Creator/Author:Παπαθανασίου, Μαρία
Title:Growing up in Mountainous Regions
Subtitle:Children and Childhood in Krokylio, Doris, Greece, during the 20th century`s first decades
Title of Series:Historical Archive of Greek Youth
Nr. within series:38
Place of Publication:Athens
Publisher:General Secretariat for Youth
Date of Publication:2003
Nr. of vol.:1 volume
Subject:Mentalities and Behaviour
Social integration
Spatial coverage:Krokylio, Doris, Greece
Temporal coverage:αρχές 20ού αι.
Description:During the last two decades fundamental work on the history of childhood has been carried out in Greece, concentrating mainly on social care and educational politics in regard to children. This study is rather a history of childhood «from below». It examines childhood in rural Greece, during the early twentieth century and the interwar period. It deals with children's everyday lives, experiences and socialization processes in Krokylio, a mountain village in central mainland Greece. Main research on the subject was financed within the context of the project «Istoriko Archio Ellinikis Neolaias» («Historical Archives of Greek Youth» at the Center of Modern Greek Studies/National Research Center) and conducted from May 1997 to June 1998. On a first level the book tackles fundamental questions in the history of childhood: What it meant to be a child in the society under study? How did villagers perceive «childhood»? How long did the state of childhood last? In which ways did gender and the social state of the family affect child-rearing and the experience of childhood? On a second level it traces the relation between urbanization processes and child-rearing as well as childhoodexperience in rural Greece. Oral evidence is the key source (combined with fieldwork): 40 open interviews held by the author with 22 men and 18 women from different social groups. In addition to this, the book draws on various archival sources: a population register held probably since 1915 and throughout the interwar period, sparse evidence from various school archives regarding principally the 1920s and the 1930s, church birth and marriage registers dating from the late 1920s, another civil birth register for the period between 1914 and 1935 as well as two civil death registers covering 1922 to 1925 and 1932 to 1937 (all three, namely the birth and the two death registers, actually contain very poor evidence on the period before 1930). Furthermore the study makes use of social and economic data gathered by a villager of the post-second world war generation, the economist Dr. Paraskevas Bakarezos, US Internet archives on migration (since many villagers migrated to the US during the early 20th century), of a few (available) notary records as well as of various published sources. Questions, sources, methodology (including remarks on memory construction as well as oral history theory and techniques) are dealt with in the introductory chapter. Four chapters constitute the main part of the book. The first one, titled «Economy, Society, Population», examines social and economic structures in the village in relation to the evolution of greek society and economy. The second chapter, called «Between old and new life patterns: Childhood in the family», examines children's contribution to family economy and their material living conditions, as well as interpersonal relations within families and aspects of child-rearing in the village. The third chapter, titled «Towards future: School», deals with the value of school education in villagers' eyes, as well as with school experience, regarding learning, social control and corporal punishments. The fourth chapter, called «Ties to dismantling structures - Cultural Expressions» examines children within the context of social life and habits in the village as well as aspects of children's culture, especially play. The last, short, concluding chapter summarizes research results and stresses the need for further research, comparing childhhood(s) in different rural regions. The book argues that: a) Since children and, in general, young adolescents were attributed specific rights and tasks as they grew up, rural society recognized the existence of childhood. However, the idea of childhood as a strictly separate age period in villagers' life was promoted by school mechanisms, b) Children lived between traditional and urban patterns, in a world which was at once closed and open. It was closed because it preserved traditional social structures and mentalities, which were reflected in social events as well as in children's play (and were also reinforced by it). It was open due to its poverty, its infertile soil, and low productive livestock, that led people to transatlantic and internal migration and brought villagers in contact with urban, modern living patterns. Although most villagers would have preferred to abandon rural life, the structural social and economic problems of the interwar period did not permit this. Families seem to have been trapped in a curious present, between a past without future and a future not ample enough to allow for structural changes. For the mountain rural society school education of its offspring was the way out of the impasse. But this was a dominant social ideal, not the dominant social reality. Children of those who had a steady monetary income had a greater chance of completing their school education; children of shepherds had barely any chance, due to shepherds' demanding and isolating working and living patterns. Above all, boys had far more chances of completing their education than girls. And those who would manage it, would become vehicles of their families' urbanization and living patterns. In a way girls expressed the link to traditional social structures, whereas a considerable number of boys (but not all boys or most boys) expressed the slow disintegration of such structures. To integrate the history of childhood and the family in general, into Greek social history, addressing such crucial questions as the urbanization process and comparing cases of, say, different mountain village societies could be really fruitful.
License:This book in every digital format (PDF, GIF, HTML) is distributed under Creative Commons Attribution - NonCommercial Licence Greece 3.0
The book in PDF:Download PDF 24.57 Mb
Visible pages: 0-19 από: 395
Current page:



Παιδιά και παιδική ηλικία στο Κροκύλειο Δωρίδας τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα


———————————— 38 —————————————


ΑΘΗΝΑ 2003

p. 0 01 - 0002.htm


p. 1 01 - 0002.htm


p. 2

μεγαλωνοντας στον ορεινο χωρο

Παιδιά και παιδική ηλικία στο Κροκύλειο Δωρίδας τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα

p. 3


© ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΝΕΑΣ ΓΕΝΙΑΣ Αχαρνών 417, Τ.Θ. 1048, 111 43 Αθήνα Τηλ. 210.25 99.485, Fax 210.25 99 302

ISBN 960-7138-29-5

p. 4

μαρια παπαθανασιου


Παιδιά και παιδική ηλικία στο Κροκύλειο Δωρίδας τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα




ΑΘΗΝΑ 2003

p. 5 01 - 0002.htm


p. 6

Η φθινοπωρινή θλίψη κρατάει ακόμα, σε τούτο το ορεινό χωριό

Ιαπωνικό δίστιχο

p. 7 01 - 0002.htm


p. 8


Η βασική έρευνα για το βιβλίο αυτό ξεκίνησε στα τέλη της άνοιξης του 1997, μόλις εγκρίθηκε η σχετική πρόταση την οποία είχα υποβάλει στην επιτροπή του Ιστορικού Αρχείου Ελληνικής Νεολαίας (ΙΑΕΝ), προγράμματος που φιλοξενείται στο Κέντρο Νεοελληνικών Ερευνών, του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών (ΚΝΕ/Ε1Ε). Το καλοκαίρι του 1998 κατέθεσα στο ΙΑΕΝ το κείμενο που αποτελεί και τη μαγιά της παρούσας μελέτης.1

Την εργασία μου αυτή δε θα μπορούσα να ολοκληρώσω χωρίς τη βοήθεια και τη συνδρομή μιας σειράς ανθρώπων.

Από την επιστημονική κοινότητα: Ο κ. Τριαντάφυλλος Σκλαβενίτης, Διευθυντής Ερευνών στο ΚΝΕ/ΕΙΕ στήριξε αποφασιστικά την υπόθεση εργασίας που διατύπωσα και μου συμπαραστάθηκε επιστημονικά και ηθικά. Ο κ. Σπύρος Ασδραχάς, Ομότιμος Διευθυντής Ερευνών στο ίδιο Κέντρο, με τις ιδιαίτερα γόνιμες παρατηρήσεις του συνέβαλε καθοριστικά στην ανάπτυξη του προβληματισμού μου. Εξάλλου, εγκρίνοντας την ερευνητική πρόταση μου, όλα τα μέλη της επιτροπής του ΙΑΕΝ, μου έδωσαν τη δυνατότητα να πραγματοποιήσω την πρωτογενή και την βιβλιογραφική έρευνα για την εργασία αυτή' εγκρίνοντας, στη συνέχεια, τη δημοσίευση της, της παρέχουν τη δυνατότητα να απευθυνθεί σε ένα ευρύτερο κοινό. Ο κ. Λευτέρης Αλεξάκης, Διευθυντής Ερευνών στο Κέντρο Ερεύνης Ελληνικής Λαογραφίας (ΚΕΕΛ) της Ακαδημίας Αθηνών, παρακολούθησε τις ανακοινώσεις που αφορούσαν στην εργασία και με τις υποδείξεις του βοήθησε ουσιαστικά ώστε να προσανατολιστώ στη βιβλιογραφία, ενώ συνέβαλε και στην αποτελεσματικότερη αξιοποίηση υλικού' επίσης μου έδωσε τη δυνατότητα να συμβουλευτώ υλικό που απόκειται στο ΚΕΕΛ. Στο πλαίσιο ανακοινώσεων που αφορούσαν στην εργασία, η ιστορικός κ. Τασούλα Βερβενιώτη, ο ιστορικός κ. Μάρκος Γκιόλιας, η ανθρωπολόγος κ. Κλειώ Γκουγκουλή, η καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Όλγα Κατσιαρδή-Hering, ο ιστορικός κ. Θανάσης Μποχώτης, η εθνολόγος κ. Μάχη Οικονόμου, η εθνολόγος κ. Άννα Παναγιωτοπούλου διατύπωσαν ουσιαστικές παρατηρήσεις και βοήθησαν στη διεύρυνση του προβληματισμού της εργασίας.

1. Μ. Παπαθανασίου, Καθημερινή ζωή και κοινωνικοποίηση των παιδιών σε ίνα χωριό της ορεινής Δωρίδας, 1900-1940, Αθήνα 1998: αδημοσίευτη μελέτη, που έχει κατατεθεί στο Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας (ΚΝΕ/ΕΙΕ).

p. 9

Η κ. Όλγα Κατσιαρδή-Hering, άλλωστε, ήταν εκείνη που με έφερε σε επαφή με το ΙΑΕΝ. Η κ. Δέσποινα Καρακατσάνη, λέκτορας του Πανεπιστημίου Κρήτης, μου υπέδειξε χρήσιμα βιβλία. Η ιστορικός κ. Λήδα Παπαστεφανάκη έθεσε πρόθυμα στη διάθεσή μου αντίτυπο της διδακτορικής της διατριβής. Ο καθηγητής κ. Στέφανος Ήμελλος είχε την καλοσύνη να μου δώσει την άδεια να συμβουλευτώ τη συλλογή χειρογράφων του Λαογραφικού Σπουδαστηρίου του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Από τη μεταπολεμική γενιά Κροκυλειωτών: Ο κ. Τριαντάφυλλος Τριαντάφυλλου, η κ. Ρήνα Βενιζέλου, η κ. Τζούλια Χαβάτζα στήριξαν ουσιαστικά το εγχείρημά μου, μεσολαβώντας για τη διεξαγωγή συνεντεύξεων, συζητώντας ερωτήματα, θέτοντας στη διάθεση μου πολύτιμο και δυσεύρετο έντυπο υλικό. Ο οικονομολόγος κ. Παρασκευάς Μπακαρέζος, επίσης από τη μεταπολεμική γενιά χωριανών, μου επέτρεψε γενναιόδωρα να χρησιμοποιήσω το πολυτιμότατο υλικό που είχε συγκεντρώσει στο πλαίσιο ερευνάς του για την οικονομία του ορεινού χώρου. Από τους παλαιότερους, ο αείμνηστος Χρήστος Τριαντάφυλλου, ο κ. Θανάσης Αθανασόπουλος, ο κ. Κώστας Χάρης (από την Κερασιά Δωρίδας), με εφοδίασαν επίσης με πολύτιμο και δυσεύρετο έντυπο υλικό. Ο κ. Παναγιώτης Παγώνης μου επέτρεψε να συμβουλευθώ ορισμένα συμβολαιογραφικά έγγραφα. Ο γεωπόνος κ. Αθανάσιος Ταλιούρης με κατατόπισε για πρακτικές πλευρές της λειτουργίας της αγροτικής οικονομίας. Η γραμματέας της κοινότητας Κροκυλείου κ. Μαρία Τσέλιου με διευκόλυνε ώστε να χρησιμοποιήσω το σωζόμενο αρχειακό υλικό. Ο διευθυντής του Λυκείου Άμφισσας κ. Βασίλης Παπαδήμας και η διευθύντρια του Λυκείου Λιδωρικίου κ. Μαίρη Χατζοπούλου μου επέτρεψαν να μελετήσω τα αρχεία των σχολείων τους.

Τους ευχαριστώ όλους θερμά.

Στους Κροκυλειώτες και τις Κροκυλειώτισσες που δέχτηκαν να μιλήσουν μαζί μου για το παρελθόν τους, και από τους οποίους αρκετοί έχουν εντωμεταξύ φύγει από τη ζωή, εκφράζω την απέραντη ευγνωμοσύνη μου. Η εργασία αυτή θα ήταν αδύνατον να πραγματοποιηθεί χωρίς τη δική τους συμβολή, το δικό τους λόγο. Το προφορικό υλικό είναι δημιούργημα των πληροφορητών που απαντούν, και του ιστορικού που θέτει τα ερωτήματα ή κατευθύνει τη συζήτηση, «οι πληροφορητές είναι κατά κάποιο τρόπο ιστορικοί και ο ιστορικός αποτελεί, με ορισμένους τρόπους, μέρος των πηγών».2 Στις επιστημονικές μελέτες που εφαρμόζουν τη μέθοδο της προφορικής ιστορίας, οι πληροφορητές παραμένουν κατά κανόνα ανώνυμοι: Στο πλαίσιο λοιπόν της κυρίαρχης επιστημονικής πρακτικής αλλά και για λόγους διακριτικότητας προτίμησα να μην κατονομάσω συνομιλητές και συνομιλήτριες αλλά να παραθέσω απλώς τα αρχικά των ονομάτων και των επωνύμων τους.

2. A, Portelli, «What makes oral history different», στο R. Perks, A. Thomson (επιμ.), The Oral History Reader, Λονδίνο 1998, σ. 63-74, εδώ σ. 72.

p. 10

Χωρίς τον Κώστα Ράπτη, του οποίου ο παππούς και η γιαγιά από την πλευρά του πατέρα του γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στο Κροκύλειο, και την πολύτιμη πρακτική βοήθειά του, ούτε η εργασία θα ξεκινούσε, ούτε θα κατόρθωνα να συγκεντρώσω προφορικό υλικό και να πραγματοποιήσω επιτόπια έρευνα χωρίς να υπερβώ κατά πολύ τις χρονικές προθεσμίες του ΙΑΕΝ.

Το βιβλίο αυτό το αφιερώνω στη μητέρα μου, Ρούλα (Ζαφειρία) Παπαθανασίου, το γένος Χρυσοστόμου που έφυγε από τη ζωή πρόωρα την άνοιξη του 2002. Οι σημερινές πνευματικές-επιστημονικές δραστηριότητές μου έχουν τις ρίζες τους στα παιδικά μου χρόνια, στη δική της ενθάρρυνση και στις δικές της παροτρύνσεις για σχολικό και εξωσχολικό διάβασμα.

p. 11 01 - 0002.htm


p. 12



Η εργασία αυτή είναι κατ' αρχήν μια ιστορία της παιδικής ηλικίας σε ένα χωριό του ορεινού ελλαδικού χώρου κατά τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα. Εξετάζει πλευρές της καθημερινής ζωής και της κοινωνικοποίησης των παιδιών σε μια κοινότητα της υπαίθρου. Στο βαθμό όμως που παιδιά μεγάλωναν υπό ανάλογες κοινωνικές, οικονομικές, δημογραφικές συνθήκες, η μελέτη επιτρέπει, νομίζω, να διατυπωθούν ορισμένες εύλογες υποθέσεις για οικισμούς του ευρύτερου ορεινού χώρου στον οποίο εντάσσεται, κατ' αρχήν από γεωγραφική άποψη, το συγκεκριμένο παράδειγμα. Αφετηρία της εργασίας υπήρξαν απορίες, ερωτήματα, υποθέσεις που προέκυψαν από την προηγούμενη ενασχόληση μου με την ιστορία των παιδιών σε έναν πολύ διαφορετικό οικονομικό, κοινωνικό και γεωγραφικό χώρο, τον κεντροευρωπαϊκό.1

Επέλεξα, λοιπόν, ένα ορεινό χωριό της Ρούμελης, το Κροκύλειο (Παλαιοκάτουνο ή Παλιοκάτουνο ως το 1915),2 πρωτεύουσα, άλλοτε και τώρα, της επαρχίας Δωρίδας, του νομού Φωκίδας σήμερα - Φθιωτιδοφωκίδας την εποχή που εξετάζουμε. Αλλοτινό κεφαλοχώρι,3 χειμερινή πρωτεύουσα του δήμου Κροκυλείου από το 1870 ως το 1912,4 αυτόνομη κοινότητα στη συνέχεια, με

1. Μ. Papathanassiou, Zwischen Arbeit, Spiel und Schule. Die ökonomische Funktion der Kinder ärmerer Schichten in Österreich 1880-1939, (Sozial- und Wirtschaftshistorische Studien 24), Βιέννη, Μόναχο 1999.

2. Α.Θ. Δρακάκης, Σ. I. Κούνδουρος, Αρχεία περί της Συστάσεως και Εξελίξεως των Δήμων και Κοινοτήτων 1836-1939 και της Διοικητικής Διαιρέσεως του Κράτους, τ. Β', Αθήναι 1940, σ. 694.

3. Στη Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια (τ. ΙΕ', Αθήνα 1931, σ. 257) το Κροκύλειο αναφέρεται το 1928 ως «κώμη» με 916 κατοίκους. Ο όρος προφανώς αποδίδει το πληθυσμιακό μέγεθος και τον χαρακτήρα του ως διοικητικού κέντρου της ευρύτερης ορεινής περιοχής, αλλά στην καθημερινή τους ζωή οι άνθρωποι όταν αναφέρονται σ' αυτό χρησιμοποιούσαν και χρησιμοποιούν τη λέξη χωριό.

4. Στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος σχηματίσθηκε με το Βασιλικό Διάταγμα του Απριλίου 1835 ο «δήμος Κροκυλείου» ως δήμος της επαρχίας Δωρίδας. Τη διοικητική αυτή μονάδα με πρωτεύουσα τους Πενταγιούς συγκροτούσαν οι οικισμοί: Πενταγιοί, Δρεστενά, Πα-

p. 13

χίλιους περίπου κατοίκους, διθέσιο δημοτικό σχολείο και σχολαρχείο, αστυνομικό σταθμό, ταχυδρομείο, τηλεγραφείο, τηλεφωνείο, ειρηνοδικείο5 και κοινοτική έκταση 23 τετρ. χλμ.6 Σήμερα το Κροκύλειο γνωρίζει τη μοίρα των περισσότερων ορεινών χωριών στην Ελλάδα: μερικές δεκάδες μόνιμοι κάτοικοι, ελάχιστοι νέοι, ουσιαστικά ανύπαρκτος παιδικός πληθυσμός, αρκετοί παραθεριστές που κατάγονται από το χωριό το καλοκαίρι.

Το χωριό επιλέχθηκε κατ' αρχήν για πρακτικούς λόγους: Δεν κατάγομαι από το Κροκύλειο και πριν ξεκινήσω την έρευνα είχα επισκεφθεί το χωριό τρεις φορές για μερικές μέρες. Όμως, η γνωριμία μου με νέους ανθρώπους, δραστήρια μέλη του Συλλόγου Κροκυλειωτών στην Αθήνα, οπωσδήποτε διευκόλυνε τη συλλογή του υλικού, τόσο των προφορικών μαρτυριών εκ μέρους των ηλικιωμένων, στις οποίες στηρίζεται κατά το μεγαλύτερο μέρος αυτή η μελέτη, όσο και υλικού από το κοινοτικό αρχείο, το αρχείο του σχολείου και την εφη-

Παλιοκάτουνο, Αβορίτι, Βλαχοβούνι, Κερασιά, Κουπάκι, Ζωριάνο, Αλποχώρι (Ε. Γ. Σκιαδάς, Ιστορικό Διάγραμμα των Δήμων της Ελλάδος, 1833-1912. Σχηματισμός - σύσταση εξέλιξη - πληθυσμός - εμβλήματα, Αθήνα 1993, σ. 175). Από τα στοιχεία για τον πληθυσμό που παραθέτει ο Σκιαδάς συνάγεται ότι ο δήμος περιλάμβανε μεγαλύτερους οικισμούς που μετά το 1912 συγκρότησαν κοινότητες ή αποτέλεσαν τον πυρήνα κοινοτήτων, και συνοικισμούς μερικών δεκάδων κατοίκων, όπως το Αβορίτι (24 κάτοικοι), η Κερασιά (24 κάτοικοι), το Βλαχοβούνι (55 κάτοικοι) που βρίσκονταν στην περιφέρεια μεγαλύτερων οικισμών. Με Βασιλικό Διάταγμα του επόμενου έτους (1836) οι δήμοι Βωμέας και Οφιονείας της επαρχίας Δωρίδας συγχωνεύτηκαν με το δήμο Κροκυλείου, στον οποίο προστέθηκαν έτσι άλλοι 12 οικισμοί ή συνοικισμοί (Σκιαδάς, ό.π.). Μέχρι το 1870, περίπου, τμήματα του αρχικού δήμου Κροκυλείου προσαρτήθηκαν κατά καιρούς σε άλλους δήμους. Ο μακροβιότερος «δήμος Κροκυλείου», που προέκυψε με το Βασιλικό Διάταγμα του Δεκεμβρίου 1869 και διατηρήθηκε ως το 1912, βρισκόταν μεταξύ δύο οροσειρών, -των Βαρδουσίων στο βορρά και του Τρικόρφου στο νότο- αριθμούσε πάνω από 3000 κατοίκους και περιλάμβανε τις μετέπειτα κοινότητες Αγλαβίστας, Αλποχωρίου, Δρεστενών, Ζωριάνου, Κουπακίου, Παλαιοκάτουνου και Πενταγιών, με χειμερινή πρωτεύουσα το Παλαιοκάτουνο και θερινή τους Πενταγιούς (Σκιαδάς, ό.π.' Μ. Χουλιαράκης, Γεωγραφική, Διοικητική και Πληθυσμιακή Εξέλιξις της Ελλάδος, 1821-1871, τ. Α', Μέρος I, Αθήναι 1973, σ. 148 και Μέρος II, Αθήναι 1974, σ. 105).

5. Μια χρήσιμη επισκόπηση της ιστορίας του χωριού προσφέρει το πόνημα του κροκυλειώτη Π. Υφαντή, Το Κροκύλιο. Μια συνοπτική ιστορία του αρχαίου και του σημερινού Κροκυλίου (Πρόχειρη μελέτη για τη γνωριμία του χωριού), Αθήνα 1988.

6. ΕΣΥΕ, Λεξικόν των Δήμων, Κοινοτήτων και Οικισμών της Ελλάδος, επί τη βάσει της απογραφής του πληθυσμού του έτους 1961, περιέχον εν παραρτήματι τας επελθούσας διοικητικάς μεταβολάς και εγκριθείσας μετονομασίας μέχρι της 31. 12. 1962, Αθήνα 1963, σ. 78. Η κοινοτική έκταση του χωριού είναι αρκετά μεγαλύτερη από την αντίστοιχη γειτονικών χωριών, όπως το Κουπάκι (17 τετρ. χλμ.), το Ζοριάνο (12 τετρ. χλμ.), η Κερασιά (15 τετρ. χλμ.), αλλά και αρκετά μικρότερη από την αντίστοιχη των γειτονικών Πενταγιών (35 τετρ. χλμ.).

p. 14

μερίδα, την οποία εκδίδει ο αθηναϊκός σύλλογος. Λόγοι επιστημονικοί στάθηκαν, ωστόσο, καθοριστικοί στην επιλογή μου. Σκόρπιες ιστορίες για το «κοσμοπολίτικο» -με τα μέτρα των αγροτικών κοινωνιών- αλλοτινό κεφαλοχώρι, για τους άντρες που έφευγαν στην Αμερική αφήνοντας πίσω τους αγέννητα ή μικρά παιδιά, για Κροκυλειώτες της μεσοπολεμικής Αθήνας, οι οποίοι διατηρούσαν στενούς δεσμούς με το χωριό, δημιούργησαν το ερώτημα για τη σχέση που μπορεί να υπήρχε ανάμεσα στην παιδική ηλικία και τη διαδικασία αστικοποίησης του αγροτικού πληθυσμού, επηρεάζοντας αποφασιστικά την ερευνητική επιλογή μου. Ως απώτατο χρονικό όριο έθεσα τα τέλη της δεκαετίας του 1930, ώστε να μην εμπλακώ στην ιδιαίτερη προβληματική των περιόδων της Κατοχής και, κυρίως, του Εμφυλίου, υπερβαίνοντας έτσι τα χρονικά και εν γένει πρακτικά περιθώρια που είχα στη διάθεση μου.

Χρησιμοποιώ γενικά τον όρο «παιδιά» για τους χωριανούς κάτω των δεκαπέντε ετών και τον όρο «ενήλικες» για τους υπόλοιπους. Η διάκριση αυτή εξυπηρετεί τις ανάγκες της συγγραφής αλλά δεν είναι αυθαίρετη. Όταν ρωτούσα συνομιλητές και συνομιλήτριες μέχρι ποια ηλικία «δε νόγαγε» κανείς (όπως έλεγαν συχνά οι ίδιοι όταν αναφέρονταν στη συμπεριφορά τους ως παιδιών), έθεταν ως όριο τα δεκαπέντε χρόνια. Ο «στρογγυλεμένος» αυτός αριθμός δείχνει βέβαια ότι δεν υπήρχε συγκεκριμένη, κοινωνικά θεσμοθετημένη διάρκεια της παιδικής ηλικίας' άλλωστε την τυπικά πλήρη κοινωνική ενηλικίωση των χωριανών σηματοδοτούσαν διάφορα ορόσημα, όπως η υπηρεσία στο στρατό, οι σπουδές, η μετανάστευση για τους άνδρες και προπάντων ο γάμος για γυναίκες και άνδρες. Εξάλλου, επειδή ούτε τα «ορόσημα» αυτά συνέπιπταν μεταξύ τους χρονικά, ούτε η ηλικία στην οποία κάποιος «πήγαινε στρατιώτης», «έφευγε για την Αμερική» ή παντρευόταν ήταν σταθερή, αναγκαστικά δεν ενηλικιώνονταν κοινωνικά πλήρως όλοι στην ίδια ή σχεδόν στην ίδια ηλικία. Πάντως, από τις πηγές συνάγεται ότι κανείς δεν παντρευόταν σε ηλικία κάτω των δεκαπέντε χρόνων7 και μπορούμε τουλάχιστον να είμαστε βέβαιοι ότι σε γενικές γραμμές άνδρες και γυναίκες δε θεωρούνταν κοινωνικά ανήλικοι μετά την ηλικία των δεκαπέντε χρόνων.

Τούτο δεν σημαίνει πως θεωρώ εξαρχής δεδομένη την κοινωνικο-πολιτισμική διάρκεια της παιδικής ηλικίας στο παράδειγμά μου και δεν με απασχολούν ερωτήματα συγγενή προς τα κλασικά ερωτήματα που τέθηκαν τις δεκαετίες του 1960 και του 1970 με τις μελέτες του πρωτοπόρου ιστορικού της παιδικής ηλικίας Φιλίπ Αριές και των «διαδόχων του», ή απέρρευσαν από αυτές:8 Ποια

7. Βλ. εδώ Κεφάλαιο Δεύτερο, σημ. 190.

8. Ανεξάρτητα από τις έντονες και δικαιολογημένες αντιρρήσεις που εκφράστηκαν αργότερα για ορισμένες απόψεις τους, όπως λ.χ. την περίφημη θεωρία του Αριές ότι οι άνθρωποι του Μεσαίωνα δεν αναγνώριζαν την παιδική ηλικία ως κοινωνική κατηγορία και ότι η παιδική ηλικία ουσιαστικά ανακαλύφθηκε μετά το 16ο αι., ή το μάλλον απλουστευτικό, εξελικτικό

p. 15

κοινωνικο-πολιτισμικά όρια εντοπίζονται μεταξύ ενηλίκων και παιδιών στο επίπεδο της πρακτικής και της εμπειρίας, πώς συγκροτείται και πώς ορίζεται η παιδική ηλικία ως ιδιαίτερο χρονικό διάστημα στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων της συγκεκριμένης κοινωνίας;

Άλλωστε, στη μελέτη η παιδική ηλικία δεν αντιμετωπίζεται ως εμπειρία ενιαία για το σύνολο της μικροκοινωνίας η οποία μας απασχολεί. Ιστορικοί, κοινωνιολόγοι, ανθρωπολόγοι δέχονται σήμερα ότι υπήρχαν και υπάρχουν πολλές, διαφορετικές παιδικές ηλικίες και όχι μία, προϊόν της ντετερμινιστικής δυτικής αντίληψης για το παιδί ως πλάσμα βιολογικά απολύτως προσδιορισμένο, με δεδομένα σωματικά, ψυχικά, πνευματικά χαρακτηριστικά, δεδομένες ανάγκες και δεδομένη εξελικτική πορεία. Οι ίδιοι, εξάλλου, διακηρύσσουν ότι τα παιδιά θα πρέπει να μελετώνται ως ενεργά υποκείμενα και όχι ως παθητικοί δέκτες των επιθυμιών και απόψεων των ενηλίκων'9 ορισμένοι μάλιστα υποστηρίζουν ότι είναι πιο σωστό να κάνουμε λόγο για «ιστορία των παιδιών» παρά για ιστορία της παιδικής ηλικίας, καθώς η «παιδική ηλικία» δεν αποτελεί παρά ιδεολογική κατασκευή.10

κτικό σχήμα του ντε Μωζ, σύμφωνα με το οποίο στο πέρασμα των αιώνων οι ανθρώπινες κοινωνίες κινούνται προοδευτικά και σταθερά προς την αναγνώριση του παιδιού ως αυταξίας και προς το σεβασμό στο πρόσωπο του: βλ. Ph. Ariès, L' enfant et la vie familiale sous /' Ancien Régime, Παρίσι 1973, [στα ελληνικά: Φ. Αριές, Αιώνες παιδικής ηλικίας, (μετάφραση: Γ. Αναστοπούλου), Αθήνα 1990]' Λ. ντε Μωζ, «Η εξέλιξη της παιδικής ηλικίας», στο Λ. ντε Μωζ (επιμ.), Η Ιστορία της Παιδικής Ηλικίας, μετ. Δ. Κωστελένος, Αθήνα 1977, σ. 11-101, κυρίως σ. 95-100. Αναμφισβήτητα οι θεωρίες των πρωτοπόρων της ιστορίας της παιδικής ηλικίας έδωσαν εναύσματα και άνοιξαν δρόμους στην έρευνα. Για μια αναλυτική επισκόπηση της επιστημονικής συζήτησης στην ελληνική γλώσσα, βλ. Ε. Αυδίκος, Το παιδί στην παραδοσιακή και τη σύγχρονη κοινωνία, Αθήνα 1996, σ. 15-33 και Κ. Μπάδα-Τσομώκου, Ενδυματολογικοί κώδικες της παιδικής νεανικής ηλικίας. Το κοινωνικο-ιστορικό τους ισοδύναμο, Ιωάννινα 1993, σ. 3-9' βλ. επίσης την επισκόπηση του αμερικανού κοινωνιολόγου W. Corsaro, The Sociology of Childhood, Θάουζαντ Οκς, Λονδίνο, Νέο Δελχί 1997, σ. 49-67. Για την κριτική των θέσεων και της μεθοδολογίας του Αριές και των μεταγενέστερων μελετητών της ιστορίας της οικογένειας, όπως ο ιστορικός Ε. Σόρτερ και η Ε. Μπαντεντέ, βλ. D. Alexandre-Bidon, D. Lett, Η καθημερινή ζωή των παιδιών στο Μεσαίωνα, μετ. Σ. Βλοντάκης, Αθήνα 1999, σ. 15-19.

9. Α. Prout, Α. James, «Α New Paradigm for the Sociology of Childhood? Provenance, Promise and Problems», στο A. Prout, A. James, (επιμ.), Constructing and Reconstructing Childhood. Contemporary Issues in the Sociological Study of Childhood, Λονδίνο, Ουάσινγκτον 1999, σ. 7-33, κυρίως σ. 8 και -για την κριτική στη θεωρία περί «κοινωνικοποίησης»- σ. 14 κ.εξ.

10. J. M. Hawes, Ν. R. Hinter, «Looking for Waldo: Reflections on the History of Children and Childhood in the Postmodern Era», Ανακοίνωση στο συνέδριο με θέμα: Ιστορία της Παιδικής Ηλικίας στην Αμερική, Ουάσινγκτον, 5-6 Αυγούστου 2000 (στο Διαδίκτυο, http:/, σ. 2).

p. 16

Στο πλαίσιο αυτό αμφισβητείται ακόμη και ο όρος κοινωνικοποίηση επειδή παραπέμπει στην αντίληψη ότι τα παιδιά δεν αποτελούν αυταξίες αλλά είναι ατελή όντα τα οποία πλάθονται από τους ενήλικες κατ' εικόνα και ομοίωση των τελευταίων. Νομίζω, ωστόσο, ότι εφόσον έχουμε αποσαφηνίσει το περιεχόμενο των όρων «παιδική ηλικία» και «κοινωνικοποίηση», εφόσον έχουμε δεχτεί ότι δεν υπάρχει μία ενιαία παιδική ηλικία, και ότι η κοινωνικοποίηση δηλώνει την ένταξη των παιδιών στο εκάστοτε πολιτισμικό περιβάλλον και ακόμα ότι τα παιδιά συμμετέχουν, ως ένα βαθμό, ενεργά σε αυτήν, νομιμοποιούμαστε να χρησιμοποιούμε τους όρους, αποφεύγοντας τεχνικές και, σε τελική ανάλυση, τεχνητές δυσκολίες. Άλλωστε, κοινωνικοί επιστήμονες, κυρίως κοινωνιολόγοι και ψυχολόγοι που εξακολουθούν να χρησιμοποιούν ευρέως τον όρο κοινωνικοποίηση για να δηλώσουν τη «συγκρότηση και εξέλιξη της προσωπικότητας και κοινωνικής ένταξης του ατόμου»," δέχονται πως «...δεν υπάρχει μια κοινωνικοποίηση για την ίδια κοινωνία σε μια συγκεκριμένη εποχή», ούτε «...μπορεί να υπάρχει ένα πρότυπο κοινωνικοποίησης για όλες τις εποχές και όλους τους πολιτισμούς».12

Σε ένα πρώτο επίπεδο η μελέτη αυτή θέτει, επομένως, τα ακόλουθα ερωτήματα: Για πόσες και ποιες παιδικές ηλικίες μπορεί να γίνει λόγος στη συγκεκριμένη αλλά και γενικότερα στην ορεινή αγροτική κοινωνία; Σε ποιο βαθμό και με ποιο τρόπο διαφοροποιείται η καθημερινή ζωή των παιδιών και η εμπειρία τους ανάλογα με το φύλο, την κοινωνική και οικονομική κατάσταση και θέση της οικογένειας, τη σειρά γέννησης των παιδιών μέσα σ' αυτήν;

Σε ένα δεύτερο επίπεδο η εργασία επιχειρεί να φωτίσει τη σχέση ανάμεσα στην παιδική ηλικία και την εξέλιξη της ελληνικής κοινωνίας του πρώιμου 20ού αιώνα και να αναδείξει τους δεσμούς μεταξύ της ιστορίας της παιδικής ηλικίας —ή των παιδιών— και της κοινωνικής μακρο-ιστορίας, η οποία επικεντρώνεται στη μελέτη κοινωνικών δομών ή γενικών κοινωνικών εξελίξεων και δεν χρησιμοποιεί την ηλικία ως αναλυτική κατηγορία. Η προσέγγιση αυτή συνοψίζεται στο ερώτημα: Συνδέεται η εμπειρία της παιδικής ηλικίας στον ορεινό ελλαδικό χώρο με την αστικοποίηση της ελληνικής κοινωνίας και με ποιους τρόπους; Το ερώτημα παρουσιάζει γενικότερο ενδιαφέρον γιατί εκφράζει από διαφορετική πλευρά θεμελιώδεις προβληματισμούς και απόψεις της αγροτικής κοινωνιολογίας, της κοινωνικής ανθρωπολογίας και της κοινωνικής ιστορίας.

Η αγροτική κοινωνιολογία δέχεται ότι η αγροτικότητα και η αστικότητα διαπλέκονται, ότι «δεν είναι δυνατό να εξετάζεται ο αγροτικός τομέας ανεξάρτητα

11. Χ. Νόβα-Καλτσούνη, Κοινωνικοποίηση: Η γένεση του κοινωνικού υποκειμένου, Αθήνα 1995, σ. 13. Η κοινωνικοποίηση αποτελεί μία «διά βίου διαδικασία» (ό.π., σ. 20). Το βιβλίο της Νόβα-Καλτσούνη αποτελεί μια εμπεριστατωμένη επισκόπηση της διεθνούς, -παλαιότερης και σύγχρονης- κοινωνιολογικής συζήτησης για την κοινωνικοποίηση.

12. Ό.π., σ. 16.

p. 17

τητα από την ευρύτερη κοινωνία στην οποία ανήκει», ότι «μορφές αστικής ζωής ... εμφανίζονται στον αγροτικό χώρο και το αντίστροφο».13 Αυτό σημαίνει ότι οι αγροτικές κοινωνίες δεν αποτελούν αναγκαστικά, ή και κατά κανόνα, κλειστές, απομονωμένες κοινωνίες. Η άποψη ότι οι ορεινές αγροτικές κοινωνίες, λόγω της γεωγραφικής απομόνωσής τους, αποτελούσαν ερμητικά κλειστά προς τον έξω κόσμο σύνολα, ήταν παλαιότερα αρκετά διαδεδομένη' σήμερα ανθρωπολόγοι και ιστορικοί έχουν καταρρίψει ή τουλάχιστον κλονίσει, τις στερεοτυπικές αυτές απόψεις.14 Στη χώρα μας οι νεότεροι μελετητές, με αναφορά στο παράδειγμα της Ηπείρου, μιλούν για τις πόλεις που «διεισδύουν ως τις πιο μακρινές γωνιές της υπαίθρου» και για την ύπαιθρο που «είναι παρούσα ως την καρδιά του άστεως», για τη «μακρά μεταναστευτική παράδοση του έλληνα χωρικού», σε αντιδιαστολή προς τον δυτικό, για την ισχυρή εξωστρέφεια της ελληνικής υπαίθρου και μάλιστα της ορεινής.15 Εξάλλου, μια πολύ γνωστή και σημαντική μελέτη για την ελληνική κοινωνία του 19ου και του πρώιμου 20ού αι. υποστηρίζει, αξιοποιώντας συγκεντρωτικά στατιστικά στοιχεία, ότι η κοινωνική κινητικότητα, η μετάβαση από την αγροτική στη μικροαστική τάξη, προπάντων διά μέσου εκπαιδευτικών μηχανισμών, αποτελεί χαρακτηριστικό γνώρισμα των μικρών αγροτών στον ελλαδικό χώρο ήδη από το 19ο αι.16

13. Β. Νιτσιάκος, Οι ορεινές κοινότητες της Βόρειας Πίνδου. Στον απόηχο της μακράς διάρκειας (Λαϊκός πολιτισμός/τοπικές κοινωνίες), Αθήνα χ.χ., σ. 30-31: Ο συγγραφέας στηρίζεται κυρίως στο σημαντικό άρθρο του R. Pähl, «The rural-urban continuum», Sociologia Ruralis 6 (1966), 299-327, που άσκησε κριτική στο διχοτομικό μοντέλο του «αγροτο-αστικού συνεχούς», όπου οι κοινωνίες κατατάσσονται σε ένα γραμμικό συνεχές, στα άκρα του οποίου τοποθετούνται ένας ιδεατός τύπος αγροτικής και ένας ιδεατός τύπος αστικής κοινωνίας (βλ. Νιτσιάκος, ό.π., σ. 24).

14. Για μια κριτική επισκόπηση της ιστορικής και ανθρωπολογικής βιβλιογραφίας του ορεινού ευρωπαϊκού, κυρίως αλπικού, χώρου, βλ. την εισαγωγή στο P.P. Viazzo, Upland Communities. Environment, population and social structure in the Alps since the sixteenth century, Κέμπριτζ 1989, σ. 1-15: Ο συγγραφέας αναφέρεται χαρακτηριστικά στο «θεμελιώδες πρόβλημα του κατά πόσο νομιμοποιούμαστε να προσλαμβάνουμε τις αλπικές κοινότητες ως κλειστά (οικο)συστήματα» (Viazzo, ό.π., σ. 15, μετάφραση δική μου). Οι ανθρωπολογικές θεωρίες οικολογικού ντετερμινισμού έχουν «εδώ και καιρό αμφισβητηθεί, ενώ έχει πειστικά υποστηριχτεί η άποψη ότι το φυσικό περιβάλλον μπορεί να υπαγορεύει χρήσεις και να επιδρά στη διαμόρφωση και εξέλιξη των κοινωνιών αλλά δεν είναι αυτό που καθορίζει μονόπλευρα τα συστήματα κοινωνικής και οικονομικής οργάνωσης» (Β. Νιτσιάκος, Χ. Κασίμης (επιμ.), Ο ορεινός χώρος της Βαλκανικής. Συγκρότηση και μετασχηματισμοί, Κόνιτσα 2000, σ. 16, 17).

15. Σ. Δαμιανάκος, Ε. Ζακοπούλου, Χ. Κασίμης, Β. Νιτσιάκος, Εξουσία, εργασία και μνήμη σε τρία χωριά της Ηπείρου. Η τοπική δυναμική της επιβίωσης, Αθήνα 1997, σ. 19-22.

16. Βλ. Κ. Τσουκαλάς, Εξάρτηση και Αναπαραγωγή. Ο κοινωνικός ρόλος των εκπαιδευτικών μηχανισμών στην Ελλάδα, 1830-1922, Αθήνα 1992, κυρίως σ. 124-159 και 391 κ.εξ.

p. 18

Η παρούσα εργασία μελετά τις πολλαπλές εμπειρίες των παιδιών και επιχειρεί να τις εντάξει στη συνολική πορεία της μικροκοινωνίας που επιλέχθηκε ως παράδειγμα αλλά και της ελληνικής κοινωνίας γενικότερα, μέσα από πολύ συγκεκριμένα ερωτήματα. Καθημερινή ζωή των παιδιών, υλικές συνθήκες διαβίωσης τους, θέση και ρόλος τους στην οικογενειακή και τοπική οικονομία, διαπροσωπικές σχέσεις στο εσωτερικό των οικογενειακών σχηματισμών, διαπαιδαγώγηση, σχέση παιδιών και αγροτικών οικογενειών με τους εκπαιδευτικούς μηχανισμούς, συμμετοχή των παιδιών σε κοινωνικές και θρησκευτικές εκδηλώσεις, αυτόνομοι τρόποι έκφρασης, όπως το παιχνίδι, συγκροτούν τους πραγματολογικούς άξονες γύρω από τους οποίους εκφράζονται απόψεις και διατυπώνονται υποθέσεις.

Με την καθημερινή ζωή των παιδιών στον ελληνικό χώρο έχει ασχοληθεί κυρίως η Λαογραφία, τόσο η παραδοσιακή,17 όσο και η σύγχρονη, η αποκαλούμενη Κοινωνική Λαογραφία, εκείνη δηλαδή που αξιοποιώντας τον πλούτο της παραδοσιακής Λαογραφίας, προσεγγίζει στις μεθόδους και στον προβληματισμό της την Κοινωνική Ανθρωπολογία και, σε μικρότερο βαθμό, την Ιστορία.18 Η λαογραφική έρευνα έχει συγκεντρώσει, μελετήσει και συγκρίνει μνημεία του λόγου που αφορούν άμεσα στην παιδική ηλικία (νανουρίσματα, ταχταρίσματα, λαχνίσματα)' έχει ασχοληθεί προπάντων εκτεταμένα με την καθημερινότητα του νεογέννητου και του βρέφους, με τα έθιμα, τις πρακτικές και τις αντιλήψεις γύρω από τη γέννηση και το παιδί στα πρώτα χρόνια της ζωής του, με μια φάση δηλαδή της παιδικής ηλικίας, η οποία δεν είναι δυνατόν να ανακληθεί στη μνήμη, και συνεπώς ελάχιστα θα απασχολήσει αυτή τη μελέτη.

Όμως η λαογραφική έρευνα έχει ασχοληθεί και με το παιδικό παιχνίδι. Τα τελευταία χρόνια έχει συγκεντρωθεί πλούσιο σχετικό υλικό και οι ερευνητές δεν αρκούνται στο να περιγράψουν παιδικά παιχνίδια αλλά προχωρούν σε ανθρωπολογικές ερμηνείες του παιδικού παιχνιδιού αναζητώντας τις ιστορικές του διαστάσεις. Η βιβλιογραφία είναι πλούσια και σημαντική. Δύο έργα συμπυκνώνουν, κατά τη γνώμη μου, τη λαογραφική-εθνογραφική-ανθρωπολογική

17. Για την προσφορά της παραδοσιακής Λαογραφίας στη μελέτη της παιδικής ηλικίας βλ. Μ.Γ. Μερακλής, «Το παιδί και η λαογραφία», στο Β. Δ. Αναγνωστόπουλος (επιμ.), Λαϊκή παράδοση και παιδί, Αθήνα 1999, σ. 11-21, κυρίως σ. 13, 14' επίσης Ε. Αυδίκος, «Λαογραφία και παιδική ηλικία. Οπτικές και προοπτικές», στο Λαϊκή παράδοση..., ό.π., σ. 23-42, κυρίως σ. 23-29.

18. Όπως επισημαίνει η Άλκη Κυριακίδου-Νέστορος οι κοινωνικοί ανθρωπολόγοι παρενέβησαν στην περιοχή της Λαογραφίας με επαναστατικά αποτελέσματα, υποχρεώνοντας τους λαογράφους να απαρνηθούν την αντίληψη του «παραδοσιακού πολιτισμού» ως συνονθυλεύματος επιβιωμάτων, ενώ η νεότερη κοινωνική και οικονομική Ιστορία συνέβαλε καθοριστικά στην ιστορικοποίηση της Λαογραφίας (Α. Κυριακίδου Νέστορος, Λαογραφικά Μελετήματα II, Αθήνα 1993, σ. 230.

p. 19
Search form
Search the book: Growing up in Mountainous Regions
Search results
    Digitized books
    Page: 0



    Παιδιά και παιδική ηλικία στο Κροκύλειο Δωρίδας τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα


    ———————————— 38 —————————————


    ΑΘΗΝΑ 2003