Συγγραφέας:Κατσάπης, Κώστας
 
Τίτλος:Ήχοι και απόηχοι. Κοινωνική ιστορία του ροκ εν ρολ φαινομένου στην Ελλάδα, 1956-1967
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:45
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:2007
 
Σελίδες:463
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Νοοτροπίες και συμπεριφορές
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα
 
Χρονική κάλυψη:1956-1967
 
Περίληψη:Αντικείμενο του βιβλίου αυτού αποτελεί η διερεύνηση του τρόπου με τον οποίον το ροκ εν ρολ εμφανίστηκε στην Ελλάδα, της διαδικασίας μέσω της οποίας διαδόθηκε στη νεολαία, καθώς και η αποκωδικοποίηση των ερμηνειών που δόθηκαν για το ροκ εν ρολ, τις αφετηρίες του και τις (πραγματικές ή υποτιθέμενες) συνέπειές του για την ελληνική νεολαία. Με άλλα λόγια, ο συγγραφέας διερευνά τον απόηχο που οι «ηδονικοί» αυτοί ρυθμοί είχαν στην ελληνική κοινωνία, το πώς η τελευταία ερμήνευσε το ροκ εν ρολ, ποιες ήσαν οι προϋποθέσεις των όποιων προσλήψεων, αλλά και ποιες οι συνέχειες και οι τομές που μπορούν να εντοπιστούν. Δεδομένου ότι ένα τέτοιο εγχείρημα μπορεί να έχει τύχη μόνο συναρθρώνοντας το ροκ εν ρολ στις πολιτικές, οικονομικές, κοινωνικές και ιδεολογικές πραγματικότητες της εποχής του, επελέγη ως καταληκτήριο όριο της έρευνας το 1967.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 25.66 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 216-235 από: 466
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/70/gif/216.gif&w=600&h=915

αυτά τα τελευταία είχαν εισχωρήσει στην ελληνική νεολαία: «Η Αγιωτάτη Μήτηρ ημών Εκκλησία [...]», τόνιζε η εγκύκλιος, «μετά βαθείας λύπης και αλγούσης καρδίας παρατηρεί την εν τη Ελληνική Κοινωνία εισροήν απαραδέκτων ξενικών ηθών και εθίμων, με αποτέλεσμα την αδιαφορίαν προς την κατά Χριστόν ηθικήν ζωήν και προς τας Ελληνοχριστιανικάς ημών παραδόσεις [...]».97 Η Ιερά Σύνοδος εύστοχα συνέδεε τον ηδονισμό με την ανάδυση ενός συνόλου «ηθών και εθίμων», μιας καινοφανούς «νεανικής κουλτούρας», πρόταγμα της οποίας υπήρξε η μουσική ροκ, με τους Μπητλς επιφανέστερους εκπροσώπους της. Η νέα αυτή γενιά όχι μόνο συμπεριφερόταν δίχως να υπολογίζει την παράδοση σε κάθε τομέα της δραστηριότητάς της, από τα ρούχα μέχρι τις σεξουαλικές της πρακτικές, όχι μόνο αδιαφορούσε για την άποψη που οι μεγαλύτεροι είχαν για όλα αυτά, αλλά, αντιθέτως, φαινόταν να επιζητεί την απόλυτη ρήξη με ένα σύστημα αξιών και πρακτικών που οι γονείς -στην οπτική της— εκπροσωπούσαν: εάν ο ηδονισμός ήταν το ένα πόδι πάνω στο οποίο η κουλτούρα τους στηριζόταν, το άλλο δίχως άλλο ήταν η αυθάδεια.

4. «ΟΡΓΙΣΜΕΝΑ ΝΙΑΤΑ»: ΑΥΘΑΔΕΙΑ

«Τι ανυπόφορο που είναι να μεγαλώνεις στην εποχή μας...», τραγουδούσαν το 1965 οι Ρόλλινγκ Στόουνς, παρέχοντας οι ίδιοι την εξήγηση για τη διαπίστωσή τους αυτή: «τα παιδιά είναι τόσο διαφορετικά σήμερα, ακούω κάθε μητέρα να λέει...».98 Πράγματι, οι μητέρες (και οι πατεράδες, θα συμπλήρωνε ένας παρατηρητής των εξελίξεων) βρίσκονταν σε εξαιρετικά δύσκολη θέση στα μέσα της δεκαετίας του '60, δεδομένου ότι οι τηνέιτζερ της εποχής φαινόταν να στρέφονται εναντίον τους: οι νέοι αδυνατούσαν να αποδεχτούν τον κομφορμισμό που απέδιδαν στη σκέψη και τη συμπεριφορά των γονιών τους, και οι αυτοί με τη σειρά τους αδυνατούσαν να κατανοήσουν τις ατραπούς στις οποίες είχαν εισαγάγει τα παιδιά τους τα καινούργια ήθη και πρότυπα, με βάση τα οποία αυτά προσδιόριζαν τη συμπεριφορά τους. Επρόκειτο για ένα πραγματικό χάσμα γενεών (generational gap) το οποίο αναδεικνυόταν σε βασικό χαρακτηριστικό της εποχής και συνιστούσε μια εξέλιξη πραγματικά καινοφανή: παρά το γεγονός ότι σε κάθε εποχή η νέα γενιά έτεινε να διαφοροποιείται από τις

97. «Εγκύκλιος Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος προς τον Ελληνικόν Λαόν», Εκκλησία 5 (01.03.1965), σ. 131-132.

98. Στίχοι από το τραγούδι Mother's Little Helper. Ηχογραφήθηκε τον Δεκέμβριο του 1965 και περιλήφθηκε στο LP Aftermath, που κυκλοφόρησε στη Βρετανία τον Απρίλιο του 1966.

Σελ. 216
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/70/gif/217.gif&w=600&h=915

προηγούμενες σε μικρό ή μεγαλύτερο βαθμό, εκείνη η γενιά που έβγαινε στο προσκήνιο στα μέσα της δεκαετίας του '60 όχι μόνο σκεφτόταν και συμπεριφερόταν διαφορετικά από τις προηγούμενες (ακόμη και από τη «γενιά του ροκ εν ρολ», που είχε προηγηθεί τη δεκαετία του '50), αλλά ακόμη περισσότερο φαινόταν να έχει κηρύξει έναν ιδιότυπο «πόλεμο» στη γενιά των γονιών της.

Η εμφάνιση των Μπητλς στο προσκήνιο και η θεαματική επιτυχία που γνώρισαν, δεν θα πρέπει να αποκοπούν από την εξέλιξη αυτή. Το ακριβώς αντίθετο μάλιστα. Πέρα από κάθε ιδιαιτερότητα που τα «σκαθάρια» είχαν σε επίπεδο καλλιτεχνικής δημιουργίας, αυτή η αίσθηση ότι αποτελούσαν κάτι το καινούργιο, κάτι το μουσικά ρηξικέλευθο, τροφοδοτούσε με άφθονη ποσότητα «καυσίμου» τις μηχανές της Μπητλομανίας. Ακόμη περισσότερο, η ανεπιτήδευτη συμπεριφορά τους, το γεγονός ότι συνιστούσαν μια μπάντα που κινούνταν (ή έτσι φαινόταν τουλάχιστον) με τρόπο εντελώς διαφορετικό από τους καλλιτέχνες που προωθούσαν ώς τότε οι μεγάλες δισκογραφικές εταιρείες εκατέρωθεν του Ατλαντικού, το πηγαίο χιούμορ τους και μια εν γένει αφελής αντιμετώπιση των πραγμάτων που τους χαρακτήριζε (ιδίως τον Τζων Λέννον) ," όλα αυτά ήσαν αρκετά για να τους αναδείξουν σε απόλυτα σύμβολα της εποχής, εμβληματικές φυσιογνωμίες μιας (νέας) γενιάς που έψαχνε φωνή για να εκφραστεί και να αυτονομηθεί. Όσο περισσότερη δυσαρέσκεια προκαλούσαν όλα αυτά στους γονείς, τόσο περισσότερο οι Μπητλς αναδεικνύονταν σε σύμβολο της αυτονόμησης αυτής, την οποία φαινόταν να υποδαυλίζουν ή και να υποκινούν. «Ο πατέρας μου τους μισεί, η μητέρα μου τους μισεί, ο καθηγητής μου τους μισεί», έλεγε χαρακτηριστικά ένας νεαρός αμερικανός θαυμαστής τους. «Μπορείτε να σκεφτείτε τρεις καλύτερους λόγους για το γεγονός ότι εγώ τους λατρεύω;».100

99. Στη συνέντευξη Τύπου που παραχώρησαν οι Μπητλς τον Φεβρουάριο του 1964, όταν μετέβησαν στις ΗΠΑ, εμφάνισαν ένα προφίλ εντελώς διαφορετικό από αυτό που συνήθιζαν να παρουσιάζουν οι καλλιτέχνες, ακόμη και αυτοί του ροκ εν ρολ. Οι απαντήσεις που έδιναν ήσαν άμεσες, «κοφτές» και γεμάτες χιούμορ, με μια διάθεση διακωμώδησης των πραγμάτων, δίχως να χαρακτηρίζονται από κανενός είδους (κοινωνικό ή πολιτικό) προβληματισμό. Σε ερώτηση, για παράδειγμα, δημοσιογράφου εάν αληθεύει ότι ψηφίζουν τους Τόρις, ο Λέννον απάντησε ότι ευχαρίστως θα ψήφιζαν όποιον τους έδινε τα περισσότερα χρήματα, ενώ στην ερώτηση ποια γνώμη έχουν για το μπικίνι τόπλες ο Πωλ Μακάρτνεϊ απάντησε ότι οι Μπητλς ήδη το φοράγανε από χρόνια! («Highlights from the press conferences that baffled America», Mojo 130 (September 2004), σ. 67). Με τέτοιες απαντήσεις, όπως εύστοχα επισημαίνει ο Charlie Gillett, οι Μπητλς κατέρριψαν την εικόνα που συνέδεε τη νεολαία της εργατικής τάξης με την κοινωνική και την πολιτική αμφισβήτηση. Αντίθετα, την παρουσίαζαν «χαλαρή κι ελεύθερη, [...] να σνομπάρει άφοβα την προσποίηση, ικανή να τακτοποιηθεί εύκολα όπου μπορούσε να βρει ξεκούραση» (Ch. Gillett, ό.π., σ. 366).

100. Τ. Anderson, ό.π., σ. 93.

Σελ. 217
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/70/gif/218.gif&w=600&h=915

Οι Μπητλς εμφανίστηκαν στο καλλιτεχνικό στερέωμα σε μια περίοδο στην οποία οι αλλαγές που είχαν συντελεστεί τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια άρχισαν να γίνονται πια εμφανείς. Η νέα γενιά που έβγαινε στο προσκήνιο ήταν η πρώτη που δεν είχε την εμπειρία ενός μεγάλου πολέμου (οι δεκαοκτάρηδες του 1963 είχαν γεννηθεί με τη λήξη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, το 1945), αποτελούνταν από παιδιά που είχαν μεγαλώσει σε ένα περιβάλλον πιο ασφαλές, στο οποίο μπορεί να μην έλειπαν οι διεθνείς εντάσσεις (ο Ψυχρός Πόλεμος με όλα του τα «θερμά επεισόδια», από τον πόλεμο της Κορέας μέχρι το απόγειο του, την κρίση της Κούβας, είχε κυριαρχήσει καθ' όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του '50), ταυτόχρονα, όμως, γεννούσε ελπίδες για συνεργασία και παγίωση της ειρήνης. Η συγκρότηση δε του κοινωνικού κράτους, που μετά τη λήξη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου υπήρξε βασική πολιτική επιλογή στις περισσότερες δυτικές κοινωνίες,101 ισχυροποίησε περαιτέρω το συναίσθημα της κοινωνικής συνοχής και αλληλεγγύης, την ίδια εποχή που τα καταναλωτικά αγαθά, για πρώτη φορά σε τέτοιο βαθμό, άρχισαν να διαχέονται και στα φτωχότερα στρώματα του πληθυσμού.102 Ειρήνη, κοινωνικό κράτος, οικονομική ανάπτυξη και αφθονία φαίνεται πως συνιστούσαν τις καθοριστικές εμπειρίες ζωής με τις οποίες είχαν μεγαλώσει οι τηνέιτζερ που ταυτίστηκαν με τους Μπητλς.

Δεδομένου ότι οι γονείς είχαν εντελώς διαφορετικές παραστάσεις από τα παιδιά τους τα οποία δεν είχαν ζήσει τις περιπέτειες της δεκαετίας του '40 (αλλά και του Μεσοπολέμου, ο οποίος είχε σημαδέψει ανεξίτηλα την αμερικανική κοινωνία λόγω των σκληρών συνεπειών της οικονομικής κρίσης του '29), ένα πρωτόγνωρο χάσμα στον τρόπο αντιμετώπισης της ζωής έκανε την εμφάνισή του. Πώς μπορούσε ο πατέρας να καταλάβει το παιδί του, όταν γι' αυτόν, με τα βιώματα της ανεργίας που χαρακτήριζε τα προπολεμικά χρόνια ζωντανά ακόμη στη μνήμη του, η εργασία ήταν κάτι το μη δεδομένο που είχε μια προφανή αξία, ενώ για τον γιο του (η εργασία) ήταν κάτι που ανά πάσα στιγμή μπορούσε να εγκαταλείψει με σκοπό να πραγματοποιήσει ένα ταξίδι στο Νεπάλ για να έρθει σε επαφή με τον διαλογισμό;103

Η ανάδυση μιας νεολαίας που φαινόταν να μην επικοινωνεί πια με τους γονείς της, υπήρξε ένα κοινωνικό φαινόμενο που στα μέσα των σίξτις χαρακτήριζε

101. Για το κοινωνικό κράτος την πρώτη μεταπολεμική περίοδο στην Ευρώπη βλ. Μ. Mazower, Σκοτεινή Ήπειρος. Ο ευρωπαϊκός εικοστός αιώνας, μετάφρ. Κ. Κουρεμένος, Αθήνα 2001, σ. 286-290.

102. Στο ίδιο, σ. 281-286.

103. Ε. Hobsbawm, Η εποχή των άκρων, ό.π., σ. 422. Ας σημειωθεί ότι τη δεκαετία του '50 η ανεργία στις χώρες της δυτικής Ευρώπης κυμάνθηκε κατά μέσο όρο κάτω από το 3% ακολουθώντας μια πτωτική πορεία που την έφερε την επόμενη δεκαετία κάτω από το 1,5%. Τη δεκαετία του '30 τα ανάλογα ποσοστά στη δυτική Ευρώπη βρίσκονταν γύρω στο 7,5% (Μ. Mazower, ό.π., σ. 282).

Σελ. 218
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/70/gif/219.gif&w=600&h=915

το μεγαλύτερο μέρος του πλανήτη, γεγονός που εξηγεί σε μεγάλο βαθμό την απίστευτη επιτυχία των Μπητλς, η οποία με μια μία στενή, καθαρά καλλιτεχνική οπτική, τέτοια που να την αποκόπτει από τα κοινωνικά της συμφραζόμενα, είναι εν πολλοίς ανεξήγητη. Στα μέσα της δεκαετίας του '60 οι Μπητλς αναγνωρίζονταν ως η βασική επιρροή της νεολαίας σε παγκόσμια κλίμακα, από την Αυστραλία104 μέχρι την Ισλανδία και από τον Καναδά μέχρι την Ιαπωνία. Η απήχησή τους υπήρξε τεράστια, ακόμη και στους νέους που κατοικούσαν στις Λαϊκές Δημοκρατίες, όπου η στάση των αρχών απέναντι στους Μπητλς κυμαίνονταν από την αδιαφορία και την ανοχή (στην Πολωνία και την Τσεχοσλοβακία για παράδειγμα) μέχρι την απροκάλυπτη εχθρότητα που κατέστη επίσημη πολιτική του κράτους.105 «Άκουσα για πρώτη φορά τους Μπητλς το 1963», θυμάται ένας -ενήλικας σήμερα— οπαδός των Μπητλς που μεγάλωσε στη Σοβιετική Ένωση. «Αυτό υπήρξε για μένα ένα ισχυρό σοκ. Η απόλυτη υστερία. Οτιδήποτε άλλο εκτός από τους Μπητλς υπήρξε δίχως νόημα».106 Χιλιάδες νέοι φανατικοί υποστηρικτές των Μπητλς εμφανίστηκαν στις Λαϊκές Δημοκρατίες πάραυτα, επιβεβαιώνοντας στην πράξη τον αρχηγό της ανατολικογερμανικής νεολαίας Horst Schumann, ο οποίος προειδοποιούσε το 1965 πως ένα σημαντικό τμήμα της νεολαίας παρουσίαζε φυγόκεντρες τάσεις από το corpus των σοσιαλιστικών αρχών και αξιών που προσπαθούσε να επιβάλει το κόμμα: «Γνωρίζουμε ότι μια νέα γενιά μεγαλώνει ανάμεσά μας, η οποία πρόκειται να μας δημιουργήσει μεγάλα προβλήματα όταν τα μέλη της φτάσουν δεκαέξι και δεκαοκτώ χρονών».107

104. Για την καταλυτική επιρροή των Μπητλς στην Αυστραλία βλ. L. Zion, «The Impact of the Beatles on Pop Music in Australia: 1963-66», Popular Music 6/3 (October 1987), σ. 291-311.

105. Στην Ανατολική Γερμανία μετά από μια περίοδο ανοχής απέναντι στη μανία που διακατείχε τους νέους για τους Μπητλς, η Κεντρική Επιτροπή του Κ.Κ. συνεδρίασε τον Δεκέμβριο του 1965 με σκοπό να εξετάσει τις συνέπειες που είχε η εξέλιξη αυτή για τη νεολαία της χώρας. Πολιτικοί όπως ο Walter Ulbricht, ο Horst Sindermann, υπεύθυνος για τον Τύπο και το ραδιόφωνο, και ο Erich Honecker, πρώην αρχηγός της οργάνωσης νεολαίας, ηγέτες δηλαδή που έως τότε ασχολούνταν με μεγαλόπνοα σχέδια για τη βιομηχανική ανάπτυξη της χώρας, έκατσαν σε ένα τραπέζι, όπως χαρακτηριστικά γράφει ο Timothy Ryback, για να συζητήσουν σχετικά με το ροκ εν ρολ! Η απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής υπήρξε σαφής: η «ατελείωτη μονοτονία του yeah, yeah, yeah δεν ήταν μονάχα γελοία, αλλά και επικίνδυνη». Ως εκ τούτου η ροκ μουσική θα έπρεπε να αποβληθεί από την καρδιά του ανατολικογερμανού νέου (Τ. Ryback, ό.π., σ. 88-90).

106. Τ. Ryback, ό.π., σ. 63. Μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα μαρτυρία για τον τρόπο πρόσληψης των Μπητλς και της Μπητλομανίας από τους Ρώσους νέους τη δεκαετία του '60, δίνει ο Ντέιβιντ Γκούρεβιτς, Από τον Λένιν στον Λένον. Αναμνήσεις από τη Ρωσία της δεκαετίας του εξήντα, μετάφρ. Κ. Αρβανίτης, Αθήνα 2005.

107. Τ. Ryback, ό.π., σ. 55.

Σελ. 219
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/70/gif/220.gif&w=600&h=915

Η εμφάνιση οπαδών των Μπητλς στις μεγάλες πόλεις της ανατολικής Ευρώπης επιβεβαίωνε την επιρροή που ασκούσαν (και) στους νέους των Λαϊκών Δημοκρατιών οι τέσσερις Μπητλς. Στην Πολωνία οι οπαδοί των «σκαθαριών», οι αποκαλούμενοι και bitels, γίνονταν αμέσως αντιληπτοί από το ότι φορούσαν σχετικές κονκάρδες που τους έστελναν συγγενείς τους που κατοικούσαν στη Δύση. Στη Σοβιετική Ένωση οι νέοι φορούσαν το χαρακτηριστικό σακάκι δίχως πέτο που είχαν λανσάρει οι Μπητλς, το γνωστό στους σοβιετικούς νέους ως bitlovka, κάτι που γινόταν και στη Βουδαπέστη, όπου οι νέοι επίσης έτειναν να επιδεικνύουν εμφατικά την προσήλωση τους στις αισθητικές επιλογές των ινδαλμάτων τους.108 Παρά το γεγονός ότι και την προηγούμενη δεκαετία είχαν εμφανιστεί στις μεγάλες πόλεις νέοι που αρέσκονταν να ζουν με βάση τον αμερικανικό τρόπο ζωής όπως τον αντιλαμβάνονταν μέσω του κινηματογράφου, π.χ. οι stiliagi στην ΕΣΣΔ ή οι pàsek, οι νεαροί μιμητές του Τζέιμς Ντην που κυκλοφορούσαν με ανάλογο ύφος στις πλατείες της Πράγας, αυτή τη φορά οι οπαδοί των Μπητλς διαφοροποιούνταν σε δύο σημεία: πρώτον, ήσαν πραγματικά πολυπληθείς, δεδομένου ότι δεν συνιστούσαν ένα μικρό σύνολο ανθρώπων που μοιράζονταν μια κοινή αγάπη για τον δυτικό τρόπο ζωής και δεύτερον, φαινόταν να έχουν ως αφετηρία τους την επιθυμία απαγκίστρωσης από το παρελθόν και το παρόν, να εμφανίζουν μια τάση απομάκρυνσης από τα προβλήματα της εποχής που έβρισκε δίοδο έκφρασης μέσα από την ταύτιση με τους Μπητλς, την κουλτούρα τους και τη μουσική τους.

Η εξέλιξη αυτή υπήρξε άλλη μια κοινή συνισταμένη των νέων σε ολόκληρο τον κόσμο, βασική συνιστώσα του υποστρώματος πάνω στο οποίο πάτησε (και το οποίο προϋπέθετε) η επιτυχία των Μπητλς. Αν η νεολαία στις Λαϊκές Δημοκρατίες της Ευρώπης υπήρξε πολύ πιο δεκτική στην αμερικανική κουλτούρα από ό,τι υπολόγιζαν ή θα ήθελαν τα στελέχη του κόμματος, η αμερικανική νεολαία των σίξτις, όπως επισημαίνει ο Terry Anderson, υπήρξε πολύ πιο ανεκτική από τις προηγούμενες, λιγότερο (ή και καθόλου) φοβική απέναντι στη σοβιετική (με ή χωρίς εισαγωγικά) απειλή και πολύ πιο ιδεαλιστική.109 Στα μέσα της δεκαετίας ήδη είχε γίνει συνείδηση πολλών νέων ότι αποτελούσαν μέλη μιας γενιάς «μοναδικής», με την έννοια ότι μοιράζονταν κοινά ιδανικά και αξίες, τα οποία δεν ήσαν βέβαια καινοφανή, ωστόσο για πρώτη φορά φαινόταν να έχουν διαχυθεί σε τέτοιο βαθμό στη νεολαία, ώστε να την εντάσσουν σε μια συλλογικότητα διακριτή, όχι μόνο ηλικιακά (έτσι κι αλλιώς ο κάθε άνθρωπος σε κάθε εποχή ανήκει σε μια γενιά με βάση τη χρονολογία γέννησης του), αλλά με βάση τα πιστεύω και τα προτάγματά της. Η γενιά της πληθυσμιακής έκρηξης (του baby boom) άρχισε να αποκτά συνείδηση της «μοναδικότητάς

108. Στο ίδιο, σ. 56.

109. Τ. Anderson, ό.π., σ. 93.

Σελ. 220
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/70/gif/221.gif&w=600&h=915

κότητάς» της και η νεότητα από ένα φυσιολογικό στάδιο της ζωής του ανθρώπου να μετατρέπεται σε αξία και ιδανικό. Την εποχή που άρχισε να διαδίδεται στους νέους το σύνθημα «μην εμπιστεύεσαι κανέναν πάνω από τα τριάντα» (don't trust anyone over thirty), οι Who, ένα από τα σημαντικότερα και πιο δημοφιλή συγκροτήματα στα μέσα της δεκαετίας του '60, μιλώντας για τη γενιά αυτή στο ομώνυμο τραγούδι τους (My Generation)110 εξέφραζαν την επιθυμία «να πεθάνουν πριν γεράσουν», κάτι που την επόμενη δεκαετία θα έπρατταν πολλοί από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της, όπως ο Τζιμ Μόρισον, ο Τζίμι Χέντριξ, η Τζάνις Τζόπλιν ή ο κιθαρίστας των Ρόλλινγκ Στόουνς Μπράιαν Τζόουνς.

Αν η απόρριψη του συστήματος αξιών των μεγαλύτερων υπήρξε βασική παράμετρος στις κοινωνίες όλης της υφηλίου προς στα μέσα της δεκαετίας του '60, οι Μπητλς υπήρξαν οι απόλυτοι εκφραστές του, γεγονός που ήδη εν τη γενέσει του επισημάνθηκε. Ο Ούγγρος κοινωνιολόγος Ivan Vitanyi υπήρξε από τους πρώτους που ασχολήθηκαν σοβαρά με το φαινόμενο «Μπητλς» μελετώντας την αποδοχή τους από τους νέους στην ανατολική Ευρώπη. Τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε ήσαν πραγματικά εντυπωσιακά: με το κραυγάζουν και να ουρλιάζουν στο άκουσμα των τραγουδιών των Μπητλς, οι νέοι ταυτίζονταν με τα ινδάλματά τους, κάτι που και οι τελευταίοι φρόντιζαν επιμελώς να αναπαράγουν. Με τον τρόπο αυτό, σύμφωνα με τον Vitanyi, οι Μπητλς εφοδίαζαν τους νέους των Λαϊκών Δημοκρατιών με τα πρώτα πραγματικά ελκυστικά γι' αυτούς πρότυπα ρόλων. Πολλώ δε μάλλον, που τα στελέχη του κόμματος ήσαν συνήθως άνθρωποι βλοσυροί και μεγαλύτερης ηλικίας, ενώ η αυστηρή μορφή του Μαρξ παρέπεμπε στον δέκατο ένατο αιώνα: όλα αυτά, σύμφωνα με τον Ούγγρο κοινωνιολόγο, καθιστούσαν ακόμη πιο ακαταμάχητες τις φιγούρες των Μπητλς, οι οποίοι καθώς ήσαν αυθάδεις, έξυπνοι, ετοιμόλογοι και «δροσεροί», ενθουσίαζαν τους νέους.1"

Παρά το γεγονός ότι στην Ελλάδα καμία προσπάθεια δεν έγινε στη συγχρονία να αναλυθεί με επιστημονικούς όρους το φαινόμενο της Μπητλομανίας, οι σποραδικές ερμηνείες που έγιναν από σχολιαστές, οι οποίοι συνήθως είχαν για αφετηρία τους την επιθυμία να καταδείξουν την «παρακμή» στην οποία είχε περιπέσει η ελληνική νεολαία, έτειναν να επισημάνουν ακριβώς αυτό το στοιχείο, το ότι δηλαδή οι Μπητλς αποτελούσαν βασικά πρότυπα για την ελληνική νεολαία, συνιστούσαν τη βασικότερη των επιρροών της, επομένως ανα

110. Το τραγούδι My Generation, ένα από τα πιο αντιπροσωπευτικά δείγματα της μουσικής σκηνής των σίξτις, ήταν μια σύνθεση του κιθαρίστα των Who, Pete Townshend. Κυκλοφόρησε ως σινγκλ το 1965, ενώ εντάχθηκε και στο πρώτο LP των Who που είχε τον ίδιο τίτλο (My Generation). Το περιοδικό Rolling Stone το κατέταξε στην ενδέκατη θέση στον κατάλογο με τα καλύτερα ροκ τραγούδια όλων των εποχών.

111. Τ. Ryback, ό.π., σ. 56.

Σελ. 221
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/70/gif/222.gif&w=600&h=915

γνωρίζονταν ως ένας από τους σπουδαιότερους σύγχρονους κινδύνους. «Οι παντοειδείς Μπητλς», έγραφε ο Αλέξανδρος Τσιριντάνης, «είναι βέβαια υπόθεσις γελοία. Αλλά δεν είναι γελοία, τουναντίον είναι σοβαρωτάτη υπόθεσις, η επίδρασις, η έλξις, η αυτόχρημα ηγετική δύναμις την οποίαν αυτό το γελοίον ασκεί εις τον σύγχρονον άνθρωπον και, ας το πούμε καθαρά, και κατά μέγα μέρος εις τον σύγχρονον Έλληνα».112 Δεδομένου ότι η επιρροή των Μπητλς φαινόταν να υποσκάπτει την προσπάθεια στην οποία είχε αποδυθεί η χούντα των συνταγματαρχών να ανακτηθούν τα ερείσματα που είχαν απολέσει οι αξίες της ελληνορθόδοξης παράδοσης στην ελληνική νεολαία, ο Τσιριντάνης τόνιζε την επικινδυνότητα της κατάστασης, υποδεικνύοντας τους Μπητλς ως ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα των καιρών και καλώντας σε επαγρύπνηση:

[... ] Ας εξυπνήσωμεν επί τέλους και ας πάρωμεν τους Μπητλς εις τα σοβαρά. Είναι γελοία υπόθεσις. Αλλά θα είναι τραγικόν εάν δεν τους προσέξω μ εν! Και αν θέλωμεν να έχουν νόημα όσα έχομεν εις το παρελθόν εκθέσει περί ανάγκης ανακαινίσεως, περί υπευθύνου λαού [...], εάν λοιπόν όλα αυτά θέλομεν να μη μείνουν έπεα πτερόεντα, αλλά να αποκτήσουν πρακτικήν αξίαν, πρέπει να προσέξωμεν τους Μπητλς!113

Φαίνεται πως στα μέσα της δεκαετίας του '60 ήταν ήδη αργά για να γυρίσει πίσω το ποτάμι. Το σύστημα αξιών το οποίο οι γονείς εκπροσωπούσαν είχε απαξιωθεί πλήρως στο μυαλό των «οργισμένων νέων», οι οποίοι έτειναν να εκφράζουν την οργή τους με μια πρωτοφανή απόρριψη κάθε ιδανικού, κάθε παραδοχής, και κάθε πραγματικότητας που έως τότε προβαλλόταν και γινόταν αποδεκτή ως «θεμέλιο» της οργανωμένης κοινωνίας. Και μία τέτοια συμπεριφορά δεν μπορούσε παρά να γίνει αντιληπτή ως «αυθάδεια», την οποία μάλιστα οι μεγαλύτεροι σε ηλικία αδυνατούσαν να κατανοήσουν, επισημαίνοντας την ύπαρξη μιας σειράς αντιφάσεων στο εσωτερικό της: «Βλαστημούνε, φτύνουν, βάζουν τα πόδια τους επάνω στο τραπέζι, ενοχλούν με απρέπειες τους φιλήσυχους πολίτες, ειρωνεύονται, περιδιαβάζουν ακούρευτοι και βρώμικοι, πίνουν αποκτηνωμένα, ξεγοφιάζονται σε έξαλλους χορούς, λατρεύουν την κίνηση και τον ίλιγγο. Περιφρονούν όλους και όλα. Τα βάζουν με τη θρησκεία, με τα ιδεώδη της προόδου, με τους γονιούς τους, με τα αφεντικά τους, με την κυβέρνηση, με τη Βουλή, [...] με όλους όσους θεωρούν υπεύθυνους για το σημερινό κατάντημα της κοινωνίας, με την αρρυθμία και την ευρρυθμία του κόσμου, με την τάξη και την αταξία...».114

Η παραπάνω διαπίστωση της Διδώς Σωτηρίου ενείχε μία ακόμη αλήθεια. Οι «οργισμένοι νέοι» στρέφονταν ενάντια στους γονείς τους θεωρώντας τους υ-

112. Α. Τσιριντάνης, ό.π., σ. 112.

113. Η υπογράμμιση είναι του ίδιου του συγγραφέα (Α. Τσιριντάνης, ό.π., σ. 112).

114. Διδώ Σωτηρίου, «Οργισμένα ή προδομένα νιάτα;», Αυγή, 10.01.1965.

Σελ. 222
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/70/gif/223.gif&w=600&h=915

υπεύθυνους για το «κατάντημα της κοινωνίας», για τη δημιουργία δηλαδή ενός κόσμου, του οποίου όλα τα δεινά τα χρέωναν στη γενιά των μεγαλύτερων. Στην οπτική τους οι γονείς εκπροσωπούσαν μια ολόκληρη εποχή η οποία, όπως θυμάται ο Ανδρέας Μάλλιαρης, «ενδεχομένως χανόταν στα βάθη των αιώνων».115 Οι μεγάλες διαιρέσεις της εποχής, η εμπειρία της Κατοχής, της Αντίστασης και του Εμφυλίου Πολέμου, αλλά ακόμη και πρόσφατα γεγονότα ή εξελίξεις που είχαν αποτυπωθεί ανεξίτηλα στη συλλογική μνήμη τη δεκαετία του '50 (μετανάστευση, αστυφιλία, φτώχεια, Κυπριακό, διατήρηση ενός θεσμικού πλαισίου τέτοιου που επέτρεπε τις διώξεις ενάντια στην Αριστερά κλπ), ό,τι δηλαδή συνιστούσε αυτό που θα αποκαλούσε κάποιος «τα μεγάλα προβλήματα της εποχής», φαινόταν να μην τους απασχολεί καθόλου. Αντιθέτως μάλιστα, η επίκλησή τους από τους μεγαλύτερους επιβεβαίωνε το αγεφύρωτο χάσμα που υπήρχε στον τρόπο σκέψης από τη μία πλευρά μιας γενιάς με βιώματα συγκροτημένα και μορφοποιημένα στη σκληρή εμπειρία της δεκαετίας του '40 (πολεμικές περιπέτειες, ανασφάλεια, στερήσεις, πείνα, απώλειες) και από την άλλη μιας γενιάς που έχοντας γεννηθεί μετά το τέλος του πολέμου (πολλά μέλη της μάλιστα μετά το 1949, οπότε και έληξε, στο επίπεδο των πολεμικών επιχειρήσεων τουλάχιστον, ο εμφύλιος πόλεμος) φαινόταν να έχει διαφορετικές εκτιμήσεις και προτεραιότητες:

Έλεγε ο πατέρας μου, «εγώ, γεννήθηκα στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, πολέμησα στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο» κλπ. Επιτέλους! Δεν θα μιλήσετε ποτέ σας για ειρήνη, για προκοπή, για πρόοδο! Για μουσική! Μια ζωή αυτό που θα ενδιαφέρει είναι αν πολεμήσατε, αν πεινάσατε, αν, αν, αν... Ε, δε θέλουμε πια να τα ακούμε αυτά τα πράγματα! Θέλουμε να πάμε ένα βήμα παραπέρα, να κάνουμε ένα βήμα παραπέρα. Κι αυτό ήταν ένα μεγάλο χάσμα ανάμεσα στους γονείς μας και εμάς.116

Η επιτυχία των Μπητλς αποτελούσε την απεικόνιση, στο επίπεδο της μουσικής δημιουργίας, της τεράστιας διαφοράς στις αντιλήψεις και τον τρόπο σκέψης που είχαν οι νέοι των σίξτις από τους γονείς τους. Τα τραγούδια των Μπητλς, ιδίως στην πρώτη περίοδο που τους γνώρισε ο νεαρόκοσμος (19631966), ήσαν χαρούμενα, αισιόδοξα, «μιλούσαν» για μια ζωή διαφορετική από αυτή των γονιών, για έναν κόσμο μακριά από τα προβλήματα της εποχής, αλλά και ταυτόχρονα αληθινό για τον μέσο νέο, ενώ η απουσία κοινωνικού προβληματισμού, όπως μέχρι τότε αυτός εκφραζόταν από διάφορους εκπροσώπους του καλλιτεχνικού ή του πολιτικού κόσμου, τα έκανε ακόμη πιο ελκυστικά. Για μία γενιά η οποία στα μέσα της δεκαετίας του '60 έβλεπε ακόμη και τον Έλβις

115. Συνέντευξη Ανδρέα Μάλλιαρη, 04.08.2004.

116. Στο ίδιο.

Σελ. 223
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/70/gif/224.gif&w=600&h=915

Πρίσλεϋ, το απόλυτο είδωλο της δεκαετίας του '50, ως έναν ξεπερασμένο και μάλλον θλιβερό, λόγω της απόλυτης ενσωμάτωσης του στη βιομηχανία του Tin Pan Alley, εκπρόσωπο ενός κόσμου με τον οποίον ελάχιστα πράγματα τη συνέδεαν,117 οι Μπητλς (φαίνεται πως) υπήρξαν μια διέξοδος. Μια δίοδος που μπορούσε να εκφράσει τη διάθεσή τους να απομακρυνθούν από αυτόν τον κόσμο της «δυστυχίας» και τις αξίες που συνόδευαν τον πόνο και τη στέρηση.

Δεδομένου ότι ο «κόσμος των γονιών» (ιδίως αυτός της Αριστεράς) είχε ως μουσική του επένδυση κατά βάση είτε το πολιτικό τραγούδι, που από τα τέλη της δεκαετίας του '50 γνώριζε στιγμές δόξας με αφορμή τις εξαιρετικές δημιουργίες του Μίκη Θεοδωράκη,118 είτε το λαϊκό τραγούδι, που ύστερα από το 1955 εδραίωσε τη θέση του ως ο κατεξοχήν εκφραστής των φτωχότερων λαϊκών στρωμάτων, ο νέος των σίξτις δεν αμφιταλαντεύτηκε μέχρι να αποδώσει στους Μπητλς την ιδιότητα του εκφραστή της γενιάς του.119 Παρά το γεγονός ότι το λαϊκό τραγούδι βρισκόταν στην πιο μεστή περίοδο του (την οποία ο Πάνος Γεραμάνης τοποθετεί ανάμεσα στο 1955 και το 1960),120 οι κοινωνικές συνθήκες (φτώχεια, προσφυγιά, μετανάστευση κλπ) και το πολιτικό κλίμα μέσα στο οποίο αυτό ζυμώθηκε προσδιόριζαν και το εύρος της (οπωσδήποτε όχι μικρής) απήχησής του.121

Καθώς ο νέος των σίξτις, ο «οργισμένος νέος» πιο συγκεκριμένα, ελάχιστα προσδιοριζόταν με βάση τα βιώματα των προηγούμενων γενιών (που ήσαν και οι πηγές έμπνευσης για τους μεγάλους καλλιτέχνες του λαϊκού τραγουδιού), το τελευταίο φαίνεται πως στην οπτική του αποτελούσε αναπόσπαστο κομμάτι του «κόσμου των μεγάλων».122 Ενός κόσμου που παρά το ότι απολάμβανε μία

117. Σε αυτό συμφωνούν οι Αντώνης Καφετζόπουλος (συνέντευξη, 20.07.2004), Ανδρέας Μαλλιαρής (συνέντευξη, 04.08.2004) και Λεωνίδας Λουλούδης (συνέντευξη, 13.07.2004).

118. Ο Επιτάφιος σε ποίηση του Γιάννη Ρίτσου, κυκλοφόρησε στα τέλη του 1960, ενώ το Άξιον Εστί σε ποίηση του Οδυσσέα Ελύτη το 1964.

119. Αυτό ίσως να αποτελεί μια απάντηση στην απορία του Charlie Gillett, ότι δηλαδή «για κάποιους άγνωστους λόγους μεγάλο τμήμα του δυτικού κόσμου είχε αποφασίσει να στολίσει τους Μπητλς με όλα τα προσόντα που θα μπορούσαν ποτέ να αποδοθούν σε ένα και σε όλα τα είδη της ποπ μουσικής» (Ch. Gillett, ό.π., σ. 367).

120. Βλ. σχετικά Π. Γεραμάνης, «Η άνθηση του λαϊκού τραγουδιού», Η Καθημερινή. Επτά Ημερες: Ελληνική Δισκογραφία (26.04.1998), σ. 21-22 και «Η χρυσή δεκαετία», Η Καθημερινή. Επτά Ημέρες: Η Ελλάδα τον 20ό αιώνα: 1950-1960 (28.11.1999), σ. 29-30.

121. Βλ. σχετικά Γ. Τσάμπρας, «Η μουσική 1949-1974. Β'. Το Ελληνικό Τραγούδι», Β. Παναγιωτόπουλος (επιμ.), Ιστορία του Νέου Ελληνισμού 1770-2000, τ. 9, ό.π., σ. 269-271.

122. Ας μην ξεχνάμε ότι οι ίδιοι οι σημαντικότεροι εκπρόσωποι του λαϊκού τραγουδιού ήσαν πολύ μεγαλύτεροι από το κοινό των τηνέιτζερ. Ενδεικτικά και μόνο αναφέρω ότι ο Στέλιος Καζαντζίδης γεννήθηκε το 1931 (επομένως το 1964 ήταν περίπου 34 ετών), ο

Σελ. 224
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/70/gif/225.gif&w=600&h=915

σαφή «ηθική αναγνώριση», απότοκος αυτή του τεράστιου αποθέματος θυσιών και αγώνων το οποίο είχε συγκροτήσει τα τελευταία είκοσι χρόνια ένα σημαντικό κομμάτι των φτωχότερων στρωμάτων του πληθυσμού, ιδίως του εαμογενούς τμήματος του, δεν έπαυε να είναι για τον νέο της δεκαετίας του '60 σύμφυτος με τις στερήσεις, τον πόνο και το παράπονο. Αντιστικτικά σε αυτή την πραγματικότητα φαίνεται πως στεκόταν (ή τουλάχιστον έτσι γινόταν αντιληπτό από τους «γιεγιέδες») η αισιοδοξία των τραγουδιών των Μπητλς, η ανεπιτήδευτη αφέλειά τους, το γεγονός και μόνο ότι συνιστούσαν κάτι διαφορετικό, κάτι εντέλει χαρούμενο, που διαφοροποιούσε τους ακροατές του από εκείνους που συγκινούνταν με στίχους όπως «το καντήλι τρεμοσβήνει σε μια κάμαρα φτωχή / και μια μάνα σιγολιώνει στο κρεβάτι μοναχή» του Γρηγόρη Μπιθικώτση ή «απ' έξω από τις φυλακές κλαίνε μανούλες και αδελφές / έχουν αδέλφια και παιδιά στα σίδερα κλεισμένα / σε θάνατο τα έχουν δικασμένα» που τραγουδούσε η πλέον εμβληματική μορφή του λαϊκού τραγουδιού, ο Στέλιος Καζαντζίδης.123 Ακόμη και ο έρωτας που τόσο συχνά υμνούνταν στο λαϊκό τραγούδι, φαινόταν περισσότερο να αφορά τα συναισθήματα που έτρεφε ένας ενήλικας (όπως λ.χ. η «Αχάριστη» του Βασίλη Τσιτσάνη), παρά την εφηβική αγάπη με την οποία ασχολούνταν οι Μπητλς και οι υπόλοιποι εκπρόσωποι του ροκ εν ρολ.

Επρόκειτο για μία εξέλιξη η οποία λάμβανε ιδιαίτερη σημασία στη συγκεκριμένη συγκυρία της Ανασυγκρότησης: ανάμεσα στην προσπάθεια της ελληνικής Δεξιάς να οικοδομήσει μια ιδεολογία που «πάντρευε» την οικονομική ανάπτυξη με αξίες και ιδανικά που εκκινούσαν από το συντηρητικό ιδεολογικό οπλοστάσιο του ελληνοχριστιανισμού και έναν (απροκάλυπτο) αντικομμουνισμό, και σε μια ρητορική της Αριστεράς που είχε ως βασική της συνιστώσα την πρόταξη «λαϊκών αξιών» και προτύπων συμπεριφοράς όπως η «λεβεντιά», η «παλικαριά», ο «σεβασμός» και το «ήθος», οι Μπητλς συνιστούσαν έναν «τρίτο δρόμο», ο οποίος περισσότερο βασιζόταν σε ένα νεφελώδες, ελκυστικό όμως για χιλιάδες νέους πακέτο ιδεών, κοινός παρονομαστής των οποίων φαινόταν να είναι η απόρριψη του «παλιού κόσμου», παρά σε κάποια ιδεολογία επιμελώς συγκροτημένη. Δεδομένης της αδυναμίας να ερμηνευτεί αυτή η αδιαφορία του νέου για ένταξη σε κάποιον από τους υπάρχοντες ιδεολογικούς χώρους, η στάση του γινόταν αντιληπτή ως απαρέσκεια για τον τρόπο με τον οποίον η κοινωνία στο σύνολο της υπήρξε οργανωμένη, η δε εμφατική επίδειξη προτιμήσεων φυγόκεντρων από τις παραδεκτές ως αυθάδεια και τεκμήριο ηθικής παρακμής.

Αν στις αρχές της δεκαετίας του '60 όλα αυτά ακόμη δεν προοιωνίζονταν

Γρηγόρης Μπιθικώτσης το 1922 (43 ετών την εποχή της Μπητλομανίας), η δε υπέροχη Σωτηρία Μπέλλου το 1921. Από τους συνθέτες αναφέρω μόνο τον (ίσως) σπουδαιότερο όλων, τον Βασίλη Τσιτσάνη, ο οποίος γεννήθηκε το 1915 και το 1964 ήταν περίπου 50 ετών.

123. Π. Γεραμάνης, ό.π., σ. 21.

Σελ. 225
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/70/gif/226.gif&w=600&h=915

κάποια ανατροπή αξιοσημείωτη στον τρόπο με τον οποίον η πολιτική σκηνή στην Ελλάδα υπήρξε δομημένη και πιο συγκεκριμένα στη σχέση των νέων με αυτή, τα πράγματα δεν ήσαν έτσι στον μικρόκοσμο της οικογένειας. Εκεί, εάν δεχτούμε τα όσα οι «γιεγιέδες» ανακαλούν στη μνήμη τους τέσσερις δεκαετίες αργότερα, πρέπει να συντελέστηκε μια «μαζική εξέγερση» των νέων ενάντια στους γονείς τους.124 Καθώς οι γονείς δεν χρεώθηκαν μόνο -δικαίως και αδίκως— όλα τα κακώς κείμενα της ελληνικής κοινωνίας, αλλά και έναν θλιβερό κομφορμισμό στο επίπεδο της καθημερινότητας, οι νέοι σύντομα στράφηκαν εναντίον τους, αντιτιθέμενοι στον τρόπο με τον οποίον η οικογένεια συνολικά λειτουργούσε: απαιτούσε από τα παιδιά τον σεβασμό στους γονείς τους (σε πολλές ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου μπορεί κανείς να παρατηρήσει ότι τα παιδιά μιλούσαν στον πληθυντικό στον πατέρα τους), βασιζόταν στο αλάθητο του πατέρα που ήταν ο «αρχηγός» της οικογένειας, και αναπαρήγε στερεότυπα για τους ρόλους των μελών, τα οποία δύσκολα μπορούσαν να πείσουν και να συγκινήσουν τον νέο της εποχής. Αντίθετα, οι ιδέες που διακινούνταν με τα τραγούδια των Μπητλς μιλούσαν για ανεκτικότητα, για τον ελεύθερο έρωτα, προέβαλαν ακόμη και μία διαφορετική εκδοχή για την έννοια «ανδρισμός»:

Υπήρχαν τέσσερα τραγούδια των Μπητλς που μίλαγαν για αυτό [για τον ερωτευμένο που κλαίει]. Να κλάψω εγώ; Που έως τότε μας έλεγε ο μπαμπάς μας ότι εμείς θα έπρεπε να είμαστε κέρβεροι, διότι εμείς θα φτιάξουμε την οικογένειά μας, εμείς είμαστε οι δουλευταράδες, εμείς, εμείς, εμείς... [... ] Η μουσική τελικά ήταν εκείνη που μας οδήγησε σε έναν διαφορετικό τρόπο σκέψης.125

Παρ' όλο που είναι δύσκολο να πει κανείς με βεβαιότητα αν η μουσική οδήγησε τους νέους σε έναν άλλον τρόπο σκέψης ή απλώς εξέφρασε μεταβολές που κυοφορούνταν από χρόνια και ούτως ή άλλως, με τον έναν ή άλλον τρόπο, κάποια στιγμή θα έκαναν τη δυναμική εμφάνισή τους, είναι βέβαιο πως η «αυθάδεια» με την οποία συμπεριφέρονταν τα μέλη πολλών από τα ροκ συγκροτήματα της εποχής αποτελούσε για τον «οργισμένο νέο» μια ελκυστική εναλλακτική πρόταση, την οποία και ασμένως υιοθέτησε. Ο «κόσμος των γονιών» υπήρξε συνώνυμος της επανάληψης και του μη απροσδόκητου, ενώ απέναντι στον κομφορμισμό και τη γκρίζα για τον νέο πραγματικότητά του, ο «ροκ τρόπος ζωής» ήταν χαρούμενος, ειρωνευόταν τους μεγαλύτερους και ακύρωνε τη μονοτονία της ήσυχης οικογενειακής ζωής, η οποία επαναλαμβανόταν ανάμεσα σε επισκέψεις στα σπίτια των συγγενών, στον κυριακάτικο εκκλησιασμό ή τα μαθήματα του κατηχητικού (τα οποία το 1973 ο γραμματέας της Ιεράς Συνόδου

124. Συνέντευξη Αντώνη Καφετζόπουλου, 20.0.2004.

125. Συνέντευξη Ανδρέα Μαλλιαρή, 04.08.2004.

Σελ. 226
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/70/gif/227.gif&w=600&h=915

δου, Χριστόδουλος Παρασκευαΐδης, υπολόγιζε σε περίπου δέκα χιλιάδες σε όλη τη χώρα, τους δε μαθητές τους γύρω στους 385.000),126 και στην προδιαγεγραμμένη (για κάποιους) επαγγελματική ζωή η οποία επρόκειτο να τους βοηθήσει να στηρίξουν στο μέλλον οικονομικά τη δική τους οικογένεια, με άλλα λόγια να ανταποκριθούν και εκείνοι στις δικές τους «υποχρεώσεις»: «Δεν γουστάραμε την τυπολατρία, δεν γουστάραμε την κανονικότητα, τον κομφορμισμό», θυμάται σήμερα ο Λεωνίδας Λουλούδης. «Ήταν όλα προδιαγεγραμμένα. Και δεν μας λέγανε τίποτα...».127

Εάν η αυθάδεια αποτελούσε το αντίδοτο στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα της πλήξης, οι Ρόλλινγκ Στόουνς, δίχως άλλο, ήσαν η απόλυτη προσωποποίησή της. Οι Στόουνς σχηματίστηκαν το 1962 από δύο παιδικούς φίλους, τον Μικ Τζάγκερ (Mick Jagger) και τον Κιθ Ρίτσαρντς (Keith Richards) και μουσικά ανήκαν στην ρυθμ εν μπλουζ σκηνή του Λονδίνου. Όπως είδαμε παραπάνω, στις αρχές της δεκαετίας του '60 το ροκ εν ρολ στη Βρετανία είχε αρχίσει να αποκτά μία δυναμική διαφορετική από εκείνη που είχε στην πατρίδα του, στις Ηνωμένες Πολιτείες, και να αναπτύσσεται με επίκεντρο το Λίβερπουλ και το Λονδίνο. Ενώ στο Λίβερπουλ κυριαρχούσαν ακούσματα περισσότερο σύγχρονα, όπως λ.χ. οι Shirelles ή οι Drifters και οι νεαροί οπαδοί του ροκ εν ρολ ανήκαν κατά βάση στην εργατική τάξη, στο Λονδίνο η κυρίαρχη τάση ήταν το νέγρικο ρυθμ εν μπλουζ,128 οι δε οπαδοί του ήσαν σε κυρίως νέοι των μεσαίων στρωμάτων που σπούδαζαν σε κολέγια, πολλοί από αυτούς μάλιστα σε καλλιτεχνικές σχολές.

Οι Ρόλλινγκ Στόουνς, που προέρχονταν από το καλλιτεχνικό περιβάλλον του Λονδίνου, έκαναν την πρώτη δημόσια εμφάνισή τους το καλοκαίρι του 1962 στο Marquee αντικαθιστώντας το συγκρότημα του Αλέξις Κόρνερ,129 ενώ τον Μάιο του 1963 κυκλοφόρησαν το πρώτο τους σινγκλ με την ετικέτα της Decca που περιείχε ένα τραγούδι του Τσακ Μπέρι (το Come On) και ένα

126. Χ. Παρασκευαΐδης (αρχιμ.), Η Εκκλησία και τα Νειάτα, Αθήνα 1974, σ. 44.

127. Συνέντευξη Λεωνίδα Λουλούδη, 13.07.2004.

128. Ιδίως το «ηλεκτρικό μπλουζ», δηλαδή εκείνη η εκδοχή του που είχε αναπτυχθεί την περίοδο του Μεσοπολέμου στις μεγάλες πόλεις του αμερικανικού βορρά (π.χ. Ντιτρόιτ, Σικάγο) έχοντας ενσωματώσει κάποιες από τις τεχνολογικές καινοτομίες της εποχής, όπως την αύξηση της έντασης του ήχου με την υποβοήθηση του ηλεκτρισμού.

129. Ο Αλέξις Κόρνερ (Alexis Korner) θεωρείται ο «πατέρας» του βρετανικού ρυθμ εν μπλουζ. Το 1961 σχημάτισε τους Blues Incorporated, ένα χαλαρό μουσικό σχήμα από το οποίο σύντομα επρόκειτο να περάσουν μερικά από τα μετέπειτα «ιερά τέρατα» της ροκ σκηνής, όπως ο Μικ Τζάγκερ και ο Κιθ Ρίτσαρντς των Στόουνς, ο Τζακ Μπρους των Cream και ο Τζων Μάγιαλ («Music Web Encyclopaedia of Popular Music: Alexis Korner», στο http://www.musicweb-international.eom/encyclopaedia/k/K84.HTM, τελευταία επίσκεψη: 08.03.2006).

Σελ. 227
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/70/gif/228.gif&w=600&h=915

του Γουίλι Ντίξον (το I Wanna Be Loved). Εν τω μεταξύ, οι Στόουνς, που είχαν λάβει το όνομά τους από το ομώνυμο τραγούδι του αφροαμερικανού μπλούζμαν Μάντι Γουότερς (Rollin' Stone, 1950), απέκτησαν την τελική τους σύνθεση, η οποία αποτελείτο από τους Μικ Τζάγκερ στα φωνητικά, τους Κιθ Ρίτσαρντς και Μπράιαν Τζόουνς στις κιθάρες, τον ντράμερ Τσάρλι Γουότς και τον Μπιλ Γουάιμαν στο μπάσο. Η επιτυχία των Μπητλς, που είχε στο μεταξύ ταράξει για τα καλά τα νερά στον χώρο της μουσικής, είχε ανοίξει τον δρόμο για την επιτυχία σε όλα τα βρετανικά συγκροτήματα, τα οποία άρχισαν να γίνονται δημοφιλή σε παγκόσμια κλίμακα. Ανάμεσά τους, οι Ρόλλινγκ Στόουνς σύντομα φάνηκε πως αποτελούσαν τη σπουδαιότερη μπάντα, ένα σκαλοπάτι κάτω ακριβώς από τους Μπητλς, τόσο σε επίπεδο καλλιτεχνικής δημιουργίας, όσο και σε φανατικούς οπαδούς και αναγνωρισημότητα.

Τουλάχιστον μέχρι τη διάλυση των Μπητλς, το 1970, η ροκ εν ρολ μυθολογία ήθελε τους Ρόλλινγκ Στόουνς να βρίσκονται σε μια διαρκή αντιπαράθεση με τα «σκαθάρια» με επίδικο αντικείμενο την πρωτοκαθεδρία στις καρδιές των νεαρών οπαδών του ροκ εν ρολ. Επρόκειτο για μια άποψη που ήταν κατά το ήμισυ αληθής. Αν και στην οπτική των νεαρών «φανατικών» ποτέ δεν φαίνεται να τέθηκε καθ' ολοκληρία το δίλημμα «Ρόλλινγκ Στόουνς ή Μπητλς»,130 είναι αλήθεια ότι ήδη από το ξεκίνημα της καριέρας τους οι Ρόλλινγκ Στόουνς προβλήθηκαν με συνέπεια όχι απλά ως ο βασικότερος «αντίπαλος» των Μπητλς, αλλά ως μια μπάντα η οποία χαρακτηριζόταν από στοιχεία αντιθετικά προς εκείνα που συνδέονταν με τους Μπητλς: οι τελευταίοι παρά τη ριζοσπαστικότητα της συμπεριφοράς τους ήσαν ευγενικοί, μάλλον όμορφοι, σχετικά πράοι ως άτομα και υποστήριζαν με τη συμπεριφορά τους μια καινούργια αντίληψη για την «αρρενωπότητα».131

Σε αντίθεση με τους Μπητλς, οι Στόουνς υπήρξαν η προσωποποίηση της άγαρμπης και της προκλητικά σεξιστικής συμπεριφοράς. Εάν οι Μπητλς ήσαν, όπως έχει ειπωθεί, ο τύπος των νέων που θα χάιδευαν το χέρι μιας κοπέλας, οι Στόουνς διατράνωναν με εμφατικό τρόπο την επιθυμία να κάνουν έρωτα μαζί της και μάλιστα με βίαιο τρόπο· αν οι πρώτοι ήσαν οι «καλοί» της ροκ εν ρολ σκηνής, οι δεύτεροι ήσαν οι «κακοί».132 Η εικόνα αυτή είχε βρει την ολοκλήρωσή

130. Κατ' αναλογία, ο μύθος θέλει τους οπαδούς του λαϊκού τραγουδιού στην Ελλάδα να προβληματίζονταν ανάμεσα στην επιλογή «Μπιθικώτσης ή Καζαντζίδης», τους δε θαυμαστές του έντεχνου να έχουν να αντιμετωπίσουν το δίλημμα «Θεοδωράκης ή Χατζιδάκις».

131. Όπως έχει γράψει ο Richard Neville, «όταν βγήκαν ot Μπητλς, ο άνδρας που στις παραλίες έτρωγε άμμο στη μούρη από τον μυώδη παλληκαρά, έγινε αστέρι [...]. Από τότε οι αδύναμοι και δειλοί γαμούσαν πάντα τα καλύτερα κορίτσια...» (R. Neville, Play power, Λονδίνο 1971, σ. 77-78, το δημοσιεύει ο Κώστας Αρβανίτης, ό.π., σ. 126).

132. «Star Profiles: Rolling Stones», J. Street, S. Frith, W. Straw (eds.), The Cambridge Companion to Pop and Rock, Κέιμπριτζ 2001, σ. 84.

Σελ. 228
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/70/gif/229.gif&w=600&h=915

της πολύ πριν συμβούν τα τραγικά περιστατικά στο Άλταμοντ του Σαν Φραντσίσκο τον Δεκέμβριο του 1969, όταν, παρουσία των Στόουνς στη σκηνή κατά τη διάρκεια μιας συναυλίας που οι οργανωτές της φιλοδοξούσαν να αποτελέσει το «Γούντστοκ της δυτικής ακτής», ένας αφροαμερικανός θαυμαστής τους δολοφονήθηκε από μέλη μιας ομάδας ακροδεξιών μοτοσικλετιστών, των Hells Angels.133 Η επανειλημμένη εμπλοκή των Στόουνς σε σκάνδαλα τα οποία αφορούσαν τη χρήση ναρκωτικών ουσιών, η διάδοση φημών σχετικά με ατελείωτα ερωτικά όργια στα οποία επιδίδονταν με νεαρές θαυμάστριες τους, ο θάνατος του Μπράιαν Τζόουνς από ναρκωτικά το 1969, όλα έτειναν να ενισχύσουν την εικόνα του «κακού παιδιού» που τόσο επιμελημένα είχαν συγκροτήσει.134

Η εν γένει συμπεριφορά των Στόουνς ήταν πράγματι η επιτομή της πρόκλησης, την οποία φαίνεται πως συνειδητά καλλιεργούσαν. Ο Ν. Μαστοράκης που οργάνωσε τη συναυλία τους στην Αθήνα, στο γήπεδο του Παναθηναϊκού τον Απρίλιο του 1967, λίγες ημέρες πριν την εκδήλωση του πραξικοπήματος, επιβεβαίωνε την προκλητικότητα τους, περιγράφοντας την απίστευτη κατάσταση που προκάλεσαν στο ξενοδοχείο Χίλτον, όπου και είχαν καταλύσει: «οι Στόουνς από την άλλη ήταν αληταράδες και πουλούσαν το ίματζ του αληταρά. Στο Χίλτον βγαίναν τσίτσιδοι στους διαδρόμους και κυνηγούσαν τις γριές τουρίστριες... Το χόμπι τους ήταν να χέζουν πάνω στο καπάκι της τουαλέτας. Το Χίλτον φώναζε να φύγουν και τελικά έσωσα όπως-όπως την κατάσταση. Δεν έμειναν και πολύ, μόνο δυο μέρες...».135

Δεδομένου ότι ο Τύπος φιλοξενούσε σχόλια και ειδήσεις για τη συμπεριφορά των Ρόλλινγκ Στόουνς136 η αυθάδειά τους μετατρεπόταν σε μία ενδιαφέρουσα και εναλλακτική στάση (ανέμελης) ζωής, η οποία όσο οι γονείς και οι διάφοροι σχολιαστές την αποδοκίμαζαν τόσο περισσότερο γινόταν ελκυστική για τους νέους, αφού επιβεβαίωνε το τεράστιο χάσμα που βρισκόταν ανάμεσα σε αυτούς και τους γονείς τους: «Ήταν βασική ψυχολογία», γράφει ο Nik Cohn, «Οι πιτσιρίκοι μπορεί όταν έβλεπαν τους Στόουνς για πρώτη φορά, να μην ήταν σίγουροι γι' αυτούς, αλλά όταν θα άκουγαν τους γονείς τους να παραπονιούνται γι' αυτά τα ζώα, γι' αυτούς τους βρωμερούς μακρυμάλληδες ηλίθιους,

133. «Altamont», στο http://www.echoes.com/rememberaday/altamont.html, τελευταία επίσκεψη: 20.07.2006.

134. Βλ. σχετικά το πολυσέλιδο αφιέρωμα του περιοδικού Uncut στον θάνατο του Μπράιαν Τζόουνς και στα σκάνδαλα στα οποία πρωταγωνιστούσαν οι Ρόλλινγκ Στόουνς, «Death of a Rolling Stone», Uncut 93 (February 2005), σ. 44-57.

135. Γ. Νοταράς, «Νίκος Μαστοράκης - Τάσος Φαληρέας», ό.π., σ. 38.

136. Η εφημερίδα Εμπρός λ.χ. έγραφε πως οι «μαλλούρες», όπως τους χαρακτήριζε, έπαιρναν τα κολλαριστά σεντόνια του ξενοδοχείου και καθάριζαν τα παπούτσια τους, έφτυναν στα ακριβά χαλιά του Χίλτον «τις τσίχλες τους και... άλλα τινά», και στο τέλος σηκώθηκαν να φύγουν χωρίς να πληρώσουν («Κυλιόμενες πέτρες», Εμπρός, 29.04.1967).

Σελ. 229
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/70/gif/230.gif&w=600&h=915

ξαφνικά θα μεταστρέφονταν και θα ταυτίζονταν μαζί τους σαν τρελοί».137 Εάν οι «γελοίοι μακρυμάλληδες Βρετανοί μουσικοί»138 κατάφερναν να μετατρέψουν μια «ήρεμη, νοικοκυρεμένη και κοιμισμένη ελβετική πόλη» σε «ζούγκλα και θηριοτροφείο»,139 όπως διατείνονταν εκκλησιαστικοί παράγοντες με αφορμή επεισόδια που είχαν προκαλέσει νεαροί θαυμαστές τους στη Ζυρίχη, αυτό δεν ήταν κάτι που προκαλούσε αποστροφή στους νέους, το αντίθετο μάλιστα, καθώς με τον τρόπο αυτόν αμφισβητούνταν η καθ' όλα «τακτοποιημένη» ζωή των σίξτις, η οποία και γινόταν αντικείμενο ειρωνείας.

Αν η ανάδειξη της «αυθάδειας» σε εναλλακτικό τρόπο ζωής είχε επηρεάσει πολλούς νέους, οι οποίοι αρέσκονταν να καλλιεργούν την πρόκληση (ο Τάσος Φαληρέας λ.χ. θυμάται ότι κατά τη διάρκεια της συναυλίας των Στόουνς στην Αθήνα κυκλοφορούσε στη λεωφόρο Αλεξάνδρας φορώντας μία γούνα, παρέα με τον Δημήτρη Πουλικάκο ο οποίος «φορούσε κι αυτός διάφορα περίεργα πράγματα», ενώ στις τσέπες τους είχαν πέτρες για να τις πετάνε σε όσους τους ξεφώνιζαν),140 προνομιακή έκφραση και βασική της συνιστώσα φαίνεται πως υπήρξε η εμφάνιση. Η ανάδυση ενός συγκεκριμένου ενδυματολογικού κώδικα, τέτοιου που να χαρακτηρίζει τους νέους, υπήρξε διαδικασία η οποία είχε ξεκινήσει δειλά με την εμφάνιση των Μπητλς και εξυπηρετούσε αφενός μεν την επιθυμία να απομακρυνθούν οι νέοι από τον κόσμο των γονιών τους ακόμη και στο επίπεδο της εμφάνισης, αφετέρου δε να αποκτήσουν τα δικά τους «πολιτιστικά σύμβολα ταυτότητας»,141 με άλλα λόγια έναν δικό τους κώδικα επικοινωνίας.

Η αρχή είχε γίνει με την έκρηξη της Μπητλομανίας, όταν οι φανατικοί οπαδοί των «σκαθαριών» άρχισαν να ταυτίζονται με τα ινδάλματά τους αντιγράφοντας τον τρόπο με τον οποίον αυτά παρουσιάζονταν. Δεδομένου ότι την περίοδο που το κοινό τους γνώρισε, γύρω δηλαδή στο 1963-1964, το ντύσιμο τους δεν είχε ακόμη κάτι το εξαιρετικά ριζοσπαστικό (και οι τέσσερις Μπητλς φορούσαν ομοιόμορφα μαύρα —και μάλλον κομψά— κοστούμια), αυτό που εξαρχής έκανε εντύπωση και αποτέλεσε για τους επικριτές μια καλή ευκαιρία για να επιχειρήσουν να τους γελοιοποιήσουν ήταν το περίεργο χτένισμά τους, το αποκαλούμενο και «mop-top», δηλαδή «σκουποκέφαλο», όπως έγραφε το 1964 μια αθηναϊκή εφημερίδα στην προσπάθειά της να αποδώσει κατά λέξη τον όρο στα ελληνικά.142 Το επιμελώς ατημέλητο χτένισμα προς τα μπρος, το

137. Ν. Cohn, Awopbopaloobop Alopbam Boom, Λονδίνο 1970, σ. 18-19, το δημοσιεύει ο Κώστας Αρβανίτης, ό.π., σ. 126-127.

138. «Εκφυλιστικαί εκδηλώσεις», Εκκλησία 12 (15.06.1967), σ. 330.

139. Στο ίδιο.

140. Γ. Νοταράς, «Νίκος Μαστοράκης-Τάσος Φαληρέας», ό.π., σ. 40.

141. Ε. Hobsbawm, Η εποχή των άκρων, ό.π., σ. 421.

142. «Οι αχτένιστοι τραγουδισταί. Οι Μπητλς. Αθώο φαινόμενο ή επικίνδυνοι για την σημερινή νεολαία;», Εμπρός, 31.10.1964.

Σελ. 230
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/70/gif/231.gif&w=600&h=915

μαλλί που έπεφτε στο μέτωπο και το μήκος του που ήταν για τα δεδομένα της εποχής αρκετά μακρύ, δημιουργούσε μια αίσθηση ελευθερίας και αντισυμβατικότητας η οποία συνιστούσε μια πρώτη απόρριψη της εικόνας που η κοινωνία προσδοκούσε από τον νέο να παρουσιάσει, εξ ου και η αίσθηση που προκάλεσε στους μεγαλύτερους σε ηλικία: «και οι τέσσαρες», σχολίαζε ένας δημοσιογράφος, «είχαν την ίδια εμφάνισι: στενά μαύρα πανταλόνια, σακκάκια ίσια, πουκάμισα ανοικτά. Και τα μαλλιά τους είναι κομένα με τον ίδιον τρόπο: αφέλειες που σκεπάζουν ολόκληρο το μέτωπο. Όχι μόνο δεν είναι ωραίοι, αλλά είναι κυριολεκτικά γελοίοι!».143

Το «γελοίο» ήταν προκλητικό για τους γονείς και το προκλητικό φαίνεται πως υπήρξε εξαιρετικά ελκυστικό για τα «οργισμένα» παιδιά τους. Στη διάρκεια της δεκαετίας του '60, η οποία με ένα πρίσμα όχι αυστηρά χρονολογικό φαίνεται να ξεκινάει το 1963 με την έκρηξη της Μπητλομανίας,144 η μόδα φαίνεται πως υπήρξε απολύτως συνδεδεμένη με την ανάδυση μιας νεανικής κουλτούρας τέτοιας που «έβγαζε τη γλώσσα» στον κόσμο των μεγάλων, αμφισβητώντας τις μέχρι τότε κοινά αποδεκτές αξίες και ιδέες τους: εάν μέχρι τις αρχές της δεκαετίας το κοστούμι υπήρξε το βασικό ένδυμα για κάθε αξιοπρεπή νέο -ακόμη και για όσους ανήκαν στα φτωχότερα λαϊκά στρώματα—, ένα ένδυμα που το φορούσε σε κάθε περίσταση, από τον κυριακάτικο εκκλησιασμό και την παρακολούθηση μαθημάτων στο πανεπιστήμιο, μέχρι τη συμμετοχή στη διαδήλωση ή την παρακολούθηση αγώνων ποδοσφαίρου στο γήπεδο, μετά το 1963 οι νέοι άφηναν το μαλλί τους ολοένα και πιο μακρύ (ξεκινώντας από το «μπητλικό» mop-top και φτάνοντας προς τα τέλη της δεκαετίας στο μαλλί που ήταν μακρύ κάτω από τους ώμους),145 ενώ σταδιακά υιοθέτησαν καθ' ολοκληρίαν το τζην, το οποίο και μεταβλήθηκε σε απόλυτο σύμβολο της νεότητας σε παγκόσμια κλίμακα (διαδικασία που είχε ξεκινήσει την προηγούμενη δεκαετία με τη μυθική εικόνα του Τζέιμς Ντην να βρίσκεται στη βάση της).146 Κα-

143. «Μπητλομανία. Η νέα νόσος του πολιτισμού», Ταχυδρόμος της Αιγύπτου, 17.04.1964.

144. Όταν λ.χ. ο Philip Larkin υποστηρίζει ότι το 1963 «ξεκίνησε η σεξουαλική συνουσία», δεν εννοεί βέβαια ότι έως τότε δεν συνάπτονταν σεξουαλικές σχέσεις, αλλά ότι τότε ακριβώς άρχισε να αλλάζει ο δημόσιος χαρακτήρας της, με αφορμή τους Μπητλς που έκαναν δυναμικά την εμφάνισή τους και τη δίκη για το βιβλίο του Lawrence «Ο εραστής της Λαίδης Τσάτερλυ» (P. Larkin, Collected Poems, Λονδίνο 1988, σ. 167, η παραπομπή και η επισήμανση στο Ε. Hobsbawm, ό.π., σ. 427). Για την έννοια της «εποχής» και της «δεκαετίας» στην ιστορία βλ. Φώτης Τερζάκης, Σώτη Τριανταφύλλου (επιμ.) ό.π·., σ. 9-21.

145. Βλ. σχετικά το χρονογράφημα του Νίκου Μαστοράκη «Μακρυά Μαλλιά...», Ελεύθερος Κόσμος, 18.11.1966.

146. Σύμφωνα με την άποψη κοινωνιολόγων, την οποία αναφέρει στο βιβλίο της η Ιταλίδα ιστορικός Daniela Calanca, η γοητεία που ασκεί το τζην, με τις καταβολές του να βρί-

Σελ. 231
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/70/gif/232.gif&w=600&h=915

Καθώς το βασικό αρχέτυπο για την εμφάνιση των νέων υπήρξε πλέον η εικόνα του ροκ τραγουδιστή που αντικατέστησε στο συλλογικό υποσυνείδητο αυτή του σταρ του Χόλιγουντ ως της σημαντικότερης επιρροής,147 οτιδήποτε παρέπεμπε στην εικόνα αυτή (γένια, χαϊμαλιά, μπότες, χρωματιστά ρούχα κλπ) στο εξής θα αποτελούσε τμήμα ενός ενδυματολογικού τους κώδικα, τον οποίον ο «κόσμος των ενηλίκων» βρισκόταν σε προφανή δυσκολία να ερμηνεύσει, πολλώ δε μάλλον να αποδεχτεί, όπως επιβεβαίωνε ένα λαϊκό τραγούδι του Δημήτρη Ευσταθίου το 1969:

Με τους γιεγιέδες άρχισες παρέα

και δε θα καταλήξουμε ωραία.

Εγώ δε θέλω μούσια και γενειάδες

και διώχ' τους πριν με βάλεις σε μπελάδες148

Οι κοπέλες από την πλευρά τους άρχισαν να φορούν φούστες με μήκος πάνω από το γόνατο, τις αποκαλούμενες «μίνι», ενώ σιγά-σιγά άρχισαν να υιοθετούν και το παντελόνι. Και οι δύο πράξεις τους ήσαν πλήρεις συμβολισμών: με το να φορούν παντελόνια, οι κοπέλες, ακύρωναν τα στερεότυπα που ήθελαν τα δύο φύλα να φορούν συγκεκριμένα ενδύματα, πράξη που ενείχε σαφείς συμπαραδηλώσεις η αφετηρία των οποίων βρισκόταν στο κίνημα για τη γυναικεία χειραφέτηση που πάλευε για την εξάλειψη κάθε διάκρισης ανάμεσα στους άνδρες και τις γυναίκες. Δεδομένου ότι το 1965 οι δυτικές κοινωνίες βρίσκονταν στην καρδιά των σίξτις, δεν θα πρέπει να μας διαφύγει το γεγονός ότι εκείνη τη χρονιά η γαλλική βιομηχανία ρούχων παρήγαγε για πρώτη φορά περισσότερα παντελόνια από φούστες.149 Η υιοθέτηση, από την άλλη πλευρά, της μίνι φούστας έτεινε να καταργήσει τη γερά θεμελιωμένη από αιώνες άποψη ότι η βασική χρησιμότητα του γυναικείου ενδύματος έπρεπε να είναι η απόκρυψη του (γυναικείου) σώματος από τα μάτια των ανδρών.150

Επρόκειτο για μια εξέλιξη που συνδεόταν με τη «σεξουαλική επανάσταση» που είχε συντελεστεί τα τελευταία χρόνια και συνιστούσε την προβολή της στο επίπεδο της ενδυμασίας. Στις κοινωνίες του δυτικού κόσμου οι κοπέλες φαινόταν

βρίσκονται στα πλήθη των μεταναστών που αποίκησαν τις δυτικές ακτές των Ηνωμένων Πολιτειών τον δέκατο ένατο αιώνα, έχει τις ρίζες της σε συλλογικές αντιλήψεις που το συνδέουν υποσυνείδητα με αξίες και ιδανικά όπως η δημοκρατία, η ισότητα, η ελευθερία και η αδελφοσύνη (Daniela Calanca, Storia sociale della moda, Μιλάνο 2002, σ. 124).

147. Στο ίδιο, σ. 123.

148. Ευχαριστώ τον φίλο Πυθαγόρα Λαζαρίδη για τη σχετική επισήμανση.

149. D. Veillon, «Le quotidien», στο Ecrice l'histoire du temps présent. En hommage ά Francois Bédarida: Actes de la journée d'études de l' IHTP, Παρίσι 1992, σ. 6, στο E. Hobsbawm, ό.π., σ. 425.

150. D. Calanca, ό.π., σ. 124.

Σελ. 232
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/70/gif/233.gif&w=600&h=915

ταν να αρνούνται τα ενδυματολογικά θέσφατα των προηγούμενων γενεών και την ιδεολογία που αυτά «κουβαλούσαν» και να αποδέχονται τις τάσεις μιας «αντι-μόδας» που, καθώς έβαζε στο επίκεντρο της αναφορές σε αξίες και ιδανικά που βρίσκονταν στον αντίποδα των κυρίαρχων, συμβατικών αντιλήψεων,151 πρότεινε μια φούστα με μήκος τέτοιο που να μπορεί να αφήνει σε δημόσια θέα τα πόδια της κοπέλας. Η μίνι φούστα παρουσιάστηκε για πρώτη φορά σε επίδειξη μόδας που διοργάνωσε το 1965 ο γάλλος σχεδιαστής Αντρέ Κουρέζ, ωστόσο μόνο μετά το 1966 άρχισε να διαδίδεται στη νεολαία, αφ' ότου δηλαδή η αγγλίδα σχεδιάστρια Μαίρη Κουάντ την πρότεινε ως ένα ένδυμα που αφορούσε όχι τις (λίγες) ενήλικες που μπορούσαν να αγοράσουν ενδύματα υψηλής ραπτικής, αλλά ως ένα ρούχο που μπορούσε να φορέσει κάθε νέα κοπέλα. Η μίνι φούστα ήταν μια πραγματική «επανάσταση». Ήταν αυθάδης και προκλητική, σόκαρε τους ενήλικες και, καθώς μπορούσε να φορεθεί μόνο από νέες κοπέλες, έγινε σύντομα σύμβολο της νέας γενιάς και συνώνυμο του χάσματος των γενεών. Περισσότερο και από ένα στυλ, όπως εύστοχα επισημαίνει ο Φιλίπ Γκαβί, η μίνι φούστα ήταν «ένα αναγνωριστικό σύνθημα μιας καινούργιας νεολαίας που γυρίζει την πλάτη στον παλιό κόσμο, δείχνοντάς του τα οπίσθιά της».152 Η επιρροή της ενδυματολογικής αυτής αρχής υπήρξε καταλυτική και στην Ελλάδα, γεγονός που αποδεικνύεται από το ότι ακόμη και οι μαθητικές ποδιές στο ιδιαίτερα αυστηρό σχολικό περιβάλλον, άρχισαν να κονταίνουν: «Φαίνεται ότι όλες οι τελευταίες μόδες που κυριαρχούν στην ηλικία των 14 και άνω, είναι οικονομικές για τους γονείς», επεσήμαινε με μία δόση χιούμορ ο Νίκος Μαστοράκης. «Μαθαίνω ότι η νέα επιδημία στα σχολεία μέσης εκπαιδεύσεως είναι το στυλ "χαμηλά τα μάτια και ψηλά την ποδιά". Πράγμα που σημαίνει ότι η "μίνι-ποδιά" κάνει θραύσι και ότι τα γόνατα των μαθητριών παραμένουν ακάλυπτα σύμφωνα με τις επιταγές της καινούργιας μόδας».153

Με τον ηδονισμό και την αυθάδειά τους οι «οργισμένοι» νέοι άρχισαν προς τα μέσα της δεκαετίας του '60 να αποκτούν τη διάσταση μιας συλλογικότητας, ενός δηλαδή συνόλου (νέων) ανθρώπων που καθώς αποκτούσαν τους δικούς τους κώδικες επικοινωνίας και τα δικά τους σημεία αναφοράς (μουσική καταρχήν, εμφάνιση, αξίες και τρόπος σκέπτεσθαι και φέρεσθαι) φάνηκε ήδη το 1965 ότι συγκροτούσαν μια ομάδα με ιδιαίτερα και διακριτά χαρακτηριστικά, οι πρακτικές της οποίας, δεδομένης της αμφισβητησιακής διάστασης που είχαν, δεν μπορούσαν να γίνουν αποδεκτές από όσους θεωρούσαν μονόδρομο την

151. Για έναν ορισμό της «αντι-μόδας» βλ. D. Calanca, ό.π., σ. 122.

152. P. Gavi, «Mtvt φούστα», στο E. De Waresquiel (επιμ.), Ο αιώνας των ανατροπών: το λεξικό των κινημάτων αμφισβήτησης στον 20ό αιώνα, μετάφρ. Δημήτριος Μιχαήλ, ό.π., 339.

153. Ν. Μαστοράκης, «Μίνι-ποδιά», Ελεύθερος Κόσμος, 25.11.1966.

Σελ. 233
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/70/gif/234.gif&w=600&h=915

οικογενειακή και κοινωνική «ευταξία». Επομένως, δεν αποτελεί παράδοξο το ότι οι «οργισμένοι νέοι» (ή «ροκάδες» ή «γιεγιέδες», όπως αποκλήθηκαν με απαξιωτική συνήθως διάθεση στη διάρκεια της δεκαετίας του '60) θεωρήθηκε ότι συνιστούσαν ένα τμήμα της ελληνικής νεολαίας που βρισκόταν σε κρίση, απότοκος η τελευταία της αποδοχής ενός τρόπου ζωής που βρισκόταν μακριά από την ελληνορθόδοξη παράδοση:

Οι νέοι κρημνίζουν ωρισμένα τείχη. Παραπονούνται πως οι μεγάλοι δεν τους κατανοούν. [... ] Πάσχουν από ένα είδος «συμπλέγματος ελευθερίας» που τους δίδει την εντύπωσιν ότι τώρα ανεκάλυψαν ότι είναι μονάδες αυθύπαρκτες και αυτεξούσιες. [...] Η ανωνυμία αυτή [σημ. των μεγάλων αστικών κέντρων] κατά βάθος συντρίβει την προσωπικότητα των νέων, που τότε αναζητούν την διέξοδον εις την αυτόνομον σεξουαλικήν συμπεριφοράν, εις τα μακρυά μαλλιά, εις τα εμπριμέ πουκάμισα, εις τους εξωφρενισμούς της μόδας, εις τα παράλογα φερσίματα. Όλα αυτά συνιστούν το φαινόμενον που λέγεται νεανική κρίσις, που σήμερα τυραννεί τας κοινωνίας της Δύσεως, χωρίς να είναι τελείως ξένον και προς την ιδική ν μας.154

Σε πόνημά του για τη στάση που θα έπρεπε να τηρήσει η ορθόδοξη Εκκλησία απέναντι στην ελληνική νεολαία της εποχής,155 ο αρχιμανδρίτης Χριστόδουλος Παρασκευαΐδης, γραμματέας της Ιεράς Συνόδου στις αρχές της δεκαετίας του '70, υποστήριζε ότι (και) η ελληνική νεολαία βρισκόταν σε κρίση, επεσήμαινε ότι αυτή συνιστούσε ένα τεράστιο κοινωνικό πρόβλημα και τοποθετούσε τις ρίζες του στην αποδοχή από τους νέους του «μοντέρνου τρόπου ζωής» που είχε κυριαρχήσει στις κοινωνίες του δυτικού κόσμου, βασικές συνιστώσες του οποίου θεωρούσε τον «μηδενισμό» και τον «αναρχισμό» (δηλαδή τις φοιτητικές εξεγέρσεις στο Παρίσι τον Μάιο του 1968 και στην Ιταλία το «θερμό φθινόπωρο» του 1969, όπως ο ίδιος εξηγούσε), τον «αθεϊσμό», τον «υλισμό».156 Παρά το γεγονός ότι στην Ελλάδα οι νέοι που εκδήλωναν τέτοια συμπεριφορά αποτελούσαν σύμφωνα με τον συγγραφέα μία μειοψηφία, την ίδια στιγμή αναγνωριζόταν ότι υπήρχε μια «ικανή μερίς νέων που έχει επηρεασθή από τα διδάγματα και τα συνθήματα του κομμουνισμού, του υλισμού και της σαρκολατρείας».157

154. Χ. Παρασκευαΐδης (αρχιμ.), ό.π., σ. 11-12.

155. Πρόκειται για το κείμενο της εισήγησης που ο συγγραφέας είχε πραγματοποιήσει σε συνέδριο της μητροπόλεως Αργολίδας το 1973. Σύμφωνα με τα όσα αναγράφει στον πρόλογο του κειμένου ο Αργολίδος Χρυσόστομος (πρόλογος που σαν από παιχνίδι της τύχης φέρει ως ημερομηνία την 13η Νοεμβρίου 1973, την παραμονή δηλαδή της εξέγερσης του Πολυτεχνείου!), το βιβλίο αυτό τυπώθηκε με σκοπό να διανεμηθεί δωρεάν στους μαθητές και τις μαθήτριες των γυμνασίων της Μητροπόλεως (στο ίδιο, σ. 4).

156. Στο ίδιο, σ. 16-17.

157. Στο ίδιο, σ. 17.

Σελ. 234
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/70/gif/235.gif&w=600&h=915

Οι απόψεις του αρχιμανδρίτη Χριστόδουλου συνόψιζαν εν πολλοίς εκείνες που επί τουλάχιστον μια δεκαετία πριν εξέφραζε ο Αλέξανδρος Τσιριντάνης, στα κείμενα του οποίου εξάλλου ο Χ. Παρασκευαΐδης συχνά παραπέμπει.158 Ο Αλέξανδρος Τσιριντάνης159 πραγματοποίησε τον Οκτώβριο του 1965 μια σειρά διαλέξεων,160 στις οποίες επεδίωξε να θεμελιώσει την άποψη ότι η νεολαία της Ελλάδας, όπως συνέβαινε σε όλες τις δυτικές κοινωνίες της εποχής, δεν είχε μόνο προβλήματα, αλλά αποτελούσε η ίδια ένα πρόβλημα161 και μάλιστα, όπως υποστήριζε, το πιο σημαντικό της εποχής. Έξι χρόνια αργότερα, το 1971 κατά τη διάρκεια της δικτατορίας, ο ομιλητής εξέδωσε ένα βιβλίο με τον τίτλο Οι νέοι και η εποχή μας.162 Το βιβλίο αυτό δεν αποτελούσε κάποια καινούργια συμβολή στο θέμα, κωδικοποιούσε ωστόσο απόψεις τις οποίες ο Τσιριντάνης είχε διατυπώσει στο παρελθόν (ιδίως μέσω του περιοδικού Συζήτησις) ·163

Αρθρωμένα σε τέσσερις θεματικές ενότητες (α. Το πρόβλημα, β. Αι δυσκολίαι, γ. Η τροφοδοσία και δ. Γενικότερα θέματα) τα κείμενα επιχειρούσαν μια συνολική προσέγγιση στις εξελίξεις που την τελευταία δεκαετία είχαν συντελεστεί στο σώμα της νεολαίας, σκιαγραφούσαν ό,τι ο συγγραφέας θεωρούσε sine qua non παραμέτρους του «προβλήματος» (στην πρώτη ενότητα), τις δυσκολίες που είχαν να αντιμετωπίσουν όσοι επιθυμούσαν να εργαστούν για την αντιστροφή της κατάστασης (στη δεύτερη), ενώ στην τρίτη θεματική ενότητα κατέθετε τις προτάσεις του για το πώς μπορούσε να πραγματωθεί η «πνευματική τροφοδοσία» της νεολαίας, δηλαδή η απόρριψη των αξιών εκείνων που συνδέονταν με τον (ισοδύναμο της παρακμής) δυτικό τρόπο ζωής και η ενστάλαξη στην ψυχή του νέου ιδανικών που βασίζονταν στην παράδοση του «ελληνοχριστιανικού πολιτισμού». Τέλος, στην τελευταία θεματική ενότητα ο Τσι-

158. Τέσσερις φορές αναφέρει ρητά το όνομά του (στις σελίδες 18, 20, 22 και 26) και άλλη μια φορά αφήνει να εννοηθεί πως αυτός (ο Τσιριντάνης δηλαδή) είναι ο επιστήμονας τις απόψεις του οποίου επικαλείται (στη σελίδα 10).

159. Ο Αλέξανδρος Τσιριντάνης γεννήθηκε το 1903 στην Ιεράπετρα της Κρήτης. Σπούδασε Νομικά στα Πανεπιστήμια της Αθήνας, του Μονάχου, του Βερολίνου και του Παρισιού, ενώ ανακηρύχθηκε διδάκτωρ του Δικαίου στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου. Υφηγητής στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας από το 1933, Έκτακτος Καθηγητής από το 1939 και Τακτικός από το 1942, δίδαξε επί έτη το μάθημα του Εμπορικού Δικαίου. Διετέλεσε υπουργός Δικαιοσύνης το 1961 στην υπηρεσιακή κυβέρνηση Δόβα (Ελληνικόν Who is Who. Τις, πόθεν, Αθήνα 1965, σ. 611).

160. Οι διαλέξεις αυτές έφεραν τον γενικό τίτλο «Η νεολαία, αυτό το πρόβλημα» (βλ. «Οι διαλέξεις του κ. Καθηγητή και το πρόβλημα-νεολαία», Αυγή, 23.01.1966). Σε αυτές αναφέρεται και ο Λεωνίδας Καλλιβρετάκης στο «Το ελληνικό 1965 του Eric Clapton», Τα Νέα, 13.08.1999.

161. Α. Τσιριντάνης, ό.π., σ. 7 και σ. 15.

162. Α. Τσιριντάνης, Οι νέοι και η εποχή μας, Αθήνα 1971.

163. Μηνιαίο περιοδικό, όργανο της Ενώσεως «Ελληνικός Πολιτισμός».

Σελ. 235
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Ήχοι και απόηχοι. Κοινωνική ιστορία του ροκ εν ρολ φαινομένου στην Ελλάδα, 1956-1967
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 216
    

    αυτά τα τελευταία είχαν εισχωρήσει στην ελληνική νεολαία: «Η Αγιωτάτη Μήτηρ ημών Εκκλησία [...]», τόνιζε η εγκύκλιος, «μετά βαθείας λύπης και αλγούσης καρδίας παρατηρεί την εν τη Ελληνική Κοινωνία εισροήν απαραδέκτων ξενικών ηθών και εθίμων, με αποτέλεσμα την αδιαφορίαν προς την κατά Χριστόν ηθικήν ζωήν και προς τας Ελληνοχριστιανικάς ημών παραδόσεις [...]».97 Η Ιερά Σύνοδος εύστοχα συνέδεε τον ηδονισμό με την ανάδυση ενός συνόλου «ηθών και εθίμων», μιας καινοφανούς «νεανικής κουλτούρας», πρόταγμα της οποίας υπήρξε η μουσική ροκ, με τους Μπητλς επιφανέστερους εκπροσώπους της. Η νέα αυτή γενιά όχι μόνο συμπεριφερόταν δίχως να υπολογίζει την παράδοση σε κάθε τομέα της δραστηριότητάς της, από τα ρούχα μέχρι τις σεξουαλικές της πρακτικές, όχι μόνο αδιαφορούσε για την άποψη που οι μεγαλύτεροι είχαν για όλα αυτά, αλλά, αντιθέτως, φαινόταν να επιζητεί την απόλυτη ρήξη με ένα σύστημα αξιών και πρακτικών που οι γονείς -στην οπτική της— εκπροσωπούσαν: εάν ο ηδονισμός ήταν το ένα πόδι πάνω στο οποίο η κουλτούρα τους στηριζόταν, το άλλο δίχως άλλο ήταν η αυθάδεια.

    4. «ΟΡΓΙΣΜΕΝΑ ΝΙΑΤΑ»: ΑΥΘΑΔΕΙΑ

    «Τι ανυπόφορο που είναι να μεγαλώνεις στην εποχή μας...», τραγουδούσαν το 1965 οι Ρόλλινγκ Στόουνς, παρέχοντας οι ίδιοι την εξήγηση για τη διαπίστωσή τους αυτή: «τα παιδιά είναι τόσο διαφορετικά σήμερα, ακούω κάθε μητέρα να λέει...».98 Πράγματι, οι μητέρες (και οι πατεράδες, θα συμπλήρωνε ένας παρατηρητής των εξελίξεων) βρίσκονταν σε εξαιρετικά δύσκολη θέση στα μέσα της δεκαετίας του '60, δεδομένου ότι οι τηνέιτζερ της εποχής φαινόταν να στρέφονται εναντίον τους: οι νέοι αδυνατούσαν να αποδεχτούν τον κομφορμισμό που απέδιδαν στη σκέψη και τη συμπεριφορά των γονιών τους, και οι αυτοί με τη σειρά τους αδυνατούσαν να κατανοήσουν τις ατραπούς στις οποίες είχαν εισαγάγει τα παιδιά τους τα καινούργια ήθη και πρότυπα, με βάση τα οποία αυτά προσδιόριζαν τη συμπεριφορά τους. Επρόκειτο για ένα πραγματικό χάσμα γενεών (generational gap) το οποίο αναδεικνυόταν σε βασικό χαρακτηριστικό της εποχής και συνιστούσε μια εξέλιξη πραγματικά καινοφανή: παρά το γεγονός ότι σε κάθε εποχή η νέα γενιά έτεινε να διαφοροποιείται από τις

    97. «Εγκύκλιος Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος προς τον Ελληνικόν Λαόν», Εκκλησία 5 (01.03.1965), σ. 131-132.

    98. Στίχοι από το τραγούδι Mother's Little Helper. Ηχογραφήθηκε τον Δεκέμβριο του 1965 και περιλήφθηκε στο LP Aftermath, που κυκλοφόρησε στη Βρετανία τον Απρίλιο του 1966.