Συγγραφέας:Καραμανωλάκης, Βαγγέλης Δ.
 
Τίτλος:Η συγκρότηση της ιστορικής επιστήμης και η διδασκαλία της ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (1837-1932)
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:42
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:2006
 
Σελίδες:551
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Εκπαίδευση-Τριτοβάθμια
 
Παιδεία-Εκπαίδευση
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα, Πανεπιστήμιο Αθηνών
 
Χρονική κάλυψη:1837-1932
 
Περίληψη:Αφετηριακή υπόθεση της εργασίας αυτής είναι ότι η ιστορία συγκροτείται ως επιστήμη μέσα από την καταλυτική επίδραση εκπαιδευτικών θεσμών για την παραγωγή και τη μετάδοση της γνώσης, όπως είναι το πανεπιστήμιο. Οι θεσμοί αυτοί επιβάλλουν σε μεγάλο βαθμό στην ιστοριογραφική παραγωγή τη λογική της συγκρότησης και της λειτουργίας τους, τις αξίες που τους διέπουν, τις πρακτικές ανάδειξης κύρους και τους συσχετισμούς δύναμης που επικρατούν στο εσωτερικό τους, τις σχέσεις τους με την πολιτική εξουσία και την κοινωνία. Η πανεπιστημιακή διδασκαλία της ιστορίας κατά την περίοδο που καλύπτει το βιβλίο συνδέθηκε με μια σειρά από παράγοντες και μεταβλητές, στοιχεία που καθόρισαν και το συγκεκριμένο πλαίσιο αναφοράς : το πανεπιστημιακό περιβάλλον, η ιστοριογραφική παράδοση, τα πρόσωπα που δίδαξαν και οι αποδέκτες της διδασκαλίας τους. Στόχος της παρούσας εργασίας είναι η συνεξέταση αυτών των παραγόντων μέσα στην ευρύτερη πολιτική και κοινωνική συγκυρία από την οποία σε μεγάλο βαθμό ορίστηκαν και την οποία εντέλει επανακαθόρισαν, με άλλα λόγια θέμα του βιβλίου είναι η συγκρότηση, στον χώρο του Πανεπιστημίου Αθηνών, μιας εθνικής-επιστημονικής ιστορίας με έντονο διδακτικό χαρακτήρα, η οποία επηρέασε καθοριστικά τη συνολική ιστοριογραφική παραγωγή, λόγω της σημαίνουσας θέσης του ιδρύματος, καθώς για έναν περίπου αιώνα αποτέλεσε τον μοναδικό οργανωμένο θεσμό της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης ο οποίος παρήγε ιστορική γνώση, κατάρτιζε τους φοιτητές και προετοίμαζε τους αποφοίτους του για τη διάχυση αυτής της γνώσης, μέσω κυρίως του σχολικού δικτύου, στο ελληνικό βασίλειο και στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 43.93 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 67-86 από: 554
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/67.gif&w=600&h=915

ου, οι δύο διδάσκοντες, μαζί με τους καθηγητές της Φιλοσοφικής Ιωάννη Βενθύλο και Χ. Ούλριχς, της Νομικής Κωνσταντίνο Νέγρη και της Ιατρικής Χάινριχ Τράιμπερ, απολύθηκαν από το Πανεπιστήμιο λόγω οικονομικής δυσπραγίας της κρατικής μηχανής.143 Στην πραγματικότητα οι απολύσεις τους εντάσσονταν στο πολιτικό κλίμα των ημερών πριν από τη μεταπολίτευση ·144

Μετά την ψήφιση του Συντάγματος ο Θ. Μανούσης διορίστηκε εκ νέου επιτίμιος και στις 3 Μαΐου 1844 τακτικός καθηγητής της Γενικής ιστορίας και, κατ' ανάθεσιν για λίγους μήνες, της Αρχαιολογίας. Την ίδια στιγμή, με την απομάκρυνση όλων των ξένων καθηγητών από το Πανεπιστήμιο, ο Μάσσον εγκατέλειψε την Ελλάδα. Μετέβη στη Σκοτία και για ένα διάστημα στην Ιρλανδία ως καθηγητής της ελληνικής γλώσσας και της Καινής Διαθήκης στο Πανεπιστήμιο του Μπέλφαστ. Το 1865 επέστρεψε στην Αθήνα, όπου εξέδωσε το περιοδικό Μνήμων. Πέθανε το 1873 και ετάφη στα χώματα της μητριάς πατρίδας του.

Η πολύ σύντομη πανεπιστημιακή διδασκαλία του Μάσσον δεν άφησε ίχνη ούτε στο συγγραφικό του έργο, ούτε όμως και στα δημοσιεύματα της κοινής γνώμης,για την οποία παρέμεινε πάντα ο καταχθόνιος κατήγορος του Θ. Κολοκοτρώνη . Η αναπλήρωσή του από τον Θ. Μανούση ήταν αναμενόμενη, στο μέτρο που ο επιτίμιος καθηγητής δίδασκε το συγγενές μάθημα της πολιτειογραφίας.

ΤΟ ΑΠΟΤΥΧΗΜΕΝΟ ΠΕΙΡΑΜΑ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΕΙΟΓΡΑΦΙΑΣ

Γεννημένος στη Σιάτιστα της Μακεδονίας, απόγονος οικογένειας εμπόρων, ο Θεόδωρος Μανούσης (1793-1858)145 είχε πραγματοποιήσει σημαντικές και πολυποίκιλες σπουδές, μη συστηματικές κατά το πνεύμα της εποχής του. Πρώτος δάσκαλος του στην Πέστη της Ουγγαρίας ήταν ο γνωστός λόγιος Γεώργιος Ζαβίρας. Στη Βιέννη, επόμενο σταθμό της ζωής του, ήλθε σε επαφή με τη γερμανική σκέψη, ενώ το 1819 παρακολούθησε τα πρώτα του πανεπιστημιακά μαθήματα στη Λειψία, με καθηγητή τον φιλέλληνα φιλόσοφο Βίλχελμ

143. Πρυτανικοί λόγοι, ό.π., σ. 8.

144. Π. Κιμουρτζής, ό.π., σ. 166-173.

145. Για τον Μανούση βλ. την ανέκδοτη μεταπτυχιακή εργασία της Ιουλίας Πεντάζου Ο Θεόδωρος Μανούσης καθηγητής της Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (18371858), Αθήνα 1994. Συνεπτυγμένη μορφή της εργασίας με τον ίδιο τίτλο στο περιοδικό Μνήμων, ό.π. Βλ. ακόμη Αντώνης Χατζής, «Θ. Μανούσης, ο πρώτος καθηγητής ιστορίας εν τω εθνικώ πανεπιστημίω», Πλάτων 10 (1958), σ. 301-310.

Σελ. 67
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/68.gif&w=600&h=915

Τρώγκοττ Κρουγκ. Την επόμενη χρονιά μετέβη στο Πανεπιστήμιο του Γκέττινγκεν, όπου σπούδασε φιλοσοφία και ιστορία με καθηγητή τον Άρνολντ Χέρμανν Λούντβιχ Χέερεν. Το 1820 φαίνεται ότι είχε συμφωνήσει να διδάξει ιστορία και γεωγραφία στην Ιόνιο Ακαδημία, συμφωνία που δεν ευοδώθηκε.146 Τον επόμενο χρόνο συνελήφθη και φυλακίστηκε για τέσσερις μήνες μαζί με άλλους έλληνες φοιτητές, εξαιτίας των μυστικών επαφών τους με φιλέλληνες για την ενίσχυση του Αγώνα. Παρέμεινε υπό περιορισμό στη Βιέννη έως το 1828, οπότε πέρασε στην Ιταλία. Εκεί παρακολούθησε μαθήματα στα Πανεπιστήμια της Πίζας (ιατρική, φυσικές επιστήμες) και της Ρώμης (ιταλική φιλολογία). Το 1831 ήλθε στην Ελλάδα και συμμετείχε ενεργά στον αντικαποδιστριακό αγώνα. Μετά τη δολοφονία του κυβερνήτη έφυγε πάλι στο εξωτερικό (Μόναχο και Βιέννη). Επέστρεψε οριστικά το 1834 και διορίστηκε από την Αντιβασιλεία βασιλικός επίτροπος στην Ιερά Σύνοδο και σύνεδρος στον Άρειο Πάγο.147 Οι ιδιότητές του αυτές δικαιολογούσαν και τον αρχικό διορισμό του ως επιτίμιου καθηγητή.

Η πολιτειογραφία, το μάθημα που ενέταξε ο καθηγητής στο πανεπιστημιακό πρόγραμμα μαθημάτων, ήταν το πρώτο και μόνο, στα πρώτα χρόνια της Φιλοσοφικής, το οποίο βασίστηκε σε συστηματική τεκμηρίωση και υπήρξε αποκλειστικά αφιερωμένο στη συγχρονία. Η διδασκαλία του προκάλεσε εξαρχής αρνητικά σχόλια και αντιρρήσεις, που συνδέονταν με προσωπικές σχέσεις και επιδιώξεις εντός του Πανεπιστημίου. Δεν θα έπρεπε όμως να αγνοηθούν και οι πραγματικές επιφυλάξεις για τον χαρακτήρα του μαθήματος, κυρίως λόγω του ασαφούς χαρακτήρα και της πρωτοποριακής του φυσιογνωμίας συγκριτικά με το υπόλοιπο πρόγραμμα.148 Ο Μανούσης έστρεψε τη διδασκαλία του μαθήματος στις σημαντικές χώρες της εποχής του: Αγγλία, Γαλλία (γενικότερα Ευρώπη), Ρωσία και Αμερική. Οι φοιτητές, οι πολίτες του ελληνικού βασιλείου, έπρεπε να γνωρίζουν την πολιτική, κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μεγάλων αυτών κρατών.149

146. Βλ. Ελένη Αγγελομάτη-Τσουγκαράκη, Η Ιόνιος Ακαδημία. Το χρονικό της ίδρυσης του πρώτου ελληνικού Πανεπιστημίου (1811-1824), Αθήνα, Αρχειακές μελέτες - Εκδόσεις «Ο Μικρός Ρωμηός», 1997, σ. 46-49.

147. I. Πεντάζου, «Ο Θεόδωρος Μανούσης...», ό.π., σ. 74-77.

148. I. Πεντάζου, Ο Θεόδωρος Μανούσης..., ό.π., σ. 24.

149. Βλ. «Το Πολίτευμα της Αγγλίας (εκ των περί Πολιτειογραφίας μαθημάτων του καθηγητού Θ. Μανούσου)», Ευρ. Ερανιστής 8 (1843), σ. 495-534, 9 (1843), σ. 569-615, και «Περί αρχής και αυξήσεως του Ρωσικού κράτους (εκ των περί Πολιτειογραφίας μαθημάτων του καθηγητού Θ. Μανούσου)», Ευρ. Ερανιστής 10 (1843), σ. 707-761.

Σελ. 68
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/69.gif&w=600&h=915

Το μάθημα του Μανούση αποτελούσε μεταφορά του αντίστοιχου γερμανικού μαθήματος Staatistik, ή Allgemeine Politik (στατιστική, ή γενική πολιτική), το οποίο είχε παρακολουθήσει στο Πανεπιστήμιο του Γκέττινγκεν τα χρόνια των σπουδών του. Η ύλη του επικεντρωνόταν στη μελέτη της εσωτερικής κατάστασης και των θεσμών των σύγχρονων κρατών. Όπως το όριζε ο καθηγητής, μεταφράζοντας απευθείας τον γερμανικό όρο, Στατιστική εστίν η επιστήμη περί την εσωτερικήν πολιτικήν κατάστασιν ενός οποιουδήποτε βασιλείου ή απλώς πολιτείας ασχολούμενη· υποκείμενον λοιπόν αυτής το πολιτικόν σύνταγμα, η διοίκησις, κυβέρνησις, ο θησαυρός, πολεμική δύναμις κ.τ.λ.150

Η Staatistik αποτέλεσε το μάθημα που μαζί με την καθολική ιστορία χαρακτήρισαν το πρόγραμμα του Πανεπιστημίου του Γκέττινγκεν τον 18ο αιώνα. Διδάχθηκε πρώτη φορά από τον Γκόττφρηντ Άχενβαλλ, όταν έγινε καθηγητής το 1748. Το 1749 εξέδωσε το έργο του Staatverfassung der europäischen Reiche (κρατική συγκρότηση των ευρωπαϊκών βασιλείων), το οποίο περιείχε συγκεντρωμένες πληροφορίες για τη δημόσια διοίκηση σε διαφορετικά κράτη στην Ευρώπη. Ο μαθητής και διάδοχος του στην έδρα του, Αουγκούστ Λούντβιχ Σλέζερ,151 προσέδωσε νέα αίγλη στο μάθημα, το οποίο αποτέλεσε πόλο έλξης για πολλούς φοιτητές από τα γειτονικά γερμανικά κρατίδια.152 Το μάθημα προέκυψε από τη νομική επιστήμη, για να αποκτήσει εντέλει ιστορικό χαρακτήρα, καθώς η ενασχόληση με τη σύγχρονη κατάσταση των κρατών προϋπέθετε την αναδρομή στο πρόσφατο τουλάχιστον παρελθόν.153 Σκοπός ήταν η μελέτη της ιστορίας τους με βάση τα πραγματικά δεδομένα: οι πληροφορίες για τον πληθυσμό, τη διοικητική οργάνωση, το δίκαιο, το εμπόριο, τη βιομηχανία συγκροτούσαν ένα στέρεο σώμα πηγών για τον ερευνητή. Η ιδέα της έρευνας που αποσκοπούσε στην επιστημονική μελέτη αποτέλεσε χαρακτηριστικό στοιχείο του νέου πανεπιστημίου.

Πόσο άντεξε η πολιτειογραφία στη Φιλοσοφική ; Λίγα χρόνια, όσα τα πρώτα της παρουσίας του Μανούση στη Σχολή. Όταν επαναπροσλήφθηκε ο κα

ί 50. Υποσημείωση του Μανούση στη μετάφραση «Κρίσις του συγγράμματος του Άγγλου Leake επιγραφομένου Researches in Greece», Ερμής ο Λόγιος 6, 24 (15 Δεκεμβρίου 1816), σ. 419. Την ανυπόγραφη αυτή μετάφραση του κειμένου ο Κ. Θ. Δημαράς (Νεοελληνικός Διαφωτισμός, Αθήνα, Ερμής, 1983, σ. 294) απέδωσε στον Μανούση.

151. F. Fürst, August Ludwig Schlözer, ein deutscher Aufklärer im 18. Jahrhundert, Χαϊδελβέργη 1928.

152. Herbert Butterfield, Man on his Past. The Study of the History of Historical Scholarship (επανέκδ.), Βοστόνη 1960, σ. 43.

153. I. Πεντάζου, Ο Θεόδωρος Μανούσης..., ό.π., σ. 70-73.

Σελ. 69
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/70.gif&w=600&h=915

καθηγητής, το καινοτόμο μάθημα αποσύρθηκε. Οι ανάγκες για την ιστορία ήταν πολύ πιο άμεσες και επιτακτικές. Η εξέλιξη φαίνεται εύλογη για ένα γνωστικό αντικείμενο που από την αρχή συνάντησε αντιδράσεις και η εισαγωγή του ήταν αποτέλεσμα προσωπικής επιλογής, όχι ευρύτερων παραδοχών και αναγκών. Ούτως ή άλλως στο νεότευκτο Πανεπιστήμιο η εισαγωγή καινοτομιών οφειλόταν σε συγκεκριμένα πρόσωπα, αναπτυσσόταν σε λιγότερο ή περισσότερο ευνοϊκό κλίμα, ενώ η σύνδεση του διδάσκοντος με το συγκεκριμένο γνωστικό αντικείμενο λειτουργούσε καταλυτικά για την ίδια την ταυτότητά του.154 Εντός του συγκεκριμένου πανεπιστημιακού γίγνεσθαι, με ολιγάριθμο καθηγητικό προσωπικό και με σαφή αρχαιογνωστική κατεύθυνση, ο Μανούσης εγκατέλειψε την πολιτειογραφία. Όχι ολοκληρωτικά. Η ελευθερία των διδασκόντων στην επιλογή των γνωστικών αντικειμένων τους και η συγγένεια πολιτειογραφίας - νεότερης ιστορίας τού έδωσαν τη δυνατότητα να διδάξει και στη νέα έδρα, έστω και για λίγο (τα θερινά εξάμηνα του 1846-1847 και του 1847-1848), το παλαιό του μάθημα.

Η ΜΑΝΟΥΣΕΙΟΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΜΙΑΣ ΣΥΝΕΧΟΥΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΩΝ ΠΡΟΟΠΤΙΚΩΝ: ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ ΣΤΗ ΣΥΓΧΡΟΝΙΑ

Με εξαίρεση το θνησιγενές εγχείρημα της πολιτειογραφίας, η δεύτερη έδρα Γενικής ιστορίας (1843) ήταν η μόνη έδρα του Φιλολογικού Τμήματος της οποίας ο χρονικός ορίζοντας αφιερώθηκε, προγραμματικά τουλάχιστον, στη μεσαιωνική και νεότερη περίοδο. Κατά τη διάρκεια, όμως, της πανεπιστημιακής του σταδιοδρομίας ο Μανούσης δίδαξε γενική, μέση και νέα, αρχαία, βυζαντινή, ρωμαϊκή ιστορία και πολιτειογραφία Το 1844 εκλέχθηκε πρύτανης του Πανεπιστημίου.

Ο Μανούσης χώρισε το μάθημά του σε περιόδους. Δίδαξε αρχαία ιστορία, περιλαμβάνοντας και την Παλαιά Διαθήκη στη διδασκαλία του, και μέση ιστορία, με ορόσημο τη βασιλεία του Καρλομάγνου για τον δυτικό κόσμο και την άλωση της Κωνσταντινούπολης για το Βυζάντιο. Η νέα ιστορία ξεκινούσε από τη μεταρρύθμιση του Λούθηρου ή την ανακάλυψη της Αμερικής. Στον πρώτο εισιτήριο λόγο του σε αμιγώς ιστορικό μάθημα, ο Μανούσης ανέφερε

154. Βλ. και τις παρατηρήσεις του Θεόδωρου Κρητικού, «Πανεπιστήμιο και νέα γνωστικά αντικείμενα. Η θέσπιση της Ιστορίας των Επιστημών στην αθηναϊκή Φυσικομαθηματική Σχολή», Μνήμων 19 (1997), σ. 41-71.

Σελ. 70
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/71.gif&w=600&h=915

ότι θα επικεντρώσει τη διδασκαλία του στην ευρωπαϊκή ιστορία, λόγω της καλύτερης γνώσης του για την περίοδο αλλά και της εξέχουσας θέσης της στην παγκόσμια ιστορία.155

Η διδασκαλία του Μανούση ανταποκρινόταν στην τριμερή διάκριση της ιστορίας όπως είχε καθιερωθεί στη δυτική σκέψη με το έργο του Χριστόφορου Κελλάριου Η istoria Universalis (1688).156 Μετεξελίσσοντας τη χριστιανική οπτική, η οποία αντιμετώπιζε τον ιστορικό χρόνο ως διαδοχή παγκόσμιων βασιλείων προσδιορισμένων από τη θεϊκή εξουσία -σύμφωνα με το σχήμα των τεσσάρων αυτοκρατοριών του προφήτη Δανιήλ-, η νέα αντίληψη θεωρούσε ότι η παγκόσμια ιστορία, όπως και η ανθρώπινη ύπαρξη, αναπτυσσόταν από τα νηπιακά χρόνια ως την ωριμότητα, με τομές-ορόσημα στην εξέλιξή της. Σε αυτό το πλαίσιο διδασκόταν και η βυζαντινή ιστορία ως τμήμα της παγκόσμιας ιστορίας (ο Μανούσης δίδαξε βυζαντινή ιστορία τα χειμερινά εξάμηνα 1848-1849,1849-1850,1850-1851,1851-1852).157 Η Άλωση αποτελούσε, μαζί με άλλα μείζονα γεγονότα (την Αναγέννηση, την ανακάλυψη της Αμερικής, τη διαμόρφωση των μεγάλων μοναρχιών, τη μεταρρύθμιση του Λούθηρου), ορόσημο για τη μετάβαση από τον μεσαιωνικό στον νεότερο κόσμο ,158

Από το μάθημα του Μανούση απουσίασε η νεότερη ελληνική ιστορία -αναφέρομαι κυρίως στο 1821-, ίσως γιατί, όπως επεσήμανε και σε κείμενό του, θεωρούσε πρώιμο ένα τέτοιο εγχείρημα.159 Η απουσία της διδασκαλίας της νεότερης ελληνικής ιστορίας παρατηρείται και στον πρώτο οδηγό σπουδών,

155. «Λόγος εισαγωγικός των εν τω Πανεπιστημίω Αθηνών κατά την χειμερινήν εξαμηνίαν του 1842-1843 περί μέσης καί νέας ιστορίας μαθημάτων του καθηγητού Θ. Μανούσου», Ευρωπαϊκός Ερανιστής 6 (1843), σ. 466.

156. Βλ. Αντ. Λιάκος, «Οι τέσσερις αυτοκρατορίες και η τάξη του χρόνου», ανέκδοτη ανακοίνωση στο συνέδριο Παλαιές και νέες αυτοκρατορίες: έννοιες, κριτικές προσεγγίσεις και νέες κατευθύνσεις, που διοργάνωσε το Τμήμα Ιστορίας, Αρχαιολογίας & Κοινωνικής Ανθρωπολογίας (ΙΑΚΑ) του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας και το περιοδικό Historein /Ιστορείν (Βόλος, 27-29 Ιουνίου 2003).

157. Βλ. I. Πεντάζου, Ο Θεόδωρος Μανούσης..., ό.π., σ. 75-78. Τη διδασκαλία της βυζαντινής ιστορίας, στην ίδια οπτική, θεωρούσε απαραίτητη και ο Κ. Δ. Σχινάς, βλ. Οδηγίαι..., 1838, ό.π., σ. 20. Ο Μανούσης κατηγορήθηκε εκ των υστέρων ότι δίδασκε βυζαντινή ιστορία στο Πανεπιστήμιο εκ του χριστιανομάχου Γίββωνος. Βλ. Ιερώνυμος Οικονόμος, Ιστορική σύγκρισις μεταξύ δύο ανδρών, Α. Μακράκη και Αλεξάνδρου Λυκούργου αρχιεπισκόπου Σύρου, Πάτρα 1896: Κ. Λάππας, Πανεπιστήμιο και φοιτητές..., ό.π., σ. 479-480, σημ. 71.

158. Βλ. Διονύσιος Ζακυθηνός, Μεταβυζαντινά και Νέα Ελληνικά, Αθήνα 1978, σ. 7577, και Christina Koulouri, ό.π., σ. 309.

159. Βλ. εδώ, σ. 124.

Σελ. 71
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/72.gif&w=600&h=915

όπου στον κύκλο των προτεινόμενων μαθημάτων προς τους φοιτητές του Φιλολογικού Τμήματος περιλαμβανόταν μόνο ένα γενικό μάθημα Ιστορίας των τριών τελευταίων αιώνων.160 Συνολικά πάντως η ενσωμάτωση της αρχαίας ιστορίας στο μάθημα του Μανούση -καθώς ήταν υποχρεωτικό για όλους τους φοιτητές-, σε συνδυασμό με τη διδασκαλία του Σχινά, έγερνε τη ζυγαριά προς την αρχαιότητα, ενώ οι μέσοι και νεότεροι χρόνοι καταλάμβαναν λιγότερο χρόνο στο πρόγραμμα των ιστορικών μαθημάτων.

Ο Μανούσης ήταν από τους λιγοστούς έλληνες λογίους του νεοσύστατου βασιλείου που ενδιαφερόταν για την καθολική ιστορία (Weltgeschichte).161 Το ενδιαφέρον αυτό αποτυπώθηκε το 1813 σε πρώιμο άρθρο του στον Λόγω Ερμή, το οποίο αποτελεί ένα από τα ελάχιστα θεωρητικά ιστορικά κείμενα του. Το άρθρο μεταφέρει προβληματισμούς που κυριάρχησαν στον γερμανόφωνο ιδιαίτερα χώρο κατά το τέλος του 18ου και τις αρχές του 19ου αιώνα. Ο συγγραφέας παρουσίαζε τη γενεαλογία της καθολικής ιστορίας εκκινώντας από τα αρχαία χρόνια και καταλήγοντας στον δάσκαλο του Χέερεν στο Πανεπιστήμιο του Γκέττινγκεν. Από τις τρεις συνέχειες του άρθρου η πρώτη αφιερωνόταν στον ορισμό της καθολικής ιστορίας και στους αρχαίους συγγραφείς που ασχολήθηκαν μαζί της, η δεύτερη στα μεσαιωνικά χρόνια, και κυρίως στους γάλλους ιστορικούς οι οποίοι έγραφαν καθολική ιστορία. Τέλος, η τρίτη συνέχεια επικεντρωνόταν στους γερμανούς ιστορικούς που το έργο τους συνδέθηκε με την καθολική ιστορία, ιδιαίτερα εκείνους από το Πανεπιστήμιο του Γκέττινγκεν - ανάμεσά τους μερικοί από τους πλέον σημαντικούς διανοητές του 18ου και του 19ου αιώνα, όπως ο Γιόχανν Γκόττφρηντ Χέρντερ, ο Γιόχανν Γκόττφρηντ Άιχορν, ο Γιόχανν Κριστόφ Γκάττερερ και ο Σλέζερ. Σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις το κείμενο αποτελούσε συμπίλημα από συναφή άρθρα, τα οποία ο Μανούσης γνώριζε καλά.162

Στο άρθρο διαβάζουμε τον ακόλουθο ορισμό της καθολικής ιστορίας : Όταν τις ιστορία περιλαμβάνει εν αυτή όλα τα αξιόλογα συμβεβηκότα, ονομάζεται καθολική, κατ' εξοχήν δε καλείται ούτως η παγκόσμιος ιστορία, ήτοι η ιστορία των αξιολογωτέρων συμβεβηκότων του κόσμου και των κατοίκων αυτού απ' αρχής μέχρι της σήμερον,163 Στη συνέχεια ο Μανούσης προσδιορίζει επακριβώς τον στόχο

160. Οδηγίαι, 1838, σ. 20, 22.

161. Η διαπίστωση ανήκει στη Μαρία Στασινόπουλου, ό.π., σ. 281.

162. Στο ίδιο, σ. 224-226.

163. Θεόδωρος Μανούσης, «Ιστορία της καθολικής ιστορίας», Ερμής ο Λόγιος, 13, 1 (1η Ιανουαρίου 1813), σ. 11.

Σελ. 72
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/73.gif&w=600&h=915

χο της, μεταφράζοντας σχετικό χωρίο από κείμενο του Σλέζερ: η απόδειξις δε οποίας συμπλοκής των αιτιών και αποτελεσμάτων, ο κόσμος και οι κάτοικοι αυτού κατήντησαν εις την παρούσαν κατάστασιν ή, το όποιον είναι το ίδιον, η καθολική ιστορία πρέπει να λύση το μέγα πρόβλημα, διά τι οι άνθρωποι ευρίσκονται την σήμερον εις τοιαύτην καταστάσιν και όχι εις αλλοίαν, και πώς ήλθον εις αυτήν.ι6ί Η επιλογή του Σλέζερ δεν ήταν τυχαία. Μαζί με τον Γκάττερερ ήταν, κατά τον Μανούση, οι πατέρες της καθολικής ιστορίας παρά τοις Γερμανοίς,165 Ιδιαίτερα ο πρώτος με το έργο και τη διδασκαλία του συνέβαλε στη μεταβολή του Πανεπιστημίου του Γκέττινγκεν από κέντρο νομικών και κλασικών σπουδών σε χώρο ανάπτυξης της ιστορικής επιστήμης.166 Τον 18ο αιώνα το πανεπιστήμιο αυτό αναδείχθηκε στον κατεξοχήν χώρο καλλιέργειας του συγκεκριμένου είδους ιστορίας, προχωρώντας στην ανάγνωση εκ νέου της ιστοριογραφίας και συντάσσοντας ουσιαστικά τη γενεαλογία του.

Στο κείμενο του για την καθολική ιστορία ο Μανούσης επεσήμανε πέντε μεθόδους προσέγγισης και συγγραφής της ιστορίας: την επισοδεική, τη συγχρονιστική , τη γεωγραφική, την εθνογραφική και τη μικτή.161 Η προσέγγιση της καθολικής ιστορίας μέσω της ιστορίας των εθνών αποτελούσε μία από τις εκδοχές συγγραφής. Σε αντίθεση με τον Σχινά, ο Μανούσης δεν αντιμετώπισε την παγκόσμια ιστορία ως άθροισμα της ιστορίας μεμονωμένων εθνών, αλλά στο πλαίσιο μιας ενιαίας τελεολογικής εξέλιξης. Η διδασκαλία του προσέφερε μια διαφορετική θέαση συγκριτικά με εκείνη του έτερου καθηγητή. Η φιλοσοφία ήταν η επιστήμη των όρων και νόμων της ανθρωπίνης γνώσεως και της ουσίας και των ανωτάτων λόγων παντός όντος θείου και φυσικοί και του ανθρωπίνου πνεύματος, επιστήμη εκτείνουσα την καθολικήν αυτής επιρροήν επί άπαντος του κύκλου των ανθρωπίνων γνώσεων και κατά το είδος και καθ' ύλην αυτών.168 Η σχέση της φιλοσοφίας με την ιστορία νοηματοδοτούσε την τελευταία, απέδιδε αρμονία και προορισμό στα ατάκτως ερριμμένα, τα οποία συγκέντρωνε εις ένα σώμα: Η Ιστορία υπάρχει εις τοιαύτην στενήν σχέσιν προς την φιλοσοφίαν, ώστε χωρίς ανωτέρας φιλοσοφικής πεποιθήσεως ήθελε στερείσθαι του κυριωτέρου αυτής σκοπού και πάσης εσωτερικής ενότητας, άνευ των οποίων το άθροισμα συγχρόνων

164. «Ιστορία της καθολικής ιστορίας», ό.π., σ. 12.

165. Στο ίδιο, σ. 55.

166. F. Fuerst, ό.π., σ. 170.

167. «Ιστορία της καθολικής ιστορίας», ό.π., σ. 14. Βλ. και τις παρατηρήσεις της Μαρίας Στασινόπουλου για τη σχετική συζήτηση στον γερμανόφωνο χώρο, καθώς και για τις θέσεις του Κωνσταντίνου Κούμα: M. Stassinopoulou, ό.π., σ. 175-180.

168. Πρυτανικοί λόγοι 1844..., ό.π., σ. 2-3.

Σελ. 73
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/74.gif&w=600&h=915

και αλληλοδιαδόχων γεγονότων δεν ήθελε σχηματισθή εις σώμα αρμονικόν και πλήρες νοημάτων.169

Ο Μανούσης εξέφραζε μια αντίληψη πολύ στενά συνδεδεμένη με τον γερμανικό ιδεαλισμό, ιδιαίτερα τη θέση του Χέρντερ για την πρωτοκαθεδρία της φιλοσοφίας έναντι των άλλων ανθρωπιστικών επιστημών. Συνέχεια και ενότητα αποτελούσαν τα χαρακτηριστικά της ιστορίας. Είναι σαφής η θεολογική προέλευση των εκκοσμικευμένων πλέον όρων: συνέχεια όσον αφορά την πορεία των ανθρώπινων πράξεων, ενότητα όπως αποδίδεται από τον φιλοσοφικό στοχασμό, ο οποίος ερμηνεύει τα γεγονότα. Ο ιστορικός επέλεγε από το παρελθόν τα γεγονότα εκείνα τα οποία εμπλέκονταν με το σήμερα και το ερμήνευαν. Από την ευθύγραμμη πορεία των γεγονότων, η ιστορία καλούνταν κάθε φορά να αναζητήσει και να προβάλει όσα άξιζαν για τους συγχρόνους. Η λειτουργία αυτή δεν αφορούσε μόνο την παραδειγματική χρήση μιας γεγονοτικής ιστορίας. Στην περίπτωση των άλλων γνωστικών κλάδων η ιστορία έπρεπε να αντλήσει από το παρελθόν στοιχεία που θα βοηθούσαν να κατανοήσουμε το παρόν, για παράδειγμα στη νομική επιστήμη την έννοια των θεσμών και της κρατικής συγκρότησης.

Στο μάθημά του ο Μανούσης θέλησε να αναπαραγάγει μια αντίληψη για τη γενική ιστορία που προερχόταν από τα χρόνια του Διαφωτισμού και της πρόσληψής του από τους γερμανούς δασκάλους του.170 Οι τελευταίοι, σύμφωνα με την παρατήρηση του Ίγκερς, απηχούσαν το ενδιαφέρον του Διαφωτισμού για τη μελέτη της ανθρώπινης φύσης μέσα στα ιστορικά της συμφραζόμενα,171 Οι ιστορικοί του Γκέττινγκεν επιχείρησαν να γράψουν ευρύτερη ιστορία, κοινωνική και πολιτισμική, η οποία να περιλαμβάνει το σύνολο των ανθρώπινων

169. Στο ίδιο, σ. 5.

170. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που έχει αποθησαυρίσει ο Τρ. Σκλαβενίτης, ήταν πολύ πιθανό η μετάφραση της γενικής ιστορίας του Γιόχαν φον Μύλλερ από τον Σπυρίδωνα Βαλέτα να είχε περιέλθει στον Μανούση από το 1843. Η γενική ιστορία του γερμανού ιστορικού, τον οποίο ο Μανούσης μνημόνευε ως μια από τις κύριες πηγές του στον εισιτήριο λόγο του το 1843, χρησίμευσε κατά πάσα πιθανότητα ως η κατεξοχήν ή και αποκλειστική πηγή για τις παραδόσεις του. Η μετάφραση λανθάνει, ενώ με δεδομένο και τα ελάχιστα αποσπάσματα από τις παραδόσεις του Μανούση δεν μπορούμε να στοιχειοθετήσουμε μια τέτοια υπόθεση. Σημειώνω, πάντως, ότι βρισκόμαστε στο ίδιο κλίμα μιας φιλελεύθερης διανόησης με σαφείς αναφορές στη γερμανόφωνη ιστορική σκέψη. Βλ. Τρ. Ε. Σκλαβενίτης, «Ο Σπυρίδων Βαλέτας και η μετάφραση της Πολιτικής Οικονομίας του J.B. Say», Εταιρεία Μελέτης Νέου Ελληνισμού, Η Επανάσταση του 1821: Μελέτες στη μνήμη της Δέσποινας Θέμελη-Κατηφόρη, Αθήνα 1994, σ. 124-125, 140-141, και passim, σ. 106-142.

171. Βλ. Γκ. Ίγκερς, Νέες κατευθύνσεις..., ό.π., σ. 25.

Σελ. 74
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/75.gif&w=600&h=915

πίνων δραστηριοτήτων. Συνδύασαν την οπτική φιλοσόφων όπως ο Μοντεσκιέ, ο Βολταίρος και ο Ισαάκ Ισλέν με την τεχνική δεξιότητα ενός ιστοριοδίφη ή ενός νομομαθούς στη μελέτη και στην κριτική εξήγηση των κειμένων.172 Στην πραγματικότητα οι συνθέσεις τους δεν κατόρθωσαν να αντεπεξέλθουν στις προδιαγραφές που είχαν θέσει. Κατέληξαν κατά κύριο λόγο σε μια ιστορία σημαντικών στιγμών του ανθρώπινου βίου, όπου ο αρχαίος ελληνικός κόσμος κατείχε ξεχωριστή θέση, όπως άλλωστε γενικότερα και στη δυτική σκέψη. Τόσο ο Γκάττερερ όσο και ο Σλέζερ χρησιμοποίησαν αποσπάσματα από τη Βίβλο, θεωρώντας τα ίσης αξιοπιστίας με τα κείμενα αρχαίων ελλήνων και ρωμαίων συγγραφέων. Σημειώνω ότι αντίστοιχα ο Μανούσης δίδαξε αποσπάσματα της Παλαιάς Διαθήκης τονίζοντας την ιστορική διάσταση τους. Στην πραγματικότητα απουσίαζαν από τη νεότερη ιστορία οι πρωτογενείς έρευνες σε αρχειακά τεκμήρια.173 Το τελικό αποτέλεσμα ήταν μια αφήγηση εστιασμένη στα μεγάλα γεγονότα, ευρωκεντρική από Κτίσεως Κόσμου, η οποία τόνιζε την ελευθερία του ατόμου, ενώ ταυτόχρονα ενέτασσε τα θρησκευτικά γεγονότα στην παγκόσμια ιστορία. Επρόκειτο για μια ιστορία η οποία, καθώς επιθυμούσε να είναι καθολική, να αγκαλιάσει δηλαδή το σύνολο των ανθρώπινων δραστηριοτήτων, προσέδιδε ιδιαίτερο βάρος στην πολιτισμική δημιουργία, σε γεγονότα και εξελίξεις εκτός της πολιτικής ιστορίας.

Το μέγεθος και το εύρος αυτής της ιστορίας συνιστούσαν ένα από τα κεντρικά ζητούμενα των σχετικών συζητήσεων. Οι τρόποι προσέγγισής της αλλά και τα διαφορετικά είδη της αποτέλεσαν σημαντικό αιτούμενο. Το ζήτημα κατά πόσον θα μπορούσε να γραφεί μια «αξιόπιστη ιστορία», η οποία θα περιελάμβανε τις ιστορίες όλων των λαών, ακόμη και εκείνων που δεν παρουσίαζαν κάποια σημαντική πολιτιστική προσφορά, συζητήθηκε κατά κόρον. Αποτέλεσμα ήταν η δημιουργία διαφορετικών ειδών καθολικής ιστορίας,174 όπως τα ανέλυε και ο Μανούσης : η πολιτική ιστορία (Staatengeschichte), η ιστορία της ανθρωπότητος (Geschichte der Menschheit), η παγκόσμια ιστορία (Universalgeschichte). Η διάκριση γινόταν με κριτήριο εάν και κατά πόσον κάθε είδος αποτελούσε απλώς συλλογή ιστορικών γεγονότων ή επιλέγονταν τα γεγονότα εκείνα τα οποία παρουσίαζαν εσωτερική συνοχή και αναδείκνυαν

172. Στο ίδιο, σ. 23-26.

173. Βλ. Georg G. Iggers, "The University of Goettingen 1760-1800 and the Transformation of Historical Scholarship", Histoire de l'Historiographie 2 (1982), σ. 21-22, και passim, σ. 11-37.

174. Βλ. M. Stassinopoulou, ό.π., σ. 174-175.

Σελ. 75
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/76.gif&w=600&h=915

τον πολιτισμό.175 Κεντρικό ερώτημα αποτελούσε το μέγεθος και το εύρος της ιστορικής αφήγησης και του τρόπου προσέγγισης των γεγονότων.176 Στους ορισμούς του Μανούση δεν βρίσκουμε κάποιον για τη γενική (Allgemeine) ιστορία. Ο ιστορικός χρησιμοποιεί αδιακρίτως και τους δύο όρους, με ιδιαίτερη έμφαση στον όρο καθολική. Αντίθετα, τον όρο γενική ιστορία θα χρησιμοποιήσει ο Κ. Κούμας στο πολύτομο έργο του Ιστορία του ανθρωπίνου γένους εκθέτουσα την παιδεία και τους βαθμούς της τελειοποιήσεως των ψυχικών δυνάμεων του.177 Ο όρος παραπέμπει στην ιστορία της ανθρωπότητας και, όπως παρατηρεί η Μαρία Στασινοπούλου, συνδέεται με τη φιλοσοφία του Χέρντερ.178

Στην πραγματικότητα, όπως προανέφερα, στο έργο του Μανούση δεν υπήρξε διαφοροποίηση ανάμεσα στις έννοιες της καθολικής και της γενικής ιστορίας. Το 1849 ο Κ. Παπαρρηγόπουλος σημείωνε στην εισαγωγή του Εγχειριδίου της Γενικής Ιστορίας ότι οι διαφοροποιήσεις αυτές δεν λειτούργησαν παρά θεωρητικά, ακόμη και στη γερμανική ιστοριογραφία.179 Στην ελληνική ιστοριογραφική παραγωγή τον 19ο αιώνα η έννοια της καθολικής ιστορίας, στο πλαίσιο της εκπαίδευσης, ταυτίστηκε με τη γενική.

Όταν ο Μανούσης κλήθηκε να διδάξει ιστορία στο πλαίσιο ενός νέου ανεξάρτητου κράτους, τα προβλήματα ήταν πολύ διαφορετικά απ' ό,τι τα χρόνια των σπουδών του. Η Επανάσταση του 1821, η δημιουργία του νέου βασιλείου, το ζήτημα της ενότητας και της ταυτότητας του ελληνικού έθνους δημιουργούσαν νέα δεδομένα, οδηγούσαν στην επανεπεξεργασία των θεωρήσεών του, αλλά και μιας σειράς άλλων λογίων, μεταθέτοντας το κέντρο βάρους, συντελώντας σε ωσμώσεις στη σκέψη τους, ακυρώνοντας στην πράξη σχήματα και διαχωρισμούς. Η δημιουργία μιας πατρώας ιστορίας διαπερνούσε ως ανάγκη το σύνολο της ιστορίας, νοηματοδοτούσε διαφορετικά τις μεγάλες στιγμές της ανθρωπότητας: Ναι, όστις ηκροάσθη τακτικώς τον Μανούσην είδεν ότι και πάντοτε μεν έβριθεν ακροατών η αίθουσα της παραδόσεως αυτού, αλλά μάλιστα όταν εξιστορείτο η αποφράς εκείνη εποχή της αλώσεως' τότε και το μεταξύ των εδράνων κενόν και αι θύραι και τα παράθυρα επληρούντο

175. «Ιστορία της καθολικής ιστορίας», ό.π., σ. 56-57.

176. Βλ. I. Πεντάζου, ό.π., σ. 46-52, όπου και εκτενής αναφορά στις εσωτερικές διαφοροποιήσεις της καθολικής ιστορίας.

177. M. Stassinopoulou, ό.π., σ. 173.

178. Στο ίδιο, σ. 173-174.

179. Βλ., για τον σχολιασμό του κειμένου, στο ίδιο, σ. 282-283.

Σελ. 76
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/77.gif&w=600&h=915

ακροατών. Του δε καθηγητού και η όφις και η φωνή και αι κινήσεις εμαρτύρουν το ενοικούν ούτω πάθος και την ταραχήν της ψυχής, αισθήματα, τα οποία, ως δι' ηλεκτρισμού, ενέβαλεν εις την ψυχήν των ακροωμένων, και η κατήφεια κατελάμβανε πάντας και τα δάκρυα έτρεχον κρουνηδόν. Αλλ' όταν έφθανε το τέλος της λυπηράς ταύτης τραγωδίας και ο καθηγητής εξεφώνει το, αλλ' η 20 Μαΐου του 1454 [sic] επέχυσε την ζοφεράν σκοτόμαιναν της δουλείας εις την Ελλάδα, ανέτειλεν όμως η 25 Μαρτίου του 1821 ήτις διασκέδασε το σκότος από του προσώπου αυτής και ήνοιξε την οδόν την άγουσαν εις την προγονικήν δόξαν. Τότε η ιλαρότης διαδέχετο την κατήφειαν, η χαρά τα δάκρυα και ο πάταγος των χειροκροτήσεων εξεδήλου τον ενθουσιασμόν της ψυχής.180 Στο παραπάνω απόσπασμα, πέρα από την άμεση αναφορά στη συγκίνηση που προκαλούσε ο ιστορικός λόγος, είναι εμφανής η σύνδεση με την εθνική ωφέλεια που προέκυπτε από την ιστορική διδασκαλία. Χάριν αυτής της ωφελείας η άλωση της Κωνσταντινούπολης -ούτως ή άλλως ένα από τα σημαντικά ορόσημα της παγκόσμιας ιστορίας, αν και στις περισσότερες γενικές ιστορίες του 18ου και των αρχών του 19ου αιώνα οι ευρωπαίοι ιστορικοί οριοθετούσαν το τέλος του Μεσαίωνα με βάση γεγονότα από την ιστορία του δυτικού κόσμου-αναφερόταν ως η ημερομηνία υποδούλωσης της Ελλάδας, ώστε να αναδειχθεί ως ημέρα της απελευθέρωσης η 25η Μαρτίου. Στο αντιθετικό ζεύγμα που ήταν αναγκαίο ώστε να τονιστεί ο μοναδικός χαρακτήρας της Επανάστασης του 1821, η Άλωση αποτελούσε το ορόσημο, θέση που δεν μπορούσε να έχει ούτε η μάχη της Χαιρώνειας, αφού οι Μακεδόνες γρήγορα «ελληνοποιήθηκαν», ούτε η άλωση της Κορίνθου από τους Ρωμαίους, καθώς επρόκειτο για χρονικά πολύ μακρινό γεγονός από την «αναγέννηση του έθνους», ενώ δεν συνδεόταν και με θρησκευτικές αντιθέσεις: δήλωνε υποταγή στους Ρωμαίους, οι οποίοι το 146 π.Χ. ήταν πολυθεϊστές ειδωλολάτρες όπως και οι Έλληνες, καθώς και πρόγονοι των προηγμένων πολιτισμικά και οικονομικά Ευρωπαίων του 19ου αιώνα.181

180. Στη νεκρολογία στα «Εσωτερικά» της εφημερίδας Αθηνά, φ. 2714 (5 Νοεμβρίου 1858).

181. Η άλωση της Κορίνθου ήταν ένα γεγονός το οποίο εύλογα, λόγω της χρονικής απόστασης, δεν διατηρήθηκε στη λαϊκή μνήμη και τις δημώδεις παραδόσεις. Από την άλλη πλευρά εξαιτίας της έλλειψης θρησκευτικού νοήματος δεν έβρισκε ανταπόκριση στην κουλτούρα των λαϊκών στρωμάτων, δεν μπορούσε συνεπώς να αποτελέσει εθνικό ορόσημο. Η εθνική ιδεολογία είχε ανάγκη ισχυρότερων συμβόλων ώστε να διαμορφώσει μια κοινή εθνική ταυτότητα συντελώντας στην ομογενοποίηση του πληθυσμού του νέου έθνους-κράτους. Βλ. και Βαγγέλης Καραμανωλάκης, Παναγιώτης

Σελ. 77
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/78.gif&w=600&h=915

Τα γεγονότα της παγκόσμιας ιστορίας χρωματίζονταν πλέον με εθνικό χρώμα. Δίπλα στην ανάγκη της μόρφωσης, της δημιουργίας ελεύθερων πολιτών, υπεισερχόταν και το ζήτημα της εθνικής ταυτότητας, του φρονήματος. Η ιστορία προσέφερε την αρματωσιά της: το παράδειγμα, το δίδαγμα, τη σημαντική στιγμή. Μια ιστορία διδακτική, παραδειγματική, η οποία δίδασκε το ελληνικό έθνος : εθεώντο πώς οι Έλληνες διά τρισχιλίων ετών το μεν πρώτον όντες ευσεβείς, φιλοπόλιδες, φιλοδίκαιοι, φιλάνθρωποι και θεράποντες αληθείς της ελευθερίας και παντός καλού και χρηστού διεπράξαντο έργα της διανοίας και της χειρός απαράμιλλα γενόμενα και εσόμενα, έπειτα δε οποία και οπόσα διαμαρτόντες δεν ηδυνήθησαν να ανασωθώσιν εκ της απωλείας ούτε διά των θεραπειών, ας τάλλα έθνη παρείχον αυτοίς ευγνωμονούντα, ούτε δι' αυτής της ουρανοπέμπτου διδασκαλίας του Ευαγγελίου.182

Και τα δύο προηγούμενα παραθέματα προέρχονται από νεκρολογίες για τον Θ. Μανούση, με τις οποίες επιχειρήθηκε σε μεγάλο βαθμό να προστατευθεί η μνήμη και να τονιστεί ο εθνικός χαρακτήρας της διδασκαλίας του, μιας διδασκαλίας που, ας μην το ξεχνάμε, προκάλεσε έντονη κριτική, όπως αποτυπώθηκε στα Μανούσεια.

ΤΑ ΜΑΝΟΥΣΕΙΑ: Η ΩΡΑ ΤΩΝ ΦΟΙΤΗΤΩΝ;

Το 1848, λίγους μήνες πριν ξεσπάσουν οι επαναστάσεις που σημάδεψαν την ευρωπαϊκή ιστορία, το Πανεπιστήμιο και η μικρή αθηναϊκή κοινωνία αναστατώθηκαν από μια σειρά επεισοδίων εναντίον του Μανούση, τα Μανούσεια.'83 Αφορμή υπήρξε η δημοσίευση στον Τύπο μιας επιστολής του ιερομόναχου και

Στάθης, «Ιστορίες για την Άλωση στον πρώτο αιώνα του ελληνικού βασιλείου»: Τόνια Κιουσοπούλου (επιμ.), 1453: Η άλωση της Κωνσταντινούπολης και η μετάβαση από τους μεσαιωνικούς στους νεώτερους χρόνους, Ηράκλειο, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2005, σ. 227-257.

182. «Λόγος εκφωνηθείς επί του τάφου του αοιδίμου καθηγητού Θεοδώρου Μανούσου υπό Γ. Παπασλιώτου τη 2α Νοεμβρίου», Αθηνά, φ. 2715 (8 Νοεμβρίου 1858).

183. Για τα Μανούσεια η πλέον ακριβής και αναλυτική περιγραφή των γεγονότων ανήκει στον Κώστα Λάππα, ο οποίος εξετάζει τα επεισόδια στο πλαίσιο μιας σειράς διαδοχικών φοιτητικών κινητοποιήσεων πριν από την έξωση του Όθωνα (Κ. Λάππας, ο'.π., σ. 475-484). Η Ιουλία Πεντάζου, η οποία αφιέρωσε αρκετές σελίδες του κειμένου της («Ο Θεόδωρος Μανούσης...», ό.π., σ. 94-106) στα γεγονότα αυτά, πραγματεύεται κατά κύριο λόγο τη σύγχρονη συζήτηση γύρω από τα γεγονότα, εστιαζόμενη στον τρόπο που προσδιορίζονται από τα δύο στρατόπεδα οι όροι της συζήτησης, καθώς και οι επιδιώξεις τους αναφορικά με τις σχέσεις επιστημονικού - θρησκευτικού

Σελ. 78
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/79.gif&w=600&h=915

φοιτητή Παΐσιου Ζ. Ιωαννίτη, με την οποία καταγγελλόταν ο καθηγητής ότι στο μάθημα του διάβασε επιστολές αισχρολογικού περιεχομένου που είχαν ανταλλάξει ο βασιλιάς της Αγγλίας Ερρίκος Η' με τον Λούθηρο. Η ανάγνωσή τους θεωρήθηκε ότι υπερβαίνει τα εσκαμμένα και υπονομεύει τη χριστιανική θρησκεία, ενώ ο Μανούσης κατηγορήθηκε ως εχθρός του χριστιανισμού, ταύτης της κοινωνίας, αυτού του έθνους. Τις κατηγορίες ενίσχυσαν με άλλη επιστολή τους φοιτητές της Θεολογικής, οι οποίοι απέδωσαν στον καθηγητή θρησκευτική ασέβεια και προσπάθεια ερμηνείας των θαυμάτων της πίστης με λογικά επιχειρήματα. Οι φοιτητές της Φιλοσοφικής αντέδρασαν, υποστηρίζοντας δημόσια και με θέρμη τον δάσκαλο τους, ενώ έκαψαν φύλλα της εφημερίδας Αιών, η οποία φιλοξενούσε τις κατηγορίες εναντίον του. Εξαιτίας μικρών επεισοδίων και του φόβου να ξεσπάσουν ταραχές ανάμεσα στους φοιτητές των δύο σχολών, επενέβη η Σύγκλητος και το υπουργείο Παιδείας, υποστηρίζοντας, έστω και χωρίς ιδιαίτερο σθένος, τον Μανούση. Η Ιερά Σύνοδος, με γραμματέα τον Θεόκλητο Φαρμακίδη, ο οποίος είχε στενές φιλικές σχέσεις με τον Μανούση, κάλεσε σε απολογία και επέπληξε τον ιερομόναχο ως υποκινητή των γεγονότων. Στα επεισόδια ενεπλάκη το όνομα του Σχινά. Κατηγορήθηκε από μερίδα του Τύπου ότι, καθώς ανήκε σε αντίθετη πανεπιστημιακή φατρία, επεδίωκε την απομάκρυνση του Μανούση με στόχο την κατάληψη της έδρας από τον προστατευόμενο του Κ. Δ. Παπαρρηγόπουλο.

Στον αντιρρητικό λόγο εναντίον της διδασκαλίας του Θ. Μανούση διατυπώθηκε μια διαφορετική αντίληψη για την πανεπιστημιακή εκπαίδευση και τη στοχοθεσία της. Σύμφωνα με αυτή την αντίληψη η ιστορία ήταν ο κατεξοχήν γνωστικός χώρος που προσέφερε τη νουθεσία, δίδασκε τον φοιτητή να διακρίνει το ηθικά καλό από το κακό. Μια τέτοια ιστορία ήταν υπόλογη στη θεολογία, όπως και όλες οι ανθρώπινες γνώσεις. Η έννοια του χριστιανού συνδεόταν με εκείνη του Έλληνα, σύνδεση που καθιστούσε τις δύο έννοιες συγ-

λόγου. Στο κείμενο της η Πεντάζου προχωρεί σε σημαντικές και καίριες επισημάνσεις γύρω από τον δημόσιο λόγο ο οποίος διατυπώθηκε στα συγκεκριμένα επεισόδια, δεν τα συνεξετάζει όμως με μια σειρά από άλλα που έλαβαν χώρα την ίδια περίπου εποχή (Κάΐρεια, Χίλλεια, Κίνγκεια), στα οποία πρωτοστάτησαν τα ίδια πρόσωπα και αναπτύχθηκε ένας παράλληλος λόγος. Η ένταξη των Μανούσειων σε αυτό το πλαίσιο θα μας βοηθούσε να κατανοήσουμε ουσιαστικότερα αυτό τον παράλληλο λόγο, καθώς και τις κινήσεις όσων τον εκφέρουν. Ο Παρασκευάς Ματάλας (Έθνος και Ορθοδοξία. Οι περιπέτειες μιας σχέσης: από το «Ελλαδικό» στο Βουλγαρικό Σχίσμα, Ηράκλειο, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2002, σ. 80-82) συνδέει τα Μανούσεια με τα άλλα θρησκευτικά επεισόδια, υπό το πρίσμα της διαμάχης Οικονόμου - Φαρμακίδη, όμως στο συντομότατο σχετικό κείμενό του δεν υπεισέρχεται στην ουσία της σύγκρουσης.

Σελ. 79
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/80.gif&w=600&h=915

συγγενείς και δημιουργούσε ένα κοινό πεδίο, όπου η αλήθεια βρισκόταν σε απόλυτη εξάρτηση από το εθνικό συμφέρον. Η σύνδεση αυτή υπέκρυπτε και μια άλλη πολύ σημαντική διαφοροποίηση από τον κυρίαρχο λόγο : την αποσύνδεση από το αρχαιοελληνικό παρελθόν και τον προσδιορισμό του πολίτη του νέου κράτους με χαρακτηριστικά συγχρονίας (θρήσκευμα). Γενικότερος στόχος ήταν η αναγόρευση του θρησκευτικού λόγου ως «λόγου υπερκειμένου», ως μοναδικού λόγου αληθείας, ο οποίος απέκλειε αντιτιθέμενους λόγους και συστήματα σκέψης. Το αποτέλεσμα θα ήταν η συγκρότηση ενός κανονιστικού λόγου, εντός των ορίων πλέον της ακαδημαϊκής κοινότητας.

Στην απάντηση του Μανούση, των φοιτητών της Φιλοσοφικής, αλλά και των υπόλοιπων, πλην Αιώνος, εφημερίδων που τον υποστήριξαν, προτάχθηκε η ελευθερία της επιστημονικής έρευνας, η αυτονομία της ιστορικής διδασκαλίας από τη θεολογική σκέψη, η σημασία του «αγαθού της αληθείας», ακόμη και με τη χρήση των αισχρολογιών ως «ιστορικών μνημείων». Τα συγκεκριμένα επεισόδια αντιπροσώπευαν σε μεγάλο βαθμό τη σύγκρουση ενός φιλελεύθερου πανεπιστημίου, το οποίο ήθελε να εξασφαλίσει τους όρους αυτονομίας του επιστημονικού χαρακτήρα του, με μια αντίληψη η οποία ενδιαφερόταν για την υπονόμευση αυτής της ανεξαρτησίας και την πρόσδεσή του στο άρμα της θρησκείας. Πέρα από αυτό όμως, τα Μανούσεια υπέκρυπταν έναν αγώνα κύρους, τη σύγκρουση δύο διαφορετικών συσσωματώσεων εντός Πανεπιστημίου, με σαφή ερείσματα στην πολιτική σκηνή.

Από τη μια πλευρά κατηγορήθηκε μια ομάδα καθηγητών, κατά κύριο λόγο φαναριώτικης καταγωγής, οι οποίοι στη συγκεκριμένη περίπτωση, σύμφωνα με μερίδα του Τύπου, επεδίωξαν την απόλυση του Μανούση και τον διορισμό του Κ. Παπαρρηγόπουλου. Σημειώνω τον Ιωάννη Σούτσο, τον Αλέξανδρο Ρίζο Ραγκαβή, τον Γεώργιο Μαυρογορδάτο, τον Πέτρο Παπαρρηγόπουλο. Ήταν τα πρόσωπα που κατηγορήθηκαν από τη φιλελεύθερη εφημερίδα Αθηνά ότι μαζί με τον Κωνσταντίνο Οικονόμο ήταν οργανωτές της καταχθονίου φιλοορθοδόξου - φαναριωτικής σκευωρίας.184 Η εμπλοκή του ονόματος του Οικονόμου δεν ήταν τυχαία. Ο Κωνσταντίνος Οικονόμος, πρόσωπο εκτός Πανεπιστημίου αλλά με έντονη δράση και με σημαντική επιρροή εντός του ιδρύματος, είχε από νωρίς διατυπώσει τους φόβους του για τη λειτουργία του. Θεσμικό απότοκο μιας μακράς ευρωπαϊκής φιλελεύθερης παράδοσης, το ελληνικό πανεπιστήμιο δημιουργούσε ανησυχία για την επιρροή που θα μπορούσε να ασκήσει στην ελληνική νεολαία, καθώς και για τη λειτουργία του ως χώρου

184. Αθηνά, φ. 1475 (12 Φεβρουαρίου 1848).

Σελ. 80
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/81.gif&w=600&h=915

αθεΐας και ανατρεπτικών κηρυγμάτων.185 Ανεξάρτητα από το εάν ο Οικονόμος προετοίμασε, όπως κατηγορήθηκε, τα επεισόδια, η κριτική που διατυπώθηκε εναντίον του Μανούση προερχόταν από τον κύκλο των οπαδών του. Η οξύτατη επίθεση εναντίον του με χαρακτηρισμούς όπως αλλότριος της εκκλησίας του Χρίστου, και πολέμιος αυτής [...] ο νέος της Ελλάδος Βολταίροςί8β απηχούσε παλαιότερες συγκρούσεις του ορθόδοξου Πατριαρχείου με τους εκπροσώπους των διαφωτιστικών ιδεών στην Ελλάδα. Τα επιχειρήματα πλέον προσαρμόζονταν στα μετεπαναστατικά δεδομένα : η Εκκλησία αναδεικνυόταν ως ο θεσμός που διέσωσε τη γλώσσα, το έθνος και τον χαρακτήρα των Ελλήνων και τα προσέφερε για τη συγκρότηση του νέου κράτους. Αξιοσημείωτο είναι ότι τα επιχειρήματα αυτά διατυπώνονταν από μια νέα ομάδα : τους φοιτητές της Θεολογικής Σχολής.

0 Μανούσης, ο οποίος συγκέντρωνε την μήνιν του κύκλου περί τον Οικονόμο, κατατασσόταν σε μια ομάδα φιλελεύθερων καθηγητών, οπαδών του «αγγλικού» κόμματος. Τον Ιούλιο του 1844 η ομάδα αυτή, η οποία εκτός του Μανούση περιελάμβανε τον τότε πρύτανη Κ. Ασώπιο, τους συγκλητικούς Ν. Βάμβα και Μισαήλ Αποστολίδη και τον Π. Αργυρόπουλο, είχε υποστηρίξει σθεναρά την εκλογή, στη θέση του βουλευτή του Πανεπιστημίου, του αρχηγού του «αγγλικού» κόμματος Αλεξάνδρου Μαυροκορδάτου, εξασφαλίζοντάς του δεκαεννέα ψήφους, έναντι πέντε που έλαβε ο Κ. Σχινάς και μίας ο Φ. Ιωάννου.187 Σύντομα ο διορισμός του Μαυροκορδάτου ακυρώθηκε από την κυβέρνηση Ιωάννη Κωλέττη με το πρόσχημα ότι ο εκλεγείς δεν ήταν μέλος του διδακτικού προσωπικού. Στις επαναληπτικές εκλογές τον Ιούνιο του 1845, με υποψηφίους πλέον μόνο τον Σχινά και τον αγγλόφιλο Ιωάννου, υπήρξαν ποικιλότροπες παρεμβάσεις της κυβέρνησης υπέρ του πρώτου, με αποκορύφωμα την απόλυση, μία ημέρα πριν από τις εκλογές, τριών καθηγητών188 οι οποίοι υποστήριζαν τον Ιωάννου, ο οποίος παρά ταύτα εξελέγη. Τελικά ο Σχινάς

185. Βλ. γενικότερα το άρθρο του Κώστα Λάππα «Αντιθέσεις γύρω από την ίδρυση και τους προσανατολισμούς του ελληνικού Πανεπιστημίου. Σχόλια σε ένα πανηγυρικό λόγο του Κων. Νέγρη (1840)»: Αφιέρωμα στον πανεπιστημιακό δάσκαλο Βασ. Βλ. Σφυρόερα από τους μαθητές του, Αθήνα, Λύχνος, 1992, σ. 227-245.

186. Από την επιστολή των φοιτητών της Θεολογικής Σχολής, Αιών, φ. 848 (14 Φεβρουαρίου 1848).

187. Βλ. Κ. Λάππας, Πανεπιστήμιο και φοιτητές..., ό.π., σ. 117-119, και Θ. Χρήστου, ό.π., σ. 183-187.

188. Ήταν οι Κωνσταντίνος Δομνάδος, Παύλος Καλλιγάς και Κωνσταντίνος Νέγρης. Βλ. Κ. Λάππας, ό.π., σ. 119.

Σελ. 81
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/82.gif&w=600&h=915

εξελέγη βουλευτής το 1847 με την υποστήριξη του Κωλέττη.189 Η στενή σύνδεση του Μανούση με το «αγγλικό» κόμμα, ιδιαίτερα με τον τότε υπουργό Παιδείας Σπυρίδωνα Τρικούπη, θεωρήθηκε και ένας από τους ισχυρούς λόγους για την επαναπρόσληψή του το 1843 και την ανάθεση σε αυτόν της διδασκαλίας της αρχαιολογίας. Η απώλεια της τελευταίας και ο διορισμός του Αλ. Ραγκαβή -ο οποίος διατηρούσε στενές σχέσεις με τον Κ. Σχινά και τον Κ. Παπαρρηγόπουλο- στην έδρα της Αρχαιολογίας την επόμενη χρονιά αποδόθηκαν στην αλλαγή του κυβερνητικού σχήματος και στην πρωθυπουργοποίηση του Κωλέττη.190

Η διδασκαλία του Μανούση, ιδιαίτερα ο συνδυασμός του αντικληρικαλιστικού του πνεύματος με μια πολιτικά φιλελεύθερη αντίληψη, σκανδάλισε πολλούς και δεν βρήκε συνεχιστές στον χώρο του Πανεπιστημίου. Δεν θα έβρισκε συνέχεια ούτε το ενδιαφέρον του για τη νεότερη και νεότατη ιστορία των εθνών, και μάλιστα σε μια παγκόσμια εξελικτική προοπτική. Η επίθεση εναντίον του συνδεόταν με ένα ευρύτερο φάσμα πολιτικών και ιδεολογικών επιλογών. Η οξύτητα του χαρακτήρα του και η αναφορά σε θρησκευτικά θέματα, στο πλαίσιο μιας φιλελεύθερης διδασκαλίας, διευκόλυναν τα επεισόδια, τα οποία διέθεταν όμως ισχυρό υπόβαθρο. Εντάσσονταν, όπως επισημαίνει και ο Παρασκευάς Ματάλας, σε ένα ευρύτερο πεδίο ιδεολογικών και πολιτικών συγκρούσεων.191 Στην περίπτωση του Σχινά προκαλεί εντύπωση η σύνδεση αυτής της επιχειρηματολογίας με ένα πρόσωπο του οποίου οι ιστορικές αντιλήψεις, όπως καταγράφηκαν στα κείμενά του, αλλά και η προηγούμενη πολιτική του δράση διέγραψαν διαμετρικά αντίθετη πορεία. Είναι γνωστή η δριμεία κριτική που άσκησε ο Κ. Οικονόμος στην υπουργία του το 1833-1834 και στο υπόμνημα που είχε καταθέσει ο Σχινάς το 1837 για την κατάσταση της ελληνικής Εκκλησίας.192

Σε ένα πρώτο επίπεδο είναι σαφής, νομίζω, η αλληλεγγύη που δημιουργούσε στο νεοσύστατο κράτος η κοινή καταγωγή και στοχοθεσία μιας ομάδας

189. Συνυποψήφιοι του ήταν οι καθηγητές Π. Σ. Στρούμπος, Αλέξανδρος Βενιζέλος και Γεώργιος Ράλλης, πρόσωπα όλα φιλικά στην κυβέρνηση του Ιω. Κωλέττη. Βλ. 0. Χρήστου, ό.π., σ. 185-186.

190. Βλ. Ευθύμιος Θ. Σουλογιάννης, Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής 1809-1892. Η ζωή και το έργο του, Αθήνα 1995, σ. 49, και Αλέξανδρος Ρ. Ραγκαβής, Απομνημονεύματα, τ. 2, Αθήνα, Γεώργιος Κασδόνης, 1895, σ. 135-138, όπου αναφέρεται και στην εχθρότητά του με τους Φαρμακίδη και Μανούση.

191. Π. Ματάλας, ό.π.

192. Βλ. Θ. Χρήστου, ό.π., σ. 297-298.

Σελ. 82
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/83.gif&w=600&h=915

όπως οι Φαναριώτες, στοιχείο για το οποίο άλλωστε καταγγέλθηκαν και θα καταγγέλλονταν, όπως θα δούμε και στη συνέχεια. Στις σχέσεις αυτές μάλλον θα ανατρέξουμε αναζητώντας τους λόγους στήριξης του Παπαρρηγόπουλου από τον Σχινά παρά στις κοινές τους ιστοριογραφικές αντιλήψεις. Η άρνηση της Φιλοσοφικής και η αντίδραση της Συγκλήτου στην υποψηφιότητα Παπαρρηγόπουλου αποτελούν χαρακτηριστικό στοιχείο μιας πλειοψηφούσας τάσης στους πανεπιστημιακούς κύκλους, η οποία στάθηκε επίσης αρνητική στην απόπειρα του Κ. Σχινά να εκλεγεί βουλευτής. Σε αυτή τη συγκυρία η πολιτική τοποθέτηση, οι προσωπικές σχέσεις, η συμμετοχή σε μια κλειστή ομάδα υπερέβαιναν τις ιστοριογραφικές αντιλήψεις, τα κοινά ακαδημαϊκά περιβάλλοντα. Σε ένα άλλο επίπεδο, θα έπρεπε να μελετήσουμε σχέσεις σαν αυτές στο πλαίσιο των συνολικότερων αλλαγών και των τάσεων συντηρητικοποίησης της ελληνικής κοινωνίας στη δεκαετία του 1850.

Οι τρεις καθηγητές (Σχινάς, Μανούσης, Μάσσον) που ανέλαβαν να διδάξουν ιστορία ανήκαν στην πρώτη γενιά διδασκόντων του Πανεπιστημίου, μια γενιά που εύλογα διαμορφώθηκε και συγκροτήθηκε επιστημονικά στο εξωτερικό και άμεσα ή έμμεσα βρισκόταν στο κλίμα του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού. Η προσωπική τους διαδρομή είχε συνδεθεί με την Επανάσταση του 1821 και τη δημιουργία του ελληνικού βασιλείου. Ο μεγαλύτερος ηλικιακά, ο Θεόδωρος Μανούσης, είχε φυλακιστεί στην Αυστρία για τη δραστηριοποίησή του υπέρ του Αγώνα. Ο Μάσσον είχε εγκαταλείψει την έως τότε ζωή του για να συμμετάσχει στην Επανάσταση, η κήρυξη της οποίας ανάγκασε την οικογένεια του Κ. Δ. Σχινά να αφήσει την Κωνσταντινούπολη και να καταφύγει στην Οδησσό.193 Οι τρεις καθηγητές πριν από την ίδρυση του Πανεπιστημίου είχαν συμμετάσχει ενεργά στην πολιτική σκηνή του νέου κράτους, καταλαμβάνοντας σημαντικά αξιώματα: υπουργός ο Σχινάς, εισαγγελέας ο Μάσσον, σύνεδρος του Αρείου Πάγου ο Μανούσης. Σε πλήρη ωριμότητα, περίπου σαράντα χρονών, όταν προσελήφθησαν στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, αποτελούσαν προσωπικότητες του δημόσιου βίου, λιγότερο ή περισσότερο συμπαθείς, με πολυπράγμονα δραστηριότητα, αιχμή της οποίας στον πανεπιστημιακό χώρο υπήρξε η ιστορία.

Και ο Σχινάς και ο Μανούσης αφιέρωσαν σημαντικό μέρος της διδασκαλίας

193. Κοντά σε αυτούς και ο Κ. Παπαρρηγόπουλος, ο οποίος σε ηλικία εννέα ετών είδε τον πατέρα του κρεμασμένο από τους Τούρκους. Ο επόμενος καθηγητής Ιστορίας, ο Δ. Βερναρδάκης, είχε γεννηθεί δεκατρία χρόνια μετά από την κήρυξη της Επανάστασης.

Σελ. 83
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/84.gif&w=600&h=915

λίας τους σε μια ιστορία θεσμών. Ο πρώτος, έντονα επηρεασμένος από την ιστορική σχολή του Δικαίου και τη γερμανική φιλολογία, επικεντρώθηκε στη διδασκαλία του συγκεκριμένου, απέκλεισε τη συνολική θεώρηση που θα στιγματιζόταν από τις αδυναμίες της μη επαρκούς τεκμηρίωσης. Στη συλλογιστική του τα έθνη αποτελούσαν αυτόνομες οντότητες με ιδιαίτερη πορεία. Ο Θ. Μανούσης, με σπουδές φιλοσοφίας και φέροντας έντονη την επιρροή των ιδεών του Διαφωτισμού, διεκδίκησε μια καθολική ιστορία, αναζητώντας τους συνδετικούς ιστούς που διέτρεχαν τις επιμέρους ιστορίες των εθνών. Στον λόγο του η ιστορία αποκτούσε νόημα από τη φιλοσοφία, συνοχή και ενότητα από τον υπερκείμενο φιλοσοφικό λόγο. Στη λογική του Σχινά, η ιστορία δεν συγκροτούσε αυτοτελή επιστημονικό κλάδο- συμμετείχε στη συνολική αναπαράσταση του παρελθόντος, για την οποία υπεύθυνη ήταν κυρίως η φιλολογία. Στον λόγο των αντιπάλων του Μανούση η ιστορία ήταν υπόλογη στη θεολογία, όπως και όλες οι ανθρώπινες γνώσεις. Και στη μια και στην άλλη περίπτωση η ιστορία γινόταν αντιληπτή κυρίως ως μια αξιολογική διαδικασία προσέγγισης του παρελθόντος, στενά δεμένη με το παρόν.

Ο διορισμός του Κ. Παπαρρηγόπουλου έφερνε στην ακαδημαϊκή έδρα ένα πρόσωπο που είχε αφιερώσει έως τότε την επιστημονική του δραστηριότητα στην ιστορική μελέτη. Με εκπεφρασμένες τις ιστοριογραφικές του πεποιθήσεις, έμελλε με τη διδασκαλία του, όπως και με το συγγραφικό του έργο, να σφραγίσει την πανεπιστημιακή ιστορία, αλλά και ευρύτερα τη νεοελληνική ιστοριογραφία.

Σελ. 84
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/85.gif&w=600&h=915

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ

Η ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ (1851-1882)

Σελ. 85
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/86.gif&w=600&h=915 01 - 0002.htm

ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Σελ. 86
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Η συγκρότηση της ιστορικής επιστήμης και η διδασκαλία της ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (1837-1932)
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 67
    

    ου, οι δύο διδάσκοντες, μαζί με τους καθηγητές της Φιλοσοφικής Ιωάννη Βενθύλο και Χ. Ούλριχς, της Νομικής Κωνσταντίνο Νέγρη και της Ιατρικής Χάινριχ Τράιμπερ, απολύθηκαν από το Πανεπιστήμιο λόγω οικονομικής δυσπραγίας της κρατικής μηχανής.143 Στην πραγματικότητα οι απολύσεις τους εντάσσονταν στο πολιτικό κλίμα των ημερών πριν από τη μεταπολίτευση ·144

    Μετά την ψήφιση του Συντάγματος ο Θ. Μανούσης διορίστηκε εκ νέου επιτίμιος και στις 3 Μαΐου 1844 τακτικός καθηγητής της Γενικής ιστορίας και, κατ' ανάθεσιν για λίγους μήνες, της Αρχαιολογίας. Την ίδια στιγμή, με την απομάκρυνση όλων των ξένων καθηγητών από το Πανεπιστήμιο, ο Μάσσον εγκατέλειψε την Ελλάδα. Μετέβη στη Σκοτία και για ένα διάστημα στην Ιρλανδία ως καθηγητής της ελληνικής γλώσσας και της Καινής Διαθήκης στο Πανεπιστήμιο του Μπέλφαστ. Το 1865 επέστρεψε στην Αθήνα, όπου εξέδωσε το περιοδικό Μνήμων. Πέθανε το 1873 και ετάφη στα χώματα της μητριάς πατρίδας του.

    Η πολύ σύντομη πανεπιστημιακή διδασκαλία του Μάσσον δεν άφησε ίχνη ούτε στο συγγραφικό του έργο, ούτε όμως και στα δημοσιεύματα της κοινής γνώμης,για την οποία παρέμεινε πάντα ο καταχθόνιος κατήγορος του Θ. Κολοκοτρώνη . Η αναπλήρωσή του από τον Θ. Μανούση ήταν αναμενόμενη, στο μέτρο που ο επιτίμιος καθηγητής δίδασκε το συγγενές μάθημα της πολιτειογραφίας.

    ΤΟ ΑΠΟΤΥΧΗΜΕΝΟ ΠΕΙΡΑΜΑ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΕΙΟΓΡΑΦΙΑΣ

    Γεννημένος στη Σιάτιστα της Μακεδονίας, απόγονος οικογένειας εμπόρων, ο Θεόδωρος Μανούσης (1793-1858)145 είχε πραγματοποιήσει σημαντικές και πολυποίκιλες σπουδές, μη συστηματικές κατά το πνεύμα της εποχής του. Πρώτος δάσκαλος του στην Πέστη της Ουγγαρίας ήταν ο γνωστός λόγιος Γεώργιος Ζαβίρας. Στη Βιέννη, επόμενο σταθμό της ζωής του, ήλθε σε επαφή με τη γερμανική σκέψη, ενώ το 1819 παρακολούθησε τα πρώτα του πανεπιστημιακά μαθήματα στη Λειψία, με καθηγητή τον φιλέλληνα φιλόσοφο Βίλχελμ

    143. Πρυτανικοί λόγοι, ό.π., σ. 8.

    144. Π. Κιμουρτζής, ό.π., σ. 166-173.

    145. Για τον Μανούση βλ. την ανέκδοτη μεταπτυχιακή εργασία της Ιουλίας Πεντάζου Ο Θεόδωρος Μανούσης καθηγητής της Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (18371858), Αθήνα 1994. Συνεπτυγμένη μορφή της εργασίας με τον ίδιο τίτλο στο περιοδικό Μνήμων, ό.π. Βλ. ακόμη Αντώνης Χατζής, «Θ. Μανούσης, ο πρώτος καθηγητής ιστορίας εν τω εθνικώ πανεπιστημίω», Πλάτων 10 (1958), σ. 301-310.