Συγγραφέας:Κατσάπης, Κώστας
 
Τίτλος:Ήχοι και απόηχοι. Κοινωνική ιστορία του ροκ εν ρολ φαινομένου στην Ελλάδα, 1956-1967
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:45
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:2007
 
Σελίδες:463
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Νοοτροπίες και συμπεριφορές
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα
 
Χρονική κάλυψη:1956-1967
 
Περίληψη:Αντικείμενο του βιβλίου αυτού αποτελεί η διερεύνηση του τρόπου με τον οποίον το ροκ εν ρολ εμφανίστηκε στην Ελλάδα, της διαδικασίας μέσω της οποίας διαδόθηκε στη νεολαία, καθώς και η αποκωδικοποίηση των ερμηνειών που δόθηκαν για το ροκ εν ρολ, τις αφετηρίες του και τις (πραγματικές ή υποτιθέμενες) συνέπειές του για την ελληνική νεολαία. Με άλλα λόγια, ο συγγραφέας διερευνά τον απόηχο που οι «ηδονικοί» αυτοί ρυθμοί είχαν στην ελληνική κοινωνία, το πώς η τελευταία ερμήνευσε το ροκ εν ρολ, ποιες ήσαν οι προϋποθέσεις των όποιων προσλήψεων, αλλά και ποιες οι συνέχειες και οι τομές που μπορούν να εντοπιστούν. Δεδομένου ότι ένα τέτοιο εγχείρημα μπορεί να έχει τύχη μόνο συναρθρώνοντας το ροκ εν ρολ στις πολιτικές, οικονομικές, κοινωνικές και ιδεολογικές πραγματικότητες της εποχής του, επελέγη ως καταληκτήριο όριο της έρευνας το 1967.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 25.66 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 196-215 από: 466
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/70/gif/196.gif&w=600&h=915

Ημερομηνία Ώρα μετάδοσης Τίτλος τραγουδιού Καλλιτέχνης

(συγκρότημα)

Ημερομηνία Ώρα μετάδοσης Τίτλος τραγουδιού Καλλιτέχνης

(συγκρότημα)

1 Σεπτεμβρίου 19.30-20.00 Last night

Markeys

The fool I used to be

S. Davis Jr.

Do I warry

B. Lee

Good luch charm

E. Presley

Harlem twist

Henry's twist club

St Tropez twist

Peppino di Capri

Achete-moi un juke-box

Dalida

Le pied su terre

Danny Fisher

Mambo en Espana

Espagnoles

La bamba

Machucambos

Luna lunita

Espagnoles

La fiesta brasilienna

A Trinidad

Πηγή: Ραδιοπρόγραμμα (Απρίλιος-Σεπτέμβριος 1962).

Πηγή: Ραδιοπρόγραμμα (Απρίλιος-Σεπτέμβριος 1962).

3. «ΟΡΓΙΣΜΕΝΑ ΝΙΑΤΑ» ΗΔΟΝΙΣΜΟΣ

Τον Οκτώβριο του 1966 η εφημερίδα Ελεύθερος Κόσμος δημοσίευε ένα αφιέρωμα στους νέους εκείνους τους οποίους οι σχολιαστές αποκαλούσαν «οργισμένα νιάτα». Όπως και ο όρος «γιεγιές», ο όρος «οργισμένα νιάτα» ήταν καινοφανής και χαρακτήριζε εκείνο το τμήμα της ελληνικής νεολαίας (ηλικίας περίπου από 15 έως 25 ετών), το οποίο έτεινε να επιδεικνύει μια συμπεριφορά διαφορετική από αυτή των προηγούμενων γενεών, έχοντας ως πολιτισμικό του σύμβολο τη μουσική των Μπητλς. Σε αντίθεση με τον όρο «γιεγιές», που υπογράμμιζε κυρίως την αγάπη των νέων για τους Μπητλς ως το βασικό χαρακτηριστικό της νέας αυτής γενιάς, ο όρος «οργισμένα νιάτα» αποτελούσε το προϊόν μιας πιο ψύχραιμης ματιάς, η οποία, αν και συνήθως επικριτική, αντιλαμβανόταν πως η εμφάνιση της Μπητλομανίας συνιστούσε απλώς την «κορυφή του παγόβουνου», τίποτε περισσότερο, δηλαδή, από ένα τμήμα μιας ευρύτερης μεταβολής στις ιδέες, τις προτιμήσεις και τις πρακτικές των νέων. Με άλλα λόγια, ο όρος «οργισμένα νιάτα» μετέφερε το κέντρο βάρους της συζήτησης από την «ανεξήγητη» μανία των νέων προς τους Μπητλς και την υπόλοιπη βρετανική σκηνή του ροκ, στην ερμηνεία ενός καινούργιου μοντέλου συμπεριφοράς των νέων με απολύτως συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, τα οποία ο αρθρογράφος επιχειρούσε να κωδικοποιήσει (και να γελοιοποιήσει εν προκειμέ-

Σελ. 196
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/70/gif/197.gif&w=600&h=915

νω) συγκροτώντας τον παρακάτω «δεκάλογο των οργισμένων νιάτων»:

1. Δεν κουρεύονται, 2. δεν πλένονται, 3. δεν κόβουν τα νύχια τους, 4. δεν επιτρέπουν στις φούστες τους να πλησιάσουν στα γόνατά τους, 5. δεν τρέχουν με λιγότερο από 100 χιλιόμετρα την ώρα, 6. δεν μελετάνε παρά φωτορομάντζα, 7. δεν εργάζονται, 8. δεν αναγνωρίζουν κανέναν ηθικό φραγμό, 9. δεν έχουν άλλα ενδιαφέροντα από τους Μπητλς, το σεξ και τις νέες μάρκες αυτοκινήτων, 10. δεν έχουν άλλη φιλοδοξία από το να πιάσουν την καλή και να τα βολέψουν.4,2

Έλλειψη «ηθικών φραγμών», επίδειξη του σώματος σε πρωτόγνωρο βαθμό (βλ. φούστες πάνω από τα γόνατα), και μια σεξουαλική ελευθεριότητα πρωτοφανής, αποτελούσαν σύμφωνα με τον αρθρογράφο μερικές από τις βασικές συνιστώσες της συμπεριφοράς των «οργισμένων νιάτων». Η παραδοχή αυτή αποτελεί υπόμνηση του γεγονότος ότι στα μέσα της δεκαετίας του '60 οι σεξουαλικές σχέσεις των νέων άρχισαν να μεταβάλλονται σε προνομιακό θέμα συζήτησης, καθώς όχι μόνο οι νέοι συζητούσαν περισσότερο για την ερωτική πράξη έχοντας αποβάλει τους περιορισμούς που έθετε η επικρατούσα ηθική στο (πρόσφατο) παρελθόν, αλλά, κυρίως, φαίνεται πως έτεινε να συντελεστεί μία αξιοσημείωτη μεταβολή στον τρόπο με τον οποίο αυτή γινόταν αντιληπτή.

Παρ' όλο που είναι παρακινδυνευμένο να αποδώσει κανείς την ταμπέλα της «σεξουαλικής επανάστασης» στις ερωτικές πρακτικές των Ελλήνων νέων, είναι αλήθεια πως, μετά το 1964, εκείνο το τμήμα της νεολαίας που αυτοπροσδιοριζόταν με βάση την αποδοχή της μουσικής των Μπητλς υπήρξε πιο «απελευθερωμένο» από ό,τι οι νέοι των προηγούμενων γενεών, με την έννοια ότι αντιλαμβανόταν τη σεξουαλική πράξη όχι ως μια λειτουργία που θα έπρεπε να συντελείται αποκλειστικά εντός του γάμου εξυπηρετώντας κατά βάση τον σκοπό της αναπαραγωγής, αλλά ως μια πράξη που μπορούσε να συντελεστεί ανεξάρτητα από το αν οι ερωτικοί σύντροφοι συνδέονταν με τα δεσμά του γάμου, και που είχε κύριο σκοπό της την ερωτική απόλαυση. Αν και αυτή η εκδοχή του έρωτα (ο έρωτας ως απόλαυση) οπωσδήποτε δεν ήταν ξένη στους νέους των προηγούμενων γενεών, αυτό που πραγματικά προκαλούσε έκπληξη ήταν το γεγονός ότι για πρώτη φορά μια τέτοια οπτική δεν καλυπτόταν πίσω από το πέπλο της μυστικότητας και της σιωπής, δεν γινόταν αντιληπτή ως ηθική «παρέκκλιση», αλλά αντιθέτως έβγαινε στο προσκήνιο, και, καθώς άρχισε να αμφισβητεί τις διανοητικές κατασκευές πάνω στις οποίες είχαν οικοδομηθεί τα πρότυπα σεξουαλικής συμπεριφοράς των προηγούμενων γενεών, έτεινε να αποκτά (ή να επιζητά) «ιδεολογικές» διαστάσεις και ερείσματα.

42. Θ. Καρζής, «Πού βαδίζουν οι σύγχρονοι νεαροί διάδοχοι των Συβαριτών; Οι νέοι της οργής», Ελεύθερος Κόσμος, 13.11.1966.

Σελ. 197
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/70/gif/198.gif&w=600&h=915

Η εξέλιξη αυτή δεν αποτελούσε ελληνική πρωτοτυπία. Αντίθετα, οι μεταβολές στις σεξουαλικές πρακτικές των νέων αντανακλούσαν διαδικασίες και εξελίξεις που την ίδια εποχή συντελούνταν (ή μόλις είχαν συντελεστεί) σε παγκόσμια κλίμακα. Και στις διαδικασίες αυτές, η βρετανική και η αμερικανική νεολαία φαινόταν να έχουν «σύρει τον χορό», γεγονός που στις ερμηνείες οι οποίες δόθηκαν όχι μόνο δεν αποκόπηκε από το φαινόμενο της Μπητλομανίας, όχι μόνο δεν θεωρήθηκε άσχετο από το γεγονός ότι οι Μπητλς είχαν εισαγάγει, πέρα από μουσικές, και πλήθος άλλων καινοτομιών οι οποίες συγκροτούσαν σταδιακά ό,τι σύντομα έγινε γνωστό ως «νεανική κουλτούρα», αλλά, αντίθετα, η προβολή τους ως του καθοριστικού εκείνου παράγοντα που «οδηγούσε» τους νέους στη σεξουαλική ελευθερία, αποτελούσε κομβικό σημείο στις ερμηνείες των επικριτών. Το Δελτίο της Ιεράς Συνόδου σχολίαζε τη «σήψη και διαφθορά» των νέων το 1965 επισημαίνοντας σχετικά:

Ως ετόνισεν εσχάτως ο άγγλος δημοσιογράφος Μάλκολμ Μάγκεριτζ, η Αμερική έχει βουλιάξει στο σεξ, το οποίον υπεισέρχεται σε κάθε γωνιά και σχισμή της ζωής. Τα ραντεβού αρχίζουν από ηλικίας εννέα ετών και ακόμη ενωρίτερα. Μικρές κοπελλίτσες... βάφουν το πρόσωπο τους και ουρλιάζουν σαν ύαινες, όταν βλέπουν τους Μπητλς νεαροί ερασταί εξοπλίζονται με χάπια ελέγχου γεννήσεως...43

Πράγματι, στα μέσα της δεκαετίας του '60 πολλά πράγματα φαινόταν να έχουν αλλάξει εντυπωσιακά στον τρόπο με τον οποίον οι νέοι αντιλαμβάνονταν τον έρωτα. Περίπου δέκα χρόνια πριν, το 1956, η Αυγή είχε δημοσιεύσει μία είδηση, η οποία, ακόμη και αν δεχθούμε ότι δεν βασιζόταν σε πραγματικά περιστατικά, αντανακλούσε κάτι από το πνεύμα και τις αντιλήψεις της εποχής: σύμφωνα με το άρθρο, ένας δεκαπεντάχρονος Ιταλός είχε εξομολογηθεί σε δύο ιερείς το γεγονός ότι είχε φιλήσει τη φίλη του- καθώς οι ιερείς του έδωσαν διαφορετική ερμηνεία -ο πρώτος είχε αποφανθεί ότι επρόκειτο για θανάσιμο αμάρτημα, ενώ ο δεύτερος ότι επρόκειτο για αμάρτημα που συγχωρείται— οι θεολόγοι του Βατικανού (φέρεται ότι) υποχρεώθηκαν να προσδιορίσουν τις συνθήκες, κάτω από τις οποίες το φιλί ήταν επιτρεπτό. Σύμφωνα πάντα με την εφημερίδα, το φιλί μπορούσε να γίνει αποδεκτό μόνο στην περίπτωση που δινόταν μεταξύ συζύγων, μεταξύ γονέων και παιδιών, μεταξύ αδελφού και αδελφής (υπό τον όρο «να υπάρχη αγνή διάθεσις», όπως χαρακτηριστικά έγραφε η εφημερίδα), μεταξύ θείου, θείας και ανεψιών (πάλι με «αγνή διάθεση), και τέλος, «μεταξύ προσώπων μη συγγενών που φιλιούνται χωρίς να υπάρχη μεταξύ τους ένα αίσθημα».44 Η περιρρέουσα ατμόσφαιρα μέσα στην οποία ο νέος

43. «Σήψις και διαφθορά», Εκκλησία 10 (15.05.1965), σ. 300.

44. «Ο βαθμός ενοχής. Πότε το φιλί είναι θανάσιμο αμάρτημα; Τι απαντούν οι θεολόγοι», Αυγή, 17.10.1956.

Σελ. 198
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/70/gif/199.gif&w=600&h=915

θα έπρεπε να ικανοποιήσει την ερωτική του επιθυμία χαρακτηριζόταν από έναν συντηρητισμό, ο οποίος εκκινούσε από μια θεολογική οπτική της ερωτικής συμπεριφοράς και διατηρούσε σε ισχύ ένα σύνολο ηθικών περιορισμών και απαγορεύσεων.

Στην Ελλάδα, μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του '50 τα πράγματα δεν ήσαν πολύ διαφορετικά, δεδομένης μάλιστα της προνομιακής θέσης που κατείχε στον δημόσιο βίο η ελλαδική Εκκλησία και της, σχεδόν απόλυτης, κυριαρχίας του «ελληνορθόδοξου» τρόπου σκέψης στην κοινωνία και στους μηχανισμούς μετάδοσης ιδεολογίας (όπως λ.χ. το εκπαιδευτικό σύστημα). Η σκληρή εμπειρία του εμφυλίου πολέμου και η επιβολή ενός κλίματος καταπίεσης και λογοκρισίας (ή και αυτολογοκρισίας) που ακολούθησε την πρώτη μετεμφυλιακή περίοδο, όχι μόνο στο επίπεδο της πολιτικής έκφρασης και στη λειτουργία των δημοκρατικών θεσμών, αλλά κυρίως στο επίπεδο της έκφρασης ιδεών που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν φυγόκεντρες από εκείνες που εντάσσονταν στον σκληρό πυρήνα της ιδεολογίας που πρέσβευε η νικήτρια παράταξη (δηλαδή εκείνη του «ελληνοχριστιανισμού») στένευε ακόμη περισσότερο τα περιθώρια για έκφραση μιας άλλης άποψης σχετικά με τον έρωτα και τις σεξουαλικές πρακτικές.

Η εμφάνιση του ροκ εν ρολ προς τα τέλη του 1956 με τις «καταστροφικές» συνέπειες που επρόκειτο να έχει, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της, για τους νέους και τον θεσμό της οικογένειας, αποτέλεσε μια καλή αφορμή για να επιβεβαιώσει η Εκκλησία της Ελλάδος τον ρόλο της ως της «κατεξοχήν πνευματικής ηγέτιδος»45 της κοινωνίας. Η εναντίον του ροκ εν ρολ πολεμική υπήρξε σαφής, αν και περιορισμένη, γεγονός που δεν αποτελεί αντίφαση, δεδομένου ότι σύντομα έγινε αντιληπτό πως το ροκ εν ρολ ως κίνδυνος αποτελούσε το δέντρο και όχι το δάσος. Το δάσος συνίστατο στην άνευ προηγουμένου ανατροπή που αποτελούσε η εισαγωγή (και) στην Ελλάδα νεωτερικών ιδεών σχετικά με τις σχέσεις των δύο φύλων, και οι ανατροπές αυτές εκκινούσαν κυρίως από μια νέα αντίληψη που φαινόταν να διαχέεται στη νεολαία σχετικά με τον ρόλο και τη θέση της γυναίκας στην κοινωνία. Ο όρος «χειραφέτηση», μια έννοια που θα αποκτήσει την επόμενη δεκαετία κομβική σημασία στα νεανικά κινήματα αμφισβήτησης, ήδη από το 1956 φαίνεται πως απασχολούσε την Εκκλησία, η οποία ορθώς διέβλεπε (και προειδοποιούσε) ότι οι ανατροπές που βρίσκονταν επί θύραις και αφορούσαν την πρόσληψη του φύλου, σύντομα επρόκειτο να επιφέρουν σημαντικές αλλαγές στις σεξουαλικές πρακτικές των νέων. «Υπάρχει αναμφιβόλως ελευθερία και χειραφέτησις καλή», έγραφε το Δελτίο της Ιεράς Συνόδου σχολιάζοντας την τάση απομάκρυνσης των Ελληνίδων από τις παραδόσεις του ελληνοχριστιανισμού. «Όπως υπάρχει και τοιαύτη κακή, η οποία και διαστρέφει την γυναίκα με την εν παντί μίμησιν του ανδρός».46

45. «Ου φροντιστέον... τι ερούσιν οι πολλοί», Εκκλησία 13 (15.07.1957), σ. 256.

46. «Δεν θα ήτο διόλου περιττή», Εκκλησία 20 (15.10.1956), σ. 364.

Σελ. 199
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/70/gif/200.gif&w=600&h=915

Δεδομένου ότι οι σεξουαλικές συμπαραδηλώσεις του ροκ εν ρολ είτε ως μουσική, είτε ως χορός ήταν κάτι που τελικά τονιζόταν περισσότερο από τους επικριτές του, παρά από τους δημιουργούς του, αυτό που φαινόταν να απασχολεί περισσότερο την Εκκλησία ήταν οι ανατροπές που έφερνε ανοίγοντας τις θύρες σε ένα σύνολο νέων οπτικών για τη ζωή, που συνδέονταν κυρίως με τον «αμερικάνικο τρόπο ζωής» και αμφισβητούσαν τις επιταγές της «ελληνορθόδοξης» παράδοσης. Ανάμεσά τους, η πιο σημαντική ανατροπή φαινόταν να είναι η καινούργια αντίληψη σχετικά με τις σεξουαλικές σχέσεις των νέων, και κυρίως εκείνη που έτεινε να θεωρεί τις προγαμιαίες σχέσεις των νέων αποδεκτές, κάτι που η Εκκλησία δεν ήταν διατεθειμένη να ασπαστεί σε καμία περίπτωση. Όταν το 1957 ένας δημοσιογράφος επεσήμαινε από τις στήλες αθηναϊκής εφημερίδας ότι οι νέοι απομακρύνονταν από την Εκκλησία (και) εξαιτίας του ότι θεωρούσαν ξεπερασμένη την άποψή της ότι ο έρωτας εκτός του γάμου συνιστούσε αμαρτία, το Δελτίο της Ιεράς Συνόδου καθιστούσε σαφές ότι η παραπάνω άποψη συνιστούσε μια αρχή που η Εκκλησία σε καμία περίπτωση δεν ήταν διατεθειμένη να απεμπολήσει:

[...] Όθεν είναι εσφαλμένη η άποψις [...] ότι η Εκκλησία καταδικάζει τον έρωτα. Εκτός αν ούτος θεωρή ως έρωτα τας προ του γάμου αντιβιολογικάς, εκφυλιστικάς, αντιανθρωπιστικάς και αντικοινωνικάς ελευθέρας σεξουαλικάς σχέσεις, αι οποίαι εξανδραποδίζουν την φυχήν των νέων. Τοιούτου είδους «έρωτα» αναμφιβόλως καταδικάζει η Εκκλησία. Αλλά τούτο είναι προς τιμήν της!47

Καθώς οι «μεγάλες γυναικείες μορφές», σύμφωνα με την Εκκλησία, ήσαν εκείνες που «αντεπεκρίθησαν πάντοτε εις την Παρθένον, εις την μητέρα και την πιστήν και αφωσιωμένην σύζυγον, η οποία θυσιάζεται για την οικογένειάν της και την πατρίδα της»,48 το πρότυπο της κοπέλας που επιζητεί την προσωπική της ολοκλήρωση εκτός των πλαισίων αυτών, θεωρώντας ταυτόχρονα φυσιολογική την αναζήτηση της ηδονής σε ερωτικές σχέσεις εκτός του γάμου, υπήρξε ο απόλυτος αντίποδας. Στα τέλη της δεκαετίας του '50 τα πρότυπα που προέβαλε η Εκκλησία σχετικά με τον ρόλο της γυναίκας ήσαν ακόμη ακλόνητα και η λειτουργία τους στη διαμόρφωση των διαπροσωπικών σχέσεων καθοριστική, ιδίως στον αγροτικό χώρο όπου «τα έθιμα και η παράδοσις βεβαιούνται ακόμη ισχυρώς [...] και φυλάττονται με ευλάβειαν πολλήν».49

Η γυναίκα όφειλε να επιτελεί τα «καθήκοντά» της ως Ελληνίδα, ως μητέρα και ως σύζυγος, και στο πλαίσιο αυτό οι ερωτικές σχέσεις εκτός του γάμου συνι-

47. Στο ίδιο.

48. Στο ίδιο.

49. Στο ίδιο.

Σελ. 200
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/70/gif/201.gif&w=600&h=915

συνιστούσαν κάτι περισσότερο από μια απόκλιση από την ελληνορθόδοξη παράδοση: μια πρακτική ισοδύναμη του κοινωνικού στίγματος, που ελλόχευε πολλούς κινδύνους για όσες την αποδέχονταν, καθώς έθετε σε κίνδυνο την παρθενία, μία βασική αξία της εποχής και πολλές φορές απαραίτητη προϋπόθεση για τη σύναψη γάμου. Απέναντι σε τέτοιες «σειρήνες» η Ελληνίδα όφειλε, σύμφωνα με την Εκκλησία, να κλείσει τα αυτιά της και να διατηρήσει την «αξιοπρέπειά» της, παραμένοντας κοντά στα ιδανικά που προέβαλε η Ορθόδοξη παράδοση:

Αι δε Ελληνίδες πρέπει να κλειούν τα ώτα των εις τοιαύτα συνθήματα, τα οποία αποσκοπούν να καταβιβάσουν αυτάς υπό του υψηλού θρόνου, επί τον οποίον τας ανεβίβασεν η Ελληνορθόδοξος Παράδοσις. Πρέπει αύται να εννοήσουν καλώς, ότι μόνον μένουσαι πισταί εις τας ωραίας παραδόσεις μας θα διατηρήσουν την αξιοπρέπειάν των και δεν θα οδηγηθούν εις αφόρητον δυστυχίαν και αξιοθρηνήτους συμφοράς.50

Παρά την ιδεολογική κατίσχυση που ακόμη απολάμβανε (ή ενδεχομένως και λόγω αυτής), η ελλαδική Εκκλησία λειτουργούσε όχι μόνο ως ένας σχολιαστής των εξελίξεων, αλλά ως παράγοντας που φιλοδοξούσε να διαδραματίσει ενεργό ρόλο στην κοινωνία, παρεμβαίνοντας όποτε έκρινε πως τα «χρηστά ήθη» των νέων βρίσκονταν σε κίνδυνο ή οι τοπικές κοινωνίες «σκανδαλίζονταν». Οποιαδήποτε απόκλιση από τις αξίες που πρέσβευε, συνιστούσε μία παρέκκλιση η οποία έπρεπε να αποβληθεί από το κοινωνικό σώμα. Στην περίπτωση που αυτό δεν μπορούσε να συμβεί από μόνο του, η παρέμβαση των αρμόδιων κρατικών λειτουργών κρινόταν απαραίτητη, εξ ου και η όχι σπάνια επίκλησή της. Όταν λ.χ. το 1958 διατυπώθηκε δημόσια η άποψη ότι η παρθενία βλάπτει τις Ελληνίδες και ότι επιβάλλεται χάριν της ψυχοσωματικής τους ισορροπίας να έχουν σεξουαλικές σχέσεις πριν το γάμο, η Εκκλησία όχι απλώς εξέφρασε την οργή της για το περιεχόμενο της άποψης αυτής, άλλα έθετε υπό αίρεση ακόμη και το δικαίωμα να εκφράζονται τέτοιου είδους απόψεις, δεδομένου ότι συνιστούσαν «κίνδυνο» για τους νέους.51

Δύο χρόνια πριν, με αφορμή την άσκηση μήνυσης σε ιερέα από μια εκπαιδευτικό η οποία είχε υποστεί τη χλεύη του όταν εμφανίστηκε με σορτς σε κάποια εκκλησία της Κω, το Δελτίο της Ιεράς Συνόδου καλούσε το Υπουργείο Παιδείας να εκδώσει «παραινετική εγκύκλιο», και να λάβει υπόψη ότι το παράδειγμα της εκπαιδευτικού «επηρεάζει μοιραίως τας ψυχάς των μαθητριών».52 Οι παρεμβάσεις αυτές των εκκλησιαστικών παραγόντων συνήθως έφερναν αποτέλεσμα, γεγονός που αποδεικνύει η απαγόρευση κυκλοφορίας του

50. «Απαράδεκτα και καταστρεπτικά», Εκκλησία 21 (01.11.1958), σ. 133.

51. Στο ίδιο.

52. «Δεν θα ήτο διόλου περιττή», Εκκλησία 20 (15.10.1956), σ. 364.

Σελ. 201
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/70/gif/202.gif&w=600&h=915

νεανικού περιοδικού Χτυποκάρδι53 ή η ματαίωση ενός σχεδίου εγκατάστασης γυμνιστών στην περιοχή του Λουτρακίου το 1959, που επιτεύχθηκε ύστερα από την έκδοση συνοδικού εγγράφου της Ιεράς Συνόδου με το οποίο καλούσε το Υπουργείο Εσωτερικών και Δημόσιας Ασφάλειας να παρέμβει σχετικά.54

Ακόμη όμως και αν δεν έφερναν το επιθυμητό αποτέλεσμα, οι παρεμβάσεις της Εκκλησίας και η συναίνεση την οποία έβρισκαν (ή και προϋπέθεταν), επιβεβαίωναν τον ισχυρό συντηρητισμό ο οποίος επικρατούσε στην ελληνική κοινωνία και ο οποίος άφηνε ελάχιστα περιθώρια για μια (πιο) ελεύθερη έκφραση του ερωτικού συναισθήματος και της σεξουαλικής επιθυμίας. Παρά το γεγονός ότι προς τα τέλη της δεκαετίας του '50 η ελληνική κοινωνία «κλονίστηκε» από την ανάδυση ενός διαφορετικού μοντέλου νεανικής συμπεριφοράς, οι σεξουαλικές πρακτικές των νέων, ακόμη και των αποκαλούμενων «παραστρατημένων», δεν φαίνεται να είχαν αλλάξει εντυπωσιακά. Οι περιπτώσεις «διαφθοράς» που δημοσιεύονταν κατά κόρον στις στήλες των αθηναϊκών εφημερίδων οφείλονταν μάλλον στο αυξημένο ενδιαφέρον του Τύπου ο οποίος αρεσκόταν στην ανακάλυψη «σύγχρονων κοινωνικών προβλημάτων» και σε μια διάθεση τεκμηρίωσής τους, παρά στην ύπαρξη μιας αξιοσημείωτης μεταβολής στον τρόπο με τον οποίον οι νέοι αντιμετώπιζαν τον έρωτα. «Τα μεμονωμένα περιστατικά αυτά, κατά τα οποία οι έφηβοι των θρανίων αφήνουν να κατευθύνει τα βήματά τους η θερμή Αφροδίτη, είνε περισσότερα από άλλοτε;», αναρωτιόταν ο ειδικός σεξολόγος Α. Τσακίρης σε σχετική έρευνα της εφημερίδας Ακρόπολη, δίνοντας ο ίδιος την απάντηση: «Νομίζω όχι. [...] Το ποσοστόν αυτό υπήρχε πάντοτε, αλλά δεν εφαίνετο. Το σκίαζε η φοβέρα και η σκληρότης της παιδα-

53. Βλ. σχετικά κεφάλαιο «Μια νεολαία "παραστρατημένη": ροκ εν ρολ και νεανική παραβατικότητα ».

54. Το καλοκαίρι του 1959 δημοσιεύτηκε στις εφημερίδες η είδηση ότι επρόκειτο να αγοραστεί στο Λουτράκι μια έκταση περίπου τριακοσίων στρεμμάτων, με σκοπό τη χρησιμοποίηση της ως παραθεριστικού κέντρου γυμνιστών από διάφορες χώρες της Ευρώπης. Με αφορμή το γεγονός αυτό, η Ιερά Σύνοδος εξέδωσε συνοδικό έγγραφο στις 18 Ιουνίου με το οποίο καλούσε το Υπουργείο Εσωτερικών και Δημοσίας Ασφαλείας να παρέμβει με σκοπό την ματαίωση της εγκατάστασης των γυμνιστών. Βασικό επιχείρημα της Ιεράς Συνόδου, το έγγραφο της οποίας υπέγραφε ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Θεόκλητος, ήταν το ότι «η εμφάνισις γυμνιστών εν μέσω της Ελληνικής ζωής προσβάλλει καιρίως το αίσθημα των Ελλήνων πολιτών, πλήττει την ηθικήν συνείδησιν του Έθνους, αποτελεί καταφρόνησιν του πολιτισμού». Με βάση τα παραπάνω, η Ιερά Σύνοδος «λαβούσα γνώσιν της μελετημένης εγκαταστάσεως εις την περιφέρειαν του Λουτρακίου 300 γυμνιστών και θεωρούσα τούτο ύβριν δεινήν της τιμής του Έθνους και των ιερών αισθημάτων του λαού» καλούσε τον υπουργό να παρέμβει και να λάβει μέτρα «προς ματαίωσιν της βέβηλου εμφανίσεως εν μέσω του Ελληνικού Λαού» («Συνοδικό Έγγραφο», Εκκλησία 13 (01.07.1959), σ. 228-229). Όπως προκύπτει από την ανάγνωση του Δελτίου, η εγκατάσταση των γυμνιστών στο Λουτράκι τελικά δεν πραγματοποιήθηκε («Απαιτείται επαγρύπνησις», Εκκλησία 13 (01.07.1959), σ. 236).

Σελ. 202
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/70/gif/203.gif&w=600&h=915

παιδαγωγικής της άλλοτε. Έγκλημα βαρύ ήτο και η αθωότερη ερωτική εκδήλωσις δια τον μαθητήν ή την μαθήτριαν. Εστιγματίζετο δια παντός ή και αποβάλλετο...».55

Ακόμη όμως και αν δεχθούμε ότι οι νέοι ξεκινούσαν την ερωτική τους ζωή σε μικρότερη ηλικία από ό,τι παλαιότερα, όπως διατείνονταν με βεβαιότητα διάφοροι ειδικοί τη δεκαετία του '50,56 ή ότι το ποσοστό όσων είχαν σεξουαλικές σχέσεις ήταν αυξημένο σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια, αυτό που παρέμενε ακόμη αναλλοίωτο ήταν το γεγονός ότι η σεξουαλική δραστηριότητα θεωρούνταν ταμπού, μία πράξη η οποία έπρεπε να παραμείνει κρυφή, ίσως γι' αυτό οι πρωταγωνίστριές τους χαρακτηρίζονταν, σύμφωνα με τη διατύπωση του Ε. Παπαταξιάρχη, «μικρές κρεολές της σιωπής και της πανουργίας».57 Η ερωτική πράξη πάντοτε συνοδευόταν από μυστικότητα, συντελούνταν σε χώρους που μπορούσαν να τη διασφαλίσουν (αλσύλλια, κρυφά διαμερίσματα κλπ) και κυρίως θεωρούνταν ακόμη και από τους ίδιους τους «παραστρατημένους» μια πράξη για την οποία θα έπρεπε να νιώθουν ενοχές. Σε περίπτωση που η μυστικότητα κατέρρεε, η σεξουαλική δραστηριότητα αποτελούσε για τις κοπέλες ισοδύναμο του κοινωνικού στίγματος, ιδίως στον αγροτικό χώρο, γεγονός που ισχυροποιούσε ακόμη περαιτέρω την πρόσληψη του αστικού περιβάλλοντος ως συνώνυμου της «διαφθοράς» και της «έκλυσης των ηθών». «Η μεγαλύτερη ηθική διαφθορά», έγραφε ένας αναγνώστης στην Ακρόπολη, «παρουσιάζεται εις τις μαθήτριες-κοπέλλες από χωριά, που παρακολουθούν το γυμνάσιον στις πόλεις, μακρυά από την παρακολούθησιν των γονέων των. Περιωρισμένες εις το στενόν περιβάλλον του χωριού, του ελληνικού χωριού, που όλα τα παρακολουθεί και τα βλέπει, περιμένουν με ανυπομονησίαν την έναρξιν των μαθημάτων, δια να ξεφύγουν την παρατήρησιν του χωριού και να ξεχυθούν εις τις πόλεις όπου ευρίσκουν εύκολα αλλά και άφοβα ερωτικούς συντρόφους».58

Μυστικότητα, ενοχές και καταπίεση συνιστούσαν το τρίγωνο εντός του οποίου οι νέοι μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του '60 έπρεπε να ικανοποιήσουν

55. «Δια να σώσωμεν τους μαθητάς μας από την διαφθοράν. Προτείνεται όπως διδάσκεται η σεξολογία εις τα σχολεία μας», Ακρόπολις, 25.10.1956.

56. Ο ψυχίατρος Κ. Μιταυτσής υποστήριζε ότι ο σύγχρονος νέος ξεκινούσε την ερωτική του ζωή περίπου τέσσερα με πέντε χρόνια νωρίτερα από ό,τι οι νέοι παλαιότερων γενεών («Δια να σώσωμεν τους μαθητάς...», ό.π.). Σχετικές απόψεις είχε εκφράσει στο ίδιο αφιέρωμα και ο σεξολόγος Ν. Δρακουλίδης (βλ. κεφάλαιο «"Ηδονικοί ρυθμοί": σεξουαλικές διαστάσεις του ροκ εν ρολ»).

57. Ε. Παπαταξιάρχης, «Να σωθή η μαθήτρια από την διαφθοράν. Γνωστοί Έλληνες επιστήμονες αποκαλύπτουν φοβεράς περιπτώσεις», Ακρόπολις, 16.10.1956.

58. «Πολλοί Αθηναίοι προτείνουν να παρακολουθήται από αστυνομικούς η... δράσις των μαθητών στα αλσύλλια. Δέχονται να φορολογηθούν. Και σώμα παιδονόμων από συνταξιούχους του Μετοχικού. Αι μαθήτριαι εξ επαρχιών», Ακρόπολις, 02.11.1956.

Σελ. 203
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/70/gif/204.gif&w=600&h=915

την ερωτική τους επιθυμία, υπερπηδώντας πλείστα εμπόδια, προκαταλήψεις, εσωτερικές πειθαρχίες και στερεότυπα. Δεν είναι συμπτωματικό το γεγονός ότι κάτω από αυτές τις συνθήκες πολλοί νέοι, ιδίως νέες γυναίκες, εκδήλωναν σωματικές ή ψυχικές ασθένειες όπως η νεύρωση και η υστερία,59 προϊόν της καταπίεσης στην οποία υπέβαλαν την ερωτική τους επιθυμία ή τους επέβαλε το κοινωνικό περιβάλλον. Επρόκειτο για ένα πρόβλημα το οποίο στην Ελλάδα ποτέ δεν είχε αποτελέσει αντικείμενο σοβαρής συζήτησης, δεδομένης της έλλειψης επιστημόνων με κατάρτιση και κύρος που θα μπορούσαν να αφαιρέσουν από τους αυτόκλητους «υπερασπιστές των ηθών» (δικηγόρους, θεολόγους, εκπαιδευτικούς κλπ) το προνόμιο της εκφοράς λόγου και άποψης για σοβαρά ζητήματα που περισσότερο ανήκαν στη σφαίρα της ιατρικής, παρά της «ηθικής».

Ακόμη περισσότερο, όμως, ήταν ο αυξημένος συντηρητισμός της ελληνικής κοινωνίας που καθιστούσε αδύνατη μια τέτοια συζήτηση, καθώς η αναγνώριση του «προβλήματος» θα παρέπεμπε στις γενεσιουργές του αιτίες, γεγονός που με τη σειρά του θα υποδείκνυε μια συνολική επανεξέταση του τρόπου με τον οποίον η ελληνική κοινωνία προσλάμβανε τις σεξουαλικές σχέσεις και τους πρωταγωνιστές της. Ο Γεώργιος Ζουράρις, ίσως ο επιφανέστερος από τους επιστήμονες που ήδη από τη δεκαετία του '40 έλαβαν την πρωτοβουλία να διαρρήξουν τις σιωπές της ελληνικής κοινωνίας και να αναδείξουν το εύρος του προβλήματος,60 υπήρξε αποκαλυπτικός όταν περιέγραφε το ψυχοσωματικό αδιέξοδο της ανύπανδρης νέας γυναίκας που είχε συμπληρώσει την τρίτη δεκαετία της ζωής της και στερούνταν της ερωτικής απόλαυσης, μιας φιγούρας-έρμαιο της γελοιοποίησης και του κοινωνικού χλευασμού, της αποκαλούμενης και «γεροντοκόρης»:

Δεν υπάρχει δυστυχεστέρα και ατυχεστέρα ύπαρξις από αυτήν. Και δι' αυτό ακριβώς η γυναίκα, που επέρασε την τρίτην ετησίαν δεκάδα της ζωής χωρίς να δοκιμάση και να γευθή του έρωτος την χαράν, ο τύπος δηλαδή της «γεροντοκόρης», με την πικραμένην, ευερέθιστον, εκκεντρικήν και απελπισμένην μορφήν, με την χαμένην ελαστικότητα του σώματος, την σβυσμένην νεανικήν ωραιότητα και την ιδιόρρυθμον απόχρωσιν της επιδερμίδος, που με μεγάλη δυσκολία κρύβει, πίσω από ένα τεχνητό και προσποιητό γέλιο, την μελαγχολία και τον σπαραγμό, ο τύπος αυτός δεν είναι άξιος κοροϊδίας και εμπαιγμού, όπως συνήθως πιστεύεται, αλλ' αντιθέτως πρέπει να είναι αντικείμενον της βαθυτάτης συμπαθείας και λύπης μας.61

59. Γ. Ζουράρις, Σεξουαλική ζωή. Αποχή, εγκράτεια, ακολασία και η εξασθένησις της ορμής, Αθήνα 1947, σ. 63.

60. Βιογραφικά στοιχεία για τον Γεώργιο Ζουράρι υπάρχουν στο κεφάλαιο «"Ηδονικοί ρυθμοί": σεξουαλικές διαστάσεις του ροκ εν ρολ».

61. Γ. Ζουράρις, Σεξουαλική ζωή, ό.π., σ. 63.

Σελ. 204
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/70/gif/205.gif&w=600&h=915

Κάτω από αυτές τις συνθήκες δεν θα πρέπει να εκπλήσσει το γεγονός ότι μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του '60 κυριαρχούσε στην ελληνική κοινωνία ένα πέπλο σιωπής για όσα ζητήματα άπτονταν της σεξουαλικής δραστηριότητας.62 Η σιωπή με τη σειρά της δημιουργούσε μύθους και οι μύθοι απλώς επαναβεβαίωναν την κυρίαρχη θέση που θα έπρεπε να έχει η έννοια «ηθική» στη συμπεριφορά των νέων. Η «εγκράτεια» υποδεικνυόταν ως βασική αξία, επομένως κάθε απόκλιση από αυτήν συνιστούσε ηθικό παράπτωμα. Δεδομένου ότι κάθε «παράπτωμα» επισείει μια «τιμωρία», δεν είναι συμπτωματικό το ότι η χαλάρωση της εγκράτειας θεωρήθηκε ότι υπήρξε η γενεσιουργός αιτία όχι μόνο μιας σειράς ασθενειών που μεταδίδονταν με τη σεξουαλική πράξη (αφροδίσια νοσήματα), αλλά και μιας γενικότερης «κατάπτωσης» του νέου, η απαρχή μιας διαδικασίας εκφυλισμού του με απρόβλεπτες συνέπειες για την ψυχοσυναισθηματική και τη σωματική του υγεία.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα τέτοιων αντιλήψεων αποτελούν οι σχετικές με τον αυνανισμό αντιλήψεις. Ο Γεώργιος Ζουράρις αφιέρωσε ένα σύγγραμμα στην προσπάθεια να καταδείξει τον τρόπο με τον οποίον γύρω από μια φυσιολογική πράξη είχαν συγκροτηθεί μύθοι και αντιεπιστημονικές αντιλήψεις που, θεωρώντας τον αυνανισμό μια πράξη «ανήθικη», έτειναν να τον θεωρούν υπεύθυνο για την εκδήλωση σοβαρότατων ασθενειών. Οι αντιλήψεις αυτές δεν εκκινούσαν μονάχα από τους εκκλησιαστικούς και θεολογικούς κύκλους, αλλά είχαν υποστηρικτές και σε έναν περιορισμένο κύκλο γιατρών, κάποιοι από τους οποίους θεωρούσαν τον αυνανισμό προάγγελο (και υπεύθυνο) ψυχικών διαταραχών: «τα φοβερά επακόλουθα της αδυναμίας και εξαντλήσεως των νευρικών δυνάμεων», σύμφωνα με έναν υποστηρικτή τέτοιων απόψεων, «όπως η επιληψία, η αμβλύνοια, η βλακεία και άλλαι παθήσεις, εμφανίζονται συνήθως εις τα αυνανιζόμενα άτομα. Οι περισσότεροι επιληπτικοί, βλάκες, ηλίθιοι, μικρόνοες, και αυτοί ακόμη οι παράνοες και τρελοί, ήσαν όπως διδάσκει η ιστορία των ψυχιατρείων, κατά την νεότητά των αυνανισταί, που ηυνανίζοντο υπερβολικώς. Και αν τίποτε δεν είναι δυνατόν να απόδειξη πόσον το ελάττωμα αυτό προσβάλλει το νευρικόν σύστημα, το αποδεικνύει ασφαλώς η χειροτέρα και φο-

62. Σε συζήτηση που φιλοξένησε το ΕΙΡ στις 26 Απριλίου 1960 επισημάνθηκε το γεγονός ότι οι αντιλήψεις για το «ερωτικό ζήτημα» ήταν ιδιαίτερα αντιφατικές στην Ελλάδα. Παιδαγωγοί και ειδικοί γιατροί υπογράμμισαν μάλιστα ότι οι διάφοροι μύθοι που επικρατούσαν γύρω από τη σεξουαλική δραστηριότητα, απόρροια αυτοί της άγνοιας, μπορούσαν να αποτελέσουν ανασχετικό παράγοντα στην (υγιή) ανάπτυξη των νέων. Ο σεξολόγος Ν. Δρακουλίδης, μάλιστα, υποστήριζε ότι «ψευτιές και φοβέρες φέρνουν είτε διαστροφή σεξουαλική, είτε διαστροφή της προσωπικότητος, που μπορεί να φθάσει από την δειλία μέχρι την νεύρωσι, και από την ανικανότητα μέχρι το έγκλημα» («Τα προβλήματα της σεξουαλικής διαπαιδαγωγήσεως», Ηθογραφικά ταξίδια στην Ελλάδα, Θέατρο, Ομιλούν οι ειδικοί, Αθήνα 1961, σ. 279).

Σελ. 205
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/70/gif/206.gif&w=600&h=915

φοβερωτέρα όλων των νευρικών παθήσεων, η παράλυσις του νωτιαίου μυελού, μια ασθένεια δια της οποίας η φύσις τιμωρεί πολύ αυστηρότερον το ελάττωμα αυτό (sic!) παρά την ακολασίαν και την λαγνείαν».63

Όλα αυτά ίσως να εξηγούν για ποιο λόγο η σεξουαλική αποχή των νέων θεωρήθηκε πως έπρεπε να αποτελεί βασική μέριμνα όχι μόνο των γονέων, αλλά και της Πολιτείας, η παρέμβαση της οποίας, σε περίπτωση που τα «χρηστά ήθη» των νέων (θεωρείτο πως) βρίσκονταν σε κίνδυνο, κρινόταν απολύτως απαραίτητη. Η «εγκράτεια» είχε μεταβληθεί σε κυρίαρχη κοινωνική αξία με βαθύτατα ερείσματα στο επίπεδο της ιδεολογίας, της θεολογίας, ακόμη και της ιατρικής, και κάθε απόκλιση από αυτή συνιστούσε εν δυνάμει ή έμμεση αμφισβήτησή της, που έπρεπε να ακυρωθεί. Κάποιες φορές η μέριμνα των δημοσίων λειτουργών αποκτούσε ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον και αναγόταν σε αντικείμενο δημόσιας συζήτησης, όπως συνέβη με το περιοδικό Χτυποκάρδι και την απαγόρευση της κυκλοφορίας του. Τις περισσότερες φορές, όμως, η προσπάθεια απομάκρυνσης των νέων από τη σεξουαλική δραστηριότητα υπήρξε μια φυσιολογική και συνηθισμένη για τα δεδομένα της εποχής πρακτική, σε βαθμό που με δυσκολία έβρισκε θέση ακόμη και στα μονόστηλα των αθηναϊκών εφημερίδων.

Μια τέτοια είδηση «απασχόλησε» το καλοκαίρι του 1956 την κοινή γνώμη, όταν οι αστυνομικές αρχές συνέλαβαν στον Πειραιά έναν φωτογράφο που διακινούσε «άσεμνες» φωτογραφίες σε μαθητές διαφόρων γυμνασίων της περιοχής έναντι του ποσού των δύο δραχμών τη μία. Ο σχολιασμός της από το επίσημο δημοσιογραφικό όργανο της ΕΔΑ, υποδεικνύει μια ευρύτερη αποδοχή αντιλήψεων, που εκκινούσαν από μια «ηθικοθεολογική», όπως την χαρακτηρίζει ο Ζουράρις, αφετηρία:64 «Σε δύο γυμνάσια του Πειραιά το κακό παραφούντωσε», έγραφε η Αυγή, «και δεν άργησαν να φανούν τα αποτελέσματα της εντρυφήσεως των νεαρών μαθητών στα νέα "κατ' οίκον" μαθήματα. Έκπληκτοι οι καθηγηταί έβλεπαν αρίστους μαθητάς να έρχονται "πάτοι" και να μην είναι σε θέση να λύσουν ένα απλό πρόβλημα. Η σχολική πειθαρχία και ο σεβασμός προς τους καθηγητές είχαν σχεδόν εκμηδενισθή. Ανησυχία, νευρικότητα και πνευματική κατάπτωσις επικρατούσε στα δύο σχολεία. Ήταν φανερό ότι κάτι συνέβαινε...».65

Οι συνέπειες των «κατ' οίκον» μαθημάτων τις οποίες παρατηρούσαν οι καθηγητές των γυμνασίων, σύμφωνα με τον αρθρογράφο, έρχονταν απλώς να επιβεβαιώσουν τα όσα πίστευε η κοινωνία σχετικά τις βραχυπρόθεσμες συνέπειες που ο αυνανισμός είχε για τον νέο: «Το πρόσωπον καθίσταται ωχρόν, παρου-

63. Γ. Ζουράρις, Αυνανισμός. Το πάθος εις το φως της επιστήμης, Αθήνα 1965, σ. 68-69.

64. Στο ίδιο, σ. 58.

65. «Νεαρός μαθητής, πλασιέ ασέμνων φωτογραφιών», Αυγή, 07.08.1956.

Σελ. 206
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/70/gif/207.gif&w=600&h=915

παρουσιάζει πτυχές και ρυτίδας, οι οφθαλμοί κοιλαίνονται, τα χαρακτηριστικά αλλοιούνται, το νευρικόν σύστημα ευρίσκεται εις διαρκή υπερέντασιν. [...] Ο αυνανιστής γίνεται μελαγχολικός, δύσθυμος, αφηρημένος. [...] Το αχαλίνωτον πάθος υποδουλώνει την ψυχήν και διαταράσσει την αρμονίαν...».66 Μέχρι τις αρχές τις δεκαετίας του '60 η ύπαρξη ενός κραταιού πολιτισμικού συντηρητισμού, ο οποίος φαίνεται πως έτεμνε την ελληνική κοινωνία υπερπηδώντας ιδεολογικές περιχαρακώσεις, άφηνε ελάχιστα περιθώρια στους νέους για μια σεξουαλική έκφραση πιο ελεύθερη, απελευθερωμένη από ενοχές και φοβίες. Ο νέος έπρεπε να είναι εγκρατής, να «σέβεται» την κοπέλα και αυτή με τη σειρά της να μη συνάπτει ερωτικές σχέσεις μέχρι τη μέρα του γάμου της. Το πρότυπο της «απελευθερωμένης» γυναίκας που διεκδικεί επί ίσοις όροις με τους άντρες την ερωτική απόλαυση υπήρξε (όταν υπήρξε) η εξαίρεση και όχι ο κανόνας.67

Λίγα χρόνια αργότερα, ωστόσο, τα πράγματα ήσαν πολύ διαφορετικά. Στα μέσα της δεκαετίας του '60 μια νέα γενιά είχε βγει στο προσκήνιο, της οποίας οι αντιλήψεις φαινόταν να είναι διαφορετικές από αυτές των προηγούμενων γενιών. Ο έρωτας δεν γινόταν αντιληπτός πλέον με βάση τις απόψεις που κυριαρχούσαν τα παλαιότερα χρόνια, σε σημείο που να αμφισβητείται πια όχι μόνο η σύνδεσή του με τον θεσμό του γάμου, αλλά ακόμη και η αποδοχή της -απαράδεκτης για το σύστημα αξιών που κυριαρχούσε την προηγούμενη δεκαετία- άποψης ότι η σεξουαλική επαφή συνιστούσε τη φυσιολογική κατάληξη της σχέσης δύο νέων ανθρώπων: για τους «οργισμένους» νέους, τους νέους δηλαδή που καθώς διαπνέονταν από μια «οργή» για τους μεγαλύτερούς τους, φαινόταν να αμφισβητούν έντονα και έμπρακτα τον κυρίαρχο κώδικα ηθικής, οι σεξουαλικές σχέσεις μπορούσαν να εξυπηρετούν απλώς την επιθυμία για απόλαυση, πέρα από κάθε είδους συμβάσεις και δεσμεύσεις, ακόμη και εκτός της σχέσης.

Η εμφάνιση του «ηδονισμού» υπήρξε πράγματι ένα στοιχείο καινούργιο, το οποίο αποτελούσε βασικό χαρακτηριστικό των τηνέιτζερ στα μέσα της δεκαετίας του '60, και πιο συγκεκριμένα εκείνου του τμήματος τους που φαινόταν να

66. Γ. Ζουράρις, Αυνανισμός, ό.π., σ. 60-61.

67. Είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστική η αποτύπωση αυτής της πραγματικότητας στον ελληνικό κινηματογράφο: παρά την εμπορική επιτυχία που γνώρισε το 1955 η ταινία Στέλλα του Μ. Κακογιάννη, το πρότυπο της ηρωίδας που ενσάρκωνε η Μελίνα Μερκούρη (που βέβαια δεν ήταν η έφηβη-τηνέιτζερ, η εικόνα της οποίας θα κυριαρχήσει την επόμενη δεκαετία) , της γυναίκας δηλαδή που επιζητεί την ερωτική απόλαυση δίχως να λογαριάζει τις κοινωνικές συμβάσεις της εποχής, την επόμενη πενταετία δεν φαίνεται να βρήκε μιμητές στον ελληνικό κινηματογράφο. Οι κινηματογραφιστές αρέσκονταν να προβάλλουν το πρότυπο μιας γυναίκας η οποία, αν και κάπως πιο «απελευθερωμένη» στις ερωτικές της σχέσεις, είχε ως στόχο τον γάμο κι όχι την προσωπική της ελευθερία (Ελίζα-Άννα Δελβερούδη, «Ελληνικός κινηματογράφος 1955-1965», ό.π., σ. 171-172).

Σελ. 207
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/70/gif/208.gif&w=600&h=915

προσδιορίζει τη συμπεριφορά του με βάση την πολύπλευρη επιρροή που του είχαν ασκήσει οι Μπητλς.68 Οι σεξουαλικές πρακτικές των νέων άλλαζαν με τρόπο κυριολεκτικά εντυπωσιακό, δηλαδή προκαλούσαν εντύπωση στους σχολιαστές πολλοί από τους οποίους δεν δίστασαν να αποδώσουν στους «γιεγιέδες» χαρακτηρισμούς όπως «οι σύγχρονοι Συβαρίτες».69 Δεδομένου ότι πάντοτε υπήρχαν νέοι που συνήπταν σεξουαλικές σχέσεις εκτός του γάμου, αυτό που διαφοροποιούσε τους νέους της εποχής δεν ήταν το ότι παραβίαζαν εν κρυπτώ τους κανόνες της ηθικής, αλλά το ότι κυριολεκτικά αψηφούσαν τις κοινωνικές συμβάσεις, επιδεικνύοντας μάλιστα μια πρωτόγνωρη αδιαφορία για την επικριτική στάση των γηραιότερων: «Αισθανόμασταν την ανάγκη να αποδείξουμε ότι υπήρχε ελευθερία στο σεξ και να το δείχνουμε κιόλας. [...] Προφανώς υπήρχαν σεξουαλικές σχέσεις και στις προηγούμενες γενιές, αλλά υπήρχε μια υποκρισία, κάποιοι συμβατικοί κανόνες που δεν τους υπερβαίνεις, ότι όλα αυτά τα κρύβεις. Τότε το διαδηλώναμε λίγο...».70

Είναι εξαιρετικά δύσκολο να διατυπωθεί μια συνολική ερμηνεία για την εξέλιξη αυτή, η οποία έτσι κι αλλιώς δεν συνιστούσε ελληνική ιδιαιτερότητα, αλλά χαρακτήριζε τη νεολαία σε παγκόσμια κλίμακα. Οι Μπητλς με την εμφάνισή τους και τα τραγούδια τους (τα οποία, όπως είπαμε, έγραφαν οι ίδιοι κι όχι επαγγελματίες συνθέτες, επομένως είχαν τη δυνατότητα να «πιάσουν τον σφυγμό της εποχής») θα μπορούσε να πει κανείς ότι είχαν υποκινήσει τη διαδικασία αυτή, ωστόσο μια τέτοια αντίληψη θα υποβάθμιζε αισθητά τις κοινωνικές προϋποθέσεις ενός ιστορικού φαινομένου, εστιάζοντας στην κατάληξη και όχι στις απαρχές του. Φαίνεται πως οι Μπητλς ήσαν πράγματι, όπως έχει ειπωθεί, «οι κατάλληλοι άνθρωποι, την κατάλληλη στιγμή», τέσσερις δηλαδή χαρισματικοί μουσικοί, η επιτυχία των οποίων αποτελούσε την απόληξη μιας διαδικασίας που είχε ξεκινήσει στις αρχές της μεταπολεμικής περιόδου και οδηγούσε σταδιακά στην αυτονόμηση της νεολαίας και στην ανάδυσή της ως μιας διακριτής, όχι μόνο ηλικιακά αλλά και πολιτισμικά, κοινωνικής ομάδας.

Στο πλαίσιο αυτό επιμέρους διαδικασίες αποκτούσαν ένα ιδιαίτερο νόημα. Η επιζήτηση, για παράδειγμα, ενός διαφορετικού τρόπου ντυσίματος, που οδήγησε τη δεκαετία του '60 στην εμφάνιση της μίνι φούστας, ήταν το αποτέλεσμα της επιθυμίας των νέων να αποκτήσουν τον δικό τους ενδυματολογικό κώδικα, ο οποίος όχι μόνο να είναι στον αντίποδα αυτού των ενηλίκων, αλλά επιπλέον να κινητοποιεί την αγανάκτησή τους. Το γεγονός ότι η φούστα κόνταινε, επομένως το γυναικείο σώμα ήταν πολύ περισσότερο εκτεθειμένο πια

68. J. Street, ό.π., σ. 466.

69. Θ. Καρζής, «Που βαδίζουν οι σύγχρονοι νεαροί διάδοχοι των Συβαριτών; Οι νέοι της οργής», Ελεύθερος Κόσμος, 13.11.1966.

70. Συνέντευξη Αντώνη Καφετζόπουλου, 20.07.2004.

Σελ. 208
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/70/gif/209.gif&w=600&h=915

στα μάτια των νέων, όπως εύστοχα επισημαίνει ο Ανδρέας Μάλλιαρης,71 ήταν κάτι που συντελούσε στην αλλαγή των σεξουαλικών πρακτικών, δεν ήταν όμως αυτό που τις προκαλούσε, όπως ακριβώς συνέβαινε και με το γεγονός ότι, για πρώτη φορά σε τέτοιο βαθμό, η επιτυχία των Μπητλς δημιουργούσε μια κουλτούρα που δεν απευθυνόταν αποκλειστικά σε νέους ή σε νέες, αλλά δημιουργούσε ένα μικτό, ένα «ανδρόγυνο ακροατήριο».72

Η αλλαγή στις σεξουαλικές πρακτικές των νέων αντανακλούσε μεταβολές που την ίδια εποχή συντελούνταν στις Ηνωμένες Πολιτείες και συγκροτούσαν τη λεγόμενη «σεξουαλική επανάσταση».73 Στο πλαίσιο της η «ηθική», με την έννοια που έως τότε γινόταν αντιληπτή, φαινόταν να μην έχει θέση στη ζωή των νέων, οι κοπέλες διεκδικούσαν πλήρη ισονομία στην ερωτική τους ζωή, ενώ οι ερωτικές σχέσεις ήσαν τόσο συνήθεις που η διατήρηση της παρθενίας έχανε κάθε σημασία που μέχρι τότε είχε- ή, όπως έλεγε χαρακτηριστικά μια Αμερικανίδα, «εάν μια κοπέλα φτάσει τα είκοσι της χρόνια και είναι ακόμη παρθένα, αναρωτιέται μήπως έχει κάποιο πρόβλημα».74

Ένα πλέγμα δημογραφικών, κοινωνικών, οικονομικών και τεχνολογικών εξελίξεων φαίνεται πως είχε οδηγήσει στην εμφάνιση της σεξουαλικής επανάστασης, γεγονός που άλλωστε εξηγεί και τις πλείστες θεωρίες που έχουν κατά καιρούς δοθεί75 για τα αίτια ενός φαινομένου, του οποίου οι πρωταγωνιστές υπήρξαν τα παιδιά της δημογραφικής έκρηξης (ας θυμηθούμε ότι οι πρώτοι boomers, γεννημένοι το 1946, πλησίαζαν τα δεκαοκτώ τους χρόνια το 1963, όταν, ταυτόχρονα με την έκρηξη της Μπητλομανίας, ξεκίνησε η σεξουαλική επανάσταση) . Δεν αποτελεί πρόθεσή μας να αναλύσουμε διεξοδικά τις ρίζες του φαινομένου, έχει όμως ενδιαφέρον να υπογραμμίσουμε δύο παραμέτρους του: η πρώτη αφορά τη σχέση της σεξουαλικής επανάστασης με τη διάδοση του αντισυλληπτικού χαπιού (γνωστού και ως «χάπι»), το οποίο εισήχθη στην αγορά στις αρχές της δεκαετίας του '60.

Το «χάπι» φαίνεται ότι έδωσε στη γυναίκα τη δυνατότητα να πάρει στα χέρια της την ερωτική της ζωή, να ελαχιστοποιήσει την πιθανότητα μιας ανεπιθύμητης εγκυμοσύνης και να οργανώσει την προσωπική και επαγγελματική της ζωή κατά το δοκούν. Παρά το γεγονός ότι η επιθυμία για σεξουαλική δραστηριότητα ήταν εκείνη που έκανε τις γυναίκες να ενδιαφερθούν για το «χάπι»

71. Συνέντευξη Ανδρέα Μαλλιαρή, 04.08.2004.

72. Συνέντευξη Λεωνίδα Λουλούδη, 13.07.2004.

73. Σχετικά με την ανάδυση του όρου «σεξουαλική επανάσταση» (sexual revolution) στις Ηνωμένες Πολιτείες και τις ρίζες που είχε στην περίοδο του Μεσοπολέμου, βλ. J. Levi Martin, «Structuring the Sexual Revolution», Theory and Society 25 (February 1996), σ. 105-151.

74. T. Anderson, ό.π., σ. 90-91.

75. Βλ. σχετικά J. Levi Martin, ό.π., σ. 131-137.

Σελ. 209
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/70/gif/210.gif&w=600&h=915

και όχι το αντίστροφο, η ένταξή του στην καθημερινότητα της γυναίκας υπήρξε ένας καταλύτης που της επέτρεψε όχι μόνο να έχει μια λιγότερο «ακίνδυνη» σεξουαλική ζωή, αλλά σταδιακά να διαμορφώσει μία διαφορετική αντίληψη για τις διαπροσωπικές σχέσεις που ανέτρεπε τις ισχύουσες, όπως άλλωστε αναγνωρίζουν σήμερα πολλές από τις γυναίκες που το χρησιμοποιούσαν: «[το χάπι] έθετε υπό αμφισβήτηση τις πιο βασικές παραδοχές σχετικά με τον τρόπο που θα έπρεπε να οργανώνεται η ζωή. Έως τότε υπήρχε ο δεσμός, στη διάρκεια του οποίου οι άνθρωποι θα έπρεπε να μένουν μακριά ο ένας από τον άλλο, έπειτα ο αρραβώνας, μετά ο γάμος, έπειτα τα παιδιά... Όλα αυτά το χάπι τα αμφισβητούσε... » ·76

Η δεύτερη παράμετρος της σεξουαλικής επανάστασης είναι το γεγονός ότι στο υπόστρωμά της εντοπιζόταν ένα εκρηκτικό μείγμα προσωπικών απογοητεύσεων και καταπίεσης της ερωτικής έκφρασης, το οποίο μάλιστα φαίνεται πως είχε διογκωθεί υπερβολικά τη δεκαετία του '50. Αν λάβουμε υπόψη μας ότι επαρκείς μέθοδοι αντισύλληψης υπήρχαν ήδη από την περίοδο του Μεσοπολέμου, η επιφυλακτικότητα δε των γυναικών να συνάψουν προγαμιαίες σχέσεις στο παρελθόν βασιζόταν περισσότερο σε «ηθικούς δισταγμούς» και όχι τόσο στην αδυναμία τους να απομακρύνουν το ενδεχόμενο μιας ανεπιθύμητης εγκυμοσύνης,77 τότε φαίνεται πως τα χρόνια που προηγήθηκαν της «σεξουαλικής επανάστασης» κάτι άλλο πρέπει να συνέβη, και αυτό το κάτι δεν εντοπίζεται στους -ανήλικους ακόμη- baby boomers, αλλά στους γονείς τους.

Η Elaine Tyler May στη μελέτη της για την αμερικανική οικογένεια τα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου78 υποστηρίζει πως οι απαρχές της μεταβολής στις σεξουαλικές πρακτικές των νέων βρίσκονται στις σημαντικές αλλαγές που η ίδια εντοπίζει στη νοοτροπία των αμερικανίδων γυναικών προς τα τέλη της δεκαετίας του '50. Τα χρόνια που προηγήθηκαν, στην αμερικανική κοινωνία είχε κυριαρχήσει το «family building ethos», το μοντέλο δηλαδή της δημιουργίας πολυμελούς οικογένειας, το οποίο ταύτιζε την ευτυχία όχι μόνο με το γάμο, αλλά και με την ανατροφή (πολλών) παιδιών.79 Χιλιάδες κοπέλες εγκατέ-

76. Βλ. τη μαρτυρία της Linda Gordon σχετικά με τη χρήση του «χαπιού» και Ttç συνέπειες της, στο «The Pill» στο http:www.pbs.org/wgbh/amex/pill/sfeature/sf_attitudes.html, τελευταία επίσκεψη: 02.07.2006.

77. J. Levi Martin, ό.π., σ. 131.

78. Elaine Tyler May, Homeward Bound. American Families in the Cold War Era, Νέα Υόρκη 1988.

79. Βασικές συνιστώσες του «family building ethos» ήταν ο υψηλός δείκτης γαμηλιότητας, οι εξαιρετικά χαμηλές ηλικίες των νέων που παντρεύονταν, η χαμηλή ηλικία όσων γυναικών έκαναν το πρώτο τους παιδί, το αυξημένο ποσοστό εγκυμοσύνης στον πρώτο χρόνο του γάμου και η προτίμηση των νέων στη δημιουργία πολυμελών οικογενειών. Για το «family building ethos» βλ. St. Lassonde, «Family and Demography in Post War America: a

Σελ. 210
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/70/gif/211.gif&w=600&h=915

εγκατέλειψαν το κολέγιο για να παντρευτούν, να μετακομίσουν σε μια από τις πολλές Levittown (τα νεόδμητα προάστια των αμερικανικών μεγαλουπόλεων που στέγασαν τα όνειρα των νέων οικογενειών μετά τον πόλεμο) και να ανταποκριθούν στο κυρίαρχο πρότυπο που ήθελε τη γυναίκα να εξαντλεί τη δραστηριότητά της στη φροντίδα του σπιτιού και των μελών της οικογένειας (homemaker), τον δε άντρα να εργάζεται με σκοπό την οικονομική στήριξη της -πολυμελούς εάν ήταν δυνατό— οικογένειάς του (breadwinner).

Η κυριαρχία του μοντέλου αυτού δεν μπορεί να ερμηνευτεί εάν αποκόψει κανείς τη συγκρότησή του από τις πολιτικές συνθήκες της εποχής που το «γέννησε» και ειδικότερα από τις σοβαρές συνέπειες που είχε για την αμερικανική κοινωνία η εξέλιξη του Ψυχρού Πολέμου. Πράγματι, η κυριαρχία της αντικομμουνιστικής υστερίας στο εσωτερικό των ΗΠΑ είχε οδηγήσει, ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του '50, στην ανάδυση μιας ιδεολογίας, κεντρικό σημείο της οποίας υπήρξε η εμφατική αναζήτηση της «ασφάλειας» τόσο στο εξωτερικό, όσο και στο εσωτερικό της χώρας, ενώ η ενίσχυση του θεσμού της οικογένειας προβλήθηκε ως βασική προϋπόθεση για τη δημιουργία μιας κοινωνίας συνολικά ισχυρής απέναντι στη «σοβιετική απειλή». Δεδομένου ότι επρόκειτο για μια ιδεολογία που απαιτούσε από τον άνδρα και τη γυναίκα την προσαρμογή σε νέους ρόλους, καριέρα και οικογένεια θεωρήθηκαν για τη γυναίκα δύο πραγματικότητες ασύμβατες, η είσοδος της στην αγορά εργασίας προβλήθηκε κατά κόρον ως βασική συνιστώσα της παραβατικότητας των ανηλίκων (επομένως θα έπρεπε να αποφεύγεται), ενώ οι σπουδές θεωρήθηκε ότι συνδέονταν άμεσα με το χαμηλό δείκτη γονιμότητας.

Υπό αυτές τις συνθήκες εκατομμύρια γυναίκες αφιερώθηκαν τη δεκαετία του '50 ψυχή τε και σώματι στην ανατροφή των παιδιών τους και τη στήριξη του συζύγου εγκαταλείποντας κολέγια και παραμελώντας την καριέρα τους. Προς τα τέλη της δεκαετίας φαίνεται πως συγκροτούσαν ένα σύνολο ανθρώπων με έντονες προσωπικές απογοητεύσεις και ψυχικές διαταραχές. Πρώτη η Betty Friedan περιέγραψε αυτό το «πρόβλημα δίχως όνομα», όπως χαρακτηριστικά έγραφε, δημοσιεύοντας το 1963 το βιβλίο The Feminine Mystique, στο οποίο ερευνούσε τις συνέπειες που είχε για τις (λευκές) γυναίκες της μεσαίας τάξης η κατίσχυση του παραπάνω μοντέλου. Το βιβλίο που κατέστη η «βίβλος» του

κινήματος για τη γυναικεία χειραφετηση, γνώρισε απρόσμενη επιτυχία, γρήγορα έγινε best seller και η Friedan άρχιζε να κατακλύζεται από χιλιάδες επι-

Hazard of New Fortunes?», στο J. Agnew, R. Rosenzweig (ed.), A Companion to post1945 America, στο http://www.loc.gov/catdir/toe/fy037/2002020852.html, τελευταία επίσκεψη: 15.11.2006.

80. Για το κίνημα της γυναικείας χειραφέτησης βλ. αναλυτικά Χίλντα Παπαδημητρίου, «Σημειώσεις για το φεμινιστικό κίνημα της δεκαετίας του '60», Φώτης Τερζάκης, Σώτη Τριαντάφυλλου (επιμ.) Το Φάντασμα μιας Δεκαετίας, Αθήνα 1994, σ. 475-510.

Σελ. 211
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/70/gif/212.gif&w=600&h=915

επιστολές αναγνωστριών, οι οποίες επιβεβαίωναν τα όσα υποστήριζε η συγγραφέας, παραθέτοντας τις δικές τους μικρές ιστορίες. Στις επιστολές τους οι αναγνώστριες περιέγραφαν τα προβλήματα που αντιμετώπιζαν οι ίδιες και οι γνωστές τους, προβλήματα τα οποία κυμαίνονταν από τον αλκοολισμό μέχρι την εκδήλωση σοβαρών ψυχικών διαταραχών, όπως η υστερία, ενώ η απογοήτευση που ένιωθαν για την πορεία που πήρε η ζωή τους ήταν έκδηλη: «Γνώρισα τον άντρα μου στα δεκαεννιά, τον παντρεύτηκα στα εικοστά μου γενέθλια, εγκατέλειψα έγκυος το κολέγιο και τώρα έχω έξι παιδιά! Είμαι η τυπική stayat-home σύζυγος και μητέρα. Αγαπάω τα παιδιά μου, αλλά την ίδια στιγμή τα μισώ: στην πραγματικότητα έχω ευχηθεί πολλές φορές να είχαν πεθάνει ...», έγραφε μια από τις αναγνώστριες.81

Κοινός τόπος των περισσοτέρων αναγνωστριών που έγραφαν στη Friedan ήταν η ελπίδα να αποφύγουν τα παιδιά τους, ιδίως οι κόρες τους, τα λάθη που οι ίδιες είχαν κάνει: μια αναγνώστρια προέτρεπε τις μητέρες να βοηθήσουν τις κόρες τους να αποφύγουν τις παγίδες στις οποίες οι ίδιες είχαν πέσει, κάποια άλλη ζητούσε από τη Friedan να μάθει με ποιο τρόπο οι νέες κοπέλες θα μπορούσαν να ξεφύγουν από τα λάθη τα οποία οι μητέρες τους είχαν κάνει (ιδίως τον γάμο σε μικρή ηλικία), ενώ μια άλλη απλώς ευχόταν η κόρη της να είναι αρκετά συγκροτημένη ώστε μεγαλώνοντας να μην γίνει «a miserable housewife».82 Στα τέλη της δεκαετίας του '50 φαίνεται πως μια αλλαγή άρχισε να πραγματοποιείται στον τρόπο με τον οποίον οι γυναίκες αντιλαμβάνονταν τον κοινωνικό τους ρόλο, επομένως και στον τρόπο με τον οποίον διαπαιδαγωγούσαν τα παιδιά τους (ιδίως τις κόρες τους) για τα ζητήματα αυτά. Παρά το γεγονός ότι ακόμη δεν ήσαν ιδιαίτερα εμφανή τα ρήγματα στην κυρίαρχη ιδεολογία του συντηρητισμού και του κομφορμισμού, μπορούσε κανείς να διακρίνει πρόδρομα στοιχεία μιας αμφισβήτησης, η οποία υποθάλπονταν από τις γυναίκες εκείνες που αποτελούσαν «το πρόβλημα δίχως όνομα»: τον Νοέμβριο του 1960, για παράδειγμα, περίπου πενήντα χιλιάδες νοικοκυρές βγήκαν από τα σπίτια τους και διαδήλωσαν υπέρ της ειρήνης (Women Strike for Peace), σε μια πορεία που συνιστούσε μία από τις πρώτες εκδηλώσεις πολιτικής και κοινωνικής αμφισβήτησης στις ΗΠΑ την μεταπολεμική περίοδο. Με προφανή έκπληξη το περιοδικό Newsweek διαπίστωνε ότι το προφίλ των γυναικών που συμμετείχαν δεν παρέπεμπε σε ό,τι θα περίμεναν να χαρακτηρίζει μια δυναμική ακτιβίστρια: «Ήσαν εντελώς συνηθισμένες γυναίκες. Μοιάζουν με τις γυναίκες που μπορείς να δεις στην αγορά, μερικές μάλιστα έσερναν καροτσάκια με τα μωρά τους...».83

81. Ε. Tyler May, ό.π., σ. 212.

82. Στο ίδιο, σ. 213-214.

83. Στο ίδιο, σ. 218-219.

Σελ. 212
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/70/gif/213.gif&w=600&h=915

Στην Ελλάδα είναι παρακινδυνευμένο να ισχυριστεί κανείς ότι τη δεκαετία του '60 συντελέστηκε μία «σεξουαλική επανάσταση».84 Οπωσδήποτε όμως καταγράφηκαν σημαντικές μεταβολές τόσο στον τρόπο με τον οποίον οι νέοι αντιλαμβάνονταν τον έρωτα, όσο και στις σεξουαλικές πρακτικές τους, εξέλιξη που φαινόταν να αντανακλά ανάλογες διαδικασίες που είχαν προηγηθεί και αφορούσαν τη βρετανική και την αμερικανική νεολαία.85 Η Πανσπουδαστική σε σχετικό αφιέρωμά της το 1962, περιελάμβανε έναν χαρακτηριστικό διάλογο ανάμεσα στον αρθρογράφο και στα μέλη ενός ζευγαριού, οι απόψεις των οποίων φαίνεται πως εκπροσωπούσαν τις δυο διαφορετικές και αντικρουόμενες οπτικές σχετικά με τον έρωτα. Τόπος της έρευνας ένα από τα γνωστά clubs, όπου το πικ-απ έπαιζε «παθητικές μελωδίες και έξαλλους ρυθμούς», τη στιγμή που οι νεαροί θαμώνες έπιναν βερμούτ και χόρευαν «λικνιστικά». «Την αγαπάς;», ρωτάει ο αρθρογράφος τον νεαρό δείχνοντάς του την κοπέλα του. «Ποιαν, αυτή; Δεν ήμαστε καλά!», απαντά ο νεαρός. «Μα, σε βλέπουμε συχνά μαζί της», ανταπαντά ο αρθρογράφος. «Ε, και; Τι ν' αγαπήσης από δαύτην; Ξέρετε πώς την γνώρισα; Με πλησίασε και χωρίς εισαγωγή μού 'πε πως της αρέσω και αν ήθελα να μέναμε μαζί!». Κατόπιν, η συζήτηση συνεχίζεται ανάμεσα στον αρθρογράφο και την κοπέλα. Αξίζει να παρακολουθήσουμε την περιγραφή:

Ο δίσκος τελειώνει και η κοπελλα επιστρέφει κοντά μας. Τη σηκώνω στον επόμενο χορό. Το μαλλί ξανθό, ανασηκωμένο στις άκρες σε στυλ τσάρλεστον. Η φούστα στενή, αφήνει απ' το γόνατο και κάτω τα πόδια ελεύθερα να στηρίζονται σε ψηλοτάκουνες γόβες. Οι μεγάλες χάντρες του κολλιέ φθάνουν σχεδόν ως τη μέση της. -Συνδέεσαι σοβαρά με τον Νίκο; Τη ρωτώ. -Είναι καλό παιδί, μου λέει. —Καλά, αλλά τον αγαπάς; —Πώς δηλαδή αν τον αγαπώ; —Θα στενοχωρηθής αν τον χάσης; [...] -Α, όχι, δε θα με νοιάξη καθόλου. Ούτε το σκέπτομαι. Κι' εξ' άλλου, δεν ξέρω απόψε που θα μου πη καληνύχτα, αν θα τον δω κι αύριο. -Τότε, γιατί πηγαίνεις μαζί του; —Μα περνάμε ευχάριστα μαζί. Όλη η ουσία είναι πώς να περνάς ευ-

84. Παρά το γεγονός ότι μια τέτοια θέση απαιτεί λεπτομερή και αυτοτελή έρευνα, φαίνεται πως οι νέοι προς τα μέσα της δεκαετίας του '60 άρχισαν να έχουν συχνότερες σεξουαλικές (εκτός γάμου) σχέσεις. Δείγμα αυτής της εξέλιξης θα μπορούσε να θεωρηθεί η αύξηση των αφροδισίων νοσημάτων σε σχέση με την προηγούμενη δεκαετία, ιδίως της σύφιλης, η οποία αυξήθηκε κατά 400%, και της βλεννόρροιας που αυξήθηκε κατά 100% («Ανησυχίαι δια την συνεχή αύξησιν των αφροδισίων νοσημάτων. Η βιβλική νόσος ευδοκιμεί στην Ελλάδα », Ελεύθερος Κόσμος, 17.11.1966).

85. Βλ. «Σεξουαλικός πυρετός στην αμερικανική κοινωνία. Το καταπληκτικότερο φαινόμενο μεταβολής στα τελευταία χρόνια», Αυγή, 16.02.1964 και «Μια συγκλονιστική έκθεσις. Παραστρατημένοι της βρετανικής νεολαίας», Αυγή, 12.03.1964.

Σελ. 213
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/70/gif/214.gif&w=600&h=915

ευχάριστα την ώρα σου. Να διασκεδάζης χωρίς να στενοχωριέσαι. Έχομε

τόσες έννοιες εξάλλου...86

Οι δύο νέοι φαίνεται πως αντιπροσώπευαν διαφορετικές απόψεις σχετικά με τις σχέσεις των δύο φύλων: αυτές του νεαρού, που χωρίς μάλιστα να διαπνέονται από πουριτανισμό συνέδεαν τις σεξουαλικές σχέσεις με τον ρομαντικό έρωτα και το συναίσθημα, και αυτές της κοπέλας που δεν έβλεπε στη διατήρηση μιας σχέσης τίποτε περισσότερο από την απόλαυση και τη δίχως ενοχές ικανοποίηση. Ανεξάρτητα τελικά από το αν όντως πραγματοποιήθηκε ο διάλογος αυτός ή κατασκευάστηκε από τον αρθρογράφο με σκοπό να αποδοθεί το κλίμα της εποχής, η δημοσίευσή του συνιστούσε τεκμήριο της ευρείας μεταβολής που συντελούνταν στις σχέσεις των δύο φύλων προς τα μέσα της δεκαετίας του '60. Ο αρθρογράφος απέφευγε να λάβει θέση, αλλά αντίθετα παρουσίαζε το παραπάνω συμβάν ως κάτι το σύνηθες, γεγονός που τόνιζε ακόμη περισσότερο τη διάδοση στη νεολαία πρακτικών και απόψεων που λίγα χρόνια πριν θα ήσαν αδιανόητες.87

Οι σχολιαστές επεσήμαιναν τις παραπάνω εξελίξεις κάνοντας λόγο για την εμφάνιση νέων ηθών σε μια γενιά η οποία φαίνεται πως είχε παραδοθεί στον άκρατο ηδονισμό και την «κραιπάλη»,88 τρέφοντας ταυτόχρονα ένα πρωτόγνωρο αίσθημα αδιαφορίας για όσα οι γηραιότεροι τους καταλόγιζαν: «Πόσον αι από γενεάς εις γενεάν μεταδιδόμεναι αυταί αντιλήψεις [σημ. η απενοχοποίηση της ανεξάρτητης από τον γάμο ερωτικής ζωής] διαστρέφουν τας συνειδήσεις των εφήβων μας φαίνεται από τον αμοραλισμόν πολλών νέων,89 οι οποίοι ενώ υποπίπτουν εις σοβαράς ηθικάς παρεκτροπάς δεν φαίνεται να ανησυχούν καθόλου!», σχολίαζε με πρόδηλη έκπληξη ο Άγγελος Μιχαηλίδης.90 Ένα αίσθημα αδιαφορίας, στη βάση του οποίου φαινόταν να συγκροτείται ένα καινούργιο νόημα για τον έρωτα ισοδύναμο ενός «ιδεολογικού μανιφέστου», τέτοιο που έδινε στην ερωτική πράξη τη διάσταση μιας πράξης αμφισβήτησης και μιας πρόκλησης των στερεοτύπων που έως τότε αποδεχόταν η ελληνική κοινωνία: «Η μητέρα συμβουλεύει το κορίτσι της να μην ενδώσει ποτέ σ' ένα αγόρι, γιατί τότε το αγόρι θα πάψη να τη σέβεται και θα καταντήσει να πηγαίνει από

86. «Έρωτας», Πανσπουδαστική 32 (Νοέμβριος 1961), σ. 8-9.

87. Ο Ελεύθερος Κόσμος το 1966 δημοσίευε με προφανή έκπληξη τις απόψεις που είχε διατυπώσει μια αμερικανίδα φοιτήτρια, σύμφωνα με τις οποίες η σεξουαλική επαφή δεν ήταν τίποτε περισσότερο από μια μορφή επικοινωνίας, όπως για παράδειγμα ο χορός, η συνομιλία ή το κράτημα από το χέρι («Νεαρά Αμερικανίς φοιτήτρια εκήρυξε σεξουαλικήν επανάστασιν», Ελεύθερος Κόσμος, 15.12.1966).

88. «Ανησυχίαι δια την συνεχή αύξησιν...», Ελεύθερος Κόσμος, 17.11.1966.

89. Η υπογράμμιση είναι του συγγραφέα.

90. Α. Μιχαηλίδης, ό.π., σ. 53.

Σελ. 214
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/70/gif/215.gif&w=600&h=915

εραστή σε εραστή, αναζητώντας τον καλό σύντροφο, ίσαμε να συντριβεί ολοκληρωτικά», έγραφε η Διδώ Σωτηρίου στην Αυγή σχολιάζοντας τη συμπεριφορά των νέων κοριτσιών. «Στις περισσότερες περιπτώσεις η μητέρα έχει δίκιο, όμως η νεαρή κόρη κατέχεται από το φόβο της συμβατικότητας και ακολουθεί τελικά άλλο δρόμο»,91 συμπέραινε η συγγραφέας, ενώ ο Νίκος Τσιφόρος έθετε ευρύτερα ερωτήματα, αναρωτώμενος «πώς διάολο θα στηριχτή μια κοινωνία, οποιαδήποτε κοινωνία, δεξιά ή αριστερή, πάνω στην αναιδέστατη μητρότητά τους».92

Ο «άλλος δρόμος» στον οποίον αναφερόταν η Διδώ Σωτηρίου, δεν αφορούσε μόνο την ελληνική νεολαία, αλλά φαινόταν να αποτελεί κοινή συνισταμένη των νέων σε παγκόσμια κλίμακα, μία νέα «παγκόσμια γλώσσα», η διάδοση της οποίας πήγαινε χέρι-χέρι με την αγάπη για τους Μπητλς και τη ροκ μουσική: ως αφετηρία της προβλήθηκε ο δυτικός τρόπος ζωής,93 εξ ου και η πολεμική που αυτός δεχόταν όχι μόνο από την Αριστερά, η οποία τον ερμήνευε με βάση τις πολιτικές διαστάσεις που ενείχε μια τέτοια εξέλιξη,94 αλλά και από τους υπερασπιστές του ελληνορθόδοξου τρόπου ζωής, δηλαδή κυρίως από εκκλησιαστικούς και θεολογικούς κύκλους, οι οποίοι έβλεπαν στον ηδονισμό (ή αλλιώς «πανσεξουαλισμό») έναν «πικρό καρπό της αθεϊστικής προπαγάνδας»,95 το σύμπτωμα μιας ευρύτερης υποχώρησης των ιδανικών που προέβαλε η Εκκλησία και το αποτέλεσμα της απομάκρυνσης των νέων από τη θρησκεία.96

Θορυβημένη η Ιερά Σύνοδος από την αδιαφορία των νέων για τις αξίες της ελληνορθόδοξης παράδοσης, καταφέρθηκε επανειλημμένα και με συνέπεια ενάντια στην εισαγωγή στοιχείων από τον δυτικό τρόπο ζωής, φτάνοντας στο σημείο να εκδώσει τον Φεβρουάριο του 1965 ακόμη και εγκύκλιο (την υπ. αριθμ. 1301), με την οποία υπογράμμιζε -και επιβεβαίωνε- τον βαθμό που αυ-

91. Διδώ Σωτηρίου, «Οργισμένα ή προδομένα νιάτα;», Αυγή, 10.01.1965.

92. Ν. Τσιφόρος, «Τόπο στα νιάτα», Ελεύθερος Κόσμος, 13.11.1966.

93. Στην πατρίδα της σεξουαλικής επανάστασης, στις ΗΠΑ, η «ηθική έκλυση» των νέων, σύμφωνα με τους σχολιαστές, φαινόταν να έχει φτάσει στο αποκορύφωμά της, σε σημείο τέτοιο που οι κοπέλες «μαζί με τις τσίχλες αγοράζουν από τα περίπτερα τα αντισυλληπτικά χάπια», όπως πληροφορούσε το Δελτίον της Εκκλησίας της Ελλάδος, ενώ στη Βρετανία κορίτσια ηλικίας από δεκατριών ώς δεκαπέντε ετών συνήπταν, σύμφωνα με τον Τύπο, ερωτικές σχέσεις για να μην θεωρηθούν «καθυστερημένα» και «εκτός εποχής». Βλ. «Αντίστροφος πρόοδος», Εκκλησία 5 (01.03.1964), σ. 123 και «Μια συγκλονιστική έκθεσις...», Αυγή, 12.03.1964.

94. Βλ. επόμενο κεφάλαιο «Εξαμερικανισμός της νεολαίας; Πολιτικές διαστάσεις του ροκ εν ρολ».

95. Π. Καθρεπτίδης (αρχιμανδρίτης), Τα εκ της αθεϊστικής προπαγάνδας δημιουργούμενα ειδικά προβλήματα παρά τη νεολαία της Ελλάδος, Αθήνα 1972, σ. 11.

96. Α. Τσιριντάνης, ό.π., σ. 14.

Σελ. 215
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Ήχοι και απόηχοι. Κοινωνική ιστορία του ροκ εν ρολ φαινομένου στην Ελλάδα, 1956-1967
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 196
    

    Ημερομηνία Ώρα μετάδοσης Τίτλος τραγουδιού Καλλιτέχνης

    (συγκρότημα)

    Ημερομηνία Ώρα μετάδοσης Τίτλος τραγουδιού Καλλιτέχνης

    (συγκρότημα)

    1 Σεπτεμβρίου 19.30-20.00 Last night

    Markeys

    The fool I used to be

    S. Davis Jr.

    Do I warry

    B. Lee

    Good luch charm

    E. Presley

    Harlem twist

    Henry's twist club

    St Tropez twist

    Peppino di Capri

    Achete-moi un juke-box

    Dalida

    Le pied su terre

    Danny Fisher

    Mambo en Espana

    Espagnoles

    La bamba

    Machucambos

    Luna lunita

    Espagnoles

    La fiesta brasilienna

    A Trinidad

    Πηγή: Ραδιοπρόγραμμα (Απρίλιος-Σεπτέμβριος 1962).

    Πηγή: Ραδιοπρόγραμμα (Απρίλιος-Σεπτέμβριος 1962).

    3. «ΟΡΓΙΣΜΕΝΑ ΝΙΑΤΑ» ΗΔΟΝΙΣΜΟΣ

    Τον Οκτώβριο του 1966 η εφημερίδα Ελεύθερος Κόσμος δημοσίευε ένα αφιέρωμα στους νέους εκείνους τους οποίους οι σχολιαστές αποκαλούσαν «οργισμένα νιάτα». Όπως και ο όρος «γιεγιές», ο όρος «οργισμένα νιάτα» ήταν καινοφανής και χαρακτήριζε εκείνο το τμήμα της ελληνικής νεολαίας (ηλικίας περίπου από 15 έως 25 ετών), το οποίο έτεινε να επιδεικνύει μια συμπεριφορά διαφορετική από αυτή των προηγούμενων γενεών, έχοντας ως πολιτισμικό του σύμβολο τη μουσική των Μπητλς. Σε αντίθεση με τον όρο «γιεγιές», που υπογράμμιζε κυρίως την αγάπη των νέων για τους Μπητλς ως το βασικό χαρακτηριστικό της νέας αυτής γενιάς, ο όρος «οργισμένα νιάτα» αποτελούσε το προϊόν μιας πιο ψύχραιμης ματιάς, η οποία, αν και συνήθως επικριτική, αντιλαμβανόταν πως η εμφάνιση της Μπητλομανίας συνιστούσε απλώς την «κορυφή του παγόβουνου», τίποτε περισσότερο, δηλαδή, από ένα τμήμα μιας ευρύτερης μεταβολής στις ιδέες, τις προτιμήσεις και τις πρακτικές των νέων. Με άλλα λόγια, ο όρος «οργισμένα νιάτα» μετέφερε το κέντρο βάρους της συζήτησης από την «ανεξήγητη» μανία των νέων προς τους Μπητλς και την υπόλοιπη βρετανική σκηνή του ροκ, στην ερμηνεία ενός καινούργιου μοντέλου συμπεριφοράς των νέων με απολύτως συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, τα οποία ο αρθρογράφος επιχειρούσε να κωδικοποιήσει (και να γελοιοποιήσει εν προκειμέ-