Συγγραφέας:Κατσάπης, Κώστας
 
Τίτλος:Ήχοι και απόηχοι. Κοινωνική ιστορία του ροκ εν ρολ φαινομένου στην Ελλάδα, 1956-1967
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:45
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:2007
 
Σελίδες:463
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Νοοτροπίες και συμπεριφορές
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα
 
Χρονική κάλυψη:1956-1967
 
Περίληψη:Αντικείμενο του βιβλίου αυτού αποτελεί η διερεύνηση του τρόπου με τον οποίον το ροκ εν ρολ εμφανίστηκε στην Ελλάδα, της διαδικασίας μέσω της οποίας διαδόθηκε στη νεολαία, καθώς και η αποκωδικοποίηση των ερμηνειών που δόθηκαν για το ροκ εν ρολ, τις αφετηρίες του και τις (πραγματικές ή υποτιθέμενες) συνέπειές του για την ελληνική νεολαία. Με άλλα λόγια, ο συγγραφέας διερευνά τον απόηχο που οι «ηδονικοί» αυτοί ρυθμοί είχαν στην ελληνική κοινωνία, το πώς η τελευταία ερμήνευσε το ροκ εν ρολ, ποιες ήσαν οι προϋποθέσεις των όποιων προσλήψεων, αλλά και ποιες οι συνέχειες και οι τομές που μπορούν να εντοπιστούν. Δεδομένου ότι ένα τέτοιο εγχείρημα μπορεί να έχει τύχη μόνο συναρθρώνοντας το ροκ εν ρολ στις πολιτικές, οικονομικές, κοινωνικές και ιδεολογικές πραγματικότητες της εποχής του, επελέγη ως καταληκτήριο όριο της έρευνας το 1967.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 25.66 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 353-372 από: 466
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/70/gif/353.gif&w=600&h=915

Οι δύο παραπάνω δηλώσεις έλαβαν μεγάλες διαστάσεις στον Τύπο, ωστόσο από μόνες τους είναι προφανές ότι δεν μπορούσαν να καταστήσουν τους Μπητλς οργανικό τμήμα ενός ευρύτερου κινήματος νεανικής αμφισβήτησης με εμφανείς πολιτικές διαστάσεις. Τα πράγματα ήσαν πιο σύνθετα. Οι Μπητλς αποτελούσαν κομμάτι ενός κόσμου που άλλαζε πολύ γρήγορα, και πέρα από τις αναμφίβολες καλλιτεχνικές τους δεξιότητες, (αποδείχθηκε πως) είχαν την ικανότητα να αφουγκράζονται και να συλλαμβάνουν εν τη γενέσει τους τα μηνύματα των καιρών. Εξάλλου, παρά τις ερμηνείες στις οποίες προχωρούσε η Αριστερά σχετικά με τη μουσική τους και την «ιδεολογία» που αυτή κουβαλούσε, συγκρίνοντάς την με εκείνη της φολκ σκηνής, η οποία ήταν εμφανώς στρατευμένη στον ακτιβισμό και τη διαμαρτυρία, φαίνεται πως για τους πρωταγωνιστές των εξελίξεων τα πράγματα ήσαν διαφορετικά. Τον Μάιο του 1964 ο Μπομπ Ντύλαν περιόδευσε στη Βρετανία, όπου και συναντήθηκε με τους Μπητλς. Ο Ντύλαν και οι Μπητλς εκπροσωπούσαν δύο διαφορετικές εκδοχές της νεανικής μουσικής, ωστόσο, και οι δύο πλευρές φαίνεται πως έτρεφαν θαυμασμό η μία για την άλλη. Καθώς η μουσική «γιε-γιε» είχε να προσφέρει γρήγορους και ακαταμάχητους ρυθμούς, ενώ η φολκ στίχους με κοινωνικό προβληματισμό, μια αλληλεπίδραση μεταξύ των δύο ηγετικών μορφών της νεανικής μουσικής ξεκίνησε, τα αποτελέσματα της οποίας σύντομα έγιναν ορατά. Ο Μπομπ Ντύλαν παρουσιάστηκε στο φημισμένο φεστιβάλ φολκ μουσικής στο Νιούπορτ το 1965 παίζοντας τραγούδια με ηλεκτρική κιθάρα, γεγονός που δίχασε τους οπαδούς του φολκ τραγουδιού και σόκαρε τους πιο παραδοσιακούς από αυτούς, ενώ οι Μπητλς κυκλοφόρησαν δύο LP με τα οποία προχωρούσαν ένα βήμα πέρα από τα κλισέ της ποπ μουσικής, τα οποία σε μεγάλο βαθμό είχαν καλλιεργήσει με τους πρώτους τους δίσκους. To Rubber Soul κυκλοφόρησε τον Δεκέμβριο του 1965 και είχε ένα εξώφυλλο εντυπωσιακά πρωτοποριακό, η γραμματοσειρά του οποίου (με τα γνωστά φουσκωτά γράμματα) επρόκειτο στο εξής να γίνει σήμα-κατατεθέν της ψυχεδελικής κουλτούρας, αλλά και τραγούδια από τα οποία ξεπηδούσε ένας ευρύτερος προβληματισμός.241 Περίπου έξι μήνες αργότερα, τον Αύγουστο του 1966, το Revolver επικύρωνε την παραπάνω στροφή των Μπητλς και την απόφασή τους να δημιουργούν στο εξής όχι τραγούδια εύκολα και «εύπεπτα», αλλά συνθέσεις που να απηχούν τις διανοητικές αναζητήσεις των νεολαιίστικων κινημάτων. Όταν το καλοκαίρι του 1966 οι Μπητλς αποφάσιζαν να μην ξαναδώσουν συναυλίες, είχαν τόσο πολύ εξελίξει τη μουσική και την προσωπικότητά τους που αναγνωρίζονταν ήδη ως αναπόσπαστο κομμάτι του κινήματος αμφισβήτησης.

Οι αλλαγές στον τρόπο με τον οποίον η κοινωνία έβλεπε τους Μπητλς, αλ-

241. Κ. Αρβανίτης, ό.π., σ. 147-148.

Σελ. 353
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/70/gif/354.gif&w=600&h=915

αλλά και (μάλλον) οι ίδιοι τον εαυτό τους, έγιναν εμφανείς την άνοιξη του 1966. Στις 4 Μαρτίου η λονδρέζικη εφημερίδα Evening Standard δημοσίευσε μία συνέντευξη του Τζων Λέννον κατά τη διάρκεια της οποίας ο τραγουδιστής των Μπητλς διατύπωνε την άποψη ότι το συγκρότημά τους ήταν πιο δημοφιλές από τον Χριστό: «Christianity will go. It will vanish and shrink. I needn't argue about that. I'm right and I will be proven right. We're more popular than Jesus now. I don't know which will go first, rock' n' roll or Christianity. Jesus was alright but His disciples were thick and ordinary. It's them twisting it that ruins for me». Οι παραπάνω δηλώσεις δεν προκάλεσαν μεγάλο ενδιαφέρον στη Βρετανία, ωστόσο, όταν αναδημοσιεύτηκαν στις Ηνωμένες Πολιτείες, ξεσήκωσαν θύελλα αντιδράσεων στους πιο συντηρητικούς κύκλους της αμερικανικής κοινωνίας. Οι Μπητλς κατηγορήθηκαν ως άθεοι, αντίχριστοι και βλάσφημοι, τη στιγμή που ακροδεξιές οργανώσεις (ιδίως στην περιοχή του Νότου) ξεκίνησαν μία οργανωμένη εκστρατεία εναντίον τους. Οι ραδιοφωνικοί σταθμοί σύντομα απέκλεισαν τους Μπητλς και τα τραγούδια τους από τις λίστες τους, ενώ σε πολλά μέρη οργανώθηκαν δημόσιες τελετές στις οποίες ο συμβολισμός είχε δεσπόζουσα θέση: σε κάποιες από αυτές λ.χ. οι συμμετέχοντες έριχναν στην πυρά δίσκους των «σκαθαριών», ενώ στην περιοχή της Νότιας Καρολίνας η τοπική οργάνωση της Κου Κλουξ Κλαν προχώρησε σε κάψιμο δίσκων των Μπητλς καρφωμένων πάνω σε ένα σταυρό.242

Καθώς το ζήτημα έλαβε απρόοπτες διαστάσεις, ο Τζων Λέννον σύντομα υποχρεώθηκε από τον μάνατζερ του συγκροτήματος, τον Μπράιαν Επστάιν, να προβεί σε κάποιες «διευκρινιστικές» δηλώσεις. Οι τελευταίες, ωστόσο, δεν έγιναν αποδεκτές από τους υπερσυντηρητικούς κύκλους της αμερικανικής κοινωνίας, οι οποίοι φαίνεται πως έτρεφαν ένα βαθύτερο μίσος για τους Μπητλς. Στις αρχές του 1965, δηλαδή περίπου ένα χρόνο πριν ο Λέννον προβεί στις επίμαχες δηλώσεις του, ένας ευαγγελιστής ιερέας ονόματι David Noebel είχε περιοδεύσει στην Καλιφόρνια δίνοντας διαλέξεις με τις οποίες επιχειρούσε να «αφυπνίσει» τους Αμερικανούς για τον κίνδυνο που θεωρούσε ότι αντιπροσώπευαν οι Μπητλς. Λίγο αργότερα, ο ίδιος δημοσίευε ένα βιβλίο με τίτλο Communism, Hypnotism and the Beatles, το οποίο έφερε τον άκρως επεξηγηματικό υπότιτλο: An Analysis of the Communist Use of Music. The Communist Master Music Plan.

Στο βιβλίο αυτό ο Noebel επιχειρούσε να τεκμηριώσει τη σύνδεση των Μπητλς με υποτιθέμενες κομμουνιστικές συνωμοσίες, στόχος των οποίων ήταν η καλλιέργεια μιας πρωτόγνωρης επιρροής στην αμερικανική νεολαία, τέτοιας που θα μπορούσε να την καταστήσει άβουλη μάζα στις ορέξεις των κομμουνιστών

242. Μ. Sullivan, «More Popular than Jesus: The Beatles and the Religious Far Right», Popular Music 6/3 (October 1987), σ. 313.

Σελ. 354
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/70/gif/355.gif&w=600&h=915

στών. Κάνοντας συστηματική παραπομπή σε τεκμήρια της HUAC243 και σε «πορίσματα» που κατά καιρούς δημοσίευαν αντικομμουνιστικοί κύκλοι, με τους οποίους άλλωστε είχε αναμφισβήτητα στενές σχέσεις,244 ο Noebel επιχειρούσε να αναδείξει το ύπουλο σχέδιο που βρισκόταν σε εξέλιξη: οι Σοβιετικοί, σύμφωνα πάντα με τη θεωρία του, επεκτείνοντας τα πειράματα του Παβλόφ είχαν καταφέρει να αναπτύξουν τεχνικές με τις οποίες μπορούσαν να προκαλέσουν σε υγιή όντα ό,τι ο συγγραφέας αποκαλούσε «τεχνητή νεύρωση» (artificial neurosis). «Μία ημέρα», προειδοποιούσε ο Noebel σε ένα σημείο του βιβλίου του, «όταν η επανάσταση θα είναι έτοιμη, οι κομμουνιστές θα παρουσιάσουν τους Μπητλς στην τηλεόραση και θα υπνωτίσουν μαζικά την αμερικανική νεολαία».245 Το ροκ εν ρολ παρά το ότι, όπως αναγνώριζε, δεν είχε ανακαλυφθεί από τους κομμουνιστές, χρησιμοποιούνταν από αυτούς με σκοπό την καλλιέργεια της «τεχνητής νεύρωσης» στους νέους. Οι Μπητλς, οι Άνιμαλς και οι Μάιντμπεντερς (Mindbenders) εξυπηρετούσαν ακριβώς αυτόν τον σκοπό, κι ως εκ τούτου οι ίδιοι και η μουσική τους έπρεπε να αντιμετωπιστούν ως τμήμα μιας κομμουνιστικής συνομωσίας, στην οποία το μόνο ασαφές σημείο για τον συγγραφέα ήταν εάν συμμετείχαν συνειδητά ή δίχως να έχουν αντιληφθεί τον ρόλο που διαδραμάτιζαν. Η αναφορά, πέρα από τους Μπητλς και τους Άνιμαλς, σε ένα όχι ιδιαίτερα γνωστό συγκρότημα όπως ήσαν οι Μάιντμπεντερς, δεν μπορεί να γίνει κατανοητή παρά μόνο ως έμμεση υπόδειξη του βάσιμου που είχαν οι ισχυρισμοί του (Mindbenders: αυτοί που επηρεάζουν το μυαλό) ·246

Η δήλωση του Τζων Λέννον σχετικά με το εύρος της απήχησης των Μπητλς αποτέλεσε περισσότερο την ευκαιρία να εκδηλωθεί η αντιπάθεια που έτρεφε η αμερικανική ακροδεξιά για το βρετανικό συγκρότημα, και όχι την κύρια αιτία για τη δημιουργία της. Παρά τις προφανείς υπερβολές των απόψεων που εξέφραζε ο Noebel, το βιβλίο του διακινήθηκε σε αντικομμουνιστικές αδελφότητες και οργανώσεις, όπου φαίνεται πως γνώρισε μεγάλη επιτυχία. Ουσιαστικά, η

243. Της Επιτροπής Αντιαμερικανικών Υποθέσεων (House Un-American Activities Committee).

244. Ο Noebel υπήρξε διευθυντικό στέλεχος ενός ιδρύματος στο Κολοράντο, με τον ιδιαίτερα χαρακτηριστικό τίτλο «Χριστιανικό Πανεπιστήμιο Αντικομμουνιστικής Νεολαίας», ενώ ανήκε σε ακροδεξιές εκκλησιαστικές οργανώσεις. Μάλιστα, στο βιβλίο του (Communism, Hypnotism and the Beatles...) παραπέμπει συστηματικά στην έκδοση American Opinion που εξέδιδε η «John Birch Society». Η τελευταία υπήρξε από τις πλέον μαχητικές οργανώσεις της αμερικανικής άκρας Δεξιάς, και βασική της γραμμή υπήρξε η ταύτιση κάθε όψης του μοντερνισμού με υποτιθέμενες κομμουνιστικές συνωμοσίες. Τη δραστηριότητα της «John Birch Society» σατιρίζει ο Μπομπ Ντύλαν στο τραγούδι Talking John Birch Paranoid Blues.

245. M. Sullivan, ό.π., σ. 314.

246. Στο ίδιο, σ. 313-316.

Σελ. 355
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/70/gif/356.gif&w=600&h=915

δραστηριότητα του Noebel υπήρξε η πρώτη αξιοσημείωτη προσπάθεια στην πορεία συγκρότησης του «αντι-ροκ κινήματος» (anti-rock movement) το οποίο στη διάρκεια της δεκαετίας του '60 επικέντρωσε την πολεμική του στους Μπητλς, με αφορμή την επιτυχία των οποίων και ξεκίνησε. Η εξέλιξη αυτή δεν ήταν τυχαία. Πριν από τους Μπητλς, μονάχα ο Έλβις Πρίσλεϋ θα μπορούσε να αποτελεί έναν ιδανικό στόχο λόγω της αναμφισβήτητης απήχησής του στη νεολαία, ωστόσο ο Πρίσλεϋ φαίνεται πως παρά τις σεξουαλικές συμπαραδηλώσεις των κινήσεων του και το «σοκ» που προκάλεσε στα μέσα της δεκαετίας του '50, είχε καταστεί για μεγάλο τμήμα των λευκών του Νότου (και μάλιστα του πιο συντηρητικού τμήματος τους) ένας «ήρωας». Ιδίως μετά τη λήξη της στρατιωτικής του θητείας και με τις εξελίξεις στον χώρο της μουσικής να τον έχουν ξεπεράσει, ο Πρίσλεϋ εκπροσώπησε το πρότυπο του λευκού θεοσεβούμενου νέου, που αγαπούσε τη μαμά του, πρότυπο το οποίο τόσο κοντά βρισκόταν στις αξίες των λευκών του Νότου.247

Αντίθετα, οι Μπητλς φαίνεται πως αποτελούσαν τον τέλειο στόχο για την αμερικανική ακροδεξιά: ακούρευτοι, αυθάδεις, ατημέλητοι και θρασείς, όχι Αμερικανοί, νέοι που ουδεμία σχέση είχαν με ό,τι εκπροσωπούσε ο Νότος, αλλά και με παράγοντες της πολιτικής και οικονομικής ζωής του, είχαν μία εξέλιξη (τόσο ως μουσικοί, όσο και ως «είδωλα») που τους μετατόπιζε όλο και περισσότερο στο επίκεντρο του νεανικού κινήματος αμφισβήτησης. Την άνοιξη του 1966, η δήλωση του Λέννον ότι (οι Μπητλς) ήσαν πιο δημοφιλείς και από τον Ιησού, απλώς άνοιξε τον ασκό του Αιόλου, υπήρξε δηλαδή η χαραμάδα απ' όπου ξεχύθηκε το εναντίον τους μίσος που από καιρό είχε συσσωρευτεί. Πλέον, οι ίδιοι οι Μπητλς είχαν ταυτιστεί τόσο πολύ με τα πολιτικά και κοινωνικά κινήματα της εποχής τους, που ακόμη και ένας καλόπιστος παρατηρητής (πολλώ δε μάλλον ένας κακόπιστος) θα δυσκολευόταν να κατανοήσει τις διανοητικές και καλλιτεχνικές διαδρομές και υπερβάσεις τους. Σχολιάζοντας τις δηλώσεις του Λέννον, ο ηγέτης της Κου Κλουξ Κλαν στο Μισισιπή δεν παρέλειπε να επισημάνει την αλλαγή αυτή, καταθέτοντας την εκτίμησή του ότι οι Μπητλς πρέπει να είχαν υποστεί «πλύσιν του εγκεφάλου των από τους κομμουνιστάς».248

Οι παραπάνω εξελίξεις έφτασαν και στην Ελλάδα, περισσότερο ως απόηχος και αίσθηση των πραγμάτων, παρά μέσα από κάποιες συστηματικές προσπάθειες καταγραφής και ερμηνείας των γεγονότων. Η αλλαγή στις καλλιτεχνικές κατευθύνσεις των Μπητλς οπωσδήποτε και έγιναν αντιληπτές, ωστόσο αυτές δεν πρέπει να απασχολούσαν και πολύ όσους ενδιαφέρονταν για τις πολιτικές προεκτάσεις που (θα) είχε στους πολυπληθείς θαυμαστές τους η δημόσια εικόνα

247. J. Morris, The Preachers, Νέα Υόρκη 1973, σ. 277, το δημοσιεύει ο Μ. Sullivan, ό.π., σ. 316.

248. «Ιερός πόλεμος κατά των Μπητλς εκηρύχθη στις Ηνωμένες Πολιτείες λόγω των αντιχριστιανικών δηλώσεων του Τζων Λέννον», Ελεύθερος Κόσμος, 08.08.1966.

Σελ. 356
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/70/gif/357.gif&w=600&h=915

να των ειδώλων τους. Καθώς οι Μπητλς με τη δημόσια παρουσία τους και με την πολεμική που δέχονταν (ιδίως στις ΗΠΑ από την αμερικανική ακροδεξιά) έρχονταν όλο και πιο κοντά σε ένα κίνημα αμφισβήτησης το οποίο έως τότε εκπροσωπούνταν προνομιακά από τη φολκ σκηνή, οι τελευταίες εξελίξεις φαίνεται πως υποχρέωσαν την Αριστερά να επανεξετάσει την άποψη που έως τότε είχε διαμορφώσει για τους Μπητλς, τη μουσική τους και την κοινωνική σημασία του «κινήματος γιε-γιε».249 Επί χρόνια η επίσημη γραμμή της Αριστεράς για το ροκ εν ρολ (από την εμφάνισή του ήδη το 1956) υπήρξε ότι αυτό συνιστούσε ένα μέσο για τον επηρεασμό της ελληνικής νεολαίας (και των ευρωπαϊκών νεολαιών εν γένει), με σκοπό είτε την πολιτική της ουδετεροποίηση, είτε απλώς την προπαγάνδιση του «αμερικάνικου τρόπου ζωής». Δεδομένου ότι από τη γραμμή αυτή δεν είχαν εξαιρεθεί έως τότε ούτε οι Μπητλς, η συνειδητοποίηση ότι αυτοί αποτελούσαν βασική συνιστώσα του νεανικού κινήματος αμφισβήτησης και ότι βρίσκονταν πολύ πιο κοντά στις θέσεις της Αριστεράς από ό,τι τα στελέχη της περίμεναν, οδήγησε σε έναν ισχυρό κλονισμό των μέχρι τότε ερμηνειών της. Η απόσταση από την απόρριψη του ροκ εν ρολ και των πολιτικά «αδιάφορων» θαυμαστών του, μέχρι την αναγνώριση του ότι οι τελευταίοι εξέφραζαν (με τον τρόπο τους) μια κοινωνική διαμαρτυρία ήταν μεγάλη, και αυτή η μετατόπιση δεν μπορούσε να ολοκληρωθεί πριν αφομοιωθούν τα καινούργια δεδομένα στο σύνολο τους. Το ότι το χρονικό διάστημα από την άνοιξη περίπου του 1966 μέχρι τον Απρίλιο του 1967 υπήρξε ουσιαστικά μια μεταβατική περίοδος, μπορεί ενδεχομένως να ερμηνεύσει τόσο τις παλινδρομήσεις που εμφανίστηκαν στην πρόσληψη των Μπητλς από την Αριστερά (βλ. παραπάνω τις αντιφατικές απόψεις που εξέφρασε ο Μίκης Θεοδωράκης), όσο και το γεγονός ότι σιγά-σιγά, κάτι άρχισε να αλλάζει στον τρόπο με τον οποίο κατέγραφε το «φαινόμενο Μπητλς». Έτσι, σταδιακά άρχισε να συγκροτείται μία ερμηνεία παράλληλη με εκείνη που έως τότε υπήρξε διατυπωμένη και η οποία ήταν σαφώς πιο επιεικής απέναντι στους «γιεγιέδες».

249. Οι εκπρόσωποι της Εκκλησίας, αντίθετα, ερμηνεύοντας τις δηλώσεις του Λέννον ως φυσιολογική συνέπεια της «παρακμής» που χαρακτήριζε τους Μπητλς, θεώρησαν ότι αυτές κατά κάποιο τρόπο δικαίωναν τις απόψεις που η Εκκλησία είχε κατά καιρούς εκφράσει τόσο για το ροκ εν ρολ συνολικά, όσο και για τους Μπητλς ειδικότερα. Τον Οκτώβριο του 1966 η Ιερά Σύνοδος σχολιάζοντας τις δηλώσεις του Λέννον έγραφε στο επίσημο Δελτίο της τα εξής: «Ο αρχηγός των Μπητλς Τζων Λένον εξεφράσθη εσχάτως περί του Χριστιανισμού δια τον εξής λόγων: "Ο Χριστιανισμός είναι τελειωμένη υπόθεσις, προβλέπω την μοιραία πτώση του. Οι Μπητλς είναι πιο δημοφιλείς από τον Χριστό!". Είναι ευτύχημα ότι η ελληνική νεολαία εν τω συνόλω της ουδόλως εθεώρησεν ως ιδανικόν πρότυπόν της την παρασημοφορηθείσαν έξαλλον δραστηριότητα των νεαρών αυτών τραγουδιστών, οίτινες πλουτίζουν εις βάρος των αφελών». («Πνευματική σύγχυσις», Εκκλησία 20 (15.10.1966), σ. 605).

Σελ. 357
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/70/gif/358.gif&w=600&h=915

Πλησιάζοντας στο απριλιανό πραξικόπημα, η παράλληλη αυτή ερμηνεία φαίνεται πως άρχισε να αποκτά υποστηρικτές και ερείσματα εις βάρος της παλαιάς επίσημης γραμμής, η οποία όλο και λιγότερο λαμβάνονταν υπόψη. Σε ομιλία που πραγματοποίησε τον Φεβρουάριο του 1967 στην Κεντρική Λέσχη της Δημοκρατικής Νεολαίας Λαμπράκη, ο Κώστας Φιλίνης ανέπτυξε τις θέσεις του σχετικά με την ελληνική νεολαία και την πολιτική της δραστηριότητα. Εάν οι μέχρι τότε εντοπισμένες αιρετικές απόψεις που είχαν διατυπωθεί για τους «γιεγιέδες», χαρακτηρίζονταν περισσότερο από την αποδοχή των ίδιων των Μπητλς παρά των οπαδών τους, η «περίεργη» συμπεριφορά των οποίων εξακολουθούσε να κατακρίνεται (αν και όπως είδαμε, έτεινε να της αναγνωρίζεται μία κοινωνική κριτική στο υπόστρωμά της), ο εισηγητής πήγαινε ένα βήμα παραπέρα: «αποκαθιστούσε» τους γιεγιέδες διακρίνοντάς τους με σαφήνεια από όσους εμφάνιζαν μια αξιοκατάκριτη παραβατική συμπεριφορά, στεκόταν με πρωτοφανή κατανόηση απέναντι στις εκδηλώσεις και τα γούστα τους (π.χ. την προτίμησή τους στα μακριά μαλλιά) που τόσο πολύ είχαν δυσφημιστεί, τα θεωρούσε, ανεπιφύλακτα, όλα αυτά εκδήλωση διαμαρτυρίας για τα κακώς κείμενα που έβλεπαν γύρω τους και καλούσε το ακροατήριο να τους αντιμετωπίσει ως εν δυνάμει συμμάχους στην πορεία αμφισβήτησης των κοινωνικών αδικιών. Δεδομένου ότι στη διάλεξή του ο Φιλίνης ανέλυε τη σχέση της ελληνικής νεολαίας με την πολιτική, οι γιεγιέδες για πρώτη φορά αναγνωρίζονταν ως ένα τμήμα της το οποίο είχε πολιτικές ανησυχίες, και αυτό από μόνο του συνιστούσε μια στροφή εκατόν ογδόντα μοιρών, αν λάβει κανείς υπόψη του τη θέση που πάγια διατύπωνε η Αριστερά, ότι δηλαδή το ροκ εν ρολ εξέφραζε τους νέους που «θαμπωμένοι» και παρασυρμένοι από τα θέλγητρα του αμερικανικού τρόπου ζωής, ήσαν εξοργιστικά αδιάφοροι για τα πολιτικά ζητήματα.

Εξετάζοντας την ελληνική νεολαία από τη σκοπιά του ενδιαφέροντος που επεδείκνυε για την πολιτική, ο Φιλίνης πρότεινε την ταξινόμησή της σε τρεις μεγάλες κατηγορίες: σε εκείνη που ήταν πολιτικά και κοινωνικά δραστήρια συμμετέχοντας σε οργανώσεις και κόμματα, σε εκείνη που δεν ενδιαφερόταν να ενταχθεί σε κομματικές οργανώσεις, εμφάνιζε όμως πολιτικές ανησυχίες, και τέλος σε μια κατηγορία την οποία, όπως έλεγε, η κοινωνία αποκαλούσε «κοινωνικά απροσάρμοστη νεολαία». Η τελευταία, όπως επεσήμαινε, είχε μεγάλο ενδιαφέρον για το θέμα της διάλεξης, γι' αυτό και επέλεγε να ξεκινήσει την ανάλυση του από αυτήν:

Ένα πολύ μικρό ποσοστό της Νεολαίας, σε όλες τις καπιταλιστικές χώρες μπροστά στις μεγάλες δυσκολίες που συναντάει από τις αντικειμενικές συνθήκες της ζωής της [... ] δεν έχει δυνάμεις ηθικής αντίστασης σ' αυτή την κατάσταση και αντιδρά βρίσκοντας τελικά μια διέξοδο μέσα από έναν αντικοινωνικό δρόμο, καταλήγοντας στον αλκοολισμό, την χαρτοπαιξία, την εγκληματικότητα. Στρέφεται δηλαδή είτε ατομικά, είτε σαν μικρές αγέλες

Σελ. 358
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/70/gif/359.gif&w=600&h=915

λύκων, ας το πούμε έτσι, εναντίον του συνόλου της κοινωνίας. [...] Αυτό που θα ήθελα τώρα να σας πω είναι ότι σ' αυτή την κατηγορία των κοινωνικά απροσάρμοστων νέων, υπάρχει συχνά η τάση να κατατάσσουν και ορισμένες άλλες κατηγορίες, που δεν έχουν καμία σχέση μ' αυτούς. Και δυστυχώς αυτό γίνεται από ανθρώπους καλής θέλησης, μπορώ να πω και από προοδευτικούς ανθρώπους καμιά φορά. Ας πάρουμε π.χ. τους λεγόμενους «οργισμένους νέους», τους νέους με τα μακρυά μαλλιά, τους «γιεγιέδες» κ.λπ. Έχουν αναμφισβήτητα πολλές εκδηλώσεις όχι καλές, έχουν παράλληλα άλλες εκδηλώσεις ούτε κακές, ούτε καλές, που είναι απλώς ασυνήθιστες και παράξενες για τις προηγούμενες ηλικίες. Γιατί να ερχόμαστε με τόση ευκολία να τους εντάσσουμε στην κοινωνικά απροσάρμοστη νεολαία, να τους κεραυνοβολούμε ή στην καλύτερη περίπτωση να τους κοιτάμε αφ' υφηλού και περιφρονητικά, σαν «απολωλότα πρόβατα»;250

Κατακρίνοντας όσους επεδείκνυαν αρνητική στάση απέναντι στους γιεγιέδες, ο Φιλίνης καλούσε τους ακροατές να σταθούν με πολλή προσοχή απέναντι σε ό,τι (όπως έλεγε και ο Μπομπ Ντύλαν στο The Times They Are A'Changing) δεν μπορούσαν να κατανοήσουν, έτσι ώστε να καταστεί δυνατό να πορευτούν μαζί τον δύσκολο δρόμο προς την κοινωνική αλλαγή: «Πολύ σωστά νομίζω ο Πρόεδρος σας ο Μίκης, για να τονίσει ότι πρέπει να βλέπουμε το ουσιαστικό και όχι το επιφανειακό, λέει π.χ. ότι δεν πρέπει να κατηγορούμε την μουσική των γιεγιέδων, αλλά να εξετάζουμε το ήθος των γιεγιέδων», συμπλήρωνε ο εισηγητής. «Όταν τώρα κοιτάμε εχθρικά αυτούς τους νέους και δεν τους κρίνουμε αντικειμενικά, τότε απομακρυνόμαστε από αυτούς, δεν είμαστε σε θέση να τους βοηθήσουμε, ούτε την πολύτιμη νεανική τους ζωτικότητα και τη δίκαιη διαμαρτυρία για όσα βλέπουν γύρω τους να τη στρέψουμε σ' ένα κανάλι ευγενικών κοινωνικών αγώνων».251

Η διάλεξη του Κώστα Φιλίνη υπήρξε το τελευταίο στάδιο σε μια διαδικασία μεταβολής στον τρόπο με τον οποίον η Αριστερά ερμήνευε το «φαινόμενο ροκ εν ρολ» και τους σημαντικότερους εκπροσώπους του πριν από την κατάλυση των κοινοβουλευτικών θεσμών τον Απρίλιο του 1967. Θα μπορούσε βέβαια κανείς να υποστηρίξει ότι οι «διαφορετικές» απόψεις που κατά καιρούς διατυπώθηκαν, συνιστούσαν προσωπικές απόψεις στελεχών, οι οποίες σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να έχουν το ίδιο ειδικό βάρος με την επίσημη άποψη που η Αριστερά (είτε ως ΕΔΑ, είτε ως ηγεσία της ΔΝΛ) είχε για το ροκ εν ρολ και τους πρωταγωνιστές του. Αυτό είναι εν μέρει σωστό, δεδομένου ότι κάθε άπο-

250. ΑΣΚΙ, Αρχείο Δημοκρατικής Νεολαίας Λαμπράκη, Κουτί 279, Φάκελος 3 (Εκπολιτιστικές εξορμήσεις 1965-1967). Διάλεξη Κώστα Φιλίνη με θέμα: «Ελληνική Νεολαία και Πολιτική» στην Κεντρική Λέσχη ΔΝΑ, 22/02/1967.

251. Στο ίδιο.

Σελ. 359
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/70/gif/360.gif&w=600&h=915

άποψη θα πρέπει πάντοτε να εξετάζεται σε σχέση με τις ιδιαίτερες συνθήκες που έχουν οδηγήσει στην ανάδυσή της (δηλαδή το ποιος τη διατυπώνει, τη μόρφωση, την πληροφόρηση και τη γενικότερη συγκρότησή του, το ακροατήριο του κλπ). Πολλώ δε μάλλον, που μέχρι την εκδήλωση του απριλιανού πραξικοπήματος η θέση της Αριστεράς για το ροκ εν ρολ, τους γιεγιέδες ή τα όποια «είδωλα» τους, φαίνεται ότι ουδέποτε επισήμως μεταβλήθηκε.

Ωστόσο, είναι αλήθεια ότι βαδίζοντας προς τα τέλη της δεκαετίας, το ίδιο το ροκ εν ρολ άλλαζε εντυπωσιακά (και εντυπωσιακά γρήγορα) και από μία μουσική που εξέφραζε την επιθυμία των νέων για μια «επανάσταση» ενάντια στη βαρετή καθημερινότητά τους, μεταβαλλόταν σε «καθημερινή επανάσταση», δηλαδή σε δίαυλο έκφρασης αιτημάτων με ευρύτερο πολιτικό και αμφισβητησιακό περιεχόμενο. Η διαδικασία αυτή υπήρξε εξαιρετικά γοργή, κανείς δεν γνώριζε πού (θα) οδηγούσε, ούτε ποια επρόκειτο να είναι η σχέση αυτής της «ροκ νεολαίας» και της υπό διαμόρφωση «ιδεολογίας» της με την παραδοσιακή Αριστερά και τα κινήματά της. Όσες απόψεις διατυπώθηκαν από τις αρχές του 1966 και υπήρξαν φυγόκεντρες από τις επίσημες ερμηνείες, ουσιαστικά υπήρξαν ο καρπός μιας διανοητικής πορείας γεμάτης από εκπλήξεις, αντιφάσεις και διαψεύσεις. Και γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο, δύσκολα θα μπορούσε να μετατραπεί σε επίσημη γραμμή.

Σελ. 360
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/70/gif/361.gif&w=600&h=915

«THIS IS THE END...» ΑΝΤΙ ΕΠΙΛΟΓΟΥ

Εάν η δικτατορία των συνταγματαρχών δεν είχε βάλει τη χώρα «στον γύψο» τον Απρίλιο του 1967, κανείς δεν γνωρίζει τα σχήματα στα οποία θα είχαν καταλήξει οι παραπάνω προβληματισμοί. Καθώς η κατάλυση του δημοκρατικού πολιτεύματος δημιούργησε εντελώς καινούργια δεδομένα και έθεσε πιεστικές προτεραιότητες, η εξέταση του ροκ εν ρολ και των όποιων πολιτικών προεκτάσεων αυτό είχε, μπήκε φυσιολογικά στο περιθώριο. Εν τω μεταξύ, σαν από παιχνίδι της μοίρας, τέσσερις μόλις ημέρες πριν εκδηλωθεί το πραξικόπημα, ένα σημαντικό γεγονός λάμβανε χώρα στην Αθήνα, το οποίο δίκην υστερόγραφου, (θα) υποδείκνυε με έξοχο τρόπο τις διεθνείς διαστάσεις του «ροκ εν ρολ φαινομένου»: οι Ρόλλινγκ Στόουνς, το δημοφιλέστερο μαζί με τους Μπητλς συγκρότημα της εποχής, είχε επιλέξει την ελληνική πρωτεύουσα ως σταθμό μιας μεγάλης ευρωπαϊκής τους περιοδείας.

Στις αρχές του έτους, οι Στόουνς είχαν ήδη ταυτιστεί με ό,τι πιο άγριο, αυθάδικο και σεξιστικό υπήρχε στη ροκ εν ρολ σκηνή. Αν οι Μπητλς, σύμφωνα με τις περιγραφές του κιθαρίστα των Who, του Πητ Τάουνσεντ, ήσαν διασκεδαστικοί και έκαναν τα κορίτσια να ουρλιάζουν, οι Στόουνς ήσαν εκείνοι που έκαναν τα αγόρια να ουρλιάζουν.1 Οι ίδιοι, από την πλευρά τους, δεν είχαν κανένα πρόβλημα με τη φήμη των «κακών παιδιών» του ροκ εν ρολ, αντιθέτως έκαναν οτιδήποτε για να τη δικαιώσουν. Τον Ιανουάριο του 1967 προκάλεσαν σκάνδαλο όταν παρουσιάστηκαν στην αμερικανική τηλεόραση (στην περίφημη εκπομπή Ed Sullivan Show) και τραγούδησαν την καινούργια επιτυχία τους Lets Spend the Night Together, ένα τραγούδι οι στίχοι του οποίου ξεσήκωσαν θύελλα αντιδράσεων καθώς θεωρήθηκαν εξοργιστικά προκλητικοί. Ένα μήνα αργότερα, οι Μικ Τζάγκερ και Κιθ Ρίτσαρντς απασχόλησαν και πάλι την κοινή γνώμη, όταν σε έφοδο που πραγματοποίησε η αστυνομία κατά τη διάρκεια ενός θυελλώδους πάρτι τους, εντοπίστηκαν ναρκωτικές ουσίες εν μέσω γυμνών καλλίγραμμων γυναικών. Οι δύο Στόουνς συνελήφθησαν, ωστόσο σύντομα αφέθηκαν ελεύθεροι ώστε να μπορέσουν να πραγματοποιήσουν τις συναυλίες που είχαν προγραμματίσει. Παρ' όλα αυτά, η φήμη για τον έκλυτο

1. Υ. Bigot, «Rolling Stones», ό.π., σ. 648.

Σελ. 361
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/70/gif/362.gif&w=600&h=915

βίο που ζούσαν κορυφώθηκε, γεγονός που τους έκανε ακόμη πιο αγαπητούς στο νεανικό κοινό και πιο απεχθείς στους (πανικοβλημένους) γονείς.

Εν μέσω σκανδάλων που αποτελούσαν την απόλυτη ενσάρκωση του τριπτύχου «sex, drugs and rock an roll», οι Ρόλλινγκ Στόουνς είχαν κυκλοφορήσει τον χειμώνα του 1967 το πέμπτο τους προσωπικό LP. To Between the Buttons κυκλοφόρησε τον Ιανουάριο του 1967 στη Βρετανία με την ετικέτα της Decca, και έναν μήνα αργότερα στις Ηνωμένες Πολιτείες.2 Αμέσως μετά την κυκλοφορία του καινούργιου τους δίσκου, οι Στόουνς ξεκίνησαν μια μεγάλη ευρωπαϊκή περιοδεία με σκοπό την εμπορική προώθησή του απευθυνόμενοι σε ένα νεανικό κοινό κατά βάση «οργισμένο» και «επαναστατημένο». «Σ' έναν κόσμο όπου συνέχεια κινείται και αλλάζει», επεσήμαινε ένα ενημερωτικό φυλλάδιο το οποίο είχε κυκλοφορήσει η εταιρεία που επρόκειτο να οργανώσει τη συναυλία τους στην Αθήνα (η M-Plus-M Enterprises), «οι Στόουνς προσπαθούν να προσαρμόσουν την μουσική τους, σύμφωνα με τις απαιτήσεις μιας επαναστατημένης νεολαίας».3

Η «επαναστατημένη» αυτή νεολαία φαίνεται πως υπήρξε ο απόλυτος πρωταγωνιστής της τελευταίας τους περιοδείας, καθώς σε πολλές πόλεις όπου οι Στόουνς εμφανίστηκαν, σημειώθηκαν επεισόδια απίστευτης έντασης. Στην Κοπεγχάγη, για παράδειγμα, η οποία υπήρξε από τους πρώτους σταθμούς της περιοδείας, το εκστασιασμένο κοινό βγήκε «εκτός εαυτού», προκαλώντας ζημιές της τάξεως των πενήντα χιλιάδων δολαρίων. Οι ίδιες σκηνές επαναλήφθηκαν λίγο αργότερα και σε άλλες πόλεις, όπως στο Όσλο και τη Στοκχόλμη, όπου ένα νεανικό κοινό σε κατάσταση υστερίας άρχισε να καταστρέφει με βιαιότητα ό,τι βρισκόταν στο διάβα του, για να αναχαιτιστεί στην πορεία από ισχυρές δυνάμεις της αστυνομίας. Τα επεισόδια σε ροκ εν ρολ συναυλίες δεν υπήρξαν κάτι το καινοφανές, δεδομένου ότι ήδη από την εμφάνισή του το ροκ εν ρολ φαίνεται πως είχε μία περίεργη «ικανότητα» να δημιουργεί στους θαυμαστές του ένα είδος παραληρήματος, το οποίο συχνά (τους) οδηγούσε σε ταραχές (ας θυμηθούμε ότι το 1956 η προβολή «ροκ εν ρολ ταινιών» ή και της Ζούγκλας του Μαυροπίνακα ακόμη, είχαν ακολουθηθεί από επεισόδια ανάμεσα στην αστυνομία και τους θεατές, που ενθουσιασμένοι από τους ήχους του ροκ εν ρολ προξενούσαν επεισόδια). Ωστόσο, το πραγματικά ενδιαφέρον στην

2. Στην αμερικανική του εκδοχή το Between the Buttons περιελάμβανε δύο τραγούδια, το «επίμαχο» Lets Spend the Night Together και το Ruby Tuesday τα οποία στη Βρετανία δεν περιλαμβάνονταν στο LP, δεδομένου ότι η εταιρεία τους τα είχε κυκλοφορήσει χωριστά ως σινγκλ ακολουθώντας μία πρακτική ιδιαίτερα διαδεδομένη στα μέσα της δεκαετίας του '60, σύμφωνα με την οποία τραγούδια τα οποία κυκλοφορούσαν σε σινγκλ δεν εντάσσονταν στο LP.

3. «Η περιοδεία των Ρόλλινγκ Στόουνς στην Ευρώπη. Για πρώτη φορά πίσω από το σιδηρούν παραπέτασμα», χ.χ. [Απρίλιος 1967],

Σελ. 362
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/70/gif/363.gif&w=600&h=915

περιοδεία αυτή υπήρξε ότι για πρώτη φορά ένα συγκρότημα αυτού του βεληνεκούς παρουσιαζόταν σε μια χώρα του ανατολικού μπλοκ, το κοινό της οποίας αποδεικνυόταν πως τελικά δεν παρουσίαζε και πολλές διαφορές στις αντιδράσεις του από εκείνο των δυτικών χωρών.

Η ένταξη χωρών του ανατολικού μπλοκ στο πρόγραμμα της περιοδείας ενός φημισμένου ροκ εν ρολ συγκροτήματος ή ενός καλλιτέχνη, δεν ήταν κάτι που συνέβαινε πολύ συχνά. Στις ελάχιστες περιπτώσεις που αυτό πραγματοποιήθηκε, η Πολωνία φαίνεται πως σχεδόν μονοπώλησε τις προτιμήσεις των ροκ εν ρολ συγκροτημάτων. Αυτό δεν οφειλόταν τόσο στη γεωγραφική της θέση (ας θυμηθούμε ότι η Ανατολική Γερμανία ήταν πιο κοντά στη δυτική Ευρώπη), η οποία οπωσδήποτε διευκόλυνε τη μεταφορά του απαραίτητου εξοπλισμού (ηχείων, ενισχυτών, οργάνων του συγκροτήματος κλπ), όσο στο ότι η Πολωνία υπήρξε, όπως φαίνεται, η πιο «ανοιχτή» απέναντι στο ροκ εν ρολ από τις σοσιαλιστικές χώρες.4 Η αρχή είχε γίνει με τον Πωλ Άνκα αρκετά πριν ξεσπάσει η Μπητλομανία, στα τέλη του 1963, όταν ο (πιο επιφανής) εκπρόσωπος των «teen idols» είχε επισκεφθεί τη χώρα για μια σειρά παραστάσεων. Λίγα χρόνια αργότερα ακολούθησαν οι Άνιμαλς, η τρίτη τη τάξει σπουδαιότερη μπάντα της βρετανικής σκηνής μετά τους Μπητλς και τους Στόουνς. Στην περιοδεία αυτή που πραγματοποιήθηκε στις αρχές του 1966, δεν καταγράφηκαν σημαντικά επεισόδια, όταν όμως τον Μάρτιο του ίδιου έτους επισκέφτηκαν τη χώρα οι Χόλις (Hollies), ένα άλλο σχήμα της βρετανικής σκηνής, μετά το πέρας της συναυλίας τους στην Κρακοβία ξέσπασαν πραγματικά σοβαρά επεισόδια: το φανατικό ροκ κοινό συναντήθηκε με δεκάδες κομμουνιστές φοιτητές, οι οποίοι πραγματοποιούσαν μία «αντισυγκέντρωση» κρατώντας πανό στα οποία ανέγραφαν συνθήματα όπως «Hollies, go home!» και «Vivat Chopin and the Polish Poets!». Οι δύο ομάδες γρήγορα ήρθαν στα χέρια, και

4. Όπως επισημαίνει ο Timothy Ryback, οι αρχές της Πολωνίας φαίνεται πως έδειξαν ιδιαίτερη ανοχή απέναντι στο ροκ εν ρολ σε σχέση με τις αρχές άλλων Λαϊκών Δημοκρατιών, όπως π.χ. της Ανατολικής Γερμανίας ή της Βουλγαρίας που έλαβαν σκληρά μέτρα για την καταπολέμηση του. Είναι ενδεικτικά τα παρακάτω στοιχεία: η κρατική δισκογραφική εταιρεία (η Πόλσκιε Ναγκράνια) παρήγαγε το 1960 περίπου πέντε χιλιάδες δίσκους με μουσική ροκ εν ρολ (ή τύπου ροκ εν ρολ), ενώ το 1965 είχε φτάσει να παράγει περίπου διακόσιες πενήντα χιλιάδες δίσκους ετησίως. Επιπλέον, οι πωλήσεις κιθάρας που στις αρχές της δεκαετίας κυμαίνονταν γύρω στις είκοσι χιλιάδες τον χρόνο, έφτασαν στα μέσα της δεκαετίας τις τριακόσιες χιλιάδες ετησίως. Η ανοχή αυτή απέναντι στο ροκ εν ρολ επέτρεψε τη δημιουργία μιας «εθνικής σκηνής», καθώς εκατοντάδες συγκροτήματα μπόρεσαν να σχηματιστούν με βασική τους επιρροή τις μεγάλες βρετανικές μπάντες της εποχής. Την άνοιξη του 1966 μάλιστα, διοργανώθηκε στην Πολωνία με κάθε επισημότητα ένα «φεστιβάλ τηνέιτζερ», στο πλαίσιο του οποίου πολλές μπάντες έπαιξαν ροκ εν ρολ σε μια σειρά από συναυλίες που πραγματοποιήθηκαν σε ολόκληρη τη χώρα (Τ. Ryback, ό.π., σ. 92).

Σελ. 363
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/70/gif/364.gif&w=600&h=915

τα βίαια επεισόδια που ξέσπασαν μπόρεσαν να λάβουν τέλος μόνο ύστερα από την επέμβαση ισχυρών αστυνομικών δυνάμεων.5

Την άνοιξη του 1967 επισκέφθηκαν την Πολωνία οι Ρόλλινγκ Στόουνς με σκοπό την πραγματοποίηση μιας μοναδικής συναυλίας στην πρωτεύουσα της χώρας. «Το καλύτερο αυτή τη στιγμή Αγγλικό συγκρότημα, για το οποίο μιλάει όλος ο κόσμος, οι Ρόλλινγκ Στόουνς, άρχισαν ήδη μια από τις σπάνιες περιοδείες τους στην Ευρώπη», πληροφορούσε το αθηναϊκό κοινό η M-Plus-M Enterprises την άνοιξη του 1967, επισημαίνοντας τη σπανιότητα της επίσκεψής τους σε μια χώρα του ανατολικού μπλοκ: «Η περιοδεία αυτή άρχισε στο Έρμπρο της Σουηδίας το Σάββατο 25 Μαρτίου και είναι εντελώς ασυνήθιστο το γεγονός ότι μέσα σ' αυτήν θα συμπεριληφθούν και πόλεις που βρίσκονται πίσω από το Σιδηρούν Παραπέτασμα, όπως η Βαρσοβία, όπου θα εμφανισθούν την Πέμπτη 13 Απριλίου».6 Δεδομένου ότι η συναυλία των Στόουνς στη Βαρσοβία από μόνη της ήταν ένα γεγονός σπάνιο, αλλά και τεράστιας σημασίας για το «ροκ» κοινό, νέοι όχι μόνο από την Πολωνία, αλλά και από γειτονικές χώρες όπως η Ουγγαρία, συνέρευσαν στη Βαρσοβία για να εξασφαλίσουν ένα από τα περίπου τρεις χιλιάδες πολυπόθητα εισιτήρια, τα οποία εξαντλήθηκαν σε χρόνο ρεκόρ, και (λέγεται ότι) πουλήθηκαν στη μαύρη αγορά τουλάχιστον στη δεκαπλάσια τιμή.

Στις 13 Απριλίου του 1967, πράγματι, οι Ρόλλινγκ Στόουνς εμφανίστηκαν μπροστά σε ένα «αφιονισμένο» κοινό που είχε γεμίσει ασφυκτικά το Συνεδριακό Κέντρο της Βαρσοβίας. Έξω από τον χώρο της συναυλίας περίπου οκτώ χιλιάδες οπαδοί τους, πολλοί από αυτούς κρατώντας εισιτήρια στα χέρια, επιχειρούσαν να εισέλθουν στο κτίριο. Όταν κατάλαβαν ότι αυτό ήταν ανέφικτο, συγκεντρώθηκαν στο κέντρο της Βαρσοβίας, όπου άρχισαν να πετάνε πέτρες και τούβλα σε παράθυρα σπιτιών και καταστημάτων, καταστρέφοντας με οργή αυτοκίνητα και οτιδήποτε βρισκόταν στο πέρασμά τους. Το πλήθος βρισκόταν σε τέτοια έκσταση που χρειάστηκε να επέμβουν ισχυρές αστυνομικές δυνάμεις κάνοντας χρήση δακρυγόνων και κλομπ, ώστε να τεθεί υπό έλεγχο η κατάσταση. Εντός του κτιρίου, η κατάσταση δεν ήταν πολύ διαφορετική. Σύμφωνα με τις περιγραφές, οι Στόουνς δεν είχαν πει ούτε τέσσερα τραγούδια, όταν αντιλήφθηκαν ότι οι πρώτες σειρές των καθισμάτων ήσαν κατειλημμένες από παιδιά υψηλόβαθμων αξιωματούχων του Κομμουνιστικού Κόμματος. Ο Τζάγκερ διέκοψε τη συναυλία και υπό τις επευφημίες των εκστασιασμένων οπαδών διέταξε όσους κάθονταν στις πρώτες σειρές να αποχωρήσουν. Η συναυλία τελικά ολοκληρώθηκε μέσα σε μια εξαιρετικά ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα, με τις αστυνομικές δυνάμεις να προσπαθούν να συγκρατήσουν ένα κοινό το οποίο βρισκόταν

5. Στο ίδιο.

6. «Η περιοδεία των Ρόλλινγκ Στόουνς στην Ευρώπη», ό.π.

Σελ. 364
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/70/gif/365.gif&w=600&h=915

ταν εκτός εαυτού και επιχειρούσε να καταστρέψει με μανία το εσωτερικό του συναυλιακού χώρου.7

Με τα παραπάνω γεγονότα ακόμη «νωπά», οι πέντε «ακούρευτοι Στόουνς» επισκέφθηκαν την Αθήνα, όπου για τις 17 Απριλίου (τέσσερις μόλις ημέρες μετά τα επεισόδια της Βαρσοβίας) είχε προγραμματιστεί να παρουσιαστούν μπροστά στους αθηναίους οπαδούς τους στο γήπεδο του Παναθηναϊκού. Την παραμονή της συναυλίας ένα ενθουσιώδες πλήθος αγοριών και κοριτσιών τους περίμενε στο αεροδρόμιο του Ελληνικού για να τους αποθεώσει, παρουσία ισχυρής αστυνομικής δύναμης. «Οι γιεγιέδες της Αθήνας», περιέγραφε την επόμενη ημέρα η Απογευματινή, «[βρίσκονταν] σε συναγερμό. Τα περισσότερα από τα ζωηρά αυτά δεκαεννιάχρονα παιδιά ήσαν ντυμένα ποικιλόχρωμα, φανταχτερά, με πλούσια μαλλιά και φαβορίτες. [...] Οι μαθήτριες των γυμνασίων —πολλές σε αριθμό— έφεραν στο στήθος τους ταινίες με την επιγραφή Ρόλλινγκ Στόουνς και οι φερέλπιδες νεαροί κονκάρδες με την φωτογραφία των... επίγειων θεών του σέικ».8

Παρά την καταρρακτώδη βροχή που έπεφτε, ένα πλήθος, το οποίο, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις που δημοσιεύτηκαν την επόμενη μέρα στον Τύπο, ανερχόταν σε επτά με δέκα χιλιάδες κόσμο, συγκεντρώθηκε στο γήπεδο του Παναθηναϊκού για να απολαύσει ένα από τα σπουδαιότερα συγκροτήματα της εποχής. Το πάθος υπήρξε μεγάλο και οι αθηναίοι τηνέιτζερ έκαναν οτιδήποτε για να εκδηλώσουν την αγάπη που έτρεφαν για τους Ρόλλινγκ Στόουνς. «Ομαδική υστερία», «πανδαιμόνιο» και «παραλήρημα»9 ήσαν μερικοί μόνο από τους χαρακτηρισμούς που χρησιμοποίησε ο αθηναϊκός Τύπος για να περιγράψει τα συναισθήματα που προκάλεσαν οι Στόουνς στους αθηναίους οπαδούς τους, αλλά και τις εκδηλώσεις αγάπης των τελευταίων για τα ινδάλματά τους: «Κραυγές υστερικές, φωτοβολίδες και παρατεταμένα χειροκροτήματα υπεδέχοντο τους Στόουνς στο γήπεδο», έγραφε σχετικά η Απογευματινή. «Φανταιζίστες, ρυθμικοί, έμπειροι πια στο είδος τους, από την πρώτη στιγμή κατέκτησαν το ακροατήριο τους. "Λαίηντυ Τζέην":10 στο άκουσμα αυτής της επιτυχίας

7. T. Ryback, ό.π., σ. 94-95.

8. «Ρόλλινγκ Στόουνς. Από τους πέντε φθάνει ο... ένας. Απόψε το ρεσιτάλ», Απογευματινή, 17.04.1967.

9. «Πανδαιμόνιο χθες για τους Ρόλλινγκ Στόουνς που ήλθαν, τραγούδησαν και απήλθαν. Πυροτεχνήματα και ομαδική υστερία. 10.000 τηνέιτζερς στον Παναθηναϊκό. Χορός επάνω στις εξέδρες και ολίγα τινά περί της γνωστής ανωμαλίας», Βραδυνή, 18.04.1967. Επίσης, «Υστερία και στην Αθήνα για τους Ρόλλινγκ Στόουνς. 8.000 τηνέιτζερς κατέκλυσαν το Παναθηναϊκό υπό βροχή. Υστερικές κραυγές, παλαμάκια και ποδοκροτήματα», Ελεύθερος Κόσμος, 18.04.1967.

10. Lady Jane: σύνθεση των Τζάγκερ και Ρίτσαρντς, κυκλοφόρησε τον Ιούνιο του 1966 σε σινγκλ, στη β' πλευρά του οποίου υπήρχε το τραγούδι Mothers Little Helper. Περιέχεται επίσης στο LP Aftermath (Απρίλιος 1966/ Βρετανία, Ιούνιος 1966/ Ηνωμένες Πολιτείες).

Σελ. 365
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/70/gif/366.gif&w=600&h=915

τους, οι "τηνς" κόντεψαν να παραβιάσουν τα κιγκλιδώματα του γηπέδου για να βρεθούν κοντά στους ακούρευτους "θεούς" τους. Ο ρυθμός του "Σατισφάκτιον"11 προκάλεσε ένα καινούργιο παραλήρημα και επηκολούθησε ένας σωστός πανζουρλισμός που χρειάστηκε την επέμβασι της αστυνομίας. "Δέκατη ένατη νευρική κρίσις"12 είναι ο τίτλος μιας άλλης επιτυχίας τους, που όταν την τραγούδησαν μια γενική... κρίσις κυρίευσε τον νεαρόκοσμο της Αθήνας. [...] Η ατμόσφαιρα ήταν κυριολεκτικά ηλεκτρισμένη με κύριο συντελεστή τον ζωηρό ρυθμό των Ρόλλινγκ Στόουνς».13

Τη στιγμή ακριβώς της απόλυτης «έκστασης» ένα απρόβλεπτο γεγονός έλαβε χώρα: ένας εκ των μάνατζερ των Ρόλλινγκ Στόουνς θέλησε να μοιράσει μία ανθοδέσμη με κόκκινα γαρύφαλλα14 στους αθηναίους τηνέιτζερ και οι αστυνομικοί θεωρώντας προφανώς ότι η πράξη του αυτή ενέχει κάποιον πολιτικό συμβολισμό, επιχείρησαν να τον σταματήσουν. Όταν έγινε αντιληπτό ότι ο μάνατζερ των Στόουνς προπηλακίζεται από τα όργανα της τάξης, τα μέλη του συγκροτήματος έτρεξαν να τον υπερασπιστούν, με αποτέλεσμα να προκληθεί αναστάτωση και οι Ρόλλινγκ Στόουνς, εξοργισμένοι από τη συμπεριφορά των αστυνομικών, να διακόψουν τη συναυλία τους ύστερα μόλις από είκοσι λεπτά. Έξαλλοι οι χιλιάδες νέοι στις εξέδρες αποδοκίμαζαν για αρκετά λεπτά τη στάση των αστυνομικών, μέχρις ότου ο διευθυντής της Αστυνομίας Αθηνών, ο οποίος ήταν παρών στο γήπεδο του Παναθηναϊκού επικεφαλής της αστυνομικής δύναμης, έδωσε εντολή να βυθιστεί το γήπεδο στο σκοτάδι, ώστε να υποχρεωθούν οι γιεγιέδες να αποχωρήσουν.15

Παρά το άδοξο τέλος της συναυλίας, η ικανοποίηση των τηνέιτζερ για την έλευση και μόνο των Ρόλλινγκ Στόουνς στην Αθήνα υπήρξε τεράστια. Πριν καλά-καλά κοπάσει ο θόρυβος από τα όσα συνέβησαν στη συναυλία των Στόουνς, μια είδηση ήρθε να σκάσει σαν βόμβα γιγαντώνοντας τον ενθουσιασμό των αθηναίων γιεγιέδων: «Οι θρυλικοί, οι ΑΛΗΘΙΝΟΙ ΜΠΗΤΛΣ», όπως έγραφε χρησιμοποιώντας την κατάλληλη υπογράμμιση η Απογευματινή, «έρ-

11. (I Can't Get No) Satisfaction·, σύνθεση των Τζάγκερ και Ρίτσαρντς, κυκλοφόρησε σε σινγκλ τον Μάιο του 1965 στις Ηνωμένες Πολιτείες και τον Αύγουστο στο Ηνωμένο Βασίλειο. Έφτασε στο νούμερο 1 των βρετανικών και αμερικανικών τσαρτς. Περιέχεται επίσης στην αμερικανική έκδοση του LP Out of Our Heads (Ιούλιος 1965).

12. 19th Nervous Breakdown: σύνθεση κι αυτή των Τζάγκερ και Ρίτσαρντς, κυκλοφόρησε τον Φεβρουάριο του 1966 σε σινγκλ. Έφτασε στο νούμερο 2 των βρετανικών και αμερικανικών τσαρτς.

13. Α. Μηλιάδης, «Οι Ρόλλινγκ Στόουνς κατακτούν την Αθήνα», Απογευματινή, 18.04.1967.

14. Γ. Νοταράς, «Νίκος Μαστοράκης-Τάσος Φαληρέας», ό.π., σ. 38.

15. Λ. Καλλιβρετάκης, «Προβλήματα ιστορικοποίησης του rock φαινομένου», ό.π., σ. 170.

Σελ. 366
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/70/gif/367.gif&w=600&h=915

έρχονται το καλοκαίρι στην Αθήνα». Περισσότερες πληροφορίες δεν περιείχε το άρθρο, πέραν του ότι οι Μπητλς θα έρχονταν στην Αθήνα για μία μόνο συναυλία η οποία θα πραγματοποιούνταν (μάλλον) στις 14 Ιουλίου, και ότι δεν θα έπαιρναν κάποιο συγκεκριμένο ποσό ως αμοιβή, αλλά θα λάμβαναν ποσοστά επί των εισπράξεων.16

Οι Μπητλς τελικά δεν ήρθαν, ήρθαν όμως οι συνταγματάρχες. Στις 21 Απριλίου του 1967 μία χούντα στρατιωτικών κατέλυσε το δημοκρατικό πολίτευμα βάζοντας τη χώρα σε έναν «γύψο», από τον οποίον δεν επρόκειτο να βγει πριν περάσουν περίπου επτά χρόνια. Σε μια (μεταπολεμική) περίοδο που είδε την ανάδυση μιας σειράς από (λιγότερο ή περισσότερο σημαντικά από την άποψη της επιρροής τους) πολιτικά και κοινωνικά κινήματα, από κινητοποιήσεις και διαδηλώσεις με σαφή, συγκεκριμένα και σχηματοποιημένα πολιτικά αιτήματα, τα (όχι πολύ σοβαρά είναι η αλήθεια) επεισόδια που ακολούθησαν το περιπετειώδες τέλος της συναυλίας των «ακούρευτων Στόουνς» στην Αθήνα, επρόκειτο να είναι, όπως εύστοχα επισημαίνει ο Λ. Καλλιβρετάκης, «το τελευταίο ξύλο πριν από το πραξικόπημα».17 Στο εξής, η εξαφάνιση του «γιεγιέδικου» τρόπου ζωής και η επάνοδος της ελληνικής νεολαίας στον «ορθό» δρόμο, τουτέστιν στον ελληνορθόδοξο τρόπο ζωής και τις αξίες του, που τόσο φαίνονταν να έχουν υποχωρήσει τα τελευταία χρόνια, μεταβαλλόταν για το καθεστώς της 21ης Απριλίου σε μία σπουδαία μέριμνα. Και η μέριμνα αυτή, παρά το γεγονός ότι η χούντα είχε να αντιμετωπίσει πολύ σημαντικά οικονομικά, πολιτικά και θεσμικά ζητήματα, επρόκειτο να αναδειχθεί ως μια (εκ πρώτης όψεως) παράδοξη προτεραιότητα.

Μόλις τέσσερις ημέρες ύστερα από την κατάλυση του δημοκρατικού πολιτεύματος, ο υπουργός Εσωτερικών Στυλιανός Παττακός γνωστοποιούσε στον αθηναϊκό Τύπο την πρόθεση της κυβέρνησης και του ιδίου προσωπικά, να μπει ένας φραγμός στον «κατήφορο» στον οποίον θεωρούσε ότι είχε εισέλθει η ελληνική νεολαία τα τελευταία χρόνια. «Όλοι οι μαθηταί και αι μαθήτριαι των δημοτικών σχολείων, γυμνασίων και λυκείων, οφείλουν του λοιπού να έχουν κοσμίαν εμφάνισιν, να είναι ευπρεπείς, καθαροί και προπαντός όχι ακούρευτοι», προειδοποιούσε σχετική απόφαση την οποία με πλήρη συναίσθηση καθήκοντος ανακοίνωσε ο Σ. Παττακός στους εκπροσώπους του Τύπου. «Οι "Μπητλς"», πρόσθετε, «"τηνέιτζερς" και "Μπήτνικς", τα ξένα αυτά φρούτα των τεντυμπόυδων, δεν έχουν θέσιν πλέον εις την Ελλάδα».18

16. «Έρχονται οι Μπητλς», Απογευματινή, 19.04.1967.

17. Λ. Καλλιβρετάκης, ό.π., σ. 171.

18. «Μέτρα δια την νεολαίαν. Κοσμία θα είναι η όλη εμφάνισις των μαθητριών. Οι μαθηταί οφείλουν να είναι καθαροί και κουρεμένοι. Τακτικός εκκλησιασμός», Βραδυνή, 25.04.1967. Βλ. επίσης: «Δηλώσεις του κ. Παττακου. Κοσμία εμφάνισις και θρησκευτική

Σελ. 367
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/70/gif/368.gif&w=600&h=915

Ο Παττακός, πιθανόν εν αγνοία του, συμπύκνωνε με εξαιρετικό τρόπο σε τέσσερις μόλις λέξεις (Μπητλς, Μπήτνικς, τηνέιτζερς, τεντιμπόηδες) το σύνολο των απόψεων που ο ίδιος προσωπικά, αλλά και το καθεστώς που εκπροσωπούσε, είχαν σχηματίσει για την ελληνική νεολαία και τους διαμορφωτές της. Οι Μπητλς είχαν δώσει το 1963 το έναυσμα για τη δημιουργία μιας «φρενίτιδας» (της Μπητλομανίας) που ενώ αρχικά φαινόταν να μη συνιστά τίποτε περισσότερο από άλλη μια μουσική «τρέλα», στην πορεία αποδείχθηκε πως είχε υποδαυλίσει ένα νεανικό κίνημα (ή θα μπορούσε να υποστηρίξει κάποιος όχι άστοχα, είχε υποδαυλιστεί από αυτό), το οποίο συνδύαζε κοινωνικά (και μάλιστα εξαιρετικά προωθημένα) αιτήματα, όπως αυτό για τη χειραφέτηση της γυναίκας ή για τη σεξουαλική απελευθέρωση, με «κλασικού τύπου» πολιτικές επιδιώξεις, όπως την κατάργηση των φυλετικών διακρίσεων ή τη λήξη του πολέμου στο Βιετνάμ. Οι Μπήτνικς από την πλευρά τους, ήδη από τη δεκαετία του '50 είχαν αποτελέσει τη σημαντικότερη απόπειρα αμφισβήτησης της Ψυχροπολεμικής εποχής, των ηθικών της αρχών και των όποιων βεβαιοτήτων της. Εάν τη δεκαετία του '50 η αμφισβήτησή τους αυτή υπήρξε «περιθωριακή», με την έννοια πως αφορούσε κατά βάση έναν στενό κύκλο διανοητών και καλλιτεχνών, από τα μέσα της επόμενης δεκαετίας η κουλτούρα τους άρχισε να διαδίδεται σε μεγάλα τμήματα του νεαρόκοσμου μέσω, αρχικά, της πολιτικοποιημένης (φολκ) μουσικής και, κατόπιν, του ίδιου του ροκ εν ρολ που συνεχώς ευθυγραμμιζόταν με τις αναζητήσεις μιας νεολαίας που έδειχνε όλο και περισσότερο να «επαναστατεί».

Το (ατυχές για τον Παττακό) αποτέλεσμα αυτής της παράλληλης διαδικασίας, το «ξένο φρούτο», φαίνεται πως υπήρξαν οι «τηνέιτζερ» και οι «τεντιμπόηδες». Διαπιστώνοντας ο υπουργός Εσωτερικών ότι οι τηνέιτζερ δεν είχαν πλέον θέση στην Ελλάδα του ελληνοχριστιανικού πολιτισμού και ήθους, δεν αναφερόταν φυσικά στην ομάδα των «τηνς» με την ηλικιακή διάσταση του όρου (σε όσους δηλαδή βρίσκονταν ανάμεσα στα δεκατρία και στα δεκαεννιά τους χρόνια), αλλά σε εκείνο το τμήμα της ελληνικής νεολαίας το οποίο είχε προσαρμόσει τη συμπεριφορά του στα «γιεγιέδικα» (και κατακριτέα) πρότυπα συμπεριφοράς. Τέλος, η αναφορά στους τεντιμπόηδες, στους πρωταγωνιστές δηλαδή ενός φαινομένου που από χρόνια πλέον είχε πάψει να απασχολεί την ελληνική κοινωνία, υποδείκνυε ότι η συζήτηση που στα τέλη της δεκαετίας του '50 είχε διεξαχθεί σχετικά με τον τεντιμποϊσμό, είχε επηρεάσει σημαντικά τον τρόπο με τον οποίον οι υπερασπιστές των ηθών προσλάμβαναν και ερμήνευαν τις καινοφανείς συμπεριφορές των νέων. Πράγματι, η περί τεντιμποϊσμού δημόσια συζήτηση και ιδίως η προσέγγιση του τελευταίου ως αποτέλεσμα της υ-

αγωγή απάντων των μαθητών. Απαγόρευσις εισόδου εις τα κέντρα τεχνικών παιγνίων», Απογευματινή, 25.04.1967.

Σελ. 368
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/70/gif/369.gif&w=600&h=915

υποχώρησης της ελληνορθόδοξης παράδοσης μπροστά στην «επέλαση» του δυτικού τρόπου ζωής και διασκέδασης, και κυρίως ως απόρριψη των ηθικών αρχών της από τους νέους και όχι ως εκδήλωση από αυτούς μιας παραβατικής συμπεριφοράς με τη στενή νομική έννοια του όρου, παρείχε αυτομάτως και τα εργαλεία που θα έπρεπε να χρησιμοποιηθούν για την αντιστροφή της κατάστασης. Αν η υποχώρηση της παράδοσης επισημαινόταν ως υπεύθυνη για το «παραστράτημα» των νέων, η επαναφορά της στο προσκήνιο και η ισχυροποίησή της θα μπορούσε να αποτελέσει ένα ικανοποιητικό «αντίδοτο». Και αν τα «φρούτα του δυτικού τρόπου ζωής» ήσαν υπεύθυνα για τον «κατήφορο» της νεολαίας, η καταπολέμησή τους θα μπορούσε να επαναφέρει τη νεολαία στον (ορθό) δρόμο από τον οποίο και είχε «ξεστρατίσει». Όχι τυχαία, ο Στυλιανός Παττακός συμπλήρωνε ότι τα μέτρα τα οποία ανακοίνωνε σχετικά με την «ευπρέπεια» της ελληνικής νεολαίας, θα ακολουθούνταν από μια σειρά (αυστηρών) οδηγιών, οι οποίες αφορούσαν το ντύσιμο, τη διασκέδασή της, αλλά και την ενδυνάμωση του θρησκευτικού της αισθήματος. «Επίσης», σημείωνε, «δεν θα επιτρέπεται εις τας μαθήτριας να φορούν "μίνι-φούστες", αλλά θα προσέρχωνται ντυμένες ευπρεπώς, υπ' ευθύνη των διευθυντών των σχολείων και των επιθεωρητών. [...] Επίσης, θα απαγορευθή η είσοδος μαθητών εις κέντρα τεχνικών παιγνίων (μπιλιάρδα, ποδοσφαιράκια κλπ). Τέλος, μερίμνη των διευθυντών των σχολείων, οι μαθηταί και αι μαθήτριαι θα μετάσχουν των μυστηρίων της εξομολογήσεως και θείας μεταλήψεως κατά την Μεγάλην Εβδομάδα και θα εκκλησιάζωνται μετά το άνοιγμα της λειτουργίας των σχολείων, υποχρεωτικώς κατά Κυριακήν, καταλογιζομένης τυχόν απουσίας των».19

Με τη συναυλία των Ρόλλινγκ Στόουνς στην Αθήνα στις 17 Απριλίου, την κατάλυση του δημοκρατικού πολιτεύματος στις 21 και τη διατύπωση θέσεων και οδηγιών από τον Παττακό για την περιστολή του «γιεγιέδικου τρόπου ζωής» των νέων στις 24 Απριλίου, τερματιζόταν μία περίοδος στην «κοινωνική ιστορία» του ροκ εν ρολ φαινομένου στην Ελλάδα. Όταν αυτό εμφανίστηκε στα μέσα της δεκαετίας του '50 στις Ηνωμένες Πολιτείες, δεν αποτελούσε τίποτε περισσότερο από έναν χορό ο οποίος υποτίθεται ότι είχε έντονες σεξουαλικές συμπαραδηλώσεις (σίγουρα όχι περισσότερες από τους «αποδεκτούς» χορούς της τζαζ), καθώς και μία «ικανότητα» να ωθεί με κάποιον απροσδιόριστο τρόπο τους νεαρούς ακροατές του στην παραβατική συμπεριφορά. Όπως είδαμε, το ίδιο το ροκ εν ρολ ως μουσική και ως χορός δεν υπήρξε και τόσο καινοτόμο όσο προβλήθηκε, δεδομένου ότι περισσότερο ενσωμάτωσε στοιχεία από προηγούμενες μουσικές (όπως το ρυθμ εν μπλουζ ή το λευκό χιλμπίλι) και χορούς, παρά υπήρξε το ίδιο μια καινούργια από μουσικολογική άποψη πρόταση. Συνδεόμενο, όμως, εξαρχής με τις ανησυχίες που εμφανίστηκαν, σε έντονο μάλιστα

19. «Μέτρα δια την νεολαίαν. Κοσμία θα είναι η όλη εμφάνισις των μαθητριών...», Βραδυνή, 25.04.1967.

Σελ. 369
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/70/gif/370.gif&w=600&h=915

στα βαθμό, την πρώτη μεταπολεμική περίοδο, σε πολλές κοινωνίες του δυτικού (και όχι μόνο, όπως είδαμε) κόσμου για το παρόν και το μέλλον μιας νεολαίας που φαινόταν να μεγαλώνει κάτω από συνθήκες εντελώς διαφορετικές από αυτές που είχαν μεγαλώσει οι προηγούμενες γενιές, το ροκ εν ρολ υπήρξε εξαρχής καινοτόμο ως προς τούτο: κουβαλούσε από τη γέννησή του ήδη, την ταυτότητα μιας μουσικής που μπορούσε να εκφράζει προνομιακά με τον έντονο ρυθμό του και τις λαϊκές νέγρικες καταβολές του τη δυσαρέσκεια και την απαρέσκεια μιας νεολαίας η οποία δύσκολα μπορούσε να ικανοποιηθεί με τους καλλιτέχνες και τα μουσικά προϊόντα που (της) πρότεινε η καθιερωμένη μουσική βιομηχανία.

Στις αρχές της δεκαετίας του '60 και μετά από ένα διάστημα κατά τη διάρκεια του οποίου το ροκ εν ρολ λείανε τις αιχμές του μεταβαλλόμενο σε τμήμα της popular music, οι Μπητλς και τα υπόλοιπα συγκροτήματα της βρετανικής σκηνής το επανέφεραν δυναμικά στο προσκήνιο μπολιάζοντας το, στο επίπεδο της μουσικής, με την παράδοση του μπλουζ, και, στο επίπεδο της κοινωνικής σημασίας, με μια πρωτόγνωρη αυθάδεια και έναν άνευ προηγουμένου ηδονισμό. Οι πολιτικές και κοινωνικές εξελίξεις που έλαβαν χώρα κατά τη διάρκεια των «swinging sixties» επέτρεψαν να μεταβληθεί η αυθάδεια αυτή, που εκφραζόταν αρχικά σε ένα επίπεδο «οικογενειακό» ως δυσφορία του νέου απέναντι στη ρουτίνα και την καθημερινότητα της ήσυχης οικογενειακής ζωής, σε μια «πολιτική αυθάδεια», δηλαδή σε μία πολύπλευρη αμφισβήτηση των πολιτικών και ιδεολογικών συντεταγμένων που κυριαρχούσαν την πρώτη μεταπολεμική περίοδο. Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του '60, το ροκ εν ρολ μετατοπίζοντας τη θεματική και τους στίχους του στο επίκεντρο και τις αναζητήσεις ενός θαλερού νεανικού κινήματος αμφισβήτησης που παράλληλα εμφανιζόταν, κατάφερε να αναδειχθεί σε κυρίαρχο πολιτισμικό σύμβολο μιας νεολαίας οργισμένης και εξεγερμένης.

Εάν στον δυτικό κόσμο το ροκ εν ρολ συνέχισε να εξελίσσεται, εισερχόμενο σε μία τρίτη περίοδο κατά τη διάρκεια της οποίας το επίκεντρο του βρισκόταν στις δυτικές ακτές των Ηνωμένων Πολιτειών, όπου και αναπτυσσόταν παράλληλα με το χίπικο κίνημα και την αντικουλτούρα,20 στην Ελλάδα η δικτατορία θα επιχειρούσε (εξαρχής) να θέσει φραγμούς στην ανάπτυξη και τη διάδοση τέτοιου είδους προτύπων και αντιλήψεων που, σύμφωνα με την ιδεολογία της, ευθύνονταν για την «κρίση» που μάστιζε την ελληνική νεολαία. Κηρύσσοντας τα επόμενα χρόνια τον πόλεμο στη μίνι φούστα, το μακρύ μαλλί και τους «βρωμερούς αλητοτουρίστες», η χούντα των συνταγματαρχών θα επιχειρούσε να υλοποιήσει με το (πάντα αποτελεσματικό) δόγμα «όπου δεν πίπτει λόγος,

20. Για το κίνημα των χίπις και την αντικουλτούρα βλ. S. Stone, Hippies. From A to Ζ. Their Sex, Drugs, Music and Impact on Society from the Sixties to the Present, Silver City 2000.

Σελ. 370
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/70/gif/371.gif&w=600&h=915

πίπτει ράβδος», αντιλήψεις οι οποίες δεν υπήρξαν και τόσο καινοφανείς ή περιθωριακές, με την έννοια πως είχαν με συνέπεια υποστηριχθεί καθ' όλη τη διάρκεια της προδικτατορικής περιόδου από αυτόκλητους υπερασπιστές των ηθών, όπως δημοσιογράφους, γιατρούς, δικηγόρους, στελέχη παραεκκλησιαστικών οργανώσεων, βρίσκοντας μάλιστα ουκ ολίγες φορές βήμα και αναμφισβήτητο κύρος στο επίσημο δελτίο της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος.

Η δικτατορία των συνταγματαρχών φαίνεται τελικά πως δεν υπήρξε και τόσο «απρόσμενη», όσο πρότεινε η πολιτική συναίνεση που ακολούθησε την περίοδο της μεταπολίτευσης, αντίθετα, μάλλον επιβεβαιώνεται ο Δημήτριος Πάλλας, ο οποίος, ήδη από τον χειμώνα του 1973, είχε επισημάνει τις ιδεολογικές διαπλοκές του απριλιανού καθεστώτος με έναν χώρο εκφοράς (μεσσιανιστικής) ιδεολογίας, από τον οποίο και δείχνει να προέρχεται, να αντλεί επιχειρήματα, μοντέλα ερμηνείας και πρακτικές. Ακριβώς για το ζήτημα αυτό, η μελέτη της πρόσληψης και της ερμηνείας του ροκ εν ρολ φαινομένου στην Ελλάδα την περίοδο που προηγήθηκε της χούντας των απριλιανών, ενδεχομένως να έχει κάποια πράγματα να πει.

Σελ. 371
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/70/gif/372.gif&w=600&h=915 01 - 0002.htm

ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Σελ. 372
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Ήχοι και απόηχοι. Κοινωνική ιστορία του ροκ εν ρολ φαινομένου στην Ελλάδα, 1956-1967
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 353
    

    Οι δύο παραπάνω δηλώσεις έλαβαν μεγάλες διαστάσεις στον Τύπο, ωστόσο από μόνες τους είναι προφανές ότι δεν μπορούσαν να καταστήσουν τους Μπητλς οργανικό τμήμα ενός ευρύτερου κινήματος νεανικής αμφισβήτησης με εμφανείς πολιτικές διαστάσεις. Τα πράγματα ήσαν πιο σύνθετα. Οι Μπητλς αποτελούσαν κομμάτι ενός κόσμου που άλλαζε πολύ γρήγορα, και πέρα από τις αναμφίβολες καλλιτεχνικές τους δεξιότητες, (αποδείχθηκε πως) είχαν την ικανότητα να αφουγκράζονται και να συλλαμβάνουν εν τη γενέσει τους τα μηνύματα των καιρών. Εξάλλου, παρά τις ερμηνείες στις οποίες προχωρούσε η Αριστερά σχετικά με τη μουσική τους και την «ιδεολογία» που αυτή κουβαλούσε, συγκρίνοντάς την με εκείνη της φολκ σκηνής, η οποία ήταν εμφανώς στρατευμένη στον ακτιβισμό και τη διαμαρτυρία, φαίνεται πως για τους πρωταγωνιστές των εξελίξεων τα πράγματα ήσαν διαφορετικά. Τον Μάιο του 1964 ο Μπομπ Ντύλαν περιόδευσε στη Βρετανία, όπου και συναντήθηκε με τους Μπητλς. Ο Ντύλαν και οι Μπητλς εκπροσωπούσαν δύο διαφορετικές εκδοχές της νεανικής μουσικής, ωστόσο, και οι δύο πλευρές φαίνεται πως έτρεφαν θαυμασμό η μία για την άλλη. Καθώς η μουσική «γιε-γιε» είχε να προσφέρει γρήγορους και ακαταμάχητους ρυθμούς, ενώ η φολκ στίχους με κοινωνικό προβληματισμό, μια αλληλεπίδραση μεταξύ των δύο ηγετικών μορφών της νεανικής μουσικής ξεκίνησε, τα αποτελέσματα της οποίας σύντομα έγιναν ορατά. Ο Μπομπ Ντύλαν παρουσιάστηκε στο φημισμένο φεστιβάλ φολκ μουσικής στο Νιούπορτ το 1965 παίζοντας τραγούδια με ηλεκτρική κιθάρα, γεγονός που δίχασε τους οπαδούς του φολκ τραγουδιού και σόκαρε τους πιο παραδοσιακούς από αυτούς, ενώ οι Μπητλς κυκλοφόρησαν δύο LP με τα οποία προχωρούσαν ένα βήμα πέρα από τα κλισέ της ποπ μουσικής, τα οποία σε μεγάλο βαθμό είχαν καλλιεργήσει με τους πρώτους τους δίσκους. To Rubber Soul κυκλοφόρησε τον Δεκέμβριο του 1965 και είχε ένα εξώφυλλο εντυπωσιακά πρωτοποριακό, η γραμματοσειρά του οποίου (με τα γνωστά φουσκωτά γράμματα) επρόκειτο στο εξής να γίνει σήμα-κατατεθέν της ψυχεδελικής κουλτούρας, αλλά και τραγούδια από τα οποία ξεπηδούσε ένας ευρύτερος προβληματισμός.241 Περίπου έξι μήνες αργότερα, τον Αύγουστο του 1966, το Revolver επικύρωνε την παραπάνω στροφή των Μπητλς και την απόφασή τους να δημιουργούν στο εξής όχι τραγούδια εύκολα και «εύπεπτα», αλλά συνθέσεις που να απηχούν τις διανοητικές αναζητήσεις των νεολαιίστικων κινημάτων. Όταν το καλοκαίρι του 1966 οι Μπητλς αποφάσιζαν να μην ξαναδώσουν συναυλίες, είχαν τόσο πολύ εξελίξει τη μουσική και την προσωπικότητά τους που αναγνωρίζονταν ήδη ως αναπόσπαστο κομμάτι του κινήματος αμφισβήτησης.

    Οι αλλαγές στον τρόπο με τον οποίον η κοινωνία έβλεπε τους Μπητλς, αλ-

    241. Κ. Αρβανίτης, ό.π., σ. 147-148.