Συγγραφέας:Καραμανωλάκης, Βαγγέλης Δ.
 
Τίτλος:Η συγκρότηση της ιστορικής επιστήμης και η διδασκαλία της ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (1837-1932)
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:42
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:2006
 
Σελίδες:551
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Εκπαίδευση-Τριτοβάθμια
 
Παιδεία-Εκπαίδευση
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα, Πανεπιστήμιο Αθηνών
 
Χρονική κάλυψη:1837-1932
 
Περίληψη:Αφετηριακή υπόθεση της εργασίας αυτής είναι ότι η ιστορία συγκροτείται ως επιστήμη μέσα από την καταλυτική επίδραση εκπαιδευτικών θεσμών για την παραγωγή και τη μετάδοση της γνώσης, όπως είναι το πανεπιστήμιο. Οι θεσμοί αυτοί επιβάλλουν σε μεγάλο βαθμό στην ιστοριογραφική παραγωγή τη λογική της συγκρότησης και της λειτουργίας τους, τις αξίες που τους διέπουν, τις πρακτικές ανάδειξης κύρους και τους συσχετισμούς δύναμης που επικρατούν στο εσωτερικό τους, τις σχέσεις τους με την πολιτική εξουσία και την κοινωνία. Η πανεπιστημιακή διδασκαλία της ιστορίας κατά την περίοδο που καλύπτει το βιβλίο συνδέθηκε με μια σειρά από παράγοντες και μεταβλητές, στοιχεία που καθόρισαν και το συγκεκριμένο πλαίσιο αναφοράς : το πανεπιστημιακό περιβάλλον, η ιστοριογραφική παράδοση, τα πρόσωπα που δίδαξαν και οι αποδέκτες της διδασκαλίας τους. Στόχος της παρούσας εργασίας είναι η συνεξέταση αυτών των παραγόντων μέσα στην ευρύτερη πολιτική και κοινωνική συγκυρία από την οποία σε μεγάλο βαθμό ορίστηκαν και την οποία εντέλει επανακαθόρισαν, με άλλα λόγια θέμα του βιβλίου είναι η συγκρότηση, στον χώρο του Πανεπιστημίου Αθηνών, μιας εθνικής-επιστημονικής ιστορίας με έντονο διδακτικό χαρακτήρα, η οποία επηρέασε καθοριστικά τη συνολική ιστοριογραφική παραγωγή, λόγω της σημαίνουσας θέσης του ιδρύματος, καθώς για έναν περίπου αιώνα αποτέλεσε τον μοναδικό οργανωμένο θεσμό της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης ο οποίος παρήγε ιστορική γνώση, κατάρτιζε τους φοιτητές και προετοίμαζε τους αποφοίτους του για τη διάχυση αυτής της γνώσης, μέσω κυρίως του σχολικού δικτύου, στο ελληνικό βασίλειο και στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 43.93 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 93-112 από: 554
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/93.gif&w=600&h=915

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β'

Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ ΣΤΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Η ΜΑΚΡΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΥ

Έχομεν Σχολεία, Γυμνάσια και Πανεπιστημείον, εις τα οποία η νεολαία μας σπουδάζει όλας τας επιστήμας του κόσμου, εκτός μόνον του μεγίστου, του περιεργοτάτου και του διδακτικωτάτου μέρους της πατρίου Ιστορίας, Εν ω Άγγλοι, Γάλλοι και Γερμανοί ασχολούνται πρό τινων ενιαυτών, μετά μεγίστου ζήλου, εις την ιστορίαν του Ελληνικού Μεσαίωνος, ημείς οι Έλληνες, των οποίων η Ιστορία αύτη είναι κτήμα, όχι μόνον δεν συναμιλλώμεθα προς αυτούς εις τας πολυτίμους αυτάς έρευνας, αλλ' ουδ' όσα αυτοί έγραψαν φροντίζομεν να μάθωμεν, και μετά θάρρους εξοβελίζοντες δυο χιλιάδας ετών από την βίβλον της υπάρξεως μας, περιοριζόμεθα εις την σπουδήν της Ιστορίας των αρχαίων Ελλήνων.

Κ. Παπαρρηγόπουλος, Στοιχεία της Γενικής Ιστορίας κατά το σύστημα του Γάλλου Λεϋί (1845, σ. θ'-ι').

Τον Σεπτέμβριο του 1849 η Φιλοσοφική Σχολή ανέθεσε στον υφηγητή της Λατινικής φιλολογίας Ευθύμιο Καστόρχη να αναπληρώσει τη διδασκαλία του Κ. Σχινά, ο οποίος βρισκόταν ήδη στο εξωτερικό. Ο Καστόρχης, στο πνεύμα της διδασκαλίας του προκατόχου του, ξεκίνησε τη διδασκαλία του με το μάθημα Ελληνικαί αρχαιολογίαι, ή βίος Ελλάδος. Η ανάθεση προκάλεσε την αντίδραση του Κ. Παπαρρηγόπουλου (1815-1891)209 -ο οποίος ήδη από το προηγούμενο έτος είχε κάνει αίτηση για υφηγεσία στην Ιστορία- με την κατάθεση στις 14 Νοεμβρίου 1849 σχετικού υπομνήματος στη Φιλοσοφική Σχολή.

Ο μετέπειτα εθνικός ιστορικός είχε πίσω του μια ταραγμένη ζωή, συνδεδεμένη

209. Από μια εξαιρετικά εκτεταμένη βιβλιογραφία για τον Κ. Δ. Παπαρρηγόπουλο βλ. Κ. Θ. Δημαράς, Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος..., ό.π., και Γεώργιος Λαγανάς, Εργογραφία Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου, Αθήνα, Εταιρεία των Φίλων του Λαού, Ελληνική Βιβλιοθήκη 3, 2002.

Σελ. 93
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/94.gif&w=600&h=915

μένη με τα γεγονότα της εποχής του: παιδί ακόμη είδε τον πατέρα του Δημήτριο , γόνο εμπορικής οικογένειας από τη Βυτίνα της Πελοποννήσου, ο οποίος είχε μετακομίσει στην Κωνσταντινούπολη για επιχειρηματικούς λόγους, να απαγχονίζεται από τους Τούρκους, σε αντίποινα για το ξέσπασμα της Επανάστασης του 1821. Η υπόλοιπη οικογένεια κατέφυγε στην Οδησσό, όπου ο Κωνσταντίνος σπούδασε στο Λύκειο Ρισελιέ. Χωρίς να περατώσει τις σπουδές του, το 1830 μετεγκαταστάθηκε με την οικογένειά του για βιοποριστικούς λόγους στην Ελλάδα και μαθήτευσε κοντά στον Γεώργιο Γεννάδιο. Το 1834 προσελήφθη γραφέας, χάρη στην εύνοια του Κ. Δ. Σχινά,210 στη γραμματεία της Δικαιοσύνης, από όπου και απολύθηκε το 1845 ως ετερόχθων. Το 1846 διορίστηκε καθηγητής στο Γυμνάσιο Αθηνών, όπου δίδαξε έως το 1850.211 Στην αίτηση του για την ανάληψη της θέσης του υφηγητή είχε πάλι την υποστήριξη του Σχινά, ενώ ο αδελφός του Πέτρος δίδασκε από το 1845 στη Νομική. Τα χρόνια αυτά ο Παπαρρηγόπουλος έχει αρχίσει τη συστηματική παραγωγή ιστοριογραφικού έργου,212 χωρίς όμως να κατορθώσει να υπερκεράσει τις διατάξεις του νόμου, ο οποίος προέβλεπε για την ανάληψη της υφηγεσίας την κατοχή κάποιου ακαδημαϊκού τίτλου.213 Η άρνηση της Φιλοσοφικής ήταν στην πραγματικότητα συνδεδεμένη με τους φόβους καθηγητών της Σχολής ότι ο Παπαρρηγόπουλος επεδίωκε να καταλάβει τη θέση του Μανούση. Ο πρώτος κατέφυγε στο υπουργείο Παιδείας και έλαβε παράτυπα άδεια δοκιμασίας,214 εφόσον κανονικά αυτή προβλεπόταν να δίδεται από τη Σχολή. Παρ' όλα αυτά, ο Παπαρρηγόπουλος αρνήθηκε να εξεταστεί στη διαδικασία που εί-

210. Κ. Θ. Δημαράς, ό.π., σ. 114.

211. Στο Β' Ψήφισμα της Εθνοσυνέλευσης της 3ης Σεπτεμβρίου 1844 εξαιρούνταν της απομάκρυνσης από τον δημόσιο τομέα όσοι ετερόχθονες υπηρετούσαν ως δάσκαλοι και καθηγητές στην εκπαίδευση. Βλ. Ιωάννης Δημάκης, Η πολιτειακή μεταβολή του 1843 και το ζήτημα των αυτοχθόνων και ετεροχθόνων, Αθήνα, Θεμέλιο, 1991, σ. 19-20.

212. Ο Κ. Παπαρρηγόπουλος είχε ήδη δημοσιεύσει σημαντικά αυτοτελή ιστορικά έργα: Περί εποικήσεως σλαβικών τινών φυλών εκ την Πελοπόννησον (1843), Το τελευταίον έτος της Ελληνικής ελευθερίας (1844), Στοιχεία της Γενικής Ιστορίας κατά το σύστημα του Γάλλου Λευΐ (1845), καθώς και πολλά άρθρα στον ημερήσιο και περιοδικό Τύπο. Βλ. Γ. Λαγανάς, ό.π.

213. Βλ. Γεώργιος Λάιος, «Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος Α' (1814-1851)», Μνημοσύνη 5 (1974-1975), σ. 305-324, και Κ. Θ. Δημαράς, ό.π., σ. 109-140. Για τις σπουδές του Παπαρρηγόπουλου βλ. και Δαυίδ Αντωνίου, «Οι "εγκύκλιες σπουδές" του Κ. Δ. Παπαρρηγόπουλου. Ανέκδοτα έγγραφα και διπλώματα», Μνημοσύνη 13 (19951997), σ. 124-142.

214. Ο υποψήφιος υφηγητής εξεταζόταν στο γνωστικό πεδίο που τον ενδιέφερε από καθηγητές της Φιλοσοφικής.

Σελ. 94
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/95.gif&w=600&h=915

είχε ενεργοποιήσει, καθώς, εκτός από την ιστορία, κλήθηκε να δοκιμαστεί και στην ελληνική και λατινική φιλολογία.215

Στο υπόμνημά του προς τη Φιλοσοφική ο Παπαρρηγόπουλος επεσήμαινε τη συνεχώς αυξανόμενη συγγραφική ιστορική του δράση και το γεγονός ότι ο Καστόρχης κατέλαβε την υφηγεσία χωρίς να διαθέτει κάποιον πανεπιστημιακό τίτλο. Στην απάντηση του Καστόρχη ως κύρια επιχειρήματα προβάλλονταν η βαρύτητα των σπουδών του και η υποβολή του σε εξέταση από τη Φιλοσοφική Σχολή, δοκιμασία την οποία είχε αρνηθεί ο Παπαρρηγόπουλος.216 Η σύγκρουση, εκτός από κάποια δημοσιεύματα, δεν πήρε μεγαλύτερη έκταση, καθώς ο Παπαρρηγόπουλος στράφηκε προς τη Νομική Σχολή, όπου ήδη δίδασκε ο αδελφός του Πέτρος και οι συσχετισμοί ήταν ευνοϊκότεροι συγκριτικά με το σώμα των καθηγητών της Φιλοσοφικής. Στη Νομική ο Παπαρρηγόπουλος αναγορεύθηκε υφηγητής της Ιστορίας του δημοσίου δικαίου των αρχαίων, ξεσηκώνοντας θύελλα διαμαρτυριών, την επέμβαση της Συγκλήτου και του υπουργείου Παιδείας, καθώς ο νέος υφηγητής θεωρήθηκε ότι λόγω του γνωστικού αντικειμένου του όφειλε να ζητήσει άδεια διδασκαλίας από τη Φιλοσοφική.217 Η σύγκρουση αυτή έθετε για πρώτη φορά στην ιστορία του Πανεπιστημίου Αθηνών με τόσο έντονο τρόπο το ζήτημα των ορίων της αυτονομίας των σχολών έναντι των κεντρικών πανεπιστημιακών οργάνων και έληξε με την ήττα της Νομικής, καθώς ο Παπαρρηγόπουλος δεν δίδαξε. Τελικά, με τη μεσολάβηση του Κ. Σχινά, στις αρχές του 1850 ο Παπαρρηγόπουλος αναγορεύθηκε διδάκτωρ in absentia, λόγω του σημαντικού ιστοριογραφικού του έργου, από το Πανεπιστήμιο του Μονάχου. Το 1851 ήλθε τελικά ο πολυπόθητος διορισμός του ως έκτακτου καθηγητή στην κενή έδρα της Ιστορίας των αρχαίων εθνών, στην έδρα δηλαδή του Κ. Σχινά.218

Το θερινό εξάμηνο 1851-1852 ο νέος καθηγητής ξεκίνησε τη διδασκαλία του προσφέροντας Ιστορίαν της αγγλικής μεταπολιτεύσεως, μάθημα που δεν ανταποκρινόταν βέβαια ούτε κατ' ελάχιστον στη θεματολογία της έδρας του. Από το επόμενο εξάμηνο προγραμμάτισε τη διδασκαλία ελληνικής ιστορίας έως τα πρόσφατα χρόνια : Ιστορία της Ελλάδος από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι των νεωτέρων. Δυο χρόνια αργότερα εξέδωσε την Ιστορίαν του Ελληνικού

215. Βλ. Κ. Λάππας, Πανεπιστήμιο και φοιτητές..., ό.π., σ. 168.

216. Για τη διαμάχη Καστόρχη - Παπαρρηγόπουλου βλ. Κ. Θ. Δημαράς, «Το Υπόμνημα του Κ. Παπαρρηγόπουλου (1849) και η απάντηση του Ε. Καστόρχη (Αθησαύριστα κείμενα)», Ερανιστής 4 (1966), σ. 65-79.

217. Γ. Λάιος, ό.π., σ. 305-310.

218. Πρυτανικοί λόγοι 1850-1851, σ. 4.

Σελ. 95
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/96.gif&w=600&h=915

Έθνους από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι σήμερον, προς διδασκαλίαν των παίδων, όπου αναπτυσσόταν για πρώτη φορά το ιστοριογραφικό του σχήμα για την ενιαία και συνεχή πορεία του ελληνικού έθνους. Στο χειμερινό εξάμηνο 1854-1855 ο όρος έθνος εισήλθε και στον τίτλο του πανεπιστημιακού μαθήματος του : Ιστορία του ελληνικού έθνους από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι των νεωτέρων. Το 1857 προήχθη σε τακτικό καθηγητή της Ιστορίας των αρχαίων λαών ή εθνών, κατά το έθος στην έδρα που είχε καταλάβει, παρ' όλο που η διδασκαλία του ήταν αφιερωμένη αποκλειστικά στην ελληνική ιστορία. Το 1858, δύο χρόνια πριν αρχίσει η έκδοση της πολύτομης Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους (στο εξής ΙΕΕ), ο τίτλος του έργου αποτέλεσε και τον τίτλο του μαθήματος του. Το παιχνίδι αυτό ανάμεσα στη διδασκαλία και στη συγγραφή συνεχίστηκε σε όλη τη μακροχρόνια πανεπιστημιακή θητεία του. Τα επόμενα χρόνια δίδαξε συνεχώς έως το 1891, όταν αποχαιρέτησε το Πανεπιστήμιο προσφέροντας για πρώτη και μόνη φορά Τα διδακτικώτερα πορίσματα της Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους, τίτλος και του ύστερου βιβλίου του, το οποίο εκδόθηκε μετά τον θάνατό του.

Εάν η προτεινόμενη διαδοχή του Σχινά από τον Καστόρχη θα εξασφάλιζε σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις τη συνέχεια της διδασκαλίας του πρώτου, τόσο ως προς την περίοδο όσο και ως προς το πνεύμα, η κατάληψη της θέσης από τον Παπαρρηγόπουλο εγκαινίασε μια νέα περίοδο στη διδασκαλία της ιστορίας. Ο νέος διδάσκων εγκατέλειψε την αρχαία ιστορία και στράφηκε προς το σύνολο της ελληνικής ιστορίας. Ο ασαφής τίτλος του μαθήματος δεν επιτρέπει τη διαμόρφωση ακριβούς εικόνας για το περιεχόμενο της διδασκαλίας του, ούτε επίσης για την εξέλιξή της στον χρόνο. Σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις και τις εκτιμήσεις,219 ο Κ. Παπαρρηγόπουλος ενσωμάτωσε στο έργο του παραδόσεις των μαθημάτων του, όπως άλλωστε κατηγορήθηκε από τους πανεπιστημιακούς του αντιπάλους.220 Καθώς πριν από την έκδοση του πρώ-

219. Ο Σωκράτης Κουγέας υποστήριξε ότι η αριστοτεχνική αποστρογγύλωσις των κεφαλαίων και των περιόδων, ο τρόπος της έκφρασης, το λεκτικό ύφος, τα ρητορικά σχήματα, και κυρίως η εμφάνιση του ιστοριογράφου σε πρώτο πρόσωπο σε κάθε σελίδα της ΙΕΕ πιστοποιούν ότι προέρχεται από την πανεπιστημιακή διδασκαλία του Κ. Παπαρρηγόπουλου. Βλ. «Αντιφώνησις» στο «Δεξίωσις του τακτικού μέλους της Ακαδημίας Σωκράτους Κουγέα», Πρακτικά της Ακαδημίας Αθηνών 5 (1930), συνεδρία της 19ης Απριλίου 1930, σ. 93-94. Βλ. ακόμη Κ. Θ. Δημαράς, Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος..., ό.π., σ. 289-290.

220. Το γεγονός καυτηρίασε ο Γεώργιος Μιστριώτης σε ανώνυμο λίβελό του στην εφημερίδα Παλιγγενεσία, στις 20 Ιουλίου 1874, καταγγέλλοντας τον ιστορικό: Ai φυλλάδες αναγινωσκόμεναι προ των ολίγων του ιστορικού ακροατών και είτα αι αύται δημο-

Σελ. 96
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/97.gif&w=600&h=915

πρώτου τόμου της ΙΕΕ δίδασκε ήδη οκτώ χρόνια ελληνική ιστορία στο Πανεπιστήμιο , θα μπορούσε κανείς να υποθέσει ότι ένα σημαντικό τμήμα των παραδόσεων του χρησίμευσε ως πρώτη τουλάχιστον ύλη στη συγγραφή της. Το ίδιο θα πρέπει να συνέβη και με τον τρίτο τόμο της ΙΕΕ, που ήταν αφιερωμένος στο Βυζάντιο. Ο τόμος αυτός εκδόθηκε το 1867, ενώ ο Παπαρρηγόπουλος δίδασκε βυζαντινή, ως τμήμα της ελληνικής, ιστορία στο Πανεπιστήμιο τουλάχιστον από το 1859-1860.221

Η εμμονή του Παπαρρηγόπουλου σε έναν γενικό τίτλο δυσχεραίνει την επισήμανση των περιόδων της ιστορίας στις οποίες αναφέρθηκε στη διδασκαλία του. Μοναδικό διακριτό τεκμήριο για την τελευταία αποτελούν οι εισιτήριοι λόγοι των μαθημάτων του, που δημοσιεύθηκαν στις στήλες των εφημερίδων και των περιοδικών. Κάποιοι από αυτούς αναδημοσιεύθηκαν στις δύο συλλογές κειμένων που εξέδωσε (Ιστορικαί Πραγματείαι. Μέρος Α', Αθήνα 1858, και στην ομότιτλη συλλογή του, 1889). Ο καθηγητής επέλεξε εισιτήριο μάθημα και ως εισαγωγή στην επανέκδοση της ΙΕΕ το 1881222, ενώ ο εναρκτήριος λόγος του 1890-1891 δημοσιεύθηκε ως πρόλογος στη μεταθανάτια έκδοση του ύστερου βιβλίου του.

Από τους εισιτήριους λόγους που έχει δημοσιεύσει ο Κ. Παπαρρηγόπουλος, οι περισσότεροι αφορούσαν την αρχαία και τη βυζαντινή ιστορία.223 Από

δημοσιευόμεναι διά τους πολλούς έχουσι τόν τόπον αυτών εν τη εταιρεία του λαού και ουχί εν επιστημονικώ καθιδρύματι. Βλ. Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, Προλεγόμενα, επιμ. Κ. Θ. Δημαράς, Αθήνα, Νέα Ελληνική Βιβλιοθήκη, Ερμής, 1970, σ. 178.

221. Βλ. τον σχετικό εισιτήριο λόγο τού 1859-1860, αναδημοσιευμένο στο Κ. Θ. Δημαράς, Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, ό.π., σ. 206-219.

222. Πρόκειται για το εισιτήριο μάθημά του στις 22 Οκτωβρίου 1881 υπό τον τίτλο Ιστορία των ονομάτων Έλληνες, Ελληνικόν Έθνος, Ελληνισμός. Αναδημοσιευμένο στο Προλεγόμενα, ό.π., σ. 71-93.

223. Ο Γ. Λαγανάς έχει εντοπίσει, στη χρησιμότατη βιβλιογραφία του, εισιτήριους λόγους και μαθήματα του Παπαρρηγόπουλου που δημοσιεύθηκαν σε περιοδικά ή σε εφημερίδες από τα χειμερινά εξάμηνα των παρακάτω ακαδημαϊκών ετών (σημειώνω σε παρένθεση τον κωδικό της βιβλιογραφίας): 1851-1852 (Δ219), 1854-1855 (Δ47), 1855-1856 (Δ50), 1856-1857 (Δ52), 1858-1859 (Δ248), 1859-1860 (Δ255), 1870-1871 (Δ226), 1871-1872 (Δ230), 1878-1879 (Α24), 1881-1882 (Δ240), 1883-1884 (Δ200), 1884-1885 (Δ275), 1888-1889 (Δ 284). Βλ. Γ. Λαγανάς, ό.π., ο. 45-54, 119-120, 133, 140, 147-149, 154-155, 165, 168-170, 188-189, 198-199, 240. Σε αυτούς θα έπρεπε να προσθέσει κανείς και τον εισιτήριο λόγο του στο τελευταίο μάθημά του, Τα διδακτικώτερα πορίσματα της Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους, που δημοσιεύθηκε ως πρόλογος στο ομώνυμο βιβλίο. Όπως συνάγεται από τους λόγους, ένα εξάμηνο ο ιστορικός είχε διδάξει βυζαντινή ιστορία (θερινό εξάμηνο 1859-1860) και ένα εξάμηνο δίδαξε ελληνική ιστορία από το Βυζάντιο έως την Τουρκοκρατία (θερινό εξάμηνο 1882-1883). Σημα-

Σελ. 97
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/98.gif&w=600&h=915

τους έξι λόγους της δεκαετίας του 1850 τέσσερις ήταν αφιερωμένοι στην αρχαία ελληνική ιστορία και ένας στο Βυζάντιο. Από τη δεκαετία του 1860 δεν έχει εντοπιστεί ούτε ένας λόγος (ενδεχομένως λόγω της συγγραφής της ΙΕΕ), ενώ στη δεκαετία του 1870 έχουν δημοσιευθεί τέσσερις, εκ των οποίων δύο για τη βυζαντινή ιστορία. Στη δεκαετία του 1880 έχουν κυκλοφορήσει τέσσερις εισιτήριοι, δύο για τη βυζαντινή περίοδο, ενώ από τον λόγο τού 1883-1884 προκύπτει ότι θα συνέχιζε τη διδασκαλία του από το Βυζάντιο στην Τουρκοκρατία. Είναι σαφές ότι ο Κ. Παπαρρηγόπουλος δεν τήρησε τον τριετή κύκλο (έως το 1887), και διετή στη συνέχεια, εντός του οποίου σύμφωνα με τον κανονισμό όφειλε να διδάξει το σύνολο της ύλης του μαθήματος του. Παρατηρείται έμφαση στην αρχαία ιστορία, ιδιαίτερα στη δεκαετία 1850-1860, ενώ στη συνέχεια υπάρχουν αρκετοί εισιτήριοι λόγοι αφιερωμένοι στο Βυζάντιο (ο τρίτος τόμος της ΙΕΕ, που αφορούσε το Βυζάντιο, εκδόθηκε το 1867, ο τέταρτος το 1871 και ο πέμπτος, που περιελάμβανε την Τουρκοκρατία και τον Αγώνα, το 1874). Οι ενδείξεις είναι αρκετές για να στοιχειοθετήσουν την υπόθεση ότι δίδαξε κατά κύριο λόγο αρχαία ελληνική και βυζαντινή ιστορία, ενώ ήταν πολύ μικρότερη η παρουσία της νεότερης ελληνικής ιστορίας, έως μάλλον και την Επανάσταση του 1821.

Η είσοδος του Κ. Παπαρρηγόπουλου στη Φιλοσοφική αποτέλεσε σημαντική στιγμή για την επιστημονική και επαγγελματική του εξέλιξη. Η πανεπιστημιακή θέση σήμαινε κατ' αρχάς την εξασφάλιση ενός καθόλου ευκαταφρόνητου σταθερού εισοδήματος· κυρίως όμως αποτελούσε το σημαντικότερο βήμα που μπορούσε να κατακτήσει ο ιστορικός στην προσπάθεια διάδοσης των ιδεών του για την εθνική ιστορία. Στο πέρασμα των πρώτων δεκαετιών ζωής του Πανεπιστημίου, καθώς η κοινότητα των καθηγητών διευρυνόταν και τα μέλη της συμμετείχαν εντονότερα στην πνευματική και κοινωνική ζωή, το κύρος που τους εξασφάλιζε η θέση τους ενισχυόταν. Σε αυτό το πλαίσιο η κατάληψη της μίας εκ των δύο εδρών Ιστορίας από τον φιλόδοξο ιστορικό αποτελούσε ισχυρό σημείο στην επαφή του με τους φοιτητές και με το ευρύτερο κοινό έναντι των αντιπάλων του αλλά και όσων έφεραν συγγενείς αντιλήψεις, όπως για παράδειγμα ο Σπυρίδων Ζαμπέλιος.

Τη σημασία αλλά και τον ρόλο που απέδιδε εξαρχής ο Κ. Δ. Παπαρρηγόπουλος

Σημαντική ένδειξη ότι δίδαξε βυζαντινή ιστορία το χειμερινό εξάμηνο 1889-1890 αποτελεί και η δημοσίευση δύο μαθημάτων του για τον Ιουστινιανό, βλ. «Ο Ιουστινιανός (Εκ των εν τω Πανεπιστημίω μαθημάτων του καθηγητού κ. Παπαρρηγοπούλου)», Ακρόπολις, φ. 2719 (5 Δεκεμβρίου 1889), σ. 1-2, φ. 2721 (7 Δεκεμβρίου 1889), σ. 1-2.

Σελ. 98
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/99.gif&w=600&h=915

πουλος στο Πανεπιστήμιο μπορούμε να τα διαπιστώσουμε από ένα ανυπόγραφο κείμενο στην Πανδώρα το 1853, το οποίο ο Κ. Θ. Δημαράς αποδίδει στη γραφίδα του, δύο χρόνια μετά τον διορισμό του.224 Υπό τον τίτλο «Ο κ. Ουβικίνης και οι εν Τουρκία χριστιανοί» απαντούσε ως εξής στο κείμενο γάλλου δημοσιογράφου που κατηγορούσε ελάχιστους καθηγητές και φοιτητές του Πανεπιστημίου ότι επιθυμούσαν την προσάρτηση της Τουρκίας στην Ελλάδα : Ο κ. Ουβικίνης ευκόλως παρηγορείται, και δεν ηξεύρει ότι ομιλών περί μαθητών και καθηγητών, ομιλεί περί όλης της πνευματικής κοινωνίας του ελληνικού έθνους, ομιλεί περί του ισχυροτέρου αγωγού δι' ου μεταδίδονται αι ιδεαι και τα αισθήματα, ομιλεί περί της μαγικής εκείνης πηγής, ης τα νάματα έχουσι την ακατανόητον ιδιότητα να οξύνωσι τας αλύσεις εις ξίφη.225

Πέρα από το γνωστό κλίμα του μεγαλοϊδεατισμού και του αλυτρωτικού πνεύματος, ας συγκρατήσουμε το ζήτημα της διάχυσης. Το Πανεπιστήμιο αντιπροσώπευε όλη την ελληνική πνευματική κοινωνία, τον ισχυρότερο αγωγό μέσω του οποίου μεταδίδονταν οι ιδέες και τα αισθήματα. Αναμφισβήτητα αποτελούσε μια από τις ασφαλέστερες διόδους για τη διάδοση της εθνικής ιστορίας. Η σχέση όμως ήταν αμφίδρομη. Ανεξάρτητα από την επίδραση που είχε στο πρόγραμμα των μαθημάτων η διδασκαλία του, η φυσική παρουσία του Παπαρρηγόπουλου στο πέρασμα του χρόνου προσέδωσε κύρος στη Σχολή, αναβάθμισε την εικόνα της πανεπιστημιακής ιστορίας στο κοινό. Ο συγγραφέας της ΙΕΕ υπήρξε ο πρώτος καθηγητής που κατέλαβε έδρα Ιστορίας διαθέτοντας σημαντικό συγγραφικό έργο πριν από τον διορισμό του. Σε αντίθεση με τους τρεις προκατόχους του αλλά και τον σύγχρονο του Δ. Βερναρδάκη, οι οποίοι είχαν αναπτύξει πολυπράγμονα δραστηριότητα, αιχμή της οποίας στο Πανεπιστήμιο ήταν η ιστορία, ο Παπαρρηγόπουλος αφιέρωσε ολόκληρη την επιστημονική, σε μεγάλο βαθμό και την επαγγελματική, δραστηριότητά του σε αυτή. Επρόκειτο για τον πρώτο «επαγγελματία» πανεπιστημιακό ιστορικό, ενώ η εμμονή του στην εθνική ιστορία αναβάθμιζε συνολικά τον ρόλο του ιδρύματος, ανοίγοντας νέες ατραπούς στη διδασκαλία.

Δυο μόναι υπήρχον κατ' αρχάς εν αυτώ ιστορικαί έδραι, η της Γενικής Ιστορίας

224. Η Έλλη Σκοπετέα παρατηρεί ότι το κείμενο μπορεί να ανήκει και στον Αλέξανδρο Ραγκαβή. Ανεξάρτητα από την πατρότητα του κειμένου, βρισκόμαστε στο ίδιο πνευματικό κλίμα, στην ίδια ομάδα λογίων, οι οποίοι συνδέονταν άλλωστε και με στενή φιλία. Βλ. Έλλη Σκοπετέα, «Ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος του Κ. Θ. Δημαρά και μερικές σκέψεις περί εθνικής ιστοριογραφίας», Σύγχρονα θέματα 35-36-37 (Δεκέμβριος 1988), σ. 294.

225. Κ. Θ. Δημαράς, Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος..., ό.π., σ. 183-184.

Σελ. 99
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/100.gif&w=600&h=915

και η των αρχαίων εθνών μόλις δε μετά 14 έτη ήρχισε να διδάσκηται από της καθέδρας ταύτης η Ιστορία του Ελληνικού Έθνους από των αρχαιοτέρων χρόνων μέχρι των καθ' ημάς, τόνιζε ο Κ. Παπαρρηγόπουλος στον εισιτήριο λόγο του στις 19 Ιανουαρίου 1888.226 Πραγματικά, το 1851, δεκατέσσερα χρόνια μετά από την ίδρυση του Οθώνειου, ο καθηγητής ξεκίνησε τη διδασκαλία του για την ελληνική ιστορία ενσωματώνοντας για πρώτη φορά σε αυτήν τα χρόνια του Μεγάλου Αλεξάνδρου και τη βυζαντινή ιστορία και διδάσκοντας την Επανάσταση του 1821.

ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ ΣΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ: Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΚΑΙ ΕΝΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΕΘΝΟΥΣ

Τον εισιτήριο λόγο του για το χειμερινό εξάμηνο 1854-1855, όπως συχνά συνέβαινε με το πρώτο μάθημα των πανεπιστημιακών διδασκάλων, ο Κ. Παπαρρηγόπουλος τον δημοσίευσε στην Πανδώρα. Ήταν αφιερωμένος στις δύο ιστορικές εντολές που είχε εκπληρώσει το ελληνικό έθνος κατά τη διαδρομή του : στην αρχαιότητα είχε θέσει τις βάσεις του διανοητικού και πολιτικού βίου της ανθρωπότητας, στη μέση περίοδο υπήρξε ο πρόμαχος και απόστολος του θείου Λόγου. Ενδεχομένως δε εκπληρούσε και τρίτη αποστολή στον 19ο αιώνα: την πολιτική και ηθική αναμόρφωση της Ανατολής.227 Στο εισαγωγικό σημείωμα, το οποίο πιθανότατα είχε γράψει ο ίδιος καθώς ήταν συνεκδότης του περιοδικού, το μάθημα του αναφερόταν ως ένα εκ των κυριωτάτων του πανεπιστημιακού προγράμματος, ενώ υπογραμμιζόταν η ύπαρξη συμφωνίας ανάμεσα στους δύο καθηγητές, ούτως ώστε ο ένας να διδάσκει ελληνική και ο άλλος παγκόσμια ιστορία.228

Τρία χρόνια αργότερα, το 1857, ο νέος καθηγητής εκφώνησε τον πανηγυρικό σε μια από τις σημαντικότερες ετήσιες τελετές του ιδρύματος : στην εορτή των γενεθλίων του Όθωνα και της ίδρυσης του Πανεπιστημίου που έφερε το όνομά του. Θέμα του ήταν η ανασκευή των «δοξασιών» του Φαλλμεράυερ. Αφού μίλησε επί μακρόν επιχειρώντας να αποδείξει την αφομοιωτική δύναμη του ελληνικού πολιτισμού, κατέληξε υποστηρίζοντας ότι η μοναρχία και η εθνική διαπαιδαγώγηση είναι οι δυο βάσεις της πολιτικής και διανοητικής ενότητας

226. «Απόπειρα εθνικής αυτοκτονίας», Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, Ιστορικαί Πραγματείαι κατ' εκλογήν του συγγραφέως, Αθήνα 1889, σ. 199.

227. «Το εν τω Πανεπιστημίω μάθημα της ιστορίας του Ελληνικού Έθνους», Νέα Πανδώρα 5 (1855), σ. 555.

228. Στο ίδιο.

Σελ. 100
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/101.gif&w=600&h=915

τας του έθνους, τις οποίες κληροδότησαν στους σύγχρονους Έλληνες οι θυσίες και οι αγώνες των πατέρων τους για τετρακόσια ολόκληρα χρόνια.229 Η εξύμνηση της μοναρχίας αποτελούσε ένα σύνηθες σχήμα, ιδιαίτερα σε μια τελετή όπου κατά τεκμήριο παρίστατο ο βασιλιάς. Το νέο στοιχείο ήταν η σύνδεση της μοναρχίας με την ιστορία του ελληνικού έθνους, η ένταξή της στην προγονική κληρονομιά, ο χαρακτηρισμός της, από κοινού με την παιδεία, ως βάσης της πολιτικής και διανοητικής ενότητας του έθνους. Τα στοιχεία αυτά είχαν κληροδοτηθεί από τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία μέσω της Τουρκοκρατίας.

Με τη διδασκαλία του ο Κ. Παπαρρηγόπουλος προσέδωσε εξαρχής νέα διάσταση στο μάθημα της ιστορίας. Εισήγαγε τη διδασκαλία μιας ενιαίας ελληνικής ιστορίας από την αρχαιότητα έως τα σύγχρονα χρόνια και δημιούργησε στην ουσία μια συνεχή εθνική ιστορία, συμπεριλαμβάνοντας τη μέση και νεότερη περίοδο στο πρόγραμμα των μαθημάτων του. Με αυτό τον τρόπο μετατοπίστηκε το κέντρο βάρους από τη διάκριση μεταξύ αρχαίας και μέσης - νεότερης (διάκριση που ίσχυε για τον Μανούση και τον Σχινά) στο δίπολο ελληνικής και παγκόσμιας ιστορίας. Το επίδικο ζήτημα στη διδασκαλία του εισηγητή της ΙΕΕ δεν ήταν η αποκλειστική ενασχόληση με την ελληνική ιστορία.

Ο προκάτοχος της έδρας του είχε αφιερώσει τη διδασκαλία του στην αρχαία ελληνική ιστορία, ενώ η επικέντρωση του Παπαρρηγόπουλου στην ελληνική ιστορία είχε αποσπάσει, σύμφωνα με την Πανδώρα, τη συγκατάθεση του Μανούση. Το θέμα δεν ήταν, επίσης, η αναφορά στη συνέχεια του ελληνικού έθνους, έννοια οικεία. Η γενική ιστορία είχε συγκροτηθεί στη λογική μιας συνεχούς, ευθύγραμμης ιστορικής πορείας της ανθρωπότητας, η οποία είχε ήδη χρησιμοποιηθεί και στην περίπτωση του ελληνικού έθνους ως κύριο αποδεικτικό μέσο εναντίον των θεωριών του Φαλλμεράυερ, ιδιαίτερα στο πεδίο της γλώσσας, αλλά και σε εκείνο των ηθών και των εθίμων.230 Το κρίσιμο ζήτημα υπήρξε η λογική της ενσωμάτωσης διαφορετικών περιόδων στη συνέχεια της ελληνικής ιστορίας, η σύνδεσή τους με το κυρίαρχο αρχαιοελληνικό παράδειγμα και το νεοελληνικό κράτος.

229. Λόγος εκφωνηθείς εν τω Πανεπιστημίω Όθωνος, εντολή της Ακαδημαϊκής συγκλήτου, υπό Κ. Παπαρρηγοπούλου, τακτικού καθηγητού της Ιστορίας, κατά την 20ήν Μαΐου 1857, ημέραν επέτειον των γενεθλίων του Μεγαλειοτάτου Βασιλέως και της ιδρύσεως του ανωτάτου εκείνου Εκπαιδευτηρίου, Αθήνα 1857, σ. 28.

230. Βλ. για τη σχετική επιχειρηματολογία εναντίον του Φαλλμεράυερ σε κείμενα λογίων της εποχής, Γ. Βελουδής, ό.π., σ. 46-59, και Michael Herzfeld, Πάλι δικά μας. Λαογραφία, ιδεολογία και η διαμόρφωση της σύγχρονης Ελλάδας, μτφ.: Μαρίνος Σαρηγιάννης, Αθήνα, Αλεξάνδρεια, 2002, σ. 136-171.

Σελ. 101
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/102.gif&w=600&h=915

Ο Μέγας Αλέξανδρος

Η ενσωμάτωση των Μακεδόνων στην εθνική ιστορία στο μέσο περίπου του 19ου αιώνα αποτέλεσε μια διαδικασία με αντιφάσεις και παλινωδίες, όπως αποτυπώθηκε και σε κείμενα του ίδιου του Κ. Παπαρρηγόπουλου. Στο σχολικό εγχειρίδιο γενικής ιστορίας του 1849 το μακεδονικό έθνος -κράμα Ιλλυριών και Ελλήνων, με σημαντικότερη τη συμβολή των δεύτερων- διακρινόταν από το ελληνικό.231 Τέσσερα μόλις χρόνια αργότερα, στο εγχειρίδιο του 1853, ο Μέγας Αλέξανδρος και οι Μακεδόνες του αποτελούσαν τη συνέχεια του ελληνικού έθνους, όπως αναπτύχθηκε και στα σχετικά κεφάλαια της Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους,232 Στο μέτρο που από το μακεδονικό μοναρχικό πολίτευμα απουσίαζε η θεοκρατία, η οποία χαρακτήριζε σύμφωνα με τους επικριτές του το Βυζάντιο, η ενσωμάτωση των χρόνων του Αλεξάνδρου μπορούσε να συναντήσει ευρύτερες συναινέσεις, μεταβάλλοντας την καθιερωμένη αντίληψη των Μακεδόνων ως κατακτητών.233 Σημειώνω τον πρυτανικό λόγο του Κ. Ασώπιου για τον Μέγα Αλέξανδρο το 1856, ο οποίος επέδρασε σημαντικά στην ενσωμάτωση των μακεδονικών χρόνων και στην αναγόρευση του γιου του Φιλίππου σε κεντρική μορφή της ιστορίας του ελληνικού έθνους.234

Πέρα από τη συγκρότηση του σχήματος του, η συμβολική ένταξη του κράτους του Μεγάλου Αλεξάνδρου και των ελληνιστικών κρατιδίων στην ελληνική ιστορία προσέφερε στον Κ. Παπαρρηγόπουλο ένα ισχυρό πολιτικό μόρφωμα: μια αυτοκρατορία με χαρακτηριστικά που ανταποκρίνονταν, όπως επισημαίνει και η Ιουλία Πεντάζου, στα αιτούμενα της εποχής, με κυριότερα την ισχυρή μοναρχία, την πολιτική ενότητα και τον εκπολιτισμό -εξελληνισμό

231. Εγχειρίδιον της Γενικής Ιστορίας, Αθήνα 1849, σ. 191-193.

232. Βλ. Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, Ιστορία του ελληνικού έθνους [Η πρώτη μορφή: 1853], επιμ.: Κ. Θ. Δημαράς, Αθήνα, Ερμής, Νέα Ελληνική Βιβλιοθήκη, 1970, σ. 76-81.

233. Βλ. και Αλέξης Πολίτης, ό.π., σ. 39-47.

234. Ο λόγος δημοσιεύθηκε τόσο στον Τύπο (Εφημερίς των Φιλομαθών και Θελξινόη) όσο και αυτοτελώς το έτος της εκφώνησης του, αλλά και δύο χρόνια αργότερα επεξεργασμένος και εμπλουτισμένος από τον συγγραφέα του (βλ. Πρυτανικοί λόγοι 1855-1856). Σημειώνω ότι στο πλέον συνθετικό εγχείρημα του 19ου αιώνα για συγγραφή παγκόσμιας ιστορίας από έλληνα λόγιο, εκείνο του Κωνσταντίνου Κούμα, οι Μακεδόνες εξακολουθούσαν να είναι ξένοι προς το ελληνικό πνεύμα, ενώ ο Φίλιππος είχε καθυποτάξει τυραννικά όλη την Ελλάδα. Βλ. Κωνσταντίνος Κούμας, Ιστορίαι των ανθρωπίνων πράξεων από των αρχαιοτάτων χρόνων έως των ημερών μας, εκ παλαιών απανθισθείσαι, και τα νεώτερα εξ αρίστων Γερμανών ιστοριογράφων, ελευθέρως μεταφρασθείσαι, τ. 2, Βιέννη 1830, σ. 140-172.

Σελ. 102
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/103.gif&w=600&h=915

ειδικότερα- των υποδεέστερων λαών.235 Η αυτοκρατορική διάσταση της μακεδονικής δυναστείας τονίστηκε από τον Παπαρρηγόπουλο το 1859, στην απάντησή του σε ομιλία του πρεσβευτή της Αγγλίας στην Κωνσταντινούπολη. Ο συγγραφέας της ΙΕΕ τόνισε τη δυνατότητα των Μακεδόνων, άρα και των Ελλήνων, να δημιουργήσουν αυτοκρατορίες, κατατάσσοντας το ελληνικό έθνος στη χορεία των αποικιακών, εκείνων δηλαδή των εθνών τα οποία μπορούν να κυβερνήσουν. Προς επίρρωσιν των ισχυρισμών του ο ιστορικός χρησιμοποίησε ένα παράθεμα του Γιόχανν Γκούσταβ Ντρόυζεν, σύμφωνα με το οποίο ο εκπολιτισμός της Ανατολής από την Ευρώπη μπορούσε να γίνει μόνο εάν οι σύγχρονοι ακολουθούσαν το σύστημα του Αλεξάνδρου 236

Η αναφορά στο έργο του Ντρόυζεν δεν ήταν τυχαία. Το 1859 κυκλοφόρησε στην Ελλάδα το έργο του πρώσου ιστορικού για τον Μέγα Αλέξανδρο, σε μετάφραση του καθηγητή Κωνσταντίνου Φρεαρίτη, προσώπου στενά συνδεδεμένου με την ιστορική σχολή του Δικαίου και τη διαφωτιστική σκέψη.237 Η

235. Βλ. Ιουλία Πεντάζου, «Οι γάμοι του βασιλέως και ο μιγάς πολιτισμός. Αναγνώσεις της "αυτοκρατορίας" του Αλεξάνδρου από την ελληνική εθνική ιστοριογραφία του 19ου αιώνα». Ανέκδοτη ανακοίνωση στο συνέδριο Παλαιές και νε'ες αυτοκρατορίες..., ό.π.

236. Βλ. Κ. Παπαρρηγόπουλος, «Λόγος του εν Κωνσταντινουπόλει πρέσβεως της Αγγλίας Σερ Ερρίκου Βούλουερ, υπό την ιστορικήν έποψιν εξεταζόμενος», Πανδώρα 10 (1989), σ. 241-251, 265-274. Πρόκειται για αναδημοσίευση της αρχικής του απάντησης σε συνέχειες στον Έλληνα, την εφημερίδα που εξέδιδε ο ίδιος, από τις 6 Ιουνίου έως τις 22 Αυγούστου 1859 (6, 13, 20, 29 Ιουνίου, 10, 25 Ιουλίου και 8, 22 Αυγούστου).

237. Ιστορία Αλεξάνδρου του Μεγάλου κατά Δρώυζεν, επεξεργασθείσα λεπτομερέστερον και καταρτισθείσα πληρέστερον εξ αρχαίων και νεωτέρων πηγών, Αθήνα 1859. Πρόκειται για το πρώτο από τα τρία έργα του Ντρόυζεν που επικεντρώθηκαν στην περίοδο από τον Μέγα Αλέξανδρο έως τους ελληνιστικούς χρόνους και το οποίο κυκλοφόρησε το 1833 (Geschichte Alexanders des Grossen). Ακολούθησε το 1836 η Geschichte der Nachfolger Alexanders (Ιστορία των διαδόχων του Αλεξάνδρου) και το 1843 ο τελευταίος τόμος Geschichte der Bildung des hellenistischen Staatensystemes (Ιστορία της διαμόρφωσης του ελληνιστικού πολιτειακού συστήματος). Το 1877-1878 ο Ντρόυζεν κυκλοφόρησε τους τρεις τόμους μαζί, υπό τον ενιαίο τίτλο Geschichte des Hellenismus (Ιστορία του ελληνισμού) με μικρές διορθώσεις και αλλαγές. Η έκδοση αυτή μεταφράστηκε στα ελληνικά λίγα χρόνια αργότερα: I. Ιστορία του Ελληνισμού. Α'; Ιστορία του Μεγάλου Αλεξάνδρου, εξελληνισθείσα υπό I. Πανταζίδου, Αθήνα 1899, Β': Ιστορία των Επιγόνων, εξελληνισθείσα υπό I. Πανταζίδου, Αθήνα 1897, και Γ 1-2: Ιστορία των Επιγόνων, εξελληνισθείσα υπό Ιω. Δελλίου, μετά παραρτήματος περί των κτισμάτων του Μ. Αλεξάνδρου και των Διαδόχων αυτού, Αθήνα 1903. Πρόσφατα το σύνολο της έκδοσης του 1877-1878 κυκλοφόρησε σε μετάφραση, εισαγωγή και σχολιασμό του Ρένου Αποστολίδη (Ιστορία του Μακεδονικού Ελληνισμού, 4 τ., Αθήνα, Τράπεζα Πίστεως, 1988, 1992-1993). Για τον Ντρόυζεν βλ. The German Concept of History..., ό.π., σ. 104-119.

Σελ. 103
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/104.gif&w=600&h=915

συμβολή του Ντρόυζεν στην αποκατάσταση της συνέχειας από την αρχαία Ελλάδα στα μακεδονικά χρόνια και από εκεί στον χριστιανισμό και στη σύζευξή τους αποτελεί κοινό τόπο για τη δυτική ιστοριογραφία.238 Ο πρώσος ιστορικός στάθηκε θετικός απέναντι στην κατακτητική πολιτική του Μεγάλου Αλεξάνδρου εναντίον των ελληνικών πόλεων, σε αντίθεση με την έως τότε βιβλιογραφία, η οποία σε μεγάλο βαθμό αντιμετώπιζε τη μάχη στη Χαιρώνεια ως το τέλος της ελληνικής αρχαιότητας.239 Ιδιαίτερα μέσα από το έργο του για τα ελληνιστικά χρόνια ο ελληνισμός, όρος που ακόμη στο έργο του Νήμπουρ ήταν συνυφασμένος με την κατάπτωση, μεταβλήθηκε σε πολύ σημαντική περίοδο αναμονής στο πλαίσιο της παγκόσμιας ιστορίας και προεργασίας για την εμφάνιση του χριστιανισμού. Η θέση του αυτή συνδεόταν με την πολιτική συγκυρία και την υποστήριξή του στην ενοποίηση των γερμανικών κρατιδίων υπό την κυριαρχία της Πρωσίας. Σε αυτή την κατεύθυνση, η ελευθερία υποτάχθηκε στην έννοια του ενιαίου εθνικού κράτους και η αρχή της ισχύος θεωρήθηκε ιδιαίτερη ιστορική κατηγορία.240

Ο όρος ελληνισμός μεταφέρθηκε στη νεοελληνική ιστοριογραφία του 19ου αιώνα, για να χρησιμοποιηθεί ευρύτατα. Είναι χαρακτηριστική η αποστροφή του Κ. Παπαρρηγόπουλου στον εισιτήριο λόγο του, στις 21 Οκτωβρίου 1881, για τη διάχυση του όρου : Η λέξις αύτη είχεν ανακτήσει το πάλαι αξίωμα, εν τω επιστημονικώ κόσμω, από του 1833 μέχρι του 1843, διά της περιωνύμου συγγραφής του Δρόϊζεν Geschichte Alexanders des Grossen, Geschichte des Hellenismus. Αλλ' εις την γλώσσαν των πολλών δεν εισεχώρησεν ειμή βραδύτερον, διότι από της εν έτει 1853 πολιτικής κρίσεως και εφεξής αντήχησεν απ' άκρου έως άκρον της Ανατολής ωσεί διαμαρτυρόμενη ότι το ελληνικόν έθνος δεν περιορίζεται εντός του στενού περιβόλου της ελευθέρας Ελλάδος.241 Στην επανασημασιοδότηση του όρου και στη διάχυσή του διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο το έργο του συγγραφέα της ΙΕΕ, ο οποίος στήριξε το σχήμα του στην έννοια των πολλαπλών ελληνισμών, οι οποίοι διαδέχονται ο ένας τον άλλο, εξασφαλίζοντας την ανα-

238. Βλ. και τις σχετικές επισημάνσεις του Νίκου Σιγάλα στο άρθρο του «Ελληνισμός και εξελληνισμός: ο σχηματισμός της νεοελληνικής έννοιας ελληνισμός», Τα Ιστορικά 18, 34 (Ιούνιος 2001), σ. 8-11, και συνολικά την πιο πρόσφατη επεξεργασία του συγγραφέα στο «Ιστοριογραφία και ιστορία των πρακτικών της γραφής: ένα προοίμιο στην ιστορία του σχηματισμού της έννοιας ελληνισμός και στην παραγωγή της νεοελληνικής εθνικής ιστοριογραφίας»: Πασχάλης Μ. Κιτρομηλίδης, Τριαντάφυλλος Ε. Σκλαβενίτης (επιμ.), Δ' Διεθνές Συνέδριο Ιστορίας..., ό.π., τ. 1, σ. 103-148.

239. Λ. Κάνφορα, ό.π., σ. 33-62.

240. Ρ. Funke, ό.π., σ. 99.

241. Κ. Παπαρρηγόπουλος, Προλεγόμενα, ό.π., σ. 90.

Σελ. 104
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/105.gif&w=600&h=915

αναβίωση των στοιχείων που χαρακτηρίζουν το ελληνικό έθνος μέσω της συνέχειας τους.242

Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία

Εάν η αποδοχή των χρόνων του Μεγάλου Αλεξάνδρου και των διαδόχων του μπορούσε τελικά να συναντήσει ευρύτερες συναινέσεις, τα πράγματα ήταν αρκετά διαφορετικά για τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Διαμφισβητούμενο στοιχείο αποτελούσε η αναγνώριση εν συνόλω της βυζαντινής ιστορίας ως ελληνικής, άρα η ενσωμάτωσή της, με όλα τα πολιτικά χαρακτηριστικά που έφερε, στο κοινό παρελθόν, στην προγονική κληρονομιά.

Το σχήμα του Παπαρρηγόπουλου διαμορφώθηκε μέσα στον χρόνο, σε μια εξελικτική πορεία με αντιφάσεις και ασυνέχειες. Από τις λιγοστές σελίδες τις αφιερωμένες στο Βυζάντιο στη σχολική ιστορία του 1853 οδηγούμαστε στην ΙΕΕ, όπου αρχαιότητα και Βυζάντιο κατέλαβαν περίπου τον ίδιο αριθμό σελίδων (ακολουθούσε η Τουρκοκρατία μαζί με την Επανάσταση του 1821, και αυτές όμως με αξιοσημείωτο αριθμό σελίδων), για να καταλήξουμε στα Διδακτικώτερα πορίσματα, όπου το μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου επικεντρώθηκε στον μεσαιωνικό ελληνισμό. Η βαθμιαία αυτή επέκταση του Βυζαντίου συνδεόταν με τις ανάγκες καθιέρωσης του σχήματος και την «υποχρεωτική» εμμονή στις νέες σελίδες της ιστορίας που ενέτασσε στο εθνικό αφήγημα ο ιστορικός. Η κατεύθυνση ήταν διπλή: από τη μια η δημιουργία ενός αφηγήματος που θα εξηγούσε πειστικά τις διαδικασίες της μετεξέλιξης του εθνικού σχηματισμού σε μια τρισχιλιετή συνεχή πορεία και από την άλλη η ανάδειξη του Βυζαντίου ως σημαίνουσας περιόδου του ελληνισμού και ολόκληρης της ανθρωπότητας. Το θέμα δεν ήταν τόσο η ενσωμάτωση των νέων περιόδων στην ενιαία εθνική ιστορία, όσο η προβολή των στοιχείων εκείνων που θα τις καθιστούσαν σημαντικές, παραδειγματικές στην πορεία του έθνους, τόσο για το ίδιο όσο και για την παγκόσμια κοινότητα. Εάν οι δεσμοί των Νεοελλήνων με την αρχαία Ελλάδα συνοψίζονταν στη γλώσσα, στον χώρο, στις παραδόσεις, στο κοινό όνομα, στα συναισθήματα που έτρεφαν προς τους προγόνους τους, οι αντίστοιχοι δεσμοί με το Βυζάντιο, σύμφωνα με τον Παπαρρηγόπουλο, ήταν ακόμη πιο έντονοι, καθώς στα προηγούμενα έρχονταν να προστεθούν το κοινό θρήσκευμα και το πολίτευμα. Ο φοιτητής δεν διδασκόταν μόνο ότι υπήρχε μια συνεχής ελληνική ιστορία, με τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία ως ση-

242. Βλ. Δ. Κυρτάτας, ό.π., σ. 120, και Αντ. Λιάκος, ό.π., σ. 183-187.

Σελ. 105
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/106.gif&w=600&h=915

μαντικό τμήμα της, αλλά και ότι η αυτοκρατορία αυτή αποτελούσε για συγκεκριμένους λόγους (θρησκεία, πολίτευμα, πολιτική ενότητα) παράδειγμα για τους νεότερους. Στον διαπαιδαγωγικό ρόλο που καλούνταν να παίξει η ιστορία στη διαμόρφωση των νέων πολιτών ως μελών της νεοσύστατης κρατικής οντότητας, η βυζαντινή περίοδος ελάμβανε με τον Παπαρρηγόπουλο τη θέση της, έστω και με συγκατάβαση, δίπλα στην κυρίαρχη αρχαία ελληνική ιστορία.243

Στην περίπτωση του Βυζαντίου, η εντονότατη παρουσία του αρχαιοελληνικού παραδείγματος, της ισχυρής διαφωτιστικής παράδοσης και των μεγάλων ευρωπαϊκών ιστοριογραφικών συνθέσεων στις οποίες η Αυτοκρατορία αντιμετωπιζόταν ως περίοδος παρακμής, περιέπλεκε τα πράγματα. Το πρόβλημα δεν περιοριζόταν στον Φαλλμεράυερ. Ήταν κυρίως τα μεγάλα έργα, οι κυρίαρχες ιστορικές αναγνώσεις των Ευρωπαίων, με προεξάρχουσα εκείνη του Γκίμπον, τα οποία αδικούσαν τον ελληνισμό. Με αυτά τα έργα έπρεπε ο ιστορικός να αντιπαρατεθεί, αυτές τις εικόνες έπρεπε να αλλάξει εκ βάθρων. Ο Παπαρρηγόπουλος επιχείρησε την αντίκρουση των επιχειρημάτων μεταφέροντας τη συζήτηση στις προθέσεις των συγγραφέων τους, μελετώντας την ιστοριογραφική τους θέση με βάση τη διαφορετική εθνική και θρησκευτική τους ταυτότητα: Η δε αλλοτριότης της κοινωνικής, της διανοητικής, της ηθικής αγωγής και διαίτης των εσπερίων ιστορικών, δεν συνετέλεσε μόνον εις την διαστροφήν του χαρακτήρος των διαφόρων φάσεων του παρελθόντος ημών βίου, αλλά πολλάκις παρέσυρεν αυτούς εις εμπαιγμόν και χλεύην.211ί

ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΖΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΑΛΛΟ: ΔΥΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΕΘΝΙΚΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ

Στη διαλεκτική του Παπαρρηγόπουλου η διαφορετική ταυτότητα, θρησκευτική και εθνική, ερμήνευε την επιστημονική θέαση. Η εικόνα της ελληνικής ιστορίας, όπως διαμορφώθηκε από τους ξένους την ώρα που το έθνος ήταν υπόδουλο, διαμορφωνόταν ανάλογα με τα συμφέροντα των εθνών-κρατών στα οποία ανήκαν. Αναδεικνύοντας τον πολιτικό χαρακτήρα της ιστοριογραφίας, ο Παπαρρηγόπουλος συνέδεε την επιστημονική τους σκέψη με τη διαφορετική

243. Βλ. Paschalis Μ. Kitromilides, "On the Intellectual Content of Greek Nationalism: Paparrigopoulos, Byzantium and the Greek Idea": David Ricks, Paul Magdalino (επιμ.), Byzantium and the Modern Greek Identity, Aldershot, Asghate 1998, σ. 25-47.

244. To «Περί των περιπετειών της ιστορίας του ελληνικού έθνους εν τοις καθ' ημάς χρόνοις» (1878) περιλαμβάνεται τώρα στο Προλεγόμενα, ό.π., σ. 40.

Σελ. 106
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/107.gif&w=600&h=915

κή εθνική ή θρησκευτική τους ταυτότητα, με τη σκόπιμη διαστρέβλωση της ελληνικής πατρώας ιστορίας. Στην πραγματικότητα, οι εθνικοί χαρακτηρισμοί υποτάσσονταν σε ένα ευρύτερο σύνολο -τη Δύση, την Εσπερία-, όπου το θρησκευτικό στοιχείο αποτελούσε τον κυρίαρχο ενοποιητικό παράγοντα: η καθολική Δύση έναντι της ορθόδοξης Ανατολής. Θρησκευτικό στοιχείο, θεωρημένο πλέον όχι σε ένα πλαίσιο μεταφυσικής πίστης, αλλά πολιτικής αντίληψης. Η διαφορετική θρησκευτική πίστη δεν συνδεόταν με τη σωτηρία της ψυχής, αλλά με καθαρά κοσμικές μέριμνες και καταστάσεις : τη συσπείρωση των μελών της εθνικής κοινότητας και την εναντίωσή τους στο διαφορετικό.

Σε αυτό τον καμβά οι Σταυροφορίες αποτελούσαν κεντρικό μοτίβο. Αφενός συνιστούσαν το μέγιστο συμβάν στη γενεαλογία της αντιπαράθεσης, αφετέρου η μετέπειτα ιστοριογραφική τους τύχη καθορίστηκε έντονα από τη θρησκευτική αντιπαλότητα. Τις Σταυροφορίες επέλεξε άλλωστε να παρουσιάσει ο Παπαρρηγόπουλος και ως θέμα τριών από τα έξι μαθήματα που εξήγγειλε ότι θα διδάξει το 1860245 -είχε προηγηθεί ο εισιτήριος λόγος του (1859-1860) με το ίδιο θέμα-, αποβλέποντας σε ένα ευρύτερο κοινό, το οποίο θα τα παρακολουθούσε έχοντας πληρώσει εισιτήριο: δεν ήσαν πόλεμος [οι Σταυροφορίες] της χριστιανωσύνης κατά του μωαμεθανισμού, αλλά μάλλον μακρός και ολέθριος μεταξύ της χριστιανικής Δύσεως και της χριστιανικής Ανατολής αγών. Εννοείται ότι οι καθολικοί ήτο δύσκολον να πραγματευθώσιν απαθώς και επιεικώς το μέρος τούτο της ημετέρας ιστορίας. Προσθέσατε εις ταύτα την κατάχρησιν της δυνάμεως εις ην εκτρέπεται ο ισχυρός προς τον ασθενή, ου μόνον εν τοις έργοις αλλά και εν τοις λόγοις, και θέλετε έχει πλήρη την εικόνα των ποικίλων πληγών ας κατήνεγκεν η ξένη ιστοριογραφία κατά του αναπολογήτου ημών έθνους.2i6

Το έθνος δεν μπορούσε να αρθρώσει τον δικό του ιστορικό λόγο, καθώς είτε ήταν υπόδουλο είτε αναπαρήγε όσα είχε μάθει από τους Δυτικούς. Οι ξένοι υπερτόνιζαν, επαινούσαν μια άλλη περίοδο της ελληνικής ιστορίας, την αρχαία, και ταυτόχρονα την απέκοπταν από το υπόλοιπο σώμα της ελληνικής

245. Επρόκειτο για έξι μαθήματα που θα ελάμβαναν χώρα ισάριθμες Κυριακές, από την πρώτη Κυριακή της Ορθοδοξίας και μετά. Τα δύο ήταν αφιερωμένα στην Α' Σταυροφορία, ένα στην άλωση της Αθήνας από τους Φράγκους, ένα στην ανακήρυξη της Κυριακής της Ορθοδοξίας και ένα στην καθιέρωση της ακολουθίας του Ακάθιστου Ύμνου. Ήταν λοιπόν στην πραγματικότητα πέντε από αυτά αφιερωμένα στη βυζαντινή περίοδο και στενά συνδεδεμένα με την ορθοδοξία, ενώ το έκτο αφορούσε τον βίο του Γεωργίου Καραϊσκάκη. Βλ. «Διδασκαλία της ιστορίας», Πανδώρα 10, 238 (15 Φεβρουαρίου 1860), σ. 536.

246. Κ. Δ. Παπαρρηγόπουλος, «Περί των περιπετειών...», ό.π., σ. 40.

Σελ. 107
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/108.gif&w=600&h=915

ιστορίας. Αμφισβητούσαν τη συνέχεια της έως τους σημερινούς κατοίκους της πατρώας γης, την καθιστούσαν ακίνδυνη διαχωρίζοντας την από το Βυζάντιο και τα χρόνια που ακολούθησαν.

Οι αντιλήψεις αυτές είχαν επηρεάσει, κατά τον Παπαρρηγόπουλο, και τους έλληνες λογίους, ιδιαίτερα την πρώτη γενιά που στελέχωσε τη δημόσια ζωή μετά την Επανάσταση του 1821. Όπως σημείωνε αρκετά χρόνια αργότερα: Ότε προ ημιολίας περίπου εκατονταετηρίδας ήρχισε προαγομένη η του νέου Ελληνισμού παίδευσις, οι σημαιοφόροι της μεγάλης ταύτης πνευματικής αναβιώσεως επεδόθησαν φυσικώ τω λόγω προ πάντων εις την μελέτην των διανοητικών και πολιτισμικών μεγαλουργημάτων του αρχαίου Ελληνισμού. Παιδευόμενοι δε και εν τη νεωτέρα της Δύσεως επιστήμη, ενισχύοντο μεν περί την προς τους προπάτορας εκείνους λατρείαν αυτών, εδιδάσκοντο όμως δυστυχώς ενταυτώ vα περιφρονώσι και να μυκτηρίζωσι τους μεσαιωνικούς ημών χρόνους [...]. Tο κατεπείγον ήτο τότε να εξαρθή το φρόνημα του δεδουλωμένου έθνους και να παρατεθώσιν εις μίμησιν εξαίρετα άθλων και λόγων υποδείγματα' τοιαύτα δε δεν ανεύρισκον ειμή εν τη αρχαιότητι, διότι μόνην την αρχαιότητα εγίγνωσκον οίκοθεν κατά το μάλλον και ήττον όθεν ταύτης έγραφον εικόνα άσπιλον, αμόλυντον, ιδεώδη.247

Σύμφωνα με την οπτική του Παπαρρηγόπουλου, η εμμονή των λογίων αυτών στην αρχαία ιστορία συνδεόταν με τις σπουδές τους στην Εσπερία, καθώς, επηρεασμένοι από τους δυτικούς ιστορικούς, είχαν προχωρήσει στην υποβάθμιση του Βυζαντίου. Και εδώ η χρήση της ιστορίας έχει παιδαγωγική, διδακτική χροιά, συνίσταται ουσιαστικά στην αναζήτηση των προτύπων. Από τη δεκαετία του 1880, τα δύο κείμενα έφεραν πια τη σφραγίδα και τις βεβαιότητες του καταξιωμένου ιστορικού που κρίνει και σχολιάζει, προσπαθώντας να κατανοήσει, αναστοχαζόμενος και τη δική του πορεία, και όχι να καταδικάσει. Για τους νεότερους η κριτική ήταν πιο σκληρή. Λειτουργούσαν ερήμην της κοινωνίας, μετέφεραν τα ξένα σχήματα χωρίς να λάβουν υπόψη τους τις ανάγκες αλλά και τις βαθύτερες πεποιθήσεις του ελληνικού λαού, όπως εκφράζονταν μέσα από τη δημοτική ποίηση και τις άλλες μορφές του λαϊκού πολιτισμού.

Ο Παπαρρηγόπουλος, μέσα και από το παιχνίδι των περιστάσεων, παρουσιαζόταν τελείως ανεπηρέαστος από τη δυτική ιστοριογραφία, καθώς δεν είχε πραγματοποιήσει πανεπιστημιακές σπουδές. Παρά τη γοητεία που ασκεί μια τέτοια εικόνα του ιστορικού δεν πρέπει να λησμονούμε τη συνεχή ενημέρωσή του για την ξενόγλωσση βιβλιογραφία (ήταν γνωστή η ευχέρειά του στις

247. Κ. Παπαρρηγόπουλος, «Απόπειρα εθνικής...», ό.π., σ. 198-199.

Σελ. 108
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/109.gif&w=600&h=915

ξένες γλώσσες : στη γαλλική, τη γλώσσα των σπουδών του στο Λύκειο Ρισελιέ, ή στη γερμανική), καθώς και την επιρροή που δέχθηκε από μια σειρά ξένων ιστορικών, όπως ο Τόμας Μπάμπινγκτον Μακώλεϋ ή ο Ντρόυζεν, καθ' όλο τον συγγραφικό και ερευνητικό του βίο.

Πέρα όμως από την προσωπική του ιστοριογραφική διαδρομή, η στροφή προς τα μεσαιωνικά και τα νεότερα χρόνια, στη λογική μιας ενιαίας εθνικής ιστορίας, αποτελούσε εξέλιξη που χαρακτήρισε τόσο τη γαλλική, όσο κυρίως τη γερμανική ιστοριογραφική παραγωγή των χρόνων αυτών. Το 1833 ο ιστορικός Φρανσουά Γκιζό, καθηγητής στη Σορβόννη από το 1812 και υπουργός Παιδείας από το 1832 έως το 1837, ίδρυσε τη Société d'Histoire de France (Εταιρεία για την Ιστορία της Γαλλίας) με σκοπό τη συλλογή τεκμηρίων της γαλλικής ιστορίας. Τον επόμενο χρόνο ίδρυσε την Comité des Travaux Historiques et Scientifiques (Επιτροπή Ιστορικών και Επιστημονικών Ερευνών), το πρώτο ερευνητικό ίδρυμα στη Γαλλία που επιχορηγούνταν από το κράτος. Το 1835, μέσω της Επιτροπής, ο Α. Τιερρύ ανέλαβε την ευθύνη ενός μεγάλου προγράμματος για τη διάσωση τεκμηρίων ιστορίας της Τρίτης τάξης. Σε αυτούς ακριβώς τους θεσμούς γεννήθηκε και αναπτύχθηκε η σύγχρονη ιστορική έρευνα στη Γαλλία, και όχι στον χώρο του πανεπιστημίου, όπως συνέβη στη Γερμανία.248

Τη δεκαετία του 1820 ξεκίνησε η δημοσίευση της σημαντικότερης ίσως συλλογής πηγών, εκείνων της μεσαιωνικής ιστορίας των γερμανόφωνων εθνών έως τον 15ο αιώνα υπό τον τίτλο Monumenta Germaniae Historica. Η σειρά, η οποία περιελάμβανε μόνο πλήρη κείμενα (χρονικά, νομοθετικά κείμενα, επιστολές κ.ά.) σχολιασμένα, αποτέλεσε πρότυπο για μια σειρά αντίστοιχων εγχειρημάτων, υπόδειγμα κριτικής έκδοσης και επιστημονικής ιστορίας, στην οποία συνεργάστηκαν κορυφαίοι ιστορικοί και φιλόλογοι. Την αναζήτηση αντίστοιχων τεκμηρίων για τα βρετανικά νησιά τον Μεσαίωνα είχαν θέσει στόχο οι συντάκτες του έργου Chronicles and Memorials of Great Britain and Ireland During the Middle Ages. To 1825 ο Λέοπολντ φον Ράνκε κατέλαβε την έδρα της Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου, προσανατολίζοντας τη διδασκαλία του στη μελέτη των μεσαιωνικών χρόνων, με έμφαση στην αρχειακή και ερευνητική εργασία.249 Η μελέτη -η κατασκευή, στην πραγματικότητα- της

248. Christian Delacroix, François Dosse, Patrick Garcia, Les courants historiques en France. 19e-20e siècles, Παρίσι 1999, σ. 21-26.

249. Βλ. Γκέοργκ Ίγκερς, Η ιστοριογραφία στον 20ό αιώνα..., ό.π., σ. 41-42, και Ρ. Novick, That Noble Dream. The " Objectivity Question" and the American Historical Profession, Κέμπριτζ 1988.

Σελ. 109
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/110.gif&w=600&h=915

ιστορίας του μεσαιωνικού γερμανικού κράτους, σε συνδυασμό με τη διδασκαλία κυρίως της αρχαίας ελληνικής και ρωμαϊκής ιστορίας επιλεκτικά και παραδειγματικά, εξυπηρετούσε τον γενικότερο στόχο του γερμανικού πανεπιστημίου , την επιστημονική μόρφωση.250 Η στροφή προς τη μεσαιωνική ιστορία και τη νεότερη επρόκειτο στη συνέχεια να μεταφερθεί στα νέα πανεπιστήμια που συστάθηκαν στον γερμανόφωνο χώρο (Μπρεσλάου 1811, Βόννη 1818, Μόναχο 1826). Έτσι δημιουργήθηκαν σταδιακά εστίες μελέτης της μεσαιωνικής και νεότερης ιστορίας, ενώ οι ιστορικές σπουδές οργανώθηκαν σε μεγάλο βαθμό με βάση τα εθνικά αιτούμενα.251

Στη σημασία των ιστορικών σπουδών είχε αναφερθεί και ο Παπαρρηγόπουλος. Όπως επεσήμαινε,η οργάνωση των ιστορικών σπουδών ούτως ώστε να ανταποκρίνονται στα αιτούμενα της παραγωγής εθνικής ιστορίας ήταν κατά μείζονα λόγο ένα πολιτικό πρόταγμα, καθώς η πατρώα ιστορία αποτελούσε το ευαγγέλιον του παρόντος και του μέλλοντος της πατρίδος.252 Ο συγγραφέας της ΙΕΕ θεωρούσε την αυτομάθεια -έτσι ονόμαζε τον αυτοδιδακτισμό- εξαιρετικά επισφαλή, ιδιαίτερα για την ελληνική ιστορία, καθώς ο φιλίστωρ μπορούσε να χαθεί στο πέλαγος των διαφορετικών εκδοχών της. Η πανεπιστημιακή σπουδή αποτελούσε την πυξίδα και το πηδάλιο για την εκμάθησή της. Η σκέψη του αυτή, διατυπωμένη στον εισιτήριο λόγο του ακαδημαϊκού έτους 1884-1885, κείμενο που ο ιστορικός επέλεξε για να το ενσωματώσει στο έργο του Ιστορικαί πραγματείαι (1889), εικονογραφούνταν από την αναφορά του στην Πρωσία. Η σύνδεση της πρωσικής δύναμης με την άνθηση των πανεπιστημίων και των ιστορικών σπουδών εντός της αποτέλεσε ισχυρό παράδειγμα για τη δύναμη της διδασκαλίας της εθνικής ιστορίας. Στον κατάλογο των ιστορικών μαθημάτων τα οποία διδάχθηκαν στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου

250. Βλ. W.H. Bruford, The German Tradition of Self-Cultivation:" " Bildung" from Humboldt to Thomas Mann, Κέμπριτζ 1975.

251. To παράδειγμα του Ράνκε και η στροφή προς τη μελέτη του Μεσαίωνα με βάση αρχειακά τεκμήρια επεκτάθηκε στην Ευρώπη με αργότερους ή γρηγορότερους ρυθμούς. Από το 1873 έως το 1878 ο Ουίλλιαμ Σταμπς, καθηγητής της Σύγχρονης ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, εξέδωσε τρίτομο έργο για την ιστορία της Αγγλίας από την περίοδο των Αγγλοσαξόνων έως το 1485. Στα φοιτητικά ακροατήρια ο καθηγητής αναφερόταν στις μεθόδους της έρευνας των πηγών, στην ελεύθερη πρόσβαση των ερευνητών στα κρατικά αρχεία, στη δημοσίευσή τους. Βλ. Doris S. Goldstein, " The Professionalization of History in Britain in the Late Nineteenth and Early Twentieth Centuries", Storia della Storiographia 3 (1983), σ. 9-10.

252. Κ. Παπαρρηγόπουλος, «Η ιστορία εν γένει καί ιδίως η ιστορία των νεωτέρων χρόνων», Ιστορικαί Πραγματείαι..., ό.π., σ. 143.

Σελ. 110
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/111.gif&w=600&h=915

το 1882 και τα οποία παρέθετε ο ιστορικός, συμπεριλαμβανόταν μια σειρά από μαθήματα αρχαίας, μεσαιωνικής και νεότερης ιστορίας. Η σύγκριση με το Αθήνησι ήταν συντριπτική, καθώς μάλιστα την περίοδο εκείνη ιστορία δίδασκαν μόνο ο Κ. Παπαρρηγόπουλος και ο Σπ. Λάμπρος.253 Αγαπημένο θέμα του εθνικού ιστορικού, που το συναντάμε και σε άλλα κείμενά του, αποτελούσε η σχέση με τα ευρωπαϊκά παράλληλα, ιδιαίτερα η ανάγκη της επιστημονικής σπουδής της ιστορίας, επίζηλο αντικείμενο για το ελληνικό πανεπιστήμιο και σημαντική κατάκτηση των περισσότερων ευρωπαϊκών ιδρυμάτων.254

Η πανεπιστημιακή εκπαίδευση στη Δύση, λοιπόν, αποτέλεσε σε μεγάλο βαθμό πρότυπο για τον ιστορικό, ενώ η σχέση του με τη δυτική ιστοριογραφία διακρίθηκε από μια εγγενή αντίφαση : παρά την αντιπαράθεσή του με το περιεχόμενό της, η σκέψη του ορίστηκε σε σημαντικό βαθμό από τις συντεταγμένες που αυτή καθόρισε αναφορικά με την ελληνική ιστορία, ο διάλογός του με ευρωπαίους κυρίως ιστορικούς υπήρξε συνεχής και αδιάλειπτος. Πέρα από τις βιβλιογραφικές αναφορές στα έργα τους, ο συγγραφέας της ΙΕΕ έγραψε ειδικά άρθρα για κάποιους από αυτούς, κάνοντάς τους γνωστούς στο ελληνικό κοινό ή επισημαίνοντας την αξία τους, ενώ μετέφρασε και αποσπάσματα των έργων τους -σημειώνω ιδιαίτερα τον Μακώλεϋ.255 Σε αυτή τη διαδρομή τα παλαιά πρότυπα μεταβάλλονταν στον χρόνο, κάποτε μάλιστα κατέρρεαν. Έτσι, όπως έχει παρατηρήσει και ο Κ. Θ. Δημαράς, ο θεσπεσιος Γίββων του 1843, ο συγγραφέας του καταπληκτικού τωόντι δια την πολυμάθειάν του συγγράμματος, το 1859 ήταν πια ο υπαίτιος για την δωδεκάτομον Γιββωνικήν σάτιραν.256 Είναι γνωστή η χρήση του έργου του Γκρότε στους πρώτους τόμους της ΙΕΕ257 έως και τον θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου, καθώς και η

253. Στο ίδιο, σ. 140-155.

254. Βλ. Πρυτανικοί λόγοι 1871-1872, με αφορμή την επίσκεψη του σε αγγλικά πανεπιστήμια και κολέγια.

255. Ήδη τον Μάιο του 1850 δημοσίευσε άρθρο για τον άγγλο ιστορικό («Θωμάς Βάβιγκτον Μακώλαιϋς», Πανδώρα 4 [1850], σ. 82-83), ενώ τον Ιούνιο του ίδιου έτους και στο ίδιο περιοδικό μετέφρασε σε συνέχειες αποσπάσματα της αγγλικής ιστορίας του («Η δίκη των επτά επισκόπων. Εκ της νεωτάτης αγγλικής ιστορίας του Μακώλαιϋς», βλ. Γ. Λαγανάς, ό.π., Δ9 και Δ12).

256. Από κείμενα του Κ. Δ. Παπαρρηγόπουλου που έχει ανθολογήσει ο Κ. Θ. Δημαράς, Ιστορία..., ό.π., σ. 10.

257. Χρήση για την οποία κατηγορήθηκε από τον Σπ. Λάμπρο, «Κεφάλαιον έβδομον. Γενικαί ιστορίαι του ελληνικού έθνους»: Αι ιστορικαί μελέται εν Ελλάδι κατά τον πρώτον αιώνα της Παλιγγενεσίας μετά προεισαγωγής περί των Ελληνικών ιστορημάτων επί

Σελ. 111
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/63/gif/112.gif&w=600&h=915

προσφυγή στις μελέτες του Ντρόυζεν για την επόμενη περίοδο. Πρόκειται για έργα που σε γενικές γραμμές ο ιστορικός πίστευε ότι δεν αδικούσαν τον ελληνισμό και τα οποία χρησιμοποίησε στο σχήμα του. Ιστορικοί όπως ο Γκιζό και ο Μακώλεϋ αποτέλεσαν πρότυπα του. Με βάση το παράδειγμά τους ο Παπαρρηγόπουλος υποστήριζε την ανάγκη μελέτης της εθνικής ιστορίας από τους ίδιους τους Έλληνες, ώστε να απαλλαγεί από τα ψιμύθια και τις διαστρεβλώσεις των ξένων ιστορικών. Ακόμη και ο όρος Βυζαντινός, τον οποίο εφηύραν οι Δυτικοί, έπρεπε να αντικατασταθεί με κάποιον από τους όρους Ρωμαίος, Γραικός, Έλληνας, τους οποίους χρησιμοποιούσε το ελληνικό έθνος στη μέση περίοδο της ιστορίας του.258

Ο κυριότερος εκπρόσωπος της ελληνικής εθνικής ιστοριογραφίας του 19ου αιώνα απαιτούσε την αποδέσμευση από τους Δυτικούς και τη συγγραφή μιας ελληνικής ιστορίας. Ταυτόχρονα όμως απευθυνόταν στο ευρωπαϊκό κοινό, συγκροτούσε τα επιχειρήματά του στη βάση ενός διεθνούς διαλόγου, για τους όρους και το πλαίσιο του οποίου ήταν ενήμερος. Επεδίωκε τη διάδοση του έργου του στο εξωτερικό με μεταφράσεις259, όπως η επεξεργασμένη μετάφραση στα γαλλικά του Επιλόγου της Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους.260 Συνδιαλεγόταν με τη σύγχρονή του ιστοριογραφία επιλέγοντας πολλές φορές την πανεπιστημιακή αίθουσα ως τον κατεξοχήν χώρο της αντιπαράθεσης, της σύγκρουσης, της ανασκευής. Ένας σημαντικός αριθμός των εισιτήριων λόγων του εκκινούσε με την παράθεση της έκδοσης βιβλίων ευρωπαίων συναδέλφων του, τα οποία αφορούσαν κάποια περίοδο της ελληνικής ιστορίας, με σκοπό συνήθως την ανασκευή τους ή την υποδοχή του δικού του έργου στο εξωτερικό ·261

τουρκοκρατίας (1918), Αρχείο Σπυρίδωνος Λάμπρου στο Ιστορικό Σπουδαστήριο της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών, φάκ. 17. Για το έργο, το οποίο είχε γραφεί κατά τη διάρκεια της εξορίας του ιστορικού στη Σκόπελο και το οποίο προοριζόταν για τον εορτασμό της εκατονταετηρίδας της Επανάστασης του 1821, βλ. Γ. Χαριτάκης, Τα ανέκδοτα έργα του Σπυρίδωνος Λάμπρου, Επιτροπή Εκδόσεως των Καταλοίπων Σπυρίδωνος Λάμπρου, Αθήνα 1921, σ. 15-16.

258. Όπως έγραφε χαρακτηριστικά στον Γεώργιο Ζολώτα για την κατασκευή του όρου: Φοβούμαι Λοιπόν ότι το όνομα επλάσθη υπό των Δυτικών, ημείς δε το εχάψαμεν το δη λεγόμενον με όλα τα αποδοθέντα αυτώ υπό των ξένων εκείνων παρακολουθήματα: Στέρ. Φασουλάκης, Από την αλληλογραφία Γ. Ζολώτα. Τέσσερις ανέκδοτες επιστολές του Κ. Παπαρρηγόπουλου και του Κ. Κόντου, ανάτυπο από τον τόμο Μνήμη Γεωργίου I. Κουρμούλη, Αθήνα 1982, σ. 15.

259. Βλ. το «Μεταφράσεις»: Γ. Λαγανάς, ό.π., σ. 297-300.

260. Κυκλοφόρησε το 1878 στο Παρίσι υπό τον τίτλο Histoire de la Civilisation Hellénique, par M. C. Paparrigopoulo, professeur d histoire a l Université d'Athènes.

261. Σημειώνω ενδεικτικά τον εισιτήριο λόγο του 1859-1860 (βλ. προηγουμένως) με

Σελ. 112
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Η συγκρότηση της ιστορικής επιστήμης και η διδασκαλία της ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (1837-1932)
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 93
    

    ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β'

    Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ ΣΤΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

    Η ΜΑΚΡΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΥ

    Έχομεν Σχολεία, Γυμνάσια και Πανεπιστημείον, εις τα οποία η νεολαία μας σπουδάζει όλας τας επιστήμας του κόσμου, εκτός μόνον του μεγίστου, του περιεργοτάτου και του διδακτικωτάτου μέρους της πατρίου Ιστορίας, Εν ω Άγγλοι, Γάλλοι και Γερμανοί ασχολούνται πρό τινων ενιαυτών, μετά μεγίστου ζήλου, εις την ιστορίαν του Ελληνικού Μεσαίωνος, ημείς οι Έλληνες, των οποίων η Ιστορία αύτη είναι κτήμα, όχι μόνον δεν συναμιλλώμεθα προς αυτούς εις τας πολυτίμους αυτάς έρευνας, αλλ' ουδ' όσα αυτοί έγραψαν φροντίζομεν να μάθωμεν, και μετά θάρρους εξοβελίζοντες δυο χιλιάδας ετών από την βίβλον της υπάρξεως μας, περιοριζόμεθα εις την σπουδήν της Ιστορίας των αρχαίων Ελλήνων.

    Κ. Παπαρρηγόπουλος, Στοιχεία της Γενικής Ιστορίας κατά το σύστημα του Γάλλου Λεϋί (1845, σ. θ'-ι').

    Τον Σεπτέμβριο του 1849 η Φιλοσοφική Σχολή ανέθεσε στον υφηγητή της Λατινικής φιλολογίας Ευθύμιο Καστόρχη να αναπληρώσει τη διδασκαλία του Κ. Σχινά, ο οποίος βρισκόταν ήδη στο εξωτερικό. Ο Καστόρχης, στο πνεύμα της διδασκαλίας του προκατόχου του, ξεκίνησε τη διδασκαλία του με το μάθημα Ελληνικαί αρχαιολογίαι, ή βίος Ελλάδος. Η ανάθεση προκάλεσε την αντίδραση του Κ. Παπαρρηγόπουλου (1815-1891)209 -ο οποίος ήδη από το προηγούμενο έτος είχε κάνει αίτηση για υφηγεσία στην Ιστορία- με την κατάθεση στις 14 Νοεμβρίου 1849 σχετικού υπομνήματος στη Φιλοσοφική Σχολή.

    Ο μετέπειτα εθνικός ιστορικός είχε πίσω του μια ταραγμένη ζωή, συνδεδεμένη

    209. Από μια εξαιρετικά εκτεταμένη βιβλιογραφία για τον Κ. Δ. Παπαρρηγόπουλο βλ. Κ. Θ. Δημαράς, Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος..., ό.π., και Γεώργιος Λαγανάς, Εργογραφία Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου, Αθήνα, Εταιρεία των Φίλων του Λαού, Ελληνική Βιβλιοθήκη 3, 2002.