αναζήση πάλιν το ελληνικόν γένος», Ο Πολίτης 29 (13 Δεκεμβρίου 1996), σ. 28, και passim, σ. 24-29.

128. Βλ. Roxane Argyropoulos, Les intellectuels grecs à la recherche de Byzance (18601912), Αθήνα, Institute for Neohellenic Research - Collection «History of Ideas» 1, 2001, και Μαρία Νυσταζοπούλου-Πελεκίδου, «Οι βυζαντινές ιστορικές σπουδές στην Ελλάδα: από τον Σπυρίδωνα Ζαμπέλιο στον Διονύσιο Ζακυθηνό»: Σύμμεικτα του Κέντρου Βυζαντινών Σπουδών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών: «Μνήμη Δ. Α. Ζακυθηνού», τ. 9 (1994), Μέρος Β', σ. 156-157. Στο κείμενο γίνεται αναφορά στην αντιμετώπιση του Βυζαντίου ως παρηκμασμένης συνέχειας της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας από συγγραφείς όπως ο Βολταίρος, ο Μοντεσκιέ, ο Χέγκελ, ο Σαρλ Λε Μπο και ο Γκίμπον. Βλ. ακόμη J.W. Thompson, ό.π., σ. 512-531.

129. Βλ. και Κ. Λάππας, Πανεπιστήμιο και φοιτητές..., ό.π., σ. 123-126.

Σελ. 61
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/62.gif&w=600&h=915

πανεπιστημιακούς λόγους η ελληνική αρχαιότητα κατέλαβε εξέχουσα θέση ,130 όπως άλλωστε και στο πανεπιστημιακό λεξιλόγιο, στα σύμβολα, στην αρχιτεκτονική των κτιρίων.

Προς αυτή την κατεύθυνση καθοριστική υπήρξε η συμβολή των Βαυαρών. Στις προτάσεις του για την ίδρυση πανεπιστημίου ο Τηρς τοποθετούσε τις κτιριακές εγκαταστάσεις του ανώτατου εκπαιδευτικού ιδρύματος στο αρχαίο Λύκειο, απέναντι από την Ακρόπολη.131 Στο νεοκλασικό κτίριο που τελικά σχεδίασε ο δανός αρχιτέκτονας Κρίστιαν Χάνσεν, ο ζωγραφικός διάκοσμος είχε θέμα τις επιστήμες προσωποποιημένες (ανάμεσα στις οποίες και η ιστορία) , ενώ στα Προπύλαια προβλεπόταν να τοποθετηθούν δύο αγάλματα αρχαίων θεοτήτων. Εκτός από τη σφραγίδα της Θεολογικής Σχολής, η οποία έφερε μονόγραμμα των πρώτων χριστιανών, οι σφραγίδες των άλλων τριών σχολών έφεραν ως εμβλήματα αρχαία ελληνικά θέματα: της Νομικής τη Θέμιδα, της Ιατρικής τον Ασκληπιό, της Φιλοσοφικής τον Αριστοτέλη. Τέλος, η κεντρική σφραγίδα του Πανεπιστημίου έφερε μια κουκουβάγια, το σύμβολο της θεάς Αθηνάς και της σοφίας.132

Ο ελληνικός αρχαίος κόσμος αποτέλεσε εξαρχής, όπως και για το νεοσύστατο κράτος στο σύνολό του, νομιμοποιητικό στοιχείο των επιδιώξεων της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης.133 Η Ελλάδα, η οποία είχε δώσει τα φώτα του πολιτισμού στον υπόλοιπο κόσμο, δικαιούνταν να διαδραματίσει ξανά αυτό τον ρόλο. Όπως ανέφερε ο σχολάρχης της Ιατρικής Αναστάσιος Γεωργιάδης Λευκίας κατά την τελετή των εγκαινίων του ιδρύματος : Ην ποτέ χρόνος, καθ' ον η Ελλάς ευδαίμων και επίζηλος ην, ην ποτέ χρόνος, καθ' ον τοις μεν όπλοις ισχύουσα, πάντα τα Ασιανά έθνη κατ' αυτής ελθόντα καταπολέμησε, τεχνών δε και επι-

130. Σημειώνω ενδεικτικά τους λόγους των σχολαρχών Ν. Βάμβα, Μ. Αποστολίδη και Α. Γεωργιάδη Λευκία στην τελετή εγκαινίων του Πανεπιστημίου: Κ. Θ. Δημαράς, Εν Αθήναις..., ό.π. Βλ. ακόμη Νεόφυτος Βάμβας, Λόγος περί προόδου και πτώσεως της Αρχαίας Ελλάδος, εκφωνηθείς εν τω Πανεπιστημίω Όθωνος την 20 Μαΐου 1844, Αθήνα 1844, Νικόλαος I. Σαρίπολος, Λόγος εκφωνηθείς την 21 Οκτωβρίου 1848 κατά την έναρξιν της διδασκαλίας των αρχαίων ελληνικών πολιτευμάτων, Αθήνα 1848, καθώς και τον πρυτανικό λόγο του Κ. Ασώπιου για τον Μ. Αλέξανδρο (βλ. εδώ, σ. 102).

131. Βλ. και Ελένη Κούκκου, ό.π., σ. 91.

132. Στη μεταρρύθμιση του 1911 τα σύμβολα παρέμειναν ως είχαν, εκτός της Φιλοσοφικής, όπου τον Αριστοτέλη αντικατέστησε η Μνημοσύνη, ενώ για τη Φυσικομαθηματική επελέγη ως σύμβολο ο Προμηθέας. Βλ. Πρυτανεία Ιωάννου Ε. Μεσολωρά..., ό.π., σ. 10.

133. Για την ισχυρή σχέση των Νεοελλήνων με τους αρχαίους Έλληνες βλ. Έ. Σκοπετέα, Το «Πρότυπο Βασίλειο»..., ό.π., σ. 171-217, Αλέξης Πολίτης, ό.π., σ. 107-111.

Σελ. 62
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/63.gif&w=600&h=915

επιστημών απασών πλουτούσα, καθηγητης και διδάσκαλος του πλείστου μέρους υπήρχε·134 Στη νέα συγκυρία, και με διαβατήριο το αρχαίο παρελθόν, ο καθηγητής ζητούσε από τον παλαιό διδάσκαλο να διδάξει εκ νέου την ανθρωπότητα. Δεν ήταν ο μόνος. Στην ίδια τελετή όλοι οι ομιλητές αναφέρθηκαν εκτενώς στην αρχαία Ελλάδα, τονίζοντας τη σύνδεσή της με το νέο κράτος. Το Πανεπιστήμιο, το προσφιλές ενδιαίτημα των Μουσών, θα επανεγκαθιστούσε τον πολιτισμό, μετά από την εκδίωξή του, στην αρχαία πατρίδα του.

Το Φιλολογικό Τμήμα προσδιόρισε εξαρχής τον χρονικό του ορίζοντα στην κλασική αρχαιότητα.135 Οι κύριοι γνωστικοί κλάδοι του εκτός από τη φιλοσοφία, δηλαδή η ελληνική με τη λατινική φιλολογία και η αρχαιολογία, παρέμειναν σε όλο σχεδόν τον 19ο αιώνα επικεντρωμένοι στην ελληνορωμαϊκή αρχαιότητα. Με εξαίρεση τη φιλοσοφία, που εξαρχής συνδέθηκε, πέραν της αρχαίας ελληνικής, και με τη σύγχρονη δυτική σκέψη, ο κανόνας της αρχαίας ελληνικής και ρωμαϊκής κληρονομιάς παρέμεινε κυρίαρχος. Ο αρχαιοκεντρισμός αυτός ανταποκρίθηκε στις γενικότερες κατευθύνσεις των προγραμμάτων των ευρωπαϊκών πανεπιστημίων (εξ ου και η ισχυρή παρουσία της λατινικής γλώσσας), εξυπηρετούσε όμως και την ανάγκη της σύνδεσης των νέων με τους αρχαίους Έλληνες. Ακόμη και εάν τα επιμέρους μαθήματα συγκροτήθηκαν με βάση την ευρωπαϊκή πανεπιστημιακή παράδοση μέσω της εμπειρίας των καθηγητών, η προγονική σχέση τονίστηκε με έμφαση σε προγραμματικά κείμενα όπως οι εισιτήριοι λόγοι.136 Η κλασική αρχαιότητα αναγνωρίστηκε ως συστατικό στοιχείο της ταυτότητας του νέου κράτους, που αναδείκνυε την υπεροχή του έναντι των άλλων.137

Η επιλογή του Σχινά να επικεντρώσει τη διδασκαλία του στον αρχαίο κόσμο , ιδιαίτερα στον ελληνικό, αιτιολογήθηκε από την προγονική σχέση. Ήταν μια πολιτική επιλογή που συμβάδιζε τόσο με το πρόγραμμα του Πανεπιστημίου

134. Λογίδριον εκφωνηθέν κατά την της Ακαδημίας καθίδρυσιν υπό Α. Γ. Λευκίου Σχολάρχου της Ιατρικής, σ. 1: Κ. Θ. Δημαράς, Εν Αθήναις..., ό.π.

135. Συνολικά η αρχαία Ελλάδα και ο κλασικισμός αποτέλεσαν άξονα αναφοράς για την εκπαίδευση στο νεοελληνικό βασίλειο. Βλ. για την περίοδο 1834-1882, Christina Koulouri, ό.π., σ. 301-352.

136. Ο Ευθ. Καστόρχης, όταν το 1849 δίδαξε εκτός από λατινική φιλολογία και Βίον Ελλήνων αντικαθιστώντας το μάθημα του Σχινά, στον αντίστοιχο εισιτήριο λόγο του αναφέρθηκε στην αξία της φιλολογίας, στην καταγωγή της από την Ελλάδα και στην επιστροφή της στον γενέθλιο τόπο της, ούτως ώστε να αναδειχθούν οι Έλληνες άξιοι κληρονόμοι. Βλ. Ευθ. Καστόρχης, ό.π., σ. 23-24.

137. Βλ. τη σύγκριση της Αινειάδας με τα ομηρικά έπη από τον Στ. Κουμανούδη σε λόγο του στον Σύλλογο «Αθήναιον» το 1867: Σ. Ματθαίου, ό.π., σ. 148-149.

Σελ. 63
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/64.gif&w=600&h=915

μίου όσο και με τον χαρακτήρα που δόθηκε στο ίδρυμα από την κρατική εξουσία. Από την άλλη πλευρά, ήδη στον οδηγό σπουδών προβλεπόταν η διδασκαλία της μεσαιωνικής και νεότερης περιόδου, ζήτημα που εξαρχής έθεσε και η Σύγκλητος, καθώς θεώρησε ότι δεν επαρκούσε η διδασκαλία της πολιτειογραφίας.

Σελ. 64
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/65.gif&w=600&h=915

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ'

ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΕΙΟΓΡΑΦΙΑ ΣΤΗ ΓΕΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ: Η ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΟΥ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΥ ΠΑΡΕΛΘΟΝΤΟΣ

Η ΣΥΝΤΟΜΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΕΝΤΟΤΑΡΝΤ ΜΑΣΣΟΝ

Η μετακίνηση του Σχινά, το 1841, στη βαθμίδα του επιτίμιου καθηγητή και η συνεπακόλουθη εξοικονόμηση μισθού, σε συνδυασμό με το πάγιο αίτημα της Σχολής για διεύρυνση του διδακτικού προσωπικού, επέτρεψε το 1842 τον διορισμό του Έντουαρντ Μάσσον (1800-1873)138 σε μια δεύτερη έδρα Γενικής ιστορίας,139 με αντικείμενο τη διδασκαλία της μεσαιωνικής και σύγχρονης ιστορίας. Με σπουδές φιλοσοφίας, θεολογίας και νομικής στο Πανεπιστήμιο του Άμπερντιν, ο Μάσσον είχε έλθει το 1824 στην Ελλάδα για να συμμετάσχει στον Αγώνα. Διετέλεσε γραμματέας του ναυάρχου Τ. Κόχραν (1827-1831) και στη συνέχεια ασχολήθηκε με τη δικηγορία. Το 1831 υπερασπίστηκε τον δολοφόνο του Ιωάννη Καποδίστρια Γεωργάκη Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, ενώ το 1834 διορίστηκε γενικός εισαγγελέας στο Ανώτατο Δικαστήριο. Από τη θέση αυτή αντιμετώπισε τις επικρίσεις του Τύπου για τη συμμετοχή του και την κοινή με τον Κ. Δ. Σχινά στάση στη δίκη των Κολοκοτρώνη - Πλαπούτα.140 Δίδαξε ρωμαϊκό δίκαιο στο Γυμνάσιο Ναυπλίου, ενώ παρέδιδε ιδιωτικά το μάθημα Στοιχεία της διανοητικής, ηθικής και πολιτικής φιλοσοφίας κατά την Βακωνικήν μέθοδον. Το 1840 αναγορεύθηκε υφηγητής της Φιλοσοφίας του Βάκωνος στη Φιλοσοφική, συνεχίζοντας στην πραγματικότητα τα μαθήματα που παρέδιδε

138. Βλ. Δ. Πανταζής, «Εδουάρδος Μάσσων», Εφημερίς των Φιλομαθών, φ. 811 (25 Μαΐου 1873), σ. 2657-2658, Δ. Βαρδουνιώτης «Εδ. Μάσσων», Επετηρίς Φιλολογικού Συλλόγου Παρνασσός 11 (1915), σ. 225-234, και Δ. Δημητριάδης, «Μάσσον (Masson) Εδουάρδος», Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια (ΜΕΕ), Αθήνα 1927, τ. 16, σ. 758. Βλ. ακόμη Αντώνης Λ. Σμυρναίος, «Έντουαρντ Μάσσον, An apology for the Greek Church (1843): φιλορθόδοξη έξαρση ή μεταμφιεσμένος καιροσκοπισμός;», Νέα Εστία 1757 (Ιούνιος 2003), σ. 1016-1036.

139. Ήδη είχαν προστεθεί διδάσκοντες στη φιλολογία και φιλοσοφία, βλ. Π. Κιμουρτζής, ό.π., σ. 160-163.

140. John Petropulos, ό.π., σ. 242-244.

Σελ. 65
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/66.gif&w=600&h=915

ιδιωτικά. Από όσο γνωρίζουμε, έως τον διορισμό του δεν είχε ασχοληθεί με την ιστορία, ούτε είχε παρουσιάσει σχετικό συγγραφικό έργο.

Ο Μάσσον ξεκίνησε τα μαθήματα το θερινό εξάμηνο 1841-1842, προκαλώντας την αντίδραση των φοιτητών, καθώς κατηγορήθηκε ότι περιπλανώμενος σε διάφορα άλλα γνωστικά αντικείμενα δεν υπεισερχόταν στο κατεξοχήν αντικείμενο της διδασκαλίας του (συνεδρίαση Συγκλήτου 15ης Μαρτίου 1842). Ο πρύτανης, καθηγητής της Ιατρικής Νικόλαος Μ. Κωστής, επενέβη καθησυχάζοντας τους ακροατές και προτρέποντας τον Μάσσον να επικεντρωθεί στη γενική ιστορία, καθώς, όπως τον κατηγόρησε και ο Μανούσης στη Σύγκλητο, δίδασκε φιλοσοφία της ιστορίας. Ο καθηγητής της Ιστορίας επανέλαβε τις παραδόσεις του διδάσκοντας ρωμαϊκή ιστορία, αντικείμενο με το οποίο είχε μεγαλύτερη εξοικείωση, αφού πρώτα επέπληξε τους φοιτητές για τη στάση τους. Το γεγονός προκάλεσε την αντίδραση του πρύτανη, καθώς ο καθηγητής δεν απευθύνθηκε στους ακροατές του ως σε διανοητικώς ανεπτυγμένα άτομα, όπως πρόσταζε ο νόμος. Την 21η Μαρτίου συνέβη μικρός θόρυβος, όπως γνωστοποιήθηκε στη Σύγκλητο μετά το πέρας του μαθήματος του, από αλλότρια προς τους φοιτητές άτομα. Ο πρύτανης κάλεσε τους παρισταμένους να ησυχάσουν και ταυτόχρονα απαγόρευσε την είσοδο στους μη έχοντας σχέση με τον χώρο, εκτός και αν επεδείκνυαν εισιτήριο από την Πρυτανεία. Η επέμβαση αυτή θορύβησε τον καθηγητή, ο οποίος θεώρησε ότι πλέον προσδιδόταν μεγάλη βαρύτητα στα επεισόδια, με συνέπεια να διακόψει τα μαθήματά του. Μετά από σχετική συζήτηση στη Σύγκλητο αποφασίστηκε, αφού και το έτος πλησίαζε στο τέλος του, η διακοπή του μαθήματος. Στον πρυτανικό απολογισμό της χρονιάς γινόταν μόνο αναφορά στον διορισμό του καθηγητή και στην αργοπορημένη έναρξη των μαθημάτων του. Τόσο οι φοιτητικές κινητοποιήσεις όσο και η γενικότερα αρνητική στάση της Συγκλήτου προς τον καθηγητή ενδεχομένως έχουν την αφετηρία τους στη στενή σχέση του με την Αντιβασιλεία, σε μια ταραγμένη πολιτικά περίοδο.

Το επόμενο εξάμηνο ο Μάσσον αρρώστησε και μετά από απόφαση της Συγκλήτου τον αντικατέστησε ο Θ. Μανούσης.141 Στο χειρόγραφο πρόγραμμα που απέστειλε το Πανεπιστήμιο στο υπουργείο Παιδείας προς έγκριση για το χειμερινό εξάμηνο 1843-1844 ο Μάσσον θα δίδασκε Φιλοσοφικήν έποψιν της νεωτέρας ιστορίας.142 Το χειρόγραφο πρόγραμμα εγκρίθηκε στις 8 Ιουλίου 1843, κανείς όμως από τους δύο δεν δίδαξε. Λίγες ημέρες αργότερα, την 21η Ιουλίου

141. Πρυτανικοί λόγοι 1842-1843, σ. 7.

142. Βλ. Παράρτημα.

Σελ. 66
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/67.gif&w=600&h=915

ου, οι δύο διδάσκοντες, μαζί με τους καθηγητές της Φιλοσοφικής Ιωάννη Βενθύλο και Χ. Ούλριχς, της Νομικής Κωνσταντίνο Νέγρη και της Ιατρικής Χάινριχ Τράιμπερ, απολύθηκαν από το Πανεπιστήμιο λόγω οικονομικής δυσπραγίας της κρατικής μηχανής.143 Στην πραγματικότητα οι απολύσεις τους εντάσσονταν στο πολιτικό κλίμα των ημερών πριν από τη μεταπολίτευση ·144

Μετά την ψήφιση του Συντάγματος ο Θ. Μανούσης διορίστηκε εκ νέου επιτίμιος και στις 3 Μαΐου 1844 τακτικός καθηγητής της Γενικής ιστορίας και, κατ' ανάθεσιν για λίγους μήνες, της Αρχαιολογίας. Την ίδια στιγμή, με την απομάκρυνση όλων των ξένων καθηγητών από το Πανεπιστήμιο, ο Μάσσον εγκατέλειψε την Ελλάδα. Μετέβη στη Σκοτία και για ένα διάστημα στην Ιρλανδία ως καθηγητής της ελληνικής γλώσσας και της Καινής Διαθήκης στο Πανεπιστήμιο του Μπέλφαστ. Το 1865 επέστρεψε στην Αθήνα, όπου εξέδωσε το περιοδικό Μνήμων. Πέθανε το 1873 και ετάφη στα χώματα της μητριάς πατρίδας του.

Η πολύ σύντομη πανεπιστημιακή διδασκαλία του Μάσσον δεν άφησε ίχνη ούτε στο συγγραφικό του έργο, ούτε όμως και στα δημοσιεύματα της κοινής γνώμης,για την οποία παρέμεινε πάντα ο καταχθόνιος κατήγορος του Θ. Κολοκοτρώνη . Η αναπλήρωσή του από τον Θ. Μανούση ήταν αναμενόμενη, στο μέτρο που ο επιτίμιος καθηγητής δίδασκε το συγγενές μάθημα της πολιτειογραφίας.

ΤΟ ΑΠΟΤΥΧΗΜΕΝΟ ΠΕΙΡΑΜΑ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΕΙΟΓΡΑΦΙΑΣ

Γεννημένος στη Σιάτιστα της Μακεδονίας, απόγονος οικογένειας εμπόρων, ο Θεόδωρος Μανούσης (1793-1858)145 είχε πραγματοποιήσει σημαντικές και πολυποίκιλες σπουδές, μη συστηματικές κατά το πνεύμα της εποχής του. Πρώτος δάσκαλος του στην Πέστη της Ουγγαρίας ήταν ο γνωστός λόγιος Γεώργιος Ζαβίρας. Στη Βιέννη, επόμενο σταθμό της ζωής του, ήλθε σε επαφή με τη γερμανική σκέψη, ενώ το 1819 παρακολούθησε τα πρώτα του πανεπιστημιακά μαθήματα στη Λειψία, με καθηγητή τον φιλέλληνα φιλόσοφο Βίλχελμ

143. Πρυτανικοί λόγοι, ό.π., σ. 8.

144. Π. Κιμουρτζής, ό.π., σ. 166-173.

145. Για τον Μανούση βλ. την ανέκδοτη μεταπτυχιακή εργασία της Ιουλίας Πεντάζου Ο Θεόδωρος Μανούσης καθηγητής της Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (18371858), Αθήνα 1994. Συνεπτυγμένη μορφή της εργασίας με τον ίδιο τίτλο στο περιοδικό Μνήμων, ό.π. Βλ. ακόμη Αντώνης Χατζής, «Θ. Μανούσης, ο πρώτος καθηγητής ιστορίας εν τω εθνικώ πανεπιστημίω», Πλάτων 10 (1958), σ. 301-310.

Σελ. 67
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/68.gif&w=600&h=915

Τρώγκοττ Κρουγκ. Την επόμενη χρονιά μετέβη στο Πανεπιστήμιο του Γκέττινγκεν, όπου σπούδασε φιλοσοφία και ιστορία με καθηγητή τον Άρνολντ Χέρμανν Λούντβιχ Χέερεν. Το 1820 φαίνεται ότι είχε συμφωνήσει να διδάξει ιστορία και γεωγραφία στην Ιόνιο Ακαδημία, συμφωνία που δεν ευοδώθηκε.146 Τον επόμενο χρόνο συνελήφθη και φυλακίστηκε για τέσσερις μήνες μαζί με άλλους έλληνες φοιτητές, εξαιτίας των μυστικών επαφών τους με φιλέλληνες για την ενίσχυση του Αγώνα. Παρέμεινε υπό περιορισμό στη Βιέννη έως το 1828, οπότε πέρασε στην Ιταλία. Εκεί παρακολούθησε μαθήματα στα Πανεπιστήμια της Πίζας (ιατρική, φυσικές επιστήμες) και της Ρώμης (ιταλική φιλολογία). Το 1831 ήλθε στην Ελλάδα και συμμετείχε ενεργά στον αντικαποδιστριακό αγώνα. Μετά τη δολοφονία του κυβερνήτη έφυγε πάλι στο εξωτερικό (Μόναχο και Βιέννη). Επέστρεψε οριστικά το 1834 και διορίστηκε από την Αντιβασιλεία βασιλικός επίτροπος στην Ιερά Σύνοδο και σύνεδρος στον Άρειο Πάγο.147 Οι ιδιότητές του αυτές δικαιολογούσαν και τον αρχικό διορισμό του ως επιτίμιου καθηγητή.

Η πολιτειογραφία, το μάθημα που ενέταξε ο καθηγητής στο πανεπιστημιακό πρόγραμμα μαθημάτων, ήταν το πρώτο και μόνο, στα πρώτα χρόνια της Φιλοσοφικής, το οποίο βασίστηκε σε συστηματική τεκμηρίωση και υπήρξε αποκλειστικά αφιερωμένο στη συγχρονία. Η διδασκαλία του προκάλεσε εξαρχής αρνητικά σχόλια και αντιρρήσεις, που συνδέονταν με προσωπικές σχέσεις και επιδιώξεις εντός του Πανεπιστημίου. Δεν θα έπρεπε όμως να αγνοηθούν και οι πραγματικές επιφυλάξεις για τον χαρακτήρα του μαθήματος, κυρίως λόγω του ασαφούς χαρακτήρα και της πρωτοποριακής του φυσιογνωμίας συγκριτικά με το υπόλοιπο πρόγραμμα.148 Ο Μανούσης έστρεψε τη διδασκαλία του μαθήματος στις σημαντικές χώρες της εποχής του: Αγγλία, Γαλλία (γενικότερα Ευρώπη), Ρωσία και Αμερική. Οι φοιτητές, οι πολίτες του ελληνικού βασιλείου, έπρεπε να γνωρίζουν την πολιτική, κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μεγάλων αυτών κρατών.149

146. Βλ. Ελένη Αγγελομάτη-Τσουγκαράκη, Η Ιόνιος Ακαδημία. Το χρονικό της ίδρυσης του πρώτου ελληνικού Πανεπιστημίου (1811-1824), Αθήνα, Αρχειακές μελέτες - Εκδόσεις «Ο Μικρός Ρωμηός», 1997, σ. 46-49.

147. I. Πεντάζου, «Ο Θεόδωρος Μανούσης...», ό.π., σ. 74-77.

148. I. Πεντάζου, Ο Θεόδωρος Μανούσης..., ό.π., σ. 24.

149. Βλ. «Το Πολίτευμα της Αγγλίας (εκ των περί Πολιτειογραφίας μαθημάτων του καθηγητού Θ. Μανούσου)», Ευρ. Ερανιστής 8 (1843), σ. 495-534, 9 (1843), σ. 569-615, και «Περί αρχής και αυξήσεως του Ρωσικού κράτους (εκ των περί Πολιτειογραφίας μαθημάτων του καθηγητού Θ. Μανούσου)», Ευρ. Ερανιστής 10 (1843), σ. 707-761.

Σελ. 68
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Η συγκρότηση της ιστορικής επιστήμης και η διδασκαλία της ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (1837-1932)
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 49
    

    το συνδεόταν με τη συνολικότερη κατεύθυνση του Πανεπιστημίου προς την ελληνορωμαϊκή αρχαιότητα,87 το υψηλό προσωπικό κύρος του πρώτου πρύτανη και γενικότερα τον προσωποκεντρικό χαρακτήρα των εδρών.

    Η ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΗΣ ΠΑΤΡΩΑΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

    Προσωπικότητα με πολλαπλά ενδιαφέροντα, συστηματικό έργο και οργανωτικό χαρακτήρα, ο Κ. Δ. Σχινάς συνέδεσε τις διαφορετικές φάσεις της δημόσιας παρουσίας του με συγκεκριμένα συγγραφικά επιτεύγματα : μεταφράσεις και νομικά έργα κατά τη θητεία του ως υπουργικού συμβούλου και υπουργού, ιστορικά έργα στο Πανεπιστήμιο, πολιτικά κείμενα και υπομνήματα κατά τη διπλωματική σταδιοδρομία του. Το 1845 εξέδωσε το μοναδικό εκτεταμένο ιστορικό του σύγγραμμα, στο οποίο πραγματευόταν την ιστορία των εθνών που έζησαν στην Ασία και στη Λιβύη (Αφρική), των πλέον σημαντικών σε επίπεδο ισχύος και πολιτισμού (Ασσύριοι, Μήδοι, Αιγύπτιοι, Πέρσες) και των ελασσόνων (Λυδοί, Κάρες, Μυσοί, Λύκιοι, Πάμφυλοι, Πισίδες, Κίλικες και Φρύγες).88 Προγραμμάτιζε ακόμη δύο τόμους: ο πρώτος θα ήταν αφιερωμένος στους Έλληνες έως τους Μακεδόνες και τα εξελληνισθέντα φύλα, ενώ ο δεύτερος στους Ρωμαίους. Δεν εκδόθηκε κανένας από τους δυο. Στα κατάλοιπα του Σχινά διασώθηκε σε χειρόγραφη μορφή σημαντικό τμήμα του δεύτερου τόμου, χρονολογημένο το 1848, στο οποίο ο συγγραφέας διέτρεχε την ιστορία των ελληνικών πόλεων, κυρίως της Αθήνας και της Σπάρτης, έως τα χρόνια της Αχαϊκής Συμπολιτείας.89 Από τη διδασκαλία του διαθέτουμε και το μοναδικό για τον 19ο αιώνα σώμα χειρόγραφων σημειώσεων μαθήματος ιστορίας οι οποίες έχουν καταγραφεί από φοιτητές. Πρόκειται για τις σημειώσεις από το μάθημα της ιστορίας των ελληνικών αποικιών, που δίδαξε τη δεκαετία του 1840.90 Η σύνδεση των προηγουμένων με τη διδασκαλία του είναι

    87. Βλ. εδώ, σ. 60-64.

    88. Κ. Δ. Σχινάς, Ιστορία των αρχαίων εθνών συνταχθείσα εν τρισί βιβλίοις. Βιβλίον πρώτον περιέχον τα Ασιανά και Λιβυκά, Αθήνα 1845.

    89. Ιστορία των αρχαίων εθνών. Βιβλίον δεύτερον: Τα Ελληνικά, ήγουν Ιστορία των Ελλήνων και των κατά τους Μακεδονικούς χρόνους εξελληνισθέντων εθνών, Αθήνα 1848. Για το αρχείο Σχινά στο Κέντρο Νεοελληνικών Ερευνών βλ. Δήμητρα Ανδριτσάκη (επιμ.), Κατάλοιπα Κ. Σχινά - Π. Αργυροπούλου. Κατάλογος, Αθήνα, Κέντρο Νεοελληνικών Ερευνών 16, 1974.

    90. Απόκεινται σήμερα στο Τμήμα Χειρογράφων και Ομοιοτύπων της Εθνικής Βιβλιοθήκης. Αποτελούνται από 504 φύλλα και φέρουν την υπογραφή του φοιτητή Π. Κουπιτώρη.