Συγγραφέας:Κατσάπης, Κώστας
 
Τίτλος:Ήχοι και απόηχοι. Κοινωνική ιστορία του ροκ εν ρολ φαινομένου στην Ελλάδα, 1956-1967
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:45
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:2007
 
Σελίδες:463
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Νοοτροπίες και συμπεριφορές
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα
 
Χρονική κάλυψη:1956-1967
 
Περίληψη:Αντικείμενο του βιβλίου αυτού αποτελεί η διερεύνηση του τρόπου με τον οποίον το ροκ εν ρολ εμφανίστηκε στην Ελλάδα, της διαδικασίας μέσω της οποίας διαδόθηκε στη νεολαία, καθώς και η αποκωδικοποίηση των ερμηνειών που δόθηκαν για το ροκ εν ρολ, τις αφετηρίες του και τις (πραγματικές ή υποτιθέμενες) συνέπειές του για την ελληνική νεολαία. Με άλλα λόγια, ο συγγραφέας διερευνά τον απόηχο που οι «ηδονικοί» αυτοί ρυθμοί είχαν στην ελληνική κοινωνία, το πώς η τελευταία ερμήνευσε το ροκ εν ρολ, ποιες ήσαν οι προϋποθέσεις των όποιων προσλήψεων, αλλά και ποιες οι συνέχειες και οι τομές που μπορούν να εντοπιστούν. Δεδομένου ότι ένα τέτοιο εγχείρημα μπορεί να έχει τύχη μόνο συναρθρώνοντας το ροκ εν ρολ στις πολιτικές, οικονομικές, κοινωνικές και ιδεολογικές πραγματικότητες της εποχής του, επελέγη ως καταληκτήριο όριο της έρευνας το 1967.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 25.66 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 121-140 από: 466
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/70/gif/121.gif&w=600&h=915

1. ΤΟ ΡΟΚ EN ΡΟΛ ΩΣ ΤΜΗΜΑ ΜΙΑΣ ΠΑΡΑΒΑΤΙΚΗΣ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑΣ

Τούτο [το κάπνισμα] είναι η απαρχή της ηδονής εις την οποίαν ο νεαρός βλαστός συνηθίζει προώρως... Η ηδονή, δηλ. η ευχαρίστισις του καπνίσματος, ως παράδειγμα θα φερη προώρως την χλίσιν προς το σεξ και την κατά ακόρεστον τρόπον ικανοποίησίν του. Μερικές φορές ο κατήφορος ανοίγεται εις τας σεξουαλικάς διαστροφάς, αι οποίαι αποβαίνουν πλέον φανερώς καταστρεπτικαί δια το μέλλον των εφήβων.1

Η. Γεωργίου, 1974

Η σύνδεση του ροκ εν ρολ με την παραβατική συμπεριφορά των νέων αποτελεί μία ακόμη εξαιρετικά σημαντική συνιστώσα του κοινωνικού φαινομένου «ροκ εν ρολ», δεδομένου ότι συνιστά τον δεύτερο πυλώνα της μαζικής φοβίας που υποκίνησε η εμφάνιση του ροκ εν ρολ στα μέσα της δεκαετίας του '50 σε μεγάλο τμήμα των δυτικών κοινωνιών (και όχι μόνο, όπως θα δούμε παρακάτω). Σύμφωνα με τους επικριτές του ροκ εν ρολ, μία πρωτοφανής αύξηση στα κρούσματα της παραβατικής συμπεριφοράς των νέων είχε καταγραφεί στις μεταπολεμικές κοινωνίες, φαινόμενο όχι άσχετο με την εμφάνιση του ροκ εν ρολ, καθώς το τελευταίο (υποτίθεται πως) είτε βρισκόταν πίσω από την εξέλιξη αυτή, είτε την τροφοδοτούσε, είτε, πιο απλά, μοιραζόταν με αυτήν κοινό υπόβαθρο. Καθώς οι όροι δεν είναι τίποτε άλλο παρά «ένα νόμισμα με διαφορετική σε κάθε εποχή ανταλλακτική αξία»,2 αξίζει να σταθούμε λίγο παραπάνω, όχι μόνο στη διαδικασία συγκρότησης της διανοητικής αυτής κατασκευής, αλλά και στον τρόπο με τον οποίο οι παραπάνω έννοιες «έπαιξαν» στη δημόσια συζήτηση που υποκινήθηκε. Προκαλούσε, τελικά, την παραβατικότητα των νέων το ροκ εν ρολ; Ποιο ήταν το περιεχόμενο που δινόταν στην έννοια «παραβατική συμπεριφορά», τι ακριβώς ανησυχούσε την κοινωνία και, εν τέλει, η περίφημη αύξηση της τη δεκαετία του '50 υπήρξε πράγματι ή αποτελούσε έναν (ακόμη) μύθο;

1. Η. Γεωργίου, Η εγκληματικότης των νέων. Διάλεξις δοθείσα εις την Δημοτικήν Βιβλιοθήκην Πετρουπόλεως Αττικής την 27-1-1974, Αθήνα 1974, σ. 5.

2. Π. Λέκκας, Η Εθνικιστική ιδεολογία. Πέντε υποθέσεις εργασίας στην ιστορική κοινωνιολογία, Αθήνα 1992, σ. 75.

Σελ. 121
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/70/gif/122.gif&w=600&h=915

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Το φθινόπωρο του 1956, με τη συναυλία της ορχήστρας του «Coral Sea» στο Ζάππειο, η ελληνική κοινωνία υποδεχόταν τη μουσική και τον χορό εκείνον που στο εξωτερικό ήδη θεωρούνταν η κύρια πηγή για την εξάπλωση ενός «πρωτοφανούς κύματος» νεανικής βίας. Το κλίμα ήταν ιδιαίτερα πρόσφορο για την εμπέδωση μιας τέτοιας άποψης, δεδομένου ότι οι φήμες ήδη έδιναν και έπαιρναν για τον τρόπο με τον οποίο κάποιος μπορούσε να φτάσει ακόμη και στο έγκλημα παρακολουθώντας τους καλλιτέχνες του ροκ εν ρολ ή έστω ακούγοντας τραγούδια στο πικάπ του σπιτιού του. Ο αθηναϊκός Τύπος φαίνεται πως υπήρξε ο κύριος δίαυλος για τη διάδοση τέτοιων απόψεων, όπως υποδεικνύει άρθρο της Απογευματινής, το οποίο τον Αύγουστο του 1956 συνέδεε τον Πρίσλεϋ με την παραβατικότητα των νέων. «Όταν τον βλέπεις γίνεσαι εγκληματίας!», έγραφε χαρακτηριστικά η εφημερίδα υποστηρίζοντας ότι βλέποντας κανείς τον Πρίσλεϋ να τραγουδάει «νοιώθει εγκληματικές διαθέσεις».3 Η άποψη αυτή μπορεί σήμερα να φαντάζει ακραία, ωστόσο τη δεκαετία του '50 φαίνεται ότι συνιστούσε ένα από τα πιο ισχυρά επιχειρήματα όσων ασκούσαν κριτική στο ροκ εν ρολ και μία θέση η οποία όχι απλώς υπήρξε διαδεδομένη, αλλά απολάμβανε το κύρος της θεσμικής κάλυψης: στις Ηνωμένες Πολιτείες μία υποεπιτροπή της Γερουσίας που συστάθηκε για να ερευνήσει τα αίτια της νεανικής παραβατικότητας, υποδείκνυε τον Έλβις Πρίσλεϋ ως «πηγή του κακού», δεδομένου ότι οι κινήσεις του εισήγαγαν, όπως υποστήριζε, τη νεολαία σε μία «ανοιχτή επανάσταση εναντίον της κοινωνίας».4 Η υποεπιτροπή αναγνώριζε βέβαια ότι ο Πρίσλεϋ δεν αντιπροσώπευε τίποτε περισσότερο από ένα σύμβολο, συμπλήρωνε, όμως, ότι ήταν ένα «επικίνδυνο σύμβολο» και προειδοποιούσε για τις συνέπειες της Πρίσλεϋ-μανίας λέγοντας ότι «the gangster of tomorrow is the Elvis Presley type of today».5

To επιχείρημα αυτό συνόψιζε με εξαιρετικό τρόπο μία αντίληψη, σύμφωνα με την οποία ροκ εν ρολ και παραβατικότητα ήσαν δύο έννοιες αλληλένδετες. Η ευθύνη του ροκ εν ρολ για το «κύμα της παραβατικότητας» υπήρξε μία παράμετρος που χρησιμοποιήθηκε κατά κόρον με σκοπό να καταδειχθούν οι συνέπειες που η νέα μουσική μόδα είχε για τους τηνέιτζερ. Η παραπάνω αντίληψη έφτανε πολλές φορές στην προφανή υπερβολή, όπως για παράδειγμα συνέβη το καλοκαίρι του 1957, όταν η εφημερίδα Τα Νέα αναδημοσίευε μία είδηση, σύμφωνα με την οποία ένας Αμερικανός νέος δεκαοκτώ χρονών είχε δολοφονήσει την τετράχρονη αδελφή του και είχε τραυματίσει σοβαρά τους γονείς του,

3. «Ένας νέος γόης αναστατώνει την Αμερική. Όταν τον βλέπεις γίνεσαι εγκληματίας», Απογευματινή, 17.08.1956.

4. J. Gilbert, A Cycle of Outrage. America's Reaction to the Juvenile Delinquent in the 1950s, Νέα Υόρκη 1986, σ. 18.

5. Στο ίδιο.

Σελ. 122
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/70/gif/123.gif&w=600&h=915

όταν οι τελευταίοι διέκοψαν κάποιο τραγούδι ροκ εν ρολ που έπαιζε το πικάπ του, επειδή η ένταση του ήχου προκαλούσε κλάμα στην μικρή αδελφή του.6 Αν και μία προσεκτική ανάγνωση του άρθρου καταδεικνύει πως από πουθενά δεν προκύπτει κάποια αντικειμενική σύνδεση του φόνου με το ροκ εν ρολ (λ.χ. με πιθανά πρότυπα «ροκ εν ρολ συμπεριφοράς» τα οποία θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί πως «ώθησαν» τον νέο στον φόνο), η εφημερίδα δεν διστάζει να προβάλλει -και μάλιστα στον τίτλο του άρθρου- την άποψη πως «αυξάνουν τα θύματα του Έλβις Πρίσλεϋ». Μάλιστα, η εφημερίδα υποστηρίζει πως το παραπάνω περιστατικό δεν ήταν μεμονωμένο, αλλά αντίθετα εγγραφόταν σε έναν κύκλο βίας, η οποία μάλιστα μπορούσε να ταξινομηθεί σε μία αυτόνομη και καινοφανή κατηγορία εγκλήματος, αυτήν που είχε τις ρίζες της στη μουσική ροκ εν ρολ:

Ήδη τα θύματα εξ' αφορμής του ροκ εν ρολ αυξάνουν τελευταία στις Ηνωμένες Πολιτείες. Σε διάστημα ενός μόλις μηνός, ο Τζωρτζ Μπράιεβ [σημ.: ο θύτης του φόνου] είναι ο τρίτος κατά σειράν νεαρός Αμερικανός που σκοτώνει την αδελφή του και ο έβδομος που επιτίθεται με εγκληματικούς σκοπούς κατά των μελών της οικογενείας του...7

Εάν τα εγκλήματα που αποδίδονταν στο ροκ εν ρολ από τους επικριτές του, δεν ήσαν πολλά -αν και είναι αλήθεια πως αυτά έδιναν τον ιδιαίτερο τόνο στη συζήτηση— δεν μπορούμε να πούμε το ίδιο για την εκδήλωση μιας συμπεριφοράς από τους νεαρούς θαυμαστές του ροκ εν ρολ, η οποία φαίνεται πως κινούνταν σε μία γκρίζα ζώνη ανάμεσα στη νομιμότητα και την παραβατικότητα. Ήδη από το καλοκαίρι του 1956, ο Τύπος στην Ελλάδα είχε καταγράψει με έκπληξη το ότι η προβολή της ταινίας Rock Around the Clock σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, ιδίως όμως στη Βρετανία, είχε προκαλέσει την εμφάνιση μιας πραγματικά πρωτοφανούς συμπεριφοράς των νεαρών θεατών της, δεδομένου ότι οι τελευταίοι προέβαιναν σε «αντικοινωνικές εκδηλώσεις» κατά την προβολή της ή εξερχόμενοι του κινηματογράφου: σηκώνονταν από τα καθίσματά τους, χόρευαν στους διαδρόμους και τραγουδούσαν, ανέβαιναν στη σκηνή του κινηματογράφου, πολλές φορές κατέστρεφαν τα καθίσματά του.8 Ως ιδιαίτερα ενδιαφέρον στοιχείο καταγράφηκε το ότι η «παράλογη» αυτή συμπεριφορά δεν περιοριζόταν μόνο στο πλαίσιο της κινηματογραφικής αίθουσας. «Ηλεκτρισμένοι από την τρελλή μουσική της ταινίας» οι νεαροί θεατές της, σύμφωνα με τις περιγραφές του περιοδικού Εικόνες, και ευρισκόμενοι σε μία κατά-

6. «Αυξάνουν τα θύματα του Πρίσλεϋ. Επειδή διέκοψαν το ροκ εν ρολ εσκότωσε τη μικρή αδελφή του», Τα Νέα, 21.08.1957.

7. Στο ίδιο.

8. Κ. Αρβανίτης, ό.π., σ. 109-110.

Σελ. 123
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/70/gif/124.gif&w=600&h=915

κατάσταση «οργιαστικού παροξυσμού» συνέχιζαν να εκδηλώνουν ανάλογη συμπεριφορά στους δρόμους των βρετανικών πόλεων: χόρευαν στους δρόμους μέχρι τις πρωινές ώρες, ενοχλούσαν τους περαστικούς, φώναζαν σε ώρα κοινής ησυχίας και —όχι σπάνια— κατέστρεφαν βιτρίνες καταστημάτων.9

Επρόκειτο για μία καινοφανή συμπεριφορά, η οποία αποδόθηκε στην επιρροή που ασκούσε στους θεατές της ταινίας η μουσική ροκ εν ρολ. Ο Τύπος αναγνώριζε πως οι στίχοι των τραγουδιών δεν ενείχαν τίποτε το οποίο θα μπορούσε να ωθήσει τους ακροατές τους στη βία, διαπίστωναν, όμως, ότι ο ρυθμός και η μουσική είχαν τόση δύναμη, ώστε προκαλούσαν «αληθινές κρίσεις υστερισμού» σε νέα παιδιά, τα οποία «σπρωγμένα από το ένστικτο τους συμπεριφέρονται σαν δαιμονισμένες καλόγριες του Μεσαίωνα».10 Τα πράγματα, όπως θα δούμε παρακάτω, δεν ήταν τόσο απλά. Οι πρωταγωνιστές των επεισοδίων αυτών ανήκαν σε μία συλλογικότητα με πολιτισμικά και αισθητικά κυρίως προτάγματα, η οποία ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του '50 είχε κάνει την εμφάνιση της στις μεγάλες πόλεις της Βρετανίας απασχολώντας την κοινή της γνώμη με τις συμπλοκές στις οποίες τα νεαρά της μέλη επιδίδονταν.11 Η εμφάνιση, όμως, του ροκ εν ρολ και οι υπερβολές της δημόσιας συζήτησης που ακολούθησε, οδήγησαν στη συσκότιση των κοινωνικών αιτίων του φαινομένου αυτού, στην αποδέσμευση του από τις διαστάσεις που πραγματικά είχε και στη συγκρότηση μίας πλατφόρμας για την ερμηνεία του, σύμφωνα με την οποία η εκδήλωση από τους νέους μιας συμπεριφοράς που θεωρήθηκε παραβατική, οφειλόταν στην αρνητική επιρροή που άσκησε πάνω τους το ροκ εν ρολ.

Αν δεχθούμε, όπως υποστηρίζει ο James Gilbert, ότι η παραβατικότητα είναι σε μεγάλο βαθμό ζήτημα καθορισμού του τι συνιστά παράβαση, επομένως εξαρτάται δίχως άλλο από τα κοινωνικά συμφραζόμενα,12 αξίζει να παρακολουθήσει κανείς τα δημοσιεύματα των εφημερίδων για να διαπιστώσει το ακριβές περιεχόμενο που δινόταν στην έννοια «παραβατικότητα». Ας πάρουμε ως παράδειγμα το επίσημο δημοσιογραφικό όργανο της Αριστεράς, την Αυγή. Σε σχετικό αφιέρωμα της τον Σεπτέμβριο του 1956, δημοσίευσε έναν κατάλογο με «αξιόποινες πράξεις» στις οποίες επιδίδονταν νέοι «φανατικοί του ροκ εντ ρολλ» στη Δυτική Γερμανία, ανάμεσα στις οποίες μπορεί κανείς να διακρίνει κάποιες που μάλλον εντάσσονταν στις παρυφές της παραβατικής συμπεριφοράς και άλλες τις οποίες με πολλή δυσκολία θα μπορούσε κάποιος να τις συνδέσει με το ροκ εν ρολ: στην πόλη Ντούισμπουργκ, για παράδειγμα, η αστυνομία φέρεται να συνέλαβε τριάντα τρεις νεαρούς ηλικίας από δεκαέξι έως δεκαοκτώ

9. «Η τρέλλα της μόδας: χορός ή μανία;», Εικόνες 54 (05.11.1956), σ. 22.

10. Στο ίδιο.

11. Για το ζήτημα αυτό βλ. P. Rock, S. Cohen, «The Teddy Boy», V. Bogdanor, R. Skidelsky (eds.), The Age of Affluence: 1951-1964, Λονδίνο 1970, σ. 288-320.

12. J. Gilbert, ό.π., σ. 69.

Σελ. 124
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/70/gif/125.gif&w=600&h=915

ετών επειδή έκαναν θόρυβο τη νύχτα και εξύβρισαν τις αρχές. Στο Αμβούργο μια παρέα νέων λέγεται ότι επιτέθηκε σε στρατιώτες του γερμανικού στρατού, ενώ σε άλλες γερμανικές πόλεις οι νέοι δημιουργούσαν επεισόδια, όπως τα παρακάτω: «...Καταστρέφουν τις πινακίδες της τροχαίας, ρίχνουν νερό στα αυτοκίνητα, κάνουν θόρυβο την νύκτα, ενοχλούν τους διαβάτες, υβρίζουν και έχουν το ύφος του "νταή"...».13

Ο αρθρογράφος φαίνεται να αναπαράγει (ή έστω να συμφωνεί με) μία άποψη που την ίδια περίπου εποχή διατύπωσε στις ΗΠΑ η αρμόδια για το ζήτημα της νεανικής παραβατικότητας υποεπιτροπή της Γερουσίας, ότι, δηλαδή, το ροκ εν ρολ τείνει να εισαγάγει τους νέους σε μία «ανοιχτή επανάσταση εναντίον της κοινωνίας» (open revolt against society).14 Είναι ενδιαφέρον πως όχι μόνο η σύνδεση του ροκ εν ρολ με αυτού του είδους τη βία θεωρείται από την Αυγή αναμφισβήτητη, αλλά επιπλέον χρησιμοποιείται ακριβώς η ίδια φρασεολογία, καθώς με αφορμή επεισόδια που έλαβαν χώρα στο Δυτικό Βερολίνο και τα οποία αποδίδονται σε «οπαδούς του ροκ εντ ρολ», μια ομάδα νεαρών, όπως υποστηρίζει η εφημερίδα, είχε ήδη «ανοίξει πόλεμο κατά της κοινωνίας»: «...αποκλείει δρόμους με κορμούς δένδρων και κούτσουρα, ενοχλεί τους περαστικούς, κάνει επιθέσεις κατά των περαστικών με πέτρες και μπουκάλια, απειλεί τους πολίτες. Μέσα σε ένα δεκαπενθήμερο η αστυνομία συνέλαβε 166 από τους ταραξίες αυτούς...».15

Από το παραπάνω παράδειγμα προκύπτουν δύο ενδιαφέροντα στοιχεία. Το πρώτο είναι ότι, παρά το γεγονός ότι δεν προκύπτει από πουθενά πως οπαδοί του ροκ εν ρολ ευθύνονταν για τα παραπάνω γεγονότα —πολλώ δε μάλλον δεν γίνεται καν προσπάθεια να τεκμηριωθεί ευθύνη του ροκ εν ρολ για την παραβατική συμπεριφορά ενός τμήματος της νεολαίας—, η εφημερίδα προβάλλει δίχως περαιτέρω αναλύσεις την άποψη ότι οι παραπάνω εκδηλώσεις συνιστούν έναν «υστερισμό που συνδέεται με την εμφάνισιν του ροκ εντ ρολλ, του καινούργιου έξαλλου χορού».16 Το ροκ εν ρολ εμφανιζόταν ως ένα πολιτισμικό σύμβολο το οποίο χαρακτήριζε τις συμμορίες των νέων που έλυναν τις διαφορές τους στους δρόμους των μεγαλουπόλεων, μία άποψη που στο άμεσο μέλλον θα μετέβαλε, στην οπτική όσων την ασπάζονταν, κάθε ακροατή του σε έναν εν δυνάμει παραβάτη.17

Το δεύτερο ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι οι περιπτώσεις που αναδημοσιεύει η Αυγή ως δείγμα μιας ανάρμοστης συμπεριφοράς που υποκινείται από το ροκ

13. «Οι μικροί νταήδες του "ροκ εντ ρολ". Μια νέα έκδοσις των Τέντυ μπόυς», Αυγή, 29.09.1956.

14. Τ. Anderson, The Movement and the Sixties, ό.π., a. 35.

15. «Οι μικροί νταήδες του "ροκ εντ ρολ"», Αυγή, 29.09.1956.

16. Στο ίδιο.

17. Κ. Αρβανίτης, ό.π., σ. 110.

Σελ. 125
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/70/gif/126.gif&w=600&h=915

εν ρολ (παρακώλυση της κυκλοφορίας, για παράδειγμα, ενόχληση περαστικών ή πέταγμα νερού σε αυτοκίνητα) φαίνεται να συνιστούν παραβάσεις εξαιρετικά χαμηλής επικινδυνότητας και σοβαρότητας, τουλάχιστον με τη νομική έννοια του όρου. Το γεγονός αυτό φαντάζει εκ πρώτης όψεως παράδοξο, δεδομένου ότι οι παραπάνω —έστω παράνομες— πράξεις προβάλλονται από τον αρθρογράφο ως μία «ανοιχτή εξέγερση εναντίον της κοινωνίας», ενώ την ίδια στιγμή υποστηρίζεται η βαρύγδουπη άποψη ότι το ροκ εν ρολ προκαλούσε στη δυτικογερμανική κοινωνία «τόσο κακό σχεδόν όσο και ο ναζισμός».18

Φαίνεται πως το στοιχείο του «παράδοξου» αποτελεί ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά γενικότερα της πρόσληψης του ροκ εν ρολ από τις δυτικές κοινωνίες και ειδικότερα της σύνδεσής του με το «κύμα της νεανικής παραβατικότητας». Η διάσταση της «υπερβολής» εμφανίζεται με τόσο μεγάλη συχνότητα, όχι μόνο στον ελληνικό Τύπο, αλλά και στη συζήτηση που το ροκ εν ρολ υποκίνησε σε παγκόσμιο επίπεδο, γεγονός που έχει ήδη καταδειχθεί από τους μελετητές του φαινομένου, πολλοί από τους οποίους δεν έχουν διστάσει να αποδώσουν τις συλλογικές φοβίες για την «υπερβολικά παραβατική» συμπεριφορά που (υποστηρίχθηκε πως) έδειξαν οι νέοι τη δεκαετία του '50, στα δημοσιεύματα των εφημερίδων: οι Paul Rock και Stanley Cohen, για παράδειγμα, διαπιστώνουν πως σε πολλές περιπτώσεις οι αστυνομικές αρχές βρετανικών πόλεων υποχρεώθηκαν να διεξαγάγουν επιχειρήσεις εναντίον μιας —ανύπαρκτης ουσιαστικά- νεανικής βίας, συντασσόμενες με την «κοινή γνώμη», πίσω από τη διαμόρφωση του αισθήματος της οποίας βρίσκονταν σχετικά άρθρα εφημερίδων που καλούσαν στην ανάγκη λήψης μέτρων.19

Φαίνεται πως ο απόηχος των απόψεων αυτών ήταν αρκετά δυνατός, ώστε να οδηγήσει στην πρόσληψη του ροκ εν ρολ και στην Ελλάδα ως ενός παράγοντα ικανού να υποκινήσει τους νέους στην εκδήλωση μιας παραβατικής συμπεριφοράς, παρά το γεγονός ότι οι στίχοι των τραγουδιών του, όπως διαπίστωνε ο Τύπος, δεν ενείχαν τίποτε το «επιλήψιμο».20 Παρ' όλα αυτά, ο ενθουσιασμός που προκαλούσε στους νέους η νέα μουσική ήταν αρκετή για να τους παρακινήσει στον ξέφρενο χορό και στην εκδήλωση μιας συμπεριφοράς η οποία χαρακτηρίστηκε από τους επικριτές του ροκ εν ρολ όχι ακριβώς παραβατική, αλλά

18. «Οι μικροί νταήδες του "ροκ εντ ρολ"», Αυγή, 29.09.1956.

19. P. Rock, S. Cohen, ό.π., σ. 300.

20. Αντίθετα μάλιστα, αναγνωριζόταν πως οι στίχοι των τραγουδιών του ροκ εν ρολ χαρακτηρίζονταν από μια αφέλεια, η οποία μάλλον συνιστούσε έναν επιπλέον λόγο για τη γελοιοποίηση της νέας μουσικής, παρά λόγο ανησυχίας των γονέων. Γράφει σχετικά το περιοδικό Εικόνες: «Τα λόγια που τραγουδούν με το Ροκ εντ Ρολλ οι τραγουδισταί, [... ], δεν έχουν σημασία. Μπορεί να είναι: "Αχ κούκλα μου -Γιε, χε, χε, χε, κούκλα! Χου, χου, κούκλα! Πώς γλεντώ απόψε, αχ!". Ή μπορεί να είναι: "Μπέμπα, αχ μπέμπα! Ο έρωτάς μου καίει σαν καρφίτσα με ηλεκτρισμό! Καίει σαν πιστόλι! Αχ! Μπέμπα"!» («Η τρέλλα της μόδας: χορός ή μανία;», Εικόνες 54 (05.11.1956), σ. 21).

Σελ. 126
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/70/gif/127.gif&w=600&h=915

σίγουρα «απρεπής», δεδομένης της αντίληψης που επικρατούσε τη δεκαετία του '50 για την «ορθή συμπεριφορά» των νέων. Φαίνεται πως στη δημόσια συζήτηση τα όρια ανάμεσα στο «απρεπές» και το «παραβατικό» υπήρξαν ιδιαίτερα δυσδιάκριτα, γεγονός που ενίσχυσε αποφασιστικά τις όποιες «παραβατικές» διαστάσεις εξέλαβε το ροκ εν ρολ στην πορεία.

Το γεγονός αυτό τεκμηριώνεται από πολλές διάσπαρτες ειδήσεις, αναφορές και υπαινιγμούς που βρίσκει κανείς στον αθηναϊκό Τύπο. Όταν η ορχήστρα του «Coral Sea», για παράδειγμα, έπαιξε ροκ εν ρολ για πρώτη φορά στην Ελλάδα στον χώρο του Ζαππείου, ο ενθουσιασμός των ακροατών υπήρξε τόσο μεγάλος που, σύμφωνα με την εφημερίδα Τα Νέα, οδήγησε σε επεισόδια μικρής έκτασης, σε σημείο που ένας νεαρός συνελήφθη και οδηγήθηκε σε αστυνομικό τμήμα. Το ακριβές περιεχόμενο των επεισοδίων δεν αναφέρεται από τον συντάκτη του άρθρου και, καθώς η μόνη σχετική αναφορά είναι ότι πολλοί νεαροί «ήρχισαν να χορεύουν εις το ύπαιθρον»,21 δεν θα ήταν παράλογο να υποθέσει κανείς πως τα επεισόδια αφορούσαν την απαίτηση των νέων να χορέψουν τους ήχους της νέας μουσικής. Περίπου είκοσι μέρες αργότερα, ένα άλλο μονόστηλο με τον τίτλο «Το Ροκ εντ Ρολ δημιουργεί επεισόδια» επίσης δεν αναφέρει τίποτε περισσότερο (και ποινικά πιο επιλήψιμο) για το περιεχόμενο των επεισοδίων αυτών, πέραν του γεγονότος ότι πολλοί νεαροί που παρακολουθούσαν τα «Μουσικά Πρωινά» του Γιώργου Οικονομίδη «ζητούσαν με επιμονή να παιχθή ο νέος αυτός εξωφρενικός σκοπός».22

Η δημόσια εκδήλωση μιας συμπεριφοράς που μπορεί να χαρακτηριστεί από τους επικριτές της ως «ηθικά ανάρμοστη» (ξέφρενος χορός, κοριτσίστικη λατρεία για τον Πρίσλεϋ και εμφατική, δημόσια επίδειξή της, συμμετοχή σε πάρτι κλπ) φαίνεται πως έγινε αντιληπτή ως αρκετά επιλήψιμη, ώστε να συγκροτήσει «γέφυρες» ικανές να συνδέσουν το «ηθικά επιλήψιμο» (επομένως μη ποινικά κολάσιμο) με το νομικά παράνομο και να οδηγήσουν στη βαθμιαία ταύτισή τους. Περίπου έναν χρόνο αργότερα, όταν το Ραδιοπρόγραμμα θα ενημερώσει τους αναγνώστες του ότι ο Πρίσλεϋ πρόκειται να πρωταγωνιστήσει σε μια ταινία με τον τίτλο Jailhouse Rock («Το ροκ της φυλακής», όπως έγινε γνωστή στην Ελλάδα) υποδυόμενος έναν, όπως χαρακτηριστικά γράφει, «παραστρατημένο νέο», θα υπερθεματίσει με αναμφίβολα ειρωνικό τρόπο, παρατηρώντας πως έτσι ο διάσημος αστέρας του ροκ εν ρολ «δεν θα χρειασθή να βγη έξω από τις καθημερινές του συνήθειες!».23

Φαίνεται πως η αντίληψη ότι το ροκ εν ρολ οδηγούσε τους νέους στην παραβατικότητα ή αποτελούσε μία από τις ουσιαστικές παραμέτρους της, βασίστηκε περισσότερο στην καινούργια σημασία που δόθηκε στην έννοια «παραβατική

21. «Ορχήστρα Τζαζ εις το Ζάππειον», Τα Νέα, 22.10.1956.

22: «Το Ροκ εν Ρολ δημιουργεί επεισόδια», Τα Νέα, 12.11.1956.

23. «Γράφει ο Ενήμερος», Ραδιοπρόγραμμα 394 (15.12.1957), σ. 4.

Σελ. 127
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/70/gif/128.gif&w=600&h=915

τική συμπεριφορά» και λιγότερο στις όποιες νομικές παρεκκλίσεις επέδειξε η νεολαία ή —πιο σωστά- ένα τμήμα της. Στα μέσα της δεκαετίας του '50 ένας νέος τύπος νεανικής συμπεριφοράς παρουσιάστηκε στο προσκήνιο και η παράλληλη εμφάνιση του ροκ εν ρολ φαίνεται πως παρείχε στους επικριτές του ένα ικανοποιητικό εργαλείο για την ερμηνεία της.

Καθώς η καινοφανής αυτή συμπεριφορά ούτε μπορούσε να ταξινομηθεί με βάση την μέχρι τότε εμπειρία, ούτε μπορούσε να χαρακτηριστεί με κάποιον από τους γνωστούς προσδιορισμούς, ένας καινούργιος όρος εμφανίστηκε ώστε να καλυφθεί το παραπάνω κενό: ο «παραστρατημένος νέος», μία κομβικής σημασίας «εφεύρεση» της εποχής, όχι μόνο διότι χαρακτήριζε εκείνη τη συμπεριφορά η οποία συνιστούσε ένα μέσο όρο του ηθικά και του νομικά «επιλήψιμου», αλλά, κυρίως, διότι η εμφάνιση ενός νέου όρου που τείνει να χαρακτηρίσει ένα φαινόμενο υποδηλώνει συνήθως μία αλλαγή στη στάση της κοινωνίας απέναντι στο φαινόμενο αυτό: η κοινωνία αναγνωρίζει την ύπαρξη ενός «προβλήματος» και το «πρόβλημα» είναι κάτι για το οποίο η κοινωνία «κάτι πρέπει να κάνει».24

Δεδομένου ότι αναγνωριζόταν πως το ροκ εν ρολ στα μέσα της δεκαετίας του '50 υπήρξε μία από τις βασικές επιρροές του «παραστρατημένου νέου», η διάσταση της νέας μουσικής ως ενός σοβαρού κινδύνου για το κοινωνικό σύνολο τεκμηριωνόταν και έτσι τα —υπό άλλες συνθήκες— μικρής σημασίας παραπτώματα των οπαδών του μεταβάλλονταν αυτομάτως σε πράξεις ιδιαίτερης σοβαρότητας. Ακριβώς το σημείο αυτό εντοπίζει ο αρθρογράφος του Έθνους σε μία ανάλυση που επιχειρεί μέσα από τις στήλες της εφημερίδας, το φθινόπωρο του 1956, παρέχοντας στους αναγνώστες του μία ερμηνεία του τρόπου με τον οποίον το ροκ εν ρολ μπορούσε να μεταβάλει αυτές τις, όπως γράφει, «φαινομενικώς άκακες ειρωνικές εκδηλώσεις», σε κίνδυνο του κοινωνικού συνόλου:

Το φαινόμενο «Ροκ εντ Ρολ» δεν είνε απλό, και ούτε πρέπει να περάση με αστειότητες και επιπόλαιες φαιδρολογίες. Γιατί είνε σαφές φαινόμενον παρακμής, που δείχνει ότι τα σημερινά νειάτα ρέπουν ομαδικά στο κακό, που εκδηλούται είτε με εγκλήματα, είτε με φαινομενικώς άκακες ειρωνικές εκδηλώσεις, όπως ο χορός, που η εσωτερική διάθεσις και η παρόρμησις τις μεταβάλλει σε κινδύνους του συνόλου...25

24. P. Rock, S. Cohen, ό.π., σ. 294-295.

25. Χ. Χαιρόπουλος, «Ροκ εντ Ρολ», Έθνος, 08.11.1956. Ο Χρήστος Χαιρόπουλος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1909. Γιος του δημοσιογράφου Κωστή Χαιρόπουλου, υπήρξε από τους σημαντικότερους δημοσιογράφους της εποχής του. Πολυσχιδής προσωπικότητα, ασχολήθηκε παράλληλα και με ιδιαίτερη επιτυχία με τη συγγραφή λογοτεχνικών και θεατρικών κεμένων, με τη σύνθεση τραγουδιών, αλλά και τη στιχουργική. Για το έργο του Χρήστου Χαιρόπουλου, βλ. Ν. Παπαδημητρίου, Οι συγγραφείς της αθηναϊκής δημοσιογραφίας, τ. Β', Αθήνα 1990, σ. 340-342.

Σελ. 128
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/70/gif/129.gif&w=600&h=915

Η εμφάνιση του ροκ εν ρολ, τον Οκτώβριο του 1956, φαίνεται ότι λειτούργησε ως καταλύτης υποκινώντας μια συζήτηση η οποία εκκινούσε από την «καταστροφική επιρροή» του, οι εκβολές της όμως αφορούσαν ουσιαστικά τις συμπεριφορές της ελληνικής νεολαίας, τις πρακτικές της, τα πρότυπα και τις επιρροές της. Στην παραπάνω συζήτηση το ροκ εν ρολ λειτουργούσε μάλλον ως πρόσχημα και αφετηρία, μία πραγματικότητα που αναγνωριζόταν ακόμη και από όσους το επέκριναν, όπως λ.χ. ο Χ. Χαιρόπουλος, ο οποίος όχι μόνο διαπίστωνε ότι μία ενδεχόμενη απαγόρευση του ροκ εν ρολ δεν επρόκειτο να επιφέρει ουσιαστικά αποτελέσματα, καθώς η μόνη λύση βρισκόταν στη «θεραπεία» της νεολαίας «από την βαθιά ηθική διάβρωσι του χαρακτήρος της και της ψυχής της, που αυτή και μόνη δημιουργεί φαινόμενα σαν το ροκ εντ ρολ»,26 αλλά απηύθυνε μάλιστα προσκλητήριο σε ψυχολόγους, παιδαγωγούς και πολιτικούς για τη μελέτη και τη λήψη μέτρων εναντίον ενός φαινομένου, το οποίο και χαρακτηρίζει «μίασμα».27 Στο εξής, η «παραστρατημένη νεολαία» και οι επιρροές της —ανάμεσα στις οποίες το ροκ εν ρολ κατείχε προνομιακή θέση- επρόκειτο να είναι και στην Ελλάδα ένα από τα πλέον προσφιλή θέματα της δημόσιας συζήτησης.

2. ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΒΡΕΤΑΝΟΥΣ «TEDDY BOYS»...

Η «παραστρατημένη νεολαία» φαίνεται ότι υπήρξε η ελληνική εκδοχή ενός φαινομένου «ανάρμοστης συμπεριφοράς», το οποίο στο δεύτερο μισό της πρώτης μεταπολεμικής δεκαετίας γενικεύτηκε και έλαβε παγκόσμιες διαστάσεις ανησυχώντας τις δυτικές —κυρίως— κοινωνίες όσο ελάχιστα ζητήματα. Το 1959 μία δημοσκόπηση στις Ηνωμένες Πολιτείες κατέγραφε ότι η νεανική παραβατικότητα ανησυχούσε τους πολίτες περισσότερο από ό,τι οι συνεχείς δοκιμές της ατομικής βόμβας, η διαφθορά των πολιτικών ή τα φυλετικά προβλήματα:28 στην αμερικανική κοινωνία φαίνεται πως είχε εμπεδωθεί η αντίληψη ότι οι έφηβοι συγκροτούσαν μια ιδιαίτερα «προβληματική» ομάδα, τα μέλη της οποίας προκαλούσαν δυσαρέσκεια και δυσπιστία στους ενήλικες, εκτός αν είχαν την ιδιότητα του πελάτη ή του αθλητή. Σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση, όπως χαρακτηριστικά διαπιστωνόταν, «they are treated as a problem, and potentially a threatening one».29 Η πρόσληψη του εφήβου με τον τρόπο αυτό αποτελούσε μία πραγματικότητα με διεθνείς διαστάσεις, τις οποίες υποδείκνυε

26. Χ. Χαιρόπουλος, «Ροκ εντ Ρολ», Έθνος, 08.11.1956.

27. Στο ίδιο.

28. J. Gilbert, ό.π., σ. 63.

29. P. Rock, S. Cohen, ό.π., σ. 289.

Σελ. 129
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/70/gif/130.gif&w=600&h=915

με ακόμη μεγαλύτερη σαφήνεια ένας άλλος όρος που την ίδια περίπου εποχή έκανε την εμφάνισή του, εγγράφοντας την ελληνική περίπτωση σε ένα πλαίσιο εξελίξεων που καταργούσε τα στενά όρια του -όποιου- εθνικού κράτους: ο όρος «τεντιμποϊσμός».

Στην Ελλάδα όρος αυτός χρησιμοποιήθηκε κατά κόρον για να χαρακτηρίσει όσους νέους όχι απλώς υπήρξαν «παραστρατημένοι», αλλά επιπλέον έτειναν να διαμορφώνουν τη συμπεριφορά τους με βάση πρότυπα τα οποία έρχονταν από το εξωτερικό. Η εκτεταμένη χρήση του όρου συσκοτίζει το γεγονός ότι ουσιαστικά υπήρξαν τρία διαφορετικά είδη «τεντιμποισμού»: ο «πραγματικός» τεντιμποϊσμός, πραγματικός με την έννοια ότι οι πρωταγωνιστές του (οι οποίοι ουσιαστικά περιορίζονταν στο Ηνωμένο Βασίλειο) προσδιορίζονταν με βάση συγκεκριμένα αισθητικά και ενδυματολογικά προτάγματα, ο τεντιμποϊσμός τον οποίον συγκροτούσε ένα σύνολο παραβατικών πράξεων μικρής συνήθως σημασίας, κύριο χαρακτηριστικό των οποίων υπήρξε η έλλειψη «προφανούς κινήτρου», γεγονός που θα καταγράψουν έκπληκτοι οι σύγχρονοι παρατηρητές του φαινομένου και τέλος, ο τεντιμποϊσμός που δεν είχε καμία σχέση με παραβατικές συμπεριφορές, οι πρωταγωνιστές του, όμως, καταργώντας με τον τρόπο ζωής τους τις παραδοσιακές ηθικές επιταγές και τα πρότυπα της ελληνικής κοινωνίας, κινούνταν ακριβώς σε μία γκρίζα ζώνη, ανάμεσα στο ηθικά και το ποινικά κολάσιμο.

Το φαινόμενο του τεντιμποϊσμού (από τον όρο «teddy boy») εμφανίστηκε στη Βρετανία στις αρχές της δεκαετίας του '50, όταν διαπιστώθηκε ότι μια σειρά από επεισόδια (όπως επιθέσεις σε ανύποπτους περαστικούς, μαχαιρώματα, συμπλοκές ανάμεσα σε συμμορίες, επιθέσεις σε αστυνομικούς κλπ) διαπράττονταν από νέους οι οποίοι έδειχναν μία ιδιαίτερη προτίμηση σε ένα συγκεκριμένο στυλ ντυσίματος, γνωστό και ως «εδουαρδιανό»:30 φορούσαν μακριά σακάκια με βελούδινο περιλαίμιο, στενά παντελόνια, παπούτσια από σουέτ με λαστιχένιες σόλες, προτιμούσαν τις χαρακτηριστικές λεπτές γραβάτες, ενώ το μαλλί τους ήταν ασυνήθιστα μακρύ για τα δεδομένα της εποχής και επιμελημένα γυαλιστερό. Οι «teddy boys» δεν ήσαν οι πρώτοι που παρουσίασαν τον συγκεκριμένο τύπο ντυσίματος, καθώς την επαύριο του Β' Παγκοσμίου Πολέμου πολλοί Βρετανοί νέοι που ανήκαν στα μεσαία και ανώτερα στρώματα του πληθυσμού είχαν θεωρήσει αυτό το πρωτότυπο ντύσιμο του δανδή μία «ευχάριστη καινοτομία».31 Στις αρχές της δεκαετίας του '50, όμως, όταν έγινε αντιληπτό ότι το ντύσιμο τους είχε διαδοθεί στις φτωχές συνοικίες του νότιου Λονδίνου και είχε ήδη «υιοθετηθεί» από πολλούς νέους που ανήκαν στην εργατική τάξη, οι εύποροι Λονδρέζοι νέοι ένιωσαν την ανάγκη να αποποιηθούν το μέχρι

30. Ονομασία που προήλθε από το γεγονός ότι τα ρούχα αυτά είχαν φορεθεί κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Εδουάρδου του Έβδομου (1901-1910).

31. P. Rock, S. Cohen, ό.π., σ. 289.

Σελ. 130
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/70/gif/131.gif&w=600&h=915

τότε προσφιλές τους ντύσιμο, το οποίο στο εξής επρόκειτο να ταυτιστεί με τους νέους που προέρχονταν από τα φτωχότερα στρώματα του πληθυσμού.

Η σύνδεση του συγκεκριμένου ντυσίματος με την παραβατικότητα δεν υπήρξε εξαρχής δεδομένη' επήλθε σταδιακά μετά το 1953, όταν άρχισε να γίνεται αντιληπτό ότι οι πρωταγωνιστές πολλών επεισοδίων που διαπράττονταν από νεαρά άτομα (οι οποίοι ως τότε χαρακτηρίζονταν «cosh boys» ή «spivs») αρέσκονταν να ντύνονται ως «δανδήδες». Στην αρχή θεωρήθηκε ότι οι παραβάσεις αυτές δεν υπήρχε λόγος να ταξινομηθούν σε κάποια ιδιαίτερη κατηγορία και ότι η μόνη καινοτομία ήταν πως οι νεαροί παραβάτες ήσαν ντυμένοι διαφορετικά από ό,τι τα προηγούμενα χρόνια. Ωστόσο, στις αρχές του 1954, η εξάπλωση των teddy boys σε πολλές βρετανικές πόλεις, καθώς και μια σειρά από επεισόδια που έλαβαν ιδιαίτερη έκταση στον βρετανικό Τύπο, επέδρασαν καταλυτικά ώστε να εμπεδωθεί η άποψη πως οι νέοι παραβάτες με το εδουαρδιανό ντύσιμο συνιστούσαν ένα κοινωνικό φαινόμενο που είχε τις δικές του ιδιαιτερότητες. Καθώς το ενδυματολογικό στυλ υπήρξε το μόνο εμφανές στοιχείο που μπορούσε να «ενοποιήσει» τους νεαρούς αυτούς παραβάτες και να «εξηγήσει» τις πράξεις τους, άρχισε να συμβολίζει ένα κοινωνικό πρόβλημα,32 οι σχολιαστές έσκυψαν να αναλύσουν τα αίτιά του και ένας νέος όρος εμφανίστηκε με σκοπό να αποδοθεί η καινοφανής αυτή μορφή παραβατικότητας: ο όρος «teddy boy».33

Οι teddy boys απασχόλησαν την κοινή γνώμη της Γηραιάς Αλβιόνας τουλάχιστον μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του '50. Θα μπορούσε όμως κάποιος να ισχυριστεί χαριτολογώντας, πως από μία άποψη η κοινή γνώμη ήταν εκείνη που «απασχόλησε» τους teddy boys, μιας και αποτελεί δεδομένο που δεν επιδέχεται αμφισβήτηση ότι η μετατροπή μιας ενδυματολογικής πρακτικής σε σύμβολο παραβατικότητας, στάθηκε αρκετή για να μεταβάλει στα μάτια της κοινωνίας εκατοντάδες νέους σε εν δυνάμει παραβάτες. «Τριγυρνούσες με μια παρέα φίλων και στα μάτια του κόσμου αποτελούσατε συμμορία»,34 αφηγείται χαρακτηριστικά ένας νεαρός ενισχύοντας την άποψη ότι η θεωρία περί «κύματος νεανικής βίας» υπήρξε περισσότερο μία κατασκευή: πράγματι, ακόμη και το 1956, έτος το οποίο θεωρείται η κορύφωση του φαινομένου των teddy

32. Στο ίδιο, σ. 292.

33. Σύμφωνα με τους Paul Rock και Stanley Cohen, ο όρος εμφανίστηκε για πρώτη φορά στον Τύπο τον Μάρτιο του 1954 (P. Rock, S. Cohen, ό.π., σ. 294). Σύμφωνα με άλλη πηγή, η πρώτη εφημερίδα που χρησιμοποίησε το συγκεκριμένο όρο ήταν η Daily Express λίγους μήνες νωρίτερα, στις 23 Σεπτεμβρίου του 1953 («The Story of the Teddy Boy Movement», στο http://www.geocities.com/Nashville/7957/historique.htm, τελευταία επίσκεψη: 17.07.2006).

34. T. Parker, The Ploughboy, 1965, σ. 24-25, το αναφέρουν οι P. Rock, S. Cohen, ό.π., σ. 299-300.

Σελ. 131
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/70/gif/132.gif&w=600&h=915

boys, οι περίφημες «συμμορίες» που εννοείται πως περιφέρονταν και προκαλούσαν πανικό στους κατοίκους των βρετανικών πόλεων, φαίνεται πως υπήρξαν ελάχιστες.35

Παρ' όλα αυτά, το φαινόμενο των teddy boys, δεδομένης της κάλυψης που του δόθηκε από τον Τύπο της εποχής και της εντύπωσης που προκάλεσε, μεταβλήθηκε σε αρχέτυπο και συνώνυμο μιας νεανικής βίας με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, η οποία υποστηρίχθηκε πως αποτελούσε σε ολόκληρη την Ευρώπη «δημιούργημα των καιρών». Στην Ελλάδα ο απόηχος των επεισοδίων που προκαλούσαν οι βρετανοί teddy boys υπήρξε μεγάλος, καθώς πλήθος άρθρων έτειναν να αναγνωρίσουν ότι αυτοί «οι νεαροί μάγγες του Λονδίνου, που περιφέρονται με μακρυά εδουαρδιανά σακκάκια και στενά παντελόνια», είχαν καταντήσει, όπως έγραφε χαρακτηριστικά η Απογευματινή, μία «αληθινή μάστιξ».36

Ακόμη μεγαλύτερη, ωστόσο, υπήρξε η εντύπωση που προκαλούσε το περιεχόμενο των οι ενεργειών τους, καθώς διαπιστωνόταν ότι αυτές αφορούσαν όχι μόνο «κλασικές» παράνομες πράξεις που μπορεί να συναντήσει κανείς σε κάθε εποχή (μαχαιρώματα, ληστείες κλπ), αλλά και πράξεις «παράλογες», που με πολλή δυσκολία κάποιος μπορούσε να ερμηνεύσει. Τον Αύγουστο του 1956, για παράδειγμα, η Αυγή πληροφορούσε τους αναγνώστες της ότι οι teddy boys στο Λίβερπουλ είχαν βρει έναν νέο τρόπο διασκέδασης: έπιαναν γάτες, έδεναν ένα κομμάτι σκοινί στον λαιμό τους και έπειτα τις εκσφενδόνιζαν μακριά. Το ζητούμενο σε αυτό το περίεργο «σπορ» ήταν να δουν ποια γάτα θα πήγαινε πιο μακριά και αυτός που την είχε εκσφενδονίσει κέρδιζε όλα τα χρήματα που υπό τύπο στοιχήματος είχαν από πριν συγκεντρωθεί. Ο αρθρογράφος βρισκόταν σε προφανή αδυναμία να ερμηνεύσει τις πράξεις αυτές, αποδίδοντάς τις απλώς στην επήρεια του οινοπνεύματος, αφήνοντας ωστόσο υπαινιγμούς για μία σχέση ανάμεσα στις πράξεις τους και το υψηλό βιοτικό επίπεδο που απολάμβαναν οι οικογένειές τους:

Το παιχνίδι αυτό ανεκαλύφθη από τα εκκεντρικά πλουσιόπαιδα του Λίβερπουλ. Η τεχνική του είναι εύκολη. Αφού έλθουν σε «φόρμα» με μερικά μπουκάλια ουίσκυ ή τζιν, τα τέντυ μπόυς (ηλικίας όπως είναι γνωστό 14-18 ετών) βγαίνουν στους δρόμους και τις γειτονιές για να μαζέψουν γάτες...37

Το παραπάνω «παιχνίδι» θα μπορούσε κανείς να υποθέσει ότι ανήκει στη χορεία των υπερβολών, τις οποίες παράγει και αναπαράγει στα μέσα της δε-

35. P. Rock, S. Cohen, ό.π., σ. 299.

36. «Οι νεαροί με τα εδουαρδιανά σακκάκια. Νέο κατόρθωμα των τέντυ μπόυς: έκλεψαν το αυτοκίνητο του υψηλότερου Άγγλου βουλευτού! Μια αληθινή μάστιξ δια το Λονδίνον», Απογευματινή, 12.02.1956.

37. «Η εκσφενδόνησις της γάτας, η νέα μόδα των τέντυ μπόυς. Το παιχνίδι που ανακάλυψαν τα πλουσιόπαιδα του Λίβερπουλ», Αυγή, 02.08.1956.

Σελ. 132
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/70/gif/133.gif&w=600&h=915

δεκαετίας του '50 ο αθηναϊκός Τύπος, ωστόσο την ύπαρξή του επιβεβαιώνουν και οι Paul Rock και Stanley Cohen,38 οι οποίοι μάλιστα παραθέτουν μια σειρά από άλλα σχετικά περιστατικά βίας, τα οποία με δυσκολία θα μπορούσε κάποιος να ερμηνεύσει: το 1957 κάποιοι teddy boys φέρεται να ακινητοποίησαν ένα μικρό αγόρι δεκατριών ετών και αφού του πέταξαν πυροτεχνήματα μέσα στα ρούχα του, (φέρεται πως) διασκέδασαν παρακολουθώντας το να φλέγεται.39 Σε κάποια άλλη περίπτωση, ένας άτυχος σκύλος σκεπάστηκε από teddy boys με τούβλα σε μια λακκούβα και παρέμεινε εκεί όλο το βράδυ.40 Το μόνο λογικό συμπέρασμα που προέκυπτε από περιστατικά όπως τα παραπάνω, ήταν ότι οι πράξεις αυτές ουσιαστικά διαπράττονταν με αποκλειστικό σκοπό τη διασκέδαση των νεαρών πρωταγωνιστών τους: με τον τρόπο αυτόν, η έννοια «διασκέδαση» αναδεικνυόταν σε μία κεντρική παράμετρο της σύγχρονης νεανικής παραβατικότητας, στοιχείο που θα βάρυνε αποφασιστικά, ώστε με τον όρο «τεντιμποϊσμός» (εκ του «teddy boy») να χαρακτηριστεί στην Ελλάδα ένας κύκλος παραβατικών περιστατικών, στον οποίον τα ενδυματολογικά προτάγματα του «αυθεντικού», του βρετανικού τεντιμποϊσμού, απουσίαζαν εντελώς.

3. ... ΣΤΗΝ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΤΟΥ «ΤΕΝΤΙΜΠΟΪΣΜΟΥ»

Την άνοιξη του 1957 μια περίεργη είδηση εμφανίστηκε στις στήλες των αθηναϊκών εφημερίδων. Μια ομάδα τεσσάρων νεαρών ηλικίας από δεκαεπτά έως δεκαεννιά ετών, είχε επιτεθεί σε έναν συνταξιούχο ο οποίος, αφού ειδοποιήθηκε να παραλάβει ένα τηλεγράφημα, άνοιξε την πόρτα της οικίας του και αντί του τηλεγραφήματος «εδέχθη κατά πρόσωπον ένα κεσέ από νάϋλον γεμάτο γιαούρτι».41 Ο λόγος για την πράξη αυτή ήταν το ότι ο «άτυχος μεσήλικας» δεν άφηνε τους νεαρούς «δράστες» να παίξουν ποδόσφαιρο κοντά στο σπίτι του, εξαιτίας του θορύβου που προκαλούσαν οι νεαροί με τις φωνές και το παιχνίδι τους. Εξοργισμένοι οι τελευταίοι από τις παρατηρήσεις του συνταξιούχου, σύμφωνα με τα όσα κατέθεσαν, αποφάσισαν να τον εκδικηθούν με έναν πρωτότυπο

38. P. Rock, S. Cohen, ό.π., σ. 309.

39. Παρόμοιο περιστατικό είχε συμβεί και στο Κλίβελαντ των Ηνωμένων Πολιτειών, όπου τρεις νεαροί έδεσαν σε ένα δέντρο έναν δεκαεπτάχρονο, έβαλαν φωτιά στα ρούχα του και διασκέδασαν παρακολουθώντας τον να καίγεται («Τρεις νεαροί τον έδεσαν επί δένδρου και έθεσαν πυρ εις τα ενδύματά του», Το Βήμα, 08.12.1955).

40. P. Rock, S. Cohen, ό.π., σ. 309.

41. «Μια πρωτότυπος εκδίκησις. Τον πασάλειψαν με γιαούρτι γιατί δεν τους άφηνε να παίζουν μπάλλα. Το πάθημα ενός συνταξιούχου που ήθελε την ησυχίαν του τας μεσημβρινάς ώρας», Ακρόπολις, 24.05.1957.

Σελ. 133
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/70/gif/134.gif&w=600&h=915

τρόπο: «Επειδή μας κυνηγούσε, όταν εκάθητο εδώ, και δεν μας άφηνε να παίξουμε, αποφασίσαμε και μεις να τον εκδικηθούμε για όσα μας είχε κάνει. Υστερα από αρκετή σκέψι καταλήξαμε να τον πασαλείψουμε με γιαούρτι και να σπάσουμε έτσι πλάκα εις βάρος του...».42

Η διάσταση της «πλάκας» έκανε για πρώτη φορά την εμφάνισή της στις στήλες των αθηναϊκών εφημερίδων. Την επόμενη διετία, μια σειρά από παρόμοια περιστατικά προστέθηκαν στο παραπάνω. Στα περισσότερα από αυτά οι δράστες ήσαν νεαροί, η ηλικία των οποίων δεν ξεπερνούσε τις περισσότερες φορές τα είκοσι χρόνια. Η μικρή ηλικία των δραστών είχε μία σημασία, ωστόσο δεν δημιουργούσε ιδιαίτερη εντύπωση στους σχολιαστές, δεδομένου ότι η εγκληματικότητα των ανηλίκων οπωσδήποτε δεν υπήρξε κάτι το καινοφανές. Αυτό που πραγματικά δημιουργούσε κατάπληξη, ήταν το γεγονός ότι τα κίνητρα των δραστών τις περισσότερες φορές φαινόταν να εξαντλούνται στην πρόθεσή τους να διασκεδάσουν μέσα από τη διάπραξη αυτών των -μικρής συνήθως σημασίας από ποινική άποψη— παραβάσεων. Η αντιπρόεδρος της Εταιρείας Προστασίας Ανηλίκων έλεγε το 1958 πόσο πολύ την είχε εντυπωσιάσει το ότι οι πράξεις των νέων παραβατών δεν έδειχναν να έχουν μια «λογική» εξήγηση:

Τα μάτια μου έχουν δη πολλά. [...] Μα το παραστράτημα με τη σημερινή του μορφή, ποτέ δεν το αντιμετώπισα. Δεν ισχυρίζομαι ότι τα παιδιά ήταν άλλοτε «αγγελούδια». Αδικοπραγούσαν και εμφανίζονταν στα δικαστήρια για πράξεις όμως, που οι αιτίες τους μας ήταν κατανοητές και πολλές φορές τραγικές. [...] Ποτέ όμως δε συναντήσαμε τέτοιες ασεβείς, σαν τις σημερινές, πράξεις νέων, που γίνονται «για γούστο»...43

Οι στήλες του αθηναϊκού Τύπου δίνουν ενδιαφέρουσες πληροφορίες σχετικά με το περιεχόμενο των πράξεων αυτών: το φθινόπωρο του 1958, για παράδειγμα, τρεις νεαροί φέρεται ότι εισήλθαν σε ένα ιδιωτικό εκπαιδευτήριο επί της οδού Ατταλείας, χαστούκισαν μαθητές, δημιούργησαν μικροεπεισόδια και έπειτα εξαφανίστηκαν.44 Παρόμοιο περιστατικό συνέβη και στη Θεσσαλονίκη, όπου δύο νέοι δεκαοκτώ χρονών εισήλθαν σε νυχτερινό σχολείο, στο οποίο φοιτούσαν κοπέλες, και άρχισαν να «ασχημονούν» εναντίον τους. Ο διευθυντής του σχολείου κατόρθωσε να τους εκδιώξει, αυτοί ωστόσο με χαρακτηριστική αφέλεια επανήλθαν τρεις φορές ακόμη, μέχρι που η επέμβαση της αστυνομίας οδήγησε τελικά στη σύλληψή τους.45 Σε άλλες περιπτώσεις τα περιστατικά μπορούν να χαρακτηριστούν πιο σοβαρά, όπως εκείνο το οποίο καταγράφηκε

42. Στο ίδιο.

43. «Μια επίκαιρη κοινωνική έρευνα της Αυγής. Τεντυμποϋσμός. Ο κίνδυνος που απειλεί την νεολαία μας», Αυγή, 27.09.1958.

44. «Ο νέοι άθλοι τριών νεαρών τέντυ μπόϋς», Αυγή, 11.10.1958.

45. «Τέντυ μπόϋς επέδραμαν κατά νυκτερινού σχολείου», Αυγή, 06.12.1958.

Σελ. 134
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/70/gif/135.gif&w=600&h=915

το 1958, όταν τέσσερις έφηβοι ηλικίας από δώδεκα έως δεκατεσσάρων ετών, επιτέθηκαν στην Αθήνα σε μία γυναίκα, της «εσήκωσαν τα ενδύματα και άρχισαν να την θωπεύουν ομαδικώς».46

Ωστόσο, η πραγματικά εμβληματική πράξη του τεντιμποϊσμού φαίνεται πως ήταν η κλοπή αυτοκινήτων. Και στην περίπτωση αυτή η έννοια της διασκέδασης υπήρξε καταλυτική: οι νεαροί δράστες δεν έκλεβαν αυτοκίνητα με σκοπό να τα πουλήσουν και να αποκομίσουν κάποιο χρηματικό όφελος, αλλά για εφήμερη χρήση και διασκέδαση. Το στοιχείο αυτό υπήρξε ουσιώδες χαρακτηριστικό της νεανικής παραβατικότητας και σε άλλες χώρες της Ευρώπης, όπως στην Ιταλία, όπου οι πρωταγωνιστές ανάλογων περιστατικών, γνωστοί ως «teppisti», έδειχναν επίσης μια ιδιαίτερη προτίμηση στην κλοπή αυτοκινήτων, τα οποία χρησιμοποιούσαν για τη βόλτα τους και κατόπιν τα εγκατέλειπαν.47

Η προνομιακή θέση του αυτοκινήτου στις προτιμήσεις των νεαρών παραβατών δεν υπήρξε τυχαία. Για τους νέους της δεκαετίας του '50 το αυτοκίνητο φαίνεται πως υπήρξε κάτι περισσότερο από ένα όχημα. Υπήρξε ένα σύμβολο σεξουαλικής ισχύος και αντικείμενο του πόθου πλήρως ταυτισμένο με τον ηδονισμό, ικανοποιούσε παράλληλες «ανάγκες» για επίδειξη και ψυχαγωγία, ενίσχυε την εκτίμηση της παρέας, αλλά και την αυτοεκτίμηση του δράστη. Όπως χαρακτηριστικά γράφει η Simonetta Piccone Stella «the uses made of it [...] satisfied desires of exhibitionism, collective fun, temporary enjoyment of someone else's property and sexual power. You can do anything with a car; it is the means to omnipotence; for these young people, it took the symbolic place of money».48

Πολλές ειδήσεις στον αθηναϊκό Τύπο τεκμηριώνουν την προνομιακή θέση του αυτοκινήτου στις προτιμήσεις των νεαρών Ελλήνων παραβατών: το 1958, για παράδειγμα, η αστυνομία συνέλαβε στη Γλυφάδα μια ομάδα νεαρών από δεκαπέντε έως δεκαεπτά ετών, οι οποίοι έκλεβαν αυτοκίνητα. Οι δράστες φέρεται ότι κινούνταν οργανωμένα και βάσει σχεδίου, στο οποίο συμμετείχαν όχι μόνο αγόρια, αλλά και κοπέλες: σύμφωνα με τις περιγραφές των εφημερίδων, οι νεαροί επεσήμαιναν στη διάρκεια της ημέρας το αυτοκίνητο της αρεσκείας τους και το βράδυ, προσποιούμενοι τους ερωτευμένους, πλησίαζαν το αυτοκίνητο και παραβίαζαν τις θύρες του, ενώ οι κοπέλες πρόσεχαν μήπως πλησιάζει κάποιος περαστικός. Δικαιολογώντας τις πράξεις τους ομολόγησαν ότι «έκλεβαν αυτοκίνητα [...] και διέπρατταν τις άλλες αξιόποινες πράξεις των, για να διασκεδάζουν».49 Τον Απρίλιο του 1957 οκτώ νέοι ηλικίας από δεκαεπτά έως

46. «Ομαδική επίθεσις νεαρών εναντίον εγγάμου γυναικός», Αυγή, 24.12.1958.

47. S. Piccone Stella, «"Rebels Without a Cause"», ό.π., σ. 170-174.

48. Στο ίδιο, σ. 171.

49. «Σπείρα νεαρών κλεπτών συνελήφθη στην Γλυφάδα», Αυγή, 08.10.1958.

Σελ. 135
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/70/gif/136.gif&w=600&h=915

είκοσι δύο ετών συνελήφθησαν από την αστυνομία με την κατηγορία ότι είχαν διαρρήξει πολλά αυτοκίνητα, τα οποία, αφού είχαν χρησιμοποιήσει, κατόπιν παρατούσαν στο δρόμο. Η δικαιολογία των δραστών ήταν και εδώ η ίδια: η επιθυμία για διασκέδαση.50

Παρά το γεγονός ότι οι πράξεις αυτές δεν μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως ιδιαίτερα σοβαρές από νομική άποψη, υπήρξαν υπεύθυνες για τη δημιουργία ενός κλίματος πανικού, στο οποίο η ύπαρξη του στοιχείου της «υπερβολής» αποτελούσε βασική παράμετρο (οι Paul Rock και Stanley Cohen εντοπίζουν επίσης το στοιχείο της υπερβολής στην καταγραφή και τον σχολιασμό του φαινομένου στη Βρετανία, υποστηρίζοντας ότι, δίχως άλλο, υποδεικνύει «κάτι από το κλίμα των ημερών»).51 Το συμπέρασμα αυτό προκύπτει όχι μόνο από την πυκνότητα της παρουσίας στον Τύπο άρθρων και αφιερωμάτων σε αυτό το «σύγχρονο πρόβλημα», αλλά κυρίως από την ίδια τη διαχείριση των γεγονότων. Το παρακάτω παράδειγμα είναι ενδεικτικό: τον Οκτώβριο του 1957 η Ακρόπολις δημοσίευσε ένα άρθρο, το οποίο έφερε τον εξαιρετικά πομπώδη τίτλο «Συμμορία νεαρών τέντυ-μπόϋς είνε ο τρόμος των Αθηναίων σωφέρ». Παρά τη χρήση όρων και χαρακτηρισμών («συμμορία» λ.χ. ή «τρόμος») που συνήθως αναφέρονταν σε πράξεις οι οποίες κατατάσσονταν στην «παραδοσιακή» εγκληματικότητα, η εφημερίδα αναφερόταν σε μία απλώς περίεργη συνήθεια η οποία τους τελευταίους μήνες είχε κάνει την εμφάνισή της στους κεντρικούς δρόμους της Αθήνας:

... Επιβαίνουν ενός αυτοκινήτου ιδιωτικής χρήσεως και αρχίζουν το... γλέντι στις μεγάλες αρτηρίες. [... ] Ρίχνουν τα μεγάλα φώτα του αυτοκινήτου τους στους ατυχείς οδηγούς των άλλων αυτοκινήτων, τους στραβώνουν, τους αναγκάζουν να ελαττώσουν ταχύτητα, τότε τους πλησιάζουν, τους πλευρίζουν για ένα δευτερόλεπτο και τους κάνουν την μεγάλη... λαχτάρα! Από τ ανοιχτό τζάμι της πορτιέρας τους ρίχνουν στα μούτρα ό,τι μπορεί να φαντασθήτε: αλευρόκολλα, φούμο, διαολόσκονη, που τους κάνει να πεθαίνουν από το φτάρνισμα, μελάνι, κάθε τι που θα μπορούσε να τους προξενήσει μια ζημιά ή να τους κάνει να τρελλαθούν από τον θυμό τους και την λύσσα τους...52

Οι σχολιαστές στέκονταν αμήχανοι απέναντι σε περιστατικά όπως το παραπάνω, τα οποία και συνιστούσαν κάτι που, όπως χαρακτηριστικά έγραφαν,

50. «Συνελήφθη σπείρα νεαρών κλεπτών αυτοκινήτων που διέθετε και όπλα», Ακρόπολις,, 27.04.1957.

51. P. Rock, S. Cohen, ό.π., σ. 312-313.

52. «Συμμορία νεαρών τέντυ-μπόϋς είνε ο τρόμος των Αθηναίων σωφέρ», Ακρόπολις, 18.10.1957.

Σελ. 136
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/70/gif/137.gif&w=600&h=915

«είνε αδύνατο να συλλάβη ένα ισορροπημένο μυαλό».53 Αναγνώριζαν βέβαια ότι τα κίνητρα των δραστών περιορίζονταν απλώς στο να «διασκεδάσουν» με τα παθήματα των «ατυχών βιοπαλαιστών», την ίδια στιγμή ωστόσο δεν δίσταζαν, με προφανή υπερβολή, να αποκαλέσουν τους πρωταγωνιστές τέτοιων πράξεων «τρόμο των αθηναίων σωφέρ». Φαίνεται πως η συμβολή των εφημερίδων στη δημιουργία ενός κλίματος πανικού σχετικά με τα «κρούσματα τεντιμποϊσμού» υπήρξε καθοριστική, γεγονός που έγινε αντιληπτό την εποχή ακόμη που η δημόσια περί τεντιμποϊσμού συζήτηση δεν είχε ενσωματώσει τα σχετικά επιστημονικά και στατιστικά δεδομένα, αλλά διεξαγόταν υπό το βάρος της πίεσης που ασκούσε η απαίτηση του Τύπου για λήψη νομοθετικών και άλλων μέτρων. Επρόκειτο μάλιστα για μία άποψη με θεσμική υπόσταση, καθώς, όταν το φθινόπωρο του 1959 η κυβέρνηση Καραμανλή έφερνε στο Κοινοβούλιο προς ψήφιση νόμο που στόχευε στην «πάταξη του τεντιμποϊσμού», βουλευτές της αντιπολίτευσης επιχείρησαν να τεκμηριώσουν την αντίθεσή τους στο νομοσχέδιο υποστηρίζοντας ότι «το τοιούτον υφίσταται μόνον εις την φαντασίαν μερικών εφημεριδογράφων» ·54

Η άποψη ότι ο τεντιμποι'σμός ήταν στην Ελλάδα ουσιαστικά ένα ανύπαρκτο φαινόμενο το οποίο είχε πάρει διαστάσεις εξαιτίας της κάλυψης που είχαν λάβει από τον Τύπο ορισμένα περιστατικά, υποστηρίχθηκε με ιδιαίτερη θέρμη από τον βουλευτή I. Γιαννόπουλο, ο οποίος μάλιστα απέδιδε την επιθυμία παραγόντων της EPE να ψηφιστεί νόμος εναντίον του τεντιμποϊσμού σε ορισμένα περιστατικά, τα οποία έτυχαν υπερβολικής κάλυψης από τον Τύπο και «ως εκ τούτου επηρεάσθη ο κ. Υπουργός επί της Δικαιοσύνης και κατέληξεν εις την λήψιν αυτών των μέτρων».55 Ακόμη και βουλευτές της EPE που συντάσσονταν ανεπιφύλακτα με την ψήφιση του νόμου «περί καταστολής αξιοποίνων τινών πράξεων», συμφωνούσαν με την άποψη αυτή, όπως για παράδειγμα ο Λ. Λαζανάς, ο οποίος υποστήριζε πως ο νόμος αυτός ερχόταν να καταστείλει τα αδικήματα των τεντιμπόηδων, «δια τα οποία και ο τύπος και η Κοινωνία εξεδήλωσαν τον αποτροπιασμόν των».56 Συνεπώς, συμπλήρωνε ο βουλευτής της συμπολίτευσης, «αξιεπαίνως ο κ. Υπουργός της Δικαιοσύνης ανταποκρίνεται εις την επιθυμίαν της Κοινωνίας».57

53. Στο ίδιο.

54. Επίσημα Πρακτικά της Ειδικής Επιτροπής της Βουλής του Άρθρου 35 του Συντάγματος, Περίοδος Ε'- Σύνοδος Α', Συνεδριάσεις ΡΕ' - PME', Τετάρτη 2 Σεπτεμβρίου- Τρίτη 10 Νοεμβρίου 1959, Αθήνα 1976, σ. 1867: συνεδρίαση ΡΘ', 09.09.1959.

55. Στο ίδιο, σ. 1866.

56. Επίσημα Πρακτικά της Ειδικής Επιτροπής της Βουλής του Άρθρου 35 του Συντάγματος, Περίοδος Ε'- Σύνοδος Α', Συνεδριάσεις ΡΕ'- PME', Τετάρτη 2 Σεπτεμβρίου- Τρίτη 10 Νοεμβρίου 1959, Αθήνα 1976, σ. 2143: συνεδρίαση ΡΚΒ', 01.10.1959.

57. Στο ίδιο. Ας προσθέσουμε στο σημείο αυτό ότι και ο ίδιος ο υπουργός Δικαιοσύνης

Σελ. 137
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/70/gif/138.gif&w=600&h=915

Η «επιθυμία της Κοινωνίας», στην οποία και αναφερόταν ο Λ. Λαζανάς, είχε σχηματιστεί με βάση δημοσιεύματα και σχολιασμούς συγκεκριμένων περιστατικών, τα οποία όντως προκάλεσαν μεγάλη αίσθηση. Είναι όμως πολύ πιθανό τίποτε να μην είχε συμβεί εάν το φαινόμενο της καινοφανούς αυτής βίας δεν συνδεόταν με ένα «ανησυχητικό φαινόμενο» το οποίο την ίδια εποχή ενδημούσε σε πολλές σύγχρονες κοινωνίες, υπερπηδώντας μάλιστα με εντυπωσιακό τρόπο πολιτικούς και ιδεολογικούς φραγμούς. Ο τεντιμποϊσμός γινόταν αντιληπτός ως ένα πρόβλημα με διεθνείς διαστάσεις, το οποίο φαινόταν πως έκανε την παρουσία του αισθητή πια και στην Ελλάδα, δικαιώνοντας τους Ρ. Rock και S. Cohen, που έγραψαν ότι «Audiences did not react to the Teddy Boy; they reacted to the conception of it».58 Ανάμεσα στο 1957 και το 1960 δεκάδες άρθρα ασχολήθηκαν με το τι συνέβαινε στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες, με έναν τρόπο που σχεδόν πάντοτε έτεινε να καλλιεργήσει την αντίληψη ότι το ζήτημα της νεανικής βίας αποτελούσε ένα από τα σοβαρότερα προβλήματά τους.

Στην Ιταλία, για παράδειγμα, οι πράξεις των τεντιμπόηδων φέρεται να ώθησαν την αστυνομία να οργανώσει μία «εκστρατεία» εναντίον τους στο βιομηχανικό τρίγωνο του βορρά,59 όπου και εκδηλώθηκαν οι περισσότερες από αυτές,60 με αποτέλεσμα τη σύλληψη, σε ένα βράδυ, περίπου διακοσίων νεαρών στο Μιλάνο.61 Οι ανταποκρίσεις από τη Γαλλία χρησιμοποιούσαν μια φρασεολογία που παρέπεμπε σε πολεμικές συρράξεις, για να αποδώσουν το κλίμα πανικού που (εννοείται πως) επικρατούσε εκεί. Κάποια επεισόδια που έγιναν στην πόλη Τουλόν λ.χ., προβλήθηκαν ως «πολύνεκρος μάχη» (ας σημειωθεί ότι πουθενά στο δημοσίευμα δεν αναφέρεται ο θάνατος έστω ενός ανθρώπου), ενώ οι πρωταγωνιστές των επεισοδίων, σύμφωνα με το δημοσίευμα, χρησιμοποίησαν «όλους τους κανόνας της τεντυμποϋστικής στρατηγικής και τακτικής».62 Την ίδια στιγμή το Παρίσι φέρεται πως ήταν έρμαιο των εγκληματικών διαθέσεων χιλιάδων τεντιμπόηδων,63 ενώ οι στατιστικές του υπουργείου

παραδέχτηκε ότι το κίνητρο για την κατάθεση του σχεδίου Ν.Δ. ήταν «η συγκίνηση», όπως γράφει, που προκάλεσαν ορισμένα περιστατικά, καθώς και η επανάληψή τους (Επίσημα Πρακτικά της Ειδικής Επιτροπής, σ. 1869: συνεδρίαση ΡΘ', 09.09.1959).

58. P. Rock, S. Cohen, ό.π., σ. 300.

59. Πρόκειται για το γεωγραφικό τρίγωνο που σχηματίζουν οι πόλεις Μιλάνο, Τορίνο και Γένοβα, κύριες εστίες και οι τρεις της βιομηχανικής ανάπτυξης στην Ιταλία του μεταπολεμικού «miracolo economico».

60. S. Piccone Stella, ό.π., σ. 158.

61. «Εκστρατεία εξυγιάνσεως: 200 τέντυ-μπόυς συνελήφθησαν στο Μιλάνο», Αθηναϊκή, 01.0.1959.

62. «Πολύνεκρος μάχη 50 νεαρών τέντυ-μπόυς και παραθεριστών», Αθηναϊκή, 27.07.1959.

63. «Στην Γαλλική πρωτεύουσα: Δύο χιλιάδες τέντυ-μπόυς έχουν οργανωθή σε 75 συμμορίες», Αυγή, 23.08.1959.

Σελ. 138
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/70/gif/139.gif&w=600&h=915

Δικαιοσύνης έδειχναν πως μέσα σε δέκα χρόνια η εγκληματικότητα των ανηλίκων είχε αυξηθεί κατά 900 % !64

Στη Δυτική Γερμανία η δράση των εκεί τεντιμπόηδων, γνωστών ως Halbstarke, αποτελούσε, σύμφωνα με τα δημοσιεύματα των εφημερίδων, κάτι περισσότερο από έναν πονοκέφαλο για τις αρχές. Κάποια άρθρα έκαναν λόγο για τέλεση σοβαρών αδικημάτων, όπως για φόνους ή βιασμούς γυναικών, ωστόσο φαίνεται πως ακόμη και σε αυτές τις περιπτώσεις το στοιχείο της «διασκέδασης» υπήρχε σε καθοριστικό βαθμό.65 Παρ' όλα αυτά, τις περισσότερες φορές τα αδικήματα με πολύ δυσκολία θα μπορούσε κάποιος να τα χαρακτηρίσει ως «σοβαρά», όπως δείχνει η παρακάτω περιγραφή:

Προηγουμένως, η ορδή αυτή είχε επιτεθή εναντίον μιας γυναίκας 50 ετών, που επέστρεφε από το κτήμα της με το ποδήλατο της. Οι νεαροί τραμπούκοι πέταξαν τα καλάθια με τις φράουλες, που είχε μαζέψει, και της έρριξαν ένα αναμμένο τσιγάρο στο άνοιγμα του ντεκολτέ της. Μετά από αυτό το «κατόρθωμα» συνήντησαν μια νέα 22 ετών, της επιτέθησαν και επεχείρησαν να την ρίξουν στη λίμνη...66

Δεν ήταν ωστόσο, μόνο αυτές οι χώρες. Η Ιαπωνία είχε τους δικούς της τέντυ μπόυς, τους «Ταγιοζόκου»,67 και η έξαρση του φαινομένου της παραβατικότητας οδήγησε τις αρχές, σύμφωνα με τον Τύπο, στην ανάληψη εκστρατείας για την περιστολή της.68 Στην Αυστραλία «συμμορίες» προκαλούσαν προβλήματα στην αστυνομία, ενώ στη Βιέννη ομάδες νέων επιτίθονταν σε ανύποπτους εργάτες δίχως προφανή λόγο.69 Στη Σουηδία οι συμπλοκές ανάμεσα σε

64. «Ηυξήθη κατά 900% εντός 10ετίας η παιδική εγκληματικότης στη Γαλλία. 4.500 παιδιά στις φυλακές», Ελεύθερος Κόσμος, 07.10.1966. Οι παρατηρήσεις που κάνει ο Gilbert σχετικά με την αξιοπιστία των στατιστικών και τον τρόπο διαχείρισης τους από τις αρχές και τον Τύπο στις Ηνωμένες Πολιτείες, θα πρέπει να μας κάνει ιδιαίτερα επιφυλακτικούς απέναντι στην αξιοπιστία τέτοιων δεδομένων (βλ. J. Gilbert, ό.π., σ. 63-78).

65. Σύμφωνα με ένα δημοσίευμα που έφερε τον εμφατικό τίτλο «Σκοτώνουν οι τέντυ-μπόυς διαβάτας στους δρόμους της Μπον», οι Halbstarke της Βόννης έβγαιναν στους δρόμους και πυροβολούσαν τους διαβάτες «για να διασκεδάσουν». Κάποια στιγμή, η πράξη τους αυτή φαίνεται πως είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατο δύο ανύποπτων περαστικών («Σπορ της μόδας. Σκοτώνουν οι τέντυ-μπόυς διαβάτας στους δρόμους της Μπον», Αυγή, 01.10.1958).

66. «Το Βερολίνο δεύτερον Σικάγον; 450 συλλήψεις τέντυ-μπόυς εντός 15θημέρου. Οι έξαλλοι νεαροί οργιάζουν κάθε νύκτα, γδύνονται και βιάζουν γυναίκες και κακοποιούν και ληστεύουν διαβάτες», Αθηναϊκή, 16.07.1959.

67. «Ταγιοζόκου. Τα τέντυ-μπόυς της Ιαπωνίας. Ο αμερικάνικος τρόπος ζωής. Διαφθορά και εκτραχηλισμός», Αυγή, 18.09.1956.

68. «Συνελήφθησαν 800 εγκληματικοί νεαροί εις το Τόκιο», Ακρόπολις, 13.08.1957.

69. «Η δράσις των Τέντυ-μπόυς στις χώρες της Δυτικής Ευρώπης. Παιδιά "καλών οικογενειών" οι δράσται», Αυγή, 21.08.1957.

Σελ. 139
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/70/gif/140.gif&w=600&h=915

«συμμορίες» παρουσιάζονταν ως καθημερινό πρόβλημα, ενώ στη Δανία η διάσταση του προβλήματος «υποχρέωσε» καθηγητές, διανοούμενους, παιδαγωγούς και ιερωμένους να αναλάβουν εκστρατεία ώστε «να απαλλάξουν τους νέους από το μόλυσμα του τεντυμποϋσμού».70 Ακόμη και στην ήσυχη Ελβετία οι αρχές εξάρθρωσαν μία συμμορία που είχαν συστήσει νεαροί ηλικίας από δεκαοκτώ έως είκοσι τριών ετών και οι οποίοι έκλεβαν κονσέρβες. Ο αρθρογράφος αναφέροντας την είδηση δεν θα παραλείψει να σχολιάσει ότι «οι νέοι δεν είχαν ανάγκη από τα κλοπιμαία και δεν τα πωλούσαν».71

Αντίστοιχα φαινόμενα υπήρξαν, όμως, και στις Λαϊκές Δημοκρατίες. Στην Ανατολική Γερμανία λ.χ. νεαροί που έγιναν γνωστοί ως «rowdies» τριγυρνούσαν στους δρόμους, δημιουργούσαν επεισόδια και επιτίθονταν σε αστυνομικούς.72 Στη Σοβιετική Ένωση ο πυρήνας απ' όπου ξεπήδησαν οι εκεί teddy boys, υπήρξαν οι «stiliagi», άτομα νεαρής ηλικίας που αρέσκονταν να ντύνονται «με στυλ», όπως φανερώνει και η ονομασία τους, και πιο συγκεκριμένα αμερικανικό στυλ.73 Στη Βουλγαρία, σύμφωνα με όσα υποστηρίζει η Αθηναϊκή, υπήρχε ήδη στα τέλη της δεκαετίας του '50 ένα «ολονέν αυξανόμενο κύμα εγκληματικότητος», το οποίο οδήγησε τις αρχές να επιβάλουν την ποινή του θανάτου στον φερόμενο ως αρχηγό των Βουλγάρων κακοποιών.74

Παρά το γεγονός ότι είναι δύσκολο να διαπιστώσει κανείς το ακριβές περιεχόμενο που δινόταν κάθε φορά στην έννοια «νεανική εγκληματικότητα», πολλώ δε μάλλον την ακρίβεια τέτοιων ειδήσεων που στην κορύφωση του Ψυχρού Πολέμου διακινούνταν με εξαιρετική ευκολία εξυπηρετώντας -όχι σπάνια- τις ανάγκες της προπαγάνδας,75 είναι αναμφίβολο ότι στις αρχές της δεκαετίας του '60 οι αρχές στις Λαϊκές Δημοκρατίες εξέφρασαν την ανησυχία τους για

70. «Η μάστιξ του τεντυμποϋσμού έχει εξαπλωθή εις όλας τας χώρας της Ευρώπης», Αθηναϊκή, 04.11.1959.

71. «Η δράσις των Τέντυ-μπόυς στις χώρες της Δυτικής Ευρώπης. Παιδιά "καλών οικογενειών" οι δράσται», Αυγή, 21.08.1957.

72. U. Poiger, «Rock' n' roll, Female Sexuality», ό.π., σ. 587.

73. Οι «stiliagi» έδιναν στον εαυτό τους αμερικανικά ονόματα, όπως Bob ή Peter, σύχναζαν σε εστιατόρια τα οποία ονόμαζαν «Broadway» και επιχειρούσαν να ντυθούν όπως ot ήρωές τους, ο Τζέιμς Ντην ή ο Τζώνυ Βαϊσμίλερ. Προκάλεσαν την μήνη και την ειρωνεία των αρχών της ΕΣΣΔ, οι οποίες στα μέσα της δεκαετίας του '50 τους κατηγόρησαν για απόκλιση από την κομματική ορθοδοξία. Η Κομσομόλσκαγια Πράβντα συχνά αναφερόταν σε αυτούς, περιγράφοντάς τους ως κακομαθημένα παιδιά που προτιμούν να ξοδεύουν τον χρόνο τους και τα χρήματά τους μιμούμενοι τους τηνέιτζερ της Δύσης (T. Ryback, ό.π., σ. 9-10).

74. «Αυξάνεται το κύμα εγκληματικότητος των νέων στην Βουλγαρίαν», Αθηναϊκή, 20.10.1959.

75. Βλ. σχετικά «Η νεολαία μετέχει εις τον αγώνα των αρχών εναντίον των γκάγκστερς», Βήμα, 04.01.1956' «Όπως απεκάλυψε το Σοβιετικό Υπουργείο Ασφαλείας: Τέντυ-Μπόυς και στην Ρωσία!», Απογευματινή, 15.10.1956' «Η μάστιξ του τεντυμποϋσμού

Σελ. 140
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Ήχοι και απόηχοι. Κοινωνική ιστορία του ροκ εν ρολ φαινομένου στην Ελλάδα, 1956-1967
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 121
    

    1. ΤΟ ΡΟΚ EN ΡΟΛ ΩΣ ΤΜΗΜΑ ΜΙΑΣ ΠΑΡΑΒΑΤΙΚΗΣ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑΣ

    Τούτο [το κάπνισμα] είναι η απαρχή της ηδονής εις την οποίαν ο νεαρός βλαστός συνηθίζει προώρως... Η ηδονή, δηλ. η ευχαρίστισις του καπνίσματος, ως παράδειγμα θα φερη προώρως την χλίσιν προς το σεξ και την κατά ακόρεστον τρόπον ικανοποίησίν του. Μερικές φορές ο κατήφορος ανοίγεται εις τας σεξουαλικάς διαστροφάς, αι οποίαι αποβαίνουν πλέον φανερώς καταστρεπτικαί δια το μέλλον των εφήβων.1

    Η. Γεωργίου, 1974

    Η σύνδεση του ροκ εν ρολ με την παραβατική συμπεριφορά των νέων αποτελεί μία ακόμη εξαιρετικά σημαντική συνιστώσα του κοινωνικού φαινομένου «ροκ εν ρολ», δεδομένου ότι συνιστά τον δεύτερο πυλώνα της μαζικής φοβίας που υποκίνησε η εμφάνιση του ροκ εν ρολ στα μέσα της δεκαετίας του '50 σε μεγάλο τμήμα των δυτικών κοινωνιών (και όχι μόνο, όπως θα δούμε παρακάτω). Σύμφωνα με τους επικριτές του ροκ εν ρολ, μία πρωτοφανής αύξηση στα κρούσματα της παραβατικής συμπεριφοράς των νέων είχε καταγραφεί στις μεταπολεμικές κοινωνίες, φαινόμενο όχι άσχετο με την εμφάνιση του ροκ εν ρολ, καθώς το τελευταίο (υποτίθεται πως) είτε βρισκόταν πίσω από την εξέλιξη αυτή, είτε την τροφοδοτούσε, είτε, πιο απλά, μοιραζόταν με αυτήν κοινό υπόβαθρο. Καθώς οι όροι δεν είναι τίποτε άλλο παρά «ένα νόμισμα με διαφορετική σε κάθε εποχή ανταλλακτική αξία»,2 αξίζει να σταθούμε λίγο παραπάνω, όχι μόνο στη διαδικασία συγκρότησης της διανοητικής αυτής κατασκευής, αλλά και στον τρόπο με τον οποίο οι παραπάνω έννοιες «έπαιξαν» στη δημόσια συζήτηση που υποκινήθηκε. Προκαλούσε, τελικά, την παραβατικότητα των νέων το ροκ εν ρολ; Ποιο ήταν το περιεχόμενο που δινόταν στην έννοια «παραβατική συμπεριφορά», τι ακριβώς ανησυχούσε την κοινωνία και, εν τέλει, η περίφημη αύξηση της τη δεκαετία του '50 υπήρξε πράγματι ή αποτελούσε έναν (ακόμη) μύθο;

    1. Η. Γεωργίου, Η εγκληματικότης των νέων. Διάλεξις δοθείσα εις την Δημοτικήν Βιβλιοθήκην Πετρουπόλεως Αττικής την 27-1-1974, Αθήνα 1974, σ. 5.

    2. Π. Λέκκας, Η Εθνικιστική ιδεολογία. Πέντε υποθέσεις εργασίας στην ιστορική κοινωνιολογία, Αθήνα 1992, σ. 75.