Συγγραφέας:Καραμανωλάκης, Βαγγέλης Δ.
 
Τίτλος:Η συγκρότηση της ιστορικής επιστήμης και η διδασκαλία της ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (1837-1932)
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:42
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:2006
 
Σελίδες:551
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Εκπαίδευση-Τριτοβάθμια
 
Παιδεία-Εκπαίδευση
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα, Πανεπιστήμιο Αθηνών
 
Χρονική κάλυψη:1837-1932
 
Περίληψη:Αφετηριακή υπόθεση της εργασίας αυτής είναι ότι η ιστορία συγκροτείται ως επιστήμη μέσα από την καταλυτική επίδραση εκπαιδευτικών θεσμών για την παραγωγή και τη μετάδοση της γνώσης, όπως είναι το πανεπιστήμιο. Οι θεσμοί αυτοί επιβάλλουν σε μεγάλο βαθμό στην ιστοριογραφική παραγωγή τη λογική της συγκρότησης και της λειτουργίας τους, τις αξίες που τους διέπουν, τις πρακτικές ανάδειξης κύρους και τους συσχετισμούς δύναμης που επικρατούν στο εσωτερικό τους, τις σχέσεις τους με την πολιτική εξουσία και την κοινωνία. Η πανεπιστημιακή διδασκαλία της ιστορίας κατά την περίοδο που καλύπτει το βιβλίο συνδέθηκε με μια σειρά από παράγοντες και μεταβλητές, στοιχεία που καθόρισαν και το συγκεκριμένο πλαίσιο αναφοράς : το πανεπιστημιακό περιβάλλον, η ιστοριογραφική παράδοση, τα πρόσωπα που δίδαξαν και οι αποδέκτες της διδασκαλίας τους. Στόχος της παρούσας εργασίας είναι η συνεξέταση αυτών των παραγόντων μέσα στην ευρύτερη πολιτική και κοινωνική συγκυρία από την οποία σε μεγάλο βαθμό ορίστηκαν και την οποία εντέλει επανακαθόρισαν, με άλλα λόγια θέμα του βιβλίου είναι η συγκρότηση, στον χώρο του Πανεπιστημίου Αθηνών, μιας εθνικής-επιστημονικής ιστορίας με έντονο διδακτικό χαρακτήρα, η οποία επηρέασε καθοριστικά τη συνολική ιστοριογραφική παραγωγή, λόγω της σημαίνουσας θέσης του ιδρύματος, καθώς για έναν περίπου αιώνα αποτέλεσε τον μοναδικό οργανωμένο θεσμό της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης ο οποίος παρήγε ιστορική γνώση, κατάρτιζε τους φοιτητές και προετοίμαζε τους αποφοίτους του για τη διάχυση αυτής της γνώσης, μέσω κυρίως του σχολικού δικτύου, στο ελληνικό βασίλειο και στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 43.93 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 57-76 από: 554
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/57.gif&w=600&h=915

σεών του. Ο γερμανός ιστορικός με τη Ρωμαϊκή ιστορία του έδωσε δείγματα μιας κριτικής στάσης απέναντι στις πηγές, με βάση την οποία αναζητούσε την αλήθεια και κατέρριπτε την ειδυλλιακή εικόνα του παρελθόντος. Οι μελέτες του συγκρότησαν μια από τις πιο καινοτόμους και ολοκληρωμένες προτάσεις για την αρχαιότητα.113 Από την οπτική της παγκόσμιας ιστορίας, ο ιστορικός αποκατέστησε σε μεγάλο βαθμό τις συνέχειες από τα αρχαία στα ελληνιστικά χρόνια και από εκεί στα ρωμαϊκά, τονίζοντας την αλληλεπίδραση Ανατολής - Δύσης, τη μεταφορά του πολιτισμού σε μια συνεχή διαδρομή επιρροών και προσμείξεων.114 Με το έργο του, στο οποίο η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία αντιμετωπίστηκε ως κατεξοχήν συγκροτημένη κρατική οντότητα, ο Νήμπουρ ενίσχυσε το σχήμα της διαδοχής (ιστορία των ανατολικών εθνών - αρχαία ελληνική - ρωμαϊκή) και έθεσε σε γενικές γραμμές τις βάσεις για τη διάκριση της αρχαίας ιστορίας από ένα σύνολο αρχαιογνωστικών αντικειμένων. Ήταν εμφανείς οι επιρροές από το νομικό έργο του Σαβινιύ και από το έργο του έτερου καθηγητή στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου, Αουγκούστ Μπεκ115. Τόσο το έργο του Μπεκ όσο και, σε μικρότερο βαθμό, του Νήμπουρ προκάλεσαν αντιδράσεις, κυρίως λόγω της επιμονής τους στην ιστορική διάσταση των κειμένων και στην υποβάθμιση της γραμματολογικής ανάλυσης τους. Η διάκριση της γερμανικής φιλολογίας για αρκετά χρόνια σε δύο στρατόπεδα, τη Wortphilologie (φιλολογία των κειμένων) και τη Sachphilologie (φιλολογία των πραγμάτων), συνέβαλε ουσιαστικά στην αυτονόμηση της αρχαίας ιστορίας από τις αρχαιογνωστικές επιστήμες.116

Η ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ ΤΟΥ ΑΟΥΓΚΟΥΣΤ ΜΠΕΚ

Ο Αουγκούστ Μπεκ υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους φιλολόγους και ιστορικούς του καιρού του. Το έργο του εντάσσεται στο κλίμα της γερμανικής φιλολογίας του 18ου και του 19ου αιώνα, σε μια μακρά γενεαλογία ειδι-

113. J.W. Thompson, A History of Historical Writing, 2 (The Eighteenth and Nineteenth Centuries), Gloucester Mass. 1967, σ. 153-156.

114. Βλ. Λουτσιάνο Κάνφορα, Ελληνισμός. Ερμηνεία της Αλεξανδρινής εποχής, μτφ.: Σπύρος Μαρκέτος, Αθήνα, Αλεξάνδρεια, 1992, σ. 33-62.

115. Για την επίδραση του Μπεκ στις φιλολογικές σπουδές βλ. ενδεικτικά G.P. Gooch, History and Historians in the Nineteenth Century, Λονδίνο 1913, σ. 30-35, Suzanne L. Marchand, Down from Olympus. Archaeology and Philhellenism in Germany, 1750-1970, Πρίνστον 1996, σ. 40-44.

116. Βλ. γενικά για τη διαδρομή της αρχαιογνωσίας "Ancient History and the Antiquarian": A.D. Momigliano, Studies in Historiography, Λονδίνο 1969, σ. 1-39.

Σελ. 57
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/58.gif&w=600&h=915

ειδικών με κεντρικό σημείο αναφοράς τον Γιόχανν Γιόαχιμ Βίνκελμανν και την «ανακάλυψη» των κειμένων της ελληνικής κλασικής αρχαιότητας. Συνεχίζοντας την παράδοση του τελευταίου, ο μαθητής του Φρήντριχ Α. Βολφ ανέδειξε την ιστορική διάσταση των κειμένων, θεωρώντας τη φιλολογία ως την επιστήμη η οποία αγκάλιαζε όλο τον αρχαίο κόσμο (ήταν άλλωστε ο εισηγητής του σχετικού όρου Altertummssenschaft), έστω και σε στατική μορφή. Ο Βολφ δημοσίευσε τα περίφημα Προλεγόμενα στον Όμηρο, με τα οποία έθεσε για πρώτη φορά το ζήτημα της ιστορικής ανάγνωσης ενός λογοτεχνικού έργου, επαναπροσδιορίζοντας τις φιλολογικές μεθόδους ανάλυσης των αρχαίων κειμένων.117 Αυτή η στροφή προς την ελληνική αρχαιότητα, η οποία έγινε σε αντίθεση και συμπληρωματικά με την έως τότε ισχυρή ρωμαϊκή - ρομανική παράδοση,118 συνεχίστηκε και επαναπροσδιορίστηκε από τον Μπεκ, μαθητή του Βολφ. Οι μελέτες του, οι οποίες στόχευαν στην ανασύσταση της εικόνας της ελληνικής αρχαιότητας, εκκινούσαν από την αντίληψη -βασισμένη στη φιλελεύθερη ιδεολογία του- ότι η αρχαία ελληνική κοινωνία αποτελούσε πρότυπο για τη σύγχρονη, ότι στον αρχαίο κόσμο εδράζονταν όλες οι ανθρώπινες γνώσεις. Ο Μπεκ προσδιόρισε τη φιλολογία ως την επιστημονικά τεκμηριωμένη ιστορική γνώση των δραστηριοτήτων ενός έθνους σε μια συγκεκριμένη ιστορική περίοδο. Η συστηματική μελέτη των επιγραφών για την ανασύσταση του δημόσιου και ιδιωτικού βίου των Ελλήνων, η επιμονή του στην ιστορία των θεσμών, η ιστορική τεκμηρίωση των αρχαίων κειμένων αποτέλεσαν τα κύρια χαρακτηριστικά της προσέγγισης του.

0 Μπεκ εντασσόταν σε ένα από τα δύο στρατόπεδα που είχαν δημιουργηθεί, όπως υποστηρίζει ο Ίγκερς, τον 19ο αιώνα στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου. Στο πρώτο στρατόπεδο ανήκε ο Χέγκελ και ο κύκλος του, ενώ το δεύτερο περιελάμβανε τον Σαβινιύ, τον Νήμπουρ, τον Μπεκ, τον φιλόσοφο Φρήντριχ Σλαϊερμάχερ. Οι τελευταίοι, παρ' όλο που αναγνώριζαν, όπως και ο Χέγκελ, την ύπαρξη μιας υπερκείμενης πραγματικότητας πίσω από τα γεγονότα, υποστήριζαν ότι μόνο η ιστορική μελέτη τους μπορεί να δώσει απάντηση στα βασικά ερωτήματα της φιλοσοφίας.119

117. Rudolf Pfeiffer, Ιστορία της κλασσικής φιλολογίας από το 1300 μέχρι το 1850, μτφ.: Π. Ξένος, Β. Μοσκόβης, Αθήνα, Ακαδημία Αθηνών, Κέντρον Εκδόσεως Έργων Ελλήνων συγγραφέων, Σειρά βοηθητικών έργων, 1980, σ. 200-204.

118. Βλ. Ρ. Funke, ό.π., σ. 87.

119. Georg G. Iggers, The German Conception of History. The National Tradition of Historical Thought from Herder to the Present, αναθεωρημένη έκδ., Middletown, Κοννέκτικατ 1983, σ. 65-66.

Σελ. 58
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/59.gif&w=600&h=915

Το έργο του Μπεκ επηρέασε συνολικά την ευρωπαϊκή φιλολογία και την ελληνική.120 Μαθήματα του διάσημου φιλολόγου είχαν παρακολουθήσει αρκετοί Έλληνες, οι οποίοι κατέλαβαν στη συνέχεια θέσεις στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Εκτός από τον Κ. Σχινά, σημειώνω τους Κ. Ασώπιο, Δημήτριο Βερναρδάκη, Ιωάννη Βενθύλο, Ευθύμιο Καστόρχη,121 Αλέξανδρο Κοντόσταυλο, Στέφανο Κουμανούδη, Αθ. Ρουσόπουλο, Δημήτριο Σεμιτέλο, Γεώργιο Μιστριώτη, Δημήτριο Μαυροφρύδη και Γεώργιο Παπασλιώτη ,122

Το πρόγραμμα μαθημάτων του Πανεπιστημίου Αθηνών έφερε έντονη τη σφραγίδα του Μπεκ. Σημειώνω ενδεικτικά ότι το μάθημα που εισήγαγε εκείνος στην πανεπιστημιακή διδασκαλία, η Encyklopädie und Methodologie der Philologischen Wissenschaften (εγκυκλοπαίδεια και μεθοδολογία των φιλολογικών επιστημών), είτε ως Εγκυκλοπαίδεια των φιλολογικών σπουδών, είτε ως Βίος Ελλήνων ή Ρωμαίων διδάχθηκε από έναν ικανό αριθμό υφηγητών και καθηγητών στο ελληνικό πανεπιστήμιο: Κ. Σχινάς,123 Λ. Ροσς, Κ. Ασώπιος124, Στ. Κου-

120. Για τον Μπεκ και την υποδοχή του στην Ελλάδα βλ. δύο κείμενα της εποχής που γράφτηκαν με αφορμή τον θάνατο του: τον επικήδειο του μαθητή του, καθηγητή στο Αθήνησι, Γ. Παπασλιώτη, «Περί του θανόντος Αυγούστου του Βοίκχου», Εφημερίς των Φιλομαθών, φ. 663 (29 Μαρτίου 1868), σ. 1481-1483, όπου αναφέρεται και στις στενές σχέσεις του με έλληνες φοιτητές, καθώς και εκείνο του Εμμανουήλ Γαλάτη «Αύγουστος Βοίκχιος», Πανδώρα 21 (1871), σ. 231-234.

121. Βλ. τον εισιτήριο λόγο του Ευθυμίου Καστόρχη Πρώτον εισαγωγικόν μάθημα των ελληνικών αρχαιολογιών, διδαχθέν τη α' Δεκεμβρίου 1849 εν τω Οθωνείω Πανεπιστημίω, Αθήνα 1849, όπου αναφέρθηκε στους δασκάλους του, γνωστούς γερμανούς φιλολόγους Γκόττφρηντ Χέρμανν, Αουγκούστ Μπεκ και Καρλ Λάχμαν.

122. Βλ. και Ιωάννης Καλιτσουνάκις, Η αναβίωσις των κλασσικών σπουδών εν Ελλάδι από της απελευθερώσεως και εντεύθεν, Αθήνα 1958, σ. 356. Η έννοια της μαθητείας την εποχή που μελετάμε είναι εξαιρετικά ρευστή. Μπορεί να περιορίζεται στην παρακολούθηση ενός μικρού για παράδειγμα αριθμού μαθημάτων, η οποία δεν σήμαινε πάντα την αποδοχή ή την εκτίμηση των όσων δίδασκε ο καθηγητής. Βλ. για παράδειγμα την επιστολή που είχε στείλει ο Δ. Βερναρδάκης στον Θ. Μανούση ενημερώνοντάς τον ανάμεσα στα άλλα για τα λίγα μαθήματα του Μπεκ που παρακολούθησε και για το πόσο σχολαστικά του φάνηκαν: Σωκράτης Κουγέας, «Μια επιστολή του Δ. Βερναρδάκη από τα φοιτητικά του χρόνια», Ημερολόγιο της Μεγάλης Ελλάδος, Αθήνα 1935, σ. 59-65.

123. Όπως παρατηρεί ο Θ. Χρήστου, ό.π., σ. 163, τα μαθήματα του Σχινά Βίος Ελλήνων και Πραγματεία περί ιστοριογράφων Ελλήνων απηχούν τις αντίστοιχες παραδόσεις του Μπεκ, που είχε παρακολουθήσει ως φοιτητής ο φαναριώτης λόγιος. Βλ. γενικότερα τα κεφάλαια για τη διδακτική δραστηριότητα και το ιστορικό συγγραφικό έργο του.

124. Τον χειμώνα του 1843 ο Ασώπιος, σύμφωνα με γερμανό αρθρογράφο, δίδαξε Πίνδαρο χρησιμοποιώντας τις εργασίες του Τηρς και του Μπεκ. Βλ. "Literarisches

Σελ. 59
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/60.gif&w=600&h=915

Κουμανούδης, Ευ. Καστόρχης. Μαθήματα από διαφορετικούς διδάσκοντες, τα οποία για τις ανάγκες του προγράμματος εντάσσονταν κάθε φορά σε διαφορετική σφαίρα (αρχαιολογία, φιλολογία, ιστορία), με σκοπό την ανασύσταση του συνόλου των πληροφοριών για τον αρχαίο κόσμο. Το γεγονός ήταν ενδεικτικό της επιρροής του γερμανού καθηγητή, της συνάφειας των γνωστικών αντικειμένων και της κυριαρχίας μιας διευρυμένης έννοιας της φιλολογίας, από την οποία προέκυπταν οι όμοροι κλάδοι :

Δεν είναι μόνον γραμματική η φιλολογία, ούτε μόνον κριτική ή ερμηνευτική, ούτε μόνον ιστορία της γραμματείας και τέχνης· αλλ' είναι όλα αυτά συνάμα καί τι προς· είναι δε ιστορούσα επιστήμη. Διαφέρει δε της ιδίως ιστορίας κατά τοσούτο, καθ' όσον η μεν ιστορία ανιχνεύει τας πολιτικάς καταστάσεις και τα έργα των εθνών, τα λοιπά μόνον τροχάδην διερχόμενη και επιθεωρούσα' η δε φιλολογία λεπτομερώς εξετάζει την όλην ενέργειάν τινος έθνους και την εναργή του πνεύματος αυτού δήλωσιν, και σκοπόν προτίθεται να ανοικοδομήση, ούτως ειπείν, προ των οφθαλμών ημών ιστορικώς τον ανθρώπινον βίον, όστις είναι εν ταυτώ και το παραγόμενον ή προϊόν των μελετών της, ώστε δεν είναι αύτη ποσώς στείρα τις επιστήμη, ως την εσυκοφάντησαν.125

Ο Σχινάς λοιπόν ξεδίπλωσε το νήμα της ιστορίας, υπό το βάρος βέβαια της διδασκαλίας του Νήμπουρ και της σταδιακής αυτονόμησής της από τη φιλολογία, εντάσσοντάς τη στο σύμπαν των αρχαιογνωστικών μαθημάτων της περιόδου. Σκοπός του ήταν η καθολική ανασύσταση της αρχαιοελληνικής περιόδου, ενός παρελθόντος που ήταν άξιο να καταγραφεί και να αποτελέσει παράδειγμα. Η επικέντρωση στην ελληνική, την προγονική, αρχαιότητα για τον Σχινά και γενικότερα τους νεοέλληνες λογίους ενισχύθηκε και από μια άλλη σημαντική συνιστώσα: εκείνη της αντίκρουσης των θεωριών του Γιάκομπ Φίλιππ Φαλλμεράυερ.

Η ΦΥΣΙΟΓΝΩΜΙΑ ΤΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ:

ΒΑΦΤΙΣΜΕΝΟΙ ΣΤΟ ΠΡΟΓΟΝΙΚΟ ΚΛΕΟΣ

Οι απόψεις του Φαλλμεράυερ αναφορικά με τη σχεδόν πλήρη εξαφάνιση του ελληνικού έθνους από τις επιδρομές των σλαβικών φύλων στην Πελοπόννησο,

aus Griechenland", Neue Jahrbücher für Philologie und Pädagogik, μέρος Β', 1859, σ. 311: Ελένη I. Κοντιάδη, «Γερμανικές επιδράσεις στην ελληνική παιδεία. Ένα κεφάλαιο: Κωνσταντίνος Ασώπιος», Ο Ερανιστής 15 (1978-1979), σ. 170-171.

125. Στέφανος Α. Κουμανούδης, «Περί φιλολογίας εν γένει και ιδίως της λατινικής», Φιλολογικός Συνέκδημος 7-8 (31 Μαρτίου 1849), σ. 232-233: Σοφία Ματθαίου, Στέφανος Α. Κουμανούδης (1818-1899). Σχεδίασμα βιογραφίας..., ό.π., σ. 43.

Σελ. 60
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/61.gif&w=600&h=915

όπως διατυπώθηκαν στον πρώτο τόμο της Ιστορίας της Χερσονήσου του Μωρέως (1830), οδήγησαν σε μια σειρά αντιρρητικών δημοσιευμάτων. Μέσα από αυτά στοιχειοθετήθηκε η γενεαλογία των σύγχρονων Ελλήνων στη συνέχεια της γλώσσας, της εντοπιότητας, της αντιστοιχίας των ηθών και εθίμων τους με εκείνα των Αρχαίων.126

Η ελληνική αρχαιότητα, η οποία είχε αναγνωριστεί από τους λογίους των προεπαναστατικών ακόμη χρόνων ως προγονική κληρονομιά, επαναπροσδιοριζόταν και αξιοποιούνταν τώρα σε νέες συνθήκες. Κατά την προ του 1821 περίοδο, σύμφωνα με τον Βασίλη Κρεμμυδά, ο νέος ελληνισμός χρησιμοποίησε την ελληνική αρχαιότητα (όπως προσελήφθη μέσα από τον ευρωπαϊκό Διαφωτισμό , ο οποίος προέτασσε την απελευθέρωση από κάθε τυραννία και βαρβαρότητα) ως εργαλείο για τη διαμόρφωση μιας καινούριας σχέσης, η οποία θα εξυπηρετούσε την ανάπτυξη της εθνικής συνείδησης και την επαναστατικοποίηση των εθνικών και κοινωνικών προσδοκιών.127 Ωστόσο, παραμένουν προς διερεύνηση οι νέες σημασιοδοτήσεις της μετά την Επανάσταση, στην υπηρεσία ενός κρατικού πλέον σχηματισμού με αλυτρωτική ιδεολογία.

Την πρώτη αυτή περίοδο το Πανεπιστήμιο Αθηνών επέλεξε ως συμβολική αναφορά του την αρχαιότητα. Αυτή αποτέλεσε τον προνομιακό τόπο στο πρόγραμμα σπουδών και στην τελετουργία των αντίστοιχων ευρωπαϊκών ιδρυμάτων, σε αντίθεση με το Βυζάντιο, το οποίο στη δυτική σκέψη καταγραφόταν, τουλάχιστον μέχρι τις αρχές του 19ου αιώνα, ως εποχή αμάθειας και σκοταδισμού.128 Η σύνδεση αυτή λειτούργησε με πολλαπλούς τρόπους στη διαμόρφωση του Πανεπιστημίου ως θεσμού και ως χώρου.129 Στις επίσημες τελετές, στους πρυτανικούς απολογισμούς αλλά και στους άλλους πανεπι-

126. Βλ. Γ. Βελουδής, ό.π.

127. Βασίλης Κρεμμυδάς, «Πρόσληψη και χρήσεις της αρχαιότητας στον ελληνικό διαφωτισμό και το Εικοσιένα: Να ανακαινισuή και να αναζήση πάλιν το ελληνικόν γένος», Ο Πολίτης 29 (13 Δεκεμβρίου 1996), σ. 28, και passim, σ. 24-29.

128. Βλ. Roxane Argyropoulos, Les intellectuels grecs à la recherche de Byzance (18601912), Αθήνα, Institute for Neohellenic Research - Collection «History of Ideas» 1, 2001, και Μαρία Νυσταζοπούλου-Πελεκίδου, «Οι βυζαντινές ιστορικές σπουδές στην Ελλάδα: από τον Σπυρίδωνα Ζαμπέλιο στον Διονύσιο Ζακυθηνό»: Σύμμεικτα του Κέντρου Βυζαντινών Σπουδών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών: «Μνήμη Δ. Α. Ζακυθηνού», τ. 9 (1994), Μέρος Β', σ. 156-157. Στο κείμενο γίνεται αναφορά στην αντιμετώπιση του Βυζαντίου ως παρηκμασμένης συνέχειας της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας από συγγραφείς όπως ο Βολταίρος, ο Μοντεσκιέ, ο Χέγκελ, ο Σαρλ Λε Μπο και ο Γκίμπον. Βλ. ακόμη J.W. Thompson, ό.π., σ. 512-531.

129. Βλ. και Κ. Λάππας, Πανεπιστήμιο και φοιτητές..., ό.π., σ. 123-126.

Σελ. 61
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/62.gif&w=600&h=915

πανεπιστημιακούς λόγους η ελληνική αρχαιότητα κατέλαβε εξέχουσα θέση ,130 όπως άλλωστε και στο πανεπιστημιακό λεξιλόγιο, στα σύμβολα, στην αρχιτεκτονική των κτιρίων.

Προς αυτή την κατεύθυνση καθοριστική υπήρξε η συμβολή των Βαυαρών. Στις προτάσεις του για την ίδρυση πανεπιστημίου ο Τηρς τοποθετούσε τις κτιριακές εγκαταστάσεις του ανώτατου εκπαιδευτικού ιδρύματος στο αρχαίο Λύκειο, απέναντι από την Ακρόπολη.131 Στο νεοκλασικό κτίριο που τελικά σχεδίασε ο δανός αρχιτέκτονας Κρίστιαν Χάνσεν, ο ζωγραφικός διάκοσμος είχε θέμα τις επιστήμες προσωποποιημένες (ανάμεσα στις οποίες και η ιστορία) , ενώ στα Προπύλαια προβλεπόταν να τοποθετηθούν δύο αγάλματα αρχαίων θεοτήτων. Εκτός από τη σφραγίδα της Θεολογικής Σχολής, η οποία έφερε μονόγραμμα των πρώτων χριστιανών, οι σφραγίδες των άλλων τριών σχολών έφεραν ως εμβλήματα αρχαία ελληνικά θέματα: της Νομικής τη Θέμιδα, της Ιατρικής τον Ασκληπιό, της Φιλοσοφικής τον Αριστοτέλη. Τέλος, η κεντρική σφραγίδα του Πανεπιστημίου έφερε μια κουκουβάγια, το σύμβολο της θεάς Αθηνάς και της σοφίας.132

Ο ελληνικός αρχαίος κόσμος αποτέλεσε εξαρχής, όπως και για το νεοσύστατο κράτος στο σύνολό του, νομιμοποιητικό στοιχείο των επιδιώξεων της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης.133 Η Ελλάδα, η οποία είχε δώσει τα φώτα του πολιτισμού στον υπόλοιπο κόσμο, δικαιούνταν να διαδραματίσει ξανά αυτό τον ρόλο. Όπως ανέφερε ο σχολάρχης της Ιατρικής Αναστάσιος Γεωργιάδης Λευκίας κατά την τελετή των εγκαινίων του ιδρύματος : Ην ποτέ χρόνος, καθ' ον η Ελλάς ευδαίμων και επίζηλος ην, ην ποτέ χρόνος, καθ' ον τοις μεν όπλοις ισχύουσα, πάντα τα Ασιανά έθνη κατ' αυτής ελθόντα καταπολέμησε, τεχνών δε και επι-

130. Σημειώνω ενδεικτικά τους λόγους των σχολαρχών Ν. Βάμβα, Μ. Αποστολίδη και Α. Γεωργιάδη Λευκία στην τελετή εγκαινίων του Πανεπιστημίου: Κ. Θ. Δημαράς, Εν Αθήναις..., ό.π. Βλ. ακόμη Νεόφυτος Βάμβας, Λόγος περί προόδου και πτώσεως της Αρχαίας Ελλάδος, εκφωνηθείς εν τω Πανεπιστημίω Όθωνος την 20 Μαΐου 1844, Αθήνα 1844, Νικόλαος I. Σαρίπολος, Λόγος εκφωνηθείς την 21 Οκτωβρίου 1848 κατά την έναρξιν της διδασκαλίας των αρχαίων ελληνικών πολιτευμάτων, Αθήνα 1848, καθώς και τον πρυτανικό λόγο του Κ. Ασώπιου για τον Μ. Αλέξανδρο (βλ. εδώ, σ. 102).

131. Βλ. και Ελένη Κούκκου, ό.π., σ. 91.

132. Στη μεταρρύθμιση του 1911 τα σύμβολα παρέμειναν ως είχαν, εκτός της Φιλοσοφικής, όπου τον Αριστοτέλη αντικατέστησε η Μνημοσύνη, ενώ για τη Φυσικομαθηματική επελέγη ως σύμβολο ο Προμηθέας. Βλ. Πρυτανεία Ιωάννου Ε. Μεσολωρά..., ό.π., σ. 10.

133. Για την ισχυρή σχέση των Νεοελλήνων με τους αρχαίους Έλληνες βλ. Έ. Σκοπετέα, Το «Πρότυπο Βασίλειο»..., ό.π., σ. 171-217, Αλέξης Πολίτης, ό.π., σ. 107-111.

Σελ. 62
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/63.gif&w=600&h=915

επιστημών απασών πλουτούσα, καθηγητης και διδάσκαλος του πλείστου μέρους υπήρχε·134 Στη νέα συγκυρία, και με διαβατήριο το αρχαίο παρελθόν, ο καθηγητής ζητούσε από τον παλαιό διδάσκαλο να διδάξει εκ νέου την ανθρωπότητα. Δεν ήταν ο μόνος. Στην ίδια τελετή όλοι οι ομιλητές αναφέρθηκαν εκτενώς στην αρχαία Ελλάδα, τονίζοντας τη σύνδεσή της με το νέο κράτος. Το Πανεπιστήμιο, το προσφιλές ενδιαίτημα των Μουσών, θα επανεγκαθιστούσε τον πολιτισμό, μετά από την εκδίωξή του, στην αρχαία πατρίδα του.

Το Φιλολογικό Τμήμα προσδιόρισε εξαρχής τον χρονικό του ορίζοντα στην κλασική αρχαιότητα.135 Οι κύριοι γνωστικοί κλάδοι του εκτός από τη φιλοσοφία, δηλαδή η ελληνική με τη λατινική φιλολογία και η αρχαιολογία, παρέμειναν σε όλο σχεδόν τον 19ο αιώνα επικεντρωμένοι στην ελληνορωμαϊκή αρχαιότητα. Με εξαίρεση τη φιλοσοφία, που εξαρχής συνδέθηκε, πέραν της αρχαίας ελληνικής, και με τη σύγχρονη δυτική σκέψη, ο κανόνας της αρχαίας ελληνικής και ρωμαϊκής κληρονομιάς παρέμεινε κυρίαρχος. Ο αρχαιοκεντρισμός αυτός ανταποκρίθηκε στις γενικότερες κατευθύνσεις των προγραμμάτων των ευρωπαϊκών πανεπιστημίων (εξ ου και η ισχυρή παρουσία της λατινικής γλώσσας), εξυπηρετούσε όμως και την ανάγκη της σύνδεσης των νέων με τους αρχαίους Έλληνες. Ακόμη και εάν τα επιμέρους μαθήματα συγκροτήθηκαν με βάση την ευρωπαϊκή πανεπιστημιακή παράδοση μέσω της εμπειρίας των καθηγητών, η προγονική σχέση τονίστηκε με έμφαση σε προγραμματικά κείμενα όπως οι εισιτήριοι λόγοι.136 Η κλασική αρχαιότητα αναγνωρίστηκε ως συστατικό στοιχείο της ταυτότητας του νέου κράτους, που αναδείκνυε την υπεροχή του έναντι των άλλων.137

Η επιλογή του Σχινά να επικεντρώσει τη διδασκαλία του στον αρχαίο κόσμο , ιδιαίτερα στον ελληνικό, αιτιολογήθηκε από την προγονική σχέση. Ήταν μια πολιτική επιλογή που συμβάδιζε τόσο με το πρόγραμμα του Πανεπιστημίου

134. Λογίδριον εκφωνηθέν κατά την της Ακαδημίας καθίδρυσιν υπό Α. Γ. Λευκίου Σχολάρχου της Ιατρικής, σ. 1: Κ. Θ. Δημαράς, Εν Αθήναις..., ό.π.

135. Συνολικά η αρχαία Ελλάδα και ο κλασικισμός αποτέλεσαν άξονα αναφοράς για την εκπαίδευση στο νεοελληνικό βασίλειο. Βλ. για την περίοδο 1834-1882, Christina Koulouri, ό.π., σ. 301-352.

136. Ο Ευθ. Καστόρχης, όταν το 1849 δίδαξε εκτός από λατινική φιλολογία και Βίον Ελλήνων αντικαθιστώντας το μάθημα του Σχινά, στον αντίστοιχο εισιτήριο λόγο του αναφέρθηκε στην αξία της φιλολογίας, στην καταγωγή της από την Ελλάδα και στην επιστροφή της στον γενέθλιο τόπο της, ούτως ώστε να αναδειχθούν οι Έλληνες άξιοι κληρονόμοι. Βλ. Ευθ. Καστόρχης, ό.π., σ. 23-24.

137. Βλ. τη σύγκριση της Αινειάδας με τα ομηρικά έπη από τον Στ. Κουμανούδη σε λόγο του στον Σύλλογο «Αθήναιον» το 1867: Σ. Ματθαίου, ό.π., σ. 148-149.

Σελ. 63
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/64.gif&w=600&h=915

μίου όσο και με τον χαρακτήρα που δόθηκε στο ίδρυμα από την κρατική εξουσία. Από την άλλη πλευρά, ήδη στον οδηγό σπουδών προβλεπόταν η διδασκαλία της μεσαιωνικής και νεότερης περιόδου, ζήτημα που εξαρχής έθεσε και η Σύγκλητος, καθώς θεώρησε ότι δεν επαρκούσε η διδασκαλία της πολιτειογραφίας.

Σελ. 64
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/65.gif&w=600&h=915

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ'

ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΕΙΟΓΡΑΦΙΑ ΣΤΗ ΓΕΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ: Η ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΟΥ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΥ ΠΑΡΕΛΘΟΝΤΟΣ

Η ΣΥΝΤΟΜΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΕΝΤΟΤΑΡΝΤ ΜΑΣΣΟΝ

Η μετακίνηση του Σχινά, το 1841, στη βαθμίδα του επιτίμιου καθηγητή και η συνεπακόλουθη εξοικονόμηση μισθού, σε συνδυασμό με το πάγιο αίτημα της Σχολής για διεύρυνση του διδακτικού προσωπικού, επέτρεψε το 1842 τον διορισμό του Έντουαρντ Μάσσον (1800-1873)138 σε μια δεύτερη έδρα Γενικής ιστορίας,139 με αντικείμενο τη διδασκαλία της μεσαιωνικής και σύγχρονης ιστορίας. Με σπουδές φιλοσοφίας, θεολογίας και νομικής στο Πανεπιστήμιο του Άμπερντιν, ο Μάσσον είχε έλθει το 1824 στην Ελλάδα για να συμμετάσχει στον Αγώνα. Διετέλεσε γραμματέας του ναυάρχου Τ. Κόχραν (1827-1831) και στη συνέχεια ασχολήθηκε με τη δικηγορία. Το 1831 υπερασπίστηκε τον δολοφόνο του Ιωάννη Καποδίστρια Γεωργάκη Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, ενώ το 1834 διορίστηκε γενικός εισαγγελέας στο Ανώτατο Δικαστήριο. Από τη θέση αυτή αντιμετώπισε τις επικρίσεις του Τύπου για τη συμμετοχή του και την κοινή με τον Κ. Δ. Σχινά στάση στη δίκη των Κολοκοτρώνη - Πλαπούτα.140 Δίδαξε ρωμαϊκό δίκαιο στο Γυμνάσιο Ναυπλίου, ενώ παρέδιδε ιδιωτικά το μάθημα Στοιχεία της διανοητικής, ηθικής και πολιτικής φιλοσοφίας κατά την Βακωνικήν μέθοδον. Το 1840 αναγορεύθηκε υφηγητής της Φιλοσοφίας του Βάκωνος στη Φιλοσοφική, συνεχίζοντας στην πραγματικότητα τα μαθήματα που παρέδιδε

138. Βλ. Δ. Πανταζής, «Εδουάρδος Μάσσων», Εφημερίς των Φιλομαθών, φ. 811 (25 Μαΐου 1873), σ. 2657-2658, Δ. Βαρδουνιώτης «Εδ. Μάσσων», Επετηρίς Φιλολογικού Συλλόγου Παρνασσός 11 (1915), σ. 225-234, και Δ. Δημητριάδης, «Μάσσον (Masson) Εδουάρδος», Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια (ΜΕΕ), Αθήνα 1927, τ. 16, σ. 758. Βλ. ακόμη Αντώνης Λ. Σμυρναίος, «Έντουαρντ Μάσσον, An apology for the Greek Church (1843): φιλορθόδοξη έξαρση ή μεταμφιεσμένος καιροσκοπισμός;», Νέα Εστία 1757 (Ιούνιος 2003), σ. 1016-1036.

139. Ήδη είχαν προστεθεί διδάσκοντες στη φιλολογία και φιλοσοφία, βλ. Π. Κιμουρτζής, ό.π., σ. 160-163.

140. John Petropulos, ό.π., σ. 242-244.

Σελ. 65
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/66.gif&w=600&h=915

ιδιωτικά. Από όσο γνωρίζουμε, έως τον διορισμό του δεν είχε ασχοληθεί με την ιστορία, ούτε είχε παρουσιάσει σχετικό συγγραφικό έργο.

Ο Μάσσον ξεκίνησε τα μαθήματα το θερινό εξάμηνο 1841-1842, προκαλώντας την αντίδραση των φοιτητών, καθώς κατηγορήθηκε ότι περιπλανώμενος σε διάφορα άλλα γνωστικά αντικείμενα δεν υπεισερχόταν στο κατεξοχήν αντικείμενο της διδασκαλίας του (συνεδρίαση Συγκλήτου 15ης Μαρτίου 1842). Ο πρύτανης, καθηγητής της Ιατρικής Νικόλαος Μ. Κωστής, επενέβη καθησυχάζοντας τους ακροατές και προτρέποντας τον Μάσσον να επικεντρωθεί στη γενική ιστορία, καθώς, όπως τον κατηγόρησε και ο Μανούσης στη Σύγκλητο, δίδασκε φιλοσοφία της ιστορίας. Ο καθηγητής της Ιστορίας επανέλαβε τις παραδόσεις του διδάσκοντας ρωμαϊκή ιστορία, αντικείμενο με το οποίο είχε μεγαλύτερη εξοικείωση, αφού πρώτα επέπληξε τους φοιτητές για τη στάση τους. Το γεγονός προκάλεσε την αντίδραση του πρύτανη, καθώς ο καθηγητής δεν απευθύνθηκε στους ακροατές του ως σε διανοητικώς ανεπτυγμένα άτομα, όπως πρόσταζε ο νόμος. Την 21η Μαρτίου συνέβη μικρός θόρυβος, όπως γνωστοποιήθηκε στη Σύγκλητο μετά το πέρας του μαθήματος του, από αλλότρια προς τους φοιτητές άτομα. Ο πρύτανης κάλεσε τους παρισταμένους να ησυχάσουν και ταυτόχρονα απαγόρευσε την είσοδο στους μη έχοντας σχέση με τον χώρο, εκτός και αν επεδείκνυαν εισιτήριο από την Πρυτανεία. Η επέμβαση αυτή θορύβησε τον καθηγητή, ο οποίος θεώρησε ότι πλέον προσδιδόταν μεγάλη βαρύτητα στα επεισόδια, με συνέπεια να διακόψει τα μαθήματά του. Μετά από σχετική συζήτηση στη Σύγκλητο αποφασίστηκε, αφού και το έτος πλησίαζε στο τέλος του, η διακοπή του μαθήματος. Στον πρυτανικό απολογισμό της χρονιάς γινόταν μόνο αναφορά στον διορισμό του καθηγητή και στην αργοπορημένη έναρξη των μαθημάτων του. Τόσο οι φοιτητικές κινητοποιήσεις όσο και η γενικότερα αρνητική στάση της Συγκλήτου προς τον καθηγητή ενδεχομένως έχουν την αφετηρία τους στη στενή σχέση του με την Αντιβασιλεία, σε μια ταραγμένη πολιτικά περίοδο.

Το επόμενο εξάμηνο ο Μάσσον αρρώστησε και μετά από απόφαση της Συγκλήτου τον αντικατέστησε ο Θ. Μανούσης.141 Στο χειρόγραφο πρόγραμμα που απέστειλε το Πανεπιστήμιο στο υπουργείο Παιδείας προς έγκριση για το χειμερινό εξάμηνο 1843-1844 ο Μάσσον θα δίδασκε Φιλοσοφικήν έποψιν της νεωτέρας ιστορίας.142 Το χειρόγραφο πρόγραμμα εγκρίθηκε στις 8 Ιουλίου 1843, κανείς όμως από τους δύο δεν δίδαξε. Λίγες ημέρες αργότερα, την 21η Ιουλίου

141. Πρυτανικοί λόγοι 1842-1843, σ. 7.

142. Βλ. Παράρτημα.

Σελ. 66
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/67.gif&w=600&h=915

ου, οι δύο διδάσκοντες, μαζί με τους καθηγητές της Φιλοσοφικής Ιωάννη Βενθύλο και Χ. Ούλριχς, της Νομικής Κωνσταντίνο Νέγρη και της Ιατρικής Χάινριχ Τράιμπερ, απολύθηκαν από το Πανεπιστήμιο λόγω οικονομικής δυσπραγίας της κρατικής μηχανής.143 Στην πραγματικότητα οι απολύσεις τους εντάσσονταν στο πολιτικό κλίμα των ημερών πριν από τη μεταπολίτευση ·144

Μετά την ψήφιση του Συντάγματος ο Θ. Μανούσης διορίστηκε εκ νέου επιτίμιος και στις 3 Μαΐου 1844 τακτικός καθηγητής της Γενικής ιστορίας και, κατ' ανάθεσιν για λίγους μήνες, της Αρχαιολογίας. Την ίδια στιγμή, με την απομάκρυνση όλων των ξένων καθηγητών από το Πανεπιστήμιο, ο Μάσσον εγκατέλειψε την Ελλάδα. Μετέβη στη Σκοτία και για ένα διάστημα στην Ιρλανδία ως καθηγητής της ελληνικής γλώσσας και της Καινής Διαθήκης στο Πανεπιστήμιο του Μπέλφαστ. Το 1865 επέστρεψε στην Αθήνα, όπου εξέδωσε το περιοδικό Μνήμων. Πέθανε το 1873 και ετάφη στα χώματα της μητριάς πατρίδας του.

Η πολύ σύντομη πανεπιστημιακή διδασκαλία του Μάσσον δεν άφησε ίχνη ούτε στο συγγραφικό του έργο, ούτε όμως και στα δημοσιεύματα της κοινής γνώμης,για την οποία παρέμεινε πάντα ο καταχθόνιος κατήγορος του Θ. Κολοκοτρώνη . Η αναπλήρωσή του από τον Θ. Μανούση ήταν αναμενόμενη, στο μέτρο που ο επιτίμιος καθηγητής δίδασκε το συγγενές μάθημα της πολιτειογραφίας.

ΤΟ ΑΠΟΤΥΧΗΜΕΝΟ ΠΕΙΡΑΜΑ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΕΙΟΓΡΑΦΙΑΣ

Γεννημένος στη Σιάτιστα της Μακεδονίας, απόγονος οικογένειας εμπόρων, ο Θεόδωρος Μανούσης (1793-1858)145 είχε πραγματοποιήσει σημαντικές και πολυποίκιλες σπουδές, μη συστηματικές κατά το πνεύμα της εποχής του. Πρώτος δάσκαλος του στην Πέστη της Ουγγαρίας ήταν ο γνωστός λόγιος Γεώργιος Ζαβίρας. Στη Βιέννη, επόμενο σταθμό της ζωής του, ήλθε σε επαφή με τη γερμανική σκέψη, ενώ το 1819 παρακολούθησε τα πρώτα του πανεπιστημιακά μαθήματα στη Λειψία, με καθηγητή τον φιλέλληνα φιλόσοφο Βίλχελμ

143. Πρυτανικοί λόγοι, ό.π., σ. 8.

144. Π. Κιμουρτζής, ό.π., σ. 166-173.

145. Για τον Μανούση βλ. την ανέκδοτη μεταπτυχιακή εργασία της Ιουλίας Πεντάζου Ο Θεόδωρος Μανούσης καθηγητής της Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (18371858), Αθήνα 1994. Συνεπτυγμένη μορφή της εργασίας με τον ίδιο τίτλο στο περιοδικό Μνήμων, ό.π. Βλ. ακόμη Αντώνης Χατζής, «Θ. Μανούσης, ο πρώτος καθηγητής ιστορίας εν τω εθνικώ πανεπιστημίω», Πλάτων 10 (1958), σ. 301-310.

Σελ. 67
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/68.gif&w=600&h=915

Τρώγκοττ Κρουγκ. Την επόμενη χρονιά μετέβη στο Πανεπιστήμιο του Γκέττινγκεν, όπου σπούδασε φιλοσοφία και ιστορία με καθηγητή τον Άρνολντ Χέρμανν Λούντβιχ Χέερεν. Το 1820 φαίνεται ότι είχε συμφωνήσει να διδάξει ιστορία και γεωγραφία στην Ιόνιο Ακαδημία, συμφωνία που δεν ευοδώθηκε.146 Τον επόμενο χρόνο συνελήφθη και φυλακίστηκε για τέσσερις μήνες μαζί με άλλους έλληνες φοιτητές, εξαιτίας των μυστικών επαφών τους με φιλέλληνες για την ενίσχυση του Αγώνα. Παρέμεινε υπό περιορισμό στη Βιέννη έως το 1828, οπότε πέρασε στην Ιταλία. Εκεί παρακολούθησε μαθήματα στα Πανεπιστήμια της Πίζας (ιατρική, φυσικές επιστήμες) και της Ρώμης (ιταλική φιλολογία). Το 1831 ήλθε στην Ελλάδα και συμμετείχε ενεργά στον αντικαποδιστριακό αγώνα. Μετά τη δολοφονία του κυβερνήτη έφυγε πάλι στο εξωτερικό (Μόναχο και Βιέννη). Επέστρεψε οριστικά το 1834 και διορίστηκε από την Αντιβασιλεία βασιλικός επίτροπος στην Ιερά Σύνοδο και σύνεδρος στον Άρειο Πάγο.147 Οι ιδιότητές του αυτές δικαιολογούσαν και τον αρχικό διορισμό του ως επιτίμιου καθηγητή.

Η πολιτειογραφία, το μάθημα που ενέταξε ο καθηγητής στο πανεπιστημιακό πρόγραμμα μαθημάτων, ήταν το πρώτο και μόνο, στα πρώτα χρόνια της Φιλοσοφικής, το οποίο βασίστηκε σε συστηματική τεκμηρίωση και υπήρξε αποκλειστικά αφιερωμένο στη συγχρονία. Η διδασκαλία του προκάλεσε εξαρχής αρνητικά σχόλια και αντιρρήσεις, που συνδέονταν με προσωπικές σχέσεις και επιδιώξεις εντός του Πανεπιστημίου. Δεν θα έπρεπε όμως να αγνοηθούν και οι πραγματικές επιφυλάξεις για τον χαρακτήρα του μαθήματος, κυρίως λόγω του ασαφούς χαρακτήρα και της πρωτοποριακής του φυσιογνωμίας συγκριτικά με το υπόλοιπο πρόγραμμα.148 Ο Μανούσης έστρεψε τη διδασκαλία του μαθήματος στις σημαντικές χώρες της εποχής του: Αγγλία, Γαλλία (γενικότερα Ευρώπη), Ρωσία και Αμερική. Οι φοιτητές, οι πολίτες του ελληνικού βασιλείου, έπρεπε να γνωρίζουν την πολιτική, κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μεγάλων αυτών κρατών.149

146. Βλ. Ελένη Αγγελομάτη-Τσουγκαράκη, Η Ιόνιος Ακαδημία. Το χρονικό της ίδρυσης του πρώτου ελληνικού Πανεπιστημίου (1811-1824), Αθήνα, Αρχειακές μελέτες - Εκδόσεις «Ο Μικρός Ρωμηός», 1997, σ. 46-49.

147. I. Πεντάζου, «Ο Θεόδωρος Μανούσης...», ό.π., σ. 74-77.

148. I. Πεντάζου, Ο Θεόδωρος Μανούσης..., ό.π., σ. 24.

149. Βλ. «Το Πολίτευμα της Αγγλίας (εκ των περί Πολιτειογραφίας μαθημάτων του καθηγητού Θ. Μανούσου)», Ευρ. Ερανιστής 8 (1843), σ. 495-534, 9 (1843), σ. 569-615, και «Περί αρχής και αυξήσεως του Ρωσικού κράτους (εκ των περί Πολιτειογραφίας μαθημάτων του καθηγητού Θ. Μανούσου)», Ευρ. Ερανιστής 10 (1843), σ. 707-761.

Σελ. 68
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/69.gif&w=600&h=915

Το μάθημα του Μανούση αποτελούσε μεταφορά του αντίστοιχου γερμανικού μαθήματος Staatistik, ή Allgemeine Politik (στατιστική, ή γενική πολιτική), το οποίο είχε παρακολουθήσει στο Πανεπιστήμιο του Γκέττινγκεν τα χρόνια των σπουδών του. Η ύλη του επικεντρωνόταν στη μελέτη της εσωτερικής κατάστασης και των θεσμών των σύγχρονων κρατών. Όπως το όριζε ο καθηγητής, μεταφράζοντας απευθείας τον γερμανικό όρο, Στατιστική εστίν η επιστήμη περί την εσωτερικήν πολιτικήν κατάστασιν ενός οποιουδήποτε βασιλείου ή απλώς πολιτείας ασχολούμενη· υποκείμενον λοιπόν αυτής το πολιτικόν σύνταγμα, η διοίκησις, κυβέρνησις, ο θησαυρός, πολεμική δύναμις κ.τ.λ.150

Η Staatistik αποτέλεσε το μάθημα που μαζί με την καθολική ιστορία χαρακτήρισαν το πρόγραμμα του Πανεπιστημίου του Γκέττινγκεν τον 18ο αιώνα. Διδάχθηκε πρώτη φορά από τον Γκόττφρηντ Άχενβαλλ, όταν έγινε καθηγητής το 1748. Το 1749 εξέδωσε το έργο του Staatverfassung der europäischen Reiche (κρατική συγκρότηση των ευρωπαϊκών βασιλείων), το οποίο περιείχε συγκεντρωμένες πληροφορίες για τη δημόσια διοίκηση σε διαφορετικά κράτη στην Ευρώπη. Ο μαθητής και διάδοχος του στην έδρα του, Αουγκούστ Λούντβιχ Σλέζερ,151 προσέδωσε νέα αίγλη στο μάθημα, το οποίο αποτέλεσε πόλο έλξης για πολλούς φοιτητές από τα γειτονικά γερμανικά κρατίδια.152 Το μάθημα προέκυψε από τη νομική επιστήμη, για να αποκτήσει εντέλει ιστορικό χαρακτήρα, καθώς η ενασχόληση με τη σύγχρονη κατάσταση των κρατών προϋπέθετε την αναδρομή στο πρόσφατο τουλάχιστον παρελθόν.153 Σκοπός ήταν η μελέτη της ιστορίας τους με βάση τα πραγματικά δεδομένα: οι πληροφορίες για τον πληθυσμό, τη διοικητική οργάνωση, το δίκαιο, το εμπόριο, τη βιομηχανία συγκροτούσαν ένα στέρεο σώμα πηγών για τον ερευνητή. Η ιδέα της έρευνας που αποσκοπούσε στην επιστημονική μελέτη αποτέλεσε χαρακτηριστικό στοιχείο του νέου πανεπιστημίου.

Πόσο άντεξε η πολιτειογραφία στη Φιλοσοφική ; Λίγα χρόνια, όσα τα πρώτα της παρουσίας του Μανούση στη Σχολή. Όταν επαναπροσλήφθηκε ο κα

ί 50. Υποσημείωση του Μανούση στη μετάφραση «Κρίσις του συγγράμματος του Άγγλου Leake επιγραφομένου Researches in Greece», Ερμής ο Λόγιος 6, 24 (15 Δεκεμβρίου 1816), σ. 419. Την ανυπόγραφη αυτή μετάφραση του κειμένου ο Κ. Θ. Δημαράς (Νεοελληνικός Διαφωτισμός, Αθήνα, Ερμής, 1983, σ. 294) απέδωσε στον Μανούση.

151. F. Fürst, August Ludwig Schlözer, ein deutscher Aufklärer im 18. Jahrhundert, Χαϊδελβέργη 1928.

152. Herbert Butterfield, Man on his Past. The Study of the History of Historical Scholarship (επανέκδ.), Βοστόνη 1960, σ. 43.

153. I. Πεντάζου, Ο Θεόδωρος Μανούσης..., ό.π., σ. 70-73.

Σελ. 69
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/70.gif&w=600&h=915

καθηγητής, το καινοτόμο μάθημα αποσύρθηκε. Οι ανάγκες για την ιστορία ήταν πολύ πιο άμεσες και επιτακτικές. Η εξέλιξη φαίνεται εύλογη για ένα γνωστικό αντικείμενο που από την αρχή συνάντησε αντιδράσεις και η εισαγωγή του ήταν αποτέλεσμα προσωπικής επιλογής, όχι ευρύτερων παραδοχών και αναγκών. Ούτως ή άλλως στο νεότευκτο Πανεπιστήμιο η εισαγωγή καινοτομιών οφειλόταν σε συγκεκριμένα πρόσωπα, αναπτυσσόταν σε λιγότερο ή περισσότερο ευνοϊκό κλίμα, ενώ η σύνδεση του διδάσκοντος με το συγκεκριμένο γνωστικό αντικείμενο λειτουργούσε καταλυτικά για την ίδια την ταυτότητά του.154 Εντός του συγκεκριμένου πανεπιστημιακού γίγνεσθαι, με ολιγάριθμο καθηγητικό προσωπικό και με σαφή αρχαιογνωστική κατεύθυνση, ο Μανούσης εγκατέλειψε την πολιτειογραφία. Όχι ολοκληρωτικά. Η ελευθερία των διδασκόντων στην επιλογή των γνωστικών αντικειμένων τους και η συγγένεια πολιτειογραφίας - νεότερης ιστορίας τού έδωσαν τη δυνατότητα να διδάξει και στη νέα έδρα, έστω και για λίγο (τα θερινά εξάμηνα του 1846-1847 και του 1847-1848), το παλαιό του μάθημα.

Η ΜΑΝΟΥΣΕΙΟΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΜΙΑΣ ΣΥΝΕΧΟΥΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΩΝ ΠΡΟΟΠΤΙΚΩΝ: ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ ΣΤΗ ΣΥΓΧΡΟΝΙΑ

Με εξαίρεση το θνησιγενές εγχείρημα της πολιτειογραφίας, η δεύτερη έδρα Γενικής ιστορίας (1843) ήταν η μόνη έδρα του Φιλολογικού Τμήματος της οποίας ο χρονικός ορίζοντας αφιερώθηκε, προγραμματικά τουλάχιστον, στη μεσαιωνική και νεότερη περίοδο. Κατά τη διάρκεια, όμως, της πανεπιστημιακής του σταδιοδρομίας ο Μανούσης δίδαξε γενική, μέση και νέα, αρχαία, βυζαντινή, ρωμαϊκή ιστορία και πολιτειογραφία Το 1844 εκλέχθηκε πρύτανης του Πανεπιστημίου.

Ο Μανούσης χώρισε το μάθημά του σε περιόδους. Δίδαξε αρχαία ιστορία, περιλαμβάνοντας και την Παλαιά Διαθήκη στη διδασκαλία του, και μέση ιστορία, με ορόσημο τη βασιλεία του Καρλομάγνου για τον δυτικό κόσμο και την άλωση της Κωνσταντινούπολης για το Βυζάντιο. Η νέα ιστορία ξεκινούσε από τη μεταρρύθμιση του Λούθηρου ή την ανακάλυψη της Αμερικής. Στον πρώτο εισιτήριο λόγο του σε αμιγώς ιστορικό μάθημα, ο Μανούσης ανέφερε

154. Βλ. και τις παρατηρήσεις του Θεόδωρου Κρητικού, «Πανεπιστήμιο και νέα γνωστικά αντικείμενα. Η θέσπιση της Ιστορίας των Επιστημών στην αθηναϊκή Φυσικομαθηματική Σχολή», Μνήμων 19 (1997), σ. 41-71.

Σελ. 70
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/71.gif&w=600&h=915

ότι θα επικεντρώσει τη διδασκαλία του στην ευρωπαϊκή ιστορία, λόγω της καλύτερης γνώσης του για την περίοδο αλλά και της εξέχουσας θέσης της στην παγκόσμια ιστορία.155

Η διδασκαλία του Μανούση ανταποκρινόταν στην τριμερή διάκριση της ιστορίας όπως είχε καθιερωθεί στη δυτική σκέψη με το έργο του Χριστόφορου Κελλάριου Η istoria Universalis (1688).156 Μετεξελίσσοντας τη χριστιανική οπτική, η οποία αντιμετώπιζε τον ιστορικό χρόνο ως διαδοχή παγκόσμιων βασιλείων προσδιορισμένων από τη θεϊκή εξουσία -σύμφωνα με το σχήμα των τεσσάρων αυτοκρατοριών του προφήτη Δανιήλ-, η νέα αντίληψη θεωρούσε ότι η παγκόσμια ιστορία, όπως και η ανθρώπινη ύπαρξη, αναπτυσσόταν από τα νηπιακά χρόνια ως την ωριμότητα, με τομές-ορόσημα στην εξέλιξή της. Σε αυτό το πλαίσιο διδασκόταν και η βυζαντινή ιστορία ως τμήμα της παγκόσμιας ιστορίας (ο Μανούσης δίδαξε βυζαντινή ιστορία τα χειμερινά εξάμηνα 1848-1849,1849-1850,1850-1851,1851-1852).157 Η Άλωση αποτελούσε, μαζί με άλλα μείζονα γεγονότα (την Αναγέννηση, την ανακάλυψη της Αμερικής, τη διαμόρφωση των μεγάλων μοναρχιών, τη μεταρρύθμιση του Λούθηρου), ορόσημο για τη μετάβαση από τον μεσαιωνικό στον νεότερο κόσμο ,158

Από το μάθημα του Μανούση απουσίασε η νεότερη ελληνική ιστορία -αναφέρομαι κυρίως στο 1821-, ίσως γιατί, όπως επεσήμανε και σε κείμενό του, θεωρούσε πρώιμο ένα τέτοιο εγχείρημα.159 Η απουσία της διδασκαλίας της νεότερης ελληνικής ιστορίας παρατηρείται και στον πρώτο οδηγό σπουδών,

155. «Λόγος εισαγωγικός των εν τω Πανεπιστημίω Αθηνών κατά την χειμερινήν εξαμηνίαν του 1842-1843 περί μέσης καί νέας ιστορίας μαθημάτων του καθηγητού Θ. Μανούσου», Ευρωπαϊκός Ερανιστής 6 (1843), σ. 466.

156. Βλ. Αντ. Λιάκος, «Οι τέσσερις αυτοκρατορίες και η τάξη του χρόνου», ανέκδοτη ανακοίνωση στο συνέδριο Παλαιές και νέες αυτοκρατορίες: έννοιες, κριτικές προσεγγίσεις και νέες κατευθύνσεις, που διοργάνωσε το Τμήμα Ιστορίας, Αρχαιολογίας & Κοινωνικής Ανθρωπολογίας (ΙΑΚΑ) του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας και το περιοδικό Historein /Ιστορείν (Βόλος, 27-29 Ιουνίου 2003).

157. Βλ. I. Πεντάζου, Ο Θεόδωρος Μανούσης..., ό.π., σ. 75-78. Τη διδασκαλία της βυζαντινής ιστορίας, στην ίδια οπτική, θεωρούσε απαραίτητη και ο Κ. Δ. Σχινάς, βλ. Οδηγίαι..., 1838, ό.π., σ. 20. Ο Μανούσης κατηγορήθηκε εκ των υστέρων ότι δίδασκε βυζαντινή ιστορία στο Πανεπιστήμιο εκ του χριστιανομάχου Γίββωνος. Βλ. Ιερώνυμος Οικονόμος, Ιστορική σύγκρισις μεταξύ δύο ανδρών, Α. Μακράκη και Αλεξάνδρου Λυκούργου αρχιεπισκόπου Σύρου, Πάτρα 1896: Κ. Λάππας, Πανεπιστήμιο και φοιτητές..., ό.π., σ. 479-480, σημ. 71.

158. Βλ. Διονύσιος Ζακυθηνός, Μεταβυζαντινά και Νέα Ελληνικά, Αθήνα 1978, σ. 7577, και Christina Koulouri, ό.π., σ. 309.

159. Βλ. εδώ, σ. 124.

Σελ. 71
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/72.gif&w=600&h=915

όπου στον κύκλο των προτεινόμενων μαθημάτων προς τους φοιτητές του Φιλολογικού Τμήματος περιλαμβανόταν μόνο ένα γενικό μάθημα Ιστορίας των τριών τελευταίων αιώνων.160 Συνολικά πάντως η ενσωμάτωση της αρχαίας ιστορίας στο μάθημα του Μανούση -καθώς ήταν υποχρεωτικό για όλους τους φοιτητές-, σε συνδυασμό με τη διδασκαλία του Σχινά, έγερνε τη ζυγαριά προς την αρχαιότητα, ενώ οι μέσοι και νεότεροι χρόνοι καταλάμβαναν λιγότερο χρόνο στο πρόγραμμα των ιστορικών μαθημάτων.

Ο Μανούσης ήταν από τους λιγοστούς έλληνες λογίους του νεοσύστατου βασιλείου που ενδιαφερόταν για την καθολική ιστορία (Weltgeschichte).161 Το ενδιαφέρον αυτό αποτυπώθηκε το 1813 σε πρώιμο άρθρο του στον Λόγω Ερμή, το οποίο αποτελεί ένα από τα ελάχιστα θεωρητικά ιστορικά κείμενα του. Το άρθρο μεταφέρει προβληματισμούς που κυριάρχησαν στον γερμανόφωνο ιδιαίτερα χώρο κατά το τέλος του 18ου και τις αρχές του 19ου αιώνα. Ο συγγραφέας παρουσίαζε τη γενεαλογία της καθολικής ιστορίας εκκινώντας από τα αρχαία χρόνια και καταλήγοντας στον δάσκαλο του Χέερεν στο Πανεπιστήμιο του Γκέττινγκεν. Από τις τρεις συνέχειες του άρθρου η πρώτη αφιερωνόταν στον ορισμό της καθολικής ιστορίας και στους αρχαίους συγγραφείς που ασχολήθηκαν μαζί της, η δεύτερη στα μεσαιωνικά χρόνια, και κυρίως στους γάλλους ιστορικούς οι οποίοι έγραφαν καθολική ιστορία. Τέλος, η τρίτη συνέχεια επικεντρωνόταν στους γερμανούς ιστορικούς που το έργο τους συνδέθηκε με την καθολική ιστορία, ιδιαίτερα εκείνους από το Πανεπιστήμιο του Γκέττινγκεν - ανάμεσά τους μερικοί από τους πλέον σημαντικούς διανοητές του 18ου και του 19ου αιώνα, όπως ο Γιόχανν Γκόττφρηντ Χέρντερ, ο Γιόχανν Γκόττφρηντ Άιχορν, ο Γιόχανν Κριστόφ Γκάττερερ και ο Σλέζερ. Σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις το κείμενο αποτελούσε συμπίλημα από συναφή άρθρα, τα οποία ο Μανούσης γνώριζε καλά.162

Στο άρθρο διαβάζουμε τον ακόλουθο ορισμό της καθολικής ιστορίας : Όταν τις ιστορία περιλαμβάνει εν αυτή όλα τα αξιόλογα συμβεβηκότα, ονομάζεται καθολική, κατ' εξοχήν δε καλείται ούτως η παγκόσμιος ιστορία, ήτοι η ιστορία των αξιολογωτέρων συμβεβηκότων του κόσμου και των κατοίκων αυτού απ' αρχής μέχρι της σήμερον,163 Στη συνέχεια ο Μανούσης προσδιορίζει επακριβώς τον στόχο

160. Οδηγίαι, 1838, σ. 20, 22.

161. Η διαπίστωση ανήκει στη Μαρία Στασινόπουλου, ό.π., σ. 281.

162. Στο ίδιο, σ. 224-226.

163. Θεόδωρος Μανούσης, «Ιστορία της καθολικής ιστορίας», Ερμής ο Λόγιος, 13, 1 (1η Ιανουαρίου 1813), σ. 11.

Σελ. 72
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/73.gif&w=600&h=915

χο της, μεταφράζοντας σχετικό χωρίο από κείμενο του Σλέζερ: η απόδειξις δε οποίας συμπλοκής των αιτιών και αποτελεσμάτων, ο κόσμος και οι κάτοικοι αυτού κατήντησαν εις την παρούσαν κατάστασιν ή, το όποιον είναι το ίδιον, η καθολική ιστορία πρέπει να λύση το μέγα πρόβλημα, διά τι οι άνθρωποι ευρίσκονται την σήμερον εις τοιαύτην καταστάσιν και όχι εις αλλοίαν, και πώς ήλθον εις αυτήν.ι6ί Η επιλογή του Σλέζερ δεν ήταν τυχαία. Μαζί με τον Γκάττερερ ήταν, κατά τον Μανούση, οι πατέρες της καθολικής ιστορίας παρά τοις Γερμανοίς,165 Ιδιαίτερα ο πρώτος με το έργο και τη διδασκαλία του συνέβαλε στη μεταβολή του Πανεπιστημίου του Γκέττινγκεν από κέντρο νομικών και κλασικών σπουδών σε χώρο ανάπτυξης της ιστορικής επιστήμης.166 Τον 18ο αιώνα το πανεπιστήμιο αυτό αναδείχθηκε στον κατεξοχήν χώρο καλλιέργειας του συγκεκριμένου είδους ιστορίας, προχωρώντας στην ανάγνωση εκ νέου της ιστοριογραφίας και συντάσσοντας ουσιαστικά τη γενεαλογία του.

Στο κείμενο του για την καθολική ιστορία ο Μανούσης επεσήμανε πέντε μεθόδους προσέγγισης και συγγραφής της ιστορίας: την επισοδεική, τη συγχρονιστική , τη γεωγραφική, την εθνογραφική και τη μικτή.161 Η προσέγγιση της καθολικής ιστορίας μέσω της ιστορίας των εθνών αποτελούσε μία από τις εκδοχές συγγραφής. Σε αντίθεση με τον Σχινά, ο Μανούσης δεν αντιμετώπισε την παγκόσμια ιστορία ως άθροισμα της ιστορίας μεμονωμένων εθνών, αλλά στο πλαίσιο μιας ενιαίας τελεολογικής εξέλιξης. Η διδασκαλία του προσέφερε μια διαφορετική θέαση συγκριτικά με εκείνη του έτερου καθηγητή. Η φιλοσοφία ήταν η επιστήμη των όρων και νόμων της ανθρωπίνης γνώσεως και της ουσίας και των ανωτάτων λόγων παντός όντος θείου και φυσικοί και του ανθρωπίνου πνεύματος, επιστήμη εκτείνουσα την καθολικήν αυτής επιρροήν επί άπαντος του κύκλου των ανθρωπίνων γνώσεων και κατά το είδος και καθ' ύλην αυτών.168 Η σχέση της φιλοσοφίας με την ιστορία νοηματοδοτούσε την τελευταία, απέδιδε αρμονία και προορισμό στα ατάκτως ερριμμένα, τα οποία συγκέντρωνε εις ένα σώμα: Η Ιστορία υπάρχει εις τοιαύτην στενήν σχέσιν προς την φιλοσοφίαν, ώστε χωρίς ανωτέρας φιλοσοφικής πεποιθήσεως ήθελε στερείσθαι του κυριωτέρου αυτής σκοπού και πάσης εσωτερικής ενότητας, άνευ των οποίων το άθροισμα συγχρόνων

164. «Ιστορία της καθολικής ιστορίας», ό.π., σ. 12.

165. Στο ίδιο, σ. 55.

166. F. Fuerst, ό.π., σ. 170.

167. «Ιστορία της καθολικής ιστορίας», ό.π., σ. 14. Βλ. και τις παρατηρήσεις της Μαρίας Στασινόπουλου για τη σχετική συζήτηση στον γερμανόφωνο χώρο, καθώς και για τις θέσεις του Κωνσταντίνου Κούμα: M. Stassinopoulou, ό.π., σ. 175-180.

168. Πρυτανικοί λόγοι 1844..., ό.π., σ. 2-3.

Σελ. 73
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/74.gif&w=600&h=915

και αλληλοδιαδόχων γεγονότων δεν ήθελε σχηματισθή εις σώμα αρμονικόν και πλήρες νοημάτων.169

Ο Μανούσης εξέφραζε μια αντίληψη πολύ στενά συνδεδεμένη με τον γερμανικό ιδεαλισμό, ιδιαίτερα τη θέση του Χέρντερ για την πρωτοκαθεδρία της φιλοσοφίας έναντι των άλλων ανθρωπιστικών επιστημών. Συνέχεια και ενότητα αποτελούσαν τα χαρακτηριστικά της ιστορίας. Είναι σαφής η θεολογική προέλευση των εκκοσμικευμένων πλέον όρων: συνέχεια όσον αφορά την πορεία των ανθρώπινων πράξεων, ενότητα όπως αποδίδεται από τον φιλοσοφικό στοχασμό, ο οποίος ερμηνεύει τα γεγονότα. Ο ιστορικός επέλεγε από το παρελθόν τα γεγονότα εκείνα τα οποία εμπλέκονταν με το σήμερα και το ερμήνευαν. Από την ευθύγραμμη πορεία των γεγονότων, η ιστορία καλούνταν κάθε φορά να αναζητήσει και να προβάλει όσα άξιζαν για τους συγχρόνους. Η λειτουργία αυτή δεν αφορούσε μόνο την παραδειγματική χρήση μιας γεγονοτικής ιστορίας. Στην περίπτωση των άλλων γνωστικών κλάδων η ιστορία έπρεπε να αντλήσει από το παρελθόν στοιχεία που θα βοηθούσαν να κατανοήσουμε το παρόν, για παράδειγμα στη νομική επιστήμη την έννοια των θεσμών και της κρατικής συγκρότησης.

Στο μάθημά του ο Μανούσης θέλησε να αναπαραγάγει μια αντίληψη για τη γενική ιστορία που προερχόταν από τα χρόνια του Διαφωτισμού και της πρόσληψής του από τους γερμανούς δασκάλους του.170 Οι τελευταίοι, σύμφωνα με την παρατήρηση του Ίγκερς, απηχούσαν το ενδιαφέρον του Διαφωτισμού για τη μελέτη της ανθρώπινης φύσης μέσα στα ιστορικά της συμφραζόμενα,171 Οι ιστορικοί του Γκέττινγκεν επιχείρησαν να γράψουν ευρύτερη ιστορία, κοινωνική και πολιτισμική, η οποία να περιλαμβάνει το σύνολο των ανθρώπινων

169. Στο ίδιο, σ. 5.

170. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που έχει αποθησαυρίσει ο Τρ. Σκλαβενίτης, ήταν πολύ πιθανό η μετάφραση της γενικής ιστορίας του Γιόχαν φον Μύλλερ από τον Σπυρίδωνα Βαλέτα να είχε περιέλθει στον Μανούση από το 1843. Η γενική ιστορία του γερμανού ιστορικού, τον οποίο ο Μανούσης μνημόνευε ως μια από τις κύριες πηγές του στον εισιτήριο λόγο του το 1843, χρησίμευσε κατά πάσα πιθανότητα ως η κατεξοχήν ή και αποκλειστική πηγή για τις παραδόσεις του. Η μετάφραση λανθάνει, ενώ με δεδομένο και τα ελάχιστα αποσπάσματα από τις παραδόσεις του Μανούση δεν μπορούμε να στοιχειοθετήσουμε μια τέτοια υπόθεση. Σημειώνω, πάντως, ότι βρισκόμαστε στο ίδιο κλίμα μιας φιλελεύθερης διανόησης με σαφείς αναφορές στη γερμανόφωνη ιστορική σκέψη. Βλ. Τρ. Ε. Σκλαβενίτης, «Ο Σπυρίδων Βαλέτας και η μετάφραση της Πολιτικής Οικονομίας του J.B. Say», Εταιρεία Μελέτης Νέου Ελληνισμού, Η Επανάσταση του 1821: Μελέτες στη μνήμη της Δέσποινας Θέμελη-Κατηφόρη, Αθήνα 1994, σ. 124-125, 140-141, και passim, σ. 106-142.

171. Βλ. Γκ. Ίγκερς, Νέες κατευθύνσεις..., ό.π., σ. 25.

Σελ. 74
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/75.gif&w=600&h=915

πίνων δραστηριοτήτων. Συνδύασαν την οπτική φιλοσόφων όπως ο Μοντεσκιέ, ο Βολταίρος και ο Ισαάκ Ισλέν με την τεχνική δεξιότητα ενός ιστοριοδίφη ή ενός νομομαθούς στη μελέτη και στην κριτική εξήγηση των κειμένων.172 Στην πραγματικότητα οι συνθέσεις τους δεν κατόρθωσαν να αντεπεξέλθουν στις προδιαγραφές που είχαν θέσει. Κατέληξαν κατά κύριο λόγο σε μια ιστορία σημαντικών στιγμών του ανθρώπινου βίου, όπου ο αρχαίος ελληνικός κόσμος κατείχε ξεχωριστή θέση, όπως άλλωστε γενικότερα και στη δυτική σκέψη. Τόσο ο Γκάττερερ όσο και ο Σλέζερ χρησιμοποίησαν αποσπάσματα από τη Βίβλο, θεωρώντας τα ίσης αξιοπιστίας με τα κείμενα αρχαίων ελλήνων και ρωμαίων συγγραφέων. Σημειώνω ότι αντίστοιχα ο Μανούσης δίδαξε αποσπάσματα της Παλαιάς Διαθήκης τονίζοντας την ιστορική διάσταση τους. Στην πραγματικότητα απουσίαζαν από τη νεότερη ιστορία οι πρωτογενείς έρευνες σε αρχειακά τεκμήρια.173 Το τελικό αποτέλεσμα ήταν μια αφήγηση εστιασμένη στα μεγάλα γεγονότα, ευρωκεντρική από Κτίσεως Κόσμου, η οποία τόνιζε την ελευθερία του ατόμου, ενώ ταυτόχρονα ενέτασσε τα θρησκευτικά γεγονότα στην παγκόσμια ιστορία. Επρόκειτο για μια ιστορία η οποία, καθώς επιθυμούσε να είναι καθολική, να αγκαλιάσει δηλαδή το σύνολο των ανθρώπινων δραστηριοτήτων, προσέδιδε ιδιαίτερο βάρος στην πολιτισμική δημιουργία, σε γεγονότα και εξελίξεις εκτός της πολιτικής ιστορίας.

Το μέγεθος και το εύρος αυτής της ιστορίας συνιστούσαν ένα από τα κεντρικά ζητούμενα των σχετικών συζητήσεων. Οι τρόποι προσέγγισής της αλλά και τα διαφορετικά είδη της αποτέλεσαν σημαντικό αιτούμενο. Το ζήτημα κατά πόσον θα μπορούσε να γραφεί μια «αξιόπιστη ιστορία», η οποία θα περιελάμβανε τις ιστορίες όλων των λαών, ακόμη και εκείνων που δεν παρουσίαζαν κάποια σημαντική πολιτιστική προσφορά, συζητήθηκε κατά κόρον. Αποτέλεσμα ήταν η δημιουργία διαφορετικών ειδών καθολικής ιστορίας,174 όπως τα ανέλυε και ο Μανούσης : η πολιτική ιστορία (Staatengeschichte), η ιστορία της ανθρωπότητος (Geschichte der Menschheit), η παγκόσμια ιστορία (Universalgeschichte). Η διάκριση γινόταν με κριτήριο εάν και κατά πόσον κάθε είδος αποτελούσε απλώς συλλογή ιστορικών γεγονότων ή επιλέγονταν τα γεγονότα εκείνα τα οποία παρουσίαζαν εσωτερική συνοχή και αναδείκνυαν

172. Στο ίδιο, σ. 23-26.

173. Βλ. Georg G. Iggers, "The University of Goettingen 1760-1800 and the Transformation of Historical Scholarship", Histoire de l'Historiographie 2 (1982), σ. 21-22, και passim, σ. 11-37.

174. Βλ. M. Stassinopoulou, ό.π., σ. 174-175.

Σελ. 75
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/76.gif&w=600&h=915

τον πολιτισμό.175 Κεντρικό ερώτημα αποτελούσε το μέγεθος και το εύρος της ιστορικής αφήγησης και του τρόπου προσέγγισης των γεγονότων.176 Στους ορισμούς του Μανούση δεν βρίσκουμε κάποιον για τη γενική (Allgemeine) ιστορία. Ο ιστορικός χρησιμοποιεί αδιακρίτως και τους δύο όρους, με ιδιαίτερη έμφαση στον όρο καθολική. Αντίθετα, τον όρο γενική ιστορία θα χρησιμοποιήσει ο Κ. Κούμας στο πολύτομο έργο του Ιστορία του ανθρωπίνου γένους εκθέτουσα την παιδεία και τους βαθμούς της τελειοποιήσεως των ψυχικών δυνάμεων του.177 Ο όρος παραπέμπει στην ιστορία της ανθρωπότητας και, όπως παρατηρεί η Μαρία Στασινοπούλου, συνδέεται με τη φιλοσοφία του Χέρντερ.178

Στην πραγματικότητα, όπως προανέφερα, στο έργο του Μανούση δεν υπήρξε διαφοροποίηση ανάμεσα στις έννοιες της καθολικής και της γενικής ιστορίας. Το 1849 ο Κ. Παπαρρηγόπουλος σημείωνε στην εισαγωγή του Εγχειριδίου της Γενικής Ιστορίας ότι οι διαφοροποιήσεις αυτές δεν λειτούργησαν παρά θεωρητικά, ακόμη και στη γερμανική ιστοριογραφία.179 Στην ελληνική ιστοριογραφική παραγωγή τον 19ο αιώνα η έννοια της καθολικής ιστορίας, στο πλαίσιο της εκπαίδευσης, ταυτίστηκε με τη γενική.

Όταν ο Μανούσης κλήθηκε να διδάξει ιστορία στο πλαίσιο ενός νέου ανεξάρτητου κράτους, τα προβλήματα ήταν πολύ διαφορετικά απ' ό,τι τα χρόνια των σπουδών του. Η Επανάσταση του 1821, η δημιουργία του νέου βασιλείου, το ζήτημα της ενότητας και της ταυτότητας του ελληνικού έθνους δημιουργούσαν νέα δεδομένα, οδηγούσαν στην επανεπεξεργασία των θεωρήσεών του, αλλά και μιας σειράς άλλων λογίων, μεταθέτοντας το κέντρο βάρους, συντελώντας σε ωσμώσεις στη σκέψη τους, ακυρώνοντας στην πράξη σχήματα και διαχωρισμούς. Η δημιουργία μιας πατρώας ιστορίας διαπερνούσε ως ανάγκη το σύνολο της ιστορίας, νοηματοδοτούσε διαφορετικά τις μεγάλες στιγμές της ανθρωπότητας: Ναι, όστις ηκροάσθη τακτικώς τον Μανούσην είδεν ότι και πάντοτε μεν έβριθεν ακροατών η αίθουσα της παραδόσεως αυτού, αλλά μάλιστα όταν εξιστορείτο η αποφράς εκείνη εποχή της αλώσεως' τότε και το μεταξύ των εδράνων κενόν και αι θύραι και τα παράθυρα επληρούντο

175. «Ιστορία της καθολικής ιστορίας», ό.π., σ. 56-57.

176. Βλ. I. Πεντάζου, ό.π., σ. 46-52, όπου και εκτενής αναφορά στις εσωτερικές διαφοροποιήσεις της καθολικής ιστορίας.

177. M. Stassinopoulou, ό.π., σ. 173.

178. Στο ίδιο, σ. 173-174.

179. Βλ., για τον σχολιασμό του κειμένου, στο ίδιο, σ. 282-283.

Σελ. 76
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Η συγκρότηση της ιστορικής επιστήμης και η διδασκαλία της ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (1837-1932)
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 57
    

    σεών του. Ο γερμανός ιστορικός με τη Ρωμαϊκή ιστορία του έδωσε δείγματα μιας κριτικής στάσης απέναντι στις πηγές, με βάση την οποία αναζητούσε την αλήθεια και κατέρριπτε την ειδυλλιακή εικόνα του παρελθόντος. Οι μελέτες του συγκρότησαν μια από τις πιο καινοτόμους και ολοκληρωμένες προτάσεις για την αρχαιότητα.113 Από την οπτική της παγκόσμιας ιστορίας, ο ιστορικός αποκατέστησε σε μεγάλο βαθμό τις συνέχειες από τα αρχαία στα ελληνιστικά χρόνια και από εκεί στα ρωμαϊκά, τονίζοντας την αλληλεπίδραση Ανατολής - Δύσης, τη μεταφορά του πολιτισμού σε μια συνεχή διαδρομή επιρροών και προσμείξεων.114 Με το έργο του, στο οποίο η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία αντιμετωπίστηκε ως κατεξοχήν συγκροτημένη κρατική οντότητα, ο Νήμπουρ ενίσχυσε το σχήμα της διαδοχής (ιστορία των ανατολικών εθνών - αρχαία ελληνική - ρωμαϊκή) και έθεσε σε γενικές γραμμές τις βάσεις για τη διάκριση της αρχαίας ιστορίας από ένα σύνολο αρχαιογνωστικών αντικειμένων. Ήταν εμφανείς οι επιρροές από το νομικό έργο του Σαβινιύ και από το έργο του έτερου καθηγητή στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου, Αουγκούστ Μπεκ115. Τόσο το έργο του Μπεκ όσο και, σε μικρότερο βαθμό, του Νήμπουρ προκάλεσαν αντιδράσεις, κυρίως λόγω της επιμονής τους στην ιστορική διάσταση των κειμένων και στην υποβάθμιση της γραμματολογικής ανάλυσης τους. Η διάκριση της γερμανικής φιλολογίας για αρκετά χρόνια σε δύο στρατόπεδα, τη Wortphilologie (φιλολογία των κειμένων) και τη Sachphilologie (φιλολογία των πραγμάτων), συνέβαλε ουσιαστικά στην αυτονόμηση της αρχαίας ιστορίας από τις αρχαιογνωστικές επιστήμες.116

    Η ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ ΤΟΥ ΑΟΥΓΚΟΥΣΤ ΜΠΕΚ

    Ο Αουγκούστ Μπεκ υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους φιλολόγους και ιστορικούς του καιρού του. Το έργο του εντάσσεται στο κλίμα της γερμανικής φιλολογίας του 18ου και του 19ου αιώνα, σε μια μακρά γενεαλογία ειδι-

    113. J.W. Thompson, A History of Historical Writing, 2 (The Eighteenth and Nineteenth Centuries), Gloucester Mass. 1967, σ. 153-156.

    114. Βλ. Λουτσιάνο Κάνφορα, Ελληνισμός. Ερμηνεία της Αλεξανδρινής εποχής, μτφ.: Σπύρος Μαρκέτος, Αθήνα, Αλεξάνδρεια, 1992, σ. 33-62.

    115. Για την επίδραση του Μπεκ στις φιλολογικές σπουδές βλ. ενδεικτικά G.P. Gooch, History and Historians in the Nineteenth Century, Λονδίνο 1913, σ. 30-35, Suzanne L. Marchand, Down from Olympus. Archaeology and Philhellenism in Germany, 1750-1970, Πρίνστον 1996, σ. 40-44.

    116. Βλ. γενικά για τη διαδρομή της αρχαιογνωσίας "Ancient History and the Antiquarian": A.D. Momigliano, Studies in Historiography, Λονδίνο 1969, σ. 1-39.