Συγγραφέας:Κατσάπης, Κώστας
 
Τίτλος:Ήχοι και απόηχοι. Κοινωνική ιστορία του ροκ εν ρολ φαινομένου στην Ελλάδα, 1956-1967
 
Τίτλος σειράς:Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας
 
Αριθμός σειράς:45
 
Τόπος έκδοσης:Αθήνα
 
Εκδότης:Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς
 
Έτος έκδοσης:2007
 
Σελίδες:463
 
Αριθμός τόμων:1 τόμος
 
Γλώσσα:Ελληνικά
 
Θέμα:Νοοτροπίες και συμπεριφορές
 
Τοπική κάλυψη:Ελλάδα
 
Χρονική κάλυψη:1956-1967
 
Περίληψη:Αντικείμενο του βιβλίου αυτού αποτελεί η διερεύνηση του τρόπου με τον οποίον το ροκ εν ρολ εμφανίστηκε στην Ελλάδα, της διαδικασίας μέσω της οποίας διαδόθηκε στη νεολαία, καθώς και η αποκωδικοποίηση των ερμηνειών που δόθηκαν για το ροκ εν ρολ, τις αφετηρίες του και τις (πραγματικές ή υποτιθέμενες) συνέπειές του για την ελληνική νεολαία. Με άλλα λόγια, ο συγγραφέας διερευνά τον απόηχο που οι «ηδονικοί» αυτοί ρυθμοί είχαν στην ελληνική κοινωνία, το πώς η τελευταία ερμήνευσε το ροκ εν ρολ, ποιες ήσαν οι προϋποθέσεις των όποιων προσλήψεων, αλλά και ποιες οι συνέχειες και οι τομές που μπορούν να εντοπιστούν. Δεδομένου ότι ένα τέτοιο εγχείρημα μπορεί να έχει τύχη μόνο συναρθρώνοντας το ροκ εν ρολ στις πολιτικές, οικονομικές, κοινωνικές και ιδεολογικές πραγματικότητες της εποχής του, επελέγη ως καταληκτήριο όριο της έρευνας το 1967.
 
Άδεια χρήσης:Αυτό το ψηφιοποιημένο βιβλίο του ΙΑΕΝ σε όλες του τις μορφές (PDF, GIF, HTML) χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution - NonCommercial (Αναφορά προέλευσης - Μη εμπορική χρήση) Greece 3.0
 
Το Βιβλίο σε PDF:Κατέβασμα αρχείου 25.66 Mb
 
Εμφανείς σελίδες: 49-68 από: 466
-20
Τρέχουσα Σελίδα:
+20
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/70/gif/49.gif&w=600&h=915

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ Η ΕΛΕΥΣΗ ΤΟΥ ΡΟΚ ΕΝ ΡΟΛ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Σελ. 49
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/70/gif/50.gif&w=600&h=915 01 - 0002.htm

ΛΕΥΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Σελ. 50
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/70/gif/51.gif&w=600&h=915

1. ΑΠΟ ΤΗ «ΖΟΥΓΚΛΑ ΤΟΥ ΜΑΥΡΟΠΙΝΑΚΑ».

Το 1956 το ροκ εν ρολ έφτανε για τα καλά (και) στην Ελλάδα. Στις αρχές του χρόνου αποτελούσε ακόμη φήμη και απόηχο μιας μουσικής που έτεινε όλο και περισσότερο να εξελιχθεί σε κοινωνικό φαινόμενο. Στο μυαλό των ανθρώπων το ροκ εν ρολ είχε αποκτήσει μυθικές διαστάσεις και οι πραγματικότητες διαπλέκονταν πλέον με τις υπερβολές. Όταν το φθινόπωρο του '56 το αθηναϊκό κοινό άρχιζε να γνωρίζει από πρώτο χέρι τη νέα μουσική μόδα, το ροκ εν ρολ, εξελίχθηκε σε προνομιούχο θέμα δημόσιας συζήτησης, γεγονός που αποτυπώνεται δίχως άλλο στην εξαιρετική πύκνωση που παρουσιάζει η κάλυψη του θέματος από το σύνολο των αθηναϊκών εφημερίδων το τελευταίο τρίμηνο του έτους. Όχι συμπτωματικά, μια σειρά από κινηματογραφικές ταινίες που προβλήθηκαν (και) στην Ελλάδα προς τα τέλη του χρόνου, έρχονταν να υπογραμμίσουν την επιτυχία που το ροκ εν ρολ γνώριζε και να αξιοποιήσουν εμπορικά τη δημόσια συζήτηση που είχε προκαλέσει.

Μία έντυπη καταχώριση της ταινίας Ροκ εντ Ρολ παρουσίαζε τη νέα μουσική θέτοντας στους αναγνώστες της εφημερίδας ένα ερώτημα: «Το θρυλικό ροκ εντ ρολλ. Τι είναι; Σεισμός, τυφώνας ή ατομική έκρηξις»;1 Χρησιμοποιώντας έξυπνα οι διαφημιστές τις λέξεις «ατομική έκρηξη» φαίνεται ότι «έπαιζαν» με τη διπλή σημασία που αυτές παρήγαν, εκείνη της έκρηξης που προκαλεί η ρίψη ατομικής βόμβας -θέμα υψίστης σημασίας για τις δυτικές κοινωνίες τη δεκαετία του '50- και αυτήν της ψυχοσυναισθηματικής ευφορίας που προκαλούσε, την ίδια εποχή, στους νέους η μουσική.

Επίσημα, η μουσική ροκ εν ρολ εμφανίστηκε στο αθηναϊκό κοινό στα τέλη Οκτωβρίου του 1956, όταν μία μπάντα τζαζ έπαιξε για πρώτη φορά τραγούδια του μουσικού αυτού είδους σε ένα νεανικό κοινό στην «Αίγλη» του Ζαππείου. Κατά κάποιον τρόπο, η πρώτη ζωντανή παρουσίαση του ροκ εν ρολ στη νεολαία της Αθήνας μπορεί να θεωρηθεί η ληξιαρχική πράξη γέννησης του σε ό,τι αφορά την Ελλάδα. Ωστόσο, το αθηναϊκό νεανικό κοινό φαίνεται πως ήταν ήδη υποψιασμένο για τον «σεισμό» που, όπως περιέγραφε η ρεκλάμα της ταινίας, έφερνε η νέα μουσική. Και, όπως ακριβώς συνέβη στις ΗΠΑ και στην υπόλοιπη δυτική Ευρώπη, υπεύθυνος για τη γνωριμία του με το ροκ εν ρολ υπήρξε η ταινία Η Ζούγκλα του Μαυροπίνακα.

1. Ακρόπολις, 24.11.1956.

Σελ. 51
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/70/gif/52.gif&w=600&h=915

Η Ζούγκλα του Μαυροπίνακα (Blackboard Jungle), παραγωγή του 1955 σε σκηνοθεσία του Ρίτσαρντ Μπρουκς (Richard Brooks), υπήρξε η κινηματογραφική μεταφορά της ομώνυμης νουβέλας του Ίβαν Χάντερ (Evan Hunter). Στην ταινία ο Μπρουκς καταπιανόταν με ένα θέμα ιδιαίτερα προσφιλές στο κοινό και τις κινηματογραφικές εταιρείες ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του '50: τη συμπεριφορά που παρουσίαζε η αμερικανική νεολαία -ή ένα τμήμα της πιο σωστά-, τις σχέσεις της με τους γονείς, καθώς και μια, ακαθόριστου ακόμη περιεχομένου, ανατρεπτικότητα, η οποία φαινόταν να τη χαρακτηρίζει σε σχέση με τις κοινωνικές συντεταγμένες που είχαν θέσει οι προηγούμενες γενιές. Το εγχείρημα του Μπρουκς οπωσδήποτε δεν συνιστούσε σημαντική καινοτομία, καθώς η Ζούγκλα του Μαυροπίνακα ήταν η τρίτη από μια σειρά ταινιών, για να αναφέρουμε μονάχα τις εμπορικά και καλλιτεχνικά πιο σημαντικές, που είχαν ασχοληθεί με την αμερικανική νεολαία, βάζοντάς τη στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος τους. Η αρχή είχε γίνει το 1954 με τον Ατίθασο (The Wild One) με πρωταγωνιστή τον Μάρλον Μπράντο και ένα χρόνο αργότερα ακολουθούσε ο Επαναστάτης χωρίς αιτία (Rebel Without a Cause) με τον Τζέιμς Ντην στον πρωταγωνιστικό ρόλο.

Παρά το γεγονός ότι οι ταινίες αυτές βασίζονταν σε ένα σενάριο το οποίο, όπως χαρακτηριστικά έχει γραφτεί, ήταν μάλλον «άτεχνο, ψεύτικο και ηθικά συμβιβαστικό»,2 φαίνεται πως είχαν σημαντική ανταπόκριση στο εφηβικό και νεανικό κοινό. Οι πρωταγωνιστές τους μεταβλήθηκαν σύντομα σε είδωλα της νεολαίας και η συμπεριφορά τους, όπως και οι ενδυματολογικές τους προτιμήσεις, σε πρότυπο για εκατομμύρια νέους. Ωστόσο, στις παραπάνω ταινίες η μουσική δεν φαινόταν να παίζει κάποιον ουσιαστικό ρόλο. Οι κινηματογραφικές εταιρείες προτίμησαν να χρησιμοποιήσουν ως μουσική επένδυση των παραπάνω ταινιών τραγούδια που προέρχονταν από την καθιερωμένη μουσική της εποχής, όπως για παράδειγμα εκείνη των Big Bands, που κυριαρχούσαν από τη δεκαετία του '40.

Η Ζούγκλα του Μαυροπίνακα, αντίθετα, πήγαινε ένα βήμα παραπέρα: τοποθετούσε τα «προβλήματα» της νεολαίας πάνω σε ένα μουσικό χαλί που προερχόταν, όχι από την mainstream μουσική της εποχής, αλλά από αυτό το καινούργιο αμάλγαμα που την ίδια εποχή προέκυπτε από τη μείξη του ρυθμ εν μπλουζ με τις λευκές επιρροές του Νότου. Η ιδέα ήταν πρωτότυπη και η επιτυχία της μεγαλειώδης: αν σκεφτεί κανείς ότι η ταινία δεν «παρήγαγε» κανέναν πρωταγωνιστή του καλλιτεχνικού βεληνεκούς και της απήχησης ενός Μπράντο ή ενός Τζέιμς Ντην, ούτε χρησιμοποίησε γνωστούς καλλιτέχνες για να έχει διασφαλισμένη την επιτυχία στη νεολαία, ο αληθινός πρωταγωνιστής στη Ζούγκλα του Μαυροπίνακα φαίνεται ότι υπήρξε εξαρχής η μουσική.

2. Ch. Gillett, Ο ήχος της πόλης, ό.π., σ. 39.

Σελ. 52
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/70/gif/53.gif&w=600&h=915

Είναι εξαιρετικά δύσκολο να πει κανείς με σιγουριά εάν αυτό υπήρξε πρόθεση του σκηνοθέτη ή αν εκ των υστέρων δίνεται αυτή η ερμηνεία. Το βέβαιο είναι πως η Ζούγκλα του Μαυροπίνακα έθετε για πρώτη φορά το ζήτημα της νεανικής ανατρεπτικότητας σε άμεση συνάρτηση με τη μουσική ροκ εν ρολ. Το τραγούδι Rock Around the Clock του Μπιλ Χάλεϋ, το οποίο ακουγόταν στην ταινία, εξελίχθηκε, όπως είδαμε, σε «ύμνο» του ροκ εν ρολ πυροδοτώντας ουσιαστικά τη διαδικασία της διάδοσής του ανά την υφήλιο. Το ίδιο το σενάριο εξάλλου πριμοδοτούσε μία τέτοια οπτική. Μία σκηνή της ταινίας, η οποία ασχολιόταν με την κατάρρευση της επικοινωνίας ανάμεσα σε έναν καθηγητή και τους μαθητές του σε κάποιο σχολείο του Μπρονξ, καθώς και με τα προβλήματα που γεννούσε ένα άρτι εμφανιζόμενο χάσμα γενεών, υπογράμμιζε την προνομιακή θέση που κατείχε η μουσική ως πολιτισμικό πρόταγμα της νέας γενιάς: στην προσπάθειά του να πλησιάσει τους ατίθασους μαθητές του σχολείου, ο καθηγητής (Γκλεν Φορντ) επιχειρεί να παίξει δίσκους από την προσωπική του συλλογή. Οι μαθητές αντιδρούν βίαια στην κίνηση αυτή σπάζοντας τους δίσκους του καθηγητή τους, ενώ παράλληλα προχωρούν σε συγκρίσεις ανάμεσα στους «ξεπερασμένους» καλλιτέχνες που εννοείται ότι εκπροσωπούσαν τη γενιά του δασκάλου τους και σε εκείνους που οι ίδιοι παραδέχονταν. «Τι διάβολο γίνεται εδώ, μάθημα Ιστορίας;», ήταν η χαρακτηριστική αντίδρασή τους στις μουσικές προτάσεις του καθηγητή τους, προτείνοντας τα τραγούδια της δικής τους γενιάς.

Ενώ στη νουβέλα του Χάντερ οι μαθητές ταυτίζονταν με καλλιτέχνες όπως ο (δημοφιλής στις αρχές της δεκαετίας του '50) Πέρι Κόμο (Perry Como), στην κινηματογραφική μεταφορά της, ακόμη και ο Κόμο ανήκε στο μουσικό «μάθημα Ιστορίας» και πλέον το τραγούδι Rock Around the Clock ήταν εκείνο που εμφανιζόταν να εκφράζει τα γούστα των νέων της εποχής.3 Παρά το αφελές των στίχων του τραγουδιού, το ροκ εν ρολ ταυτιζόταν με τη νεολαία και ιδίως με εκείνο το τμήμα της που παρουσίαζε φυγόκεντρες από τα ειωθότα κοινωνικές συμπεριφορές. Η σύνδεση αυτή υπήρξε καθοριστική και, καθώς στο μέλλον πολλά επρόκειτο να αλλάξουν στο ροκ εν ρολ, αλλά όχι η ιδιαίτερη αυτή νοηματοδότησή του, επρόκειτο να αποτελέσει μία σταθερά εντυπωσιακής αντοχής και μακροβιότητας. Στα τέλη του 1956, όταν το ροκ εν ρολ θα φτάσει και στην Ελλάδα, οι αρνητές του, όχι τυχαία, θα κάνουν διαρκώς λόγο για τη «ζούγκλα του ροκ εν ρολ».

3. Για την ιστορία, η ένταξη του Rock Around The Clock στη Ζούγκλα του Μαυροπίνακα συμφωνά με μία εκδοχή οφείλεται στα μουσικά γούστα ενός από τα παιδιά του σκηνοθέτη Ρίτσαρντ Μπρουκς ή του παραγωγού της ταινίας, Πάντρο Μπίρμαν. Σύμφωνα ωστόσο με μία άλλη εκδοχή, την οποία υποστηρίζει ο Alex Frazer Harrison, μελετητής του Μπιλ Χάλεϋ και της μουσικής του, «υπεύθυνος» για την αξιοποίηση του συγκεκριμένου τραγουδιού ήταν ο γιος του Γκλεν Φορντ, Πήτερ (Α. Frazer Harrison, «The Story of Rock Around The Clock: The First Cuckoo of Spring», στο http://www.rockabillyhall. com/ RockClockTribute.html, τελευταία επίσκεψη: 08.09.2006).

Σελ. 53
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/70/gif/54.gif&w=600&h=915

Στην Ελλάδα, η ταινία Η Ζούγκλα του Μαυροπίνακα προβλήθηκε στα τέλη Φεβρουαρίου του 1956. Παρά το γεγονός ότι η προβολή της συνέπεσε με τη διεξαγωγή στη χώρα βουλευτικών εκλογών (στις 19 Φεβρουαρίου), η ταινία του Ρίτσαρντ Μπρουκς δεν απώλεσε το ελάχιστο από την προσοχή που αντιστοιχούσε στη φήμη που ήδη τη συνόδευε. Μάλιστα, λίγους μήνες πριν, η ταινία είχε αποσυρθεί από το διεθνές κινηματογραφικό φεστιβάλ της Βενετίας με ενέργειες της πρέσβειρας των ΗΠΑ στην Ιταλία, θεωρώντας ότι συνιστούσε ένα, όπως έλεγε, «αντιαμερικανικό καλλιτεχνικό προϊόν».4 Το γεγονός αυτό επέτεινε μια ακαθόριστη φήμη σχετικά με επεισόδια που (εννοείται πως) προκαλούσε η ταινία σε όποια χώρα προβαλλόταν. Πράγματι, επεισόδια είχαν παρουσιαστεί, όμως αυτά δεν αφορούσαν ουσιαστικά τη Ζούγκλα του Μαυροπίνακα,5 αλλά κυρίως την ταινία Rock Around The Clock6 και εντοπίζονταν κυρίως στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπου πολλοί νέοι από αυτούς που συνιστούσαν την αξιοπερίεργη πολιτισμική συλλογικότητα των teddy boys,7 προκαλούσαν ταραχές στις κινηματογραφικές αίθουσες κατά τη διάρκεια της προβολής της.

Ωστόσο, ο μικρός μύθος που φαίνεται πως ήδη είχε δημιουργηθεί γύρω από την ταινία, ήταν αρκετός για να ελκύσει πολλούς νέους στις κινηματογραφικές αίθουσες. Στην Αθήνα, η Ζούγκλα του Μαυροπίνακα προβλήθηκε στους κινηματογράφους Μαξίμ και Τιτάνια. Ενώ στις ΗΠΑ η ταινία είχε συνδεθεί επισήμως με την έξαρση της νεανικής παραβατικότητας -το 1956 μία υποεπιτροπή της Γερουσίας που είχε συσταθεί για να μελετήσει τη σχέση ανάμεσα στις κινηματογραφικές ταινίες και την εγκληματικότητα των νέων, κατέληγε στο συμπέρασμα πως υπήρχαν ισχυρές αποδείξεις ότι η Ζούγκλα του Μαυροπίνακα αποτελούσε απειλή για την ανάπτυξη της «υγιούς προσωπικότητας» του νέου-8 στην Ελλάδα η αρμόδια επιτροπή ελέγχου των κινηματογραφικών ταινιών θεώρησε την ταινία του Ρίτσαρντ Μπρουκς κατάλληλη για ανηλίκους,

4. «Το πιο πολυσυζητημένο φιλμ της χρονιάς: ένα συνταρακτικό ρεπορτάζ από τα μαθητικά θρανία. Η Ζούγκλα του Μαυροπίνακος, που επροκάλεσεν την επέμβασιν της Αμερικανίδος πρέσβειρας στο φεστιβάλ της Βενετίας. Η παιδική εγκληματικότης», Απογευματινή, 13.02.1956.

5. Κ. Αρβανίτης, «Ροκ και νεανική κουλτούρα στη δεκαετία του '60», Φώτης Τερζάκης, Σώτη Τριανταφύλλου (επιμ.) Το φάντασμα μιας δεκαετίας, Αθήνα 1994, σ. 109-110.

6. Η ταινία Rock Around the Clock αποτελεί την πρώτη ουσιαστικά «ροκ εν ρολ ταινία», που ερχόταν να αξιοποιήσει εμπορικά την επιτυχία του ομώνυμου τραγουδιού στη Ζούγκλα του Μαυροπίνακα. Για τις «ροκ εν ρολ ταινίες», βλ. στο ίδιο κεφάλαιο, σ. 66 και εξής.

7. Για τους teddy boys και τη σχέση τους με το ροκ εν ρολ βλ. αναλυτικά κεφάλαιο «Μια νεολαία "παραστρατημένη": Ροκ εν ρολ και νεανική παραβατικότητα».

8. R. Julian, «Teen Movies. A case study of a form of popular culture», στο http://hsc.csu.edu.au/pta/scansw/teen.html, τελευταία επίσκεψη: 13.01.2005.

Σελ. 54
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/70/gif/55.gif&w=600&h=915

επιτρέποντας στους νεαρούς μαθητές την παρακολούθηση της. Αν και δεν κατέστη δυνατό να εντοπιστούν αναλυτικά στοιχεία για τον αριθμό των εισιτηρίων που κόπηκαν στους δύο αυτούς κινηματογράφους, ωστόσο, οι μαρτυρίες όσων την παρακολούθησαν συμφωνούν στο ότι γνώρισε τεράστια επιτυχία.

Η ταινία προκάλεσε ευνοϊκά σχόλια στις αθηναϊκές εφημερίδες, καθώς και μία πρώτη σύγκλιση απόψεων που είχαν διαφορετική ιδεολογική και πολιτική αφετηρία. Εφημερίδες του συντηρητικού χώρου, όπως η Απογευματινή, χαρακτήρισαν τη Ζούγκλα του Μαυροπίνακα «φιλμ πλημμυρισμένο από ανθρωπιά και από αλήθεια»,9 ενώ η Αυγή, έχοντας ως αφετηρία τις δικές της προσλαμβάνουσες, το χαρακτήρισε «έργο που αφήνει στον θεατή την ελπίδα πως όλα δεν χάθηκαν στην Αμερική και [έργο] ζωντανό που [...] διαλύει πολλούς επίσημους θρύλους για "καθολική ευημερία" του αμερικανικού λαού, ευτυχισμένη νεολαία κλπ».10 Η ανησυχία για τις ενδεχόμενες επιπτώσεις που θα μπορούσε να έχει η παρακολούθηση της ταινίας από τους Έλληνες μαθητές, υπερκεράστηκε γρήγορα από τα θετικά μηνύματα που θεωρήθηκε ότι περιείχε, τα οποία και την καθιστούσαν, όπως χαρακτηριστικά έγραφε η Απογευματινή, «μέσο για να συνειδητοποιήσει η κοινωνία τα προβλήματα και τους κινδύνους της παιδικής εγκληματικότητας»:

Παρηκολούθησα το φιλμ σε δοκιμαστική προβολή και ομολογώ ότι δεν μπόρεσα να καταλάβω γιατί ετέθη από μερικούς εκτός νόμου, έγραφε σχετικά ο κριτικός της εφημερίδας. [...] Το συμπέρασμα που προκύπτει από το φιλμ είναι ατράνταχτο: μια ομάδα από ανυπότακτα νειάτα μπορεί από κακή καθοδήγησι να καταστή μια τρομακτική καταστροφική δύναμις.11

Η συζήτηση που άνοιγε η ταινία σχετικά με την κοινωνική συμπεριφορά των νέων φαίνεται πως απηχούσε μία γενικότερη ανησυχία, η οποία διέτρεχε όχι μόνο την ελληνική, αλλά τις ευρωπαϊκές κοινωνίες στο σύνολο τους.12 Οι κινηματογραφικές εταιρείες, οι οποίες για λόγους εισπρακτικής επιτυχίας των ταινιών τους αρέσκονταν να έλκουν τη θεματολογία τους από τα ζητήματα που στη συγκυρία απασχολούσαν τις κοινωνίες, «έπιασαν» αμέσως τον σφυγμό των καιρών. Διόλου τυχαία, την ίδια εποχή που προβαλλόταν στην Αθήνα η Ζούγκλα του Μαυροπίνακα, άλλες δύο ταινίες ευρωπαϊκής παραγωγής ασχολιόντουσαν με το ίδιο θέμα: η ταινία Τα απόκρυφα του κολλεγίου, του Πιέτρο Μιτσέτα (Pietro Mizetta), καταπιανόταν, όπως εύκολα μπορεί να καταλάβει κανείς από τον τίτλο της, με τα προβλήματα της σχολικής νεολαίας στην Ιταλία, ενώ ένα άλλο φιλμ με τον τίτλο

9. «Το πιο πολυσυζητημένο φιλμ...», Απογευματινή, 13.02.1956.

10. «Ο κινηματογράφος. Κριτική ταινιών», Αυγή, 22.02.1956.

11. «Το πιο πολυσυζητημένο φιλμ...», Απογευματινή, 13.02.1956.

12. Αναλυτικά βλ. κεφάλαιο «Μια νεολαία "παραστρατημένη": ροκ εν ρολ και νεανική παραβατικότητα».

Σελ. 55
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/70/gif/56.gif&w=600&h=915

Οι Ανήλικοι, είχε ως θέμα του τη ζωή των εφήβων και τα προβλήματα που δημιουργούσαν στη Δυτική Γερμανία τη δεκαετία του '50.13

Πέρα όμως από την ηθικοπλαστική διάσταση που απέκτησε η ταινία στην Ελλάδα, ένας ακόμη παράγοντας φαίνεται ότι συνετέλεσε αποφασιστικά στο να επιτρέψει η επιτροπή ελέγχου ταινιών την παρακολούθησή της από τους νέους μαθητές: οι σκηνές βίας και η ανυπακοή που συνιστούσαν τη βασική πλοκή στη Ζούγκλα του Μαυροπίνακα, βρίσκονταν πολύ μακριά από την πραγματικότητα του ελληνικού δημόσιου σχολείου. Τα αμερικανικά σχολεία, όπως και τα βρετανικά, μπορεί να αποτελούσαν, όπως σχολίαζε χαρακτηριστικά το Βήμα, «είδος κολάσεως δια τους δασκάλους και φυτώριον δια μελλοντικούς γκάγκστερς»,14 ο λόγος όμως για την εξέλιξη αυτή εντοπιζόταν από τους σχολιαστές στη χαλάρωση της πειθαρχίας του εκπαιδευτικού συστήματος.15 Αντίθετα, το ελληνικό σχολείο χαρακτηριζόταν από μία αυστηρότητα και πειθαρχία, που μάλλον αποτελούσαν ένα είδος αναχώματος στην ανάδυση φαινομένων ανάλογων με όσα περιέγραφε η Ζούγκλα του Μαυροπίνακα:

Το ελληνικό σχολείο της εποχής, με καπέλο, κουρεμένος γουλί, κορίτσια με την ποδιά, χώρια αγόρια, χώρια κορίτσια και συνθήκες αυστηρότατες στο σχολείο μέσα, ήταν ένα μείγμα θρησκευτικής και στρατιωτικής αυστηρότητας φοβερό...16

Πράγματι, οι μαρτυρίες όσων το 1956 παρακολούθησαν την ταινία, εστιάζουν με εντυπωσιακή ομοιότητα στο γεγονός ότι η Ζούγκλα του Μαυροπίνακα αποτελούσε για τον θεατή όχημα μετάβασης σε μια κατάσταση που ουδεμία σχέση είχε με την ελληνική πραγματικότητα:

Η Ζούγκλα του Μαυροπίνακα είχε κάνει τεράστια επιτυχία, γιατί ήταν και τα δύο ζητήματα μέσα. Ήτανε δύο διαφορετικά πράγματα. Ήτανε και το κομμάτι της ιστορίας, το σενάριο δηλαδή, το οποίο ήταν πολύ άγριο, αλλά μιλούσε για πράγματα που δεν τα 'χαμε στο σχολείο. Δεν τα 'χαμ ε τότε τουλάχιστον, [... ] και ήταν μια τρομακτική εντύπωση που φόβιζε κιόλας. Γιατί δεν ήταν ότι, άντε να είχαμε και εμείς μεγαλύτερες ελευθερίες, αλλά να κάνουμε τι; Να σκοτωνόμαστε μεταξύ μας; Και από την άλλη μεριά, αυτή η μουσική που του πήγαινε! Αυτό το έντονο, το αγχωτικό Rock Around the Clock..}1

13. «Οι νέοι του Δυτικού Βερολίνου κατηγορούν τους γονείς των!», Απογευματινή, 08.05.1956.

14. «Και τα αγγλικά σχολεία είναι ζούγκλα δια τους μαθητάς», Το Βήμα, 24.09.1956.

15. Στο ίδιο.

16. Συνέντευξη Μανόλη Αναστασιάδη, 06.08.2004.

17. Συνέντευξη Μιχάλη Παπαγιαννάκη, 21.07.2004.

Σελ. 56
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/70/gif/57.gif&w=600&h=915

2. ...ΣΤΗ «ΖΟΥΓΚΛΑ ΤΟΥ ΡΟΚ ΕΝ ΡΟΛ»

Η προβολή της Ζούγκλας του Μαυροπίνακα αποτέλεσε την πρώτη ουσιαστική γνωριμία της αθηναϊκής νεολαίας με το ροκ εν ρολ, τροφοδοτώντας το ενδιαφέρον πολλών νέων για ό,τι προβαλλόταν ως η νεανική μουσική της εποχής. Όταν, στις 21 Οκτωβρίου, η μπάντα του αμερικάνικου αεροπλανοφόρου «The Coral Sea» παρουσίασε για πρώτη φορά ζωντανά τη νέα μουσική στον χώρο της «Αίγλης», στο Ζάππειο, περίπου τρεις χιλιάδες νέοι, εάν αληθεύουν οι εκτιμήσεις του Τύπου, συγκεντρώθηκαν και κυριολεκτικά απαίτησαν από τους μουσικούς να παίξουν ροκ εν ρολ. Πράγματι, η περιγραφή της συναυλίας οδηγεί στο συμπέρασμα πως οι μουσικοί έπαιξαν ροκ εν ρολ εκτός προγράμματος, ακολουθώντας σχετική απαίτηση του νεανικού κοινού:

Κανονικώς επρόκειτο να παίξη προς χάριν των Αθηναίων η ορχήστρα τζαζ του 6ου αμερικανικού Στόλου διάφορες αμερικανικές επιτυχίες. Πράγματι, στις ένδεκα το πρωί [...] η ορχήστρα άρχισε να παίζη διάφορους σκοπούς, με τραγουδιστήν τον αμερικανόν ναύτην Βαν Τζέην, τον οποίον ο κόσμος εχειροκρότησε με ενθουσιασμόν. Στις εντεκάμιση, ένα κουαρτέττο Νέγρων ναυτών με ηλεκτρικές κιθάρες κατέλαβε το μικρόφωνο, κι άρχισε προς γενικόν ενθουσιασμόν να παίζη γρήγορους ρυθμούς μάμπο και σουίνγκ. Έξαφνα, από τους ακροατάς ακούστηκαν φωνές δυνατές που ζητούσαν να ακούσουν τον νέον σκοπόν του «Ροκ εντ Ρολλ». Οι Νέγροι σταμάτησαν να παίζουν και ρώτησαν τι σημαίνουν οι φωνές. -Ροκ εντ Ρολλ!, τους απήντησαν οι ακροαταί.

Μονομιάς, άνεμος τρελλού κεφιού φύσησε στον κόσμο. Τα μεγάφωνα μετέδιδαν τον γρήγορο, τον λαχανιασμένο, τον ανυπόμονο όσο και τρομερά υποβλητικό ρυθμό του νέου χορού. Ο κόσμος με κραυγές και χτυπώντας χέρια και πόδια κρατούσε το ρυθμό...18

Η παρουσίαση του ροκ εν ρολ από τη μπάντα του «Coral Sea» αποτέλεσε έναν σταθμό, όχι μόνο επειδή προσφέρει στον ιστορικό ένα ασφαλές χρονολογικό όριο σε ό,τι αφορά την «απαρχή» του φαινομένου στην Ελλάδα, αλλά επειδή κυριολεκτικά πυροδότησε τις συζητήσεις γύρω από τη νέα μουσική και τις κοινωνικές της προεκτάσεις. Από το τέλος του Οκτωβρίου και μετά, τουλάχιστον για το προσεχές εξάμηνο, το ροκ εν ρολ θα μονοπωλήσει το ενδιαφέρον του κοινού, αποτελώντας προσφιλές αντικείμενο σχολιασμού, κριτικής —συνήθως αρνητικής—, αλλά και εργαλείο των διαφημιστών, θέμα έμπνευσης για θεατρικές επιθεωρήσεις και ατραξιόν σε καλλιτεχνικές ή άλλες εκδηλώσεις.

18. «Ο 6ος Αμερικανικός στόλος εν δράσει στην καρδιά της Αθήνας», Έθνος, 22.10.1956.

Σελ. 57
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/70/gif/58.gif&w=600&h=915

Δίχως ίχνος υπερβολής, στα τέλη του 1956 το ροκ εν ρολ είχε μεταβληθεί σε απόλυτη μόδα και βρισκόταν παντού: στο θέατρο Ακροπόλ χορευτικά νούμερα ροκ εν ρολ παρουσιάζονταν μετά το τέλος της παράστασης Σιγά και με το μαλακό από επαγγελματίες χορευτές, όπως ο Μάνος Παπαγιάννης, με τέτοια αποδοχή από το κοινό, ώστε οι υπεύθυνοι των παραστάσεων «υποχρεώνονταν» να τροποποιήσουν τον τίτλο της επιθεώρησης σε Σιγά-σιγά και με το μαλακό και ροκ εν ρολ.19 Κινηματογράφοι της Αθήνας πρόσφεραν στους θεατές τους «ένα ξεφάντωμα από χορούς ροκ-εντ-ρολ»20 συνδυάζοντάς το ακόμη και με την προβολή ταινιών που ουδεμία σχέση είχαν με ένα αυστηρά νεανικό κοινό, όπως ήταν, για παράδειγμα, η ταινία Τρία παιδιά Βολιώτικα.21 Σε αυτήν την πρώτη περίοδο, το ροκ εν ρολ στην Ελλάδα υπήρξε περισσότερο μία μόδα, που ακολουθούσε την παράδοση των προηγουμένων μουσικών, οι οποίες κατά καιρούς είχαν κυριαρχήσει στις αθηναϊκές νύχτες, παρά μία μουσική που απευθυνόταν αποκλειστικά στους τηνέιτζερ. Το γεγονός αυτό υπογραμμίζει η παρουσία του σε ένα πλήθος κοσμικών ή εμπορικών εκδηλώσεων, όπως λ.χ. στον χορό της Εταιρείας Θεατρικών Συγγραφέων,22 στον αποκριάτικο χορό των προσκόπων23 ή στον διαγωνισμό της εταιρείας ρολογιών Venus.24

Η συναυλία της μπάντας του «Coral Sea» στο Ζάππειο και ο απόηχος που προκάλεσε, έθεσαν σε λειτουργία τη διαδικασία διάδοσης του ροκ εν ρολ, μία διαδικασία η οποία φαίνεται πως εξαρχής διακλαδώθηκε σε δύο κατευθύνσεις άμεσα εξαρτώμενες από τον τρόπο πρόσληψης της νέας μουσικής: σύμφωνα με την πρώτη οπτική, το ροκ εν ρολ συνιστούσε μία μόδα, η οποία ερχόταν να αντικαταστήσει μουσικά είδη, όπως το μάμπο, το σουίνγκ ή το τζίτερμπανγκ (jitterbung). Στο πλαίσιο της οπτικής αυτής, το ροκ εν ρολ υπήρξε μία μουσική που συνιστούσε τη νέα «τρέλα» των νέων, ωστόσο δεν απευθυνόταν αποκλειστικά σε αυτούς. Φαίνεται πως σε αυτή την πρώτη φάση χρησιμοποιήθηκαν μηχανισμοί διάδοσης που δεν ήσαν εξαιρετικά καινοτόμοι, αλλά μάλλον οικείοι, καθώς αξιοποιούσαν την εμπειρία που παρείχαν οι προηγούμενες μουσικές επιτυχίες του Μεσοπολέμου και της πρώτης μεταπολεμικής περιόδου.

Το φαινόμενο αυτό δεν συναντάται μόνο στην Ελλάδα. Στην Ιταλία λόγου χάρη, σύμφωνα με όσα έχει καταδείξει ο Alessandro Portelli, τουλάχιστον μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του '60, οπότε και εμφανίστηκαν τα πρώτα νεα-

19. «Το Ροκ Εντ Ρολ σημειώνει επιτυχία στο Ακροπόλ», Τα Νέα, 19.11.1956.

20. Βλ. διαφήμιση της ταινίας στην εφημερίδα Τα Νέα, 22.04.1957.

21. Ταινία του 1956 με πρωταγωνιστές τους Νίκο Σταυρίδη, Κώστα Χατζηχρήστο και Τιτίκα Γαϊτάνου. Προβλήθηκε στους κινηματογράφους Μοντιάλ και Κοσμοπολίτ.

22. «Ο χορός των Θεατρικών Συγγραφέων», Τα Νέα, 26.02.1957.

23. «Το ροκ εν ρολ εν πλήρει θριάμβω», Τα Νέα, 11.02.1957.

24. Διεξήχθη στον κινηματογράφο Ρεξ, βλ. σχετική διαφήμιση στην εφ. Ακρόπολη (20.12.1956).

Σελ. 58
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/70/gif/59.gif&w=600&h=915

νεανικά γκρουπ (μπάντες, δηλαδή, που όχι απλώς έπαιζαν μουσική «για νέους», αλλά αποτελούνταν από νέους σε ηλικία μουσικούς), οι μοντέρνοι ρυθμοί παίζονταν από ορχήστρες οι οποίες προέρχονταν από το τζαζ ρεπερτόριο.25 Ακριβώς το ίδιο στοιχείο συναντάται και στην Ελλάδα: το πρώτο ελληνικό συγκρότημα, οι Άνταμς Μπόις, σχηματίστηκε το 1959 στην Αθήνα —διόλου περίεργα- ως ένα «φιλόδοξο τζαζ ντουέτο»26 και τα δύο επόμενα (οι Φόρμινξ και οι Τζούνιορς) μόλις το 1962, δηλαδή τρία χρόνια κατόπιν.27 Για αρκετά χρόνια μετά την εμφάνισή του, και τουλάχιστον την πρώτη κρίσιμη περίοδο, το ροκ εν ρολ παιζόταν στην Αθήνα από μεγάλες ορχήστρες που κινούνταν σε ένα καθιερωμένο πλαίσιο ψυχαγωγίας, που περιελάμβανε κοσμικά κέντρα και ένα κοινό οπωσδήποτε όχι αυστηρά νεανικό όσον αφορά τη σύνθεσή του. Γνωστότερο σημείο συνάντησης για όσους επιθυμούσαν να ακούσουν τους νέους ρυθμούς, το περίφημο «Green Park», στο οποίο στα τέλη του 1956 διεξάγονταν καθημερινά «χορευτικά τέια» και επιδείξεις του νέου χορού κυρίως από επαγγελματίες χορευτές και υπό τους ήχους φημισμένων ορχηστρών της εποχής, όπως λ.χ. η ορχήστρα Καρδάμη.28

Έτσι, ως μόδα περαστική με ημερομηνία λήξης, το ροκ εν ρολ γινόταν από μουσική άποψη τις περισσότερες φορές αντιληπτό ως μία εξέλιξη της τζαζ χωρίς ιδιαίτερες κοινωνικές προεκτάσεις, μια μουσική μόδα που σύντομα θα έδινε τη θέση της στους επόμενους ρυθμούς που φιλοδοξούσαν να κυριεύσουν τις καρδιές και τη διασκέδαση των νέων. Μόλις δύο χρόνια αργότερα, μία σειρά από δημοσιεύματα σε διάφορα έντυπα θα προεξοφλούν το «οριστικό τέλος του ροκ εν ρολ», το οποίο (εννοείται πως) έπνεε τα λοίσθια δίνοντας τη θέση του στη νέα τρέλα που ερχόταν να κατακτήσει τους νέους, τη μουσική calypso:

Αλλά τότε τι θα απογίνη ο μεγάλος ταραξίας του 1956, το Ροκ εντ Ρολλ; αναρωτιόταν ο αρθρογράφος του περιοδικού Εικόνες. Απλούστατα θα ξεχαστή. Μήπως θυμάστε το «τσάρλεστον», το «ουάν στέπ», το «λάμπεθ γουώκ»; Και όμως η αίσθηση που είχαν κάνει στην εποχή τους δεν ήταν μικρότερη. Αυτή είναι η μοίρα των εγκόσμιων, και μάλιστα των χορευτικών,

25. Α. Portelli, «L' orsacchiotto e la tigre di carta. Il rock and roll arriva in Italia», Quaderni Storici 58 (aprile 1985), σ. 147, υποσημ. 14.

26. Ν. Δηματάτης, Get That Beat, ό.π., σ. 23.

27. Στο ίδιο, σ. 39 και 46. Για να γίνει αντιληπτή η τάξη μεγέθους θα πρέπει να αναφέρουμε ότι μόνο μέσα σε μια τριετία (1964-1966) σχηματίστηκαν στην Ελλάδα πάνω από τριάντα -άξιες αναφοράς- μπάντες, για να μην αναφέρουμε τις δεκάδες που σαν μανιτάρια ξεφύτρωναν σχεδόν σε κάθε αθηναϊκή γειτονιά. Αναλυτικά για τον σχηματισμό των συγκροτημάτων και τις κοινωνικές προϋποθέσεις του φαινομένου βλ. κεφάλαιο «"Ανέστησαν το ροκ...": η τομή των "γιεγιέδων"».

28. Βλ. διαφήμιση «Dancing Hall Γκρίην Παρκ», Τα Νια, 03.11.1956.

Σελ. 59
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/70/gif/60.gif&w=600&h=915

που εναλλάσσονται στο προσκήνιο με κινηματογραφική ταχύτητα. Και αν δεν είναι το «Καλυψώ» που θα του δώσει τη χαριστική βολή, ασφαλώς θα είναι κάτι άλλο...29

Υπήρξε όμως και ένα δεύτερο κανάλι διάδοσης, το οποίο και διαφοροποιούσε σημαντικά το ροκ εν ρολ από τις προηγούμενες μουσικές που κατά καιρούς είχαν καταστεί μόδα, αφού σε αυτό διοχετευόταν η κατεξοχήν «νεανική» διάσταση της νέας μουσικής και χορευτικής μανίας. Δεδομένου ότι η ένταξη του ροκ εν ρολ σε καθιερωμένα σχήματα ψυχαγωγίας αφορούσε περισσότερο ενήλικες, οι οποίοι και μπορούσαν να αντέξουν οικονομικά μία διασκέδαση αυτής της μορφής, οι νέοι στην πλειονότητά τους στράφηκαν σε άλλες μορφές, οικονομικά προσιτές σ' αυτούς, που τους έδιναν τη δυνατότητα να ικανοποιήσουν τις μουσικές τους επιθυμίες, και η ανάδυση των οποίων πραγματικά τη δεδομένη στιγμή αποτελούσε μία καινοτομία: τον δίσκο και τον κινηματογράφο.

3. ΕΝΑ ΝΕΟ ΟΧΗΜΑ ΔΙΑΔΟΣΗΣ: Ο ΔΙΣΚΟΣ

Η συμβολή του δίσκου στην εμφάνιση και τη διάδοση του ροκ εν ρολ υπήρξε θεμελιώδης. Υπάρχουν δύο βασικοί παράγοντες που οδηγούν στη διαπίστωση αυτή. Η πρώτη αφορά την ίδια την ανάδυση του ροκ εν ρολ ως μουσικού είδους στις Ηνωμένες Πολιτείες, μία εξέλιξη η οποία συνδέεται άρρηκτα με τη δημιουργία δεκάδων ανεξάρτητων δισκογραφικών εταιρειών, των λεγόμενων «independent companies» ή πιο απλά «indies», οι οποίες δημιούργησαν, διέδωσαν και στήριξαν εν τη γενέσει του το νέο μουσικό είδος.

Οι εταιρείες αυτές σχηματίζονταν με την προσδοκία να αξιοποιήσουν ή να καθιερώσουν καλλιτέχνες με τοπική συνήθως απήχηση και να διεισδύσουν σε αγορές με συγκεκριμένα εθνικά ή φυλετικά χαρακτηριστικά, όπως ακριβώς συνέβη με πολλές εταιρείες που στα τέλη της δεκαετίας του '40 κινήθηκαν γύρω από το λαϊκό νέγρικο τραγούδι, το ρυθμ εν μπλουζ ή το «λευκό» χίλμπιλι. Φαντάζει παράδοξο που ένα μουσικό είδος με τέτοια τεράστια επιτυχία, το οποίο ουσιαστικά αναζωογόνησε (βλ. πίνακα 6) μία μουσική βιομηχανία σε κρίση, υπήρξε απότοκο προσπαθειών και επιλογών που έγιναν όχι από τις παραδοσιακές εταιρείες με την τεράστια τεχνογνωσία, αλλά από εταιρείες με ελάχιστα οικονομικά μέσα, μηδαμινή εμπειρία και ελάχιστη πρόσβαση σε μηχανισμούς προώθησης των προϊόντων τους.

29. «Το ροκ εντ ρολλ πέθανε... Ζήτω το Καλυψώ!», Εικόνες 85 (09.06.1957), σ. 27.

Σελ. 60
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/70/gif/61.gif&w=600&h=915

ΠΙΝΑΚΑΣ 6

Πωλήσεις δίσκων στις ΗΠΑ την περίοδο 1950-1960

Έτος

Πωλήσεις δίσκων (σε εκατομμύρια δολάρια)

1950

1951

1952

1953

1954

1955

1956

1957

1958

1959

1960

189 199 214 219 213 277 377 460 511 603 600

Πηγή: Ch. Gillett, ό.π., σ. 634.

Ωστόσο, παρά τη φαινομενική υστέρηση τους σε σύγκριση με τις μεγάλες εταιρείες, που παραδοσιακά μοιράζονταν την πίτα της αγοράς, οι indies (αποδείχτηκε πως) διέθεταν πολλά πλεονεκτήματα: τα μεγέθη τους ήσαν μικρά —το στελεχιακό τους δυναμικό τις περισσότερες φορές εξαντλούνταν σε τρεις με πέντε ανθρώπους που συνήθως έκαναν όλες τις δουλειές- ενώ η έλλειψη πολύπλοκων διοικητικών δομών βοηθούσε τους ιδιοκτήτες να εμπιστευτούν το ένστικτο τους.30 Επιπλέον, το ρίσκο για την επένδυση σε έναν νέο καλλιτέχνη δεν ήταν μεγάλο. Οι εταιρείες αυτές είχαν μικρά έξοδα,31 και αρκούσε μία επι-

30. Είναι χαρακτηριστική η περίπτωση της King Records. Η τελευταία ιδρύθηκε από τον Syd Nathan στα τέλη της δεκαετίας του '40, όταν αυτός εγκατέστησε μερικά μηχανήματα σε ένα εγκαταλελειμμένο σπίτι στο Σινσινάτι. Το πλεονέκτημα της King Records ήταν ότι μπορούσε να παράγει δίσκους μόνη της, χωρίς να είναι υποχρεωμένη να πληρώνει μεγάλα ποσά σε άλλες εταιρείες για την παραγωγή. Τη δεκαετία του '50 μεταβλήθηκε σε μια από τις μεγαλύτερες ανεξάρτητες δισκογραφικές εταιρείες έλκοντας ονόματα του ρυθμ εν μπλουζ, όπως τους Dominoes, την Otis Williams, τον James Brown και άλλους. Παρόμοια είναι και η περίπτωση της Atlantic Records, η οποία ιδρύθηκε το 1947 από τον Ahmet Ertegun με αρχικό κεφάλαιο μόλις πεντακόσια δολάρια. Η Atlantic στην πορεία εξελίχθηκε σε μια από τις μεγαλύτερες εταιρείες παραγωγής δίσκων παγκοσμίως (βλ. http:// members. aol.com/vocalgroups/labels.html, τελευταία επίσκεψη: 13.8.2006).

31. Τα έξοδα των μικρών ανεξάρτητων εταιρειών συνήθως περιελάμβαναν το ενοίκιο της εταιρείας, τον μισθό όσων απασχολούνταν σε αυτήν, την αμοιβή των καλλιτεχνών, τα έξοδα της ηχογράφησης και τα δώρα που δίνονταν σε d.j. τοπικών ραδιοσταθμών με σκοπό την προώθηση των τραγουδιών τους.

Σελ. 61
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/70/gif/62.gif&w=600&h=915

επιτυχία της τάξεως των λίγων χιλιάδων δίσκων, για να αποφέρει η επένδυσή τους κέρδη ή έστω να μην αποβεί ζημιογόνα. Σε αντίθεση με τις indies, οι μεγάλες εταιρείες με την πολυδαίδαλη δομή τους και το πολυπληθές ανθρώπινο δυναμικό τους έπρεπε να διασφαλίσουν πωλήσεις δεκάδων χιλιάδων δίσκων, για να θεωρήσουν έναν δίσκο επιτυχημένο. Αυτό ίσως εξηγεί για ποιο λόγο και δεν επένδυσαν στο ροκ εν ρολ, παρά μόνο μετά το 1957, όταν δηλαδή φαινόταν πια ότι αυτό αποτελούσε κάτι παραπάνω από μια περαστική μόδα.

ΠΙΝΑΚΑΣ 7

Ροκ εν ρολ επιτυχίες στο top-10 του Billboard (1955-1959)

Ροκ εν ρολ επιτυχίες στο top-10 του Billboard (1955-1959)

Είδος εταιρείας

1955

1956

1957

1958

1959

Μεγάλη

3

9

14

11

9

Ανεξάρτητη

5

10

29

28

29

Σύνολο

8

19

43

39

38

Πηγή: Ch. Gillett, ό.π., σ. 634.

Πηγή: Ch. Gillett, ό.π., σ. 634.

Η ανακάλυψη, ωστόσο, ενός μουσικού είδους από μόνη της, δεν αρκούσε για να δημιουργήσει μία αγορά η οποία να περιλαμβάνει αποκλειστικά εφήβους. Η ύπαρξη της τελευταίας αποτελεί οπωσδήποτε μια σημαντική εξέλιξη που συνδέεται με την εμφάνιση του ροκ εν ρολ, αν και συνήθως υποβιβάζονται οι απαρχές της, ίχνη της οποίας είναι εμφανή ήδη από τη δεκαετία του '30.32 Παρ' όλα αυτά, η ύπαρξη μιας μουσικής η οποία να απευθύνεται σε μία ομάδα «πελατών» συγκροτημένη στη βάση της ηλικίας ή πιο σωστά η γενίκευση και καθιέρωση της πρακτικής αυτής, υπήρξε μια πραγματικότητα που έκανε την εμφάνιση της τη δεκαετία του '50 και η οποία οφείλει πολλά στην ανακάλυψη του δίσκου των 45 στροφών.

Ο δίσκος αυτός, γνωστός και ως σινγκλ (single), υπήρξε η «απάντηση» της RCA, το 1949, στην καθιέρωση του δίσκου βινυλίου των 331/3 στροφών (ή 33, όπως είναι πιο γνωστός) από την Columbia ένα χρόνο νωρίτερα. Με τον τελευταίο, η Columbia έφερνε μια πραγματική επανάσταση στον χώρο της

32. Όπως αναφέρει ο Keir Keightley, μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του '30 τα τραγούδια της popular music στις ΗΠΑ απευθύνονταν σε ένα κοινό μη διαφοροποιημένο ηλικιακά. Ωστόσο, από τα τέλη της δεκαετίας άρχισε να γίνεται αντιληπτή η δημιουργία υποομάδων, στις οποίες και άρχισαν να απευθύνονται πια διαφορετικά τραγούδια. Ήδη το 1939 ορισμένοι κριτικοί σημείωναν πως κάποια τραγούδια των Big Bands μπορούσαν να γίνουν «κατανοητά» μόνο από ακροατήρια εφήβων (Κ. Keightley, «Reconsidering rock», ό.π., σ. 112).

Σελ. 62
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/70/gif/63.gif&w=600&h=915

δισκογραφίας, καθώς εισήγαγε ένα δίσκο πολύ πιο ανθεκτικό από το εύθραυστο σελάκ που διαδέχθηκε, και ο οποίος μπορούσε να περιλαμβάνει τουλάχιστον μισή ώρα μουσικής σε κάθε πλευρά του: όχι άδικα, ο δίσκος των 33 στροφών ονομάστηκε Long Playing ή πιο απλά LP. Ο δίσκος των 45 στροφών βασιζόταν κι αυτός στο βινυλιο, αξιοποιούσε τις δυνατότητές του, καθώς ήταν εξίσου ανθεκτικός με τον δίσκο των 33 στροφών, όμως η κάθε του πλευρά περιείχε μόνο ένα τραγούδι, γεγονός που μείωνε κατά πολύ την τιμή του.33

Η ανακάλυψη και εισαγωγή στο εμπόριο του δίσκου των 45 στροφών από την ανταγωνίστρια RCA υπήρξε καταλυτική για την παγίωση της διχοτόμησης που ήδη από τη δεκαετία του '40 παρατηρούνταν στην αγορά της popular music στις ΗΠΑ με βασικό κριτήριο την ηλικία των αγοραστών: οι έφηβοι καθιερώθηκαν ως μία αυτόνομη ομάδα, το LP άρχισε να προβάλλεται ως ο δίσκος που απευθυνόταν σε όλη την οικογένεια, ενώ το οικονομικότερο σινγκλ ως ο δίσκος που προοριζόταν για τις επιτυχίες της εποχής, γραμμένες κυρίως για τους τηνέιτζερ.34 Το σινγκλ, σύμφωνα με τα όσα γράφει ο Michael Ocks στην εισαγωγή του βιβλίου του, στα μάτια των εφήβων που συνωστίζονταν γύρω από τα τζούκμποξ φάνταζε «νεανικό φλερτ», όταν το LP φάνταζε «σχέση».35

Η ελληνική νεολαία ευθυγραμμίστηκε άμεσα με την εξέλιξη αυτή και το δισκάκι των 45 στροφών αναδείχθηκε σε δυνατότητα διασκέδασης, εναλλακτική από αυτήν που προσέφεραν τα φημισμένα και ακριβά κέντρα διασκεδάσεως της εποχής. Η εμφάνιση ενός συνόλου εφήβων που ανέπτυξαν (καταρχήν μουσικές και αισθητικές) προτιμήσεις έχοντας ως σημείο αναφοράς τους το ροκ εν ρολ, φαίνεται πως οφειλόταν σε μεγάλο βαθμό στις δυνατότητες που παρείχε η ευκολία απόκτησης του δίσκου των 45 στροφών, καθώς και του πικάπ που αποτελούσε προϋπόθεση αναπαραγωγής του. Στα μέσα της δεκαετίας του '50 και

33. Στα μέσα της δεκαετίας του '50 το σινγκλ κόστιζε στις ΗΠΑ 89 σεντς, όταν το LP κόστιζε 3,98 δολάρια (Μ. Ocks, Classic Rock Covers, Κολωνία 2001, σ. 6-7). Για να αντιληφθούμε την τάξη μεγέθους, ας αναφέρουμε ότι με βάση την μετατροπή που μπορεί να κάνει κανείς στην ιστοσελίδα του American Institute for Economic Research, 89 σεντς το 1956 αντιστοιχούν σε 6,18 δολάρια του έτους 2004 και 3,98 δολάρια του 1956 σε 27,63 δολάρια του 2004 («AIER Cost-of-Living Calculator», στο http://www.aier.org/cgiaier/colcalculator.cgi, τελευταία επίσκεψη: 08.02.2005).

34. Κ. Keightley, ό.π., σ. 113.

35. Γράφει σχετικά ο Michael Ocks: «For a number of reasons, albums seemed much more adult than singles. [...] Albums expanded the aural experience with a visual. Albums were 5 inches bigger and 4 times more expensive. Finally, you could hold the album cover while listening to the music and the music played for almost 20 minutes before you had to change the record. No comparison: one was an affair, while the other was a relationship» (M. Ocks, ό.π·., σ. 7).

Σελ. 63
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/70/gif/64.gif&w=600&h=915

τα δύο ήσαν απολύτως προσιτά, τουλάχιστον για τα μεσαία στρώματα του πληθυσμού, και η απόκτησή τους φαίνεται πως υποκίνησε την ανάπτυξη μίας «μόδας» γύρω από την ακρόαση μοντέρνων ρυθμών:

Τότε μόλις είχαν αρχίσει να κυκλοφορούν τα πρώτα πικάπ, που ήταν προσιτά. Δηλαδή ένα πικαπάκι μπορούσαν να σου το κάνουν δώρο. Τα Γκάραρντ...! Μου πήρε ένα εμένα η μάνα μου, για παράδειγμα... Από τη στιγμή που άρχιζες να έχεις πικαπάκι, το οποίο ήταν μεγάλη υπόθεση, άρχιζες να κάνεις οικονομίες μετά να αγοράσεις δίσκους ή να ανταλλάξεις δίσκους με φίλους ή να σου φέρουν δίσκους δώρο, αντί να σου φέρουν δώρο μια γραβάτα στα γενέθλιά σου... Κι άρχισε σιγά-σιγά να κινείται μια ιστορία με τους δίσκους. Κι όταν λέμε δίσκους μιλάμε για δίσκους που συγκινούσαν τη νέα γενιά. Πηγαίναμε στα πρώτα δισκάδικα να βρούμε τον τάδε δίσκο του Πρίσλεϋ ή δεν ξέρω 'γω ποιανού, που ακολουθούσανε μετά. Αυτά όλα ανησυχούσανε τους γονείς...36

Υπήρχαν δύο τύποι πικάπ που έπαιζαν δισκάκια των 45 στροφών. Τα κλασικά πικάπ, τα οποία ο χρήστης ήταν υποχρεωμένος να συνδέσει με κάποιο ραδιόφωνο ώστε να ακούσει το τραγούδι του δίσκου και τα ηλεκτρόφωνα. Τα ηλεκτρόφωνα, αντίθετα από τα πικάπ, ήσαν φορητά, εγκλείονταν σε μια μικρή «βαλίτσα» για να μεταφέρονται εύκολα και έφεραν ενσωματωμένο ενισχυτή και μεγάφωνο. Παρά την (ακριβότερη από τα απλά πικάπ) τιμή τους αποτελούσαν ένα αντικείμενο πόθου και ιδανικό «εργαλείο» για τα πάρτι και τις εκδρομές. Αντίθετα, τα απλά πικάπ ήσαν πιο προσιτά και πάνω τους πρέπει να στήθηκε η μόδα της ακρόασης του ροκ εν ρολ. Αν οι διαφημίσεις στον Τύπο μας δίνουν μία αίσθηση της πραγματικότητας, τα Γκάραρντ (Garrard) πρέπει να ήσαν από τα πιο διαδεδομένα πικάπ της εποχής κοστίζοντας τον Σεπτέμβριο του 1956 γύρω στις χίλιες τετρακόσιες δραχμές.37 Αυτό επέτρεψε σε πολλούς εφήβους να αγοράσουν -ή συχνότερα να ζητήσουν ως δώρο από τους γονείς τους- ένα τέτοιο πικάπ. Η παρακάτω αφήγηση μας δίνει μια εικόνα για τον τρόπο με τον οποίον ξεκίνησε σταδιακά η πρακτική της αγοράς δίσκων ροκ εν ρολ στην Ελλάδα:

Ο καθένας όλο και κάτι είχε, όλο και κάτι μάζευε, όλο και κάτι του χάριζαν. Εγώ θυμάμαι το 1957, δηλαδή εγώ ήμουνα δέκα έξι και ο αδερφός μου δέκα τρία, μας πήραν οι γονείς μας ένα πικάπ που συνδεόταν με το ραδιόφωνο του σπιτιού. Πήραμε πικάπ, πήραμε επιπλάκι που να δεχτεί το πικάπ, για να είναι προστατευμένο, και τη χρονιά εκείνη τα Χριστούγεννα

36. Συνέντευξη Μιχάλη Παπαγιαννάκη, 21.07.2004.

37. Βλ. σχετικά διαφήμιση των Garrard στην εφημερίδα Τα Νέα, 01.09.1956.

Σελ. 64
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/70/gif/65.gif&w=600&h=915

εγώ εξασφάλισα απ' όλους τους συγγενείς, θείους, μπαρμπάδες και λοιπά,

ότι θέλω δώρο δισκάκια. Και άρχισα να μαζεύω τέτοια πράγματα...38

Το ροκ εν ρολ διαδόθηκε στην Ελλάδα μέσα από τους δίσκους των 45 στροφών, η πώληση των οποίων ήταν δυνατή σε ορισμένα κεντρικά δισκοπωλεία της Αθήνας, τα οποία και έκαναν εισαγωγές των καινούργιων δίσκων του Πρίσλεϋ ή των άλλων αστέρων της εποχής. Στην πρώτη αυτή περίοδο (τέλη 1956 - αρχές 1957), ο μηχανισμός της εμπορικής προώθησης του ροκ εν ρολ δεν ήταν αρκετά ανεπτυγμένος,39 καθώς φαίνεται πως τα δισκοπωλεία κατά βάση επιχείρησαν να αξιοποιήσουν τη λατρεία της νεολαίας για τη νέα μουσική. Ένα χαρακτηριστικό επεισόδιο της διαδικασίας αυτής υπήρξε ο χορός που διοργάνωσαν τα καταστήματα «Δισκοφίλ» (Discophile) με την ευκαιρία της εισαγωγής των νέων δίσκων του Έλβις Πρίσλεϋ.

Ο χορός αυτός πραγματοποιήθηκε στις 4 Νοεμβρίου του 1956 στο κοσμικό κέντρο διασκέδασης «Chez-Nous». Τρεις ημέρες πριν, σύμφωνα με όσα γράφει ο Τύπος, ένα κιβώτιο που περιείχε τις τελευταίες επιτυχίες του Πρίσλεϋ είχε καταφτάσει στο λιμάνι του Πειραιά για λογαριασμό των διοργανωτών της εκδήλωσης και η «Δισκοφίλ» επιχείρησε να αξιοποιήσει εμπορικά τα κύματα του ενθουσιασμού που είχε προκαλέσει στους «ροκεντρολλιστάς» η παραπάνω είδηση. Προσκλήσεις τυπώθηκαν και εστάλησαν, το νέο φαίνεται πως κυκλοφόρησε με καταπληκτική ταχύτητα, και την Κυριακή το πρωί εκατοντάδες νέοι, αγόρια και κορίτσια, βρέθηκαν στο «Chez-Nous», όπου επί δύο ώρες χόρευαν ασταμάτητα.40 «Το τι έγινε στη συγκέντρωσι είνε αδύνατο να περιγραφή», σχολιάζει έκπληκτος ο αρθρογράφος της Ακροπόλεως. «Μια ομαδική υστερία κατέλαβε τους συγκεντρωθέντας, οι οποίοι χόρεψαν επί δύο ολόκληρες ώρες, ενώ άκουγαν την φωνή του Πρέσλεϋ να τραγουδά στίχους όπως: "Μετάγγισις, μετάγγισις! Ελαττώθηκαν τα ερυθρά αιμοσφαίριά μου και χάνομαι. Μετάγγισις!"».41

38. Συνέντευξη Μανόλη Αναστασιάδη, 06.08.2004.

39. «Ανεπτυγμένος» με βάση τα σημερινά δεδομένα. Βεβαίως εξετάζοντας την ιστορία του ροκ εν ρολ θα πρέπει να είμαστε έτοιμοι να ξεχάσουμε οποιαδήποτε εικόνα έχουμε σχηματίσει στο μυαλό μας με βάση τη συσσωρευμένη εμπειρία των πρόσφατων δεκαετιών. Στα μέσα της δεκαετίας του '50 η ίδια η έννοια της φράσης «ακούω μουσική» είχε ιδιαίτερο νόημα, καθώς ήταν εξαιρετικά περιορισμένη. Αντίθετα με σήμερα, που μουσική μπορεί να ακούσει κανείς οπουδήποτε (στο αυτοκίνητο, σε δημόσιους χώρους κλπ), το '50 η ακρόαση της μουσικής ήταν μία αυστηρά προσωπική υπόθεση —άρα και επιλογή στο μέτρο του δυνατού—, η οποία εν πολλοίς εξαντλούνταν στη δυνατότητα που έδινε το ραδιόφωνο (συνέντευξη Μ. Παπαγιαννάκη, 21.07.2004).

40. «Ενώπιον εκατοντάδων θεατών: Οι οπαδοί του Ροκ εντ Ρολ έδωσαν χθες εις κοσμικόν κέντρον τον πρώτο χορό τους», Απογευματινή, 05.11.1956.

41. «Έξαλλοι νεαροί Αθηναίοι χωρίς... ερυθρά αιμοσφαίρια... "πέθαναν" εις τον ρυθμόν του Ροκ-εντ-Ρολλ», Ακρόπολις, 06.11.1956.

Σελ. 65
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/70/gif/66.gif&w=600&h=915

4. Ο ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ

Αν εκδηλώσεις όπως αυτές του δισκοπωλείου «Δισκοφίλ» ή τα μουσικά πρωινά που διοργάνωνε ο Γιώργος Οικονομίδης42 αποτελούσαν μία αφορμή συνάντησης για τους οπαδούς του ροκ εν ρολ και επίδειξης των χορευτικών τους ικανοτήτων, ο βασικότερος δίαυλος για τη διάδοση του ροκ εν ρολ φαίνεται πως υπήρξε ο κινηματογράφος. Η σημασία για την εξάπλωση του ροκ εν ρολ σε παγκόσμια κλίμακα υπήρξε τεράστια και βασικοί «υπεύθυνοι» για την εξέλιξη αυτή υπήρξαν οι δεκάδες ταινίες που προβλήθηκαν μετά το 1956 και είχαν ως θέμα τους τη μουσική ροκ εν ρολ. Οι ταινίες αυτές αποτελούσαν εξέλιξη ενός ενδιαφέροντος που, όπως είδαμε, είχε αναπτύξει το Χόλιγουντ σχετικά με τα προβλήματα που είχαν ή δημιουργούσαν οι νέοι με τη συμπεριφορά τους στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του '50.

Το ενδιαφέρον του Χόλιγουντ για τη νεολαία δεν υπήρξε άμοιρο των γενικότερων οικονομικών και πολιτισμικών εξελίξεων της πρώτης μεταπολεμικής περιόδου. Πράγματι, αμέσως μετά τη λήξη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου ο κινηματογράφος στις ΗΠΑ φαίνεται πως πέρασε μία μεγάλη οικονομική κρίση. Η επιβολή δασμών στις αμερικανικές κινηματογραφικές ταινίες που επέβαλαν πολλές χώρες πέραν του Ατλαντικού, αλλά και ο σχηματισμός δεκάδων μικρών «ανεξάρτητων» εταιρειών εντός της χώρας, που ευνοήθηκε από σχετικά φορολογικά «παραθυράκια» της αμερικανικής νομοθεσίας, οδήγησε πολλές μεγάλες εταιρείες του Χόλιγουντ σε οικονομικό αδιέξοδο. Η εμφάνιση της τηλεόρασης επέτεινε το πρόβλημα, καθώς οδήγησε σε σημαντική μείωση του αριθμού των εισιτηρίων των κινηματογράφων.43

Σε μια κίνηση απελπισίας, οι ιθύνοντες των μεγάλων κινηματογραφικών εταιρειών άρχισαν να διαθέτουν μεγάλα «πακέτα» με ταινίες τους στα τηλεο-

42. Ο Γιώργος Οικονομίδης, γνωστός κονφερασιέ της εποχής και οργανωτής των περίφημων «μουσικών πρωινών», υπήρξε από τους πρώτους που προσπάθησαν να αξιοποιήσουν την αγάπη της νεολαίας για το ροκ εν ρολ. Τον Νοέμβριο του 1956 μάλιστα, ξεκίνησε τα μουσικά πρωινά της σαιζόν στο θέατρο «Ακροπόλ» οργανώνοντας επίδειξη του νέου χορού με παράλληλη «δίκη» της νέας «τρέλας» των νέων. Το αποτέλεσμα ήταν να «καταδικαστεί» ο χορός από την πλειοψηφία των παρευρισκομένων εν μέσω αποδοκιμασιών των φίλων του ροκ εν ρολ που υποχρέωσαν τον ιδιοκτήτη του «Ακροπόλ» Β. Μπουρνέλλη να μην επιτρέψει στο εξής την τέλεση μουσικών πρωινών στο θέατρο του («Το Ροκ εν Ρολ δημιουργεί επεισόδια», Τα Νέα, 12.11.1956)

43. Το 1951 δεκάδες κινηματογράφοι έκλεισαν εξαιτίας της επέλασης της τηλεόρασης (εκατόν τριάντα τέσσερις μονάχα στην Καλιφόρνια). Ακόμη και σε πόλεις με μόνον έναν τηλεοπτικό σταθμό, οι μετρήσεις έδειχναν πτώση της επισκεψιμότητας στους κινηματογράφους από 20 έως και 40% (Μ. Baers, «The Fifties: Gale Encyclopedia of Popular Culture», στο http:// www.findarticles.com/cf_0/glepc/tov/2419100441/pl/article.jhtml7term = , τελευταία επίσκεψη: 22.01.2006).

Σελ. 66
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/70/gif/67.gif&w=600&h=915

τηλεοπτικά κανάλια, αφήνοντας έτσι τους ιδιοκτήτες των κινηματογράφων δίχως καινούργιο υλικό. Αυτό είχε ως συνέπεια να στραφούν οι τελευταίοι, εξ ανάγκης σε μεγάλο βαθμό, στις μικρές κινηματογραφικές εταιρείες, οι οποίες καλλιεργούσαν ένα συγκεκριμένο είδος ταινιών, γνωστό ως «exploitation picture», η θεματολογία του οποίου περιελάμβανε κοινωνικά θέματα με προσδοκώμενη απήχηση κυρίως στο νεανικό κοινό: το ροκ εν ρολ βρήκε εύκολα τη θέση του σε αυτήν, δίπλα σε άλλα προσφιλή θέματα της εποχής, όπως η νεανική παραβατικότητα ή η έλευση εξωγήινων όντων. Επρόκειτο για μία διαδικασία που είχε εκπληκτικές ομοιότητες με ό,τι περίπου την ίδια εποχή συνέβη στον χώρο της μουσικής βιομηχανίας, και την οποία ο Thomas Doherty στη θεμελιώδη μελέτη του για την ανάδυση των νεανικών ταινιών τη δεκαετία του '50, εύστοχα έχει χαρακτηρίσει «juvenilization of American movies».44

Ο Ατίθασος και ο Επαναστάτης χωρίς Αιτία με την εισπρακτική επιτυχία που γνώρισαν, «επισημοποίησαν» την αυτονομία της «νεανικής ταινίας» και εξακόντισαν το είδος αυτό σε ολόκληρο τον πλανήτη.45 Μία πρωτόγνωρη «τρέλα» κατέλαβε τους νέους, ιδίως τις κοπέλες, για τους πρωταγωνιστές των δύο ταινιών, οι οποίοι μεταβλήθηκαν σε είδωλα της νεολαίας,46 και η επιτυχία των οποίων προοιωνιζόταν την «τρέλα» που θα καταλάμβανε τους νέους λίγο αργότερα για τους καλλιτέχνες του ροκ εν ρολ. Το παρακάτω επεισόδιο είναι χαρακτηριστικό: στο Παρίσι στα μέσα της δεκαετίας του '50 τριάντα μαθήτριες έ-

44. Τ. Doherty, Teenagers and Teenpics: The Juvenilization of American Movies in the 1950s, Φιλαδέλφεια 1988.

45. Για τις κοινωνικές προϋποθέσεις της εμφάνισης «ηρώων» της νεολαίας στις Ηνωμένες Πολιτείες τη δεκαετία του '50, το περιεχόμενο της έννοιας «προσωπική φυγή», καθώς και την εγγραφή του φαινομένου αυτού σε ευρύτερες εξελίξεις στον χώρο της τέχνης, βλ. J. Hartt, «Speeding Toward Death. Neal Cassady, Charlie Parker and Escape in the 1950s», στο http://www.honors.umd.edu.HONR269J/projects/hartt.html, τελευταία επίσκεψη: 25.01.2005.

46. Ο Τύπος κατέγραψε με έκπληξη τη λατρεία των νέων για τον Τζέιμς Ντην. Σε πολυσέλιδο αφιέρωμα τους οι Εικόνες δημοσίευαν επιστολές θαυμαστριών, οι οποίες ικέτευαν για να αποκτήσουν προσωπικά αντικείμενα του αμερικανού ηθοποιού: «Σας παρακαλώ στείλτε μου ένα τόσο δα κομματάκι από τα ρούχα του [... ] ώστε να λέω ότι έχω κάτι από αυτόν. Στείλτε μου έστω και μια τρίχα από τα μαλλιά του όταν ήταν μικρούλης. Δεν με νοιάζει τι θα μου στείλετε, φθάνει να είναι κάτι απ' αυτόν!», έγραφε χαρακτηριστικά μία θαυμάστριά του. Αξίζει να σημειωθεί ότι γύρω από τον Τζέιμς Ντην στήθηκε μία δραστηριότητα που στόχευε στην εμπορική αξιοποίηση της φήμης του και την οποία θα συναντήσουμε αργότερα στην περίπτωση αστέρων του ροκ εν ρολ, όπως ο Πρίσλεϋ. Ο αρθρογράφος των Εικόνων γράφει πως στο εμπόριο μπορούσε να βρει κανείς πλαστικά, μαρμάρινα και χάλκινα ομοιώματα της κεφαλής του Τζέιμς Ντην, τα οποία πωλούνταν αντί πέντε, τριάντα και εκατόν πενήντα δολαρίων αντίστοιχα («Παραλήρημα γύρω από ένα νεκρό αγόρι», Εικόνες 68 (11.02.1957).

Σελ. 67
http://www.iaen.gr/includes/resources/auto-thumbnails.php?img=/home/www.iaen.gr/uploads/book_files/70/gif/68.gif&w=600&h=915

έστειλαν επιστολή στον ιδιοκτήτη τοπικού κινηματογράφου παρακαλώντας τον να αλλάξει τις ημερομηνίες προβολής του Επαναστάτη χωρίς Αιτία, ώστε να μπορέσουν να παρακολουθήσουν την ταινία πριν ξεκινήσουν οι διακοπές του σχολείου. Αυτός συμφώνησε. Δεν θα μπορούσε να κάνει διαφορετικά, αφού οι συγκεκριμένες μαθήτριες είχαν ήδη παρακολουθήσει την ταινία δεκαπέντε φο-

ρές...47

Η ανάδυση της νεολαίας τη δεκαετία του '50 ως μιας αυτόνομης κοινωνικής ομάδας με τα δικά της πολιτισμικά προτάγματα, τα δικά της «πολιτιστικά σύμβολα ταυτότητας»48 και τις δικές της μουσικές ή αισθητικές προτιμήσεις, παγιώθηκε με την εξάπλωση του ροκ εν ρολ, ωστόσο οι απαρχές της φαίνεται πως υπάρχουν στην επιρροή που άσκησαν οι εμβληματικές φιγούρες του Μάρλον Μπράντο και του Τζέιμς Ντην: στη Σουηδία νεαροί ντυμένοι με τζιν και τζάκετ, οι αποκαλούμενοι από τις αρχές «Dean-agers», κυκλοφορούσαν με σκούτερ στους δρόμους προκαλώντας κύματα ανησυχίας, έναν προάγγελο, δίχως άλλο, της ανησυχίας που θα προκαλούσαν στις δυτικές κοινωνίες οι οπαδοί του ροκ εν ρολ. Στην Τσεχοσλοβακία οι «pàsek», νεαροί που προσπαθούσαν να μοιάσουν στον Τζέιμς Ντην, στέκονταν στην πλατεία Wenceslaus της Πράγας μασώντας τσίχλα και κοιτάζοντας ανέμελα τους περαστικούς.49 Οι διεθνείς διαστάσεις που γνώριζε η αποδοχή των δύο καλλιτεχνών ήταν τεράστια, γεγονός που εξαρχής καταγράφηκε ως ένα στοιχείο με ιδιαίτερο ενδιαφέρον: από τα περίπου έξι χιλιάδες γράμματα που κατέφθαναν για τον Τζέιμς Ντην κάθε μήνα στο Χόλιγουντ στα γραφεία της Warner Brothers, τα μισά προέρχονταν από το εξωτερικό.50

Η επιτυχία που γνώρισε με τη Ζούγκλα του Μαυροπίνακα το ροκ εν ρολ, ώθησε τις κινηματογραφικές εταιρείες να ασχοληθούν για πρώτη φορά συστηματικά με το νέο μουσικό είδος. Η τοποθέτηση της μουσικής στον πυρήνα μιας ταινίας υπήρξε ουσιαστικά μια πρωτοτυπία του ροκ εν ρολ, καθώς η πρώτη ταινία που μπορεί να θεωρηθεί «μουσική» είχε γυριστεί μόλις το 1955 και σε αυτήν συμμετείχε ένα πλήθος καλλιτεχνών του μπλουζ και του ρυθμ εν μπλουζ. Το στοιχείο που διαφοροποιούσε τις ροκ εν ρολ ταινίες (rock and roll movies) από άλλες του παρελθόντος, όπως λ.χ. τα μιούζικαλ, ήταν το γεγονός ότι πλέον η μουσική δεν αποτελούσε ένα παραπληρωματικό στοιχείο της

47. Η. Kureishi, The Faber Book of Pop, Λονδίνο 1995, σ. 60, δημοσιεύεται στο R. Julian, «Teen Movies. A case study of a form of popular culture», στο http://hsc.csu. edu.au/pta/scansw/teen.html, τελευταία επίσκεψη: 13.01.2006.

48. E. Hobsbawm, Η εποχή των άκρων. Ο σύντομος εικοστός αιώνας 1914-1991, μετάφρ. Βασίλης Καπετανγιάννης, Αθήνα 1997, σ. 421.

49 Τ. Ryback, Rock Around the Block, ό.π., σ. 10.

50. R. Julian, «Teen Movies. A case study of a form of popular culture», στο http://hsc.csu.edu.au/pta/scansw/teen.html, τελευταία επίσκεψη: 13/01/2006.

Σελ. 68
Φόρμα αναζήτησης
Αναζήτηση λέξεων και φράσεων εντός του βιβλίου: Ήχοι και απόηχοι. Κοινωνική ιστορία του ροκ εν ρολ φαινομένου στην Ελλάδα, 1956-1967
Αποτελέσματα αναζήτησης
    Ψηφιοποιημένα βιβλία
    Σελίδα: 49
    

    ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ Η ΕΛΕΥΣΗ ΤΟΥ ΡΟΚ ΕΝ ΡΟΛ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ