Συγγραφέας:Κατσάπης, Κώστας
 
Τίτλος:Ήχοι και απόηχοι. Κοινωνική ιστορία του ροκ εν ρολ φαινομένου στην Ελλάδα, 1956-1967
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:45
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:2007
 
Σελίδες:463
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Νοοτροπίες και συμπεριφορές
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα
 
Χρονική κάλυψη:1956-1967
 
Περίληψη:Αντικείμενο του βιβλίου αυτού αποτελεί η διερεύνηση του τρόπου με τον οποίον το ροκ εν ρολ εμφανίστηκε στην Ελλάδα, της διαδικασίας μέσω της οποίας διαδόθηκε στη νεολαία, καθώς και η αποκωδικοποίηση των ερμηνειών που δόθηκαν για το ροκ εν ρολ, τις αφετηρίες του και τις (πραγματικές ή υποτιθέμενες) συνέπειές του για την ελληνική νεολαία. Με άλλα λόγια, ο συγγραφέας διερευνά τον απόηχο που οι «ηδονικοί» αυτοί ρυθμοί είχαν στην ελληνική κοινωνία, το πώς η τελευταία ερμήνευσε το ροκ εν ρολ, ποιες ήσαν οι προϋποθέσεις των όποιων προσλήψεων, αλλά και ποιες οι συνέχειες και οι τομές που μπορούν να εντοπιστούν. Δεδομένου ότι ένα τέτοιο εγχείρημα μπορεί να έχει τύχη μόνο συναρθρώνοντας το ροκ εν ρολ στις πολιτικές, οικονομικές, κοινωνικές και ιδεολογικές πραγματικότητες της εποχής του, επελέγη ως καταληκτήριο όριο της έρευνας το 1967.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 25.66 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 243-262 από: 466
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/70/gif/243.gif&w=600&h=915

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΚΤΟ

ΕΞΑΜΕΡΙΚΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΝΕΟΛΑΙΑΣ; ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΡΟΚ ΕΝ ΡΟΛ

Σελ. 243
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/70/gif/244.gif&w=600&h=915 01 - 0002.htm

ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Σελ. 244
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/70/gif/245.gif&w=600&h=915

1. COLD WAR, «HOT MUSIC» ΤΖΑΖ, ΡΟΚ ΕΝ ΡΟΛ ΚΑΙ ΨΥΧΡΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ

The closest Western Civilization has come to unity since the congress of Vienna in 1815, was the week the Sgt. Pepper album was released.1

Langdon Winner, 1968

To καλοκαίρι του 1956 μια ενδιαφέρουσα είδηση έκανε την εμφάνισή της στην εφημερίδα Αυγή, το επίσημο βήμα της Ενιαίας Δημοκρατικής Αριστεράς (ΕΔΑ) :2 σύμφωνα με τον αρθρογράφο, η κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών, μετά από σχετική πρόταση του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, είχε αποφασίσει να χρηματοδοτήσει τις αμερικανικές ορχήστρες που έπαιζαν τζαζ με το ποσό των οκτακοσίων χιλιάδων δολαρίων με σκοπό τη διάδοση της αμερικανικής μουσικής κουλτούρας στον υπόλοιπο κόσμο. Καθώς παράγοντες της αμερικανικής πολιτικής επεσήμαιναν ότι καλλιτέχνες όπως ο Ντίζι Γκιλέσπι είχαν σταθεί η αφορμή για να κερδίσει η χώρα τους «άξιους και πιστούς συμμάχους, εκλεκτούς φίλους στο Πακιστάν και την Τουρκία»,3 αναγνωριζόταν με τρόπο σχεδόν επίσημο ότι η διάδοση της τζαζ αποτελούσε ένα επιπλέον «όπλο» για τους Αμερικανούς στον ακήρυχτο πόλεμο, τον επονομαζόμενο «Ψυχρό», στον οποίον είχαν επιδοθεί ύστερα από τη λήξη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου οι δύο υπερδυνάμεις και οι συνασπισμοί τους.

1. Ch. Kaiser, «1968 in America. Music, Politics, Chaos, Counterculture and the Shaping of a Generation», στο http://www.orlok.com/tribe/insiders/introduction.html, τελευταία επίσκεψη: 12.01.2007.

2. Η κυκλοφορία της Αυγής ξεκίνησε στις 24 Αυγούστου του 1952, ενώ από τις 26 Οκτωβρίου του ίδιου έτους καθιερώθηκε ως επίσημο όργανο της ΕΔΑ. Διαδέχτηκε την εφημερίδα Δημοκρατική, η οποία και υπήρξε η «επίσημη εφημερίδα» της ΕΔΑ από τον Αύγουστο του 1951 έως τον Ιανουάριο του 1952, οπότε και ανεστάλη η κυκλοφορία της κατόπιν επέμβασης των αρχών. Βλ. Ιωάννα Παπαθανασίου, «Όρια και δυναμική της ένταξης στην προδικτατορική ΕΔΑ. Απόπειρα καταγραφής της αριθμητικής εμβέλειας, της γεωγραφικής κατανομής και της κοινωνικής σύνθεσης του Αριστερού πληθυσμού», Επιθεώρηση Κοινωνικών Ερευνών 86 (1995), σ. 30, υποσημ. 15.

3. «Ματιές στον ξένο τύπο: τζαζ και συμμαχικές σχέσεις», Αυγή, 11.08.1956.

Σελ. 245
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/70/gif/246.gif&w=600&h=915

Παρά το γεγονός ότι η εφημερίδα αναφερόταν στην τζαζ μουσική και όχι στο ροκ εν ρολ που τους επόμενους μήνες θα απασχολούσε σχεδόν μονοπωλιακά τις στήλες των εφημερίδων, η χρονική στιγμή της δημοσίευσης είχε ιδιαίτερη σημασία για τον τρόπο με τον οποίον στο εξής θα γινόταν αντιληπτό το ροκ εν ρολ. Το καλοκαίρι του 1956 οι φήμες σχετικά με μια «επικίνδυνη» μόδα που ερχόταν από τις Ηνωμένες Πολιτείες, ενθουσίαζε τους νέους σε ολόκληρο τον κόσμο και υποκινούσε μεγάλη ανησυχία4 και πρωτόγνωρες απαγορεύσεις5 είχαν διαδοθεί στην ελληνική κοινωνία, ωστόσο, φαίνεται ότι η συζήτηση δεν προχωρούσε παραπέρα: το ροκ εν ρολ ακόμη δεν είχε παρουσιαστεί ζωντανά στο ελληνικό κοινό, τα όποια επεισόδια το συνέδεσαν με την παραβατικότητα των νέων, είτε ακόμη δεν είχαν πραγματοποιηθεί (τα επεισόδια λ.χ. που προκάλεσαν «αφιονισμένοι» οπαδοί του στους δρόμους του Όσλο ύστερα από την παρακολούθηση της Ζούγκλας του Μαυροπίνακα έγιναν τον Σεπτέμβριο του 1956), είτε δεν είχαν λάβει τη διάσταση που έλαβαν κατόπιν και, ως εκ τούτου, δεν είχε προσελκύσει ακόμη το ενδιαφέρον των σχολιαστών.

Η άγνοια σχετικά με το τι ήταν από μουσική άποψη το ροκ εν ρολ συνετέλεσε αποφασιστικά στο να διαμορφωθούν, μετά το καλοκαίρι του 1956, δύο διαφορετικές και αντικρουόμενες ερμηνείες. Σύμφωνα με την πρώτη, ήταν μια μουσική εντελώς «καινούργια», η οποία στερούνταν καταβολών. Η άποψη αυτή εκκινούσε αφενός μεν από την επιτυχία που γνώριζε ο Πρίσλεϋ, με τον οποίον κατά κάποιον τρόπο ταυτίστηκε το ροκ εν ρολ, αφετέρου δε από την ιδιόμορφη διάσταση που απέκτησε (ήδη από τις αρχές του 1957), όταν φάνηκε πως συνιστούσε μια μορφή διασκέδασης διαφορετική από τις καθιερωμένες, ό-

4. Σε αυτό το κλίμα πολλές εφημερίδες δημοσίευαν ειδήσεις που συχνά φαίνεται πως κινούνταν ανάμεσα στην πραγματικότητα, την υπερβολή, πολλές φορές και τη φαιδρότητα. Βλ. ενδεικτικά «Το ροκ εντ ρολ έχει προκαλέσει την μήνιν του ελληνικού στοιχείου εις την Αμερικήν. Ελάχιστα τα κρούσματά του μεταξύ της ελληνικής νεολαίας», Απογευματινή, 18.12.1956' «Στο Σάο Πάολο το Ροκ εντ Ρολ προκαλεί υστερία», Αυγή, 20.04.1957' «Προσφυγή στον OHE δια το Ροκ εντ Ρολ. Δέκα οργανώσεις από την Γαλλία, την Αγγλία και την Αμερική ζήτησαν να καταργηθή», Ακρόπολις, 07.11.1956.

5. Στην Ινδονησία φέρεται πως το ροκ εν ρολ είχε απαγορευτεί («Το Ροκ εντ Ρολ χειρότερο ακόμη και από το όπιο. Το παράδειγμα της Ινδονησίας που απηγόρευσε αυτό το χορό», Αυγή, 06.06.1957), στο Μπουένος Άιρες επιτρεπόταν να χορεύεται «μόνο με τρόπο ήσυχο και όχι προκλητικό» σύμφωνα με άρθρο της Αυγής («Το ροκ εντ ρολ θα χορεύεται σεμνοπρεπώς», Αυγή, 14.04.1957), ενώ στην Κίνα όσοι συλλαμβάνονταν να το χορεύουν κινδύνευαν με εξορία, όπως ενημέρωνε τους αναγνώστες της η Ακρόπολις («Ο Μάο Τσε Τουγκ θα εξορίζη όσους χορεύουν Ροκ εντ Ρολλ! Τα οργιαστικά πάρτυ εργατών και σπουδαστών», Ακρόπολις, 04.04.1957), με μια είδηση η πιστότητα της οποίας δεν μπορεί να διασταυρωθεί, δεδομένης της προπαγάνδας από την οποία πολλές φορές εκκινούσαν τέτοιες «ειδήσεις» την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου. Αντιθέτως, την απαγόρευση του ροκ εν ρολ στην Αίγυπτο αναφέρει (και επιβεβαιώνει) ο Timothy Ryback (T. Ryback, ό.π., σ. 20).

Σελ. 246
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/70/gif/247.gif&w=600&h=915

όσον αφορά τόσο το κοινό στο οποίο απευθυνόταν (και το οποίο κατά βάση αποτελούνταν από νέους), όσο και τον καινοτόμο τρόπο διάδοσης του (παρακολούθηση «ροκ εν ρολ ταινιών», συμμετοχή σε πάρτι, απόκτηση δίσκων των 45 στροφών ή άκουσμα τους σε κάποιο από τα τζουκμπόξ) .6 Η ερμηνεία αυτή, ότι δηλαδή το ροκ εν ρολ ήταν μια εντελώς καινούργια μουσική, ακύρωνε μια προγενέστερη προσέγγιση, σύμφωνα με την οποία (το ροκ εν ρολ) δεν υπήρξε τίποτε περισσότερο από μια διαφορετική εκδοχή της τζαζ.

Παραδόξως (με την έννοια ότι σύντομα υποχώρησε), η ερμηνεία αυτή βρισκόταν πιο κοντά στην πραγματικότητα. Το ροκ εν ρολ είχε όντως ξεπηδήσει μέσα από την κουλτούρα της νέγρικης λαϊκής μουσικής, στην οικογένεια της οποίας βρισκόταν τόσο το ρυθμ εν μπλουζ, η μήτρα δηλαδή του ροκ εν ρολ, όσο και η τζαζ, η οποία στα μέσα της δεκαετίας του '50 συνιστούσε μάλλον κάτι το ασαφές, έναν όρο ο οποίος χρησιμοποιούνταν για να εκφραστούν διάφορες μορφές της νέγρικης μουσικής. Είδη και τα δυο με κοινή προέλευση, βασίζονταν στην πλούσια κληρονομιά της μαύρης μουσικής που είχε διαμορφωθεί το δεύτερο μισό του δέκατου ένατου αιώνα στις φυτείες του αμερικάνικου νότου και είχε δώσει τραγούδια όπως τα περίφημα χόλλερς (hollers) ή τα τραγούδια της δουλειάς (work songs).7 Στις αρχές του εικοστού αιώνα η μαύρη μουσική άρχισε να χωρίζεται σε δύο μεγάλες κατηγορίες: από τη μία πλευρά σε εκείνη που βασιζόταν σε μεγάλα σύνολα με πολυάριθμα όργανα, δηλαδή σε μπάντες που έπαιζαν κυρίως εμβατήρια και χορευτικούς ρυθμούς (με επίκεντρο την περιοχή της Νέας Ορλεάνης), και από την άλλη σε εκείνη που βασιζόταν περισσότερο στον μεμονωμένο καλλιτέχνη, ο οποίος ερμήνευε το τραγούδι του συνοδεία μιας κιθάρας ή ενός μικρού συνόλου. Η πρώτη εκδοχή έδινε βαρύτητα στην αρμονία, στο σύνολο και από ένα σημείο και μετά στον αυτοσχεδιασμό, η δεύτερη στο ταλέντο του καλλιτέχνη και στην έκφραση των προσωπικών του συναισθημάτων.8 Παρά το γεγονός ότι σταδιακά οι δυο εκδοχές της μαύρης μουσικής έτειναν να αυτονομούνται και να αποκτούν τα δικά τους ακροατήρια, ιδίως από τη στιγμή που οι μουσικοί της τζαζ άρχισαν (στη μεταπολεμική περίοδο) να εγκαταλείπουν τις μελωδικές γραμμές και να φλερτάρουν με τον αυτοσχεδιασμό, τα κοινά σημεία ανάμεσά τους ήσαν πολλά, γεγονός που επέτρεψε σε πολλούς καλλιτέχνες, όπως στον Φατς Ντόμινο για παράδειγμα, να μεταπηδήσουν εύκολα από το (χορευτικό) ρυθμ εν μπλουζ των ορχηστικών συνόλων στο ροκ εν ρολ, όπου και έκαναν καριέρα.

Το πόσο πιο κοντά στην πραγματικότητα βρισκόταν η άποψη που ήθελε το ροκ εν ρολ μια διαφορετική εκδοχή της (χορευτικής) τζαζ, αποδεικνυόταν

6. Βλ. σχετικά κεφάλαιο «Η έλευση του ροκ εν ρολ στην Ελλάδα».

7. Για τη νέγρικη λαϊκή μουσική και τις καταβολές της στα τραγούδια των σκλάβων βλ. Π. Όλιβερ, Η ιστορία του blues, μετάφρ. Γ. Ανδρέου, Αθήνα 1995, σ. 18-101.

8. Ch. Gillett, ό.π., σ. 173-175.

Σελ. 247
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/70/gif/248.gif&w=600&h=915

στην πράξη από το γεγονός ότι οι ορχήστρες της εύκολα μπορούσαν να μετατραπούν σε «ροκ εν ρολ μπάντες» προσθέτοντας στα όργανά τους μια ηλεκτρική κιθάρα ή ένα «δαιμονισμένο» σαξόφωνο.9 Φαίνεται πως το έκαναν. Η διάδοση του ροκ εν ρολ το 1956 χρωστάει πολλά σε μπάντες, οι οποίες είχαν τη δυνατότητα να εμπλουτίζουν το ρεπερτόριο τους με τα ροκ εν ρολ τραγούδια που έκαναν θραύση στις ΗΠΑ (όπως το Rock Around the Clock) και να τα παρουσιάζουν σε ένα κοινό που πολλές φορές απαιτούσε να τα ακούσει. Δεδομένου ότι ροκ εν ρολ καλλιτέχνες, με την έννοια που θα τους εννοεί το κοινό τη δεκαετία του '60, ύστερα από την καθιέρωση του μοντέλου του «συγκροτήματος» από τους Μπητλς, δεν υπήρχαν τη δεκαετία του '50, το ροκ εν ρολ διαδόθηκε σε παγκόσμια κλίμακα από (εκατοντάδες) μπάντες και μουσικούς που έως τότε υπηρετούσαν «όμορα» είδη μουσικής όπως το κάντρι (π.χ. ο Μπιλ Χάλεϋ και η μπάντα του), το ρυθμ εν μπλουζ ή η τζαζ. Το κοινό φαίνεται πως σε εκείνη την πρώτη περίοδο δεν ένιωθε την ανάγκη να ακούσει ροκ εν ρολ αποκλειστικά από «ροκ εν ρολ καλλιτέχνες», οι δε μουσικοί (κυρίως της τζαζ) δεν ένιωθαν την υποχρέωση να μην ασχοληθούν με ένα είδος το οποίο παγκοσμίως γνώριζε σημαντική εμπορική επιτυχία. Όχι τυχαία, στην Ελλάδα ροκ εν ρολ παίχτηκε ζωντανά για πρώτη φορά από μια τέτοια (τζαζ) μπάντα (στην Αίγλη του Ζαππείου, τον Οκτώβριο του 1956), ενώ μέχρι τα τέλη του 1956 τα περισσότερα μουσικά σύνολα της αθηναϊκής νύχτας φαίνεται πως το είχαν εντάξει στο ρεπερτόριο τους.10

Η πρόσληψη του ροκ εν ρολ ως μιας άλλης μορφής της τζαζ, άποψη που ήταν κυρίαρχη το καλοκαίρι του 1956, είχε ιδιαίτερη σημασία, καθώς ήδη από την έναρξη του Ψυχρού Πολέμου, η τελευταία είχε αποτελέσει μία εξαιρετικά ενδιαφέρουσα πτυχή της ιδεολογικής αντιπαράθεσης ανάμεσα στα δύο στρατόπεδα. Η τύχη, όπως και η πρόσληψή της, φαίνεται πως ήσαν απολύτως συνδεδεμένες με τις πολιτικές εξελίξεις της εποχής, κι αυτό υπήρξε κάτι που η τζαζ μεταβίβασε στο ροκ εν ρολ, όταν το τελευταίο έκανε την εμφάνισή του ως μια καινούργια εκδοχή της. Στις Λαϊκές Δημοκρατίες η πολεμική ενάντια στη τζαζ, η οποία προβλήθηκε ως μια μουσική «παρακμιακή», υπήρξε ιδιαίτερα σκληρή. Ήδη από το καλοκαίρι του 1946, όταν δηλαδή άρχισε να κλιμακώνεται ο Ψυχρός Πόλεμος, έκαναν την εμφάνισή τους στον σοβιετικό Τύπο (στην Πράβντα και την Ιζβέστια) τα πρώτα άρθρα που ασκούσαν αρνητική κριτική στην τζαζ, χαρακτηρίζοντάς την «όπλο» των Αμερικανών, μέσο με το οποίο επιχειρούσαν να επηρεάσουν τους νέους των Λαϊκών Δημοκρατιών και να ακυρώσουν τις προσπάθειες των αρχών για ενστάλαξη των σοσιαλιστικών αξιών στη νεολαία.

9. Ας θυμηθούμε ότι το σαξόφωνο υπήρξε στην πρώτη περίοδο του ροκ εν ρολ το κατεξοχήν (και πιο χαρακτηριστικό) όργανο, με εξαίρεση τις συνθέσεις του Τσακ Μπέρι.

10. Βλ. σχετικά κεφάλαιο «Η έλευση του ροκ εν ρολ στην Ελλάδα».

Σελ. 248
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/70/gif/249.gif&w=600&h=915

Τα χρόνια που ακολούθησαν, η τζαζ φαίνεται πως αποτέλεσε για τους αξιωματούχους της Σοβιετικής Ένωσης και των συμμάχων της, μια ιδιαίτερα σημαντική πτυχή της ψυχροπολεμικής αντιπαράθεσης, της οποίας οι αρνητικές συνέπειες (θεωρήθηκε πως) έπρεπε να μελετηθούν εμπεριστατωμένα, ώστε να ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα για την αντιμετώπιση τους. Σε αυτό το πλαίσιο, οι πρώτες ενέργειες λήφθηκαν πολύ νωρίς. Η διοργάνωση ενός συνεδρίου το 1947 με πρωτοβουλία της Κεντρικής Επιτροπής του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης (ΚΚΣΕ), στο οποίο κλήθηκαν να καταθέσουν τη γνώμη τους οι σοβιετικοί αρχιμουσικοί, αλλά και άλλοι παράγοντες της σοβιετικής κοινωνίας, πρέπει να ήταν μία από τις πρώτες «επιθετικές ενέργειες» που λήφθηκαν σε αυτόν τον ιδιότυπο εναντίον της τζαζ πόλεμο. Οι ομιλητές του συνεδρίου, με πιο «φλογισμένο» εξ αυτών τον αρχιεργάτη του σοσιαλιστικού ρεαλισμού, τον Αντρέι Ζντάνοφ,11 επεσήμαναν τον κίνδυνο που διέτρεχε η σοβιετική μουσική από τις δυτικές «αστικές» μουσικές επιρροές και αποτίμησαν την τζαζ ως ένα πολιτισμικό προϊόν απότοκο αλλά και ενδεικτικό της παρακμής του δυτικού κόσμου. Λίγα χρόνια αργότερα, δύο βιβλία που εκδόθηκαν στη Σοβιετική Ένωση, Η μουσική της πνευματικής ένδειας του Β. Γκοροντίνσκι και Κακοφωνία δολαρίου του I. Νέστιεφ,12 επιχειρούσαν μια πρώτη ανάλυση της τζαζ, προσπαθούσαν να τεκμηριώσουν τις αρνητικές συνέπειες που είχε για τους νέους, επεσήμαιναν τη διάσταση που (έβλεπαν ότι) υπήρχε ανάμεσα στα σοσιαλιστικά ιδεώδη και τα προτάγματά της και, εν τέλει, τη συνέδεαν με το ψυχροπολεμικό κλίμα της εποχής, υποστηρίζοντας ότι η διάδοσή της υπήρξε το αποτέλεσμα μίας οργανωμένης προσπάθειας των Αμερικανών να επηρεάσουν τις νεολαίες σε ολόκληρο τον πλανήτη μέσα από την ανάπτυξη του ενδιαφέροντος τους για τη μουσική αυτή. Με άλλα λόγια, τα δυο παραπάνω βιβλία παρείχαν (ή τουλάχιστον αυτό επιχειρούσαν οι συγγραφείς τους) την απαραίτητη ιδεολογική πλατφόρμα, η οποία συνόψιζε όλα τα εναντίον της τζαζ επιχειρήματα που κατά καιρούς είχαν διατυπωθεί στη Σοβιετική Ένωση, και πάνω στην οποία μπορούσαν να βασιστούν οι αρχές για να αποδυθούν σε μια επιχείρηση αντιμετώπισης των «επικίνδυνων» δυτικών επιρροών από τις σοσιαλιστικές τους κοινωνίες.

11.0 Αντρέι Αλεξάντροβιτς Ζντάνοφ υπήρξε υψηλόβαθμο στέλεχος του ΚΚΣΕ και ένας από τους πλέον σημαντικούς υποστηρικτές του Στάλιν. Το 1934 τοποθετήθηκε γραμματέας του Κομμουνιστικού Κόμματος στο Λένινγκραντ, όπου υπήρξε οργανωτικά υπεύθυνος της αντίστασης εναντίον των γερμανικών στρατευμάτων. Μέλος του Πολιτικού Γραφείου, μετά τη λήξη του μεγάλου Πολέμου ο Ζντάνοφ υπήρξε ο κατεξοχήν εκπρόσωπος της σκληρής αντιδυτικής στάσης, η οποία δεν περιορίστηκε μόνο στο πολιτικό επίπεδο (το 1947 με πρωτοβουλία του συστάθηκε η Κομινφόρμ), αλλά και στην πολιτιστική παραγωγή. Ο όρος «Ζντανοβισμός» είναι συνώνυμος μιας πολιτικής αυστηρού ελέγχου των καλλιτεχνών στην περίοδο που μεσολάβησε από τη λήξη του πολέμου μέχρι τον θάνατο του Στάλιν το 1953. Πέθανε το 1948 σε ηλικία πενήντα δύο ετών.

12. T. Ryback, ό.π., σ. 11.

Σελ. 249
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/70/gif/250.gif&w=600&h=915

Πολύ σύντομα τα λόγια μετατράπηκαν σε έργα. Από το 1946 έως την άνοδο του Χρουτσώφ στην εξουσία μετά τον θάνατο του Στάλιν τον Μάρτιο του 1953, η τζαζ και οι εκπρόσωποι της υπέστησαν ανηλεείς διωγμούς στη Σοβιετική Ένωση. Το 1946, ο Έντι Ρόσνερ, ένας Πολωνός αρχιμουσικός της τζαζ που είχε διακριθεί στον αντιναζιστικό αγώνα για τις υπηρεσίες που παρείχε στους στρατιώτες του Κόκκινου Στρατού ψυχαγωγώντας τους και ανυψώνοντάς τους το ηθικό, συνελήφθη και εκτοπίστηκε στη Σιβηρία. Ο Λεονίντ Πιατιγκόρσκι, ένας ιδιαίτερα προικισμένος και φημισμένος μαέστρος τζαζ συνόλου εστάλη στη φυλακή, όπως και ο Α. Αλεξέεφ, μια από τις κυρίαρχες μορφές της τζαζ στην ΕΣΣΔ. Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας εκατοντάδες μουσικοί της τζαζ είχαν σταλεί σε στρατόπεδα εργασίας στη Σιβηρία πληρώνοντας με τον τρόπο αυτό την προσήλωσή τους σε μια μουσική που θεωρήθηκε ότι εξυπηρετούσε τους σκοπούς των «ιμπεριαλιστών αντιπάλων».13

Οι εκκαθαρίσεις δεν σταμάτησαν στους «επώνυμους» μουσικούς, μόνο οι περιπτώσεις των οποίων εξάλλου είχαν την πιθανότητα να λάβουν δημοσιότητα. Λίγο πριν τον θάνατο του «πατερούλη», χιλιάδες μουσικοί της τζαζ είχαν ήδη χάσει τη δουλειά τους, ενώ ιδιαίτερη μέριμνα φαίνεται πως λήφθηκε για την οριστική αποβολή των «επικίνδυνων» ήχων του σαξοφώνου που θεωρήθηκε πως ήταν (όπως και πράγματι ήταν) το σήμα κατατεθέν της τζαζ μουσικής. Μέχρι το 1950 η κρατική Ορχήστρα του Ραδιοφώνου είχε απολύσει όλους τους σαξοφωνίστες της, ενώ στη Μόσχα οι μουσικοί που είχαν σαξόφωνα στην κατοχή τους κλήθηκαν να τα παραδώσουν σε αρμόδιες επιτροπές, οι οποίες και τα δήμευσαν. Πρακτική η τελευταία που παρέπεμπε σε πολεμικές επιχειρήσεις, υπογράμμιζε, δίχως άλλο, με τρόπο εμφατικό και συμβολικό, τη σπουδαιότητα που είχε για τους παράγοντες της σοβιετικής πολιτικής η εξάλειψη των ήχων των αντιπάλων τους από τους τόπους διασκέδασης και από την ψυχή της νεολαίας τους. Και καθώς πόλεμος δύσκολα διεξάγεται δίχως στρατιώτες, περιπολίες από ενθουσιασμένους νέους που ανήκαν στην Κομσομόλ,14 την οργάνωση νέων της Σοβιετικής Ένωσης, ανέλαβαν να διαπιστώσουν κατά πόσο τηρούνταν στους διάφορους χώρους διασκέδασης (σε θέατρα, μιούζικ χωλ,

13. Στο ίδιο.

14. Η Κομσομόλ, όρος που προέρχεται από τα αρχικά των λέξεων «Κομμουνιστική Ένωση Νεολαίας» (Kommunisticheski Soyuz Molodiozhi) ιδρύθηκε το 1918 και σε αυτήν συμμετείχαν νέοι ηλικίας από δεκατεσσάρων έως είκοσι οκτώ χρονών. Στο απόγειο της δύναμής της, τη δεκαετία του '70, αριθμούσε εκατομμύρια μέλη. Πολλά από τα στελέχη της Κομσομόλ (ανάμεσά τους ο Γιούρι Αντρόποφ, ηγέτης της ΕΣΣΔ ύστερα από τον θάνατο του Λεονίντ Μπρέζνιεφ το 1982) στην πορεία αναδείχθηκαν σε ηγετικές φυσιογνωμίες του σοβιετικού Κομμουνιστικού Κόμματος. Για την Κομσομόλ βλ. J. Riordan, «The Komsomol», J. Riordan (ed.) Soviet Youth Culture, Λονδίνο 1989, σ. 16-44.

Σελ. 250
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/70/gif/251.gif&w=600&h=915

εστιατόρια κλπ) οι οδηγίες για την αποβολή από το ρεπερτόριο που ακουγόταν, όσων τραγουδιών ανήκαν ή παρέπεμπαν στην τζαζ.15 Ανάλογα μέτρα εναντίον της τζαζ λήφθηκαν σε όλες τις Λαϊκές Δημοκρατίες της ανατολικής Ευρώπης, σε κάποιες από τις οποίες μάλιστα, όπως στην Τσεχοσλοβακία ή την Ανατολική Γερμανία, ήδη από την εποχή του Μεσοπολέμου η τζαζ είχε φανατικούς υποστηρικτές, το ενδιαφέρον των οποίων είχε υποκινήσει την ανάπτυξη μιας αρκετά σημαντικής εγχώριας σκηνής.

Οι παραπάνω απόψεις και πρακτικές συνιστούσαν μια πλατφόρμα η οποία φαίνεται πως λειτούργησε ως μοντέλο για την πρόσληψη της «καινούργιας εκδοχής της τζαζ», δηλαδή του ροκ εν ρολ, όταν αυτό εμφανίστηκε στα μέσα της δεκαετίας του '50. Μπορούμε να ισχυριστούμε ότι σε μεγάλο βαθμό το κομβικό σημείο για την αντιμετώπιση του ροκ εν ρολ υπήρξε ακριβώς αυτή η σύνδεση του με την τζαζ και οι ερμηνείες που είχαν δοθεί για την τελευταία, την οποία και τοποθετούσαν στο επίκεντρο των πολιτικών και ιδεολογικών αντιπαραθέσεων του Ψυχρού Πολέμου. Το «παρελθόν» αυτό φαίνεται πως υπήρξε κρίσιμο, καθώς μεταβίβασε στο ροκ εν ρολ πολλές από τις φορτίσεις και τις ψυχροπολεμικές συνδηλώσεις που ακολουθούσαν την τζαζ, παρ' όλο που, τα τελευταία τρία χρόνια πριν την εμφάνισή του, είχε καταγραφεί μια σημαντική μεταβολή στον τρόπο που η τζαζ αντιμετωπιζόταν στις χώρες του ανατολικού μπλοκ.

Πράγματι, μετά τον θάνατο του Ιωσήφ Στάλιν το 1953, σε ολόκληρη την ανατολική Ευρώπη ακολούθησε μία περίοδος χαλάρωσης των αυστηρών περιορισμών που είχε επιβάλλει η σταλινική ηγεσία. Ο Νικήτα Χρουτσώφ που διαδέχθηκε τον Στάλιν στην ηγεσία του Κομμουνιστικού Κόμματος της ΕΣΣΔ (ΚΚΣΕ) ύστερα από μια τριετή περίοδο διακυβέρνησης της χώρας από συλλογική ηγεσία,16 απομακρύνθηκε από τις κατευθυντήριες του προκατόχου του, τόσο στην εξωτερική πολιτική, όπου ακολούθησε μια πολιτική σταδιακής ύφεσης του Ψυχρού Πολέμου και «ειρηνικής συνύπαρξης» με το αντίπαλο στρατόπεδο,17 όσο και στο εσωτερικό της χώρας. Σε ό,τι αφορά το τελευταίο, η ου-

15. T. Ryback, ό.π., σ. 11.

16. Γ. Γιανουλόπουλος, Ο μεταπολεμικός κόσμος. Ελληνική και ευρωπαϊκή ιστορία 1945-1963, Αθήνα 1992, σ. 154.

17. Κομβικό σημείο αυτής της πολιτικής θα πρέπει να θεωρηθεί η σύναψη συμφωνίας ειρήνης μεταξύ ΕΣΣΔ και Αυστρίας το 1955, που είχε ως αποτέλεσμα την αποχώρηση των σοβιετικών στρατευμάτων από τη χώρα με αντάλλαγμα την ουδετερότητα της. Επρόκειτο για μια εξέλιξη που πέρα από τη λύση μιας πολιτικής και διπλωματικής εκκρεμότητας είχε σημαντικές προεκτάσεις, καθώς το «αυστριακό πρόβλημα» είχε πολλές αναλογίες με το αντίστοιχο γερμανικό. Η Αυστρία μετά τη λήξη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου υπήρξε διαιρεμένη σε τέσσερις ζώνες κατοχής και η πρωτεύουσά της, η Βιέννη, σε τέσσερις τομείς. Η λύση του προβλήματος, που βασιζόταν στην ουδετερότητα της Αυστρίας, φαινόταν να αποτελεί

Σελ. 251
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/70/gif/252.gif&w=600&h=915

ουσιαστική τομή δόθηκε στο εικοστό συνέδριο του ΚΚΣΕ τον Φεβρουάριο του 1956. Στις εργασίες του ο Χρουτσώφ έκανε δημόσια κριτική στην πολιτική του προκατόχου του στηλιτεύοντας τα λάθη που είχε διαπράξει σε βάρος «έντιμων κομμουνιστών» και καταδικάζοντας την προσωπολατρία και τη συστηματική προσφυγή στη βία και την τρομοκρατία.18 Η επίσημη απόρριψη από τον νέο ηγέτη της ΕΣΣΔ των σταλινικών πρακτικών και η δημόσια αναφορά σε αυτές, είχαν τρομερό αντίκτυπο τόσο στο εσωτερικό της χώρας, όσο και στις σύμμαχες Λαϊκές Δημοκρατίες, ενώ λειτούργησε ως καταλύτης υποκινώντας ή επισπεύδοντας μια σειρά εξελίξεων στα περισσότερα κομμουνιστικά κόμματα των ευρωπαϊκών χωρών.19

Οι αποφάσεις του εικοστού συνεδρίου επισημοποιούσαν μια πολιτική γενικότερης χαλάρωσης του κοινωνικού ελέγχου, η οποία όμως φαίνεται πως είχε ξεκινήσει ήδη με τον θάνατο του κραταιού σοβιετικού ηγέτη το 1953 και η οποία στον τομέα των γραμμάτων και του πολιτισμού έτεινε να καθιερώσει την ανεκτικότητα και μια οπωσδήποτε πιο ελεύθερη έκφραση.20 Στο πλαίσιο αυτό, η σφοδρή πολεμική εναντίον της τζαζ είχε εγκαταλειφθεί ήδη από την άνοιξη του 1953. Πριν καν συμπληρωθεί ένας μήνας από τον θάνατο του Στάλιν, στην Ουγγαρία η Ένωση των Μουσικών εγκατέλειψε τους περιορισμούς που απαγόρευαν ρητά να παιχτεί τζαζ μουσική σε δημόσιους χώρους. Προς τα τέλη του έτους, η Βουδαπέστη είχε αποκτήσει φήμη για τη νυχτερινή της ζωή και για τα τζαζ σύνολα της που είχαν γρήγορα (ανα)συσταθεί. Στην Πολωνία, τον Σεπτέμβριο του 1955 άρχισε να εκπέμπεται από τον κρατικό ραδιοσταθμό η πρώτη εκπομπή αφιερωμένη αποκλειστικά στην τζαζ, ενώ δυο μήνες αργότερα εμφανίστηκε στη Βαρσοβία η πρώτη κρατική τζαζ ορχήστρα αποτελούμενη από σαράντα τέσσερις μουσικούς.

Στην Ανατολική Γερμανία, η μεταβολή απέναντι στους «δυτικούς ρυθμούς» δεν προήλθε απλώς ως αποτέλεσμα της αποσταλινοποίησης που ακο-

για τους σοβιετικούς ένα μήνυμα και έναν «πιλότο» για τη λύση του γερμανικού προβλήματος. Βλ. σχετικά Γ. Γιανουλόπουλος, ό.π., σ. 156-157.

18. S. Berstein, Ρ. Milza, Διάσπαση και ανοικοδόμηση της Ευρώπης, 1919 έως σήμερα, μετάφρ. Μ. Κοκολάκης, Αθήνα 1997, σ. 235.

19. Ανάμεσα σε αυτά και το ελληνικό Κομμουνιστικό Κόμμα. Αντίκτυπος της αποκήρυξης των σταλινικών πρακτικών στο εικοστό συνέδριο του ΚΚΣΕ υπήρξε η καθαίρεση του Νίκου Ζαχαριάδη από την ηγεσία του ΚΚΕ με βάση την απόφαση που έλαβε η έκτη Ολομέλεια της Κεντρικής Επιτροπής που συνήλθε στο Βουκουρέστι στον Μάρτιο του 1956. Για το ζήτημα αυτό, τεράστια η σχετική βιβλιογραφία. Ενδεικτικά και μόνο, αναφέρω τα Π. Δημητρίου, Η διάσπαση του ΚΚΕ, Αθήνα 1978" Π. Νεφελούδης, Στις πηγές της κακοδαιμονίας. Τα βαθύτερα αίτια της διάσπασης του ΚΚΕ, Αθήνα 1974 και Σ. Κασιμάτης, Οι παράνομοι. Άνθρωποι και ντοκουμέντα, Αθήνα 1997.

20. S. Berstein, Ρ. Milza, ό.π., σ. 233-237.

Σελ. 252
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/70/gif/253.gif&w=600&h=915

ακολούθησε το εικοστό συνέδριο του ΚΚΣΕ, αλλά συνέπεια σοβαρών εξελίξεων στο εσωτερικό της χώρας: τον Ιούνιο του 1953 η Ανατολική Γερμανία παρέλυσε από διαδηλώσεις εργαζομένων που απαιτούσαν αύξηση των μισθών, εκλογές και περισσότερες ελευθερίες. Η δυναμική επέμβαση των σοβιετικών στρατευμάτων στις 17 του μήνα αποκατέστησε την τάξη, ωστόσο άφησε πίσω της περίπου τριακόσιους νεκρούς διαδηλωτές και ένα καθεστώς βαριά πληγωμένο. Η κυβέρνηση του Ούλμπριχτ επιχείρησε να αναστηλώσει το κύρος της λαμβάνοντας μια σειρά από φιλολαϊκά μέτρα, στα οποία φαίνεται πως εντάχθηκε και η χαλάρωση των απαγορεύσεων που ίσχυαν απέναντι στα δυτικά πολιτιστικά προϊόντα. Το καλοκαίρι του 1953, αμέσως μετά τα αιματηρά γεγονότα του Ιουνίου, κλήθηκαν σύνολα της τζαζ από τη Δυτική Γερμανία για παραστάσεις στο ανατολικό Βερολίνο, ενώ η άρση των απαγορεύσεων σύντομα οδήγησε στην εκ νέου ανάδυση πολλών τζαζ συνόλων σε μεγάλες πόλεις της χώρας, όπως στο ανατολικό Βερολίνο, τη Λειψία και τη Δρέσδη.21

Η χαλάρωση των απαγορεύσεων απέναντι στην τζαζ μουσική, καθώς και μια περίοδος ύφεσης του Ψυχρού Πολέμου,22 φαίνεται να εξηγούν την επαμφοτερίζουσα στάση που υπήρξε απέναντι στο ροκ εν ρολ. Οι απόψεις που διατυπώθηκαν από τις αρχές των Λαϊκών Δημοκρατιών δεν υπήρξαν ενιαίες και δίχως μεταβολές, αντιθέτως κυμαίνονταν από τη σιωπηλή αποδοχή και την ανοχή, μέχρι την απόλυτη άρνηση, την επικυρωμένη μάλιστα με αποφάσεις πολιτικών οργάνων. Υπήρχε όμως και κάτι ακόμα που εμφανίστηκε στο προσκήνιο στα μέσα της δεκαετίας του '50 και διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην πρόσληψη του ροκ εν ρολ: αυτό ήταν η όξυνση του προβλήματος των φυλετικών διακρίσεων στο εσωτερικό των ΗΠΑ και ot ταραχές που προκλήθηκαν, αφενός μεν από την ανάδυση ενός ισχυρού κινήματος για την προάσπιση των δικαιωμάτων των νέγρων, αφετέρου δε από τις προσπάθειες των ρατσιστών να διατηρήσουν σε ισχύ εκείνο το νομικό καθεστώς που καθιστούσε (από τις αρχές του εικοστού αιώνα) στον αμερικάνικο νότο τους αφροαμερικανούς, πολίτες δεύτερης κατηγορίας. Στο πλαίσιο του Ψυχρού Πολέμου, η εξέλιξη αυτή ήταν ένα πραγματικό «δώρο» στον ιδεολογικό πόλεμο που, παρά την όποια ύφεση, εξακολουθούσε να μαίνεται ανάμεσα στους δύο αντιπάλους.23 Αν οι Αμερικανοί πρόβαλαν την άποψη ότι η χώρα τους αποτελούσε το προπύργιο του «ελεύθερου

21. T. Ryback, ό.π., σ. 14-15.

22. Για τη διαδικασία ύφεσης του Ψυχρού Πολέμου που συνέπεσε με (και υποβοηθήθηκε από) την αλλαγή σκυτάλης στην ηγεσία του ΚΚΣΕ βλ. S. Berstein, Ρ. Milza, ό.π., σ. 191-193.

23. Ο John Young επισημαίνει ότι παρά τα όποια βήματα έκαναν για την υλοποίηση μιας «ειρηνικής συνύπαρξης» με τη Δύση, οι διάδοχοι του Στάλιν ποτέ δεν εγκατέλειψαν την ιδεολογική πάλη ενάντια στον καπιταλισμό (J. Young, Η Ευρώπη του Ψυχρού Πολέμου, 1945-1991. Πολιτική ιστορία, μετάφρ. Γ. Δερμετζίδης, Αθήνα 2003, σ. 57).

Σελ. 253
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/70/gif/254.gif&w=600&h=915

ρου κόσμου», οι Σοβιετικοί μπορούσαν κάλλιστα να καταδείξουν τις εσωτερικές αντιφάσεις του αμερικανικού πολιτικού συστήματος και να τις τεκμηριώσουν με βάση τα όσα υφίσταντο οι νέγροι στην πατρίδα τους.

Πράγματι, παρά το γεγονός ότι οι φυλετικές διακρίσεις στις νότιες Πολιτείες των ΗΠΑ υπήρχαν ήδη από τα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα, η δεκαετία του '50 είδε την έλευσή τους στο προσκήνιο με τρόπο εντυπωσιακό, καθώς δεν θα ήταν υπερβολικό να ισχυριστεί κανείς ότι για πρώτη φορά τότε οι διακρίσεις εναντίον των αφροαμερικανών αναδείχθηκαν ως ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα της αμερικανικής κοινωνίας. Το πρόβλημα, ωστόσο, ερχόταν από παλιά και είχε τις ρίζες του στις ατελέσφορες προσπάθειες της ομοσπονδιακής κυβέρνησης να επιβάλει τη θέλησή της στις νότιες Πολιτείες της χώρας. Η νίκη των βορείων στον εμφύλιο πόλεμο του 1864 είχε επιφέρει αρχικά πολλές αλλαγές στην κοινωνική θέση των αφροαμερικανών. Καθώς η συμβολή των τελευταίων στη νίκη των βορείων υπήρξε αποφασιστική (υπολογίζονται σε περίπου διακόσιες χιλιάδες οι νέγροι που υπηρέτησαν στον ομοσπονδιακό στρατό), σύντομα είδαν τη θέση τους να βελτιώνεται σημαντικά, ιδίως μετά την ψήφιση τριών τροποποιητικών του συντάγματος διατάξεων (γνωστών ως Amendments): η πρώτη από αυτές, το 1865, καταργούσε τη δουλεία, η δεύτερη, το 1868, τους καθιστούσε ισότιμους πολίτες των ΗΠΑ και η τρίτη, το 1870, απαγόρευε αυστηρά κάθε περιορισμό στην άσκηση του εκλογικού τους δικαιώματος.

Πέρα όμως από τις όποιες νομοθετικές παρεμβάσεις, η παρουσία του ομοσπονδιακού στρατού στις νότιες Πολιτείες φαίνεται πως υπήρξε η ασφαλιστική δικλείδα για τη βελτίωση των συνθηκών ζωής τους τη «χρυσή περίοδο» που συναντάται στην αμερικανική ιστοριογραφία με τον όρο «reconstruction». Σε πολιτικό επίπεδο οι παραπάνω μεταρρυθμίσεις είχαν συντελεστεί από το Ρεπουμπλικανικό κόμμα του Αβραάμ Λίνκολν, για το οποίο οι αφροαμερικανοί αποτελούσαν τη σημαντικότερη δεξαμενή υποστηρικτών. Στα τέλη της «reconstruction» οι Ρεπουμπλικάνοι παρέδωσαν την εξουσία στους Δημοκρατικούς, ο ομοσπονδιακός στρατός εγκατέλειψε τον Νότο και οι νέγροι ουσιαστικά αφέθηκαν στην τύχη τους. Τα επόμενα χρόνια συγκροτήθηκε σταδιακά ό,τι έγινε γνωστό ως «Jim Crow-νομοθεσία», από το όνομα μιας θεατρικής φιγούρας που γελοιοποιούσε τους νέγρους τον δέκατο ένατο αιώνα, δηλαδή ένα σύνολο νόμων το οποίο επέτρεπε την ύπαρξη εξευτελιστικών διακρίσεων σε βάρος των αφροαμερικανών. Σημείο-σταθμός υπήρξε δίχως άλλο, η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου το 1896 στην υπόθεση «Plessy vs Ferguson», με την οποία δεχόταν ότι η ύπαρξη διαφορετικών λεωφορείων για τους μαύρους και τους λευκούς είχε νομική βάση. Με την απόφαση του αυτή, που στο εξής λειτούργησε ως ένα ισχυρό δεδικασμένο, το Ανώτατο Δικαστήριο αποδεχόταν τη δυνατότητα ύπαρξης ξεχωριστών υπηρεσιών για τους λευκούς και τους μαύρους, υπό την προϋπόθεση οι υπηρεσίες αυτές να ήταν ίσες.

Σελ. 254
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/70/gif/255.gif&w=600&h=915

Η ιστορική αυτή απόφαση που συμπυκνωνόταν στην αρχή «separate but equal», αποτέλεσε τα επόμενα εξήντα χρόνια στον αμερικάνικο νότο τη νομοθετική βάση για την παγίωση των διακρίσεων σε κάθε τομέα της δημόσιας ζωής.24 Τα πράγματα, ωστόσο, άρχισαν να αλλάζουν εντυπωσιακά στα μέσα της δεκαετίας του '50, όταν μια αλυσίδα γεγονότων έκαναν πραγματικά επίκαιρο ένα θέμα που έως τότε μια «συνωμοσία σιωπής» φαίνεται πως κρατούσε μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας. Τον Μάιο του 1954 μια απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Brown vs Board of Education υποχρέωνε τις αρχές της πόλης Τοπέκα να δεχθούν ένα μαύρο κορίτσι, τη Linda Brown, σε σχολείο που επιτρεπόταν να φοιτήσουν αποκλειστικά λευκοί μαθητές, ενώ η αρχή του «separate but equal» κρινόταν αντισυνταγματική.

Περίπου έναν χρόνο αργότερα, τον Αύγουστο του 1955, ένα στυγερό έγκλημα έφερνε στην επιφάνεια σημαντικές πτυχές μιας κατάστασης που κρατούσε στον Νότο τους αφροαμερικανούς δέσμιους της λευκής «υπεροχής». Ένας δεκατετράχρονος αφροαμερικανός από το Σικάγο είχε επισκεφθεί συγγενείς του σε μια πόλη του Μισισιπή, όπου φέρεται πως μη γνωρίζοντας τα «ήθη» της περιοχής τόλμησε να φλερτάρει μια λευκή κοπέλα. Ο Emmet Till, όπως ήταν το όνομα του, εξαφανίστηκε, και λίγες μέρες αργότερα το πτώμα του βρέθηκε πεταμένο σε ένα ποτάμι της περιοχής. Ο νεαρός είχε βασανιστεί άγρια πριν δολοφονηθεί με μια σφαίρα στο κεφάλι, ωστόσο δεν ήταν τόσο η αγριότητα του εγκλήματος που προκάλεσε αντιδράσεις, όσο η αθώωση των (λευκών) δολοφόνων από το τοπικό δικαστήριο, η οποία υποδείκνυε πως οι φυλετικές διακρίσεις στον Νότο βασίζονταν σε μια σιωπηλή συναίνεση, στην οποία συμμετείχαν παράγοντες της νομοθετικής, της εκτελεστικής και της δικαστικής εξουσίας, αρθρωμένοι σε ένα άνομο πλέγμα εξουσίας, που έτεινε να αυτονομείται από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση και να επιβάλει τη δική του θέληση.

Λίγους μήνες αργότερα, τον Δεκέμβριο του 1955, ξεκίνησε το περίφημο μποϊκοτάζ των λεωφορείων στο Μοντγκόμερι της Αλαμπάμα, όταν η Ρόζα Παρκς, μια μεσόκοπη αφροαμερικανή μοδίστρα, συνελήφθη επειδή αρνήθηκε να παραχωρήσει τη θέση της στο λεωφορείο σε κάποιον λευκό επιβάτη, όπως

24. Ενδεικτικά και μόνο αναφέρω ότι στην Ατλάντα λευκοί και μαύροι ορκίζονταν στο δικαστήριο σε διαφορετική Βίβλο, ενώ στη Νέα Ορλεάνη υπήρχαν άλλες πόρνες για λευκούς και άλλες (μόνο) για μαύρους. Στη Λουιζιάνα ένας νόμος του 1914 επέβαλε διαφορετικές εισόδους στο τσίρκο, ανάλογα με το χρώμα του δέρματος. Στο Τέξας η Πολιτεία ήταν υποχρεωμένη να διανέμει άλλα βιβλία στους μαύρους και άλλα στους λευκούς μαθητές, ενώ στην Οκλαχόμα οι τηλεφωνικοί θάλαμοι ήσαν διαχωρισμένοι με βάση τη χρήση τους από λευκούς και μαύρους (Τ. Anderson, ό.π., σ. 27). Για μια αναλυτική καταγραφή των κυριότερων διακρίσεων στις νότιες Πολιτείες βλ. τον σχετικό κατάλογο: «Jim Crow Lows», στο hftp://www.nps.gov/malu/documents/jim_crow_laws.htm, τελευταία επίσκεψη: 08.08.2006.

Σελ. 255
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/70/gif/256.gif&w=600&h=915

όφειλε με βάση τους νόμους της περιοχής.25 Η σύλληψή της ξεσήκωσε θύελλα αντιδράσεων από τους αφροαμερικανούς του Μοντγκόμερι, οι οποίοι αρνήθηκαν να χρησιμοποιούν στο εξής τα λεωφορεία της περιοχής, ξεκινώντας ένα μποϊκοτάζ διαρκείας το οποίο, καθώς συνιστούσε την πρώτη μορφή οργανωμένης αντίδρασής τους απέναντι στις φυλετικές διακρίσεις, προκάλεσε το ενδιαφέρον του κοινού σε παγκόσμια κλίμακα.26

Οι εξελίξεις αυτές έκαναν για πρώτη φορά διεθνώς γνωστά τα προβλήματα που αντιμετώπιζαν οι νέγροι στις νότιες Πολιτείες των ΗΠΑ.27 Παρά το γεγονός ότι η ομοσπονδιακή κυβέρνηση και το Ανώτατο Δικαστήριο επεχείρησαν να λύσουν τον μίτο της Αριάδνης και να άρουν την ανεξαρτησία που οι Πολιτείες διεκδικούσαν να έχουν,28 η ύπαρξη και μόνο τόσο σοβαρών προβλημάτων

25. Σύμφωνα με τη νομοθεσία του Μοντγκόμερι, τα λεωφορεία χωρίζονταν σε τρία τμήματα. Στο μπροστινό κάθονταν μόνο λευκοί, στο πίσω μόνο αφροαμερικανοί, ενώ στις μεσαίες σειρές είχαν το δικαίωμα να καθίσουν οι τελευταίοι μόνο στην περίπτωση που δεν καθόταν κάποιος λευκός επιβάτης. Εάν εισερχόταν στο λεωφορείο λευκός και ήθελε να καθίσει στις μεσαίες σειρές, όλοι οι μαύροι που κάθονταν σε αυτές έπρεπε να σηκωθούν. Επίσης, οι μαύροι επιβάτες έπρεπε να βγάλουν εισιτήριο από τον οδηγό του λεωφορείου και έπειτα να κατέβουν από την μπροστινή πόρτα και να λάβουν τη θέση τους στο πίσω τμήμα του λεωφορείου εισερχόμενοι από την πίσω του πόρτα, ώστε να μην περάσουν μπροστά από τους λευκούς επιβάτες των μπροστινών σειρών και (έτσι) τους προσβάλλουν (D. Downing, Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, μετάφρ. Σ. Σκουλικάρη, Αθήνα 2003, σ. 17).

26. Για την ιστορία, να αναφέρουμε ότι αυτή η πρώτη εκδήλωση (παθητικής) αντίστασης, στην οποία διακρίθηκε για την ενθουσιώδη συμμετοχή του ένας εικοσιεπτάχρονος πάστορας ονόματι Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, έληξε τον Νοέμβριο του 1956, δηλαδή περίπου ένα χρόνο αργότερα, όταν στις 13 του μήνα το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ ανακοίνωσε την απόφαση του, με την οποία έκρινε ως αντισυνταγματικό τον νόμο της Αλαμπάμα που απαιτούσε να υπάρχουν χωριστές θέσεις στα λεωφορεία για τους λευκούς και τους μαύρους.

27. Τον απόηχο τους στον ελληνικό Τύπο μπορεί κανείς να τον δει σε πλήθος άρθρων, ενώ η Αυγή φαίνεται πως κάλυψε προνομιακά το θέμα με συνεχείς αναφορές. Ενδεικτικά και μόνο αναφέρω τα παρακάτω: «Τα απρόοπτα των φυλετικών διακρίσεων», Το Βήμα, 06.01.1956' «Τα επεισόδια εις βάρος της μαύρης φοιτήτριας του Πανεπιστημίου της Αλαμπάμας», Απογευματινή, 17.02.1956' «Το μεγάλο πρόβλημα της υπερατλαντικής δημοκρατίας: το Χόλυγουντ κατήργησεν τας φυλετικάς διακρίσεις», Απογευματινή, 04.06.1956' «Το φυλετικό μίσος μαίνεται. Ο πόλεμος λευκών και νέγρων εξακολουθεί στις Ηνωμένες Πολιτείες», Αυγή, 20.01.1957' «Για να μην αποκτήσουν δικαίωμα ψήφου. Ειδικά "τεστ" για τους νέγρους. Και η τρομοκρατία οργιάζει», Αυγή, 02.08.1957.

28. Όταν το 1957 οι τοπικές αρχές στο Λιτλ Ροκ του Αρκάνσας επεχείρησαν να ακυρώσουν στην πράξη την απόφαση για ενιαία φοίτηση λευκών και μαύρων στα σχολεία απαγορεύοντας την είσοδο σε εννιά νέγρους μαθητές στο γυμνάσιο της περιοχής, ο Αϊζενχάουερ έστειλε ισχυρές δυνάμεις του στρατού για να προστατέψουν τους νέγρους μαθητές και να επιβάλουν την τάξη. Αυτή υπήρξε και η πρώτη φορά που ομοσπονδιακά στρατεύματα εμφανίστηκαν στον Νότο μετά τη λήξη της «reconstruction» για να επιβάλουν αποφάσεις της Ουά-

Σελ. 256
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/70/gif/257.gif&w=600&h=915

στο εσωτερικό των ΗΠΑ αποτελούσε ιδανικό επιχείρημα για όσους υποστήριζαν ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν αποτελούσαν το «προπύργιο του ελεύθερου κόσμου» ή τη «χώρα της ελευθερίας», όπως η αμερικανική προπαγάνδα ισχυριζόταν.29 Η μη επίλυση των προβλημάτων μπορούσε βέβαια να προβληθεί (και να δικαιολογηθεί) ως αναπόφευκτη κατάληξη χρονοτριβών που δεν μπορούσαν να αποφευχθούν, μπορούσε όμως να υποδειχθεί και ως ένδειξη μιας σοβαρής παθολογίας που χαρακτήριζε το σύστημα της πολιτικής και κοινωνικής οργάνωσης της χώρας στο σύνολο του. Σε έναν πόλεμο ακήρυκτο, αλλά πολύπλευρο (και πρωτίστως ιδεολογικό), όπως ήταν ο Ψυχρός, η απογύμνωση του αντιπάλου μέσω της κατάδειξης των «αδυναμιών» του είχε ιδιαίτερη σημασία, και αυτό υπήρξε μια πρακτική στην οποία και τα δύο στρατόπεδα επιδόθηκαν με ιδιαίτερη συνέπεια.30

Εάν η όξυνση που παρατηρήθηκε στο κεφάλαιο «φυλετικές διακρίσεις» στα μέσα της δεκαετίας του '50 και η συνακόλουθη ένταξή τους στο «οπλοστάσιο επιχειρημάτων» των σοσιαλιστικών χωρών αποτελούσε μια καινούργια παράμετρο στο ψυχροπολεμικό παιχνίδι, τότε η εμφάνισή της στο προσκήνιο δεν μπορούσε παρά να επηρεάσει και τον τρόπο με τον οποίον (θα) γινόταν αντιληπτή και η «μαύρη μουσική». Παρά την επίσημη άρση της εναντίον της τζαζ πολεμικής που είχε συντελεστεί μετά τον θάνατο του Στάλιν, η παραπάνω εξέλιξη φαίνεται πως έφερνε αναπόφευκτα τους ιθύνοντες της σοβιετικής πολιτικής μπροστά σε ένα μεγάλο δίλημμα: οι νέγροι στο σύνολο τους προκαλούσαν συμπάθεια, αντιμετωπίζονταν οπωσδήποτε με θετικό τρόπο (είναι χαρακτηριστικό ότι τον χειμώνα του 1956 όταν ένα θίασος νέγρων καλλιτεχνών επισκέφθηκε τη Μόσχα, δύο μέλη του παντρεύτηκαν με κάθε επισημότητα σε μια εκκλησία

Ουάσιγκτον («The Civil Rights Movement, 1954-1963», στο http://faculty.srnu.edu/dsimon/ChangeCiv%20Rts.html, τελευταία επίσκεψη: 03.02.2006).

29. Ειρωνικές αναφορές στον χαρακτηρισμό αυτό υπάρχουν σε αρκετά άρθρα της Αυγής όπως το εξής: «Στη "χώρα της ελευθερίας". Ματαιώνεται η μικτή φοίτησις λευκών και νέγρων μαθητών. Ψεύδη και εκβιασμοί των οπαδών των φυλετικών διακρίσεων», Αυγή, 14.02.1957.

30. Στη δυτική Ευρώπη ο αντικομμουνισμός άρχισε να μετατρέπεται μετά τη λήξη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου σε μια διαρκώς αναπτυσσόμενη βιομηχανία, τεκμήριο της οποίας συνιστά η διόγκωση του προϋπολογισμού του οργανωτικού του κέντρου, δηλαδή του Γραφείου Συντονισμού Πολιτικής της CIA, που από τα 4.700.000 δολάρια ετησίως το 1949, έφτασε περίπου τα 200.000.000 δολάρια το 1953 (Τ. Barnes, «The Secret Cold War. The CIA and American foreign policy in Europe, 1946-1956», Historical Journal 24:2 (1981), σ. 399-415 και 25:3 (1982), σ. 649-670). Ο Mazower επισημαίνει ότι οι Αμερικανοί επιδόθηκαν κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου στην προπαγάνδα και τον ψυχολογικό πόλεμο, εφαρμόζοντας στις χώρες της δυτικής Ευρώπης τις πιο πρόσφατες θεωρίες του, και επιχειρώντας να πλήξουν τον κομμουνισμό με διαφημίσεις, πολιτιστικές εκδόσεις, προβολές ταινιών κλπ. (Μ. Mazower, ό.π., σ. 278).

Σελ. 257
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/70/gif/258.gif&w=600&h=915

σία των Βαπτιστών, ενώ, όπως γράφει η Αυγή, «χιλιάδες Ρώσοι περίμεναν έξω από την εκκλησία να ράνουν με ρύζι το ζευγάρι»)31 και οι εναντίον τους διακρίσεις προβάλλονταν και στιγματίζονταν. Την ίδια όμως στιγμή, η τζαζ μουσική, που ήταν μία κατά βάση «μαύρη μουσική», γεννούσε υποψίες όσον αφορά τις πολιτικές αφετηρίες της διάδοσής της, καθώς και τις συνέπειες που θα μπορούσε να έχει για τους νέους των Λαϊκών Δημοκρατιών.

Τη λύση φαίνεται ότι έδωσε μία καινούργια προσέγγιση της τζαζ, η οποία έτεινε να εξετάζει τις κοινωνικές της προϋποθέσεις και τις καταβολές της στα τραγούδια που δημιούργησαν οι μαύροι το δεύτερο μισό του δέκατου ένατου αιώνα στις φυτείες και τους χώρους εργασίας.32 Σύμφωνα με τους υποστηρικτές της άποψης αυτής, η τζαζ σπαρασσόταν από μια σειρά από «εσωτερικές αντινομίες», οι οποίες οφείλονταν στην εξέλιξή της κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου. Είπαμε και παραπάνω ότι στις αρχές του εικοστού αιώνα η «μαύρη» μουσική διασπάστηκε σε δυο μεγάλες κατηγορίες: σε εκείνη που βασιζόταν σε μεγάλα σύνολα στα οποία τον κυρίαρχο τόνο τον έδιναν τα χάλκινα όργανα, και σε εκείνη που βασιζόταν είτε σε μικρά σύνολα, είτε σε μεμονωμένους καλλιτέχνες.

Οι μουσικοί της πρώτης κατηγορίας που είχε ως αφετηρία της την περιοχή της Νέας Ορλεάνης έβαζαν στο επίκεντρο του ρεπερτορίου τους εμβατήρια, χορευτικούς ρυθμούς και συνθέσεις ικανές να παιχθούν από ορχήστρες που όλο και αύξαιναν τον αριθμό των οργάνων τους (Big Bands), σε αντίθεση με αυτούς της δεύτερης κατηγορίας, τα τραγούδια των οποίων εξέφραζαν κατά βάση τον πόνο, τα συναισθήματα και τις προσωπικές τους αναζητήσεις. Ενώ η «ρυθμική» και ορχηστρική μορφή της τζαζ εξελίχτηκε τα επόμενα χρόνια σε κυρίαρχη μορφή της popular music στις ΗΠΑ, σε «μόδα και σύμβολο του καπιταλιστικού κόσμου», όπως έγραφε χαρακτηριστικά η Επιθεώρηση Τέχνης,33 η

31. «Νέγροι παντρεύονται στη Μόσχα», Αυγή, 01.02.1956.

32. Γνωρίζουμε ότι μια τέτοια προσέγγιση είχε πραγματοποιηθεί στη Γαλλία, ήδη από το 1934, με τη δημοσίευση του βιβλίου Le Jazz Hot του Hugues Panassié. Σε ό,τι αφορά τη Γαλλία, η συνειδητοποίηση της σχέσης που είχαν οι νέγροι με την τζαζ (κάτι που δεν ήταν και τόσο εμφανές την περίοδο του Μεσοπολέμου, λόγω της κυριαρχίας πολλών λευκών καλλιτεχνών) οδήγησε ήδη από την πρώτη μεταπολεμική περίοδο στην ανάδειξη του αντιρατσισμού ως μιας «ενωτικής αξίας» για τους οπαδούς της (L. Tournés, «Μια νέα ερμηνεία της τζαζ. Ένα φαινόμενο αντιαμερικανοποίησης στη μεταπολεμική Γαλλία, 1945-1960», S. Mathé (επιμ.), Αντιαμερικανισμός. Οδηγίες χρήσεως, μετάφρ. Γ. Παρλάλογλου, Α. Κεραμίδα, Αθήνα 2003, σ. 227). Για την γαλλική Αριστερά μάλιστα, η «αυθεντική» τζαζ προβλήθηκε επανειλημμένα ως «η αντίσταση μιας καταπιεσμένης μειονότητας στην ιμπεριαλιστική Αμερική» (στο ίδιο, σ. 235).

33. Β. Κονέν, «Ο μύθος και η αλήθεια για την μουσική της Τζαζ», Επιθεώρηση Τέχνης 27 (Μάρτιος 1957), σ. 251.

Σελ. 258
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/70/gif/259.gif&w=600&h=915

δεύτερη μορφή της μαύρης μουσικής μπήκε στο περιθώριο και υπηρετήθηκε από άσημους στην εποχή τους και συνήθως απένταρους καλλιτέχνες, πολλοί εκ των οποίων είχαν ένα τέλος αντάξιο της τρικυμιώδους ζωής τους, για να βρουν οι περισσότεροι εξ αυτών μόνο μετά τον θάνατο τους την αναγνώριση και να εξελιχθούν στην πορεία σε «μυθικές» μορφές της λαϊκής νέγρικης μουσικής.34 Αντίθετα, η ρυθμική μορφή της μαύρης μουσικής εισήλθε στα μεγαλύτερα μιούζικ χωλ των ΗΠΑ, εξελίχθηκε σε παγκόσμια μόδα ήδη από τα χρόνια του Μεσοπολέμου και κατέστη με το σουίνγκ τη δεκαετία του '40 η κυρίαρχη μορφή μουσικής, ενώ οι προικισμένοι μουσικοί της (όπως ο Λούις Άρμστρονγκ ή ο Μπένι Γκούντμαν) υπήρξαν συνήθως καλοπληρωμένα ινδάλματα. Αυτή ακριβώς η εκδοχή της μαύρης μουσικής, γνωστή και ως «τζαζ», υπήρξε εκείνη που γνώρισε ολόκληρη η υφήλιος, αυτή ήταν εκείνη που πολεμήθηκε στις αρχές του Ψυχρού Πολέμου ως ένα «όπλο» των Αμερικανών.

Αυτές οι δύο διαφορετικές μορφές της μαύρης μουσικής στα μέσα της δεκαετίας του '50 μπήκαν στο επίκεντρο των αναλύσεων που έκαναν μουσικολόγοι στο ανατολικό μπλοκ θέλοντας να καταδείξουν ότι η μουσική της τζαζ, όπως επεσήμαινε το 1957 η Σοβιέτσκαγια Κουλτούρα, «δεν είνε τίποτε το κακό όταν εκφράζη την ψυχή του λαού».35 Στην Ανατολική Γερμανία λ.χ., όπου μετά τα αιματηρά γεγονότα του 1953 η τζαζ «νομιμοποιήθηκε», ένας καθηγητής κοινωνικών επιστημών, ο Reginald Rudorf, πρόσφερε μια ερμηνεία, τέτοια που μπορούσε να ακυρώσει τα εναντίον της τζαζ επιχειρήματα των σκληροπυρηνικών: βασιζόμενος στο προσωπικό του πάθος για την τζαζ, ο Rudorf επιχείρησε να τεκμηριώσει ότι η τζαζ είχε «προλεταριακές ρίζες» και ως εκ τούτου όχι μόνο δεν ήταν μια «επικίνδυνη» μουσική, αλλά αποτελούσε μια μουσική κατάλληλη για τις μάζες. Οι αρχές της Ανατολικής Γερμανίας επιδοκίμασαν τις απόψεις του, παρέχοντάς του τη δυνατότητα να έχει το δικό του πρόγραμμα στο κρατικό ραδιόφωνο και να διεξάγει διαλέξεις σε όλη την επικράτεια.36

Το αν υπήρχε πολιτική υποκίνηση στην ανάδυση της οπτικής αυτής είναι δύσκολο να τεκμηριωθεί, είναι όμως αναμφισβήτητο ότι η εμφάνισή της ανα-

34. Ενδεικτικά, ο Robert Johnson, ένας από τους μεγαλύτερους καλλιτέχνες του μπλουζ το Μεσοπόλεμο, δολοφονήθηκε στα 28 του, λέγεται από κάποιον ζηλιάρη και απατημένο σύζυγο. Ο Leadbelly είχε μπει στη φυλακή δύο φορές, τη μία για φόνο και τη δεύτερη για απόπειρα ανθρωποκτονίας. Ο Blind Lemmon Jefferson πέθανε πάμπτωχος και άστεγος κατά τη διάρκεια μιας χιονοθύελλας, ενώ τόσο αυτός, όσο και τουλάχιστον έξι από τους μεγαλύτερους μπλούζμεν του Μεσοπολέμου (οι Blind Willie Johnson, Blind Willie McTell, Blind Blake, Blind Boy Fuller και Blind Gary Davis), ήσαν τυφλοί και αυτοδίδακτοι μουσικοί.

35. «Τι γράφει η Σοβιέτσκαγια Κουλτούρα. Η μουσική της τζαζ δεν είνε τίποτε το κακό όταν εκφράζη την ψυχή του λαού», Αυγή, 11.10.1957.

36. Τ. Ryback, ό.π., σ. 15.

Σελ. 259
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/70/gif/260.gif&w=600&h=915

ανακούφιζε τους παράγοντες των Λαϊκών Δημοκρατιών, καθώς έλυνε τον γόρδιο δεσμό που καλούνταν να λύσουν. Η τζαζ, όπως τη γνώριζε ο κόσμος, υπήρξε μια «μαύρη μουσική» η οποία είχε απομακρυνθεί από τις λαϊκές καταβολές της νέγρικης παράδοσης και ουσιαστικά είχε ενδώσει στα κελεύσματα της (λευκής) μουσικής βιομηχανίας.37 Ακόμη χειρότερα' με το να υπογραμμίζεται η σύνδεσή της με τον κόσμο του περιθωρίου και με μια απελευθέρωση των ηθών38 που ήδη από την περίοδο του Μεσοπολέμου είχε υπάρξει συνώνυμος της τζαζ και των οπαδών της, η τελευταία άρχισε να προβάλλεται ως μια μουσική που «υπηρετούνταν» κατά βάση από εγκληματίες, παρανόμους και πόρνες.39 Αντίθετα, υπήρχε μια άλλη μαύρη μουσική η οποία, αν και άγνωστη στο ευρύ κοινό, εξακολουθούσε να βρίσκεται κοντά στη γνήσια παράδοση των τραγουδιών εκείνων που είχαν βαθιές ρίζες στα βάσανα του νέγρικου πληθυσμού και στην εμπειρία της λευκής καταπίεσης, και ως εκ τούτου μπορούσε να έχει την κοινωνική σημασία που ανήκε στις προτεραιότητες της σοβιετικής ηγεσίας.40 Και ακόμη περισσότερο, η κοινωνική σημασία αυτή όχι μόνο δεν αφορούσε ένα μακρινό παρελθόν, αλλά εξέβαλε στην πολιτική πραγματικότητα της (ψυχροπολεμικής) εποχής.41 Αυτή ακριβώς ήταν η «βασική αντινομία» την οποία υ-

37. Επρόκειτο για μια άποψη που δεν απείχε και πολύ από την πραγματικότητα. Ο Hobsbawm θεωρεί την τζαζ μουσική, όπως αυτή σταδιακά εξελίχθηκε την περίοδο του Μεσοπολέμου, μια μουσική «νοθευμένη» από τις λευκές επιρροές και τις επιταγές της μουσικής βιομηχανίας (Ε. Hobsbawm, Η σκηνή της τζαζ, μετάφρ. Τ. Τσήρου, Αθήνα 1993, σ. 61 και 66).

38. Για τα «τρελά χρόνια» του Μεσοπολέμου, τη χαλάρωση των ηθών, τις ψυχολογικές προϋποθέσεις της εξέλιξης αυτής και τις εκβολές της στην τέχνη, βλ. S. Berstein, Ρ. Milza, ό.π., σ. 134-162.

39. Για την περίπτωση της Ανατολικής Γερμανίας, βλ. U. Poiger, «Rock' n' roll, Female Sexuality...», ό.π. σ. 593.

40. Θα πρέπει κανείς να επισημάνει στο σημείο αυτό ότι για τον κόσμο του σοσιαλισμού, η μουσική, όπως και η τέχνη γενικότερα, έπρεπε να υπηρετεί την «υπόθεση της κοινωνίας». Τον Μάρτιο του 1957 το 2ο Συνέδριο των σοβιετικών μουσικοσυνθετών που συνήλθε στη Μόσχα, επαναβεβαίωσε την παραπάνω άποψη (όσον αφορά τουλάχιστον τη σοβιετική μουσική) δια στόματος του γενικού γραμματέα της Ένωσης Σοβιετικών Μουσικοσυνθετών, Τ. Χρένικωφ, ο οποίος είπε τα εξής: «Το Συνέδριο [...] υπογράμμισε τον μεγάλο ρόλο της λογοτεχνίας και της τέχνης στον αγώνα για την επαλήθευση της κομμουνιστικής ιδεολογίας εναντίον των υπολειμμάτων του καπιταλισμού στη συνείδηση των ανθρώπων. Τον ευγενικό αυτόν ρόλο μπορεί να τον εκπληρώσει μόνο η αληθινή τέχνη που είναι συνδεμένη με τη ζωή του λαού, η τέχνη που με την δύναμη των καλλιτεχνικών μορφών είναι ικανή να συναρπάσει και να συγκινήσει τους ανθρώπους, να πλουτίσει τον συναισθηματικό τους κόσμο» («Η σοβιετική μουσική», Αυγή, 16.04.1957).

41. Όταν το καλοκαίρι του 1957 οργανώθηκε στη Μόσχα το έκτο Παγκόσμιο Φεστιβάλ Νεολαίας, μεταξύ των άλλων κλήθηκε να συμμετάσχει και μια ιταλική μπάντα της τζαζ. Σε

Σελ. 260
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/70/gif/261.gif&w=600&h=915

υπεδείκνυαν πολλοί αναλυτές και η οποία μπορούσε να καταστήσει αποδεκτή τη νέγρικη μουσική, διατηρώντας παράλληλα ζωηρές τις επιφυλάξεις για την τζαζ: «Από τη στιγμή της γέννησής της, μέχρι σήμερα», έγραφε ο Β. Κονέν, «η τζαζ σπαράζεται από μια εσωτερική αντινομία. Τα λαϊκά και αντιλαϊκά στοιχεία δέθηκαν σε ένα αδιάσπαστο σύνολο. Να γιατί η τζαζ κοντά στα αισθησιακά ερωτικά κομμάτια για τους παχύδερμους έδωσε και τα θαυμάσια μπλουζ του Ουίλιαμ Χέντυ και του Γκέρσουϊν. Να γιατί οι σκοποί της τζαζ ακούγονται στα καπηλειά του Χάρλεμ και στο ρεπερτόριο του Πωλ Ρόμπσον».42

Δεν ήταν τυχαία η αναφορά στον Πωλ Ρόμπσον. Ο τελευταίος (Paul Leroy Bustill Robeson το πλήρες όνομά του), τραγουδιστής, ηθοποιός, δικηγόρος και αθλητής, υπήρξε πρωτοπόρος ακτιβιστής του νέγρικου κινήματος, με έντονη δραστηριότητα η οποία στάθηκε τη δεκαετία του '50 καταλυτική για να διαμορφωθεί στον σοσιαλιστικό κόσμο ένα κλίμα αποδοχής της μαύρης μουσικής. Γεννημένος το 1898 στο Νιου Τζέρσι, ο Ρόμπσον ξεκίνησε μια πολλά υποσχόμενη καριέρα τραγουδιστή, ενώ μέχρι το 1942 είχε λάβει μέρος σε περισσότερες από δώδεκα ταινίες του Χόλιγουντ. Ήδη από την περίοδο του Μεσοπολέμου προσχώρησε στην αμερικανική Αριστερά και ανέπτυξε σημαντική δραστηριότητα. Πραγματοποίησε πολλά ταξίδια στην ανατολική Ευρώπη και στη Σοβιετική Ένωση, όπου έμεινε εντυπωσιασμένος από την απόλυτη, όπως έλεγε, έλλειψη διακρίσεων απέναντι στις διάφορες πληθυσμιακές ομάδες.

Στα ταξίδια του αυτά ο Ρόμπσον τραγουδούσε σπιρίτσουαλ και άλλα νέγρικα τραγούδια σε ακροατήρια εργατών και χωρικών, υποστηρίζοντας δημόσια ότι ακατάλυτοι δεσμοί ένωναν τις κατώτερες τάξεις σε ολόκληρο τον κόσμο. Έχοντας εκφράσει επανειλημμένα τον θαυμασμό του για τον Στάλιν και το επίπεδο ζωής που απολάμβαναν οι πολίτες στη Σοβιετική Ένωση, ο Ρόμπσον δεν άργησε να μπει στο στόχαστρο των αμερικανικών αρχών. Στις αρχές της δεκαετίας του '50 εμφανίστηκε μπροστά στην μακαρθική Επιτροπή Αντιαμερικανικών

συνέντευξη που παραχώρησε ένα από τα μέλη της, ο Πεπίνο Ντιντίνο, τόνισε ότι η μπάντα του είχε επιλέξει να παρουσιάσει κομμάτια της πρώτης περιόδου της τζαζ, δεδομένου ότι τα γούστα των Ρώσων, όπως έλεγε, ήσαν διαφορετικά από αυτά των Ευρωπαίων θαυμαστών της τζαζ: «Προσπαθούμε [...] να επιτύχουμε και στην Σοβιετική Ένωσιν, όπως επιτύχαμε και αλλού. Το πράγμα είναι αρκετά δύσκολο, γιατί το ρωσικό κοινό δεν θέλει ν' ακούση κομμάτια ρεπερτορίου, που ικανοποιούν τους λευκούς, αλλά τα γνήσια εκείνα λαϊκά νέγρικα (μπλουζ και σπιρίτσουαλς) που γέννησε η τραγωδία του βιαίου ξεριζώματος εκατομμυρίων μαύρων από την Αμερική και ο εξανδραποδισμός τους από τους λευκούς στην Νέα Ορλεάνη» («Ιταλική η πρώτη τζαζ που θα μεταβή στην ΕΣΣΔ. Το λαϊκό μουσικό συγκρότημα Ρόμαν Νιου Όρλεανς Τζαζ Μπαντ», Αυγή, 23.06.1957).

42. Β. Κονέν, ό.π., σ. 252.

Σελ. 261
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/70/gif/262.gif&w=600&h=915

κανικών Υποθέσεων, την περίφημη HUAC,43 ενώ του αφαιρέθηκε το διαβατήριο μέχρι το 1958. Από το 1941 έως το 1974 παρακολουθούνταν από το FBI, ενώ κατά καιρούς του ασκήθηκε κάθε δυνατή πίεση, που κυμαινόταν από την απροθυμία μεγάλων εφημερίδων, όπως οι New York Times, να κάνουν οποιαδήποτε αναφορά στην αυτοβιογραφία του,44 έως το οργανωμένο λιντσάρισμα οπαδών του από οργισμένες ομάδες αντικομμουνιστών κατά τη διάρκεια συναυλίας που έδωσε το 1949 στη Νέα Υόρκη.

Η πολιτική δραστηριότητα του Ρόμπσον, η πρωτοφανής «αποκοτιά» του να υπερασπίζεται δημόσια τον τρόπο ζωής και την κοινωνική οργάνωση των σοσιαλιστικών χωρών και οι διώξεις που υπέστη από τις αμερικανικές αρχές, έκαναν τις απόψεις του σχετικά με τις λαϊκές καταβολές της νέγρικης μουσικής ιδιαίτερα σεβαστές στις χώρες του ανατολικού μπλοκ, όπου και προβλήθηκε ως παράδειγμα αγωνιστή καλλιτέχνη με κοινωνικές ευαισθησίες. Η εξέλιξη αυτή «έδενε» απόλυτα με το νέο άνοιγμα που είχε συντελεστεί απέναντι στην τζαζ, πολύ περισσότερο από ό,τι οι όποιες αναλύσεις μουσικολόγων που υποδείκνυαν τις «προλεταριακές ρίζες» της μαύρης μουσικής, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά ένα τμήμα της τελευταίας. Οι αναλύσεις αυτές είχαν οπωσδήποτε μια σημασία, ωστόσο ο Ρόμπσον φαίνεται ότι παρείχε ένα απτό και ζωντανό παράδειγμα μαχόμενου καλλιτέχνη, και αυτό βοηθούσε στο να συνδεθούν τα νέγρικα τραγούδια με τον ακτιβισμό και την πολιτική παρέμβαση. Το κλίμα για τη μαύρη μουσική υπήρξε ιδιαίτερα θετικό, γεγονός που επισημοποιήθηκε με εμφατικό τρόπο το καλοκαίρι του 1957, όταν η σοβιετική ηγεσία διοργάνωσε στη Μόσχα το έκτο Παγκόσμιο Φεστιβάλ Νεολαίας.

Η διοργάνωση του έκτου Παγκόσμιου Φεστιβάλ Νεολαίας στη σοβιετική πρωτεύουσα υπήρξε μια πράξη με έντονη συμβολική σημασία, καθώς υποδήλωνε, σφράγιζε και επισημοποιούσε το άνοιγμα της νέας σοβιετικής ηγεσίας προς τον δυτικό κόσμο και την αποποίηση του (πρόσφατου) σταλινικού παρελθόντος σε ό,τι αφορά τουλάχιστον την πολιτική απομόνωσης των Λαϊκών Δημοκρατιών της Ευρώπης από την πολιτιστική παραγωγή του δυτικού κόσμου.45 Τον Ιούλιο και τον Αύγουστο του 1957, περίπου τριάντα χιλιάδες νέοι από όλον τον κόσμο συγκεντρώθηκαν στη Μόσχα, ανάμεσά τους δεκάδες σύνολα

43. Αρχικά των λέξεων House Un-American Activities Committee. H HUAC είχε συσταθεί από το 1938 για την αντιμετώπιση της κομμουνιστικής «διείσδυσης», ωστόσο γνώρισε «μέρες δόξας» την περίοδο των μακαρθικών εκκαθαρίσεων, όταν υπολογίζεται ότι (από το 1947 μέχρι το 1956) πάνω από 2.700 άνθρωποι απολύθηκαν από διάφορες κυβερνητικές θέσεις, ενώ τουλάχιστον άλλοι δώδεκα χιλιάδες αναγκάστηκαν να παραιτηθούν μέσα σε κλίμα ψυχολογικού εξαναγκασμού (βλ. Τ. Anderson, ό.π., σ. 8).

44. P. Robeson, Here I Stand, Λονδίνο 1958.

45. Για τη σημασία της διοργάνωσης του έκτου Παγκόσμιου Φεστιβάλ Νεολαίας στη Μόσχα το καλοκαίρι του 1957, βλ. Τ. Ryback, ό.π., σ. 18 και σ. 30.

Σελ. 262
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Ήχοι και απόηχοι. Κοινωνική ιστορία του ροκ εν ρολ φαινομένου στην Ελλάδα, 1956-1967
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 243
    

    ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΚΤΟ

    ΕΞΑΜΕΡΙΚΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΝΕΟΛΑΙΑΣ; ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΡΟΚ ΕΝ ΡΟΛ